Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΟΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ



          Και αν ακούσει κανείς τα βραδινά δελτία ειδήσεων θα νόμιζε πως βρίσκεται 10 χρόνια πριν, εκείνες  τις μέρες  που το πανελλήνιο, πολιτικό και δημοσιογραφικό, ήταν αφιερωμένο στα έργα και ημέρες της Ε.Ο 17 Νοέμβρη. Γέμιζαν τα δελτία  από τις συνομιλίες ή απολογίες των κατηγορουμένων, από τις εξάρσεις αγανάκτησης των δημοσιογράφων για την εγκληματική οργάνωση που χρόνια τώρα απειλούσε τη δημοκρατία, ακριβώς όπως τώρα στα δελτία των τελευταίων ημερών. Οι κραυγές των δημοσιογράφων εναντίον της Χρυσής Αυγής  είναι τόσο θυμωμένες όσο θωπευτικές ήταν πριν από λίγο καιρό. Και χανόμαστε σε λεπτομέρειες για τη σύλληψη,  θεατρικές αναπαραστάσεις τηλεφωνικών συνομιλιών, ανούσιες βιογραφικές διηγήσεις. Όλα αυτά δεν είναι παρά ερεθίσματα  για να προκαλούνται τέτοια  συναισθήματα που να μπορούν να αξιοποιηθούν για να επιφέρουν το επιθυμητό για τους κρατούντες αποτέλεσμα στη συμπεριφορά μας.
               Στην περίπτωση της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ η έκνομη πολιτική τους δραστηριότητα εντάχτηκε στην έννοια της τρομοκρατίας και αποπολιτικοποιήθηκε,  αφού η δημοκρατία θεωρείται οριστικό, ολοκληρωμένο και διαχρονικό πολιτικό σύστημα, που καμιάν ανισότητα ή αδικία δεν μπορεί να μη λύσει  με ειρηνικά μέσα.  Οποιαδήποτε προσπάθεια μετασχηματισμού της  έξω από τις διαδικασίες που η ίδια επιτρέπει μπορεί να χαρακτηριστεί  ποινικό αδίκημα. Η άρχουσα τάξη εδώ και χρόνια λοιπόν με το κυνήγι της τρομοκρατίας, έννοιας αόριστης και ασαφούς, θωράκισε το σύστημα διακυβέρνησής της ενάντια σε κάθε αμφισβήτησή του κι εμείς το ενστερνιστήκαμε στην πλειοψηφία μας. Ήταν που ελπίζαμε στη συνεχή βελτίωση των υλικών όρων ζωής μας  
              Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής ενώ αυτή «επιχείρησε να δοκιμάσει τις αντοχές της Δημοκρατίας» κατά δήλωση του υπουργού  Δημόσιας Τάξης  Ν. Δένδια αντιμετωπίζεται μόνο ως εγκληματική οργάνωση. Κι εμείς έχοντας χρόνια τώρα εκπαιδευτεί σ’ ένα ορισμένο τρόπο σκέψης είναι εύκολο να αποδεχτούμε τη λογική των κρατούντων.  Κι έτσι αποψιλώνονται οι πράξεις της από κάθε πολιτικό περιεχόμενο, μένουν στο σκοτάδι οι διασυνδέσεις της  και η ιδεολογική της θεμελίωση δίνει την εντύπωση, σε πρώτη ανάγνωση, αποκομμένη από την κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτή τη στιγμή ενορχηστρωμένα απαξιώνονται οι συγκεκριμένοι και μόνο κατηγορούμενοι και φυσικά οι εγκληματικές πράξεις τους, ακριβώς γιατί η απαξία προσώπων και πράξεων εκ μέρους δημοσιογράφων ή πολιτικών καθορίζεται από τα συμφέροντα αυτών που τους κρίνουν. Η πολιτική σκοπιμότητα της συγκυρίας υπαγορεύει οι παραβιάσεις  του ποινικού νόμου που γίνονται από πολιτικές οργανώσεις να είναι  αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου κι έτσι μόνο  να αντιμετωπίζονται. Αποσυνδέονται λοιπόν τα εγκλήματα των μελών της Χ.Α από το φασισμό, ο τελευταίος διασώζεται και δεν αντιλαμβανόμαστε ότι το έγκλημα είναι στοιχείο του και γνώρισμά του, ενυπάρχει σ’ αυτόν. Κι αυτό δεν αφορά στο νομικό μέρος, που βεβαίως τιμωρούνται πράξεις όχι όμως αποκομμένες από τις αιτίες που τις προκάλεσαν και όχι ιδέες, αλλά στην  πολιτική αντιμετώπισή του και  βέβαια στις ατέλειωτες κοινωνιολογικές αναλύσεις που καταλήγουν οι περισσότερες σε σχολιασμούς  επιπέδου συζήτησης πίνοντας τον καφέ μας.
              Ο φασισμός από πολιτικοκοινωνικό  πρόβλημα μετατρέπεται σε ποινικό και συρρικνώνεται  σε ένα έργο τιμωρίας των παρανομούντων. Κι έτσι χάνεται κάθε διάσταση που θα  αποδείκνυε τις εγγενείς αιτίες που τον γέννησαν. Ακόμα και η ίδια η δολοφονία του Π. Φύσσα κινδυνεύει να μείνει οριοθετημένη στην ωμότητα της εκτέλεσής της, στη σκληρότητα της ακρότητάς της, να διολισθήσει σε μια πράξη που συγκλονίζει και αργότερα σβήνει από τη σκέψη και την αίσθηση οι οποίες έχουν δοκιμαστεί και δοκιμάζονται όλα αυτά τα χρόνια κάτω από το συνεχή βομβαρδισμό εντυπωσιακών και τραγικών γεγονότων. Αυτή την αλήθεια  την ξέρουν καλά τόσο αυτοί που μπορεί να θιγούν, έμμεσα ή άμεσα,  από το συγκεκριμένο γεγονός, γι’ αυτό και βάλθηκαν να κραυγάζουν την καταδίκη του την ίδια στιγμή που έβαζαν στο κάδρο  αυτής της καταδίκης κάθε αντίσταση στην κυρίαρχη εξουσία,  όσο και εκείνοι  που ταράζονται από το ξαφνικό  κέντρισμα και σε λίγο ηρεμούν και ξεχνούν, οι χιλιάδες δηλ  που την επόμενη φορά θα ξαναψηφίσουν μια άλλη Χρυσή Αυγή.   Κι έτσι ο εκφασισμός μας απρόσκοπτα συνεχίζεται. Από τον καιροσκοπισμό του ακροδεξιού  ΛΑΟΣ, που απενοχοποίησε την άκρα δεξιά με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, αφήνοντας κληρονομιά στην τωρινή κυβέρνηση τον κοινοβουλευτικό της εκπρόσωπο Μ.Βορίδη και τον υπουργό Υγείας Α. Γεωργιάδη ετοιμάζοντας την πολιτική σκηνή για τη Χ.Α, μέχρι τη ολίσθησή  μας στην αποδοχή του   φασιστικού μορφώματος της Χ. Α  ήταν δυο μηνιαίων εκλογών δρόμος. Αυτό ή κάποιο άλλο μόρφωμα φασιστικό όσο δεν υπάρχει συλλογική λαϊκή αντίδραση θα είναι μόνιμο πια στο πολιτικό σκηνικό, μια χρυσή εφεδρεία για την κυρίαρχη τάξη όταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία θα φανεί αδύναμη να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του συστήματος  που αποτελεί το πολιτικό του εποικοδόμημα, του καπιταλισμού.
             Η δολοφονία του Π. Φύσσα   έχει κανείς την εντύπωση λειτούργησε σαν καταλύτης μόνο γιατί έφτασε στη δημοσιότητα και  οι  κυβερνώντες κατάλαβαν  ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους καταστάσεις που ήδη η πολιτική τους, ιδιαίτερα των τελευταίων χρόνων,  διαμόρφωσε ή και  ετοίμασε για πυροδότηση.
              Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν. Δημοκρατίας Μ. Βορίδης  ξεκάθαρα δήλωσε ότι η ενεργοποίηση της ποινικής διάταξης 187 δεν αφορά φυσικά μόνο τη Χ. Α  αλλά και όποιον συγκροτεί εγκληματική οργάνωση για να τελεί πλημμελήματα ή κακουργήματα είτε με τον μανδύα της πολιτικής οργάνωσης είτε του πολιτικού κόμματος είτε της μαφίας κλπ. Αφορά και τη βία της αριστεράς τόνισε. Η  δημοκρατία μας  έχει πάρα πολλά συλλογικά και ατομικά δικαιώματα αλλά δεν επιτρέπεται να παραβιάζουμε τον ποινικό νόμο. Η επιχειρηματολογία του είναι ξεκάθαρη. Δεν διώκονται οι αντιλήψεις της Χ. Α κι έτσι θριαμβεύει πάλι η αστική δημοκρατία,  αλλά η εγκληματική της δράση με βάση την ποινική διάταξη 187. Μόνο που είναι αυτή ακριβώς η διάταξη με την οποία  το κράτος θέλει να σπείρει τον τρόμο για να παραλύσει τις αντιστάσεις όσων διαμαρτύρονται απειλώντας τους ότι μπορούν να διωχθούν για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, τη στιγμή που στις  τρομοκρατικές πράξεις περιλαμβάνονται διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών κλπ. Κι έτσι το καμάρι της αστικής δημοκρατίας, οι ατομικές ελευθερίες  που περιλαμβάνει στα συνταγματικά και νομικά της πλαίσια  μπορεί να περιορίζονται, όμως σε διακηρυκτικό επίπεδο  συνεχίζουν να είναι παρούσες και να γίνονται σημαίες  στα χέρια της κυρίαρχης τάξης για να πείσει για την τελειότητα της δημοκρατίας. Κι αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο να διαμορφωθεί ή να ενεργοποιηθεί ένα πλαίσιο ποινικοποίησης των εργατικών λαϊκών αγώνων επισημαίνει ο βουλευτής του ΚΚΕ Σπ. Χαλβατζής, γι’ αυτό και απαιτείται λαϊκή επαγρύπνηση.
            Το καθοριστικό στοιχείο για την άρνηση της επίσημης πολιτείας να αναγνωρίσει το πολιτικό έγκλημα δεν είναι μόνο η άρνηση της να παραδεχτεί την αμφισβήτηση της μοναδικότητας της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής τάξης του αστικού κράτους, αλλά και να αποφευχθεί ο κίνδυνος να μην αποκαλυφτούν οι υπόγειες διαδρομές της αστικής δημοκρατίας με δράσεις κι ενέργειες που ενώ φανερά αποκηρύσσει δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει όταν  υπάρχει κίνδυνος για την άρχουσα τάξη.
          Με τη δίωξη των μελών της Χ. Α οι κυβερνώντες αποκτούν την έξωθεν καλή μαρτυρία για την αντικειμενικότητα και δημοκρατικότητά τους. Έτσι  δικαιωμένοι ηθικά οι κρατούντες   θα μας εγκλωβίζουν πάλι σε  ψευτοδιλήμματα την επομένη φορά που η δίωξη θα αφορά εργαζόμενους που  διαμαρτύρονται και αντιστέκονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: