Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

ΤΑΞΙΚΕΣ ΠΑΡΕΙΣΦΡΗΣΕΙΣ


Η Νέα Δημοκρατία και από τον κυβερνητικό θώκο συνεχίζει με διαξιφισμούς και φραστικά πυροτεχνήματα, που τροφοδοτούν την επικαιρότητα, να πείσει ότι οι αντιμετωπίσεις των προβλημάτων είναι τελείως διαφορετικές από εκείνες της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Η εμμονή για κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, για να συκοφαντηθεί ακόμα κι ένας κουτσουρεμένος συμβολισμός ελευθερίας, η κινδυνολογία για την έλλειψη ασφάλειας, που δικαιολογεί  την αύξηση της αστυνόμευσης, η επιχείρηση εξωραϊσμού θεσμών εξουσίας όπως η εκκλησία,  που δίνει ιδεολογικό κάλυμμα σε κυβερνητικές επιλογές παρουσιάζονται υπερβολικά αντιθετικές μ’ εκείνες της προηγούμενης κυβέρνησης για να πείσουν για την αλλαγή πολιτικής. Μια πολιτική που η κύρια διαφοροποίησή της εντοπίζεται περισσότερο στον τρόπο μεθόδευσης  επιβολής της και στους φραστικούς εξωραϊσμούς που χρησιμοποιούνται για την δικαιολόγηση της και λιγότερο σ’ αυτήν την ίδια την πολιτική και την  εφαρμογή της.
          Έτσι ο Κ. Μητσοτάκης επιμένει και μετεκλογικά να προπαγανδίζει σαν  επίκεντρο της πολιτικής του τα συμφέροντα   της μεσαίας τάξης, σε παραλληλία  με τους «πολλούς» του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να παραλείπει κάθε φορά που εξαγγέλλει κάποιο μέτρο να τονίζει πως την ευνοεί. Π.χ. όταν στις προγραμματικές του δηλώσεις υποσχέθηκε ελάφρυνση του ΕΝΦΙΑ απευθυνόμενος στο ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε «Όταν ελαφρύνουμε τον ΕΝΦΙΑ δεν αναφερόμαστε στους πλούσιους της Εκάλης αλλά στη μεσαία τάξη που εσείς εξοντώσατε»
              Και κολακευμένοι  οι ψηφοφόροι του επειδή  ανήκουν στη μεσαία τάξη αισιοδοξούν πως θα  επανέλθουν  στην προ της κρίσης κατάσταση, που εξαιτίας της πολιτικής του  ΣΥΡΙΖΑ με τα μνημόνια απώλεσαν, ξεχνώντας πως από κοινού ψηφίστηκαν  και εφαρμόστηκαν και από  Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ.  
 Ο χαρακτηρισμός «μεσαία» είναι κολακευτικά παραπλανητικός, δεδομένου ότι υποδηλώνει πως  τα άτομα της μεσαίας τάξης βρίσκονται στο μέσο της κατανομής του εισοδήματος όλου του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των πολύ πλούσιων. Μια ασαφής περιγραφή της περιλαμβάνει αυτούς που βρίσκονται κάτω από την τάξη των μεγάλων  καπιταλιστών πάνω από το προλεταριάτο. Αυτό το κοινωνικό στρώμα που ολοένα και φθίνει αποτελείται από μικρούς εμπόρους, καταστηματάρχες, όλους  αυτούς που ανήκουν στην ιεραρχία αξιωματούχων, μέλη ελεύθερων επαγγελμάτων κλπ. Όλους αυτούς που κάθε φορά  που υποφέρουν από τον ανταγωνισμό ακόμα μεγαλύτερων καπιταλιστών καταγγέλλουν εκείνους που βρίσκονται ψηλότερα απ’ αυτούς και φωνάζουν για βοήθεια εκ μέρους της μεσαίας τάξης.
Ιδανικό που έχει η μεσαία τάξη είναι πως μπορεί να αυξηθεί το εισόδημά της προς υψηλότερα οικονομικά στρώματα μέσω της εξέλιξης της σταδιοδρομίας και των αναβαθμίσεων των μισθών. Η διάψευση αυτής της φιλοδοξίας στη δεκαετία της κρίσης, με την αύξηση τιμής των αγαθών και υπηρεσιών και την καθήλωση και μείωση των μισθών, χρεώθηκε στην κακοδιαχείριση κι ανηθικότητα, που η επιστροφή στην κανονικότητα μετά την …τιμωρία των μνημονίων, θα αποκαταστήσει την προτέρα κατάσταση. Και τώρα αναμένεται από  τον Κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του η πραγματοποίηση του πόθου της.
  Το παράδοξο είναι πως ενώ απορρίπτεται από τον κυρίαρχο λόγο κάθε ταξική διάσταση των πολιτικών επιλογών υποστηρίζοντας μάλιστα πως η οικονομία της αγοράς και η δημοκρατία δίνουν δυνατότητα ισοσκελισμού των κοινωνικοοικονομικών διαφορών, παρεισφρέει όμως στον προπαγανδιστικό λόγο των κυβερνώντων, έστω και διαστρεβλωμένα.
Βέβαια η αναφορά σε μεσαία τάξη στην πραγματικότητα δεν χρησιμοποιείται παρά για υπεράσπιση του καπιταλισμού.  Πέρα από το γεγονός πως η ασάφεια της περιγραφής της κολακεύει ένα μεγάλο τμήμα εργαζομένων, που ακολουθώντας τις επιθυμίες του, να θεωρεί τον εαυτό του πως ανήκει σ’ αυτήν, το σημαντικό είναι πως δύσκολα όσοι πιστεύουν ότι ανήκουν στη μεσαία τάξη είναι ευνοϊκοί προς το σοσιαλισμό. Η πεποίθησή τους για την κοινωνικοοικονομική τους κατάταξη τους κάνει πιο πρόθυμους να γίνουν οι ίδιοι μεγάλοι καπιταλιστές. Κι αν σε ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να επιθυμούν περιστασιακά να περιορίσουν την ελευθερία του ανταγωνισμού – χρησιμοποιώντας το όνομα του  σοσιαλισμού  προς όφελός τους-  δεν θέλουν όμως να εγκαταλείψουν τη δική τους ανεξαρτησία ή προνόμια που μπορεί να τους εξασφαλίζει η να υπόσχεται πως τους εξασφαλίζει η οικονομία της αγοράς. Συνεπώς, όταν υπάρχει ισχυρή μεσαία τάξη, μπορεί να λειτουργεί ως προστατευτικός τοίχος για τους καπιταλιστές ενάντια στους αγώνες του εργατικού κινήματος. Εάν οι εργάτες ζητήσουν την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, βρίσκουν σε αυτή τη μεσαία τάξη εξίσου πικρή αντίπαλο όπως στους ίδιους τους καπιταλιστές.
          Η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης μπορεί πραγματικά να προκαλέσει ανησυχία για το κεφάλαιο, αφού λειτουργεί ως σωματοφύλακας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ανάχωμα στις πιθανές πιέσεις της δύναμης του προλεταριάτου.
        Κι όταν εξαγγέλλονται λοιπόν ψευδεπίγραφες ελαφρύνσεις για τη μεσαία τάξη, στην πραγματικότητα  γίνεται μια προσπάθεια προσεταιρισμού της, για να μη συμμαχήσει με τους εξαθλιωμένους εργαζόμενους, στην τελική δηλ. για να υπερασπίζεται  τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ


Ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος Κ. Χατζηδάκης σε δηλώσεις του στο ΣΚΑΙ αναφέρεται σε «πολυπαραγοντικό» σχέδιο σωτηρίας για τη ΔΕΗ που ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης θα παρουσιάσει στη Βουλή και ο  ίδιος θα το εξειδικεύσει, το απόγευμα της Δευτέρας,  και το οποίο θα χρειαστούν μήνες για την εφαρμογή του. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην ανάγνωση προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης έκανε λόγο για ιδιωτικοποίηση δικτύων στην αρχή και στη συνέχεια αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή.
Μέρες πριν τις εκλογές, στο επίκεντρο της  πολιτικής  αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ βρέθηκε και η ΔΕΗ, με την κατάρρευση της μετοχής της εκείνη την περίοδο στο Χρηματιστήριο. Για κινδυνολογία κατηγόρησε τότε τη Ν.Δ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ελαφρότητα και ιδεοληψία, «επιτομή» του τρόπου διοίκησης του ΣΥΡΙΖΑ, του χρέωνε η ΝΔ.
Εν ολίγοις, τα δυο κόμματα αλληλοκατηγορούνται σχετικά με τις αποκρατικοποιήσεις στην ενέργεια,  την ίδια στιγμή που η ενεργειακή πολιτική  βασικά καθορίζεται από την ΕΕ, της οποίας την πολιτική αποδέχονται. Μια πολιτική  που  απαιτεί την υποχώρηση στην λιανική αγορά του μεριδίου της ΔΕΗ  στο  50%,  την πώληση λιγνιτικών μονάδων Μεγαλόπολης και Φλώρινας,  που θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το 2018, ιδιωτικοποίηση των ΕΛΠΕ και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, ενώ  το 17% των μετοχών της ΔΕΗ παραμένει στο ΤΑΙΠΕΔ, με δυνατότητα πώλησής του.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προσδιορίσει τον ενεργειακό τομέα ως μία από τις κύριες πολιτικές της  προτεραιότητες. Μάλιστα οι πρώτες οδηγίες ελευθέρωσης στην ΕΕ εγκρίθηκαν το 1996 (ηλεκτρική ενέργεια) και το 1998 (φυσικό αέριο), οι οποίες έπρεπε να μεταφερθούν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών μέχρι το 1998 (ηλεκτρική ενέργεια) και το 2000 (φυσικό αέριο).
Ουσιαστικά, οι στόχοι της ενεργειακής πολιτικής αποβλέπουν στην ικανοποίηση ενεργειακών αναγκών με το ελάχιστο δυνατό κόστος για το ίδιο το κεφάλαιο. Οι μεταρρυθμίσεις και οι απορρυθμίσεις στη βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας προωθούν μια μεταμόρφωση στην εγκατάσταση  και οργάνωση εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, που δηλώνουν τη μετάβαση από ένα  μονοπωλιακό στάδιο, που ήταν κρατικό,  σε ένα ανταγωνιστικό, που εξασφαλίζει κερδοφορία στους ιδιώτες διαχειριστές της. Επιπλέον η ιδιωτικοποίηση σημαίνει όχι μόνο τη μόνιμη μεταφορά του δικαιώματος ιδιοκτησίας από μια δημόσια αντιπροσωπεία αλλά και του αντίστοιχου ελέγχου.
Μ’ αυτή την οπτική, η  ιδιωτικοποίηση  θεωρήθηκε ως λύση για τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις των χωρών. Στη χώρα μας, όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα αυτά των μνημονίων, για την ανάθεση υπηρεσιών σε ιδιώτες ή πώληση επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, όπως ΔΕΗ ή παλιότερα ΟΤΕ,  υποστηρίζεται ως πιο ισχυρό κίνητρο η επίτευξη εξοικονόμησης  λειτουργικού κόστους με την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Ως οικονομικοί στόχοι αναφέρονται  αύξηση της παραγωγικότητας, ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς και ρύθμιση της ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, στους οικονομικούς στόχους περιλαμβάνεται και η παραγωγή εσόδων για την διάσωση κρατικών και δημόσιων εταιρειών από χρέη.  Τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις θεωρούνται μια   σημαντική πηγή του προϋπολογισμού που βοηθά στη μείωση των ελλειμμάτων, ενώ ενισχύεται ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία, απελευθερώνοντας την εγχώρια αγορά.
               Η στροφή στην ιδιωτικοποίηση έχει εξαπλωθεί για να γίνει το παγκόσμιο οικονομικό φαινόμενο της δεκαετίας του '90. Σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, οι κυβερνήσεις στρέφονται προς τους ιδιωτικούς διαχειριστές ελέγχοντας τα πάντα, από τις ηλεκτρικές επιχειρήσεις μέχρι τις φυλακές, από τις σιδηροδρομικές μεταφορές μέχρι την εκπαίδευση, με το προπαγανδιστικό σκεπτικό πως τα κέρδη και το δημόσιο συμφέρον αλληλεπικαλύπτονται καλύτερα όταν η ιδιωτικοποιημένη υπηρεσία βρίσκεται σε ανταγωνιστική αγορά. Μόνο που αυτό δεν έχει επαληθευτεί στην πράξη,.
Οι τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο έχουν υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές. Και όπως μπορεί να φαίνεται ότι ο καπιταλισμός παρουσιάζει μια ποικιλομορφία, εστιάζοντας στη θεσμική αρχιτεκτονική του ή σε ρυθμιστικούς του κανόνες, αν και είναι κοινά τα χαρακτηριστικά οργάνωσης παραγωγής και κατανάλωσης για κερδοφορία, το ίδιο και οι τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας κάθε μορφής καπιταλισμού έχουν αναδιαρθρωθεί με παρόμοιο τρόπο, και παρά τις θεσμικές διαφορές, κάθε καπιταλιστική χώρα αντιμετωπίζει την ενέργεια με παρόμοια μέτρα πολιτικής. Οι ιδιωτικοποιήσεις λοιπόν στο χώρο της ενέργειας, με την τρέχουσα ορολογία,  ταυτίζονται με απελευθέρωση της και διαφημίζονται για το όφελος των καταναλωτών να επιλέγουν τον προμηθευτή της ηλεκτρικής ενέργειας, που ο ανταγωνισμός τους υποστηρίζουν πως μειώνει τις τιμές.
 Μόνο που η εμπειρία έχει δείξει πως η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε βελτιωμένη αποτελεσματικότητα σε απόδοση και κόστος. Εξάλλου οι ιδιώτες διαχειριστές ενδιαφέρονται πάντα, και γίνεται αποδεκτό,  για υιοθέτηση κερδοφόρων στρατηγικών ή εταιρικών πρακτικών που καθιστούν τις βασικές υπηρεσίες απρόσιτες ή μη διαθέσιμες σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Μια επιχείρηση που αναζητά κέρδος και ενεργεί πάντα προς το συμφέρον των μετόχων δεν μπορεί, για παράδειγμα, να επιλέξει να παρέχει υγειονομική περίθαλψη στους άπορους ή να επεκτείνει την εκπαίδευση σε φτωχά παιδιά ή παιδιά με ειδικές ανάγκες.
Ο τομέας της ενέργειας έχει  άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις σε όλους τους τομείς ανθρώπινης δραστηριότητας. Η  ενέργεια αποτελεί κίνητρο και προϋπόθεση υλοποίησης των περισσότερων καθημερινών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αφού απαιτείται ενέργεια για την παραγωγή βασικών αγαθών και υπηρεσιών, για την εξυπηρέτηση βασικών λειτουργιών των ανθρώπων π.χ, θέρμανση, μαγείρεμα κλπ. Αποτελώντας λοιπόν  καθοριστικό παράγοντα για χάραξη πολιτικής σε τομείς όπως μεταφορές, οικοδομές, βιομηχανία, για την έρευνα, την τεχνολογία και συνολικά στην οικονομία μιας χώρας, το μείζον θέμα είναι ποιος ελέγχει την ενέργεια από την οποία εξαρτάται όχι μόνο η ευημερία αλλά ακόμα και η επιβίωσή μας.

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΤΑΥΤΙΣΕΙΣ


Από τη μια  η υφυπουργός εργασίας Δ. Μιχαηλίδου κάνει λόγο για «αγιοποίηση του αντιδικτατορικού αγώνα» και υιοθετώντας απόψεις του Απ. Δοξιάδη χαρακτηρίζει «ψυχικά νοσούντες» τους αγωνιστές που αντιστάθηκαν στη χούντα. Από την άλλη, ο …κομμουνιστοφάγος υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Μ. Βορίδης, μετά τις αντιδράσεις του Ισραήλ για το αντισημιτικό  παρελθόν του, έσπευσε να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» αποκηρύσσοντας το και παραθέτοντας, απολογούμενος, δράσεις του που συνάδουν με τα συμφέροντα του Ισραήλ.
               Αμφότεροι οι υπουργοί είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Εκπροσωπούν, υπερηφάνως, την άρχουσα τάξη και την ιδεολογία της, που εκφράζει την  οπτική της για την κατανόηση του κόσμου, αφού οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων, εκφράζουν δηλ. τις υλικές σχέσεις που  κάνουν μια τάξη κυρίαρχη.
               H υφυπουργός προσπαθεί, σε μια περίοδο που δεν ήταν πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας, σε παρουσίαση του βιβλίου του Στ. Τσακυράκη «Από πού κι ως που όλοι οι αγώνες είναι δίκαιοι» με αρκετά προκλητικό λόγο, ταιριαστό στις απόψεις που εκφράζονταν κατά την παρουσίαση, ν’ απαξιώσει τον αντιστασιακό αγώνα κατά της δικτατορίας. Στο  ίδιο το βιβλίο του Στ. Τσακυράκη, που είναι η απομαγνητοφωνημένη συζήτηση του με τον Απ. Δοξιάδη για την μεταπολίτευση, ο βασικός προβληματισμός έχει να κάνει με την αμφισβήτηση των αγώνων εναντίον της κρατικής εξουσίας, που για τον συγγραφέα ταυτίζεται με όλους εμάς. Το συμπέρασμα της συζήτησης είναι  ο τίτλος του βιβλίου, ενώ την ψυχολογική ερμηνεία για τους αγωνιστές του  αντιδικτατορικού αγώνα, πως η απώλεια για το «μεθυστικό κλίμα νοήματος που έδινε η αντίσταση» ισοδυναμεί με την «απώλεια αγαπημένου προσώπου  ή σκληρότερα με την απώλεια που νιώθει κάποιος τοξικομανής όταν του παίρνουν τα ναρκωτικά του» τη δίνει ο Απ. Δοξιάδης. Με άλλοθι την αντιστασιακή τους δράση δεν κάνουν άλλο από το να κατασκευάζουν νέα μοντέλα για ερμηνεία των αγωνιστικών κινητοποιήσεων, που με αφοριστικό λόγο τις  υποβαθμίζουν. Μ’ άλλα λόγια χειραγωγούν το παρελθόν για να εκφράσουν όχι μόνο την αμφισβήτησή τους, αλλά και την απαξίωσή τους για  κάθε ανατρεπτική δράση, προσδιορίζοντας και τους αποδιοπομπαίους τράγους, που δεν είναι άλλοι από αυτούς που αγωνίζονται για συλλογικές διεκδικήσεις.
               Φαίνεται δηλ. πως οι απόψεις που εκφράστηκαν από την υφυπουργό δεν είναι ούτε μεμονωμένες ούτε απλώς ατομικές. Ουσιαστικά η απαξίωση της αντίστασης εκείνης της περιόδου συνυφαίνεται με πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες του καιρού μας.
Αν στη μεταπολίτευση χρησιμοποιήθηκε η αντίσταση τμήματος της αστικής τάξης για να της δώσει  κύρος να νομιμοποιήσει  την εξουσία της και σε λαϊκά στρώματα, που η μνήμη της ηττημένης επανάστασης και οι ταξικοί αγώνες ήταν ζωντανοί, ταυτίζοντας δημοκρατική ομαλότητα και  αστική δημοκρατία που πήρε διαταξική  διάσταση, στα χρόνια μας πια, με την καπιταλιστική κρίση και την εμφανή ταξική διαφοροποίηση, επιχειρείται όχι μόνο η συρρίκνωση αλλά και η απαξίωση κάθε αγωνιστικής παρακαταθήκης στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Κι’ αυτό, γιατί ακόμα κι αν μεγάλο τμήμα των εργαζομένων έχει προσχωρήσει  συνειδητά ή ασυναίσθητα στην υποστήριξη των θέσεων της κυρίαρχης ιδεολογίας, η ίδια η κυρίαρχη τάξη παίρνει τα μέτρα της  οργανώνοντας την ιδεολογική της επίθεση. Ενσταλάζεται, με διάφορες μεταμφιέσεις, σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου, στην ίδια τη σκέψη μας η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης για να εξασφαλιστεί η άνευ αντιδράσεως  προσχώρηση στον τρόπο ζωής που αυτή επιβάλλει. Ο ευτελισμός της αντίστασης, η ψυχολογική της ερμηνεία, δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της απειλής που αισθάνεται η αστική τάξη στις αντιδράσεις των υποτελών τάξεων, τις οποίες προσπαθεί να προλάβει, γιατί βλέπει οποιαδήποτε αντίσταση ως ένα επικίνδυνο προηγούμενο.
Όσο για την απολογητική δήλωση του Μ. Βορίδη για να «κατευναστούν οι ανησυχίες που εξέφρασε ο Γενικός Γραμματέας του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Βίκτωρ Ελιέζερ», δείχνει τα όρια των ακροδεξιών και φασιστικών βερμπαλισμών, που ενδύονται με τη μορφή του αντισυστημικού. Η φασιστική δημαγωγία υποκλίνεται και αποκαλύπτεται μπροστά  στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, αποδεικνύοντας τη στενή σχέση του φασισμού με τον καπιταλισμό. Ο φασισμός του καιρού μας μπορεί να αποκλείει πρόσφυγες, μετανάστες, μουσουλμάνους γενικά τον «άλλο» όχι με κριτήρια βιολογικά, που έχουν αποδοκιμαστεί μετά τα ναζιστικά εγκλήματα, αλλά με βάση πολιτικών διακρίσεων, αποκλείοντας αυτούς που υποτίθεται δεν υιοθετούν τις αξίες μας, της δημοκρατίας και της ανοχής.  Ο φασιστικός λόγος στις μέρες μας δεν έχει ανάγκη τον αντισημιτισμό, που το Ισραήλ μοιάζει να το εκμεταλλεύεται, ταυτίζοντας κάθε κριτική της πολιτικής του με τον  αντισημιτισμό. Ο καπιταλισμός όμως έχει ανάγκη από το  φασισμό, ιδιαίτερα όταν είναι παρών ο φόβος για απώλεια του ελέγχου της εργατικής τάξης από την άρχουσα τάξη.
Οι δύο λοιπόν  υπουργοί μας με τις δηλώσεις τους ουσιαστικά εκφράζουν όχι μόνο μια συγκεκριμένη εικόνα και ερμηνεία για το παρελθόν, αλλά και μια πτυχή της κυρίαρχης ιδεολογίας της αστικής τάξης στις μέρες μας, αυτής που οι ίδιοι υπηρετούν.

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Σε σχόλια  του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ  κατά την ορκωμοσία του Κ. Μητσοτάκη οι σχολιαστές Α. Πορτοσάλτε, Δ. Οικονόμου και Π.Τσίμας έδωσαν συμβολικές διαστάσεις στην παρουσία της οικογένειας Μητσοτάκη, για εικόνα που καθησυχάζει τον έλληνα ψηφοφόρο,  με αποκορύφωμα τον Π. Τσίμα να αποφαίνεται «επιστρέφουμε με αυτή την εικόνα στην κανονικότητα».
               Κι αναρωτιέται κανείς για την σημασία που ο λόγος της νέας κυβέρνησης θέλει να προσδώσει στην έννοια της κανονικότητας, συγκεκριμενοποιώντας το γενικό κι αόριστο, να συμβαίνουν δηλ. τα γεγονότα όπως  συνηθίζουν σύμφωνα με καθιερωμένους κανόνες. Οι κανόνες για αποδοχή και ταξινόμηση της πραγματικότητας προέρχονται από συγκεκριμένες παραστάσεις ή γεγονότα που προσλαμβάνονται ως υποδείγματα και λειτουργούν ως πρότυπα. Η προσπάθεια λοιπόν των σχολιαστών να κατασκευάσουν  ad hoc ένα πρότυπο με την ανάδειξη της συγκεκριμένης εικόνας της ενωμένης οικογένειας αποβλέπει στη αναβίωση κανόνων από παλιότερες εποχές, με ανάκτηση παρόμοιων εμπειριών που ευελπιστούν πως έχουν αποθηκευτεί στη συλλογική μνήμη από την αξέχαστη εποχή της επιβολής του συνθήματος για  θρησκεία, πατρίδα και οικογένεια. Κι ίσως χωρίς να το συνειδητοποιούν εκείνη τη στιγμή,  οι τρεις σχολιαστές αποκαλύπτουν το ανέφικτο της υπόσχεσης για  κανονικότητα διαφορετικής απ’ αυτή που υπόσχονταν ο  ΣΥΡΙΖΑ,  αφού για να την περιγράψουν αναγκάζονται να καταφύγουν σε ιδεαλιστικές φούσκες που πια κανένα δεν ενδιαφέρουν και φυσικά το ξέρουν και οι ίδιοι.  Οι αλλαγές, με κυβέρνηση της Ν.Δ, στις ιεραρχίες ανάμεσα στους πόλους άσκησης της τρέχουσας πολιτικής έχει περισσότερο να κάνει με το ύφος, την ρητορική, τα επιφαινόμενα ιδεολογίας παρά με τις ίδιες τις πολιτικές επιλογές. Είναι που η κανονικότητα τόσο της παρούσας όσο και της απελθούσης κυβέρνησης ταυτίζονταν με την κανονικότητα σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον που εκμεταλλεύεται τον εργαζόμενο, με διαφορά ίσως στο βαθμό που αυτό  γίνεται ύπουλα, με νόμους και υποσχέσεις.
               Οι εκλογές της Κυριακής σταθεροποίησαν το μετασχηματισμό του εκλογικού σκηνικού και των πολιτικών συσχετισμών, επαναφέροντας σε γενικές γραμμές την εικόνα του δικομματισμού πριν από την κρίση των μνημονίων. Οι εκλογές αυτές, αν και συνεχίζουν να καταγράφουν την αποδυνάμωση του λαϊκού κινήματος, αφού δεν καταγράφεται αμφισβήτηση εκείνης της μορφής διακυβέρνησης που στηρίζεται στη διαχειριστική λογική της καπιταλιστικής κρίσης, όμως η σταθερότητα της παρουσίας της κομμουνιστικής αριστεράς έχει και την αισιόδοξη προοπτική της για αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων, όπου αυτή θα είναι ο κυρίαρχος πόλος.
               Αποκαταστάθηκε το δικομματικό σύστημα εξουσίας, με το ΣΥΡΙΖΑ σε ικανοποιητικά ποσοστά για αντιπολίτευση να αντικαθιστά επάξια το ΠΑΣΟΚ,  ενώ φαίνεται  σαν να ξεχάστηκαν τα αντικοινωνικά μέτρα που όλα τα αστικά κόμματα συμμετείχαν στην επιβολή τους με τα μνημόνια, και φυσικά και η ΝΔ με τον Α. Σαμαρά και τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη σε θέση υπουργού. Το εκλογικό σώμα σταθερά και πάλι πριμοδότησε δυο κόμματα εξουσίας, χωρίς  καταλυτικές ρωγμές στο πολιτικοκοινωνικό σύστημα, και  ξαναγυρίζει στις ελπίδες για αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό μπλοκ εξουσίας που θα διασφαλίζει εκ νέου, στις καινούργιες συνθήκες της συρρικνωμένης οικονομίας που αποτελούν την νέα κανονικότητα, την αναπαραγωγή μικρομεσαίων και μικροαστικών στρωμάτων. Και η νέα κυβέρνηση της Ν.Δ  δεν χρειάζεται πια ούτε αυτή εκβιαστικά διλήμματα για συνέχιση της ασκούμενης πολιτικής. Αρκούν οι εκκλήσεις για ενότητα και υποσχέσεις για μέριμνα όλων των ελλήνων για να ενισχυθεί η πεποίθηση για την αναγκαιότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής.
               Το θετικό είναι η απώλεια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της Χρυσής Αυγής, που στην ευελπιστούμενη κανονικότητα ο χυδαίος λόγος της και η εγκληματική της δράση δεν έχει θέση. Η ηρεμία και η ασφάλεια που επιδιώκεται μετά την καταπράυνση, με απειλές, εκβιασμούς και υποσχέσεις, της οργής και της αγανάκτησης, έχει ανάγκη από ένα κατεστημένο σύστημα εξουσίας που να βασίζεται σε κανόνες και εγγυήσεις, έστω και πλαστές. Η  Χ.Α, με γλώσσα κατά του κατεστημένου, που ακόμα και στον καιρό της δικτατορίας χρησιμοποιούσε το παρακράτος, αποδομημένη από αντιφασιστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις ενοχοποιήθηκε για την εγκληματική της δράση και περιθωριοποιήθηκε. Κι αν ο κυρίαρχος λόγος τη χρησιμοποίησε σαν φόβητρο, αν δεν γίνει αποδεκτή η κυρίαρχη επιλογή των μνημονίων, η αποκάλυψη του εγκληματικού της  χαρακτήρα έκανε τους ψηφοφόρους της ΧΑ να μην τολμούν να παραδεχτούν τη συμπόρευσή τους μ’ αυτήν. Εξάλλου η ΝΔ τους διευκόλυνε σ’ αυτό αφού δεν είχε πρόβλημα να στεγάσει φασιστικά …σταγονίδια, αρκεί να μη δηλώνουν την ταυτότητά τους. Και το κόμμα του Κ. Βελόπουλου αποδείχτηκε ένα καλό υποκατάστατο με …ολίγο ναζισμό για να στεγάσει φασίστες. Εξοικειωμένοι πια με την περιφρόνηση του ορθού πολιτικού λόγου, ακόμα και την προβολή της σωματικής βίας, ο κίνδυνος παραμένει για τις ρίζες του φασισμού στο πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα στην κοινωνία, αλλά και η δυναμική του αντιφασιστικού λόγου, που παρέσυρε εκών άκων και τον κυρίαρχο, θα κάνει δύσκολη την απροκάλυπτη παρουσία του.
               Η αναμέτρηση και σ’ αυτές τις εκλογές ήταν ανάμεσα στα κόμματα του αστισμού από τη μια και από την άλλη στον κομμουνιστικό κόμμα που συμπιέζεται για να συνθλιβεί, αλλά αντέχει και προχωρά σε νέους αγώνες.