Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΗΣ

Στις 27 Ιανουαρίου, τιμήθηκε η παγκόσμια ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος με παρουσία ηγετών από 50 χώρες στην τελετή που έγινε στο Άουσβιτς, με αφορμή την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τον Κόκκινο Στρατό. Και σ’ αυτή την επέτειο οι ηγέτες δεν παραλείπουν να εκφράσουν από τη μια τον αποτροπιασμό για τα ναζιστικά εγκλήματα κι από την άλλη να υποσχεθούν την υπεράσπιση της δικαιοσύνης και της ειρήνης, από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Α. Γκουντέρες μέχρι τον δικό μας πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη.  Και απ’ όλους υπογραμμίζεται η ανάγκη να μη ξεχάσουμε ποτέ, να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη για την ανείπωτη φρίκη των στρατοπέδων θανάτου.
              Για τους επιζώντες και τα θύματα, η μετατροπή των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης σε μνημεία ήταν ένας τρόπος να μην ξεχαστεί το έγκλημα και ήδη από το 1947 η πολωνική βουλή ψήφισε νόμο για ίδρυση Κρατικού Μουσείου Άουσβιτς – Μπίρκεναου.
Θεωρώντας  λοιπόν πως η ιστορία όταν βιώνεται υποκειμενικά από τους ανθρώπους μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα,  οι επισκέψεις σ’ αυτά τα μνημεία είναι ένας τρόπος συναισθηματικής εμπλοκής με το παρελθόν, ένας από τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν μπορεί να ενεργοποιηθεί στο εδώ και τώρα. Ο δηλωμένος σκοπός των επισκέψεων σ’ αυτά τα μνημεία  είναι να αναγνωριστούν οι φρικτές πράξεις που σημειώθηκαν σ’ αυτές τις τοποθεσίες, να τιμηθούν και να μνημονευτούν τα θύματα που δολοφονήθηκαν εκεί, να περάσει το μήνυμα στις μελλοντικές γενιές να μην επιτρέψουν να ξανασυμβούν ποτέ πια. Για τους ανθρώπους από όλο τον κόσμο που επισκέπτονται αυτούς τους χώρους, θα πρέπει η φρίκη του ολοκαυτώματος να  γίνεται πραγματικά αποτρόπαια και το μήνυμα να επιβεβαιώνεται σε βαθύ συναισθηματικό επίπεδο.
Με το πέρασμα όμως του χρόνου και όσο η ζωντανή μνήμη χάνεται και  το ναζιστικό καθεστώς γίνεται όλο και λιγότερο πρόσφατη ιστορία, τα πρώην στρατόπεδα συγκέντρωσης γίνονται τουριστικά αξιοθέατα, σημαντικά στοιχεία της τουριστικής βιομηχανίας. Τοποθεσίες όπου τα στοιχεία της ναζιστικής κουλτούρας και οι μηχανισμοί του πολέμου και της γενοκτονίας έχουν διατηρηθεί ως μνημεία μοιάζει να προωθούνται περισσότερο σαν τουριστικά αξιοθέατα που προκαλούν ένταση συναισθημάτων και έξαρση συγκινήσεων, μέρος του τουριστικού πακέτου. Και  ο προβληματισμός για τη μετατροπή αυτών των τόπων μαζικής δολοφονίας σε τουριστικούς χώρους δεν έχει  να κάνει απλώς με το γεγονός πως τοποθεσίες όπου έλαβαν χώρα οι χειρότερες πράξεις απάνθρωπης συμπεριφοράς ενός εγκληματικού καθεστώτος είναι τόσο δημοφιλείς και συνεπώς δημιουργούν σημαντικά εισοδήματα για τον τοπικό τουριστικό τομέα κι έτσι φαίνεται πως τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου γίνονται πηγή εσόδων και  η μνήμη εμπορευματοποιείται. Το επικίνδυνο είναι πως η μετατροπή τους σε ένα τουριστικό αξιοθέατο όσο περνούν και τα χρόνια και χάνονται οι ζωντανές μαρτυρίες της φρίκης και το ολοκαύτωμα γίνεται μακρινή ιστορία,  μπορεί να τα ισοπεδώσει στο ίδιο επίπεδο με την Ντίσνευλαντ, ως αποτέλεσμα κορεσμού από τη διαχείρισή του από τα ΜΜΕ, της απευαισθητοποίησης στη βία, αποτυγχάνοντας έτσι να μεταδοθεί το μήνυμα για το οποίο αυτοί οι τόποι έγιναν μνημεία. Κάνοντας έναν τόπο πιο προσιτό στους τουρίστες το μήνυμα της ιστορίας του στρατοπέδου απλουστεύεται ή και διαλύεται, η αυθεντικότητα διακυβεύεται από την ανάγκη κατασκευής τουριστικών δομών.
Ακόμα λοιπόν κι αν δεν θεωρείται πως επαρκεί για την ιστορική κατανόηση η ανακατασκευή του παρελθόντος με ιστορικό υλικό που εμπλέκει συναισθηματικά θρυμματισμένα ιστορικά γεγονότα  στο παρόν, οι προβληματισμοί παραμένουν.
Ποιες τοποθεσίες επιλέγονται να συμβολίζουν το Ολοκαύτωμα στο μυαλό μας, ποια  θύματα επιλέγονται να θυμηθούμε, πώς επιλέγεται η αναπαράσταση της ιστορίας; Οι αλλαγές στο χώρο  των μνημείων τα «απολυμαίνουν» από την αυθεντική ιστορική ουσία, αποκτούν μια ιστορικά μεροληπτική εικόνα;.
Η διαμόρφωση και διατήρηση της  συλλογικής μνήμης είναι πολιτική επιλογή. Ακόμα και οι εκδηλώσεις μνήμης που γίνονται τα τελευταία χρόνια από τις κυρίαρχες ηγεσίες  σ’ αυτές τις τοποθεσίες μοιάζει να ενσωματώνονται στο πακέτο του τουριστικού αξιοθέατου, μαζί με την πολλαπλασιαστική θέσπιση  ιστορικών  επετείων με νέο περιεχόμενο πανευρωπαϊκά, όπως 5 Μαϊου αλλά και 29 Αυγούστου κλπ. και την ίδρυση μουσείων και ιδρυμάτων. Δίνεται η εντύπωση πως αυτές οι πολιτικές μνήμης  της κυρίαρχης ηγεσίας της Ενωμένης Ευρώπης περισσότερο παραπέμπουν σε πολιτικές λήθης, που ενισχύουν αναγνώσεις της ιστορίας προς το συμφέρον της. Είναι ένας τρόπος επωφελούς διαχείρισης, για την κυρίαρχη εξουσία, συμβολικών συγκρούσεων σχετικά με την ιστορία στο δημόσιο χώρο με δίαυλο τα ΜΜΕ ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κι έτσι υποβάλλεται και επιβάλλεται η ιστορική εκδοχή της κυρίαρχης εξουσίας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίες οι διάφορες ιστορικές διαστρεβλώσεις, όπως για παράδειγμα  δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της πρεσβείας  των ΗΠΑ στη Δανία που αναφέρει ως απελευθερωτές του στρατοπέδου του Άουσβιτς τους αμερικανούς στρατιώτες.
Η υποκατάσταση της ιστορικής πραγμάτευσης του παρελθόντος από μαρτυρίες και καταγραφές τραυματικών  βιωματικών εμπειριών αποκόπτουν το ιστορικό γεγονός από τα ιστορικά του συμφραζόμενα, υπερφορτίζουν συναισθηματικά την μνήμη, συρρικνώνουν το ιστορικό νόημα. Αποκομμένος ο ναζισμός από τις  οικονομικοπολιτικές συνθήκες και τις σχέσεις του με το μονοπωλιακό κεφάλαιο σαν η πιο αντιδραστική έκφρασή του,γίνεται μια εξαίρεση στην ευρωπαϊκή ιστορία και  κλείνεται σε παρένθεση. Γι’ αυτό μπορεί και ο Α. Γεωργιάδης χωρίς να αποκηρύττει τις φασιστικές του ιδέες, πέρα από μια συγκεχυμένη αποκήρυξη του αντισημιτισμού που αφορά στην ουσία το παρελθόν, να προτείνει την επίσκεψη στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
          Και κάπως έτσι η δημοκρατική μας Ευρώπη λειαίνει το έδαφος, ώστε οι σύγχρονες ενσαρκώσεις του φασισμού να γλιστρούν μέσα στις αστικές δημοκρατίες και να  διαβρώνουν την κοινωνία. Και κάπως έτσι  αποσπώντας  τη συναίνεση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, τα τελευταία χρόνια, ρατσιστικοί και ξενοφοβικοί νόμοι επανεμφανίζονται στα δημοκρατικά καθεστώτα μέσω δημοκρατικών διαδικασιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Και κάπως έτσι  αυτές οι διαδικασίες γίνονται δυνητικά πιο επικίνδυνες από τους σωζόμενους θύλακες του φασισμού της μορφής του μεσοπολέμου, επειδή η κυρίαρχη εξουσία στην αστική μας δημοκρατία τείνει όχι απλώς  να αγνοεί αλλά κυρίως και να τις στηρίζει.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

ΔΟΚΙΜΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ


Κι αφού η πολιτική μας ηγεσία  με αυστηρά μηνύματα στην Τουρκία, επισκέψεις στις ΗΠΑ, προσκλήσεις πολέμαρχων από τη διαλυμένη Λιβύη προσπάθησε να μας πείσει για την απογείωσή της στη διεθνή σκακιέρα του ενεργειακού παιχνιδιού, προσγειώθηκε σ’ αυτό που είναι λιγότερο επικίνδυνο για την ίδια, την επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτικής της. Περιμένοντας περαιτέρω οδηγίες από τα  καπιταλιστικά κέντρα του ιμπεριαλισμού αναλαμβάνει να διαμορφώσει κατάλληλα το περιβάλλον για την αποδοχή τους. Αφού εξουθενώθηκε οικονομικά ένας ολόκληρος λαός με απειλές, εκβιασμούς και ενοχές, η καταστολή κάθε κινητοποίησής του είτε βίαια είτε νομοθετημένα μοιάζει σαν φυσική συνέπεια. Κι επιστρατεύονται η πολυλογία η κενή περιεχομένου, οι ηχηρές λέξεις με τον αντίστοιχο γδούπο τους, οι  συναισθηματικές κορώνες για να δικαιολογηθούν οι  επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου λόγου είναι η ομιλία, σε μορφή σχολικής έκθεσης ιδεών,  του πρωθυπουργού  στην προπαγανδιστικής έμπνευσης εκδήλωση για θύματα τρομοκρατίας στο αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου.
               Ξανά έρχεται στο προσκήνιο αυτή η συγκεχυμένη έννοια της  τρομοκρατίας, που θα πρέπει να ενώσει εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους, αποδεχόμενοι οι τελευταίοι την εκδοχή της κυρίαρχης τάξης που τη χρησιμοποιεί για να δικαιολογηθούν η περιστολή δικονομικών δικαιωμάτων  και οι δρακόντειοι περιορισμοί προσωπικών ελευθεριών. Συνδέοντας ο Κ. Μητσοτάκης αυθαιρέτως τρομοκρατία με ριζοσπαστικοποίηση, αναγγέλλει ίδρυση τμήματος στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη,  που θα στοχεύει στην πρόληψη της βίας «με αιχμή του ενδιαφέροντος του την ριζοσπαστικοποίηση που τροφοδοτεί την τρομοκρατία» και τη δρομολόγηση ιδεολογικής εκστρατείας «αποδόμησης αυτού που θα αποκαλούσαμε το «οπλοστάσιο ιδεών» του αίματος», για να μη γίνει «η γόνιμη νεανική αμφισβήτηση (…) τάση ή μόδα της βίας».
               Η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να κλείσει στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα κάθε ρωγμή απ’ όπου θα μπορούσε να ξεπηδήσει η παραμικρή αντίδραση στην πολιτική της, κατασκευάζοντας εχθρούς για να αποπροσανατολίσει τις λαϊκές αντιδράσεις.
               Δεν είναι τυχαία η προσπάθεια του Κ. Μητσοτάκη και του Ν. Χρυσοχοϊδη να ξαναθυμίσουν τη δράση της 17Ν κατασκευάζοντας γιορτές μνήμης. Με πρόσχημα την τρομοκρατία επιδιώκεται να δικαιολογηθεί περιστολή, έτι περαιτέρω, ελευθεριών, ακόμα κι αυτή της έκφρασης ιδεών,  ενώ  προβάλλοντας σαν χώρο  παραβατικότητας τα Εξάρχεια τα μετατρέπουν σε δοκιμαστήριο της καταστολής. Το πρόβλημα δεν είναι αυτοί που βαφτίζονται τρομοκράτες ή αναρχικοί ή περιθωριακοί, αλλά ο βαθμιαίος  μιθριδατισμός της κοινής γνώμης στις πιο βάρβαρες μορφές αστυνομικής καταστολής. Κι αν λίγα χρόνια πριν, μικρότερης έκτασης παραβιάσεις των συνταγματικών δικαιωμάτων προκαλούσαν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, κύμα διαμαρτυριών, μαζικές εκδηλώσεις κλπ. σήμερα μοιάζει πως ακόμα και  το Σύνταγμα ποδοπατείται μέσα σε μια ένοχη σιωπή. Οι στόχοι της καταστολής,  τα τελευταία χρόνια, είναι προσεκτικά επιλεγμένοι, ώστε το δηλητήριο της  να μπαίνει στον κοινωνικό οργανισμό σιγά σιγά, χωρίς μεγάλες αντιδράσεις και η επέκτασή της να γίνεται ευθέως ανάλογη με τη δεκτικότητα του οργανισμού. Τα ΜΑΤ με πρωτοφανή βιαιότητα ισοπεδώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους ή επεμβαίνουν  καθυστερημένα και επιλεκτικά σε επεισόδια βίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του γερμανού δημοσιογράφου  Τομά Ζακόμπι που δέχτηκε επίθεση από φασίστες στο συλλαλητήριο για το Μακεδονικό στο Σύνταγμα.  
 Η ένταση πυροδοτείται ή γίνεται ανεκτή συνειδητά, τα επεισόδια αποτελούν συνειδητή επιλογή  των δυνάμεων καταστολής σε μια επίδειξη δύναμης και διάχυσης του φόβου. Με τις επιχειρήσεις  στα Εξάρχεια η κυβέρνηση  δεν προσπαθεί μόνο βραχυπρόθεσμα να αποκομίσει εκλογικά οφέλη και κυρίως συναίνεση στη ευρύτερη πολιτική της πείθοντας συντηρητικά στρώματα ότι είναι το κόμμα της τάξης, της ησυχίας και της πειθαρχίας. Περισσότερο είναι που μακροπρόθεσμα επιδιώκει να επιβάλλει μοντέλα συμπεριφοράς που συνάδουν με  την πολιτική της, εξαφανίζοντας κάθε ιδεολογική, κοινωνική τάση που αντιστρατεύεται τις ιδεολογικές βάσεις αναπαραγωγής τους. Κι επειδή η κυρίαρχη μυθολογία που υπάρχει για τα Εξάρχεια, για τα ευρύτερα στρώματα της κοινής γνώμης, ως χώρος διακίνησης ναρκωτικών, οργίων βίαιων αναρχικών, νομιμοποιεί στα μάτια τους την αστυνομική καταστολή ως αναγκαία κοινωνική άμυνα, γι’ αυτό επικεντρώνεται η προσοχή τους κυρίως σ’ αυτά. Κι έτσι, στο βαθμό που η κοινή γνώμη θα εθίζεται με την καταστολή αυτή, μπορεί να βγαίνει και από τον χώρο των Εξαρχείων εκεί που κάθε φορά θα κρίνει αναγκαίο η κυβερνητική εξουσία.  
               Η αστική μας δημοκρατία ως το ιδανικό της προόδου που υπερβαίνει τα οικονομικά συστήματα και τάξεις μοιάζει όλο και περισσότερο πια με μύθο. Η οικονομική κρίση που έχει μόνιμα εγκατασταθεί αποκαλύπτει όλα τα ψέματα και η  ψευδαίσθηση της δυτικής ευημερίας που παρουσιάστηκε ως αιώνια μοιάζει στην πραγματικότητα να έχει πεθάνει. Είναι η ιδεολογική προπαγάνδα των ΜΜΕ που την κρατά ζωντανή σαν βρικόλακα με ψέματα και φόβους. Τα ατέλειωτα χρόνια κρίσης οδηγούν σε αυξανόμενες εντάσεις εντός της άρχουσας τάξης τόσο διεθνώς όσο και εσωτερικά σε κάθε εθνικό κεφάλαιο, με  αποτέλεσμα, η αστική τάξη να  πρέπει να κάνει ελιγμούς σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ποτέ. Γι’ αυτό, για να διατηρήσει την κυριαρχία της και την επιβίωση του συστήματος θα στηριχτεί στην κατασταλτική και στρατιωτική της δύναμη.
               Και σ’ όλη την ΕΕ πληθαίνουν  τα  παραδείγματα για το πόσο λίγο η αστική τάξη τηρεί τα δημοκρατικά της ιδεώδη, ενώ η προπαγάνδα για να χρησιμεύσουμε τροφή για τα κανόνια της υποστηρίζοντας δήθεν τη δημοκρατία και όχι τα συμφέροντα καπιταλιστών όλο και πυκνώνει.

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Η ΚΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ


Για να ανακοινώσει την πρόταση της Ν.Δ, που με τα συνταγματικά δεδομένα γίνεται και απόφαση της Βουλής, για τον επόμενο πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης θεώρησε πως εξυπηρετεί τις σκοπιμότητές του η ανακοίνωση να πάρει τη μορφή διαγγέλματος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, πέρα από τον  όποιο αποπροσανατολισμό,  ήθελε να υπερτονίσει ως μείζονος σημασίας γεγονός την επιλογή μιας γυναίκας για την προεδρία της Δημοκρατίας, υποκρινόμενος ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των γυναικών που η πολιτική του ισοπεδώνει στην καθημερινότητα της δουλειάς και γενικότερα της ζωής τους, της οποίας η επιλογή ως προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας έγινε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Κι έτσι σε αγαστή συμφωνία Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση συναινούν στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας, που αν δείχνει κάτι σε συμβολικό επίπεδο είναι ακριβώς η ταύτισή τους στις βασικές γραμμές χάραξης πολιτικής. Επιπλέον, δεν γίνεται εμφανής η συνέπεια της συνταγματικής αναθεώρησης, ότι δηλ. θα είναι δυνατό κάθε πρωθυπουργός να συνοδεύεται και από τον αντίστοιχο της αρεσκείας του πρόεδρο.  
Κι αν επισημαίνονται αυτές οι συνέπειες είναι μόνο γιατί αποδεικνύουν πόσο κενοί περιεχομένου καταλήγουν πια να είναι οι θεσμοί στην αστική μας δημοκρατία. Αυτοί οι θεσμοί που από την κυρίαρχη εξουσία χρησιμοποιούνται για να εκμαιεύεται η συναίνεσή μας, όπως σχετικά με την προεδρία της Δημοκρατίας που θέλει να εμπεδώνει τη συναίνεση γύρω από την εθνική και πολιτικά ηγεμονική διάσταση της προεδρίας. Η εκφώνηση μάλιστα  των πολιτικών και δικαστικών χαρισμάτων της υποψήφιας Αικατερίνης Σακελλαροπούλου, θέλει να νομιμοποιήσει τα ηθικά και ιδεολογικά ερείσματα για τη θέση αυτή, είναι τα εχέγγυα που την αξιώνουν το κορυφαίο λειτούργημα της αστικής δημοκρατίας μας.   
               Όταν η κυρίαρχη τάξη ήταν αντιμέτωπη μ’ ένα εύρωστο λαϊκό κίνημα έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες, μαζί με τους πράκτορές της  στις εργατικές οργανώσεις, να βρει ιδεολογικά και πολιτικά επιχειρήματα για την υπεράσπιση της εξουσίας της.  Υπερθεμάτιζε τη διάκριση των εξουσιών, υπερασπίζονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, απαιτούσε σεβασμό στους συνταγματικούς θεσμούς. Τώρα πια μοιάζει ελάχιστα και μόνο προσχηματικά να ενδιαφέρεται γι’ αυτό.   
  Μείζονα και σοβαρά θέματα και επιλογές, που άπτονται  ευθέως των θεμελίων της θεσμικής υπόστασης και συγκρότησης του ίδιου του διαφημιζόμενου δημοκρατικού μας κράτους, απροκάλυπτα πια φαίνονται πως δεν  δημιουργούνται και δεν εκπορεύονται από κάποιο σταθερό και μακροπρόθεσμο πλαίσιο  πολιτικών αρχών δράσης, αλλά συνδέονται στενά, όσο και κάποιες φορές επικίνδυνα για το πολίτευμα, με βλέψεις και κριτήρια που έχουν σχέση μόνο με συγκυρίες, με σκοπό την παραπλάνηση των ψηφοφόρων.  Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας επιλογής, δημοκοπικό τέχνασμα απόλυτης ευτέλειας, είναι η  πρόταση του Γ. Βαρουφάκη για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη Μάγδα Φύσσα, αλλά και ο υπερτονισμός του φύλου της υποψήφιας για την προεδρία.   Ακόμα δηλ. και οι συμβολισμοί έχουν να κάνουν  με τις πρόχειρες λύσεις σωτηρίας μπροστά σε καταστάσεις δοκιμασίας για τους κυβερνώντες, όπου σώζεται αυτός που θα κάνει την πιο πονηρή και γρήγορη  κίνηση αφήνοντας για το ..μέλλον  τις συνέπειες της κίνησής του. Μόνο που αυτές οι επιλογές κάθε φορά έχουν τη δική τους δυναμική και δεν είναι τόσο ότι πληρώνονται από τους θεσμούς απαξιώνοντάς τους, αλλά κυρίως πως μας παραπλανούν, συσκοτίζουν τα πραγματικά προβλήματα και μας αφήνουν ανυπεράσπιστους στη ισχύ των θεσμών εξουσίας που αυτή δεν αποδυναμώνεται.
               Στη μεταπολίτευση, μετά την κατάργηση με δημοψήφισμα της βασιλείας, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας χαιρετίστηκε ως ένας θεσμοποιημένος παράγοντας της πολιτικής διαδικασίας και φορέας εξουσίας υπεράνω ανταγωνισμών της πολιτικής συγκυρίας, σε αντιδιαστολή μάλιστα μ’ έναν κληρονομικό άρχοντα. Ήταν τότε που η έξοδος από μια δικτατορία ευνοούσε τους δημοκρατικούς θεσμούς του αστικού κράτους και  η σοσιαλδημοκρατία ήθελε να πείσει για το μετασχηματισμό του αστικού κράτους με εκλογικές διαδικασίες.  
               Από τότε η προεδρία της Δημοκρατίας έχει οριστικά καταταχθεί  στους ανίσχυρους, και την τελευταία δεκαετία μοιάζει πιο περιορισμένα, συμβολικούς πόλους της εξουσίας. Δεν επενδύεται η προεδρία με προσδοκίες και σχέδια ουσιαστικής άσκησης εξουσίας και ούτε ο πρόεδρος έχει ή επιδιώκει να έχει κάποια περιθώρια άσκησης επιρροής, έστω και συμβολικής, σε διάφορους τομείς της πολιτικής ζωής.
 Η δεκαετία της επιβολής των μνημονίων ήταν αποκαλυπτική των θεσμών και αυτού της προεδρίας. Εξουδετερωμένη από την τρόικα, ή, κατ’ ευφημισμό, θεσμούς, η νομοθετική εξουσία υλοποιούσε και υλοποιεί σε νόμους τις αποφάσεις τους και η εκτελεστική εξουσία τις εφάρμοζε και εφαρμόζει στην κοινωνία. Αποδεικνύεται πως αυτό που ήταν το βασικό  κριτήριο και η θεμελιώδης αρχή για τη διάκριση της δημοκρατικής από την απολυταρχική αρχή άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας,  δηλ. η υπαγωγή της λογικής και των συμφερόντων  του ισχυρού ατόμου, του ιδιώτη στην απρόσωπη θεσμική τάξη, ήταν η ωραιοποίηση της αστικής εξουσίας, που αποσιωπούσε προς όφελος τίνος λειτουργούσε η συγκεκριμένη θεσμική τάξη. Κι αν αντικατέστησαν τον απόλυτο άρχοντα μια χούφτα καπιταλιστές, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αόρατοι,  αυτό δεν κάνει την εξουσία λιγότερη σκληρή.
 Και μ’ όλους αυτούς τους θεσμούς τελικά επιδιώκεται να υλοποιείται η συναίνεση όλων μας για τους όρους υπακοής στην πολιτική εξουσία της αστικής τάξης, οι οποίοι όμως στα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο, όσο νιώθουν να μην απειλούνται από ένα δυνατό λαϊκό κίνημα, ούτε καν  γίνονται σεβαστοί, έστω και φαινομενικά,  από τους κατόχους των εξουσιαστικών ρόλων.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

«ΣΧΟΛΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ»


Οι μαζικές  απεργιακές κινητοποιήσεις  των συνδικάτων στη Γαλλία εδώ και πάνω από ένα μήνα ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος πίεσαν την  κυβέρνηση του Ε. Φιλίπ να εμφανιστεί πιο διαλλακτική, για να παρασύρει σε συμβιβασμό τα συνδικάτα σταματώντας τις απεργίες. Στα καθ΄ ημάς, οι εργαζόμενοι στον ΟΤΕ απεργούν από τις 21 Δεκεμβρίου, για συλλογικές συμβάσεις εργασίας και παύση απολύσεων, με εκκωφαντική τη σιωπή γι’ αυτό των συστημικών ΜΜΕ και αδιάλλακτη τη διοίκηση του ομίλου, που μηνύει και απαιτεί συλλήψεις εργαζομένων και συνδικαλιστών απεργών.
               Δυο ειδήσεις οι οποίες αναφέρονται  στους εργαζομένους και τα …αναχρονιστικά μέσα πίεσης, την απεργία, που τόσο βιαστικά έσπευσε ο κυρίαρχος λόγος να απαξιώσει, ακριβώς γιατί έτσι απειλείται η παντοδυναμία της κυρίαρχης εξουσίας.
               Την τελευταία δεκαετία, καθώς το χάσμα εισοδήματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών διευρύνεται, η αυξανόμενη υποψία έγινε πια διαπίστωση,  ότι το παιχνίδι στη φρενήρη σύγχρονη οικονομία μας κλίνει ενάντια στους εργαζόμενους. Η ευρέως διαδεδομένη ευημερία της Δύσης των προηγούμενων δεκαετιών, όταν το αμερικανικό όνειρο φαινόταν ανοιχτό σε όλους, αρχίζει να μοιάζει με ιστορική εξαίρεση. Το παράδειγμα της Γαλλίας δείχνει πως  δεν περιορίζονται οι δυσμενείς για τους εργαζόμενους μεταρρυθμίσεις μόνο στην Ελλάδα, και ούτε μόνο σ’ αυτή ο  κυρίαρχος λόγος προπαγάνδας χρεώνει  την κρίση στους εργαζόμενους, αλλά αντίθετα ότι  η αυξανόμενη ανισότητα είναι εγγενής στον καπιταλισμό. Οι  καπιταλιστές - επενδυτές προμηθεύουν χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο σε επιχειρήσεις για να πάρουν μια όλο και μεγαλύτερη φέτα της οικονομικής πίτας, σε βάρος των εργαζομένων. Όσοι κατέχουν τα μέσα παραγωγής γίνονται πλουσιότεροι, ενώ οι εργαζόμενοι καταντούν να μην μπορούν να επιβιώσουν, σε μια εποχή που η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει την ανάπτυξη του παγκόσμιου πλούτου, ώστε να εξασφαλίζονται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης σε όλους τους εργαζόμενους.   
               Τις τελευταίες δεκαετίες επιβεβαιώνεται με τον πιο κραυγαλέο τρόπο μεταπολεμικά, αυτό που διαπίστωσε ο Κ. Μαρξ το 19ο αιώνα, πως τα επίπεδα μισθών μπορούν να διευθετηθούν μόνο με τη συνεχή πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, εφόσον  ο καπιταλιστής συνεχώς τείνει να μειώσει τους μισθούς στο φυσικό τους ελάχιστο και να παρατείνει την εργάσιμη μέρα στο φυσικό της μέγιστο, γι’ αυτό πρέπει συνεχώς οι εργαζόμενοι να πιέζουν και να αγωνίζονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι οι αγώνες των εργαζομένων, οι τεράστιες απεργιακές κινητοποιήσεις  του προηγούμενου αιώνα, το αντίπαλον δέος των σοσιαλιστικών κρατών που έσπασαν την αδιαλλαξία της κυρίαρχης τάξης στη Δύση και νομιμοποίησαν το δικαίωμα των εργαζομένων να σχηματίζουν συνδικάτα και να διαπραγματεύονται συλλογικά. Επί δεκαετίες μεταπολεμικά, αναγκάστηκε η κυρίαρχη εξουσία στις βιομηχανίες και εταιρείες  να δεχτεί τη νομιμότητα των συνδικάτων στη διαδικασία συλλογικής διαπραγμάτευσης. Η κρίση του καπιταλισμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά, η πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων έδωσε ώθηση στην μακροπρόθεσμη εκστρατεία  της κυρίαρχης τάξης για να μετατοπιστεί αποφασιστικά η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων προς όφελός της. Το αστικό κράτος, που κάτω από την πίεση των εργαζομένων και την απειλή του σοσιαλισμού είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στις εργασιακές σχέσεις των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών αποδεχόμενο με νομικές ρυθμίσεις το ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων στους όρους εργασίας, ενισχυμένο από την πτώση του σοσιαλισμού και την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος πρωτοστατεί στην απορρύθμιση της εργασίας και τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, εξυπηρετώντας την εξουσία του κεφαλαίου.
               Όλα αυτά τα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης δεν έφεραν τίποτε άλλο παρά δυστυχία στον πυρήνα της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Και δεν είναι μια παράπλευρη συνέπεια της πολιτικής για έξοδο από την κρίση,  αλλά ο στόχος  αυτής της πολιτικής, σε ένα μονόπλευρο ταξικό πόλεμο που απαιτεί την καταστροφή  των μόνων μέσων για την υπεράσπιση του βιοτικού επιπέδου των εργατών, των συνδικάτων
               Ο καπιταλισμός αναγκάζει τους εργαζόμενους να ανταγωνίζονται μεταξύ τους διαιρώντας τους, -γηγενείς  εναντίον αλλοδαπών, ειδικευμένοι εναντίον ανειδίκευτων κλπ. - αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία για να κρατούνται οι εργαζόμενοι  διαιρεμένοι. Και είναι η οργάνωση σε συνδικάτα που  δίνει την ευκαιρία συλλογικής μάχης εναντίον των εργοδοτών και  μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων χτίζοντας την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Τα συνδικάτα είναι η πρώτη γραμμή άμυνας των εργαζομένων εναντίον των εργοδοτών τους υπό τον καπιταλισμό. Γι’ αυτό και οι προσπάθειες της κυρίαρχης εξουσίας να τα αποδυναμώσουν, με όποιο τρόπο μπορούν είναι συνεχείς. Όπως άλωση των συνδικάτων από κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές που διαπραγματεύονται τους όρους εκμετάλλευσης εξ ονόματος των μελών τους στηρίζοντας την κυρίαρχη πολιτική που απομακρύνει τους εργαζόμενους, (π.χ πεπραγμένα προέδρου ΓΣΕΕ Γ. Παναγόπουλου) νομοθετικές ρυθμίσεις για έλεγχο συνδικαλιστικών δράσεων (π.χ. ηλεκτρονική ψηφοφορία) και περιορισμό των απεργιακών κινητοποιήσεων.
               Και όλα αυτά, γιατί όπως είπε ο Φ. Εγκελς τα συνδικάτα και το όπλο απεργίας ειδικότερα είναι «σχολές πολέμου» που εκπαιδεύουν τους εργαζόμενους στην ταξική πάλη, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δική τους χειραφέτηση.
              

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2020

ΤΟΠΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ


Δεκαετίες τώρα οι προσπάθειες της ιμπεριαλιστικής Αμερικής να επιβάλλει τα συμφέροντά της στις πολύπλοκες κοινωνίες της Μέσης Ανατολής έχουν σαν συνέπειες μόνο καταστροφή χωρών όπως η Συρία  και το Ιράκ, αλλά και το Αφγανιστάν παραπέρα, εξάντληση τεράστιων οικονομικών πόρων, τσάκισμα της ζωής των καθημερινών ανθρώπων. Η συνεχής απελπιστική κατάσταση στην περιοχή συνεχώς περιπλέκεται από τις διαφορετικές σκοπιμότητες σ’ αυτήν με επίκεντρο τους ενεργειακούς πόρους. Οι ΗΠΑ ενισχύουν το Ισραήλ, το οποίο απειλεί το Ιράν, το οποίο έχει τεταμένες σχέσεις με τις χώρες του Κόλπου, οι οποίες αγοράζουν προηγμένα όπλα από την Αμερική.
     Και τώρα,  η δολοφονία του Qassem Soleimani από τους αμερικανούς μοιάζει να δίνει ώθηση σε έναν νέο φαύλο κύκλο πολεμικών επιχειρήσεων που  αυξάνει την αγωνία για την έκταση και έντασή τους. Η ίδια η δολοφονία ενός τόσου σημαντικού στρατιωτικού και πολιτικού ηγέτη είναι ήδη μια  κραυγαλέα πράξη πολέμου και επιθετικότητας, το αποκορύφωμα της  συνεχώς κλιμακούμενης χρήσης του οικονομικού όπλου των κυρώσεων εναντίον του Ιράν από τις ΗΠΑ.
               Κι αν δεν είναι σαφές πώς, πότε και πού θα αντιδράσει το Ιράν, το σίγουρο όμως είναι πως  θα αναγκαστεί να αντιδράσει άμεσα ή έμμεσα ίσως σε χρόνο και τόπο της επιλογής του, γιατί διαφορετικά θα φανεί αδύναμο στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Και οι αγωνιώδεις προβληματισμοί σχετικά με το αν η αντίδρασή του θα τραβήξει τις ΗΠΑ βαθύτερα σε μια στρατιωτική σύγκρουση δεν είναι θεωρητικοί. Γιατί κάθε ενέργεια εναντίον στρατού των ΗΠΑ ή  συμφερόντων τους  ή συμμάχων τους  αναγκαστικά θα  θεωρηθεί από την Ουάσινγκτον ως λόγος, για να μη φανούν κι αυτοί αδύναμοι,  να κλιμακωθεί περαιτέρω η σύγκρουσή τους. Και γι’ αυτό μοιάζει  η δικαιολογία από τον πρόεδρο Τραμπ της δολοφονίας ως πράξης αποτροπής εικαζόμενων επιθέσεων που σχεδιάζονται εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, να είναι μάλλον ευσεβής πόθος.   
Το Ιράν διαθέτει άφθονους περιφερειακούς συμμάχους που αποτελούν έναν «άξονα αντίστασης» και μπορεί  να ασκήσει ασύμμετρο πόλεμο χτυπώντας στόχους συμφερόντων ΗΠΑ στο Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, την Υεμένη, το Αφγανιστάν τον Περσικό Κόλπο και το ίδιο το Ισραήλ.  Θα μπορούσε επίσης να χτυπήσει μακριά, να επιτεθεί σε αμερικανικές πρεσβείες σε όλο τον κόσμο, να  στοχεύσει αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις (και οι αμερικανικές βάσεις στο ελληνικό έδαφος είναι δυνητικός στόχος τους)  ή να ενεργοποιήσει συνεργάτες του στις ΗΠΑ ή αλλού. Ακόμα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομία παρεμποδίζοντας το πετρέλαιο που διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ στις παγκόσμιες αγορές.
               Από την άλλη οι  ΗΠΑ παρά την πολεμική υπεροπλία και την οικονομική κυριαρχία δεν μοιάζει εύκολο  να απεμπλακούν από τη Μέση Ανατολή χωρίς να υποστούν σοβαρό πλήγμα στο καθεστώς τους ως κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη του κόσμου. Μάλιστα οι συνέπειες  από την αποτυχημένη κατοχή του Ιράκ αλλά και τις ανασυντάξεις από  την λεγόμενη αραβική άνοιξη του  2011  μάλλον διασύρουν την ικανότητα  των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν. Απρόθυμοι, ή και αδύναμοι, οι ΗΠΑ να παρεμβαίνουν άμεσα και αποφασιστικά προσπαθούν να προσελκύσουν τη βοήθεια διαφόρων περιφερειακών δυνάμεων. Όμως, οι σημαντικότεροι παράγοντες της περιοχής, όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Ιράκ, δείχνουν όλο και λιγότερο ενδιαφέρον για την εξυπηρέτηση της  αμερικανικής εξουσίας και επικεντρώνονται σε έναν πικρό αγώνα μεταξύ τους για να επιβεβαιώσουν την επιρροή τους σε ένα μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο.
 Ήδη το κοινοβούλιο του Ιράκ ζητεί από την κυβέρνηση να φροντίσει για τον τερματισμό της παρουσίας όλων των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων στο Ιράκ και για την διασφάλιση του κρατικού μονοπωλίου επί των όπλων, ενώ το υπουργείο εξωτερικών ανακοινώνει την προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να καταδικάσει τις αμερικανικές ενέργειες. Μοιάζει να χάνουν έδαφος οι ΗΠΑ στο Ιράκ και να παίρνει την πρωτοκαθεδρία η Τεχεράνη, σε μια εποχή όπου η χώρα είναι πολιτικά ασταθής ύστερα από σχεδόν τρεις μήνες αντικυβερνητικών διαμαρτυριών, με τις  αμερικανικές δυνάμεις και τους  διπλωμάτες της να  παραμένουν ευάλωτοι σε επίθεση από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές που είναι επίσημα μέρος των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας.           
Γι’ αυτό ίσως καμιά  πλευρά δεν θα επιθυμούσε έναν πλήρη πόλεμο. Το Ιράν γνωρίζει ότι η  άμεση αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ θα ήταν δαπανηρή και καταστροφική και για τη χώρα και το λαό της. Ο βομβαρδισμός της ή ακόμα και η εισβολή των αμερικανών θα είχαν ως αποτέλεσμα μαζικές απώλειες, οικονομική καταστροφή και ίσως μια γενιά αστάθειας όχι διαφορετικά με αυτό που οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αλλά και για τις ΗΠΑ η μέγιστη πίεση που θα αναγκάσει το Ιράν σε μια ταπεινωτική νέα συμφωνία αφοπλισμού μέσω κυρώσεων και διπλωματικής απομόνωσης φαίνεται πιο επιθυμητή από έναν πόλεμο που είναι αμφίβολο αν, παρόλο που μπορεί να είναι γρήγορος και εύκολος, θα οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα, και δεν θα συμβεί όπως με το Ιράκ, παρά τις ευοίωνες προβλέψεις.
Αυτή η δολοφονία που πιέζει ιδιαίτερα το Ιράν σκοπεύει στην κλιμάκωση της έντασης σε μια  προσπάθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, με τη βεβαιότητα της δύναμής του,  να εδραιώσει τον έλεγχό του στην πιο σημαντική περιοχή παραγωγής ενέργειας στον κόσμο.
Αυτή η δολοφονία μαζί  με τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για την κατάρρευση της οικονομίας του Ιράν δεν μπορούν να διαχωριστούν από την ιστορία του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ στη συγκεκριμένη περιοχή. Οι αμερικανικές επιθέσεις υπογραμμίζουν έναν κόσμο που υπόκειται σε σημαντικές αλλαγές, καθώς η Κίνα, η Ρωσία αλλά και οι περιφερειακές δυνάμεις όπως το Ιράν επιδιώκουν να αντικαταστήσουν ή αμφισβητούν την απόλυτη στρατιωτική ηγεμονία των ΗΠΑ. Εξάλλου, η πραγματικότητα είναι πως το Ιράν εδώ και δεκαετίες πιέζεται από την περικύκλωση των ΗΠΑ και τις προσπάθειες για αλλαγή καθεστώτος μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, που ανέτρεψε τον Σάχη, μια πιστή αμερικανική μαριονέτα και σύμμαχο του Ισραήλ. Αν λοιπόν  οι Αμερικανοί θυμούνται στην Τεχεράνη του 1979 τις 444 ημέρες κατά τις οποίες 52 διπλωμάτες και πρεσβευτές των ΗΠΑ κρατήθηκαν όμηροι, οι Ιρανοί θα  θυμούνται το πραξικόπημα ΗΠΑ και Βρετανίας το 1953 που ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ και επέστρεψε τον Ρεζά Παχλαβί στην εξουσία.
Αυτή η δολοφονία θέτει σε κίνδυνο εκατομμύρια ζωές σε ολόκληρη την περιοχή, κυρίως τη ζωή των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων στο Ιράν, το Ιράκ, το Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και την Παλαιστίνη. Πρόκειται για μια κραυγαλέα πράξη ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας με τεράστιες συνέπειες. Κοντά στ’ άλλα, μ’ αυτή τη δολοφονία ευρύτερα επιδιώκεται,  με την επίδειξη δύναμης που δεν λογαριάζει κανόνες και καταρρίπτει και τα προσχήματα,  να απειληθεί κάθε αντίσταση στον ιμπεριαλισμό, και όχι μόνο σ’ αυτή την περιοχή, και να παγιωθεί το προηγούμενο της ατιμωρησίας των ΗΠΑ για εγκλήματα πολέμου.