Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

ΘΕΑΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ


Τα τελευταία χρόνια η επικοινωνιακή πολιτική βρίσκεται στα …καλύτερά της, με την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τα  δικτυακά και έντυπα μέσα να μεταδίδουν πολιτικά μηνύματα της κυρίαρχης εξουσίας σε μαζικά και  ετερογενή ακροατήρια που σε τακτά χρονικά διαστήματα ενισχύονται με δημοσκοπήσεις, ποσοτικές ή ποιοτικές, για να αποκτούν και μια διάσταση αντικειμενικότητας, ώστε να γίνονται πιο πειστικά. Κι έτσι να δημιουργούν μια αναπαράσταση της πραγματικότητας που ενδιαφέρει να είναι πειστική, ακόμα κι αν ελάχιστα σχετίζεται μ’ αυτήν. Και είναι αυτό που επιδιώκεται από  τους πολιτικούς της κυρίαρχης εξουσίας.           
Ο πρωθυπουργός δεν χάνει ευκαιρία να επαναλαμβάνει σαν άθλο της κυβέρνησης, κολακεύοντας όμως και τον λαό που ανταποκρίθηκε, την αντιμετώπιση της πανδημίας την Άνοιξη για να «είναι η χώρα παράδειγμα προς μίμηση παγκοσμίως». Και  βέβαια, να επιμένει πως «Η υγειονομική περιπέτεια δοκίμασε την εθνική οικονομία, δεν έπληξε όμως τις βάσεις της», ενώ  επαίρεται πως «Ο δείκτης οικονομικού κλίματος λίγο πριν την πανδημία βρέθηκε στο ψηλότερο σημείο εδώ και 19 χρόνια και σήμερα παρά την πτώση είναι δέκα μονάδες πάνω από την υπόλοιπη Ευρώπη» στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ ένα μήνα πριν. Και βέβαια στο επετειακό βίντεο για την ανάληψη της εξουσίας από τη Ν.Δ πριν ένα χρόνο, με εικόνες του πρωθυπουργού σε ρόλο ηγέτη που  τονίζοντας την ενότητα λαού και κυβέρνησης με αυταρέσκεια  μιλά για το χτίσιμο της εθνικής αυτοπεποίθησης μέσα από πρωτοφανείς περιπέτειες, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτές την απώθηση των εξαθλιωμένων που προωθούσε στον Έβρο ο  Ερντογάν ως υπεράσπιση των συνόρων της Ευρώπης και το κλείδωμα της Άνοιξης ως νίκη στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού. Και τώρα που τα κρούσματα κορωνοϊού αυξάνονται, αποφεύγεται να γίνεται λόγος για  τη σύμπτωση του  ανοίγματος των συνόρων με την αύξηση των κρουσμάτων, που χρεώνεται από τον κυρίαρχο λόγο σχεδόν αποκλειστικά στην έλλειψη ατομικής ευθύνης, στη χαλαρότητα της συμπεριφοράς μας. Και σχεδόν  δεν περνά μέρα που να μην γίνεται αναφορά στην κομψότητα της πρωθυπουργικής συζύγου, κατά τα πρότυπα της πάλαι ποτέ βασιλικής συζύγου, και τις ηγετικές ικανότητες του χαρισματικού ηγέτη της χώρας, Κ. Μητσοτάκη.
       Όλη η πολιτική συμπεριφορά και δράση έχει περισσότερο από ποτέ συρρικνωθεί σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι. Η πολιτική σαν να είναι μόνο ένα παιχνίδι, ένα θέαμα και οι πολίτες οι θεατές της που επιλέγουν το καλύτερο σενάριο, για να απολαμβάνουν προδοσίες, χτυπήματα κάτω από τη μέση, συμμαχίες, λεκτικές κονταρομαχίες. Χάρη στα Μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης  εξετάζουμε κάθε λεπτομέρεια της δράσης σαν να είναι σαπουνόπερα της οποίας τα  επεισόδια ακολουθούν το ένα το άλλο, όπου οι τραγωδίες χτυπούν τυφλά και οι πολιτικοί συγκρούονται βίαια, έτσι που θα μπορούσαμε εξωθώντας αυτή τη σύγκριση στα όριά της να μιλάμε περισσότερο για reality show. Η λογική των μέσων μαζικής ενημέρωσης αντιμετωπίζει την πολιτική  και τον πολιτικό λόγο σαν ένα προϊόν από κάθε άποψη συγκρίσιμο με ένα άλλο, ένα εμπόρευμα που είναι θέμα πώλησης με μεθόδους αποτελεσματικές στον τομέα της διαφήμισης και εμπόριο. Οι στριγγιές του Α. Γεωργιάδη, οι χυδαίες προσβολές του Κ.Μπογδάνου, η συγκαταβατική υπεροχή του Κ. Μητσοτάκη δεν είναι παρά επικοινωνιακές τεχνικές για προώθηση του πολιτικού προϊόντος τους, που συγχρόνως διαμορφώνουν μια πολιτική πραγματικότητα που έχει να κάνει με τη ίδια μας τη ζωή.
Γιατί η πολιτική, ακόμα κι αν την παρουσιάζουν έτσι,  δεν είναι διαφήμιση ή θέαμα, παρά μόνο στο βαθμό που χρησιμοποιείται για να μπορεί να μεταμφιέζεται πετυχημένα και να κρύβονται τα συμφέροντα που την καθορίζουν. Είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό από ένα απλό παιχνίδι, γιατί ο στόχος  είναι η εξουσία από την οποία εξαρτάται το μέλλον της κοινωνίας μας. Η εξουσία χρησιμοποιεί το θέαμα για να καλυφθεί, και έτσι να κρύψει την πραγματική άσκηση της πίσω από ορισμένα τεχνάσματα  επικοινωνίας, ενώ τα ΜΜΕ λειτουργούν ως παραμορφωτικός φακός που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.
          Στην αδυσώπητη και διαρκώς επεκτεινόμενη προσπάθειά του προς την ολική εξουσία στον χρόνο και στο χώρο πάνω στους ανθρώπους, αλλά και τους μη ανθρώπινους πόρους ο καπιταλισμός μοιάζει να  έχει χαρτογραφήσει τη συνείδηση ως το τελικό του σύνορο. Αυτό συνεπάγεται μια συνεχή αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και της δημόσιας πειθούς που αποσκοπεί στην καλλιέργεια της παθητικότητας, την προώθηση ελεγχόμενων προσδοκιών και την κατασκευή χειραγωγούμενων ταυτοτήτων. Η νομιμοποίηση του αστικού κράτους εξαρτάται εν μέρει από την ικανότητά του να εκπροσωπεί και να εσωτερικεύει στη συνείδηση των εκμεταλλευομένων τάξεων το λόγο ύπαρξης της πολιτικής του και του τρόπου διοίκησης ως κάτι φυσικό, δίκαιο και κυρίως προς όφελος του λαού.
         Κι αν ο κυρίαρχος λόγος δεν παραδέχεται πως χρησιμοποιεί την  προπαγάνδα για χειραγώγηση της γνώμης και της σκέψης, τι άλλο όμως είναι ο λόγος που δημιουργεί ψευδαισθήσεις, προκαλεί ψέματα, εξωραΐζει την πραγματικότητα; Μεταμορφώνει ή επιβεβαιώνει απόψεις πατώντας πάνω σε υπαρκτά προβλήματα για να δώσει τη λύση που συμφέρει στην άρχουσα τάξη, ενσταλάζοντας την κυρίαρχη ιδεολογία και τον αντίκτυπό της στην καθημερινή ζωή.  
 Από την αρχή του καλοκαιριού η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων για τον τουρισμό που θα δώσει ανάσα στην οικονομία αποκρύπτει την πραγματικότητα της οικονομικής εξαθλίωσης και ανεργίας επιμένοντας στη διαφήμιση της σωτήριας πολιτικής της κυβέρνησης. Η πραγματικότητα  όμως έτσι κι αλλιώς μακροπρόθεσμα αρνείται να προσαρμοστεί στις προβλέψεις των προφητών της επικοινωνίας Ροκανίζοντας λοιπόν το χρόνο ο κυρίαρχος λόγος με εξωραϊσμούς της πραγματικότητας αναβάλλει όσο μπορεί την αντιμετώπιση της, ενώ  οπλίζεται με νομοθετήματα.
Και μείς, οι υποτελείς τάξεις που εκμεταλλεύονται το μόχθο μας και μας καταδικάζουν στην εξαθλίωση και ανασφάλεια, πως είναι δυνατό να συμβιβαζόμαστε με μια πολιτική  θέαμα και να ενστερνιζόμαστε ακόμα και να διαδίδουμε, έστω χωρίς να το συνειδητοποιούμε την προπαγάνδα τους,  όταν διακυβεύεται η ζωή μας;

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

ΤΑΞΙΚΕΣ ΠΑΡΕΙΣΦΡΗΣΕΙΣ


Η Νέα Δημοκρατία και από τον κυβερνητικό θώκο συνεχίζει με διαξιφισμούς και φραστικά πυροτεχνήματα, που τροφοδοτούν την επικαιρότητα, να πείσει ότι οι αντιμετωπίσεις των προβλημάτων είναι τελείως διαφορετικές από εκείνες της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Η εμμονή για κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, για να συκοφαντηθεί ακόμα κι ένας κουτσουρεμένος συμβολισμός ελευθερίας, η κινδυνολογία για την έλλειψη ασφάλειας, που δικαιολογεί  την αύξηση της αστυνόμευσης, η επιχείρηση εξωραϊσμού θεσμών εξουσίας όπως η εκκλησία,  που δίνει ιδεολογικό κάλυμμα σε κυβερνητικές επιλογές παρουσιάζονται υπερβολικά αντιθετικές μ’ εκείνες της προηγούμενης κυβέρνησης για να πείσουν για την αλλαγή πολιτικής. Μια πολιτική που η κύρια διαφοροποίησή της εντοπίζεται περισσότερο στον τρόπο μεθόδευσης  επιβολής της και στους φραστικούς εξωραϊσμούς που χρησιμοποιούνται για την δικαιολόγηση της και λιγότερο σ’ αυτήν την ίδια την πολιτική και την  εφαρμογή της.
          Έτσι ο Κ. Μητσοτάκης επιμένει και μετεκλογικά να προπαγανδίζει σαν  επίκεντρο της πολιτικής του τα συμφέροντα   της μεσαίας τάξης, σε παραλληλία  με τους «πολλούς» του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να παραλείπει κάθε φορά που εξαγγέλλει κάποιο μέτρο να τονίζει πως την ευνοεί. Π.χ. όταν στις προγραμματικές του δηλώσεις υποσχέθηκε ελάφρυνση του ΕΝΦΙΑ απευθυνόμενος στο ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε «Όταν ελαφρύνουμε τον ΕΝΦΙΑ δεν αναφερόμαστε στους πλούσιους της Εκάλης αλλά στη μεσαία τάξη που εσείς εξοντώσατε»
              Και κολακευμένοι  οι ψηφοφόροι του επειδή  ανήκουν στη μεσαία τάξη αισιοδοξούν πως θα  επανέλθουν  στην προ της κρίσης κατάσταση, που εξαιτίας της πολιτικής του  ΣΥΡΙΖΑ με τα μνημόνια απώλεσαν, ξεχνώντας πως από κοινού ψηφίστηκαν  και εφαρμόστηκαν και από  Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ.  
 Ο χαρακτηρισμός «μεσαία» είναι κολακευτικά παραπλανητικός, δεδομένου ότι υποδηλώνει πως  τα άτομα της μεσαίας τάξης βρίσκονται στο μέσο της κατανομής του εισοδήματος όλου του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των πολύ πλούσιων. Μια ασαφής περιγραφή της περιλαμβάνει αυτούς που βρίσκονται κάτω από την τάξη των μεγάλων  καπιταλιστών πάνω από το προλεταριάτο. Αυτό το κοινωνικό στρώμα που ολοένα και φθίνει αποτελείται από μικρούς εμπόρους, καταστηματάρχες, όλους  αυτούς που ανήκουν στην ιεραρχία αξιωματούχων, μέλη ελεύθερων επαγγελμάτων κλπ. Όλους αυτούς που κάθε φορά  που υποφέρουν από τον ανταγωνισμό ακόμα μεγαλύτερων καπιταλιστών καταγγέλλουν εκείνους που βρίσκονται ψηλότερα απ’ αυτούς και φωνάζουν για βοήθεια εκ μέρους της μεσαίας τάξης.
Ιδανικό που έχει η μεσαία τάξη είναι πως μπορεί να αυξηθεί το εισόδημά της προς υψηλότερα οικονομικά στρώματα μέσω της εξέλιξης της σταδιοδρομίας και των αναβαθμίσεων των μισθών. Η διάψευση αυτής της φιλοδοξίας στη δεκαετία της κρίσης, με την αύξηση τιμής των αγαθών και υπηρεσιών και την καθήλωση και μείωση των μισθών, χρεώθηκε στην κακοδιαχείριση κι ανηθικότητα, που η επιστροφή στην κανονικότητα μετά την …τιμωρία των μνημονίων, θα αποκαταστήσει την προτέρα κατάσταση. Και τώρα αναμένεται από  τον Κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του η πραγματοποίηση του πόθου της.
  Το παράδοξο είναι πως ενώ απορρίπτεται από τον κυρίαρχο λόγο κάθε ταξική διάσταση των πολιτικών επιλογών υποστηρίζοντας μάλιστα πως η οικονομία της αγοράς και η δημοκρατία δίνουν δυνατότητα ισοσκελισμού των κοινωνικοοικονομικών διαφορών, παρεισφρέει όμως στον προπαγανδιστικό λόγο των κυβερνώντων, έστω και διαστρεβλωμένα.
Βέβαια η αναφορά σε μεσαία τάξη στην πραγματικότητα δεν χρησιμοποιείται παρά για υπεράσπιση του καπιταλισμού.  Πέρα από το γεγονός πως η ασάφεια της περιγραφής της κολακεύει ένα μεγάλο τμήμα εργαζομένων, που ακολουθώντας τις επιθυμίες του, να θεωρεί τον εαυτό του πως ανήκει σ’ αυτήν, το σημαντικό είναι πως δύσκολα όσοι πιστεύουν ότι ανήκουν στη μεσαία τάξη είναι ευνοϊκοί προς το σοσιαλισμό. Η πεποίθησή τους για την κοινωνικοοικονομική τους κατάταξη τους κάνει πιο πρόθυμους να γίνουν οι ίδιοι μεγάλοι καπιταλιστές. Κι αν σε ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να επιθυμούν περιστασιακά να περιορίσουν την ελευθερία του ανταγωνισμού – χρησιμοποιώντας το όνομα του  σοσιαλισμού  προς όφελός τους-  δεν θέλουν όμως να εγκαταλείψουν τη δική τους ανεξαρτησία ή προνόμια που μπορεί να τους εξασφαλίζει η να υπόσχεται πως τους εξασφαλίζει η οικονομία της αγοράς. Συνεπώς, όταν υπάρχει ισχυρή μεσαία τάξη, μπορεί να λειτουργεί ως προστατευτικός τοίχος για τους καπιταλιστές ενάντια στους αγώνες του εργατικού κινήματος. Εάν οι εργάτες ζητήσουν την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, βρίσκουν σε αυτή τη μεσαία τάξη εξίσου πικρή αντίπαλο όπως στους ίδιους τους καπιταλιστές.
          Η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης μπορεί πραγματικά να προκαλέσει ανησυχία για το κεφάλαιο, αφού λειτουργεί ως σωματοφύλακας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ανάχωμα στις πιθανές πιέσεις της δύναμης του προλεταριάτου.
        Κι όταν εξαγγέλλονται λοιπόν ψευδεπίγραφες ελαφρύνσεις για τη μεσαία τάξη, στην πραγματικότητα  γίνεται μια προσπάθεια προσεταιρισμού της, για να μη συμμαχήσει με τους εξαθλιωμένους εργαζόμενους, στην τελική δηλ. για να υπερασπίζεται  τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.