Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

 

Η αντιπαράθεση σχετικά με τις υποκλοπές, στη συζήτηση για το νομοσχέδιο για την ΕΥΠ στη Βουλή, μεταξύ του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης  περιλάμβανε  αρνητικούς χαρακτηρισμούς σε υψηλούς τόνους και αλληλοκατηγορίες με έντονο ύφος, επικεντρωμένους στα πρόσωπα των δυο ομιλητών, ένα είδος λεκτικής μονομαχίας. Αμφότεροι υπερασπίζονται, ακόμα κι όταν κονταροχτυπιούνται με  θεατρικό πάθος, τη δημοκρατική  πρόσοψη του αστικού κράτους, γι’ αυτό και δεν διαφωνούν επί της ουσίας, αποδεχόμενοι, όπως ο γ.γ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπας επεσήμανε,  τον πυρήνα του νομοσχεδίου και της αστυνομικής κρατικής βίας και αυθαιρεσίας που είναι η ένταση της καταστολής για την αντιμετώπιση του εχθρού-λαού.
           Η κυρίαρχη τάξη δεν φαίνεται να έχει κανένα δισταγμό να χρησιμοποιήσει, όταν κρίνει πρόσφορο, τον βίαιο κρατικό της μηχανισμό για να συντρίψει κάθε αντίθεση ή και μόνο αμφισβήτηση της εξουσίας της και όλες οι ενέργειές της θεωρούνται κατάλληλες και νόμιμες, όταν μάλιστα αυτή η αντίθεση μπορεί να δικαιολογηθεί ότι θέτει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Στη Βουλή σήμερα, ευθυγραμμισμένος μ’ αυτή τη  λογική, ο  Κ. Μητσοτάκη παραδέχτηκε  ότι η «εθνική ασφάλεια πρέπει να είναι διαρκής και μόνιμη προτεραιότητα», προσπαθώντας να πείσει ότι η «δημοκρατική ευαισθησία» θα πρέπει να συνοδεύεται και από εθνική, εμπλέκοντας και το μεταναστευτικό στις εθνικές απειλές που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Αλλά και η αντιπολίτευση του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς παρόλο το όνομά της και το φορμαλιστικά αντισυμβατικό  της λόγο με άρωμα της πάλαι ποτέ αριστεράς, συμφιλιωμένη πλήρως μ’ αυτήν την ιδεολογία, συμβάλλει στην απόκρυψη του πραγματικού προσώπου της αστικής μας δημοκρατίας. Για  παράδειγμα, σύμφωνα και με τον πρόεδρό της Α.Τσίπρα είναι κυρίως οι επιλογές του Κ. Μητσοτάκη που αλλοιώνουν την  εικόνα της  και όχι  βέβαια οι προϋποθέσεις και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της.    
Με την κυβέρνηση λοιπόν  και την αντιπολίτευση να συγκρούονται σχεδόν μόνο επί προσωπικού επιπέδου, οι λεγόμενες δεξιές και αριστερές πολιτικές διαλύονται σε ένα δυσδιάκριτο εθνικό χυλό. Οι περισσότερες από τις πολιτικές που παρουσιάζονται ως αριστερές εναλλακτικές είναι στην πραγματικότητα απλώς ο ισχυρισμός ότι θα τα πάνε καλύτερα σε αυτό το θέμα από την προηγούμενη κυβέρνηση, ό,τι κι αν έκανε. Η κεντροαριστερά και η κεντροδεξιά ανταγωνίζονται για να αποδείξουν ποιος θα είναι ο πιο σκληρός στη μετανάστευση, ο πιο δραστικός στη μείωση των φόρων για τους πλούσιους και την κοινωνική πολιτική, ο πιο αποτελεσματικός στην αστυνομική καταστολή. Και φυσικά  ταυτίζονται στις πολιτικές που ευνοούν την αύξηση της απορρύθμισης της αγοράς και τη μείωση των εγγυήσεων των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
 Όλο το φάσμα των αστικών κομμάτων δείχνει την αποφασιστικότητά του να καταπολεμήσει αόριστες απειλές που ξεχνά να προσδιορίσει επακριβώς, γιατί όσο πιο ασαφείς και πανταχού παρούσες είναι, τόσο το καλύτερο και τόσο ευκολότερο να τις συμπεριλάβει κάτω από την ομπρέλα της ασφάλειας και της εθνικής απειλής. Έτσι, η  κρατική εξουσία έχει συνδέσει τους τσιγγάνους, τους "παράνομους" μετανάστες, τους τρομοκράτες χωρίς χαρτιά με όλες τις απειλές, εσωτερικές και εξωτερικές, της αστικής ηρεμίας. Και δείχνει τη δύναμή της, πέρα από τα λόγια, με πραγματική κρατική δράση ή κάνοντας επιχειρήσεις σε καταυλισμούς τσιγγάνους ή συλλαμβάνοντας μετανάστες ή φυλακίζοντας όσους χαρακτηρίζει τρομοκράτες ή πυροβολώντας ταραξίες. Και βέβαια, ο ρυθμός και η ένταση μιας τέτοιου είδους αστυνόμευσης συνδέεται λιγότερο με πραγματικές απειλές και περισσότερο με την αποτυχία των κυβερνήσεων να παράσχουν βασικές θέσεις εργασίας και να εξασφαλίσουν τους όρους για  κοινωνική προστασία.
Κι αν μοιάζει για  την κυβέρνηση Μητσοτάκη η δικαιολόγηση  της πολιτικής της  να φτάνει στα όρια του κυνισμού, να υπερασπίζεται επιλογές της χωρίς να ενδιαφέρεται ακόμα κι αν η πραγματικότητα την διαψεύδει είναι γιατί είναι σίγουρη ότι έχει τη δύναμη να την  επιβάλλει. Κι αυτή η σιγουριά, αλλά συγχρόνως και η αδιαφορία της για τους πολίτες,  φάνηκε τις τελευταίες ημέρες με την ψήφιση του νόμου για τη Δευτεροβάθμια Υγειονομική Περίθαλψη που ενταφιάζει το δημόσιο χαρακτήρα του ΕΣΥ, τον χειρισμό του συμβάντος με τον βαρύ τραυματισμό του 16χρου τσιγγάνου από αστυνομικό της ομάδας Δίκυκλης Αστυνόμευσης μετά από καταδίωξη, επειδή δεν πλήρωσε βενζίνη 20 ευρώ, ακόμα και με την αποστασιοποίηση από το περιστατικό με την έκρηξη λέβητα σε σχολείο των Σερρών και το θανάσιμο τραυματισμό μαθητή.
Όλα τα αστικά κόμματα και στο διάστημα της προεκλογικής εκστρατείας και της διακυβέρνησής τους δεν σταματούν να προσποιούνται ψευδώς ότι έχουν πραγματικές λύσεις στα προβλήματα των λαϊκών μαζών, και μάλιστα προς όφελος τους, παρουσιάζοντας τελικά μια λύση εντελώς ευθυγραμμισμένη με τις αξίες με τις οποίες  λειτουργούν πραγματικά, εκείνες δηλ. του καπιταλισμού. Μόνο που έχοντας την εμπειρία δεκαετιών χειραγώγησης των μαζών έχουν αποκτήσει τη σοφία να παραπλανούν και εφησυχάζουν κολακεύοντας.
               Εν ολίγοις, η δυτική λεγόμενη φιλελεύθερη δημοκρατία ισχυρίζεται ότι προσφέρει ελευθερία και ασφάλεια, ενώ στην πράξη προσφέρει μόνο την ψευδαίσθηση τους. Χρησιμοποιεί την πιο εξελιγμένη μηχανή προπαγάνδας που επινοήθηκε ποτέ για να κάνει τους ανθρώπους να υπακούουν στα τυφλά τους χειριστές της, ενώ τα κινούμενα σχέδια για την ελευθερία ζαλίζουν το κεφάλι τους. Κι όπως στα χρόνια της μοναρχίας θα μπορούσαν να επικριθούν πολλοί άνθρωποι γύρω από το μονάρχη αλλά όχι ο ίδιος, κάτι παρόμοιο και σήμερα συμβαίνει, απλώς αντικαθιστώντας το στέμμα με τον καπιταλισμό. Το όλο νόημα της ύπαρξης μιας τόσο εξελιγμένης μηχανής προπαγάνδας είναι ότι μπορεί κανείς να περιορίσει την ελευθερία του λόγου τόσο όσο και σε ένα πολίτευμα που θα χαρακτηριζόταν  «δικτατορία», ενώ δεν χρειάζεται πάντα να χρησιμοποιήσει φυσική καταστολή.
            Στις δυτικές δημοκρατίες  διδασκόμαστε για  τα κακά ξένα «καθεστώτα» που  δεν αφήνουν τους ανθρώπους τους να επικρίνουν την κυβέρνησή τους, ενώ στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι δυτικοί είναι εκπαιδευμένοι να μην επικρίνουν ποτέ την πραγματική  κυβέρνησή τους. Αντίθετα, έχουν εκπαιδευτεί να επικρίνουν τις παραπλανητικές διχοτομίες, τις ψευδείς κομματικές αντιπαραθέσεις και όχι την πραγματική εξουσία των καπιταλιστικών συμφερόντων, προσηλώνοντας την προσοχή τους στο ψεύτικο κουκλοθέατρο της Βουλής. Κι έτσι μαθαίνουν να επικρίνουν τις μαριονέτες των αστικών κομμάτων και ποτέ αυτούς που πραγματικά ασκούν την εξουσία, τα εκμεταλλευτικά καπιταλιστικά συστήματα που υποστηρίζονται από όλα τα αστικά κόμματα.
            Γι’ αυτό και οι θεατρικές αντιπαραθέσεις στη  Βουλή δεν μπορούν να κρύψουν τη συνταύτιση ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ στη διαμόρφωση εκείνων των θεσμικών πλαισίων που ωφελούν την άρχουσα τάξη, προωθώντας τις ίδιες πολιτικές εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων ανεξάρτητα από το ποιος έχει την κυβερνητική εξουσία.    

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ



Εν μέσω ψηφισμένων κι επικείμενων να ψηφιστούν νομοσχεδίων για εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, η επέκταση του Σύμφωνου Συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια που κυριάρχησε το τελευταίο δεκαήμερο παρουσιάστηκε σαν τη λυδία λίθο της ισονομίας και ελευθερίας στο αστικό κράτος, με επικέντρωση της οπτικής στην απόρριψη  οποιασδήποτε κοινωνικής διάκρισης ή ανισότητας που στηρίζεται στο νόμο και άρνηση εκείνης  της οπτικής που διακρίνει σ’ αυτό την επιβεβαίωση ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις που προβάλλονται δεν καλύπτονται ούτε αντιστοιχούν στη διάκριση κυρίαρχων και υποτελών τάξεων με βάση την παραγωγική διαδικασία.
               Το ΣΣ πυροδότησε στην  βουλή έντονες λογομαχίες με βρισιές και χυδαιότητες που καμιά άλλη αντιπαράθεση δεν προκάλεσε, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι ο πολιτικός βίος εντός βουλής θέλει να κινείται με βάση αντιθέσεις που απορρέουν από διαφοροποιήσεις που φαίνεται να σχετίζονται με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, πρότυπα, προσωπικές συμπεριφορές ή επιλογές  κλπ. Όλος αυτός ο καυγάς έγινε για να επιβεβαιωθεί ότι ο πολιτικός βίος δεν θεμελιώνεται στην πάλη των τάξεων και ότι  οι κοινωνικές συγκρούσεις συντελούνται πλέον σε άλλα, πέραν της παραγωγής και του ταξικού κράτους,  πεδία της κοινωνίας και αφορούν στην αποδοχή νέων ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, που δεν σχετίζονται με την υλική βάση της παραγωγής, αλλά στυλ ζωής, σεξουαλικούς προσανατολισμούς, πολιτισμικές συμπεριφορές κλπ. Όλη αυτή η προοδευτικότητα εξαντλήθηκε σε στόχους αναδιάρθρωσης της κοινωνίας μέσω μεταβολών στο μικροεπίπεδο, στις δομές της καθημερινής ζωής, σε μεταρρυθμίσεις που δεν αφορούν άμεσα την οικονομία ή το κράτος. Μόνο που και ο γάμος και η μορφή της οικογένειας καθορίζονται σε τελευταία ανάλυση  από τις μεταβολές του οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος και αντανακλούν  σε μικρογραφία τις αντιφάσεις της κοινωνικής εξέλιξης. Γι’  αυτό και παλιότερα οι ευκρινείς σχέσεις ιδιοκτησίας είχαν ανάγκη για την υπεράσπισή τους  σ’ ένα ιδεολογικό επίπεδο την ηθικοποίησή τους μέσα από την οικογένεια με τους σεξουαλικούς περιορισμούς κι απαγορεύσεις.
               Στον παγκοσμιοποιημένο  καπιταλισμό η εξασθένηση εκείνων των  οικονομικών, νομικών και θρησκευτικών δεσμών που στερέωναν την οικογένεια, έδωσε την εντύπωση ότι αύξησε  σημαντικά τη βαρύτητα των συναισθηματικών δεσμών, που όμως  έχοντας  κι αυτοί χαρακτήρα παροδικό συνετέλεσαν στην αποδιοργάνωση της περισσότερο παρά στην ανανέωση και ανασυγκρότηση, αποκαλύπτοντας σε ευρεία κλίμακα πως τελικά στο ιδιοκτησιακό δίκαιο στηρίζονται οι πιο ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί.  Εξάλλου η οικογένεια    πια  περιορίζεται στην λειτουργία της διοργάνωσης της οικιακής ζωής,  ενώ η ύπαρξη κοινωνικού κράτους είχε επιτρέψει στην οικογένεια να απαλλαγεί εν μέρει από μια σειρά υποχρεώσεις που είχε στο παρελθόν. Ο  γάμος λοιπόν και η οικογένεια μοιάζει να περιορίζουν το ρόλο τους στις δυτικές κοινωνίες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της τεχνολογίας (τεχνητή γονιμοποίηση, παρένθετες μητέρες κλπ.) φαίνεται πως στο μέλλον θ’  αλλάξουν μορφή  που θ’ ανταποκρίνεται στις νεές κοινωνικές σχέσεις και νέα ιδεολογήματα για τη νέα μορφή θα επιστρατευθούν για δικαίωση της άρχουσας τάξης.
               Η επέκταση λοιπόν  του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια ίσως το περισσότερο που θα επηρεάσει θα είναι η σταδιακή αποδοχή και η  φανερή εκδήλωση της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας και πέρα από καλλιτεχνικοδιανοούμενους ή μεγαλοαστικούς κύκλους. Κι αυτό δεν είναι αρνητικό για την ταξική πάλη, γι’ αυτό και το ΚΚΕ θα έπρεπε να το είχε υπερψηφίσει. Γιατί  όσο περιορίζονται οι  διακρίσεις στο εποικοδόμημα τόσο πιο ξεκάθαρες γίνονται οι διακρίσεις στην υλική βάση, τόσο περισσότερο γίνεται ξεκάθαρο ότι αν  οι βιολογικές διαφορές παράγουν άλλα σύνολα ιδιοτήτων σε σχέση με την κοινωνία, αυτό στην ταξική κοινωνία δεν γίνεται ερήμην των συμφερόντων της άρχουσας τάξης (παράδειγμα η είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας και η επακόλουθη χειραφέτησή της). Αν η χειραφέτηση των ομοφυλοφίλων έχει σημασία είναι γιατί ξεσκεπάζοντας μύθους γύρω από τον αντρισμό και τη θηλυκότητα αποκαλύπτει και το ρόλο τους να κρατήσουν τους ανθρώπους στη σωστή τους θέση μέσα στην ταξική κοινωνία.                              
Βέβαια, η  διακομματική υπερψήφιση του Σύμφωνου Συμβίωσης είναι απτό παράδειγμα του συναινετικού και πλήρως αποπολιτικοποιημένου μοντέλου δημοκρατίας και λόγου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κι επειδή  η συνάρθρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  με το καπιταλισμό  οδηγεί στην εξουδετέρωση του όποιου ριζοσπαστικού  τους δυναμικού, στην τελική αυτά  περιορίζονται στο να παρέχουν  το ηθικό πλαίσιο που χρειάζεται μια τέτοια  πολιτική προκειμένου να στηρίξει  τους ισχυρισμούς της ότι εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον πέρα από επιμέρους συμφέροντα ή τάξεις. Όσο για τις  λεκτικές συγκρούσεις στη βουλή, τους  παλαιολιθικά αντιδραστικούς  λόγους αρχιερέων της εκκλησίας αυτά  συνιστούν την αναχρονιστική πλευρά μιας εξουσίας που έχει ξεπεράσει πια, γιατί δεν την εξυπηρετούν, κάποιες απαγορεύσεις. Το δικαίωμα στην σεξουαλική διαφορά, στην ελεύθερη σεξουαλικότητα δεν δείχνει διεκδίκηση ενός ποιοτικού μετασχηματισμού της κοινωνίας που την αφορά στο σύνολό της πέρα από κάθε υποκείμενο ή ιδιαιτερότητα, αν και βέβαια καλύπτει ανάγκες που βγαίνουν από το περιθώριο της ιδιωτικής ζωής και ζητά μια συλλογική ικανοποίηση, αλλά μάλλον μια μετάθεση προβλημάτων στον χώρο του εποικοδομήματος, που η κυρίαρχη εξουσία περισσότερο από ποτέ μπορεί να ελέγχει. Κάτι οι απαγορεύσεις που αίρονται, κάτι ο αναχρονιστικός λόγος της παράπλευρης  εξουσίας που γελοιοποιείται δίνεται η ψευδαίσθηση μιας ελευθερίας που παραχωρεί η εξουσία  για να γίνει τελικά αποδεκτή χωρίς αμφισβητήσεις η  ηγεμονία της άρχουσας τάξης.
Είναι που η αγωνιώδης αναζήτηση νέων πολιτικών υποκειμένων, μη ταξικά προσδιορισμένων, στην οποία για δεκαετίες επιδίδονταν όσοι αριστεροί διακήρυτταν ότι ο κομμουνισμός ξεπεράστηκε ιστορικά μαζί με την εργατική τάξη, είναι που ο μεταμφιεσμένος σε επαναστατικό τελματωμένος ακαδημαϊκός λόγος, είναι που η αμφισβήτηση κυρίαρχων κωδίκων ή συμβόλων καθημερινής ζωής, είναι που η μετατροπή  μειοψηφικών λόγων κοινωνικών κινημάτων σε λόγο εξουσίας άνοιξαν από τη μακρινή δεκαετία της αμφισβήτησης  το δρόμο για μια παραίτηση από ολόκληρο το θεωρητικό οπλοστάσιο του μαρξισμού. Κι έτσι δεκαετίες τώρα να  δοξολογείται δογματικότατα ο αντιδογματισμός με την προβολή  διάφορων πλουραλισμών κι ενίσχυση διάφορων κινημάτων που υπερβαίνουν τις ταξικές διαιρέσεις,  αφήνοντάς μας στην τελική άοπλους και ανάπηρους, χαμένους σε θεωρητικό και πολιτικό τέλμα, ανήμπορους να αγωνιστούμε για ν’  αλλάξουμε τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, ώστε να μη  χάνουμε  την αξιοπρέπειά μας  ακόμα και για ένα πιάτο φαγητό χωρίς διαμαρτυρία.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΚΡΑΥΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΥΓΑΔΩΝ



Αναζητά κανείς να ανακαλύψει τον κυρίαρχο λαό  μέσα από τα λόγια, δράσεις των  αντιπροσώπων του,   των βουλευτών, και σκοντάφτει σε   κραυγές τους εναντίον νόμων  που ήδη έχουν  ψηφίσει, σε αγοραίες εκφράσεις  με ύβρεις, σε κουτσομπολίστικους καβγάδες. Δεν πρόκειται μόνο για φτώχεια του πολιτικού διαλόγου, για παραμερισμό των προβλημάτων, για  υπεραπλούστευση του πολιτικού λόγου ή για  δημαγωγία και  κυνισμό. Πρόκειται για παντελή έλλειψη πολιτικής, μετατροπή πολιτικών διαδικασιών σε θέαμα κενό περιεχομένου και μάλιστα κακού γούστου.
               Αν  πιστέψουμε ότι το καθεστώς στη χώρα μας, όπως και στις άλλες χώρες της ΕΕ, στηρίζεται  στην κοινοβουλευτική δημοκρατία με το κοινοβούλιο να θεωρείται  ότι αποτελεί  ταυτόχρονα και εγγύηση για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ο τρόπος λειτουργίας του τα τελευταία χρόνια, ούτε νομοθετεί ούτε ελέγχει την εκτελεστική εξουσία αλλά απλώς επικυρώνει αποφάσεις της εκχωρώντας της εξουσίες,  δείχνει ότι μπορεί μεν να αλλοιώνεται το αντιπροσωπευτικό σύστημα χωρίς αυτό όμως  να σημαίνει κατάργηση της νομιμοποίησης της εξουσίας. Κι έχει κανείς την εντύπωση ότι  είναι  η γελοιοποίησή των βουλευτών  που  συμβάλλει περισσότερο στην απονομιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού, ως θεσμικού  και ιδεολογικού προκαλύμματος  του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Και μπορεί η  γελοιοποίηση να απαξιώνει τον κοινοβουλευτισμό αυτό δεν σημαίνει όμως ότι  συγχρόνως αυτός υποβάλλεται σε πραγματικά επαναστατική-προλεταριακή κριτική.
               Ο Β.Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση», 96 χρόνια πριν,  ασκεί αυτήν την κριτική
               «Να αποφασίζεις  μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα καταπιέζει, θα καταπνίγει το λαό στη Βουλή –να ποια είναι η αληθινή ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού, όχι μόνο στις  κοινοβουλευτικές-συνταγματικές μοναρχίες, αλλά και στα πιο δημοκρατικά πολιτεύματα.
               Αν όμως  θέσουμε το ζήτημα  του κράτους, αν δούμε τον κοινοβουλευτισμό σαν ένα από τους θεσμούς του κράτους, από την άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου σ’  αυτό τον τομέα, που βρίσκεται τότε η διέξοδος  από τον κοινοβουλευτισμό; Πώς μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν;
Είμαστε υποχρεωμένοι να τονίσουμε πολλές φορές: τα διδάγματα του Μαρξ που  βασίζονται στη μελέτη της Κομμούνας ξεχάστηκαν τόσο, που για το σημερινό «σοσιαλδημοκράτη» (διάβαζε: το σημερινό προδότη του σοσιαλισμού) είναι εντελώς  ακατανόητη άλλη κριτική του κοινοβουλευτισμού, εκτός από την αναρχική ή την αντιδραστική.
               Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή των  αντιπροσωπευτικών  θεσμών από λογοκοπία σε «εργαζόμενα» σώματα. Η Κομμούνα δεν έπρεπε να είναι ένα  κοινοβουλευτικό, αλλά ένα  εργαζόμενο  σώμα, νομοθετικό και εκτελεστικό συγχρόνως».
               «Όχι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα». –αυτά τα λόγια ισχύουν απόλυτα για τους σημερινούς κοινοβουλευτικούς άνδρες και τα κοινοβουλευτικά «χαϊδεμένα σκυλάκια» της σοσιαλδημοκρατίας. Κοιτάξτε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, τη Νορβηγία κλπ.: το καθαυτό «κρατικό» έργο διεξάγεται στα παρασκήνια και το επιτελούν οι διευθύνσεις των υπουργείων, τα γραφεία και τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με αποκλειστικό σκοπό να ξεγελούν τον «απλό λαό». (…)
               Τον πουλημένο και σαπισμένο  κοινοβουλευτισμό της αστικής κοινωνίας η Κομμούνα τον αντικαθιστά με θεσμούς, όπου η ελευθερία της γνώμης και της συζήτησης  δεν εκφυλίζεται σε απάτη, γιατί οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται οι ίδιοι, να εφαρμόζουν οι ίδιοι τους νόμους τους, οι ίδιοι να ελέγχουν τα αποτελέσματα της εφαρμογής  των νόμων, οι ίδιοι να φέρνουν άμεσα την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί  παραμένουν, όμως δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός  σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός   της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές.  Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε  να φανταστούμε τη δημοκρατία, ακόμη και την προλεταριακή δημοκρατία,  χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και  πρέπει να  τη φανταστούμε, αν η κριτική της αστικής κοινωνίας δεν είναι  για μας κούφια λόγια, αν  η προσπάθεια να ανατρέψουμε την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι σοβαρή και ειλικρινής προσπάθεια και όχι «εκλογική» φρασεολογία για να αλιεύουμε τις ψήφους των εργατών (…) (σελ. 58-60)
                       Β.Ι.  Λένιν : «Κράτος και επανάσταση», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2012

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

ΣΩΟΥ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ



Η επεισοδιακή άφιξη και αποχώρηση  στη βουλή των προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής με την προσβλητική συμπεριφορά τους, τις υβριστικές φράσεις τους και η ανοχή του προεδρείου της βουλής σηματοδοτούν το επίπεδο της πολιτική ζωής,  που συρρικνώθηκε σε θέαμα για ψυχαγωγία, κερδίζοντας ένα διευρυμένο κοινό.  Η βουλή  έγινε   ο χώρος όπου συγκεκριμενοποιείται η φασιστική νοοτροπία και εξοικειώνεται το πανελλήνιο μ’  αυτήν. Μοιάζει το αίτημα για κοινωνική ανασύνταξη μέσα από μια διαφορετική πολιτική να παίρνει   τα χαρακτηριστικά του τραμπουκισμού και να γίνεται ορατή σαν χλευασμός, βιαιότητα, θρασύτητα. Σχήματα, τρόποι σκέψης ιδεολογικά κλισέ που υφείρπαν  τα προηγούμενα χρόνια σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού,αναγνωρίζουν, όπως έδειξαν οι πρόσφατες εκλογές,  τη συγγένεια τους  με τη Χρυσή Αυγή. Δεν είναι φυσικά η μοναδική τραμπούκικη εμφάνιση των βουλευτών των Χρυσής Αυγής, είναι όμως αυτή που έγινε μέσα στη βουλή σε τέτοια έκταση σε απευθείας σύνδεση. Η θλιβερή εικόνα της βουλής επιτείνει την σύγχυση κι ευνοεί αφάνταστα τα φασιστοειδή που καταφέρνουν ο απόηχος των ύβρεών τους να ακουστεί σε όλη τη χώρα. Με την ανοχή του προεδρείου η προβοκάτσια τους δεν εξουδετερώθηκε, αλλά αντίθετα  συντέλεσε στη διαστολή του ρόλου και της επιρροής των φασιστών.
               Και όλοι επαναλαμβάνουν ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί  έχουν πολύ μεγαλύτερη αντοχή, ισχύ και διάρκεια από όση φαντάζονται οι φασίστες, γιατί  η δημοκρατική  ομαλότητα  δεν κινδυνεύει  από προκλήσεις παρόμοιας έκτασης. Επειδή όμως  δεν είναι το εγκληματικό φασιστικό περιθώριο αλλά βουλευτές εκλεγμένοι που οικοδομούν την πολιτική τους φυσιογνωμία σε τραμπούκικη συμπεριφορά, η νομιμοποίησή μιας τέτοιας συμπεριφοράς  στη συνείδηση πολλών ετοιμάζει μια  φασιστική κοινωνία σε θέση μάχης, στην περίπτωση που οι κοινωνικές συγκρούσεις οξυνθούν.  Κι έτσι προληπτικά, να μπουν στο περιθώριο οι ταξικές διεκδικήσεις, να μετατοπιστεί ο όποιος αγώνας στην υπεράσπιση του αυτονόητου –των δημοκρατικών διαδικασιών.  Και τότε πράγματι δημιουργείται πρόβλημα  όταν η υπεράσπιση της  δημοκρατικής ομαλότητας μετατρέπεται σε στοιχείο κομματικών διαμαχών και  πολιτικών  υπολογισμών των  κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων, που συγκλίνουν  στην επιλογή μιας κινδυνολογικής τακτικής ως την προσφορότερη μέθοδο  χειραγώγησης των διαμαρτυριών.
                Μέσα σε ελάχιστο  χρονικό διάστημα η φασιστική και ρατσιστική δεξιά έχει περάσει στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής εκμεταλλευόμενη την κοινωνική πραγματικότητα, ανακινώντας ζητήματα που  ανησυχούν  μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ανασφάλεια, άνοδο εγκληματικότητας, μετανάστες, οικονομική κρίση, ανεργία. Ο κοινοβουλευτισμός με την κρίση φτάνει στα όρια του, αποκαλύπτοντας την μετριότητα και ανικανότητα αυτών που διαχειρίζονται τις υποθέσεις του κράτους. Και όλο αυτό το θέαμα με την προκλητική συμπεριφορά των βουλευτών της  Χρυσής Αυγής μοιάζει να είναι η εκτρωματική μορφή  ενός κοινοβουλίου που απεμπόλησε εδώ   και καιρό αρμοδιότητες και ευθύνες. Η πολιτική που εφαρμόζεται εξασθενώντας  ακόμα περισσότερο τις υποτελείς τάξεις  καλλιεργεί φυτώρια   κοινωνικού μίσους. Αυτοί που χάνουν τα πάντα, που νιώθουν ξεγελασμένοι και προδομένοι, αιώνια θύματα, στρέφονται εκεί όπου το μίσος υπόσχεται δύναμη, στη Χ.Α, με τη βία και την πρόκληση σε θεατρικά δρώμενα μέσα στη βουλή.
               Και βέβαια οι ρίζες της ανόδου του φασισμού βρίσκονται  στα  κόμματα  εξουσίας και τις πρακτικές τους ιδίως τα τελευταία χρόνια της εξαθλίωσης. Δεν είναι μόνο που υιοθετούν  σε πολλά σημεία την ίδια κατά βάση ιδεολογία με τους φασίστες ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό θέμα, τα θέματα ασφάλειας  κλπ. αλλά και πολλά πρόσωπα της πάλαι ποτέ Δεξιάς εναλλάσσονται ανάμεσα σε ακροδεξιούς, φασιστικούς  σχηματισμούς  και παραδοσιακά δεξιά κόμματα (π.χ. Βορίδης, Πλεύρης κλπ.).    
Το σώου της Χ.Α  εικονογράφησε την καταρράκωση των θεσμών της αστικής δημοκρατίας, που συστηματικά συντελείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ζωής. Είναι όμως η απροθυμία της κυβέρνησης, όπως στην περίπτωση των καθαριστριών, να εφαρμόσει απόφαση δικαστηρίου η συνειδητή πολιτική επιλογή που απαρνείται τη νομιμότητα, είναι οι συνοπτικές διαδικασίες ψήφισης νομοσχεδίων που καταρρακώνουν  το κύρος της βουλής  και  κάνουν τυπική τη λειτουργία της δημοκρατίας. Γιατί όταν οι θεσμοί και τα δικαιώματα στην αστική δημοκρατία απειλούν να θίξουν οικονομικά συμφέροντα και την εξουσία της αστικής τάξης τότε αδιαφορεί για τη νομιμότητα που η ίδια δημιούργησε και ετοιμάζεται ακόμα και για χρήση βίας.