Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ



Κατά την επίσκεψή του ο πρωθυπουργός  Α. Τσίπρας στο εργοστάσιο  της βιομηχανίας «Παπαστράτος ΑΒΕΣ» στον Ασπρόπυργο Αττικής, σε ομιλία του εκτίμησε ότι "Η ανεργία μειώνεται συνεχώς και υπάρχει η προοπτική να πέσει κάτω από το φράγμα του 20% μέσα στο 2018". Και για να γίνει πειστικός  πως η κυβέρνηση επιδιώκει και θα πετύχει ένα …υγιές περιβάλλον εργασιακών σχέσεων και επιχειρηματικότητας με την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, διάνθισε το λόγο του με ρητορικά τεχνάσματα που αναδεικνύουν τα δέον, το οποίο φυσικά εφαρμόζει η κυβέρνησή του.
               Εν τω μεταξύ  στην ετήσια έκθεσή του (Μάρτιος του 2017) το  Ινστιτούτο εργασίας Γ.Σ.Ε.Ε « Ελληνική οικονομία και η απασχόληση» έχει ποσοστό ανεργίας το τρίτο τρίμηνο του 2016 22,6%, ενώ το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων, άνω του ενός έτους, στο σύνολο των ανέργων υπερβαίνει το 70%. Το 2009 οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούν στο 54,7%. Το ποσοστό μεταβολής των μετατροπών των ατομικών συμβάσεων από πλήρους εργασίας σε μερικής και εκ περιτροπής εργασίας μεταξύ 2009-2016 παρουσιάζει συνολική αύξηση της τάξης του 201,95%,  ενώ  η ποσοστιαία αύξηση κατά 790,69% των αναγκαστικών μετατροπών των ατομικών συμβάσεων εργασίας σε εκ περιτροπής εργασία μονομερώς από τον εργοδότη. Σχετικά με τις συνθήκες ασφαλείας στους εργασιακούς χώρους, σύμφωνα με τον Σύλλογο Τεχνικών και Υγειονομικών Επιθεωρητών Εργασίας, ενώ το 2010 τα εργατικά ατυχήματα που δηλώθηκαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ήταν 5.721, το 2016 ο αριθμός αυξήθηκε στις 6.500. Ειδικά από το 2013 και μετά, παρατηρείται μια σταθερή αύξηση των εργατικών ατυχημάτων για κάθε έτος γύρω στο 10%.
Σταθεροποιείται και μονιμοποιείται πια  μια εξέλιξη στο εργασιακό πεδίο που ταυτίζεται με την ολική σχεδόν αφαίρεση των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων,  ενώ μειώνονται και οι δαπάνες για λήψη μέτρων ασφαλείας στους εργασιακούς χώρους.
 Όλο και περισσότερο ο μισθός  καθορίζεται ύστερα από ατομική διαπραγμάτευση και  ο ρόλος των συνδικάτων να διαπραγματεύονται συλλογικά τους μισθούς και τους όρους εργασίας εκπροσωπώντας  συνολικά τους εργαζόμενους όχι μόνο έχει συρρικνωθεί, αλλά και τα ίδια τα συνδικάτα σε πολλούς εργασιακούς χώρους εκφυλισμένα και εξασθενημένα παραμένουν κάτω από τον έλεγχο της εργοδοσίας.  Στην αγορά εργασίας παρουσιάζονται νέες κατηγορίες εργαζομένων που το πιο σπουδαίο χαρακτηριστικό τους είναι πως στην πραγματικότητα τους αφαιρείται η εργατική ιδιότητα. Τείνουν να γίνουν πλειοψηφία οι υποαπασχολούμενοι μερικής απασχόλησης, οι άνεργοι που περνούν από τη μια προσωρινή δουλειά στην άλλη, αυτοί που δουλεύουν περιστασιακά όλο το χρόνο και κάθε  δουλειά καταλήγει να θεωρείται σαν ένα τυχαίο και πρόσκαιρο μέσο επιβίωσης. Πώς μπορεί να ταυτιστεί λοιπόν κάποιος με τις δουλειές που εκτελεί, πώς να τοποθετηθεί σε μια θέση επακριβώς καθορισμένη μέσα στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής; Η μάζα των ευέλικτων εργαζομένων, προϊόν της εξάρθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων και των δομών οργάνωσης της εργασίας, είναι στερημένη από τα πάντα, αόρατη χωρίς θέση στην καπιταλιστική κοινωνία, χωρίς οργάνωση, χωρίς εκπροσώπηση, στην τελική με ελάχιστα δικαιώματα. Και η εξασφάλιση ενός εισοδήματος, τις περισσότερες φορές μάλιστα μηδαμινού, εμφανίζεται  σαν ελεημοσύνη και όχι σαν δικαίωμα  σ’ όσους δεν μπορεί να απορροφήσει η αγορά εργασίας αποσυνδέοντάς το με τρόπο υποτιμητικό  από την εκπλήρωση μιας συγκεκριμένης εργασίας, με διάφορα μέτρα ή φιλανθρωπίες που επτά χρόνια τώρα διατείνονται ότι είναι εξαιρετικά και προσωρινά εν αναμονή της πλήρους απασχόλησης που ποτέ δεν έρχεται.
Οι υποσχέσεις, διαβεβαιώσεις  και εκτιμήσεις  λοιπόν του πρωθυπουργού δεν έχουν άλλο στόχο παρά να κάνουν κοινωνικά πιο ανεκτές την διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα  και την εξάπλωση της φτώχειας, που θεωρούνται οι αναπόφευκτες συνέπειες του σεβασμού των νόμων της αγοράς. Η απώλεια εργασίας δεν τοποθετείται στο επίπεδο των κοινωνικών δομών και των ταξικών αντιθέσεων, ώστε διασπασμένοι και φοβισμένοι να αδυνατούμε να το διαχειριστούμε συλλογικά. Κι έτσι συνεχίζεται η προσπάθεια από την  κατ’ ευφημισμό αριστερά κυβέρνησή ενός κόμματος που ντύθηκε  το μανδύα του σοσιαλισμού να χρησιμοποιήσει μια εργατική τάξη εξαντλημένη από τη μακροχρόνια προσπάθεια χωρίς απτά αποτελέσματα, για την αναδιάρθρωση που χρειάζεται και επιβάλλει το κυρίαρχο σύστημα. Συνεχίζονται οι υποσχέσεις και όπως είχαν βρεθεί, βρίσκονται και  ένα πλήθος επιχειρήματα από τους κυβερνώντες για να γίνουν αποδεκτές οι ιδιωτικοποιήσεις, να παγιωθούν αρχαϊκά συστήματα εκμετάλλευσης, όπως η μαύρη εργασία, η ανασφάλιστη, η μερική, η επισφαλής κλπ. για να αυξηθούν τα κέρδη επιχειρήσεων, να εγκαθιδρυθούν πιο αποτελεσματικοί έλεγχοι για αύξηση της εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού  και γενικά να περιφρουρηθούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.
          Και παρ’ όλα αυτά, πέρα από τον κομμουνιστικό λόγο κανείς δεν αμφισβητεί την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και θεωρείται σχεδόν φυσικό φαινόμενο η ελεύθερη αγορά. Διανοούμενοι κάθε κοπής και επιστήμονες ταυτίζουν ελεύθερη αγορά και δημοκρατικά δικαιώματα έτσι που στο τέλος να πειστούμε πως κάθε παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά οδηγεί στην παραβίαση δημοκρατικών δικαιωμάτων. Και για του λόγου το αληθές προσάπτουν χίλια μύρια κακά στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ώστε τελικά να αποδεχτούμε πως αν θέλουμε δικαιώματα δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ελεύθερη καπιταλιστική αγορά.
Κατά συνέπεια, μια μεγάλη πλειοψηφία έχει  πιστέψει πως  έχοντας φτάσει στο υψηλότερο δυνατό σημείο πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης, την αστική δημοκρατία της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής δεν υπάρχει άλλο. Κι αν κάποιοι πιστεύουν τον κομμουνισμό για ένα ανώτερο στάδιο οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης, ο κυρίαρχος λόγος ισχυρίζεται πως  η πραγματικότητα έδειξε το αντίθετο. Και προς επίρρωσιν,  ο κυρίαρχος λόγος κραδαίνει τα κυμαινόμενα –κατά βούληση της προπαγάνδας- εκατομμύρια των νεκρών που χρεώνονται στον Στάλιν να αποστομώσουν τους αντιρρησίες. Κι έτσι να πειστούμε πως εναλλακτική δεν υπάρχει,  πως ακόμα και η  φτώχεια και εξαθλίωση μας είναι προτιμότερη, εξάλλου είναι προσωρινή κι ας διαρκεί μια ολόκληρη ζωή. Η πίστη πως δεν υπάρχει εναλλακτική, η διαβόητη ΤΙΝΑ (there is no alternative), θα παραμένει ακλόνητη όσο δεν στρέφουμε την προσοχή μας στο σύνολο των καπιταλιστικών  δομών στις οποίες εδράζεται και εκτός των οποίων παύει αυτόματα να ισχύει.
Είναι επίπονη και μακρά η διαδρομή αφύπνισής μας και σταδιακής ανάκτησης της αγωνιστικότητάς μας και αξιοπρέπειας.  Η συνειδητοποίηση πως είμαστε καταδικασμένοι από την ίδια την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στην επισφάλεια και σε ολοένα πιο υποβαθμισμένες συνθήκες ένταξης στον κόσμο της εργασίας είναι το πρώτο βήμα για να πυροδοτηθούν δράσεις για βαθιές κοινωνικές τομές.

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΜΕΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ



 Η απόρριψη από τον υπουργό Δικαιοσύνης Σ. Κοντονή της πρόσκλησης της Εσθονίας, προεδρεύουσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε συνέδριο με τίτλο «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα» προκάλεσε πολλές αντιδράσεις σ’ ένα ανακαινισμένο πεδίο αντιπαράθεσης με την αξιωματική αντιπολίτευση, που φιλοδοξεί να ενισχύσει  ιδεολογικά ένα πλήθος διανοουμένων όλων των ειδών και κατηγοριών –πολλοί από τους οποίους έκαναν καριέρα πουλώντας αριστεροσύνη και ιδεολογία στα χρόνια της μεταπολίτευσης.
 Επιλεκτική μνήμη και ξαναγράψιμο της ιστορίας από τους σημερινούς νικητές, είναι η γιγαντιαία ιδεολογική επίθεση της κυρίαρχης τάξης, που αν στη χώρα μας γίνεται ακόμα  με δειλά βήματα, κι είναι κι αυτός κι ένας λόγος της άρνησης της κυβέρνησης (πέρα βέβαια  από την προσπάθειά της να πείσει για το αριστερό φιλολαϊκό προφίλ της ασκώντας την ίδια  αντιλαϊκή πολιτική) αυτό οφείλεται  στη ματωμένη δεκαετία του ’40 με την ηττημένη επανάσταση και το μετέπειτα καταστροφικό για το λαό μετεμφυλιακό κράτος και την ύπαρξη του ΚΚΕ.
Η εξάρθρωση της ιστορίας που επιχειρείται σε όλη την Ευρώπη θέλει να επιβάλλει τη σύζευξη ναζισμού και κομμουνισμού σαν αντίπαλο ζεύγος προς την αστική δημοκρατία. Η λογική επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται για την εξίσωση κουμμουνισμού-ναζισμού αποδείχνεται κατεξοχήν ευρετική –τα «θύματα του σταλινισμού» ανεβοκατεβαίνουν, το σύμφωνο Ρίμπεντροπ–Μολότωφη αποκομμένο από τα ιστορικά του συμφραζόμενα χρησιμοποιείται ως απόδειξη της συμμαχίας φασισμού και σοσιαλισμού, οι ουκρανοί των SS εκδημοκρατίζονται κλπ. Κι ενώ ο β παγκόσμιος πόλεμος ως στρατιωτική σύγκρουση εναντίον του φασισμού των  Χίτλερ και Μουσολίνι τέλειωσε το 1945, η πολιτική αντίθεση που εξέφραζε είτε την αναγνωρίζουμε  είτε όχι φαίνεται πως δεν έχει τελειώσει. Η προσπάθεια, σε κάθε ευκαιρία επετείου αυτής της σύγκρουσης, τα γεγονότα που μετουσιώνονται παραποιημένα σε αφήγηση να εμπλουτίζονται με μύθους απαξιωτικούς για το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι ενδεικτική για το σημείο στο οποίο βρίσκεται η συνεχής αυτή πολιτική αντίθεση και το ρόλο του φασισμού στο κυρίαρχο σύστημα. Η θεωρία των δυο άκρων συμβαδίζει με την αντίληψη ότι δεν υπάρχει  εναλλακτική δυνατότητα πέραν της τωρινής τάξης πραγμάτων παρά μόνο προς το χειρότερο.  Το συγκεκριμένο μάλιστα συνέδριο αποκαλύπτει το στόχο της θεωρίας των δυο άκρων, που είναι η απομόνωση του κομμουνισμού –και η σταδιακή υποχώρηση του ναζισμού- σαν ολέθριου κι εγκληματικού συστήματος. Κι έτσι ο φασισμός νομιμοποιείται για να προσφέρει φρούδες ελπίδες στηριγμένες σε εσφαλμένες βάσεις.
Ο κυρίαρχος λόγος όλο και περισσότεροι αποπνέει κάθε πτυχή των κλασικών φασιστικών ιδεολογημάτων,  ένας αντικομμουνισμός ομολογουμένως τώρα με πιο ραφινάτο τρόπο. Η  επανεδραίωση κι εδώ και στην Ευρώπη  της ακροδεξιάς εκδοχής για το «σιδηρούν παραπέτασμα», η μόνιμη πίστη σ’ έναν ελεύθερο κόσμο, τα γκουλάκ οι κυμαινόμενες εκατόμβες σφαγιασθέντων, η ταπεινότητα των κινήτρων των επαναστατών και η αγριότητά τους  όλο και περισσότερο προβάλλονται στην κυρίαρχη πρόταση του λόγου της εξουσίας,
Με όχημα τα ανθρώπινα δικαιώματα καταδικάζεται κάθε απόπειρα ξεπεράσματος της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παρέχουν  το ηθικό πλαίσιο που χρειάζεται μια πολιτική που εξυπηρετεί τα καπιταλιστικά συμφέροντα προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς της ότι εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον. Η καπιταλιστική Ευρώπη οριοθετεί το χώρο της και καλλιεργεί την κοινή βούληση των κατοίκων αυτού του χώρου να την υπερασπιστούν ενάντια στον εχθρό που θα ήθελε να επιβουλευθεί την ασφάλεια της, να υπερασπιστούν δηλ.  τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι εχθροί κατασκευάζονται και υποδεικνύονται.  Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός απειλεί το παρόν μας, αλλά και η κομμουνιστική προοπτική απειλεί το μέλλον μας, αν επιμένουμε να πιστεύουμε και να αγωνιζόμαστε γι’  αυτήν.
Κι ενώ  μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ προβάλλονταν ένα συναινετικό και υπεράνω πολιτικών αντιθέσεων μοντέλο δημοκρατίας, όσο η κρίση οξύνεται ξαναγυρνάμε στις πιο ακραίες μορφές ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, την ίδια στιγμή που μοιάζει αντίπαλος να μην υπάρχει. Κι αναρωτιέται κανείς, με κομμουνιστικά κόμματα ολιγάριθμα ή αδύναμα, με ηττημένη την  κομμουνιστική επανάσταση και διαλυμένο το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο, για το μέγεθος  του φόβου της άρχουσας τάξης ανά την Ευρώπη, και όχι μόνο, στην προοπτική  όποιας αντίδρασης από τις  εξαθλιωμένες μάζες, για να καταβάλλεται τέτοια προσπάθεια αμαύρωσης της σοσιαλιστικής ιδέας που μπορεί να τις κινητοποιήσει.  
Στην Ελλάδα ο κομμουνισμός ηττήθηκε και μάλιστα στρατιωτικά, κοντά εβδομήντα χρόνια τώρα, ενώ  στην Ευρώπη η αντεπανάσταση νίκησε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα. Κι είναι εκπληκτικό που αυτή η ήττα επιβεβαιώνεται πάλι και πάλι με συκοφαντίες, προπηλακισμούς και χλεύη. Υπήρξε ένα διάλειμμα στη χώρα μας όταν οι πιο οργισμένοι εχθροί του κομμουνισμού τράβηξαν τόσο το σχοινί που έγιναν από ένα σημείο και πέρα επικίνδυνοι για την ίδια την τάξη που τους εξέθρεψε και υπηρετούσαν.  Κι ήταν τότε, στη μεταπολίτευση, που η διωκόμενη και ηττημένη αριστερά κατάφερε να ξανασηκώσει το κεφάλι σε ένα κίνημα δυναμικό και πρωτοπόρο που το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε και διέλυσε.
  Και τώρα τα φαντάσματα του αντικομμουνισμού ξαναγυρίζουν. Και μεις όμως δεν είμαστε πια ανύποπτοι,  χωρίς πολιτικό κριτήριο. Η γνώση του παρελθόντος είναι η σοφία του παρόντος μας. Στο βαθμό λοιπόν που η λέξη αλήθεια συντάσσεται από το στερητικό –α και το ουσιαστικό λήθη, σημαίνει κάτι το οποίο δεν πρέπει να ξεχνιέται, συνδέεται επομένως με το μνημονικό χρέος των ανθρώπων, κι έτσι η αλήθεια  συνάπτει το παρελθόν  με το παρόν και το μέλλον. Κι αυτή τη συλλογική μνήμη του παρελθόντος μας, τη μνήμη των αγώνων  και θυσιών αυτών που αγωνίστηκαν πρέπει να υπερασπιστούμε για να κατανοήσουμε το παρόν μας.   Γι’ αυτό και  είναι στην μνήμη που  επεμβαίνει ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος  με τις επετείους, που μετατρέποντας τα γεγονότα σε αφήγηση προς όφελος της κυρίαρχης τάξης,  αφαιρεί από τις λαϊκές μάζες το αισθητήριο της πραγματικότητας, το ιδιαίτερο αυτό αισθητήριο που τις έκανε τον ασφαλέστερο κριτή της ιστορίας τους. Και κάπως έτσι να ανεχτούμε  παθητικά την κοινωνική πραγματικότητα χωρίς καμιά αντίσταση, μη κατορθώνοντας να κατανοήσουμε τις βαθιές αιτίες αυτής της κατάστασης των πραγμάτων και τα μέσα για να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ



Και θα πρέπει να πειστούμε για την κανονικότητα στην οποία επιστρέφουμε. Κυβέρνηση και αστική αντιπολίτευση καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες για να μας πείσουν. Η κυβέρνηση επιμένει για επιστροφή  της ελληνικής οικονομίας στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα»,  με τον  πρωθυπουργό να  διαβεβαιώνει πως η οικονομία «γυρίζει σελίδα» και ότι «έχουμε τη δυνατότητα να περιγράψομε το δρόμο της διεξόδου με μεγαλύτερη σαφήνεια», ενώ θεωρεί  την επάνοδο της  χώρας στις αγορές «σημαντικό ορόσημο στην πορεία προς την έξοδο από την κρίση». Και η Νέα Δημοκρατία χωρίς καμιά διαφοροποίηση, όπως και το τέως ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ και λοιπά πασοκογενή ή νεοφιλελεύθερα κομματίδια, στις βασικές πολιτικές επιλογές, στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει το ρόλο της καταναλώνει τον αντιπολιτευτικό της λόγο στα περί ορθοδοξίας, παρελάσεις και αριστείες. Και  τα εναπομείναντα, μέχρι ολοκλήρωσης της νέας μοιρασιάς,  τηλεοπτικά κανάλια, αυτά αναδεικνύουν ως προβλήματα, μαζί  βέβαια με τις απειλές  που οι ΗΠΑ  εκτοξεύουν εναντίον της Βόρειας Κορέας –να μας βρίσκεται για κάθε ενδεχόμενο ένας παγκόσμιος εύκαιρος εχθρός, εκτός από την ισλαμική τρομοκρατία. Ενώ η ανεργία, η ανασφάλιστη κι επισφαλής εργασία,  η φτώχεια κι εξαθλίωση εντασσόμενα στα πλαίσια της  καπιταλιστικής κανονικότητας που πια θα βιώνουμε τ’ απορροφά η δική μας  ρημαγμένη καθημερινότητα.
 Μοιάζει λοιπόν σαν η  κανονικότητα να έχει αποκατασταθεί. Είναι η κανονικότητα σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, με την απόλυτη εκμετάλλευση του εργαζομένου, κι αν αποκαλύπτεται η σκληρότητά της, με τις νέες συνθήκες εργασίας για τους εργαζόμενους, καταβάλλεται κάθε προσπάθεια αυτές να γίνουν αποδεκτές, ύπουλα και απειλητικά. Και σε ένα μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων και προβληματικών που γλύτωσαν προς το παρόν την εξαθλίωση αυτή η κανονικότητα που μας υπόσχονται φαίνεται πως βρίσκει υποστηρικτές.  Και ίσως δεν  απέχουμε και πολύ να παραδεχτούμε πως όλα πηγαίνουν καλά. Ανεξάρτητα βέβαια αν οι εργαζόμενοι πεθαίνουν στη θέση τους, σύμφωνα με τους κανονισμούς, χωρίς πολλά παρακάλια, αν οι άνεργοι βουβοί κι αόρατοι δεν βρήκαν  λέξεις ακόμα για να μιλήσουν.
Το παρόν έχει ανοίξει μια μεγάλη καταπαχτή και τα παίρνει όλα. Είναι το βάραθρο που όλοι κυλιόμαστε μέσα του. Ακόμα κι αν δεν βλέπουμε τις αιτίες, προπάντων τους υπεύθυνους, δεχόμαστε στο πρόσωπό μας τη δηλητηριασμένη ανάσα τους. Ακούμε λόγια που στολίζουν με ιδανικά και οράματα, όπως στολίζουν λουλούδια και χαρτάκια τα κουτάκια δώρων, τη φτώχεια και την εξαθλίωση για να μη νιώθουμε αηδία για τις συγκινητικές λέξεις που ξεστομίζουν τα μεγάλα στόματα –«όλοι μαζί μπορούμε».
Γι’ αυτό και  πρέπει να ξαναβρούμε την επαφή μας με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό των λέξεων που  την έχει σκεπάσει. Κι είναι ο κομμουνιστικός  λόγος που αποκαλύπτει αυτήν την πραγματικότητα, γι΄ αυτό κατηγορείται για ξύλινος.  
  Η διαφορά και η αντίθεση ανάμεσα σ’  εκείνους που κατέχουν κι εκείνους που παράγουν τα υλικά αγαθά, και κατά προέκταση και τα πνευματικά, γίνεται όλο και  μεγαλύτερη και βαθύτερη. Κι αν συνεχίζεται να υποδεικνύεται η  πνευματική έκπτωση αιτία της εξαθλίωσής μας,  κι αν γίνεται λόγος για σωτηρία πνεύματος η ίδια η πραγματικότητα το διαψεύδει,  εφόσον κάθε  πνευματική ανάπτυξη   προϋποθέτει την εξασφάλιση των υλικών όρων διαβίωσής.  Είναι το σώμα μας   αυτό που πρέπει να σωθεί. Το άθλιο αυτό σώμα, αυτό το ράκος, αυτή η μιας μέρας ζωή, που μόλις και καταδέχονται να το πιάσουν στα χείλη τους οι όψιμοι ιδεαλιστές, που δεν έχουν και πολλή  ανάγκη ν’ ανησυχούν γι’ αυτό αφού δεν τα βολεύουν και άσχημα. Πρώτα το σώμα.. Κι αν γίνεται λόγος  για πνευματική ελευθερία δεν εννοούν τίποτε άλλο παρά   την ελευθερία του κυρίαρχου ατόμου χωρίς προβλήματα επιβίωσης και όχι  του συνόλου, και αυτή  η ατομική πνευματική ελευθερία  δεν είναι παρά η αποδέσμευση  του ατόμου από κάθε κοινωνική ευθύνη. Ο μικροαστισμός επί των επάλξεων.
                Με τις εμπειρίες των τελευταίων ετών γίνεται φανερό πως κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει σε διανοούμενους, πολιτικούς κι επιστήμονες καριέρας, σε αστούς και μικροαστούς που επιβίωσαν σ’ αυτήν την επταετία της οικονομικής κρίσης και γαντζώνονται από αυτήν την υπόσχεση κανονικότητας, για να διασώσουν τις συνήθειές τους, συνήθειες αποκαταστημένων αστών. Κι αν ανάμεσα τους   δεν λείπουν κι αυτοί που βλέπουν την κατάσταση με καθαρότητα, ακόμα κι αυτοί που βλέπουν τι πρέπει να κάνουν, όμως δεν πρόκειται να σαλέψουν ούτε την άκρη από το μικρό τους δαχτυλάκι προκειμένου να το κάνουν. Άλλοι εξαιτίας της πονηρής και δειλής σύνεσής τους, άλλοι γιατί ανεβασμένοι ψηλά δεν έχουν πια κανένα όφελος για να αλλάξουν την τάξη πραγμάτων, άλλοι γιατί λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητα φοβούνται την ανατροπή. Αν και θα μπορούσαν να παραδεχτούν μια τάξη διαφορετική από αυτή όπου είναι  καλοκαθισμένοι, δεν  μπορούν να ανεχτούν την ανατροπή από αδυναμία ν’ αλλάξουν σπίτι, ακόμα κι αν βλέπουν πως η παλιά τους παράγκα είναι καταδικασμένη. Κι έτσι  τα μνημόνια και τις  πολιτικές λιτότητας στην τελική τα δικαιώνουν, γιατί προστατεύουν και κατοχυρώνουν ένα σύνολο κανόνων, κοινωνικών σχέσεων και  συμφερόντων που προϋποθέτει η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης προς όφελος του καπιταλισμού. 
 Και πάντα έχουν όλοι αυτοί –έχουμε πολλοί από μας- την ανομολόγητη ελπίδα πως η εκπόρθηση του καταφυγίου τους θα αναβληθεί, θα διατηρηθεί όσο κι αυτοί. Είναι η  παντοτινή λιπόψυχη επωδός ανθρώπων και κομμάτων που θεωρητικά ευαγγελίζονται την ανατροπή, την επανάσταση –σοσιαλιστές, μεταρρυθμιστές, αστοί ρεφορμιστές- μόνο που καλύτερα να γίνει αργότερα όταν οι ίδιοι δεν θα υπάρχουν.
 Κι όμως  η σκέψη συνεχίζεται και η απόφαση παίρνεται σιγά –σιγά. Κι είναι το ΚΚΕ εκφραστής των συμφερόντων των λαϊκών μαζών που διαφωτίζει αλλά και οργανώνει την εργατική τάξη προσδίδοντας στις δράσεις και ενέργειες οργανωμένο χαρακτήρα και ταξικό προσανατολισμό για τη δημιουργία της νέας κοινωνίας.

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ



Η παρακολούθηση της ειδησεογραφίας, όπως φτάνει σ’ εμάς για τα διαδραματιζόμενα στη Βενεζουέλα ή στην Παλαιστίνη, τη Συρία ή την  Υεμένη, επιβεβαιώνει πως οι ιδέες και οι αξίες που υποστηρίζουν την καπιταλιστική τάξη έχουν συντριπτικό πλεονέκτημα έναντι των ιδεών και των αξιών που την αμφισβητούν έστω και κατ’ ελάχιστον ή την αντιμάχονται. Αυτή η ιδεολογική κυριαρχία μπορεί μάλιστα να είναι επιτυχής ακριβώς επειδή επιτυγχάνεται από την ψευδαίσθηση της ελευθερίας του λόγου, του ανοικτού ανταγωνισμού και της πολιτικής πολυφωνίας. Μάλιστα η μαζική αύξηση της εισβολής των ΜΜΕ όσο και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης  στην καθημερινή μας ζωή, που ενθαρρύνουν και ενισχύουν την διάχυση της πληροφορίας και την  ανατροφοδότηση με συμμετοχή σε συζητήσεις και σχολιασμό, σημαίνει πως η εξάρτησή  μας απ’ αυτά τείνει να γίνει ολοκληρωτική, και υπαρκτός ο κίνδυνος για συνεχώς μειούμενη ικανότητά μας διάκρισης αλήθειας από ψέμα 
          Κι αν η πληροφορία διαχέεται σήμερα εύκολα και γρήγορα σε όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού που έχουν τη δυνατότητα της ελευθερίας της έκφρασης, εκεί που παλιότερα αποτελούσε προνόμιο μόνο περιορισμένων και κλειστών κύκλων, το πρόβλημα βρίσκεται πια στην ίδια την πληροφορία. Κι αν ο  δυτικός κόσμος  επαίρεται για  την ελευθερία λόγου και έκφρασης που εξασφαλίζει είναι γιατί δεν χρειάζεται  σε χώρες με αναπτυγμένη οικονομία της αγοράς και  αστική δημοκρατία  ο έλεγχος και η χειραγώγηση να γίνονται με διώξεις και απαγορεύσεις, αφού εύκολα εξαγοράζονται εφημερίδες, μισθώνονται συγγραφείς, στο εμπορευματοποιημένο, πλήρως ανταγωνιστικό,  τοπίο της διαχείρισης της πληροφορίας.  Επιπλέον η κυριαρχία των μεγάλων πρακτορείων ειδήσεων που αποτελούν τις μοναδικές πηγές άντλησης της διεθνούς επικαιρότητας και είναι τα πιο πολλά τοποθετημένα σε οικονομικά εύρωστες εθνικές οικονομίες, και η συγκέντρωση των ΜΜΕ σε λίγους κάνει προβληματικό το βαθμό ανεξαρτησίας τους όχι μόνο από την κρατική εξουσία αλλά  και κυρίως από το κεφάλαιο που  κι αυτή υπηρετεί. Εξάλλου δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι βασικός παράγοντας της δημιουργίας των πρακτορείων ειδήσεων ήταν η αποικιοκρατία, να εξασφαλίζεται στις μητροπόλεις της δύσης άμεση ενημέρωση για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στα υπερπόντια εδάφη τους. Εξασφαλιζόταν έτσι η πλήρης και έγκυρη, με την οπτική του δυτικού,  ενημέρωση όχι μόνο της κρατικής εξουσίας αλλά και των επιχειρηματιών που είχαν αναπτύξει οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές στις αποικίες.  
Κι επειδή λοιπόν είναι τα πρακτορεία ειδήσεων που στην τελική καθορίζουν την ημερήσια θεματολογία της πληροφόρησης, επιλέγοντας ποιο γεγονός θα πρέπει να γίνει είδηση και να απασχολήσει την κοινή γνώμη, εθνική και διεθνή, ο αξιακός προσανατολισμός τους είναι καθοριστικός. Γιατί μπορεί να υποστηρίζεται μεν από το κυρίαρχο αξιακό σύστημα η ελευθερία του τύπου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι δημοκρατικές διαδικασίες αλλά όλα αυτά μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς, δηλ. των καπιταλιστικών σχέσεων. Κι αφού όλοι οι οργανισμοί παροχής πληροφοριών πρέπει  να παραμένουν ανταγωνιστικοί και  να αυξάνουν τον όγκο εργασίας τους για να αποκτήσουν περισσότερα κέρδη, ποια εγγύηση υπάρχει πως η  προβολή της επικαιρότητας δεν θα γίνεται σύμφωνα με τις επιθυμίες των χρηματοδοτών τους, είτε είναι κράτος είτε επιχειρήσεις;  Θα μπορούσαν να διαδίδουν ιδέες, εικόνες και αξίες που δεν είναι συμβατές με τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής που έχει ανάγκη από άνοιγμα νέων αγορών, επέκταση επιχειρήσεων και κατά συνέπεια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης; Κι εξάλλου πώς είναι δυνατό το κάθε πρακτορείο ειδήσεων να απεκδύεται  τις ιδέες και τις σκέψεις μιας  πολιτικής της οποίας κι αυτά είναι μέρος;
         Πάνω από δυο χρόνια η Σαουδική Αραβία και οι συν αυτώ βομβαρδίζουν και καταστρέφουν την Υεμένη που αν έρχεται στο προσκήνιο θα είναι για την επιδημία χολέρας, που μοιάζει να μην τη συνδέουν με τον πόλεμο.
      Σχετικά με την πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα, της οποίας, στα καθ’ ημάς, η πολιτική κατάσταση υπήρξε σανίδα σωτηρίας για  να ασκήσει το αντιπολιτευτικό της έργο η Νέα Δημοκρατία, μένει η εντύπωση πως ο Μαδούρο κατέχει παρανόμως την προεδρική θέση και είναι μισητός στην συντριπτική πλειοψηφία του λαού.
         Έξι  χρόνια που κρατά ο πόλεμος στη Συρία κυριαρχεί η εντύπωση της εμφύλιας διαμάχης κι είναι ο Ερυθρός Σταυρός που τον Απρίλιο προειδοποίησε ότι η  κατάσταση στη Συρία ισοδυναμεί πλέον με διεθνή ένοπλη σύρραξη.
            Το Ισραήλ, που έχει αποκλείσει κοντά δυο εκατομμύρια παλαιστίνιους σε μια λωρίδα γής, και έχει καταδικάσει σε αργό θάνατο τους Παλαιστίνιους,  δίνει την εντύπωση στις περισσότερες ειδήσεις να κρατά το ρόλο του αμυνόμενου.
        Γιατί  δεν είναι μόνο η διαχείριση της είδησης, αλλά και ο τρόπος που η πληροφορία που μεταδίδεται  οργανώνεται και εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα, το είδος της πληροφορίας που προβάλλεται, η αποσιώπηση κάποιων πτυχών της που συμβάλλουν στην επιβολή μαζικής ψεύτικης συνείδησης στις παραστάσεις μας για μας τους ίδιους και τον κόσμο. Και γίνεται κανείς καχύποπτος για πολλές ειδήσεις, γιατί ακόμα κι αν τα πρακτορεία, διεθνή κι εθνικά, πολλές φορές αποδεικνύουν την εγκυρότητά τους έχει κανείς την εντύπωση ότι αυτή παίζει το ρόλο του δολώματος στην όλη επιχείρηση της πληροφόρησης, για να τραβήξουν πελατεία, να γίνει πειστική η οπτική τους που διαμορφώνει  σε τελική ανάλυση τη ματιά μας στον κόσμο και που  εμμέσως σε κάθε περίπτωση αυτή η οπτική τους στην πραγματικότητα συντηρεί την καπιταλιστική ηγεμονία.