Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

ΟΔΥΝΗΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Ο Ρ.Τ Ερντογάν σε επίδειξη ισχύος επαίρεται πως πέταξε στα σκουπίδια την επιστολή του Ντ. Τραμπ, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου, ημέρα εισβολής στη Συρία των τουρκικών δυνάμεων, που ήρθε στο φως της δημοσιότητας και στην οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ τον απειλεί με καταστροφή της τουρκικής οικονομίας αν εξαπολύσει επίθεση στη ΒΑ Συρία.    
               Παρά το όνομά της «Πηγή Ειρήνης», στη στρατιωτική  επιχείρηση της Τουρκίας που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μια εβδομάδα, δεν υπάρχει τίποτε το ειρηνικό, παρά μόνο νεκροί κι εκτοπισμένοι, για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο  της εισβολής στη Β. Συρία σε μια ευρεία λωρίδα 30 χιλιομέτρων, που κατοικημένη από τους Κούρδους της Συρίας η Τουρκία θέλει να ελέγχει, υποκινώντας συγκρούσεις, δημιουργώντας προτεκτοράτο στην περιοχή προς όφελός της.
               Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ειδικά περιφερειακά συμφέροντα όλων των αμερικανικών συμμαχικών χωρών, από την Τουρκία μέχρι τις πετρελαϊκές μοναρχίες των εμιράτων  του Κόλπου, το ΝΑΤΟ,  την ΕΕ καθώς και το Ισραήλ, παίζουν ρόλο στο συριακό, όπως και στους προηγούμενους  σχετικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή. Αλλά αυτά τα συμφέροντα μοιάζουν υποδεέστερα από εκείνα της κυρίαρχης και μοναδικής υπερδύναμης του κόσμου - του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Κι αν η ρωσική παρέμβαση στη Συρία, κατόπιν αιτήματος της κυβέρνησης Άσσαντ, έχει πείσει όλους  ότι η άμεση απομάκρυνση του Άσσαντ δεν είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη, όμως αυτή η εξελισσόμενη παγκόσμια σκηνή διαπραγματεύσεων και απειλών των ΗΠΑ πυροδοτεί συνεχώς νέους κινδύνους.
        Με τις νέες εξελίξεις οι Κούρδοι φαίνονται και πάλι οι μεγάλοι χαμένοι, που αφού χρησιμοποιήθηκαν  οι δυνάμεις τους για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, δεν υπάρχει κανένας δισταγμός από τους ιμπεριαλιστές να τους συντρίψουν ή να επιστρέψουν σε άλλους να το κάνουν, όταν ολοκληρώσουν το ρόλο που τους ανέθεσαν. Οι ΗΠΑ, η ΕΕ, η Ρωσία,   ακόμη και ο Ερντογάν έχουν όλοι στον ένα ή  τον άλλο βαθμό υποσχεθεί στους Κούρδους κάποια μορφή στήριξης, αλλά όλοι εγκατέλειψαν τους Κούρδους αμέσως μόλις το απαίτησαν τα συμφέροντά τους. Γι’ αυτό και όλες οι συζητήσεις των δυτικών πολιτικών σχετικά με τα δημοκρατικά δικαιώματα του κουρδικού λαού δεν είναι παρά μια κάλυψη για το δικό τους ιδιαίτερο συμφέρον. Μόλις πριν από λίγα χρόνια οι ίδιες κουρδικές δυνάμεις χαρακτηρίζονταν ως τρομοκράτες, το PKK, που είναι η αδελφή οργάνωση του PYD, παραμένει στον τρομοκρατικό κατάλογο τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ.
               Βέβαια, είναι δύσκολο να κατανοηθεί  η συμμαχία τακτικής των Ηνωμένων Πολιτειών με τον κουρδικό λαό στον πόλεμο της Συρίας. Και εύλογο είναι το ερώτημα,  όχι τόσο πώς μπορεί  ένα απελευθερωτικό κίνημα να επιλεχτεί για τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς σήμερα,  αλλά γιατί αυτό ανταποκρίθηκε, όταν τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων, ανεξάρτητα από το πού εδρεύουν, είναι διαμετρικά αντίθετα με εκείνα των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών.  Και βέβαια πολλές από τις δυτικές αναλύσεις γι’ αυτό τα θέμα  μοιάζει να  προέρχονται από προσεγγίσεις με μικρή κατανόηση για την απελπισία των  ανθρώπων,  τη δυναμική που επικρατεί αλλά και τις λίγες  γνώσεις σχετικά με το παρελθόν και την κοινωνία της Μέσης Ανατολής.
               Τα σημερινά εθνικά σύνορα της Μέσης Ανατολής, μέσα στα οποία οι Κούρδοι φιλοδοξούν να εδραιώσουν την αυτονομία τους, είναι μια κληρονομιά των ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων των δυτικών αποικιακών δυνάμεων κατά τη διάρκεια και μετά τον Α 'Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διαίρεση της γης και του πληθυσμού, με τον κατακερματισμό και του αγώνα του, δίνουν ένα πολύ ξεχωριστό χαρακτήρα στο κουρδικό ζήτημα, αναστέλλοντας σε μεγάλο βαθμό τη δημιουργία ενός ενωμένου κουρδικού πολιτικού μετώπου ενάντια στους εχθρούς τους και κάνοντας τα κουρδικά κινήματα πιο ευάλωτα στις επιθέσεις των αντίστοιχων εθνικών κρατών εντός των οποίων λειτουργούν. Εξάλλου μετά  τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μερικοί από τους ηγέτες τους ευνόησαν συμμαχίες με κάποιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παρά με εκείνες με τους γείτονές τους. Τέτοιοι ηγέτες - και οι οικογένειες που συνδέονται με αυτές - έχουν μετατραπεί σε ένα είδος μπαλαντέρ για τους ιμπεριαλιστές, για να αναδιατάσσουν τη Μέση Ανατολή.
Επομένως, με τους Κούρδους  η κατάσταση είναι περίπλοκη, γιατί δεν μπορεί να θεωρηθούν μια τυπική περίπτωση αποικισμού / ξένης παρέμβασης όπου εμπλέκεται άμεσα μια δυτική ιμπεριαλιστική χώρα. Ακόμα χειρότερα, η ίδια η αντιπαράθεση των Κούρδων με τα κράτη του Τρίτου Κόσμου ενισχύει την ιδέα ότι το κουρδικό ζήτημα είναι το ίδιο προϊόν δυτικού ιμπεριαλισμού, να υπονομεύσει τη σταθερότητα των λεγόμενων αντιιμπεριαλιστικών κρατών στη Μέση Ανατολή.  
Σε κάθε στάδιο του αγώνα των λαών, τα κυριότερα βήματα προς τα εμπρός, και του   κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος, γίνονται στη βάση του επαναστατικού και ταξικού κινήματος των μαζών και όχι της συνεργασίας με τους ιμπεριαλιστές. Στην πραγματικότητα  μόνο στο επαναστατικό δυναμικό του κουρδικού λαού μπορεί να βασιστεί ο αγώνας και όχι σε ελιγμούς μεταξύ μιας ιμπεριαλιστικής εξουσίας μετά την άλλη που κάποιοι ηγέτες τους επιλέγουν.  Γιατί βέβαια  δεν υπάρχει τίποτα κακό με ένα απελευθερωτικό  κίνημα να  εκμεταλλεύεται τις διαιρέσεις μεταξύ των ιμπεριαλιστών,  αλλά είναι θανατηφόρο λάθος να βασιστεί σε αυτές τις δυνάμεις  και να τις προσκαλέσει σε βοήθεια.  Αυτά είναι οδυνηρά μαθήματα που όχι μόνο οι κούρδοι, αλλά και όλοι οι καταπιεσμένοι λαοί  μαθαίνουν με τον σκληρότερο δυνατό τρόπο.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

ΚΟΜΠΑΣΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Με απελάσεις ρώσων διπλωματών, με σκληρές ανακοινώσεις για τη Ρωσία πως  «πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας» του υπουργείου εξωτερικών μοιάζει η κυβέρνηση όχι απλώς να ευθυγραμμίζεται με τις επιλογές της πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά να καταβάλλει προσπάθειες για διευκόλυνση επίλυσης ζητημάτων που αποτελούν προτεραιότητες στην περιοχή μας για τις ΗΠΑ. Η εξασφάλιση στις ΗΠΑ ισχυρής Νατοϊκής παρουσίας στα Βαλκάνια έχει γίνει ο κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η πλήρης σύμπλευση της κυβέρνησής μας  με τις ΗΠΑ αποτυπώνεται και στην αναβάθμιση  των σχέσεων με το Ισραήλ. Και σ’ όλες αυτές τις κινήσεις αφήνεται να διαφανεί  από την κυβέρνηση η ύπαρξη κάποιου σχεδιασμού που δικαιολογώντας αυτές τις πολιτικές επιλογές θα μας πείσει για την ορθότητά τους στη διαφημιζόμενη εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος.
                Κι όλο και πιο απειλητική μοιάζει η κατάσταση στη γειτονιά μας. Η αστάθεια αυξάνεται, κι αν οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα την ηγεμονία στρατιωτικά αυτό δε σημαίνει πως η Ρωσία με το πυρηνικό της οπλοστάσιο δε συνεχίζει να παραμένει μείζονα διπλωματική δύναμη που το μέγεθος του πληθυσμού της και οι φυσικοί της πόροι δεν της εξασφαλίζουν οικονομική ανάπτυξη. Οι ανταγωνισμοί τους λοιπόν στη γειτονιά μας που δημιουργούν ρευστές και λιγότερο προβλέψιμες συνθήκες κάνουν δυσδιάκριτους το ρόλο και τη σημασία παραγόντων που μπορεί να φαίνονται ευνοϊκοί για την κυρίαρχη πολιτική της χώρας μας, που ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον.  Μοιάζει τα νέα μοντέλα  συμμαχιών που προκύπτουν, Τουρκίας και Ρωσίας, να  προκαλούν αντιπαλότητες μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας στην προσπάθεια της χώρας μας να ηγηθεί των νατοϊκών συμφερόντων στην περιοχή μας. Κι ενώ έχει φανεί πως τα τελευταία χρόνια ακόμα και μεγάλα κράτη δεν μπορεί παρά να λειτουργούν μέσα σ’ ένα δίκτυο διασύνδεσης και αλληλεξάρτησης που επηρεάζει τη δυνατότητά τους για αυτόνομη δράση, ο έλληνας υπουργός εξωτερικών Ν. Κοτζιάς με κομπασμό και φρασεολογία εφήβου δηλώνει πως πέρασε η εποχή που «θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα». Και για να το υποστηρίξει  προειδοποιεί τη Ρωσία πως δεν ««μπορεί να αγνοήσει τα εθνικά συμφέροντα άλλου  κράτους επειδή αισθάνεται ότι είναι ισχυρότερη». Σ΄ έναν πόλεμο λέξεων η Αθήνα βρυχάται περισσότερο για να την ακούσει η Ουάσιγκτον και να εκτιμήσει τις προσπάθειες που κάνει για να εμποδίσει  ενέργειες της Ρωσίας να ανατρέψει την επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια,  παρά γιατί πιστεύει πως θα φοβίσει τη Μόσχα.
                Οι κυρίαρχες τάξεις όλων των χωρών μπαίνοντας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν τα κράτη τους για άσκηση αυτής της πολιτικής που τους συμφέρει, πάντα με επίκληση του εθνικού συμφέροντος. Με την  ενσωμάτωσή τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα γυρεύουν να λύσουν τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης με  μεγαλύτερη διείσδυση στις γύρω περιοχές επιδιώκοντας οικονομική επέκταση κατά το δυνατό σε βάρος των άμεσων ανταγωνιστών, αλλά και αύξηση της έντασης  εκμετάλλευσης των εργαζομένων όπου γης.  Κι έτσι η άρχουσα τάξη παγκόσμια είναι συγχρόνως και  ενιαία και διασπασμένη. Ενιαία με ταυτόσημη πολιτική απέναντι στους εργαζόμενους και τις διεκδικήσεις τους και διασπασμένη από τις διαφορετικές θέσεις που καταλαμβάνουν τμήματά της στην πυραμίδα της παγκόσμιας οικονομίας. Κι αν η απελευθέρωση εντάσεων και συγκρούσεων από την  οικονομική εκμετάλλευση των εργαζομένων για να μην προκαλεί μεγάλες πιέσεις ευνοείται από τον κυρίαρχο λόγο να λοξοδρομεί παίρνοντας τη μορφή εθνικών αιτημάτων, συγχρόνως όμως,  όταν χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί η βία μεταξύ κρατών, τότε το βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης της πατρίδας εμπλέκει τους λαούς στους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών.
             Και η δική μας κυρίαρχη τάξη  συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς,  στην τωρινή συγκυρία μέσω της πολιτικής της εκπροσώπησης με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοιάζει να επιλέγει την απόλυτη σύμπλευση με τις ΗΠΑ, με πολιτικές που φαίνεται πως δεν λαμβάνουν υπόψη την αστάθεια στόχων, που άλλοτε επικαλύπτονται και αλληλοσυνδέονται κι άλλοτε φαίνονται αντιφατικοί και αντίθετοι  και οδηγούν σε ανακατατάξεις συμμαχιών.  Ολοκληρώνοντας η κυβέρνηση  το πρόγραμμα  της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης,  που πριν οκτώ χρόνια ξεκίνησε με πρόσχημα το ξεπέρασμα της  οικονομικής κρίσης,  φιλοδοξεί με συμμαχίες και συγκρούσεις  να εξασφαλιστεί στο διεθνή ανταγωνισμό το εγχώριο κεφάλαιο.   Γι’ αυτό το λόγο  και επιδιώκει μέσω της απόλυτης πρόσδεσής της  στο άρμα των ΗΠΑ να μετατραπεί το ελληνικό κράτος  σε περιφερειακή δύναμη που ελέγχει την περιοχή του.
                Κι αν η  διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας έχει πυροδοτήσει αγώνες για κοινωνική απελευθέρωση και ανάπτυξη  των υποτελών τάξεων με βάση τις προτεραιότητές τους, η επίκλησή τους από τις κυρίαρχες τάξεις  δεν γίνεται παρά για να μεταμφιέσουν τα ταξικά τους συμφέροντα  σε εθνικά παρασύροντας στους σχεδιασμούς της τους λαούς των χωρών τους.

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ


Η Τουρκία κατέλαβε το Αφρίν στη ΒΔ Συρία που εκκενώθηκε από τους κατοίκους κι εγκαταλείφθηκε από τους Κούρδους μαχητές του, η Τουρκία αντιπαρατίθεται με τη χώρα μας  στο ζήτημα της Κυπριακής ΑΟΖ και των ερευνών για ανακάλυψη κι εξόρυξη  υδρογονανθράκων, η Τουρκία προφυλακίζει  στα σύνορα στον Έβρο έλληνες στρατιωτικούς που αποπροσανατολίστηκαν και μπήκαν σε τούρκικο έδαφος –και συνεχίζει ένας ακόμα γύρος  από παζαρέματα και απειλές, ανταλλάγματα και πιέσεις, οξύνσεις και προσεγγίσεις, και πώς να βολευτούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ κι από κοντά, εκτός των άλλων,  και  το αλληλοεξαρτώμενο μικρομέγαλο δίδυμο Ελλάδας και Τουρκίας. 
               Και ξανά οι ανταγωνισμοί και τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα  σ’ ένα περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης  οικονομίας   παίρνουν τη μορφή ανταγωνισμών ανάμεσα σε εθνικά κράτη και υπάρχει ο κίνδυνος να παρασύρουν λαούς σε πολεμικές συγκρούσεις. Και πάλι θα είναι βασικό επιχείρημα η υπεράσπιση της  πατρίδας απέναντι σε κάποιαν άλλη πατρίδα, κι έτσι να δικαιολογούνται βία και εγκλήματα που θα συμβαίνουν. Αλλά όμως και  πολλοί  προβληματισμοί για τη στάση των εργατικών και λαϊκών τάξεων σε τέτοια περίπτωση μοιάζει να κινούνται σ’ ένα δημαγωγικό αντιιμπεριαλισμό που αποφεύγει ν’ αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη κατάσταση.  Γιατί αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη είναι πως ο εθνικισμός προσαρμοζόμενος και μεταβαλλόμενος στις νέες κάθε φορά συνθήκες συγχωνεύεται με τον πατριωτισμό, την αγάπη και αφοσίωση στην πατρίδα, την επιθυμία υπηρέτησης των συμφερόντων της με συγκεκριμένες πράξεις, δίνοντας  απαντήσεις σε ερωτήματα ταυτότητας και καλλιεργώντας το αίσθημα της κοινότητας και του ανήκειν σε κάτι διαρκές μέσα στο χρόνο, ιδιαίτερα στις λαϊκές μάζες.
               Ο πατριωτισμός είναι σίγουρα ένα ιστορικό φαινόμενο, του οποίου το περιεχόμενο  ποικίλει ανάλογα με την εποχή. Ήδη από την αρχαιότητα έχουν διαμορφωθεί στοιχεία πατριωτισμού με  τη μορφή της αφοσίωσης στην πατρική γη, τη γλώσσα και τις παραδόσεις. Στην ταξική βέβαια κοινωνία κάθε τάξη καθορίζει τη στάση της  απέναντι στην πατρίδα με βάση τα δικά της συμφέροντα. Στην εποχή ανόδου του καπιταλισμού και  του σχηματισμού των εθνοτήτων, όταν η αστική τάξη παραμερίζοντας το φεουδαρχικό στοιχείο έβαζε τέλος στην κατακερμάτιση σε φέουδα συγκεντρώνοντας  και ενοποιώντας τα έθνη, ο πατριωτισμός γινόταν αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης αποκτώντας ιδιαίτερη σημασία, με την αστική τάξη να παρουσιάζεται σαν ο μοναδικός εκπρόσωπος του έθνους. Όσο όμως οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνονται και η αστική τάξη κυρίαρχη πια παγιώνει την εξουσία της, ο πατριωτισμός δεν αντανακλά τα πανεθνικά στοιχεία, όπως συνέβαινε στην πάλη με τη φεουδαρχία, αλλά συγχωνεύεται  με τον εθνικισμό και σωβινισμό και καταλήγει στην εξυπηρέτηση, πάνω από τα συμφέροντα του λαού και της πατρίδας του, εκείνων του κεφαλαίου.
               Στο τέλος πατριώτες μένουν μόνο οι εργαζόμενοι, κι αυτοί στην ουσία αποτελούν το σύνολο του έθνους που αποδεικνύονται συνεπείς υπερασπιστές της εθνικής ανεξαρτησίας, ακόμα κι αν η άρχουσα τάξη τη χρησιμοποιεί σαν παγίδα για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Μόνο που επειδή στα  πατριωτικά ιδανικά περιλαμβάνεται η απελευθέρωση της πατρίδας από σκλαβιά, εκμετάλλευση και καταπίεση, γι’ αυτό  και ο αγώνας γι’ αυτά  μπορεί να διαμορφώνει και τη δυναμική  για διεκδίκηση των συνθηκών για  πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπων που εργάζονται και αγωνίζονται για την πατρίδα.
               Κι αν πολλοί στις θέσεις του ΚΚΕ διαβλέπουν απεμπόληση της  λενινιστικής θέσης που απαιτεί  σε περίπτωση πολέμου επιδίωξη της ήττας της χώρας του και μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε  εμφύλιο για την κατάργηση του αστικού καθεστώτος είναι γιατί παραβλέπουν την άλλη πολύ σημαντική θέση «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης».
  Γιατί αν  η συμμετοχή στο γαϊτανάκι των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων θεωρείται από την αστική τάξη της χώρας μας εθνικός στόχος, σίγουρα το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να δεχθεί πως η  εκπλήρωσή του πέφτει στην πλάτη του, χωρίς όμως εκ παραλλήλου ν’ αγωνιστεί για να μην υποστεί  τις συνέπειές  του. Μ’ ένα εργατικό κίνημα σε ύφεση, με το κομμουνιστικό όραμα απαξιωμένο σε ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων, η πατρίδα για άνεργους, ημιαπασχολούμενους, επισφαλείς εργαζόμενους είναι το οικείο, γνωστό  περιβάλλον που η κοινή γλώσσα και παράδοση  προσφέρει την αίσθηση της κοινότητας  στα όρια της οποίας  ο αγώνας μπορεί να πάρει συγκεκριμένη μορφή, να αντιπαρατεθεί  στα πλαίσιά της η εργατική τάξη στην τάξη των αστών. Η μετακίνηση μάλιστα των εργαζομένων στην καπιταλιστικά ενωμένη Ευρώπη, που μοιάζει ανάλγητη και ανεξέλεγκτη όταν δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης, κάνει την πατρίδα να φαντάζει σαν το μόνο καταφύγιο  στη ζωή τους, ακόμα κι αν το αστικό κράτος της πατρίδας τους δεν λειτουργεί παρά σαν μηχανισμός καταπίεσής τους.
Κι αν λοιπόν «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», όμως «καθώς το προλεταριάτο, προκειμένου να καταλάβει την πολιτική εξουσία, είναι υποχρεωμένο  να οργανωθεί σε εθνική τάξη και να συγκροτηθεί και το ίδιο  ως έθνος, διατηρεί στην αρχή κατ’ ανάγκη τον εθνικό χαρακτήρα του, αν και επ’ ουδενί με την έννοια που δίνει  στον όρο η αστική τάξη
Όταν λοιπόν φλέγεται για χρόνια η γειτονική μας περιοχή στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών  και αυξάνονται επεισόδια επίδειξης ισχύος Ελλάδας με την Τουρκία,  τα οποία δεν μοιάζουν απλώς συγκυριακά, εύλογο είναι ν’ αναρωτιέται κανείς μήπως η καπιταλιστική στρατηγική αναζητήσει διέξοδο  σ’ έναν πόλεμο και στην περιοχή μας. Και τότε όλες αυτές οι ιδέες για έθνος, πατρίδα, υπεράσπιση συνόρων δεν θα προμηθεύουν απλώς προβληματισμούς για ευχαρίστηση της μεγαλόψυχης και άνετης διανόησης που δεν ριψοκινδυνεύει τίποτε, αλλά θα  επιβάλλουν αποφάσεις ζωής ή θανάτου.
Με τη  θέση του ΚΚΕ όπως αποτυπώνεται στο πρόγραμμά του «...σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής - λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας» δεν απεμπολείται ούτε ο διεθνιστικός  και ταξικός του χαρακτήρας, αλλά παίρνοντας την πρωτοβουλία «της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής - λαϊκής πάλης» σ’ έναν εθνικό αγώνα  αντίστασης να κατορθώσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού που θα παλέψει για τη δική του απελευθέρωση από τα καπιταλιστικά δεσμά.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ



Και εκτός από την τροπολογία, προσωρινά σε …απόσυρση, για περιστολή του δικαιώματος της απεργίας, εκτός από τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, μας προέκυψε και η επίσκεψη Ρ. Ερντογάν, αφορμή για απορίες και για υπενθύμιση της άγνοιάς μας σχετικά με τους σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή μας, όπου η Παλαιστίνη  πάλι φλέγεται μετά την ανακοίνωση του Ντ. Τραμπ για αναγνώριση της Ιερουσαλήμ σαν πρωτεύουσας του Ισραήλ.
               Καμιά κρίση στο κυπριακό, καμιά όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού δεν γίνεται στο κενό. Κάθε αντιπαλότητα και σύγκρουση καθορίζεται  από το συγκεκριμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο οι κάθε φορά αντίπαλοι  ζούν και αναπτύσσονται. Αν αναφερθεί κανείς στις διαμάχες Ελλάδας και Τουρκίας χωρίς να πάρει υπόψη του  τις αλλαγές μέσα στις ίδιες τις χώρες και τις συνδέσεις τους με το διεθνές τους περιβάλλον πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει σε ρατσιστικές απόψεις – για την αιώνια ελληνική φυλή και τους αγώνες της ενάντια στους βαρβάρους.  Γι’ αυτό και χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της διαμάχης που να είναι ιστορικά προσδιορισμένη σε κάθε περίοδο, εξετάζοντας συγχρόνως  και τις αλλαγές στις κοινωνική δομή  των δυο χωρών και  τη σύνδεσή τους με τη δυναμική του διεθνούς περίγυρου. Κι αν πίσω από τις διαμάχες αυτές κρύβονται ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, είναι εξίσου σημαντικό πως η κυρίαρχη τάξη σε Ελλάδα και Τουρκία ανταγωνιστικά  διεκδικούν το ρόλο του πιο σημαντικού κράτους  σε μια από τις πιο δύσκολες περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει, ακόμα κι αν ο τούρκικος επεκτατισμός υποκινείται -τουλάχιστο μέχρι πρόσφατα- ή ενθαρρύνεται  από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, ότι  η ελληνική αντίσταση στα ιμπεριαλιστικά σχέδια  περνά από την Άγκυρα ούτε και ότι ο  αντιτούρκικος σωβινισμός μ’ αυτόν τον τρόπο φορά προοδευτικό μανδύα. Ο αγώνας δρόμου ανάμεσα στον τούρκικο και ελληνικό καπιταλισμό  για την ανάδειξή τους σε ηγεμονική τοπική δύναμη στην περιοχή καθορίζει παζαρέματα, απειλές, ανταλλάγματα, οξύνσεις, πιέσεις και προσεγγίσεις για να βολευτούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. 
Κι αν ξορκίζεται ο αντιιμπεριαλισμός, κι αν έχουμε φτάσει μαζί με την κυρίαρχη εξουσία και μεγάλο μέρος του πληθυσμού να διεκδικούμε μεγαλύτερη ενσωμάτωση στη διεθνή οικονομία, είναι όμως που  απομονώνουμε κάθε φορά το πρόβλημα που παρουσιάζεται για να φουντώνει ο εθνικισμός, ώστε πρόθυμα να συγκρουστούμε με κάθε ανταγωνιστή που μπαίνει εμπόδιο σ’ αυτήν τη διαδικασία. Οι εγχώριοι καπιταλιστές μας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν ένα κράτος με προσανατολισμό τη διεθνή οικονομία που μπορεί να εξασφαλίσει με διάφορα μέτρα, οικονομικά, πολιτικά ιδεολογικά, ακόμα και στρατιωτικά, τη στήριξη του εγχώριου κεφαλαίου στη συμμετοχή του στον διεθνή ανταγωνισμό εξισορροπώντας τις  αντιθέσεις που υπάρχουν.  Για να επιτευχθεί αυτή η πολιτική,  προϋπόθεση είναι  η σχέση του συγκεκριμένου κράτους με τη γύρω περιοχή, ποιος θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για την εκπλήρωση των σχεδίων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Γι’  αυτό και ο ανταγωνισμός με την Τουρκία της Ελλάδας. Η κυρίαρχη τάξη στην Τουρκία προσπαθώντας να αναβαθμίσει το ρόλο της στη Μ. Ανατολή και να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού κράτους συσφίγγει τις  σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται πια να συσφίγγει τις σχέσεις  με το Ισραήλ συμπλέοντας με το …μεγάλο μας σύμμαχο τις ΗΠΑ. Και οι απορίες παραμένουν.                                  
               Κι είναι αλήθεια πως η εθνική ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα μπορούσε να είναι πάλη ενάντια σε εδαφικές προσαρτήσεις και σε βλέψεις ελέγχου των ιμπεριαλιστών, ακόμα να είναι  πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση των καταπιεσμένων αλλά και αγώνας  για επίτευξη μιας κοινωνικής ανάπτυξης με βάση τις προτεραιότητες των αναγκών του λαού και όχι των ιμπεριαλιστών. Γι’ αυτό και  ο εθνικισμός της μεταπολίτευσης φαινόταν  περισσότερο σαν αντιμπεριαλιστική ιδεολογία και είχε μέσα του και στοιχεία ανατρεπτικά ακόμα και αντικαπιταλιστικά, παρόλο που κινδύνευαν να χαθούν στις βασικές μετωπικές επιλογές. Τώρα πια όμως ξεκάθαρα και  ο εθνικισμός  δεν είναι παρά μια άλλη μορφή ταύτισης με την κρατική εξουσία σε όλες τις επιλογές της, στους εξοπλισμούς και ανταγωνισμούς με άλλα κράτη για τον έλεγχο της περιοχής και για την καλύτερη εξυπηρέτηση ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που ευνοούν τα συμφέροντα της ντόπιας κυρίαρχης τάξης. Αλλά και η  παγκοσμιοποίηση και η αλληλεξάρτηση της οικονομίας των διαφόρων χωρών οδηγεί στην όλο και περισσότερο σύσφιγξη σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων. Σε μια τέτοια περίοδο όπου όλοι εξαρτώνται από όλους οι διεθνείς ανταγωνισμοί βρίσκονται σε παροξυσμό. Αυτό σημαίνει πως οι τοπικοί πόλεμοι που είναι   προνομιακό πεδίο των ιμπεριαλισμών μπορεί να γίνουν και επιλογή και τρόπος λύσης των διαφορών  κάθε κράτους που βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική αλυσίδα με την ευγενική χορηγία των μεγάλων ιμπεριαλιστών. 
               Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι ένα δίδυμο που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην περιοχή, που εκφράζεται με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, ενώ προσπαθούν και οι δυο να εμπορευτούν  τη στρατηγική σημασία τους, σ’ έναν αγώνα δρόμου για την εξασφάλιση της συγκριτικά ανώτερης  στρατιωτικής τους σημασίας. Διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία όχι μόνο στρατιωτικά  αλλά και οικονομικά, με πεδίο δράσης τους που συμπίπτει όχι μόνο τα Βαλκάνια αλλά και τη Μ. Ανατολή.  Η διπλωματία τους συγκρούεται  στις αυλές των ισχυρών της Δύσης, ενώ οι στόχοι τους ξεπερνούν κατά πολύ  την συνοριακή ή εδαφική  διευθέτηση και αποβλέπουν  σε δυνατότητες πέρα από την  οικονομική διείσδυση και στη διπλωματική υπεροχή στην περιοχή που εξασφαλίζει πρωτοκαθεδρία στην άρχουσα τάξη τους. Η ελληνοτουρκική διαμάχη  δεν μπορεί να αναχθεί σε υπόθεση  μόνο εδαφικού επεκτατισμού. Αντίθετα οι διεκδικήσεις έχουν σαν στόχο αυξημένη επιρροή και στρατηγική υπεροχή για την ανάδειξη της μιας ή άλλης χώρας σε πιο δυνατό παίκτη της περιοχής. Από κεί και πέρα δεν αλλάζει το χαρακτήρα της σύγκρουσης, ποιος είναι επιθετικός ή αμυντικός, ποιος καλύπτει  τις διεκδικήσεις του με ιστορικά επιχειρήματα. Και οι φόβοι για εμπλοκή σε τοπικές συρράξεις δεν κοπάζουν.
               Μέσα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον τα μικρότερα κράτη, στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τις αντιφατικές πιέσεις που δέχονται από τους μεγάλους, αλλά και την αρπακτικότητά τους απέναντι στους ανταγωνιστές της ίδιας ή κατώτερης κατηγορίας, χαράσσουν μια πολιτική που μοιάζει πολυδιάστατη ή και αντιφατική. Το γαϊτανάκι για ανταλλάγματα που διεκδικεί κάθε πλευρά πριν δώσει τη συγκατάθεσή της για το επόμενο βήμα βάζει όμως στο παιχνίδι και τους λαούς. Γι’ αυτό, κι αν απ’ όλα αυτά η εργατική τάξη δεν έχει να κερδίσει τίποτε, κι αν το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιπαραθέσει τη δικιά του ταξική αλληλεγγύη δεν μπορεί όμως να αδιαφορήσει για τις πολεμοχαρείς  κραυγές και τα ανταλλάγματα των καπιταλιστών που καθορίζουν και το ίδιο.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΠΕΙΛΕΣ


Κι αν ομογενοποιειται η σκέψη μας και ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη είναι και γιατί ή πληροφόρηση δέσμια στο μεγαλύτερο μέρος διεθνών πρακτορείων που διοχετεύουν διεθνείς ειδήσεις έλεγχοντας τη ροή τους με συγκεκριμένους στόχους, κατευθύνει τη σκέψη μας. Κι αν χαθήκαμε ανάμεσα σε τρομοκρατικές ενέργειες που σ' αυτή την χρονική περίοδο η ISIS πρόθυμα τις χρεώνεται όλες και σε πραξικοπήματα στη γειτονιά μας που μοιάζουν παρωχημένης εποχής, είναι γιατί συρρικνώνεται η σημασία τους σε επίπεδο γρίφων για τον υποκινητή, το στόχο, τις αιτίες κλπ. Κι αν κονιορτοποιειται η λογική μας από γεγονότα που μοιάζουν ασύνδετα, ενέργειες που φαίνονται αντιφατικές, ερμηνείες που εντυπωσιάζουν με την απλοϊκότητα ή την πολυπλοκότητα του, είναι γιατί δεν αναγνωρίζονται πλέον βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις των δομών της αγοράς και της καπιταλιστικής οργάνωσης. Και η επιλογή που προσφέρεται είναι μεταξύ νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της ρυθμισμένης, και όχι μεταξύ παγκόσμιου καπιταλισμού και σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.
              Εντάσσουμε τα γεγονότα μέσα σε μία παγκόσμια τάξη που πιστεύουμε, ουσιαστικά σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία, πως βασίζεται στην κοινή αποδοχή διεθνών κανόνων και μέτρων ηθικής. Σ' αυτή την παγκόσμια τάξη η  υπόσχεση είναι ότι θα αναγνωρίζεται ως κεντρική η ανάγκη ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών, αποφυγής της επιθετικότητας και του επεκτατισμού, εξασφάλισης της νομιμότητας στη διακυβέρνηση με σεβασμό στις επιλογές του εκλογικού σώματος και διασφάλισης της δίκαιης μεταχείρισης όλων των πληθυσμών μέσω του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και αποσυνδέοντας έτσι την επιδιωκόμενη παγκόσμια τάξη από τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και τον ιμπεριαλισμό οι συλλογισμοί μας χωλαινουν, ή ερμηνεία της πραγματικότητας καταλήγει ταινία μυστηρίου.
              Και καταλήγουμε, με την απόλυτη κυριαρχία αντιλήψεων για ερμηνεία της πραγματικότητας οπου εξοβελίζεται η αντιπαλότητα των κοινωνικών τάξεων και η ερμηνεία της ιστορίας με βάση τους υλικούς όρους παραγωγής, να είμαστε επιρρεπείς στην υιοθέτηση ερμηνειών για κατανόηση των γεγονότων που επικεντρώνονται στην ηθική, καλή θέληση, προσωπικές επιλογές κλπ. Και να πιστεύουμε πως η θέση μας πάνω στην πολιτική κατάσταση γίνεται απέξω, από ουδέτερη θέση, δηλ. από το πουθενά κι είναι αυτό που ονομάζουμε αντικειμενικότητα.
            Σε πλήρη λοιπόν σύγχυση, με την πραγματικότητα να επανεμφανίζεται σαν αντικατοπτρισμός των εννοιών δημοκρατία, ισότητα, ελεύθερη πληροφόρηση, επιλογή, ανταγωνισμός, επιδοκιμάζουμε την αποτυχία πραξικοπήματος στην Τουρκια, είναι η νομιμότητά που αντλείται από την εκλογική διαδικασία, την ίδια στιγμή που η αμηχανία μας για τη μορφή της δημοκρατίας της γείτονος χώρας επιρρίπτει όλες τις ευθύνες για τα λυντσαρισματα, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού κλπ. στην αυταρχικότητα του Ερντογαν, δηλ. μόνο στις προσωπικές επιλογές ενός ηγέτη. Αποδεχόμενοι ως αυτονόητο δεδομένο την κυριαρχία του καπιταλισμού βρισκόμαστε σε αδυναμία ακόμα και να ασκήσουμε κριτική σ' αυτόν.
             Όπως στο θέμα της Κυπρου περιορισαμε την επιρριψη ευθυνών για την εισβολή στο στρατόκρατούμενο καθεστώς της Αθηνας και τους αιώνιους εχθρούς τους Τούρκους, περιθωριοποιωντας με τα χρόνια το ρόλο των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, έτσι και τώρα επίκεντρο των γεγονότων στην Τουρκια γίνεται ο Ερντογαν, ενώ το ΝΑΤΟ, που ανήκει ο στρατός της Τουρκια, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να θεωρείται εγγυητής της ασφάλειάς μας. Δεν κλήθηκε από την κυβέρνηση μας για προστασία με από τις προσφυγικές ροές;
          Με το σύμφωνο του Ατλαντικού όμως ελέγχονται οι ένοπλες δυνάμεις των χωρών που συμμετέχουν σ' αυτό, και κατα συνέπεια η οικονομία τους, συμμετέχοντας σ' ένα μηχανισμό που δίνει τη δυνατότητα ανάληψης συντονισμένης δράσης και επιβολής ιμπεριαλιστικων σχεδίων. Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε πως με το ΝΑΤΟ στο στρατιωτικό τομέα επέβαλλαν την παγκόσμια ηγεσία τους οι ΗΠΑ εκμεταλλευόμενες κυρίως το φόβο της κοινωνικής επανάστασης που δοκίμασαν οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης και ιδρύθηκε ακριβώς για τη διασφάλιση στρατιωτικής υπεροχής έναντι της ΕΣΣΔ. Και συνεχίζει και μετά τη διαλυση της ΕΣΣΔ το ΝΑΤΟ να χρησιμοποιείται ως όχημα για την προώθηση ιμπεριαλιστικων σχεδιασμών που επειδή εκδηλώνονται μέσα από ένα σύμπλεγμα διαδικασιών άλλοτε επικαλυπτόμενων και αλληλένδετων κι άλλοτε αντιφατικών και αντίθετων αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε. Το θεωρητικό και πολιτικό οπλοστάσιο του ιμπεριαλισμού μπέρδευει μύθο και πραγματικότητα, οδηγώντας μας στον αφανισμό μας.
          Στη χώρα μας ή θερινή ραστωνη δεν μειώνει τις απειλές που αποκτούν πια μορφή συγκεκριμένη και ολοένα πιο φοβερή. Από τα ξεπουληματα δημόσιας περιουσίας με πλήρη απαξίωση του κοινοβουλίου και τις πτωχεύσεις εταιρειών που έχουν αυθυπαρκτη υπόσταση, ανεξάρτητη από τους ιδιοκτήτες τους αλλά με τους εργαζόμενους τους σε πλήρη εξάρτηση από αυτές, μέχρι τα αποτυχημένα πραξικοπήματα και τις τρομοκρατικές επιθέσεις που δίνουν την ευκαιρία για κήρυξη έκτακτης ανάγκης ο καπιταλισμός γίνεται όλο και πιο σκληρός, τα ιμπεριαλιστικα σχέδια όλο και πιο απειλητικά.
            Κι απομένει μόνο ή πάλη των εργαζομένων για ν' ανατραπουν όλα αυτά. Κι αν η μοιρολατρία μας πως δεν υπάρχει οδός διαφυγής περιορίζει αυτούς τους αγώνες, ίσως ή απειλή πια για την ίδια την ύπαρξή μας, ή ανάγκη για επιβίωση μας κινητοποιήσει. Προς ποια κατεύθυνση όμως;
             Γι' αυτό δεν είναι καθόλου αθώα η ολη προσπάθεια για απαξίωση του κομμουνιστικου λόγου, για να μην υπάρξει συντονισμένη, οργανωμένα στοχευμένη στο μετασχηματισμό της κοινωνίας δράση των εργαζομένων.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

ΠΑΡΑΤΑΙΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ



Νεκροί 282 ανθρακωρύχοι κι άλλοι 90 αγνοούμενοι στην Τουρκία και ο πρωθυπουργός της Ρ. Ερντογάν, στην προσπάθειά του να αποσείσει τις ευθύνες  της κυβέρνησης του για το δυστύχημα, δηλώνει ότι «αυτά είναι συνηθισμένα πράγματα», σαν συμπέρασμα της αναδρομής του στα αντίστοιχα δυστυχήματα της Βρετανίας και Αμερικής τον προηγούμενο αιώνα.  Και μέσα στις  τραγικές εικόνες  που μεταδίδονται από τα ΜΜΕ με την αγανάκτηση των πονεμένων συγγενών  βλέπεις κι εκείνη του διασωθέντα ανθρακωρύχου που μπαίνοντας στο ασθενοφόρο ρωτά αν θα πρέπει να βγάλει τις μπότες του για να μη λερώσει το φορείο. Δεν ξεχωρίζει το πρόσωπο του ανθρακωρύχου και τα λόγια του διαβάζονται μεταφρασμένα, όμως δεν μπορείς να μην εκπλαγείς από τη διστακτικότητα μιας ευγένειας  που μοιάζει παράταιρη στην τραγικότητα της κατάστασης.
               Πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς για την ταπεινότητα ή την ευγένεια του συγκεκριμένου ανθρώπου και τον τρόπο που την εκδήλωσε. Συγχρόνως όμως κάποιος δεν μπορεί να μη συλλογιστεί πως η κοινωνική μας ύπαρξη είναι πηγή όλης της συνείδησης και των ιδεών μας και οι τρόποι ζωής μας συμφωνούν με παραδεγμένους και γενικούς τρόπους συμπεριφοράς, χωρίς να παραβλέπονται βέβαια και τα ατομικά χαρακτηριστικά. Γι’  αυτό αυτή η ευγένεια μπορεί να πάρει στο μυαλό μας άλλες διαστάσεις, να γίνει αφετηρία για άλλες σκέψεις.  Για τον εργάτη που ακόμα και σ’  αυτές τις περιστάσεις ζωής και θανάτου νιώθει πως τα αντικείμενα αξίζουν περισσότερο από τον ίδιο. Για τις ανθρώπινες σχέσεις που εκφράζονται με βάση την αγορά και την πώληση εμπορευμάτων και έτσι αποτιμάται και η εργατική δύναμη, με εργάτες που ακόμα κι όταν πουλάν τη δουλειά τους να μην εκτιμούνται σαν άνθρωποι παραπάνω από τα προϊόντα που παράγουν.  Για τις κοινωνίες της εκμετάλλευσης, όπου η παιδεία, η θρησκεία, η δημιουργία ηθικών αντιδράσεων κληρονομήσιμων μάλιστα, η παραδειγματική συμπεριφορά εργατών επιδοκιμαζόμενων από τους εργοδότες, η ενθάρρυνση της αγάπης για την τάξη και τη φρονιμάδα, η υιοθέτηση κανόνων συμπεριφοράς που υποβάλλουν  μορφές σεβασμού προς την  καθεστηκυία τάξη  δημιουργούν γύρω από τον εκμεταλλευόμενο μια ατμόσφαιρα υποταγής και ταπεινότητας. Και βέβαια πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς και για τη δήλωση του Ρετζεπ Ταγίπ Ερντογάν. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης που η εξουσία θέλει να στηρίζεται στη συναίνεση  ο λόγος χρησιμοποιείται για να την πετύχει  με λεκτικές κατασκευές που συγκαλύπτουν, αποσιωπούν, παραπλανούν. Η αλαζονεία του τούρκου πρωθυπουργού και η πεποίθησή του για τη δύναμη της εξουσίας του κάνει το λόγο του να ξεπερνά τα όρια  του «ορθού πολιτικού λόγου», να γίνεται κυνικός, εκθέτοντας και επιδεικνύοντας τη δύναμη της εξουσίας, αδιαφορώντας για την κάλυψη της αναλγησίας.
               Η μεγάλη τραγωδία στην Τουρκία δείχνει χωρίς  διάφορες διαμεσολαβήσεις  τον μανιχαϊστικό κόσμο που ζούμε, την κοινωνία την κομμένη στα δυο όπου οι ανισότητες, η πελώρια διαφορά των τρόπων ζωής δεν καταφέρνουν ποτέ να καλύψουν τις ανθρώπινες ανάγκες. Αυτή η εικόνα που μεταδίδουν τα ΜΜΕ από το φοβερό δυστύχημα στις στοές είναι η εικόνα  μιας εργατικής τάξης που δεν υπάρχει μόνο στην Τουρκία αλλά και σε κάθε καπιταλιστική χώρα της δύσης  και ιδιαίτερα   στη δική μας, αν και η ένδειά της, αν όχι και η ύπαρξή της,  κρύβεται επιμελώς. Μέρες που είναι εκλογών στη χώρα μας οι προεκλογικές αντιπαλότητες των δυο βασικών μονομάχων περιορίζονται σε καταγγελίες, υποσχέσεις και ευφυολογήματα που τροφοδοτούν ελπίδες, αισιοδοξίες, φοβίες κι ανασφάλειες μικρομεσαίων αγνοώντας τη φτώχεια που εξαπλώνεται ταχύτατα σε όλο και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, την απέραντη δυστυχία μιας εργατικής τάξης που έχει καταρρεύσει οικονομικά και τροφοδοτεί την απελπισία της η επίμονη ανεργία.
               Τα πονεμένα πρόσωπα  ανθρακωρύχων σε άλλα ορυχεία  από την Τουρκία που απαντούσαν καταφατικά σε ερωτήσεις αν μετά απ’  αυτό το δυστύχημα θα συνέχιζαν να δουλεύουν, γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, είναι η εικόνα της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα. Μια εικόνα παράταιρη μ’ αυτήν της ανάπτυξης και της ευημερίας που διαφημίζεται ή εξαγγέλλεται και πρέπει να παραμένει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στα έγκατα της γης, στο σκοτάδι.  Έρχεται στο προσκήνιο μόνο όταν τη σκοτώνει το εκμεταλλευτικό σύστημα και βρίσκει την ευκαιρία εκφωνώντας επικήδειους να δείξει τη φιλανθρωπία του ή όταν συνειδητοποιώντας τη δύναμή της αγωνίζεται και διεκδικεί βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης της ή πιο σπάνια ανατροπή του συστήματος.  Οι εργάτες πάντα, και στις εποχές της ευημερίας στη Δύση,  αποτελούν εμπόρευμα, ενώ η καθοριστική δύναμη είναι η κίνηση των αγορών και σε καμιά περίπτωση η ανθρώπινη ευημερία, παρά τις διακηρύξεις του κυρίαρχου λόγου. Η ανθρώπινη ευημερία είναι αναγκαστικά, στην καλύτερη περίπτωση,  το υποπροϊόν μιας οικονομικής διαδικασίας όταν ευνοεί αυτό που  είναι η μοναδική κινητήρια  δύναμή της,  το κέρδος, το οποίο για να επιτευχθεί κατά κανόνα  υποβιβάζει τους εργαζόμενους σε εξαρτημένο παράγοντα της παραγωγής, παραδίνοντας τον άνθρωπο σ’ ένα μηχανισμό που τον καταστρέφει.
               Τόσα χρόνια με την κρίση μας συμβουλεύουν να ανεχτούμε όλα τα δεινά της γιατί η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος αναγκαστικά  συνεπάγεται σκληρότητες, παραλογισμούς πράγματα που μπορούν να φαίνονται αδικίες αλλά δεν είναι, γιατί τα κακά του καπιταλισμού θα απαλειφθούν μόλις ξεπεραστεί η κρίση.  Κι ενώ δεν διακρίνεται καμιά αναλαμπή φροντίδας για τις ανάγκες μιας εξαθλιωμένης εργατικής τάξης και στις προεκλογικές υποσχέσεις των μονομάχων, Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ, και στις ελεγχόμενες αποκαλύψεις εφημερίδων του εξωτερικού για τα παρασκήνια των διαβουλεύσεων σχετικά με  τη διαχείριση της κρίσης, πριν δυο ή τρία χρόνια, μοιάζει η πλειοψηφία να σκύβει το κεφάλι μπροστά στους κανόνες που μας επιβάλλονται και η χρησιμότητά τους έχει να κάνει μόνο με την επιβίωση ενός συστήματος που μας συνθλίβει.
               Οι τραγικές εικόνες από την Τουρκία δεν έρχονται από το παρελθόν, αλλά είναι σκηνές ενός μέλλοντος, του δικού μας, όσο δεν συνειδητοποιούμε τι συμβαίνει στην κοινωνία και σε μας και πιστεύουμε ότι υπάρχουν μόνο βάσανα που μας ξεπερνάν και υποσχέσεις με μικρές ελπίδες από εκείνους μας συνθλίβουν και δεν δραστηριοποιούμαστε να μεταβάλλουμε αυτόν τον κόσμο.
               Η φτώχεια και η εξαθλίωση  δεν εξηγείται σαν κάτι που υπάρχει στη φύση των πραγμάτων, αλλά σαν συνέπειες του καπιταλισμού. Το κάλεσμα για υπερψήφιση, και στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις, του ΚΚΕ σ’  αυτή τη βάση στηρίζεται. Σαν  ένα  πρώτο βήμα για μια ριζική μεταβολή της κοινωνικής πραγματικότητα ή έστω σαν ένα μήνυμα για την αντίθεσή μας στους οικονομικούς σχεδιασμούς που επιβάλλει η κυρίαρχη τάξη εξουθενώνοντάς μας. Εκτός αν πιστεύουμε ότι ανήκουμε σ’ αυτήν. Η μήπως αυτό …ελπίζουμε;