Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε.Ο 17 Νοέμβρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε.Ο 17 Νοέμβρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Εν μέσω πολέμων, αμφισβητούμενης της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής, προσδεμένης στο άρμα πρωτίστως των ΗΠΑ και του εγκληματικού κράτους του Ισραήλ,  η προ ημερών αποφυλάκιση και η μετέπειτα αναίρεσή της από τον Άρειο Πάγο του καταδικασθέντος ως επικεφαλής της επονομαζόμενης «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» Α. Γιωτόπουλου  την έφερε ξανά στο προσκήνιο. Και ήταν μια υπενθύμιση για τον αναλλοίωτο τρόπο άσκησης της πολιτικής των κυβερνήσεων μας ανεξαρτήτως των ηχηρών περί δημοκρατίας,  δικαιοσύνης, δικαιωμάτων. Όπως τότε έτσι και τώρα, αναλόγως των συγκυριών,  η  κυβέρνηση θεωρεί ότι εξασφαλίζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης που υπηρετεί όταν κατασκευάζει και υποδεικνύει εχθρούς που αποπροσανατολίζουν τις μάζες, για να μη διακρίνουν το πραγματικό κακό, το ίδιο το σύστημα του καπιταλισμού.
        Η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» έδρασε πάνω από 25 χρόνια με πλήθος δολοφονιών μέχρι την εξάρθρωσή της το 2002, μετά την τυχαία έκρηξη εκρηκτικού μηχανισμού στα χέρια ενός από τα μέλη της, του Σ. Ξηρού. Από την ελληνική δημοκρατία της εποχής εκείνης και τους θεσμούς της καταβλήθηκε προσπάθεια να τη διαχειριστούν ως ποινική υπόθεση, τα εγκλήματά της θεωρήθηκαν του κοινού ποινικού δικαίου, αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις που προέκυπταν από μια τέτοια αντιμετώπιση. Γιατί δηλώσεις πολιτικών και κομμάτων για απειλή της δημοκρατίας, επεμβάσεις ξένων, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, για εξάρθρωση της οργάνωσης, το πολιτικό περιεχόμενο των ερωτήσεων στο δικαστήριο ανέτρεπαν την όποια επιχειρηματολογία για την ποινική ταυτότητα της οργάνωσης.
          Η εξάρθρωση της οργάνωσης που αποκάλυψε την ταυτότητα των μελών της άφησε πολλά ερωτηματικά, τόσα ώστε το αίνιγμά της να παραμένει άλυτο, ενώ οι εικασίες και τα λογικά συμπεράσματα εκ των αποτελεσμάτων της δράσης της, της θεαματικής αποκάλυψης της και δίκης της να μοιάζουν περισσότερο ασφαλή. Ερωτηματικά για την αυθόρμητη παράδοση του Δ. Κουφοντίνα, αφού εξασφάλισε την απόκρυψη του ιστορικού 45αρι όπλου και της πρώτης γραφομηχανής που γράφονταν οι προκηρύξεις, για τα αναιμικά στοιχεία που στήριξαν την κατηγορία εναντίον του Γιωτόπουλου ως διαχρονικού ηγέτη της, για τη στάση των μελών μετά τη σύλληψή τους,  για τις  γενικόλογες, ανεπαρκείς και ανιστόρητες επιχειρηματολογίες σχετικά με  τους σκοπούς των δολοφονικών πράξεων των μελών της  προβληματίζουν τόσο για το ρόλο της οργάνωσης, όσο και για την ικανότητα των μελών της να διαφεύγουν επί ένα τέταρτο του αιώνα.
         Εμφανιζόμενη η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» μετά την πτώση της χούντας, το Δεκέμβρη του 1975, με τη δολοφονία του σταθμάρχη της CIA Ρ. Γουέλς και  την επόμενη χρονιά μ’ εκείνη του αρχιβασανιστή Ευ. Μάλλιου έμοιαζε να παρουσιάζεται  η δράση της σαν συνέχεια των αγώνων ενάντια στη χούντα, αφού θεωρούνταν η μεταπολίτευση αλλαγή προσωπείου της εξουσίας, και σαν απόδοση δικαιοσύνης στα εγκλήματα της χούντας που η δημοκρατική μας πολιτεία δεν έκανε. Κι έτσι μπήκε στην πολιτική ζωή της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας  η τρομοκρατία. Κι έτσι ένα τμήμα του  λαού, που εφησύχαζε τακτοποιώντας τη ζωή του, βαυκαλιζόταν ότι υπήρχε ένας τιμωρός για όσα άθλια συνέβαιναν στην πολιτική σκηνή, χωρίς να προβληματίζεται για το νηπιακό σκεπτικό που συνόδευε κάθε δολοφονία και τους θολούς σκοπούς των ενεργειών της στα επόμενα πολλά χρόνια.
          Η αστυνομία αποκάλυψε την ταυτότητα της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», ενώ η Ελλάδα είχε αναλάβει τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και  μερικούς μήνες μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους στη Ν. Υόρκη. Τότε   που θριαμβευτικά από τις ΗΠΑ είχε ξεκινήσει ο πόλεμος κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας και είχε αρχίσει η επιχείρηση σ’ όλο το δυτικό καπιταλισμό του νομικού μετασχηματισμού για την καταπολέμησή της. Και από τότε η επέκταση των εκτελεστικών και αστυνομικών εξουσιών μονιμοποιήθηκε, αυξάνοντας την κρατική επιτήρηση, αλλάζοντας τα όρια για τις πολιτικές ελευθερίες. Τις περισσότερες φορές, οι νόμοι ορίζουν την τρομοκρατία χρησιμοποιώντας ευρεία και ασαφή γλώσσα,  ενώ οι κυβερνήσεις έχουν υπερασπιστεί δημόσια τις εξαιρετικές εξουσίες που διαθέτουν η αστυνομία και άλλες κρατικές αρχές βάσει αυτών των νόμων. Φυλακίσεις για μισό αποτύπωμα όπως στον Ν. Ρωμανό, δεν είναι παρά ένα περιστατικό από τις συνέπειες νόμων και πρακτικών  που με επιχειρηματολογίες τρομοκρατικού κινδύνου θεσπίστηκαν και εφαρμόζονται. Κι έτσι η έντεχνη ιδεολογική χρησιμοποίηση της τρομοκρατίας να οξύνει τα χτυπήματα ενάντια στο λαϊκό κίνημα, εμποδίζοντας τη μαζική δουλειά.
        Από τα χρόνια εκείνα καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια να απαξιωθεί και η αντίσταση στα χρόνια της χούντας, και κάθε αντίσταση, με μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας να αποκαλύπτει πια το ρόλο της ως θεραπαινίδα της εξουσίας. Πλήθος αντιστασιακών καλούνταν από δημοσιογράφους, όπως ο προβαλλόμενος τότε ως αντικειμενικός Ν. Χατζηνικολάου,  να αποκηρύξουν τη δράση της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», τσουβαλιάζοντας κάθε αντίδραση και λαϊκή κινητοποίηση κάτω από τον χαρακτηρισμό της τρομοκρατίας. Μόνο που η ξεκάθαρη θέση του ΚΚΕ για την τρομοκρατία δυσκόλευε τη σύγχυση που σκοπίμως δημιουργούνταν, για να υποτιμηθεί κάθε αγώνας.
        Σίγουρα η τρομοκρατία, σε συνθήκες μαζικών λαϊκών αντιδράσεων,  μπορεί να είναι όπλο των υποτελών τάξεων εναντίον των εκμεταλλευτών. Γιατί οι μορφές σύγκρουσης που θα χρησιμοποιηθούν εξαρτώνται από την πορεία και το ρυθμό ανάπτυξης του μαζικού κινήματος και τις διαμορφωμένες συνθήκες που αυτό δρα. Γι’ αυτό και μπορεί ένοπλες οργανώσεις να είναι κομμάτι ενός συνολικού κινήματος, όταν  ξεπηδούν απ’ αυτό και συνδέονται μ’ αυτό. Στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο αναπτύχτηκαν κινήματα αντίστασης που καταδικάστηκαν από τους κατακτητές ναζί ως τρομοκρατία, ενώ θανατηφόρα χτυπήματα χρησιμοποιήθηκαν και από εθνικά κινήματα ανεξαρτησίας στον αντιαποικιακό αγώνα.  Στη  Μ. Ανατολή, στη θανατηφόρα μαζική αντίδραση  του λαού της Παλαιστίνης   ενάντια στις εγκληματικές ενέργειες του κράτους του Ισραήλ, κάθε οργανωμένη αντίσταση, κάθε οργάνωση χαρακτηρίζεται τρομοκρατική. Αλλά  και  στη Μ. Βρετανία, απαγορεύτηκε η δράση της «Palestine Action» ως τρομοκρατικής οργάνωσης βάσει του νόμου περί τρομοκρατίας, γιατί τα μέλη της διαμαρτύρονται ενάντια σε  στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εργολάβους που συνεργάζονται με το Ισραήλ.  
          Όταν όμως ένοπλες ομάδες δρουν αποσπασμένες από τους μαζικούς αγώνες, το πιο συνηθισμένο είναι να λειτουργούν προβοκατόρικα, ηθελημένα ή όχι, και τις περισσότερες φορές να γίνονται και όπλο του κράτους της κυρίαρχης τάξης, για να τρομοκρατήσει και να φρενάρει …διακριτικά μαζικές κινητοποιήσεις.
         Στις δεκαετίες 1970 και 1980 οργανώσεις στην Ευρώπη  που υποστήριζαν την ανατροπή των καπιταλιστικών δομών εξουσίας κατέφυγαν στη βία, όπως Ερυθρές ταξιαρχίες, Φράξια του Κόκκινου Στρατού. Μόνο που όταν γίνονται βίαιες ενέργειες από ομάδες που χαρακτηρίζονται επαναστατικές, σε μια λογική στρατιωτικής αντιπαράθεσης  με το κράτος, που όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στις διαθέσεις των μεγάλων μαζών, αλλά ούτε τις κινητοποιεί ούτε και κάνει δυνατή την υποστήριξή τους απ’ αυτές, τότε αυτές δρουν στο περιθώριο και ερήμην των λαϊκών κινημάτων, με όλες τις συνέπειες  που επιφέρει αυτό. Διάβρωσή τους από μυστικές κρατικές υπηρεσίες ή και εξαρχής δημιουργία ριζοσπαστικών ομάδων που στην τελική εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Έτσι ώστε εν ονόματι της άμυνας μπροστά στο τέρας της τρομοκρατίας να απαιτείται να παραχωρηθεί ακόμα ένα κομμάτι από τη φτενή ελευθερία των λαϊκών στρωμάτων, που πάει και δυναμώνει τον αστυνομικό έλεγχο.
        Οι αποκομμένες τρομοκρατικές ενέργειες από ομάδες ξεκομμένες από μαζικούς αγώνες δεν κάνουν άλλο από το να δικαιώνουν την διαχεόμενη  αντίληψη για την ιστορία ότι δεν εξαρτάται από το σύνολο των αντικειμενικών συνθηκών και την ταξική πάλη,  αλλά από την καλή και θεαματική ή κακή ατομική δράση, καταλήγοντας κάθε γεγονός να μην έχει την ιστορική του εξήγηση, αλλά την αστυνομική του λύση. Και έτσι η ανάθεση σε σωτήρες να μπλοκάρει την ταξική συνειδητοποίηση και την οργάνωση των ταξικών δυνάμεων. Γιατί η  δράση μέσα στην εργατική τάξη για μαζικοποίηση των αγώνων της σημαίνει προσπάθεια για οργάνωση και  άνοδο της ταξικής συνείδησης.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΚΡΗΞΗ ΒΟΜΒΑΣ


Και πριν εξαντληθούν οι εκδηλώσεις και οι δηλώσεις εθνικοφροσύνης με την ευκαιρία της συμφωνίας των Πρεσπών, έσκασε και η βόμβα στην έδρα του ραδιοτηλεοπτικού ομίλου του ΣΚΑΪ, ανανεώνοντας τις ευκαιρίες αντιπαράθεσης κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης και τροφοδοτώντας τους παροικούντες στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας ή Κοινωνικής Δικτύωσης με υλικό που τους επιτρέπει ν’ αναδείξουν τον ηρωισμό τους, είτε ως παθόντες στο ΣΚΑΪ είτε ως αγωνιζόμενοι με τα πληκτρολόγια. Οι δράστες της βομβιστικής επίθεσης μένουν στο σκοτάδι και στόχοι τους και κίνητρά τους δεν κρίνονται παρά από το αποτέλεσμα. Δεν είναι δα και η πρώτη βομβιστική ενέργεια για να ξαφνιάσει!
           Και μεις οι αδαείς περί την τρομοκρατία θα πρέπει, παραβλέποντας τα πραγματικά και μεγάλα προβλήματα, να επιστρατεύουμε ό,τι  λογική μας έχει διασωθεί για να ξεδιαλύνουμε κάθε φορά τα αινίγματα των επιθέσεων, γιατί  σ’ αυτόν τον στόχο ή τον άλλο, γιατί τώρα κλπ.;
             Και επειδή τις περισσότερες φορές, με κάθε δράση τρομοκρατική συνειρμικά ανακαλείται ο άγονος προβληματισμός σχετικά με την  27 χρονη δράση της Ε.Ο17Ν,  αναρωτιέται κανείς για τους στόχους που έχει η επιμονή σε τέτοιου είδους δράσεις  και ακόμα περισσότερο για τα κριτήρια με τα οποία επιλέγονται οι στόχοι. Όταν πριν 26 χρόνια η Ε.Ο Ν17, ως εκδικητής-τιμωρός, για την «πολιτική αυτή ξεπουλήματος των οικονομικών μονάδων και καταστροφής του 40%του παραγωγικού δυναμικού» της χώρας από τη ΝΔ, αποφάσιζε να χτυπήσει στα πόδια έναν από τους βουλευτές που ψήφιζαν στη Βουλή υπέρ αυτής της πολιτικής και επέλεξε τον παντελώς ασήμαντο Λευτέρη Παπαδημητρίου, δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί κανείς εάν το βασικό κριτήριο γι’ αυτό ήταν η ευκολία πρόσβασης στο στόχο. Γι’ αυτό ήταν αναγκασμένη να μεγεθύνει το ρόλο του, τον αποκαλεί στην προκήρυξη «λοχαγό» της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ, για να μεγεθύνει τη δική της δράση ως τιμωρού, και μ’ αυτόν τον τρόπο  να πολλαπλασιάσει τις δικές της αυθαιρεσίες. Και έμεινε βέβαια αναπάντητο το ερώτημα, και μετά τη σύλληψη των μελών της, για τις αυταπάτες ή σκοπιμότητες των μελών της γύρω από τις δυνατότητες μιας αποτελεσματικής στρατηγικής επίθεσης εναντίον του συστήματος που διακήρυτταν πως πολεμούσαν, επιλέγοντας ως στόχους ανθρώπους που και για το ίδιο το σύστημα ήταν αναλώσιμοι.
           Και για άλλη μια φορά σε θέση ντεντέκτιβ ψάχνουμε να λύσουμε αστυνομικά μυστήρια, για το  ποιος έβαλε τη βόμβα, γιατί την έβαλε κλπ. Και σ’ ένα τηλεοπτικό κανάλι, που ταυτίζει απροσχημάτιστα την προπαγάνδα, αρκούντως φασίζουσα, με την πληροφόρηση και προβάλλει την επικαιρότητα σύμφωνα με τις επιθυμίες των χρηματοδοτών του, διαμορφώνοντας την εικόνα της πραγματικότητας κατά τα συμφέροντά τους, η έκρηξη της βόμβας στο προαύλιό του, που τα σπασμένα τζάμια εκβιάζουν θέαμα εντυπωσιακό, δίνεται η ευκαιρία να παίξει το ρόλο του θύματος και του διωκομένου.
         Τέτοιες μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες, που μοιάζει να έχουν θολά κίνητρα και στόχους, βέβαιο είναι πως μπορούν να αξιοποιηθούν για  αποπροσανατολισμό από φλέγοντα προβλήματα, να βοηθήσουν στην δικαιολόγηση για αποδοχή αυταρχικών  μέτρων και  στην προώθηση και κατασκευή κρίσης στο επίπεδο της κοινωνίας που αλλοιώνει τις πραγματικότητες της υπαρκτής κοινωνικής αντιπαράθεσης. Κι αυτές οι παλαιές πρακτικές τακτικές συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται, άλλοτε αποτελεσματικά άλλοτε όχι,  για το χειρισμό και έλεγχο της κοινής γνώμης με το φόβο, την προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση.
            Και παρουσιάζει ενδιαφέρον που διανοούμενοι, καθηγητές πανεπιστημίου, στα πλαίσια μιας μικροπολιτικής που μοιάζει να μην αντέχει σε κριτική, ξιφουλκούν εναντίον της ακροαριστερής τρομοκρατίας με στόχο άμεσο να πλήξουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ως ηθικό αυτουργό της. Κι έτσι, επιδεικνύοντας μια αφέλεια που δεν συνάδει με τα βιογραφικά τους και με το κύρος που αντλούν από τις θέσεις που κατέχουν, δίνουν εγκυρότητα στον πολιτικό λόγο που ταυτίζει ΣΥΡΙΖΑ με αριστερά και τρομοκρατία με στόχο μακροπρόθεσμο να απαξιωθεί συλλήβδην ο αριστερός και βέβαια κομμουνιστικός λόγος.
           Ένας γράφει για την τρομοκρατία που προέρχεται ««από την άκρα αριστερά και στρέφεται κυρίως εναντίον του φιλελεύθερου τμήματος της κοινωνίας», άλλος παραπέμπει στην ελευθερία του τύπου που πλήττεται, ένας τρίτος κατηγορεί πως ευθύνονται για τη στοχοποίηση του ΣΚΑΪ οι  κατηγορίες που έχουν εκτοξευτεί  εναντίον του.
            Και δεν μπορεί κανείς να μην σκεφτεί πως και στον τομέα της διανόησης, που παλιότερα περιελάμβανε ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας και η πνευματική  εργασία δεν συμμετείχε άμεσα στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, τώρα ο ανταγωνισμός έχει γίνει αδυσώπητος. Ακόμα και η πνευματική παραγωγή διαμεσολαβείται από τον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης στην καπιταλιστική αγορά αγαθών της πνευματικής παραγωγής. Ως εκ τούτου, η υπεροχή του διανοούμενου ως ελεύθερου δημιουργού που μπορεί να  ανυψώνεται πάνω από κόμματα κι είναι ανεξάρτητος από το μεγάλο κεφάλαιο και ασφαλής στην κοινωνική του κατάσταση έχει τρωθεί. Αν παλιότερα ελεγχόταν κυρίως από την κρατική εξουσία τώρα είναι και η αγορά που αγκαλιάζει ή απορρίπτει τα πνευματικά προϊόντα του. Γι’ αυτό, καθώς η αγωνία του για τη  διατήρηση των προνομίων του συνδέεται με τη διατήρηση εκείνων των παραγωγικών σχέσεων που τον ικανοποιούν επιστρατεύει τον πνευματικό του εξοπλισμό για να τις υπερασπιστεί.
       Και στην τελική, σε δράσεις βίας με αμφίβολο στόχο και  ανεξήγητες  προθέσεις, ο διανοούμενος είτε ανακαλύπτει επαναστατικές προθέσεις είτε τις καταγγέλλει υπερασπιζόμενος ένα φαντασιακό status quo αποδεικνύει την αντιφατικότητά του που παραδοσιακά αποδίδεται στη μικροαστική τάξη.
              

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Τον Μάη έκλεισε μισός αιώνας από τον άλλο Μάη  του ’68, που κάθε προοδευτικός αστός ή μικροαστός επικαλείται σαν άλλοθι της  επαναστατικότητας του που  τελικά  προδόθηκε –και προτιμάται η παθητική σύνταξη για να είναι ζητούμενο το υποκείμενο της προδοσίας, αναλόγως εποχής  και συμφερόντων. Κι οι διαφορετικές έννοιες που αποδίδονται στην  επαναστατικότητα συνοψίζονται στη περίφημη φωτογραφία του κοριτσιού που ανεβασμένο στους ώμους ενός νεαρού ανεμίζει τη σημαία των  Βιετγκόγκ.  Κι αν η φωτογραφία αυτή έφτασε να γίνει  αντιπροσωπευτική εκείνου του Μάη είναι και  για το σύνολο των συμβολικών δυνατοτήτων που μπορεί να της αποδοθούν, ξεκινώντας από την ταυτότητα της εικονιζόμενης κοπέλας, (μοντέλο, αγγλίδα αριστοκράτισσα, εγγονή διπλωμάτη που την αποκλήρωσε, η ίδια διεκδίκησε τα δικαιώματα της φωτογραφίας), που αποκρυσταλλώνει αμφισημίες και παράδοξα εκείνης της εξέγερσης.
               Σ’ εκείνον το Μάη  πρωτεργάτες αναδεικνύονται τα φοιτητικά στρώματα των μεσαίων τάξεων, που ένιωθαν πως απειλούνται τόσο από τον οδοστρωτήρα του κεφαλαίου όσο και από την πτώση στην προλεταριακή κόλαση, τα οποία μένουν χωρισμένα σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη, αμφισβητώντας το σύστημα που αθετεί τις υποσχέσεις του για ευημερία. Η κληρονομιά εκείνης της εξέγερσης  σε ό,τι ονομάζουμε κίνημα, που κομματιάζει κάθε πολιτική ταυτότητα  συνεχώς  μεταμορφώνοντάς τες, ήταν βαριά.  Η ανατροπή παλιών ιδεολογικών και οργανωτικών προτύπων,  η διεκδίκηση αυτονομίας από κάθε κίνημα αλλά και άτομο,  η άρνηση της εκπροσώπησης, η αμεσότητα, η ποικιλία των επαναστατικών υποκειμένων είναι οι μύθοι που μισό αιώνα τώρα  συσκοτίζουν την πραγματικότητα κάνοντας πιο κοπιαστική την ανάγνωση της κι επομένως την ερμηνεία της.
               Κομμάτια αυτής της κληρονομιάς, βαρύτητα στην προσωπική εμπειρία και το αυθόρμητο, καταξίωση ατομικισμού   κρυμμένου πίσω από αποκαλούμενες επαναστατικές μορφές, αναζήτηση  νέων γρήγορων λύσεων, η χωρίς κριτική εξύμνηση κάθε πράγματος που μοιάζει να έχει σχέση με αμφισβήτηση του συστήματος, ανιχνεύονται στην όψιμη κινητικότητα που παρουσιάζεται, μετά από μια δεκαπενταετία, σχετικά με τον Δ. Κουφοντίνα, ηγετικό στέλεχος της Ε.Ο 17 Νοέμβρη.
               Στα οκτώ χρόνια κρίσης, που μονιμοποιήθηκε, έχοντας ακυρωθεί εκ των πραγμάτων κάθε εναλλακτική λύση με υποσχόμενη επιδιόρθωση του συστήματος, επιμένουμε στην αποσπασματική αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης μετατρέποντάς την σε ένα απλό σύνολο επιμέρους ζητημάτων ασύνδετων μεταξύ τους, μένοντας, μια μεγάλη πλειοψηφία, θεατές δράσεων εδώ και τώρα  που αναδεικνύουν το υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς στρατηγικό όραμα. Και κάπου εδώ θα μπορούσαν να τέμνονται  οι δράσεις της οργάνωσης Ρουβίκωνα μ’ εκείνες της 17 Νοέμβρη, αν δεν υπήρχαν οι νεκροί από το 45αρι της τελευταίας. 
               Κι αν τα τρικάκια του Ρουβίκωνα μοιάζουν με καρικατούρα αγωνιστικής δράσης κι ο λόγος  και συμπεριφορά των μελών της 17 Νοέμβρη στην προ δεκαπενταετίας δίκη τους  αφήνει έκθετη την οργάνωση ιδεολογικά και πολιτικά, ανεξάρτητα αν  η δίκη εκείνη υπήρξε η  λυδία λίθος για τη αποκάλυψη του ψεύδους περί ανεξαρτησίας δημοσιογράφων, πολιτικών,  δικαστικών ακόμα και γιατρών
               Ακόμα όμως κι αν υποκρύπτει σκοπιμότητες η επανεμφάνιση στη δημοσιότητα της 17 Νοέμβρη, αυτό δεν αναιρεί πως, έστω και περιθωριακά, μια αντίστοιχη δράση της δεν θα τύχαινε από μέρος του πληθυσμού ευνοϊκής αντιμετώπισης –όπως και τότε στα χρόνια της δράσης της.  Παρόλο βέβαια  που σε μεγάλο βαθμό δεν μπόρεσαν τα καταδικασμένα ως μέλη της να δικαιολογήσουν πολιτικά και ιδεολογικά ούτε και  την  επιλογή προσώπων που στοχοποιούνταν την τελευταία τουλάχιστον δεκαπενταετία  της δράσης της. Είναι που  ενδιαφέρει αυτός ο χαρακτήρας της δράσης ο οποίος αφορά ειδικές τακτικές χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, με στόχο την άμεση αποτελεσματικότητα σχετικά με ιδιαίτερα  προβλήματα, χωρίς μαζική κινητοποίηση και μακροχρόνια δράση και  αδιαφορώντας για  το πολιτικό άλμα από το ειδικό  στο γενικό.
               Αναζητώντας λοιπόν,  μισό αιώνα τώρα, το αντιτιθέμενο επαναστατικό υποκείμενο στην πραγματική μορφή της αστικής κοινωνίας διευρύνθηκε το πεδίο  για απαξίωση της πρωτοπορίας του κομμουνιστικού κόμματος. Μόνο που κάθε κίνημα –φεμινιστικό, οικολογικό κλπ.- το οποίο φάνταζε για επαναστατικό υποκείμενο μετά από τις αντιεξουσιαστικές του ανάπαυλες αποδεικνυόταν  ανίκανο ν’ αναπτύξει  μια συνολική πρακτική  ανάλογη με τους στόχους που διακήρυττε ο αυθορμητισμός του  και να μεταβληθεί σε οργάνωση μαζών. Μπορούσε να κατονομάζει  τους σκοπούς  και το περιεχόμενο του αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά δεν μπορούσε ούτε και επιδίωκε να τα περάσει σε οργανωτικό επίπεδο, συνδέοντας τα με ένα στρατηγικό όραμα. Γιατί ακριβώς είναι το κομμουνιστικό κόμμα, το απαξιωμένο βέβαια και απορριπτέο,  που αναπτύσσει την ενοποιητική στρατηγική  της εργατικής τάξης.
               Γι’ αυτό και όσο η κρίση γίνεται διαρκείας τόσο πιο επιτακτικό γίνεται να ξεκαθαριστούν πολλές από τις θέσεις, κληρονομιά  της ιδιόμορφης κατάστασης  της δεκαετίας του ’60, που αποδεικνύονται ανίκανες  να αντιμετωπίσουν την καπιταλιστική επίθεση. Έχει γίνει πια σαφές ότι η  αστική δημοκρατία δεν είναι  βασισμένη ούτε πάνω  στο έμβλημα ελευθερία -ισότητα -αδελφότητα ούτε πάνω στη διακήρυξη  των δικαιωμάτων του ανθρώπου ούτε καν πάνω  στο χάρτη του ΟΗΕ, αλλά πάνω στις ίδιες παλιές αποικιοκρατικές και ιμπεριαλιστικές αρχές εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Γι’ αυτό και η κυρίαρχη εξουσία και οι παρατρεχάμενοί της είναι έτοιμοι να νεκραναστήσουν ζωντανούς νεκρούς, πεθαμένα κινήματα, ξεχασμένους μύθους, σκιρτήματα της μιας ή άλλης ομάδας που ήταν περισσότερο ή λιγότερο  συνδεδεμένη με την παράδοση εναλλακτικού ή επαναστατικού κινήματος, χρησιμοποιώντας την αυθόρμητη πλευρά τους που δεν καταφέρνει να βρει άκρη στη σημερινή πραγματικότητα κι είναι εύκολη η εκμετάλλευσή τους για να γίνουν ακίνδυνα.
               Κι εν τω μεταξύ η εργατική τάξη που τη θεωρούν ξεγραμμένη όλο και περισσότερο δείχνει το δυναμισμό της. Οι εργαζόμενοι στο λιμάνι του Πειραιά στις προβλήτες II και III ταρακούνησαν με την απεργία και την έστω και μικρή νίκη τους εργοδότες και κυβέρνηση δείχνοντας πως ποτέ δεν σταματούν οι ταξικοί αγώνες. Γιατί το αποφασιστικό παιχνίδι θα παιχτεί με την εργατική τάξη  που χρειάζεται τη συμβολή του ταξικού κόμματος, του κομμουνιστικού.
Δεν αρκεί λοιπόν να τοποθετηθεί κανείς θεωρητικά με το μέρος της εργατικής τάξης θα πρέπει να μπει και στην πρακτική μαζί της.