Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΕΚΦΡΑΣΤΕΣ



Σε κείμενο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο η «αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας», κάνοντας έναν απολογισμό της δράσης της διαβεβαιώνει  πως γνωρίζει ότι έχει τίμημα ο αγώνας, ταξίδι τον χαρακτηρίζει, και πως τα μηνύματα από «τον απλό κόσμο που είναι εκεί έξω και βλέπει και ξέρει είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά».
Ο Διονύσης Σαββόπουλος στην ομιλία του κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ επεσήμανε «Τολμώ να πω ότι η κατακερματισμένη εποχή μας χρειάζεται συνθέτες μάλλον, παρά καθοδηγητές. Το έχει ανάγκη η ψυχή μας. Το κράμα ανατολής και δύσης που πέτυχε π.χ. ο Βασίλης Τσιτσάνης και που τόσο ανάγκη έχει ο τόπος, δεν το έχει επιτύχει ο πολιτικός μας βίος, με αποτέλεσμα αλλού να μοχθούμε κάθε μέρα και αλλού να είναι η ψυχή μας»
Ο προωθούμενος περίπου ως …εθνικός μας φιλόσοφος Στ. Ράμφος στο προ μηνός συνέδριο της Ν.Δ ανακάλυψε την αιτία όλων των κακών στην κακή λειτουργία του κράτους, «το οποίο ορίζοντας τον σκοπό της κοινωνίας στην προοπτική του κοινού καλού, επιτελεί το Κράτος ένα κρισιμότατο λειτούργημα», διασαφηνίζοντας πως «Η ανομία ισχύει όταν το συναίσθημα και η μερικότητά του κυριαρχήσουν επί του κοινού καλού. Που σημαίνει το εξής, για να κατακλύσουμε. Ότι είναι τα εσωτερικά μας Εξάρχεια που δημιουργούν τα εξωτερικά Εξάρχεια. Εκεί είναι το πρόβλημα. Είναι τα εσωτερικά μας «δεν πληρώνω» που δημιουργούν τα εξωτερικά μας «δεν πληρώνω».
               Ένας τραγουδοποιός που δεκαετίες πριν φαινόταν με την τέχνη του πως έθετε καίρια ερωτήματα σ’ αντιπαράθεση με το όποιο κατεστημένο, ένας περιοδεύων  στο μαρξισμό, ορθοδοξία, φιλελευθερισμό διανοητής, μια συλλογικότητα μερικών κουκουλοφόρων ατόμων  με δράσεις που περιλαμβάνουν ενέργειες καταλήψεων γραφείων κομμάτων, ρίψης φυλλαδίων, επιθέσεων σε εταιρείες, πρεσβείες, ΜΜΕ κλπ. αντιπροσωπεύουν επάξια ιδεολογίες και τεχνικές της αστικής εξουσίας, γίνονται όψεις του κόσμου του κεφαλαίου και της λογικής του. Μόνο που σ’ αυτά τα χρόνια της ανέχειας και της βουβής οργής μοιάζουν όλα αυτά με προσπάθειες συλλογικής παραμυθίας, όπου γίγαντες, δράκοι και κοντορεβιθούληδες πρέπει να πιστεύουμε πως ακόμα υπάρχουν.
               Ο  Δ. Σαββόπουλος ξεκίνησε, ως εκφραστής μιας περιθωριακής πολιτικής ευαισθησίας, με το περίφημο «Φορτηγό» του το ταξίδι του στην καλλιτεχνική και όχι μόνο ζωή του τόπου και θεωρήθηκε παράγοντας ανατροπής του κατεστημένου. Στα τραγούδια του συναντώνται,  ανθρωπιστική ιδεολογία, ερωτισμός, λέξεις και στοιχεία που σηματοδοτούν χώρους συγκέντρωσης και πολιτικής συζήτησης αλλά και χώρους ελεύθερους, ανοιχτούς στην περιπέτεια και την χειραφέτηση. Κι απέναντι πάντα μια καταναλωτική κοινωνία που καταβροχθίζει τα πάντα κι εμάς με τη μνήμη μας. Κι αφού έκρινε την κρατική εξουσία, εκφράζοντας τις θεμελιακές πολιτικές του αμφιβολίες ταυτιζόμενος ως ένα σημείο με αναρχικούς, αριστεριστές κλπ.  οδηγήθηκε σ’ έναν μηδενισμό πολιτικό, έχοντας αρκούντως εκθειάσει  την εξέγερση ως αντιεξουσιαστική πρόταση. Για ν’ ανακαλύψει, στα χρόνια του ’80, την παρέα σαν θεμελιακό λίθο της νέας φιλοσοφίας του, την παρέα έξω από ταξικές συγκρούσεις και ιδεολογίες κι αργότερα την ορθοδοξία. Το πολιτικό απαξιώνεται, ένα κλίμα ανθρωπιστικής συμπαράστασης απομένει στη βύθιση του ίδιου του τραγουδοποιού στο ιδιωτικό.    
               Και  σ’ αυτό το σημείο είναι που συναντώνται Ράμφος, Σαββόπουλος, Ρουβίκωνας. «Τα εσωτερικά μας Εξάρχεια που δημιουργούν τα εξωτερικά Εξάρχεια» κατά Ράμφο υπάρχουν γιατί αλλού «μοχθούμε» κι «αλλού είναι η ψυχή μας» κατά Σαββόπουλο. Ο ιδεαλισμός των επίδοξων μικρομεσαίων που ξεκίνησε ως ανάπτυξη νέων ευαισθησιών και προσανατολισμών μέσα στο πλαίσιο του ιδιωτικού και είχε βρει στην τέχνη του Σαββόπουλου την ιδανική έκφραση, στην παρακμή του πρέπει να αρκεστεί στα φληναφήματα του Ράμφου.
  Η κυριαρχία του ιδιωτικού, η εκ νέου ανακάλυψη του δυισμού ύλης και πνεύματος, η κριτική της πολιτικής και η απόρριψή της είχε δημιουργήσει στα χρόνια της ευμάρειας τους αναρίθμητους «πρώην» κομματικά οργανωμένους που έγιναν ανένταχτοι, κι ενώ κλαψούριζαν για την πολιτική τους περιθωριοποίηση αναβαθμίστηκαν στο κοινωνικό πεδίο και βρέθηκαν να διαμορφώνουν τις νέες κατευθύνσεις της αστικής ιδεολογίας: καταγγελία του ολοκληρωτισμού, εννοώντας τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, εκθειασμός κάθε είδους ατομικής χειραφέτησης και αυτονομίας,  βαρύτητα στην ατομικότητα, στο ορθόδοξο «πρόσωπο», στην άρνηση του κρατισμού. Κι αφού γαλουχηθήκαμε χρόνια τώρα πως κάθε κίνημα και  πολιτική είναι αδιανόητα και στείρα χωρίς την εξέγερση της φαντασίας, τη θέληση για ολοκληρωτική αλλαγή του εαυτού μας χωρίς κανένα ενδιάμεσο, χωρίς καμιά διαμεσολάβηση, είμαστε πια επιρρεπείς ακόμα και να πιστέψουμε σε συλλογικότητες σαν τον Ρουβίκωνα να αναλαμβάνουν με τις θεατρικές δράσεις τους  να τροφοδοτούν τις αυταπάτες  για ατομική θεαματική και συμβολική αντίδραση σε εξουσιαστικές πολιτικές.
               Και φτάνοντας στα χρόνια μας στην ολομέτωπη επίθεση της άρχουσας τάξης, σαν έτοιμοι από καιρό αποδεχόμαστε την απόλυτη πολιτική ανυπαρξία μας, την περιστολή της πολιτικής μας επιλογής  στη προσωπική μας στάση κι αποτραβιόμαστε στον …αυτόνομο εσωτερικό μας κόσμο  πιστεύοντας πως πλάθοντας από την αρχή στο μικρόκοσμό μας  ολάκερο τον κόσμο θ’  αλλάξει έτσι κι όλος ο κόσμος. Μέχρι που η ανεργία και η φτώχεια  να χτυπήσει και τη δική μας πόρτα, για να συνειδητοποιήσουμε, μέσα από την έλλειψη, από πόσο υλικά πράγματα έχει ανάγκη η ύπαρξή μας και ποιοι μας τα στερούν. ¨Η όχι;

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ



Πριν δυο μέρες η  τροπολογία που κατέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής για δίωξη αυτών που παρεμποδίζουν πλειστηριασμούς, «βελτιωμένο» στο σκέλος που απαιτείται έγκληση από το θύμα και όχι αυτεπάγγελτη δίωξη, υπερψηφίστηκε από τη συμπολίτευση, παρόλη την …εκφρασμένη δυσαρέσκεια των κυβερνητικών βουλευτών και γενικά την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για το νέο «ιδιώνυμο» με το οποίο ποινικοποιούνται κινητοποιήσεις. Εξάλλου δεν βρήκε αντίθετα τα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης, ακόμα κι αν περιορίστηκαν στο «παρών» για μικροπολιτικούς λόγους, με τη Νέα Δημοκρατία να πλειοδοτεί στην έκταση της εφαρμογής της και  τη Χ.Α να συνεχίζει το αντισυστημικό παιχνίδι της καταψηφίζοντάς τη.  
Την επόμενη μέρα η ένωση δικαστών και εισαγγελέων σε ανακοίνωσή της για τη βομβιστική ενέργεια στο Εφετείο  κατηγορεί  εν ολίγοις την κυβέρνηση ως «ηθικό αυτουργό» για το τρομοκρατικό χτύπημα, ενώ από  την πλευρά της κυβέρνησης ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής απαντώντας  στις αιχμές των δικαστικών κάνει λόγω για προσπάθεια αποπροσανατολιστική και υποβολιμαία» αλλά και «πρωτίστως προκλητική»
 Από τη μια η κυβέρνηση της «ριζοσπαστικής αριστεράς» θωρακίζει το κράτος με νόμους που ποινικοποιούν τις κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες και από την άλλη εμφανίζεται να συγκρούεται με το δικαστικό σώμα σε μια επίδειξη ανατρεπτικού λόγου, κρίνοντας τη δικαστική εξουσία σε επιμέρους τομείς που καθόλου δεν αλλοιώνουν την ουσία της καπιταλιστικής εξουσίας  όπως εκφράζεται και στο δίκαιο.
               Οι σοσιαλδημοκράτες παντού υποστηρίζουν την ιμπεριαλιστική αντίδραση, αναδεικνύονται σε υπηρέτες της καπιταλιστικής τάξης κι αν υπάρχει ένα θετικό είναι πως έχοντας διακηρύξει ανοιχτά  την πολιτική τους γραμμή δεν μπορούν πια να τοποθετούνται ως κομμουνιστές. Όλοι αυτοί οι αριστεροί που δρουν κάτω από μια υποτιθεμένη αριστερή και ριζοσπαστική μεταμφίεση υπήρξαν οι πιο επικίνδυνοι για το λαϊκό κίνημα  και  τα καλύτερα φερέφωνα της άρχουσας τάξης. Δρουν αποτελεσματικά στην ενίσχυση των εκστρατειών προπαγάνδας για δαιμονοποίηση των κοινωνικών ομάδων που θα μπορούσαν να αντιταχθούν στην άρχουσα τάξη. Δρουν με ένα  ριζοσπαστικό προσωπείο ομολογώντας κυνικά, με μισή καρδιά πάντα, την αλλαγή απόψεών τους. Και αναζητώντας πεδία που θ’ αναδείξουν τη ριζοσπαστικότητά τους καταφεύγουν σε λόγο συγκρουσιακό, που είναι όμως απατηλός και συγχρόνως και αποκαλυπτικός των συμφερόντων που υποκρύπτονται. Τροφοδοτούνται έτσι αυταπάτες για κριτική σε  πρόσωπα ή θεσμούς που μπορεί να ευθύνονται για τις πολιτικές επιλογές και στα οποία θα πρέπει να κατευθύνεται η δυσαρέσκεια, σταθερή παραπλανητική θέση των ριζοσπαστών αριστερών της σοσιαλδημοκρατίας ότι οι εν ευθέτω χρόνω μεταρρυθμιστικές βελτιώσεις του κοινωνικού συστήματος θα δώσουν ανθρώπινο πρόσωπο στον  καπιταλισμό με την εσωτερική διάβρωση που θα προκαλούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Για τη συγκεκριμένη τροπολογία ο υπουργός Οικονομικών, κατά την ειδησεογραφία, δήλωσε πως «Δεν μπορούμε να κάνουμε όλους τους ελιγμούς που θα θέλαμε και στους χρόνους που θα θέλαμε».
           Συγχρόνως συντηρείται το κλίμα αντιπαράθεσης  εκτελεστικής εξουσίας και δικαστικής με τις ανακοινώσεις ένθεν κακείθεν που αναδεικνύουν χαρακτηριστικά ευνοϊκά για αμφότερες τις εξουσίες.  Η κυβέρνηση προσπαθεί να επιδείξει ένα λαϊκό προφίλ μ’ αυτήν τη σύγκρουση, από τη στιγμή που η δικαστική εξουσία δικαίωσε τις πολιτικές επιλογές που εξαθλιώνουν, οι δικαστές να διακηρύξουν την ανεξαρτησία τους και παναπεί τη δύναμή τους.
         Μόνο που η δικαιοσύνη  δεν είναι παρά έκφραση του κυρίαρχου πολιτικοοικονομικού συστήματος και εκφράζει την οικονομική πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας τάξης.
             Κι αν στο αστικό καθεστώς το  νομικό εποικοδόμημα μοιάζει να έχει μια σχετική αυτοτέλεια, η οποία καθιστά δυνατή την αντεπίδραση των νομικών μορφών στις κοινωνικές σχέσεις, είναι όμως ο συσχετισμός ταξικών δυνάμεων ο καθοριστικός παράγοντας της εμφάνισης  σχετικής αυτοτέλειας του δικαίου από την οικονομική του βάση. Κι αν εμφανίζονται καταστάσεις  κατά τις οποίες η κρατική εξουσία αναγκάζεται συχνά να μην εφαρμόζει ή να ανέχεται τη μη ουσιαστική εφαρμογή του νόμου κάτω από την πίεση των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων και με στόχο να εκτονώσει τις πιέσεις που υφίσταται, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η όποια αντανάκλαση του συσχετισμού των δυνάμεων στο νομικό εποικοδόμημα δεν μπορεί ποτέ να υπερβαίνει το θεμελιώδες στοιχείο, δηλ. την κυρίαρχη τάξη και  το κράτος της. Αυτό σημαίνει πως οι νομοθετικές κατακτήσεις των κυριαρχούμενων τάξεων είναι εκ των πραγμάτων δευτερεύουσες, τέτοιες που το κυρίαρχο σύστημα μπορεί να τις αφομοιώνει ή και να τις αναιρεί όταν οι συσχετισμοί αλλάζουν.  
               Δεν μένει λοιπόν άλλο από μαζικές κινητοποιήσεις σαν αντίδραση σ’ αυτές τις επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας. Κι επειδή απέναντι στις λαϊκές κινητοποιήσεις υπάρχει το πάνοπλο από κάθε άποψη κράτος μόνο οι οργανωμένες και πολιτικά σχεδιασμένες κινητοποιήσεις μπορούν να του αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά.  
Και όσο γίνεται φανερό πως μετά από οκτώ χρόνια μνημονίων μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα απομένει όρθιο και  μπορεί να οργανώνει και να καθοδηγεί το κίνημα τόσο αυξάνονται οι κατηγορίες εναντίον του. Η ανατροπή των ταξικών συσχετισμών εις βάρος των λαϊκών αγώνων,  χρεώνεται πολλές φορές στο ΚΚΕ κατηγορώντας το για  ανικανότητά του για συγκρουσιακή δράση. Υποστηρίζοντας πως η κριτική για την αναποτελεσματικότητα των διαδηλώσεων και απεργιών ή ακόμα και των παρεμβάσεων στη Βουλή γίνεται με αριστερή ματιά απαξιώνεται το ΚΚΕ και εκμηδενίζεται κάθε δράση του. Και η αριστερή κριτική κυνηγά την ουρά της.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ(!)



Την προηγούμενη εβδομάδα η υπουργός εργασίας Ε. Αχτσιόγλου σε νομοσχέδιο για τη διαστημική πολιτική κατέθεσε τροπολογία σύμφωνα με την οποία απαιτείται για κήρυξη απεργίας απόλυτη πλειοψηφία  των οικονομικά ενεργών μελών πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενώ με τον ισχύοντα νόμο απαιτείται το 20%, την οποία προσωρινά απέσυρε. Η υπουργός υποστηρίζει σε συνέντευξη στο ραδιοφωνικό της ΕΡΑ πως δεν συρρικνώνεται το δικαίωμα της απεργίας και ότι «« το νόημα είναι η ουσιαστική συμμετοχή». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο ΣΕΒ σε ανακοίνωσή του, μετά τη διαμαρτυρία  που πραγματοποίησαν μέλη του ΠΑΜΕ στα γραφεία του, επισημαίνει πως «Η κήρυξη απεργίας, με κριτήριο την αρχή της πλειοψηφίας, ευθυγραμμίζει τον τρόπο λήψης των αποφάσεων με τα ισχύοντα σε κάθε συλλογικό όργανο, που δρα δημοκρατικά, οπουδήποτε στον κόσμο».
               Η επιχειρούμενη από την κυβέρνηση, με ολοπρόθυμη αστική αντιπολίτευση,  τροπολογία για περιστολή του δικαιώματος της απεργίας, ένα από τα προαπαιτούμενα της αξιολόγησης γι’ αυτό και θα κατατεθεί ξανά και …καλύτερα επεξεργασμένη, δεν στοχεύει παρά στον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επικράτηση της κυρίαρχης πολιτικής. Κι ενώ οι υπερασπιστές αυτής της πολιτικής κραυγάζουν υπέρ της ιδιωτικοποίησης των πάντων καταφεύγουν όμως στο δικό τους κράτος για να τους εξασφαλίσει τα μέσα να την επιτύχουν. Η κρατική παρέμβαση στον τρόπο λήψης αποφάσεων στα σωματεία, η επιβολή απόψεων της κυβέρνησης πως πρέπει να οργανώνεται και να λειτουργεί το συνδικαλιστικό κίνημα πάνω σε  ποιο πρόσχημα δημοκρατίας στηρίζεται;
               Θωρακίζεται και  νομικά η κυρίαρχη τάξη για να αποτρέψει κάθε προσπάθεια των εργαζομένων να οργανώνονται σε συνδικάτα για να αγωνίζονται ενάντια στις αυθαιρεσίες και επιθέσεις της εργοδοσίας. Και δεν είναι η πρώτη φορά –η τροπολογία θυμίζει το περίφημο άρθρο 4 του ν.1365/1983 του τότε υπουργού εθνικής οικονομίας  Γ. Αρσένη, όταν εκβιαζόταν η κοινωνική συναίνεση γύρω από την έννοια της κοινωνικοποίησης σύμφωνα με  τις αντιλήψεις του ΠΑΣΟΚ.  
Στα χρόνια μας, χρόνια ατέλειωτης οικονομικής κρίσης, έχει γίνει πια εμφανές ότι τα πολιτικά και οικονομικά αιτήματα είναι ενιαία και πως το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα οφείλουν να έχουν ταξικό χαρακτήρα και διεκδικήσεις για μετεξέλιξη της κοινωνίας. Περιορίζοντας σε βαθμό κατάργησης τη δυνατότητα ταξικών αγώνων με το νόμο, επιδιώκεται να μπει φραγμός στους κοινωνικούς αγώνες και  ο εργαζόμενος χωρίς δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της απεργίας να μείνει άοπλος στον αγώνα του. Μόνο που αυτά τα δικαιώματα δεν χαρίστηκαν στους εργαζόμενους αλλά τα κέρδισαν με αγώνες και αίμα και η κρατική παρέμβαση για κατάλυσή τους διαχωρίζει πια  ξεκάθαρα τους ταξικούς αντίπαλους.
               Αφού για χρόνια ολόκληρα καλλιεργήθηκε η  απαξίωση των κοινωνικών αγώνων, όπως και η απαισιοδοξία και ηττοπάθεια και η αποδοχή της μοίρας, η κυρίαρχη εξουσία  με εύσχημα προσχήματα φροντίζει να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη εφαρμογή της πολιτικής της υποκρινόμενη δημοκρατική ευαισθησία. Και φυσικά αρνείται πως ανήκει στις προθέσεις της ο περιορισμός της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας.  Έτσι στα άμεσα επιχειρήματα υπέρ της τροπολογίας  περιλαμβάνεται και η μέριμνα για παροχή κινήτρου στις συνδικαλιστικές οργανώσεις για την ενεργοποίηση όλων των εργαζομένων και κατά συνέπεια   ο σεβασμός στην αρχή της απόλυτης πλειοψηφίας. Και για όσους αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης μπορεί εδώ να ανακαλύψουν και μια εφαρμογή  της άμεσης δημοκρατίας. Υποστηρίζεται λοιπόν πως εξασφαλίζεται  η μαζικότητα και η δημοκρατικότητα όπως  βεβαίως θα εξασφαλίζονταν ακόμα περισσότερο αν εφαρμοζόταν και η αρχή της ομοφωνίας… Ακόμα και ο ΣΕΒ αναφέρεται σε δημοκρατικά συλλογικά όργανα. Είναι βέβαια που κι αυτοί ενδιαφέρονται μέσα στη συνδικαλιστική διαδικασία για δημοκρατικό διάλογο, για αυξημένη συμμετοχή, ώστε να μη  λαμβάνονται αποφάσεις από μια μειοψηφία. Είναι επομένως  το ενδιαφέρον για την επιτυχία των απεργιών όπως εν ολίγοις ανερυθριάστως ο πρώην υπουργός Εργασίας και νυν αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος προβάλλει για να υπερασπιστεί την αλλαγή διατάξεων για την κήρυξη μιας απεργίας. Πουθενά αλλού σε άλλες δράσεις και λειτουργίες δεν επιδιώκεται η ενεργοποίηση της εργαζομένων και η αυξημένη πλειοψηφία αλλά μόνο στις απεργίες, όπου τελικά και οι απόντες θα προσμετρώνται στις αρνητικές ψήφους όπως και οι αδιάφοροι, ακριβώς γιατί έτσι εξυπηρετεί την κυρίαρχη εξουσία, όταν στις βουλευτικές εκλογές το αποτέλεσμα μετρά επί  των εγγύρως ψηφισάντων και όχι επί των  εγγεγραμμένων.
 Η πάλαι ποτέ «σιωπηλή πλειοψηφία» …νομοθετημένη έρχεται και πάλι στο προσκήνιο και προστίθεται στους απεργοσπάστες –κατά την ορθώς πολιτική ορολογία μη απεργοί.   Και ξαναγυρνάμε στο  πρότυπο που οικοδομείται και αναπαράγεται, από μηχανισμούς αλλά και ασυνείδητα, του ανήμπορου ανθρωπάκου, του στραμμένου στον εαυτό του, με διαχειρίσιμη  φτώχεια και αδυναμία αντίδρασης. Ο καθένας με το  πρόβλημά του, να πιστεύει ότι είναι μια ελεύθερη προσωπικότητα και ότι με διάφορους τρόπους μπορεί σε ατομικό επίπεδο να ξεφύγει, είτε με τις ικανότητές του που θ’ αναγνωριστούν, είτε με την τύχη είτε με την απώλεια της αξιοπρέπειάς του, είτε με το ζαρώνει στο χώρο του για να γίνεται αόρατος και να ελπίζει.     
               Κι αν κάτι θετικό υπάρχει σ’ αυτό το ενδιαφέρον για νομοθέτηση του περιορισμού του δικαιώματος της απεργίας είναι πως αποδεικνύεται περίτρανα ότι οι λοιδωρούμενες παλιές μορφές πάλης των εργαζομένων ούτε ξεπερασμένες είναι ούτε κι ακίνδυνες για το σύστημα, ιδίως όταν υπάρχει μαζικότητα.
               Η αυριανή απεργία πρέπει να γίνει το μέτρο που θα αποκαλύψει τη δική μας αποφασιστικότητα αντίδρασης.  

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ



Και εκτός από την τροπολογία, προσωρινά σε …απόσυρση, για περιστολή του δικαιώματος της απεργίας, εκτός από τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, μας προέκυψε και η επίσκεψη Ρ. Ερντογάν, αφορμή για απορίες και για υπενθύμιση της άγνοιάς μας σχετικά με τους σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή μας, όπου η Παλαιστίνη  πάλι φλέγεται μετά την ανακοίνωση του Ντ. Τραμπ για αναγνώριση της Ιερουσαλήμ σαν πρωτεύουσας του Ισραήλ.
               Καμιά κρίση στο κυπριακό, καμιά όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού δεν γίνεται στο κενό. Κάθε αντιπαλότητα και σύγκρουση καθορίζεται  από το συγκεκριμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο οι κάθε φορά αντίπαλοι  ζούν και αναπτύσσονται. Αν αναφερθεί κανείς στις διαμάχες Ελλάδας και Τουρκίας χωρίς να πάρει υπόψη του  τις αλλαγές μέσα στις ίδιες τις χώρες και τις συνδέσεις τους με το διεθνές τους περιβάλλον πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει σε ρατσιστικές απόψεις – για την αιώνια ελληνική φυλή και τους αγώνες της ενάντια στους βαρβάρους.  Γι’ αυτό και χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της διαμάχης που να είναι ιστορικά προσδιορισμένη σε κάθε περίοδο, εξετάζοντας συγχρόνως  και τις αλλαγές στις κοινωνική δομή  των δυο χωρών και  τη σύνδεσή τους με τη δυναμική του διεθνούς περίγυρου. Κι αν πίσω από τις διαμάχες αυτές κρύβονται ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, είναι εξίσου σημαντικό πως η κυρίαρχη τάξη σε Ελλάδα και Τουρκία ανταγωνιστικά  διεκδικούν το ρόλο του πιο σημαντικού κράτους  σε μια από τις πιο δύσκολες περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει, ακόμα κι αν ο τούρκικος επεκτατισμός υποκινείται -τουλάχιστο μέχρι πρόσφατα- ή ενθαρρύνεται  από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, ότι  η ελληνική αντίσταση στα ιμπεριαλιστικά σχέδια  περνά από την Άγκυρα ούτε και ότι ο  αντιτούρκικος σωβινισμός μ’ αυτόν τον τρόπο φορά προοδευτικό μανδύα. Ο αγώνας δρόμου ανάμεσα στον τούρκικο και ελληνικό καπιταλισμό  για την ανάδειξή τους σε ηγεμονική τοπική δύναμη στην περιοχή καθορίζει παζαρέματα, απειλές, ανταλλάγματα, οξύνσεις, πιέσεις και προσεγγίσεις για να βολευτούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. 
Κι αν ξορκίζεται ο αντιιμπεριαλισμός, κι αν έχουμε φτάσει μαζί με την κυρίαρχη εξουσία και μεγάλο μέρος του πληθυσμού να διεκδικούμε μεγαλύτερη ενσωμάτωση στη διεθνή οικονομία, είναι όμως που  απομονώνουμε κάθε φορά το πρόβλημα που παρουσιάζεται για να φουντώνει ο εθνικισμός, ώστε πρόθυμα να συγκρουστούμε με κάθε ανταγωνιστή που μπαίνει εμπόδιο σ’ αυτήν τη διαδικασία. Οι εγχώριοι καπιταλιστές μας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν ένα κράτος με προσανατολισμό τη διεθνή οικονομία που μπορεί να εξασφαλίσει με διάφορα μέτρα, οικονομικά, πολιτικά ιδεολογικά, ακόμα και στρατιωτικά, τη στήριξη του εγχώριου κεφαλαίου στη συμμετοχή του στον διεθνή ανταγωνισμό εξισορροπώντας τις  αντιθέσεις που υπάρχουν.  Για να επιτευχθεί αυτή η πολιτική,  προϋπόθεση είναι  η σχέση του συγκεκριμένου κράτους με τη γύρω περιοχή, ποιος θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για την εκπλήρωση των σχεδίων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Γι’  αυτό και ο ανταγωνισμός με την Τουρκία της Ελλάδας. Η κυρίαρχη τάξη στην Τουρκία προσπαθώντας να αναβαθμίσει το ρόλο της στη Μ. Ανατολή και να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού κράτους συσφίγγει τις  σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται πια να συσφίγγει τις σχέσεις  με το Ισραήλ συμπλέοντας με το …μεγάλο μας σύμμαχο τις ΗΠΑ. Και οι απορίες παραμένουν.                                  
               Κι είναι αλήθεια πως η εθνική ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα μπορούσε να είναι πάλη ενάντια σε εδαφικές προσαρτήσεις και σε βλέψεις ελέγχου των ιμπεριαλιστών, ακόμα να είναι  πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση των καταπιεσμένων αλλά και αγώνας  για επίτευξη μιας κοινωνικής ανάπτυξης με βάση τις προτεραιότητες των αναγκών του λαού και όχι των ιμπεριαλιστών. Γι’ αυτό και  ο εθνικισμός της μεταπολίτευσης φαινόταν  περισσότερο σαν αντιμπεριαλιστική ιδεολογία και είχε μέσα του και στοιχεία ανατρεπτικά ακόμα και αντικαπιταλιστικά, παρόλο που κινδύνευαν να χαθούν στις βασικές μετωπικές επιλογές. Τώρα πια όμως ξεκάθαρα και  ο εθνικισμός  δεν είναι παρά μια άλλη μορφή ταύτισης με την κρατική εξουσία σε όλες τις επιλογές της, στους εξοπλισμούς και ανταγωνισμούς με άλλα κράτη για τον έλεγχο της περιοχής και για την καλύτερη εξυπηρέτηση ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που ευνοούν τα συμφέροντα της ντόπιας κυρίαρχης τάξης. Αλλά και η  παγκοσμιοποίηση και η αλληλεξάρτηση της οικονομίας των διαφόρων χωρών οδηγεί στην όλο και περισσότερο σύσφιγξη σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων. Σε μια τέτοια περίοδο όπου όλοι εξαρτώνται από όλους οι διεθνείς ανταγωνισμοί βρίσκονται σε παροξυσμό. Αυτό σημαίνει πως οι τοπικοί πόλεμοι που είναι   προνομιακό πεδίο των ιμπεριαλισμών μπορεί να γίνουν και επιλογή και τρόπος λύσης των διαφορών  κάθε κράτους που βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική αλυσίδα με την ευγενική χορηγία των μεγάλων ιμπεριαλιστών. 
               Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι ένα δίδυμο που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην περιοχή, που εκφράζεται με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, ενώ προσπαθούν και οι δυο να εμπορευτούν  τη στρατηγική σημασία τους, σ’ έναν αγώνα δρόμου για την εξασφάλιση της συγκριτικά ανώτερης  στρατιωτικής τους σημασίας. Διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία όχι μόνο στρατιωτικά  αλλά και οικονομικά, με πεδίο δράσης τους που συμπίπτει όχι μόνο τα Βαλκάνια αλλά και τη Μ. Ανατολή.  Η διπλωματία τους συγκρούεται  στις αυλές των ισχυρών της Δύσης, ενώ οι στόχοι τους ξεπερνούν κατά πολύ  την συνοριακή ή εδαφική  διευθέτηση και αποβλέπουν  σε δυνατότητες πέρα από την  οικονομική διείσδυση και στη διπλωματική υπεροχή στην περιοχή που εξασφαλίζει πρωτοκαθεδρία στην άρχουσα τάξη τους. Η ελληνοτουρκική διαμάχη  δεν μπορεί να αναχθεί σε υπόθεση  μόνο εδαφικού επεκτατισμού. Αντίθετα οι διεκδικήσεις έχουν σαν στόχο αυξημένη επιρροή και στρατηγική υπεροχή για την ανάδειξη της μιας ή άλλης χώρας σε πιο δυνατό παίκτη της περιοχής. Από κεί και πέρα δεν αλλάζει το χαρακτήρα της σύγκρουσης, ποιος είναι επιθετικός ή αμυντικός, ποιος καλύπτει  τις διεκδικήσεις του με ιστορικά επιχειρήματα. Και οι φόβοι για εμπλοκή σε τοπικές συρράξεις δεν κοπάζουν.
               Μέσα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον τα μικρότερα κράτη, στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τις αντιφατικές πιέσεις που δέχονται από τους μεγάλους, αλλά και την αρπακτικότητά τους απέναντι στους ανταγωνιστές της ίδιας ή κατώτερης κατηγορίας, χαράσσουν μια πολιτική που μοιάζει πολυδιάστατη ή και αντιφατική. Το γαϊτανάκι για ανταλλάγματα που διεκδικεί κάθε πλευρά πριν δώσει τη συγκατάθεσή της για το επόμενο βήμα βάζει όμως στο παιχνίδι και τους λαούς. Γι’ αυτό, κι αν απ’ όλα αυτά η εργατική τάξη δεν έχει να κερδίσει τίποτε, κι αν το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιπαραθέσει τη δικιά του ταξική αλληλεγγύη δεν μπορεί όμως να αδιαφορήσει για τις πολεμοχαρείς  κραυγές και τα ανταλλάγματα των καπιταλιστών που καθορίζουν και το ίδιο.