Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ


Στα πλαίσια της κρίσης του καπιταλισμού με τα εγγενή προβλήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματός του και τη διάσωση των τραπεζιτών που οδηγούν τους εργαζόμενους σε εξαθλίωση, ενώ επιβάλλουν τη λιτότητα στο δημόσιο εκπαιδευτικό και υγειονομικό  σύστημα, οι ειδήσεις όλα αυτά τα χρόνια μοιάζει να επαναλαμβάνονται.
               Στο απυρόβλητο η κυρίαρχη τάξη που εμφανίζεται και μεγάθυμη με τις προσφορές της στο φτωχό λαό. Ίσως γι’ αυτό ο πρωθυπουργός ευχαριστεί τους εκπροσώπους της ένωσης ελλήνων εφοπλιστών για την ανταπόκρισή τους στο αίτημα της κυβέρνησης να θεσπιστεί συμφωνία εθελοντικού χαρακτήρα για συνεισφορά τους 10% επί των ετησίων κερδών τους από τα μερίσματα τους σε ελληνόκτητα πλοία. Από την άλλη η  εκτελεστική εξουσία στην προσπάθειά της να δείξει ότι εκπροσωπεί τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού δείχνει πως παλεύει για τα συμφέροντά του. Όπως κάνουν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης που καταλήγουν σε συμφωνία με τους εκπροσώπους της Ένωσης ελληνικών Τραπεζών για το πλαίσιο της νέας ρύθμισης  για την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Κι επειδή δεν υπάρχει αυτόματη μηχανιστική και ντετερμινιστική σχέση ανάμεσα σε μια οικονομική δομή, όπως η καπιταλιστική, και στις προκύπτουσες κοινωνικές σχέσεις, παρόλο που  υπάρχει αναμφισβήτητη σχέση, η κυρίαρχη υπεράσπιση του διαχωρισμού των θεσμών και ιδεολογιών του αστικού κράτους από τις οικονομικές δομές  γίνεται αποδεκτή προωθώντας και αυξάνοντας το κύρος τους.  Και γι’ αυτό όποτε  καταπατείται κάθε έννοια δικαίου, όπως στην καταδίκη της καθαρίστριας για την πλαστογράφηση απολυτήριου δημοτικού ή στην ελαφρά ποινή του Ν. Γεωργιάδη για ασέλγεια σε ανηλίκους,  νιώθουμε προδομένοι για τις αποφάσεις της δικαιοσύνης, εφόσον επιμένουμε να αποσυνδέουμε τους νόμους από τα ταξικά συμφέροντα.
Όλα αυτά τα χρόνια, οι  πολιτικές λιτότητας με μεγαλύτερη ένταση συνεχίζουν να εγείρουν ερωτήματα τόσο σχετικά με τη φύση της αστικής καπιταλιστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όσο και σχετικά με τη φύση και τις σκληρές επιπτώσεις της καπιταλιστικής οικονομίας στη ζωή των εργαζομένων, με τον προβληματισμό σχετικά με την κοινωνική και οικονομική ανισότητα να επεκτείνεται σε κάθε πεδίο της κοινωνικοοικονομικής ζωής.
Μπορεί λοιπόν η  πολυδιαφημιζόμενη δημοκρατία να είναι δυνατή σε μια καπιταλιστική χώρα, ελεγχόμενη από ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και τραπεζών, που είναι καταπιεστικοί για τους εργαζόμενους, που επιβάλλουν περικοπές σε μισθούς, σε συνταξιοδοτικά και  συνδικαλιστικά δικαιώματα, σε κοινωνικές παροχές και παροχές κοινωνικής πρόνοιας; Μπορεί ο καπιταλισμός και η δημοκρατία να συνυπάρχουν, με το βασικό βέβαια ερώτημα να παραμένει, ποια η σημασία του όρου δημοκρατία; Είναι η ικανότητα να ψηφίζει κανείς κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια για υποψηφίους που πρέπει  να περάσουν από πολιτικούς μηχανισμούς για να επιλεγούν;  Γι’ αυτό και δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συμπτώσεων  όλος αυτός ο συρφετός των πολιτικών που εκδηλώνεται με όλες τις αποχρώσεις του γελοίου κι εκφράζεται με όλα τα γλωσσικά σχήματα που παραπλανούν, από τη Θ. Μεγαλοοικονόμου και τον  Π. Καμμένο μέχρι τη Μ. Σπυράκη και τον Ε. Τσακαλώτο.
Εξάλλου, ο καπιταλισμός όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται πόσο αντιδημοκρατικές επιλογές μπορεί να προκρίνει για τα συμφέροντά του. Ουσιαστικά περισσότερο πρόκειται για την παραπλάνηση, την εξαπάτηση των λαϊκών στρωμάτων,  ώστε να διασφαλιστεί ότι η πλουτοκρατία, η καπιταλιστική τάξη, διατηρεί και αυξάνει τον πλούτο της, τη δύναμη της και τον έλεγχό των λαϊκών μαζών με τη συναίνεσή τους.  Και κάνει καλή δουλειά με αυτό το σύστημα της «αστικής δημοκρατίας» και το ιδεολογικό οπλοστάσιο της.
Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα αυτοχαρακτηρίζεται,   με τους απλούστερους όρους που  μπορεί να οριστεί, ως το σύστημα όπου  οι άνθρωποι που θέλουν να  προοδεύουν και να ξεχωρίζουν, υπερβαίνοντας καταγωγή και οικονομική θέση, θα υπερέχουν και θα προοδεύουν,  και μόνο όσοι δεν το  επιθυμούν δεν το  πετυχαίνουν. Και είναι  το όνειρο της ελευθερίας, της  ευτυχίας και των ευκαιριών που δελεάζει ακόμα και  τους κατατρεγμένους στον κύκλο του καπιταλισμού. Μόνο που  η κοινωνική κινητικότητα σε μια καπιταλιστική κοινωνία περιορίζεται σ’ ένα ελάχιστο ποσοστό της εργατικής τάξης, αρκετό βέβαια για να χρησιμοποιείται ως απόδειξη του εξισωτικού, ως προς τις ευκαιρίες, χαρακτήρα του καπιταλισμού.
Συγχρόνως, δεν παραλείπεται να προωθείται ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης με δυο βασικούς τρόπους. Από τη μια εμφανίζεται στρωματοποιημένη κάθετα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπως ανειδίκευτοι εργάτες κι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, που χαρακτηρίζονται από διαφορετικά επίπεδα ανταμοιβής, αυτονομίας, οικονομικής δύναμης κλπ. Από την άλλη είναι στρωματοποιημένη και οριζοντίως, π.χ διαχωρίζεται ανάλογα με το φύλο ή την φυλή. Και όλο και περισσότερο αναγνωρίζεται η ύπαρξη διαφορετικών στρωμάτων μέσα στην εργατική τάξη για να πάψει να αναγνωρίζει το σύνολο της  εργατικής τάξης την ταυτότητα των συμφερόντων της, στην βάση των οποίων να οργανωθεί και παλέψει. Για ν’ απομένει ο θαυμασμός για κινήσεις θεάματος, όπου το μόνο αποτέλεσμα που επιδιώκεται είναι η ενίσχυση της εικόνας κάποιων ομάδων ως δίκαιων τιμωρών. Στην παρούσα συγκυρία σ’ αυτόν τον ρόλο  φιλοδοξούν να εμφανίζονται τα μέλη της ομάδας Ρουβίκωνα. Αυτά  αναλαμβάνουν με τρικάκια κι απειλές σε γραφεία να εκδικηθούν, ως αυτόκλητοι πληρεξούσιοι, για τις αδικίες που υφίστανται οι …ανίκανοι, και κυρίως το κόμμα της εργατικής τάξης,  ν’ αντιδράσουν εργαζόμενοι.
Κι επειδή λοιπόν οι πολιτικές των αστικών κυβερνήσεων άλλη προτεραιότητα δεν έχουν παρά την εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων, γι’ αυτό και στο σχεδιασμό προγραμμάτων, στα σχέδια  δράσης, στην κυβερνητική νομοθεσία, τις εκπαιδευτικές πολιτικές, τις φορολογικές, οικονομικές και πολιτικές απασχόλησης θα πρέπει ν’ αναζητείται η ταξική προοπτική τους, ο προβληματισμός για ωφέλειες και απώλειες των εργαζομένων για να υπάρξει αντίσταση σ’ αυτές τις πολιτικές και τα σχέδια.  
     

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Μ’ αφορμή τις διαδικασίες για αναθεώρηση άρθρων του συντάγματος ξανάλθαν στο προσκήνιο ζητήματα όπως της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, πέρα από εκείνο των σχέσεων εκκλησίας και κράτους, ενώ η νομοθέτηση από την κυβέρνηση του τρόπου μοριοδότησης των υποψηφίων για το διορισμό τους στην δημόσια εκπαίδευση προκάλεσε αντιδράσεις από τους ενδιαφερόμενους κι έφερε στο προσκήνιο πάλι τη συζήτηση περί αξιοκρατίας. 
         Η εκπαίδευση έχει διαμορφωθεί κατά το παρελθόν από τις οικονομικές συνθήκες και τις ανάγκες της κοινωνίας, αντανακλώντας την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται.  Η ιστορία της εκπαίδευσης είναι μακρά και βασανιστική, αφού κάθε φορά διαφορετικές κοινωνικές τάξεις επιχειρούν  να ορίσουν τα αγαθά του πνευματικού πλούτου της κοινωνίας και να ελέγξουν ποιοι πρέπει να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά. Κι αν στα χρόνια της φεουδαρχίας η εκκλησία κατείχε το προνόμιο της εκπαίδευσης, στα χρόνια της ανόδου του καπιταλισμού επικράτησε η δημόσια εκπαίδευση, όπου η σχολική διαδικασία κοινωνικοποίησης γίνεται επωφελής για το καπιταλιστικό σύστημα.  Γίνεται  ένας μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να εκπαιδεύσει τους μαθητές να εσωτερικεύσουν τις αξίες, τις ιδέες και τις στάσεις της κυρίαρχης τάξης.
    Τα σχολεία λοιπόν όπως τα ξέρουμε είναι κεντρικά όργανα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας και δεν είναι αιώνια και αμετάβλητα. Εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή  και επομένως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του σήμερα τείνουν να εξαφανιστούν ή να αλλάξουν μαζί με την κοινωνία που οδήγησε σ’ αυτά.
       Στην Ευρώπη, η ανερχόμενη  αστική τάξη, που αμφισβήτησε την φεουδαρχική, δεν βρήκε ανοικτά γι’ αυτήν τα παλιά σχολεία της καθολικής εκκλησίας για τους φεουδάρχες κυβερνώντες. Καθώς όμως οι παλιές σταθεροποιητικές επιρροές της εκκλησίας και της οικογένειας μειώνονταν, η αυξανόμενη εκβιομηχάνιση δημιούργησε μια νέα, ασταθή κατάσταση. Εργάτες σε άθλιες συνθήκες ρίχνονται όλοι  μαζί σε καταπιεστικά εργοστάσια και ορυχεία, και παλεύουν για βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους και γενικά για τα συμφέροντά τους, σχηματίζοντας συνδικάτα. Οι συνθήκες αυτές δημιούργησαν μια σοβαρή κρίση. Η εργατική τάξη ήταν απαιτητική και αγωνιζόταν για τα δικαιώματά της  απειλώντας τη δύναμη της αυξανόμενης καπιταλιστικής τάξης. Μια απάντηση σε αυτήν την απειλή, σε όλες σχεδόν τις καπιταλιστικές χώρες ήταν ένα σύστημα μαζικής εκπαίδευσης. Οι ανερχόμενοι καπιταλιστές δημιουργούν τα δικά τους σχολεία  και η  δημόσια εκπαίδευση εμφανίζεται σαν συνέπεια των συνθηκών που δημιουργούνται από την άνοδο του καπιταλισμού. Τα σχολεία παίζουν ρόλο όχι μόνο στην εκπαίδευση των εργαζομένων με την αυστηρή έννοια του όρου, δίνοντάς τους δηλ.  δεξιότητες για να είναι μέρος του παραγωγικού εργατικού δυναμικού, αλλά και στην αποδοχή  των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής ακόμα και με τον τρόπο οργάνωσης ολόκληρου του σχολικού συστήματος. 
      Συγχρόνως, αν και αντανακλώνται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης στο εκπαιδευτικό σύστημα, όμως η πορεία προς τη δημόσια εκπαίδευση δεν υπαγορεύτηκε απλώς από την αστική τάξη που επέτρεψε στους εργαζόμενους να αφιερώσουν χρόνο για μόρφωση και πολιτισμό. Στην πραγματικότητα είναι οι πλούσιοι που λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση, ενώ για τους φτωχούς αρκεί η εκπαίδευση για ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εργασίας. Άλλωστε, αυτά που μοιάζουν ως παραχωρήσεις προέκυπταν από τους αγώνες της εργατικής τάξης και επιβλήθηκαν παρά την αντίσταση των καπιταλιστών που έψαχναν κάθε δυνατό τρόπο για να τις εξουδετερώσουν. 
         Η δημόσια εκπαίδευση γίνεται μέρος μιας σύνθετης σχέσης μεταξύ των συμφερόντων της αστικής τάξης και της αντίστασης των εργαζομένων σ’ αυτή. Η σύγχρονη λοιπόν εκπαίδευση είναι προϊόν των αναγκών της αστικής τάξης,  αλλά είναι επίσης προϊόν ενός τεράστιου αγώνα για να διευρυνθεί και απελευθερωθεί από αυτήν. Η δημόσια  εκπαίδευση γίνεται, συν τοις άλλοις, ένας σημαντικός μηχανισμός για τη δημιουργία κοινωνικής συναίνεσης, διότι βασίζεται στην ιδέα ότι το σχολείο προσφέρει «ίσες ευκαιρίες» για όλους τους πολίτες. Κι αυτή η ιδέα της εκπαίδευσης είναι πολύ  ισχυρή για τη νομιμοποίηση του καπιταλισμού στους εργαζόμενους. Σύμφωνα με την καπιταλιστική ιδεολογία των ίσων ευκαιριών, όλα τα παιδιά ξεκινώντας  στο ίδιο σχολικό σύστημα, αν παρουσιάζουν διαφορές στα επιτεύγματά τους αυτές θα εξαρτώνται μόνο από τις ιδιαίτερες ικανότητες, τα κίνητρα και τις επιλογές τους, μένοντας έτσι εκτός κάδρου και …σχολικού συστήματος θέματα κοινωνικών τάξεων και οικονομικών προβλημάτων. Κι εδώ επαναλαμβάνεται η τυπική αστική θεωρία  που όπως βλέπει τη αγορά ως πανάκεια της ισότητας, έτσι βλέπει και το σχολείο ως ένα μηχανισμό αξιοκρατίας. Μόνο που η ιδέα των ίσων ευκαιριών στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος είναι, από μόνη της, μια πλάνη. Γιατί  κάθε  μορφή εκπαίδευσης είναι πολύ μακριά από το να είναι πολιτικά ουδέτερη, διότι δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα ταξικά συμφέροντα. Η εκπαίδευση δεν είναι για μια υπερταξική κοινωνία και δεν διαμορφώνεται στο περιθώριο της πολιτικής ή της ταξικής πάλης, αντίθετα  είναι μια κεντρική περιοχή αυτού του αγώνα.
          Κι επειδή, κατά τη μαρξιστική ανάλυση, από τη μια  για να δημιουργηθεί ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απαραίτητο ν’ αλλάξουν οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την άλλη συντελεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα για ν’ αλλάξουν οι υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, γι’ αυτό απαιτείται η κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης που οδηγεί στην απαίτηση και προάσπιση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης.



Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

ΑΕΝΑΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ


Στη Βουλή ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της  αξιωματικής αντιπολίτευσης εξαντλούν το χρόνο των  ομιλιών τους κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για σκοπιμότητες στην προτεινόμενη αναθεώρηση του συντάγματος σχετικά με την εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας αναβαθμίζοντάς το σε μείζον πρόβλημα της πολιτικής ζωής. Παραπλεύρως διεξάγονται και οι συζητήσεις της κυβέρνησης με τους τραπεζίτες αναζητώντας έναν συμβιβασμό που να ικανοποιεί τις Βρυξέλλες, αλλά και να μην εκθέτει την κυβέρνηση αφήνοντας τελείως απροστάτευτη την πρώτη κατοικία για τους δανειολήπτες με κόκκινα δάνεια.
         Σ΄ ένα σύστημα που βασίζεται στην προσωρινότητα των εργασιακών σχέσεων και στη μονιμότητα των χαμηλών μισθών,  οι δανειολήπτες που με την ανεργία και ύφεση δεν μπορούν να αποπληρώσουν δάνεια, τα οποία αφειδώς έδιναν οι τράπεζες πριν τη κρίση, στοχοποιούνται ως αίτιοι για τον κίνδυνο να χρειαστούν οι τράπεζες μια νέα ανακεφαλαιοποίηση. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης, συνδέοντας κόκκινα δάνεια και ανακεφαλαιοποίηση,  άφησε να αιωρείται  η απειλή για νέα κεφάλαια που θα χρειαστούν οι τράπεζες, τα οποία «ενδεχομένως να κληθεί να τα βάλει πάλι ο Έλληνας φορολογούμενος».
          Η πάλαι ποτέ αριστερή συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ έχοντας υποκύψει στον καπιταλιστικό ρεαλισμό και έχοντας προσαρμόσει την πολιτική της στις επιταγές της άρχουσας τάξης θέλει να πείσει για την ανάγκη αποδοχής της καπιταλιστικής λογικής ως αναπότρεπτης.
            Μόνο που ο λόγος για το παρόν αδιέξοδο είναι πως στις δεκαετίες πριν από το 2008, ο καπιταλισμός έφτασε όχι μόνο στα όρια του, αλλά προχώρησε πέρα από αυτά. Η άνευ προηγουμένου επέκταση της πίστωσης και του χρέους δεν ήταν  εν μέρει παρά αυτό που ενεργοποίησε τον καπιταλισμό να ξεπεράσει τους περιορισμούς της αγοράς και την υπερπαραγωγή. Η μαζική πιστωτική επέκταση και η αύξηση του εμπορίου με την παγκοσμιοποίηση ήταν λύσεις για τα προβλήματα του καπιταλισμού, μόνο που είχαν περιορισμένα αποτελέσματα και μετατράπηκαν στο αντίθετό τους.
           Οι καπιταλιστικές λύσεις λοιπόν που δίνονται ανοίγουν το δρόμο για μεγαλύτερες μελλοντικές κρίσεις. Παρόλο που οι εργαζόμενοι εξαθλιώθηκαν με στόχο να μειωθεί το έλλειμμα και το τεράστιο χρέος, το μόνο που κατορθώθηκε ήταν να μετατραπεί αυτό που ήταν μια γιγάντια μαύρη τρύπα των ιδιωτικών τραπεζών σε μια τεράστια μαύρη τρύπα στα δημόσια οικονομικά. Οι τράπεζες σώθηκαν με τη παρέμβαση του κράτους που αποσπά χρήμα από τους φορολογούμενους, δηλ. τους εργαζόμενους. Γιατί ως γνωστόν βέβαια, οι πλούσιοι δεν πληρώνουν πολλά σε φόρους. Το ίδιο το σύστημα τους εξασφαλίζει χίλιους τρόπους αποφυγής της φορολογίας. Η εργατική τάξη όμως πρέπει να πληρώσει, σε κρίσεις μεγάλες η μεσαία τάξη πρέπει να πληρώσει,  και οι ημιαπασχολούμενοι πρέπει να πληρώσουν αλλά και οι άνεργοι.  Όλοι  πρέπει να πληρώσουν εκτός από τους πλούσιους που έχουν γίνει ακόμα πιο πλούσιοι, ακόμα και σε αυτήν την περίοδο της λιτότητας.
            Και παρόλα  αυτά  τίποτε δεν έχει λυθεί.
         Περισσότερο από δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση του 2008 και λίγο λιγότερα από την υπαγωγή της χώρας μας σε μηχανισμό στήριξης και εποπτεία, η αστική τάξη  ακόμα εξακολουθεί να προσπαθεί για να βγει από την κρίση που κατέστρεψε την όποια ισορροπία του καπιταλιστικού συστήματος, επιτυγχάνοντας, εις βάρος των εργαζομένων,  μια αδύναμη οικονομική ανάκαμψη σε περιορισμένο βαθμό. Έκτοτε κάθε μέρα κυβέρνηση και ΜΜΕ διακηρύσσουν την ανάκαμψη. Μόνο που κι αυτή, στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει μέσα σε ένα γενικευμένο πλαίσιο μακροχρόνιας στασιμότητας.
Κι αν, σε τελευταία ανάλυση, όλες αυτές οι κρίσεις δεν είναι παρά μια έκφραση του αδιεξόδου του καπιταλισμού που δεν είναι πλέον σε θέση να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, όπως έκανε στο παρελθόν, αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καμία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
           Στη χώρα μας λοιπόν κυβέρνηση και αντιπολίτευση προσβλέπουν στην ανάπτυξη κατηγορώντας η μια την άλλη για ανικανότητα να την πετύχει, ενώ και οι δυο δεν διαφωνούν ότι στην πραγματικότητα αυτή η ανάπτυξη δεν σημαίνει παρά ανάπτυξη της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
            Η πηγή του προβλήματος θεωρείται πως  έγκειται στα χαμηλά επίπεδα των επενδύσεων στην παραγωγή, που δεν είναι όμως αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων. Το σύστημα πνίγεται από τον υπερβολικό πλούτο των λίγων. Είναι ανίκανο όμως  για να γίνει παραγωγική χρήση των τεράστιων ποσών υπεραξίας που αποσπάστηκαν από τον ιδρώτα των εργαζομένων, γιατί  απλούστατα, στην παρούσα κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας,  οι καπιταλιστές δεν θεωρούν πως έχουν επικερδή πεδία επενδύσεων. Η άρχουσα τάξη προσπαθεί να αποκατασταθεί η οικονομική ισορροπία χωρίς ζημιές για την ίδια.
         Η φλέγουσα όμως  οργή που έρπει μέσα στις εξαθλιωμένες μάζες για τα όλο και πιο διευρυμένα επίπεδα ανισότητας προκαλεί ανησυχίες για τις πολιτικές και κοινωνικές της συνέπειες. Και όλες οι αποχρώσεις της πάλαι ποτέ αριστεράς, που ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί, προσπαθούν να διαχειριστούν την οργή προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, με παραπλανητικές υποσχέσεις και  συμβολικές χειρονομίες προοδευτικού χαρακτήρα. Και  τέτοιες ενέργειες είναι  η  με τυμπανοκρουσίες αύξηση του κατώτατου μισθού σε αναμονή της μείωσης του αφορολόγητου, όπως και η με κοκορομαχίες στη βουλή διαδικασίες για αναθεώρηση άρθρων του συντάγματος με το ενδιαφέρον εστιασμένο στην εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας.
                

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ


Τις τελευταίες μέρες, για άλλη μια φορά, με τη διαφήμιση  της  σοκολάτας Lacta, φάνηκε αρκετά κραυγαλέα, πως η διαφήμιση πέρα από τον ρόλο της στην οικονομία ως διαχειριστή των αναγκών των καταναλωτών έχει το δικό της μερίδιο και ως ιδεολογική δύναμη στην κοινωνική αναπαραγωγή.
Στη συγκεκριμένη διαφήμιση φωτογραφίζονται ζευγάρια από ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους –ζευγάρια ομόφυλα, έγχρωμα, ετερόφυλα κλπ.- με την εταιρεία να προσκαλεί για γνωριμία με «όλες τις διαφορετικές γεύσεις της αγάπης» σε έκθεση φωτογραφίας και να ισχυρίζεται πως περνά το  μήνυμα για αποδοχή της αγάπης χωρίς διακρίσεις. Οι αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και όχι μόνο, φαίνεται να δικαιώνουν την επιλογή αυτής της διαφημιστικής καμπάνιας, αφού προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, επειδή μοιάζει να ξεφεύγει από την απεικόνιση  χαρούμενων οικογενειών ή όμορφων ανθρώπων. Αλλά ακόμα κι αν στις διαφημίσεις, όπως όχι μόνο στη συγκεκριμένη αλλά και σε παλιότερες που προκάλεσαν έντονο ενδιαφέρον σαν της Benetton, μοιάζει να  κυριαρχούν εικόνες περιθωριακών κοινοτήτων, ευτυχισμένων ζευγαριών που ξεφεύγουν από βασικά στερεότυπα, πετυχημένων ανθρώπων με αναπηρία, αναμφισβήτητα όμως δεν απεικονίζουν τι είναι καπιταλισμός, αλλά μάλλον τι είναι αυτό που χρειάζεται να χρησιμοποιήσει για να πωλούνται τα προϊόντα του.  
Οι  πολύπλευρες κοινωνικές λειτουργίες της διαφήμισης κυμαίνονται από μικρής εμβέλειας προσπάθειες για να ωθηθούν τα άτομα να αγοράσουν συγκεκριμένα προϊόντα, μέχρι μεγαλύτερης εμβέλειας προσπάθειες για να πουληθεί ο  καταναλωτικός καπιταλισμός ως τρόπος ζωής. Η διαφήμιση λοιπόν δεν επιχειρεί  λογικές εξηγήσεις σχετικά με τη χρησιμότητα ενός προϊόντος, όσο  ασχολείται εξ ολοκλήρου με το επίπεδο των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, αλώνοντας τον ψυχισμό μας. Είναι στην πραγματικότητα η ανεπίσημη καπιταλιστική προπαγάνδα, ακόμα κι όταν δίνει την εντύπωση πως μπορεί να επιβεβαιώνει αλλά και να επικρίνει το ιδεολογικό του σύστημα ή να αποσυνδέεται από εμπορικά σήματα ή πράξεις κατανάλωσης.
Καμιά διαφήμιση εμπορικού προϊόντος δεν είναι επαναστατική, αφού η διαφήμιση ως εργαλείο καπιταλισμού  νομιμοποιεί και ενισχύει τις κοινωνικοπολιτικές του ρυθμίσεις, παρουσιάζοντας την κατανάλωση ως απάντηση σε όλες τις υλικές και κοινωνικές ανάγκες. Κάθε διαφήμιση υπονοεί πως τα διαφημιζόμενα προϊόντα μπορούν να αποδείξουν την κοινωνική θέση των καταναλωτών, που μπορεί να ανέλθουν την κοινωνική κλίμακα αγοράζοντάς τα.  Η διαφήμιση, λειτουργώντας ως οδηγός για την κοινωνική συμπεριφορά, βοηθά την κυρίαρχη τάξη να κρατήσει τον έλεγχο των ανθρώπων, όχι τόσο με την  προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων, αλλά απεικονίζοντας  τους ανθρώπους ως καταναλωτές και όχι ως παραγωγούς, παρουσιάζοντας αυτή την κατάσταση ύπαρξης  ως φυσική και επιθυμητή. Αντίθετα, το προϊόν αποξενώνεται από την παραγωγική εργασία, δημιουργείται μόνο η εικόνα του τι φαίνεται καλό, ποτέ δεν υπάρχει προβληματισμός ποιος και πώς το έκανε.
 Η διαφήμιση επενδύει αγαθά, υπηρεσίες και άτομα κ.λπ. με συμβολικές ιδιότητες, συνδυάζοντας τα προϊόντα με κοινωνικά επιθυμητά χαρακτηριστικά. Διαφημίζει ένα προϊόν συνδέοντας μια πεποίθηση, μια δράση, ένα συναίσθημα στο προϊόν. Κι έτσι όλα γίνονται αντικείμενο αγοροπωλησίας. Η ειρήνη, η επανάσταση, η ιδέα να κάνουμε πράγματα με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιούνται, με αποκενωμένο περιεχόμενο,  για να πουληθούν προϊόντα.
 Στη συγκεκριμένη διαφήμιση προωθείται η ταύτιση της σοκολάτας με τα θετικά συναισθήματα της αγάπης. Το εμπόρευμα, η σοκολάτα, φαίνεται να κατέχει μαγικές ιδιότητες, συνδέεται με έννοιες κοινωνικές, απογυμνωμένο τελείως από τους υλικούς όρους παραγωγής του. Είναι ένα εμπόρευμα που έρχεται να μεσολαβήσει  στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό που διαφημίζεται είναι πως δεν αρκεί να εκφράσουμε συναισθήματα όπως η αγάπη μέσα από λέξεις ή ενέργειες πρέπει να το δείξουμε και μέσω αγορών, έστω κι αν αυτή είναι μια ταπεινή σοκολάτα.  Όμως οι εικόνες που χρησιμοποιεί, αντικατοπτρίζουν τις αξίες στις οποίες προσβλέπουμε και η χρησιμοποίησή τους για διεύρυνση του αγοραστικού κοινού σημαίνει πως παραμένουν θετικές και αποδεκτές. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί εικόνες αξιών στις οποίες δεν πιστεύει για να μας κρατήσει ως καταναλωτές. Εκπαιδευόμαστε έτσι να επιθυμούμε και να θέλουμε νέα πράγματα,  με τα συναισθήματα και τις ιδέες μας να χειραγωγούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.
               Κι αν η διαφήμιση αποδεσμεύτηκε από την υπερβολή και την έμφαση στην υπογράμμιση του πανταχού παρόντος προϊόντος που έπρεπε να αγοραστεί και πέρασε στις συμβολικές αναφορές, με γλώσσα και εικόνες που αναφέρονταν σε έννοιες –περιπέτεια, θηλυκότητα, συναίσθημα- παρέχοντας υλικό  για ερμηνείες ακόμα και καταγγελίες, συνεχίζεται όμως η λειτουργία της να συνίσταται στο να κάνει τον καθένα να ενστερνιστεί τα κυρίαρχα κοινωνικά μοντέλα –το ομόφυλο ή το έγχρωμο ζευγάρι στη διαφήμιση μοιάζει να γίνεται αποδεκτό σ’ ένα πλαίσιο επιδιωκόμενης ελεύθερης και ισότιμης κατανάλωσης.
               Το διαφημιζόμενο εμπόρευμα γίνεται σύμβολο το οποίο αντιπροσωπεύει την ταυτότητα ή τη μοναδικότητα μας, που στη συνέχεια μετατρέπει την επιθυμία σε μια συναισθηματική ανάγκη, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνο με την υποβολή σε μια νέα αγορά προϊόντος. Και στεριώνεται  η ιδέα πως ο καπιταλισμός μπορεί να ικανοποιήσει τις καθημερινές ανάγκες μας, απλά αγοράζοντας πράγματα επειδή πιστεύουμε ότι ο καταναλωτισμός ισοδυναμεί με την προσωπική ευτυχία. Και στην τελική, αποτρέπεται ο σχηματισμός πιο θεμελιωδών επιθυμιών, τα καταναλωτικά προϊόντα  μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα με την εμπλοκή τους με τα κρυμμένα συναισθήματά μας, χειραγωγώντας μας, κάνοντάς μας  παθητικούς καταναλωτές, υπάκουους κι ευχαριστημένους. Κι αυτού του είδους η  χειραγώγησή μας χρησιμοποιείται και αυτή για να ξεπεραστούν οι συγκρούσεις στην κοινωνία.

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ, ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ


Ένα πραξικόπημα βρίσκεται σε εξέλιξη στη Βενεζουέλα, προσπαθώντας να εξαφανίσει τον πρόεδρό της N.  Μαδούρο και να τοποθετήσει στη θέση του μια μαριονέτα των ΗΠΑ.
ΟΙ ΗΠΑ αναγνώρισαν αμέσως, από τις 23 Ιανουαρίου, ως προσωρινό πρόεδρο της Βενεζουέλας τον αυτοανακηρυχθέντα Χουάν Γκουαϊδό, άλλωστε δικό τους δημιούργημα είναι.  Οι 19 χώρες της ΕΕ, ανάμεσά τους Βρετανία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία κλπ. που προχώρησαν στην αναγνώριση την επομένη μέρα από τη λήξη του  ευρωπαϊκού τελεσίγραφου προς τον εκλεγμένο πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο για προκήρυξη εκλογών, δεν μπορούν να προκαλέσουν καμιά έκπληξη γι’ αυτή την ενέργεια. Η ΕΕ ανέκαθεν υποστήριζε κάθε ιμπεριαλιστική περιπέτεια των ΗΠΑ, από το Ιράκ ως τη  Λιβύη.  Η  δική μας κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που διατυμπάνιζε τις καλές της σχέσεις με το κόμμα του Ούγκο Τσάβες, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σ’  εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και γι’ αυτό στο εσωτερικό θέλει να δίνεται η εντύπωση της  συμπαράστασης προς τη Βενεζουέλα, ενώ συγχρόνως όλο και περισσότερο ευθυγραμμίζεται με τη βασική πολιτική θέση της ΕΕ και ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ για την ανατροπή μιας κυβέρνησης, που στη δυτική προπαγάνδα ονομάζεται αλλαγή καθεστώτος και μάλιστα πάντα δικτατορικού, έχουν χρησιμοποιήσει  στρατιωτικά πραξικοπήματα που φέρνουν στην εξουσία μια πιο υπάκουη ηγεσία, οικονομικές κυρώσεις και δολοφονίες. Η Χιλή του Allende αποτελεί ένα καλό πρότυπο για το πώς μπορεί να ενεργήσει μια ιμπεριαλιστική δύναμη όταν απειλούνται τα συμφέροντά της.
          Στη Βενεζουέλα έχει ξεκινήσει εδώ και μέρες η πρώτη φάση της άμεσης επέμβασης του ιμπεριαλισμού. Κι είναι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός που, όπως φαίνεται, καθορίζει ζητήματα νομιμότητας σε μια άλλη χώρα, υπονομεύοντας κάθε ίχνος δημοκρατίας και ελευθερίας στην περιοχή, δημιουργώντας συνθήκες τέτοιες που να ευνοούν τα καρτέλ των ναρκωτικών και τις παραστρατιωτικές συμμαχίες. Το Καράκας εξελίσσεται σε  κομβικό σημείο, όπου διασταυρώνονται διάφορες κινήσεις και δράσεις που εκπορεύονται από ιμπεριαλιστικά κέντρα. Στον επόμενο διάστημα είναι πολύ πιθανόν πως θα εμφανιστούν οργανώσεις για ανθρώπινα δικαιώματα, παρατηρητήριο κοινωνικών συγκρούσεων, φωνές της αντιπολίτευσης που θα παρέχουν στοιχεία για νεκρούς και τραυματίες, για επεισόδια ανάμεσα σε αντιπολιτευόμενες ομάδες, για περιστατικά έλλειψης τροφίμων ή αδυναμία περίθαλψης και παρόμοια άλλα. Ανάμεσα σ’ αυτές τις οργανώσεις πολλές θα ισχυρίζονται, για να είναι πειστικές,  πως είναι αριστερές και προοδευτικές για να μετατραπούν σε αγαπημένους φίλους και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης των κυρίαρχων μέσων πληροφόρησης.  Και μέσα απ’ αυτές τις οργανώσεις, τους ανθρώπους και τις δράσεις τους,  χάνεται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού κι εμφανίζονται όλοι αυτοί ως μεγάλοι σταυροφόροι της δημοκρατίας.
           Όλη αυτή η ιμπεριαλιστική επέμβαση δεν έχει οργανωθεί σε μια νύχτα. Οι αποκαλούμενες δημοκρατικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης οργανώθηκαν, χρηματοδοτήθηκαν, οπλίστηκαν αργά και κρυφά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αμαύρωσαν την εικόνα της Βενεζουέλας, δημιούργησαν μια αρνητική εικόνα της στο εξωτερικό, οργάνωσαν εναντίον της έναν οικονομικό πόλεμο. Όλα τα βάσανα του λαού της απεικονίστηκαν ως αποτυχίες των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησής του αθωώνοντας τις  ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.
Ο Ούγκο Τσάβες με τις μεταρρυθμίσεις του μετασχημάτισε ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών εσόδων της Βενεζουέλας σε προγράμματα εκπαίδευσης, υγειονομικής περίθαλψης, στέγασης και κοινωνικής προόδου που ωφέλησαν μεγάλα τμήματα του φτωχού πληθυσμού, χωρίς όμως να συνοδεύονται από αλλαγές στο οικονομικό σύστημα. Η μείωση όμως των τιμών ενέργειας και  επιπλέον το μονομερές και παράνομο οικονομικό εμπάργκο των ΗΠΑ, το οποίο κόβει τη Βενεζουέλα από τις περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές είχε συνέπειες που συνεπάγονται αυξημένες οικονομικές δυσκολίες για τον λαό της Βενεζουέλας. Προκαλείται ακόμα μεγαλύτερη έλλειψη βασικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων και των φαρμάκων, και  καθίσταται σχεδόν αδύνατη η όποια  οικονομική ανάκαμψη, δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να δανειστεί ή να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό της χρέος.
Κι αν, σύμφωνα με τις κατηγορίες,  η πρόσβαση σε επιδοτούμενα αγαθά προκάλεσε μια μαζική κερδοσκοπική μαύρη αγορά με τη διαφθορά να έχει εισχωρήσει στο κράτος και την κοινωνία, όμως εκατομμύρια  άνθρωποι από τον εξαθλιωμένο λαό της χώρας επωφελήθηκαν από το ριζοσπαστικό πρόγραμμα των κυβερνήσεων του Ούγκο Τσάβες και Ν. Μαδούρο.
            Αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα, με ενορχηστρωτή τις ΗΠΑ, εντάσσεται στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ η οποία τείνει να ακολουθεί ένα πολύ λογικό και καλά υπολογισμένο σχεδιασμό, που το καθιστά αποτελεσματικό, αλλά και αδίστακτο. Οι ΗΠΑ εξήλθαν από το Β παγκόσμιο πόλεμο μια παγκόσμια υπερδύναμη, η οποία επεδίωκε να επιβάλλει εκείνη την τάξη πραγμάτων, όπου οι ΗΠΑ θα ασκούσαν αδιαμφισβήτητη εξουσία σε περιοχές που περιλάμβαναν την Ανατολική Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική. Οι περιοχές αυτές παρείχαν πρώτες ύλες, αγορές, φθηνές πηγές εργασίας για εταιρείες και επενδυτές των ΗΠΑ. Βέβαια, οι αποδέκτες των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης σ’ αυτές τις περιοχές δεν μπορούσε να ήταν οι άνθρωποι των χωρών, αλλά οι εταιρείες των ΗΠΑ. Και γι’ αυτό το λόγο, για να διασφαλιστεί πως οι πηγές πλούτου της Λατινικής Αμερικής, και όχι μόνο, θα παρέμεναν στην εξουσία της ιμπεριαλιστικής δύναμης θεωρήθηκαν απαραίτητες οι αμερικανικές παρεμβάσεις.
          Κι αν ένας βασικός λόγος των επεμβάσεων στη Βενεζουέλα είναι τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, όπως και στη Μ. Ανατολή,  ένας εξίσου σημαντικός λόγος γι’ αυτές έχει να κάνει και με το φαινόμενο του παραδείγματος. Εάν οι ΗΠΑ επιτρέψουν σε μια ανυπάκουη κυβέρνηση να παραμένει στην εξουσία εις βάρος των συμφερόντων τους μπορεί να παρακινήσει κι άλλες κυβερνήσεις και πληθυσμούς σε διαφοροποίηση της πολιτικής τους από τις ΗΠΑ.  Γιατί οι ΗΠΑ στην πραγματικότητα επιδιώκουν να ρυθμίζουν να …επιλέγονται οι ηγέτες και τα συστήματα διακυβέρνησης που θα δημιουργούν συνθήκες ευνοϊκές για τις εταιρείες και τους επενδυτές τους,  δηλ. ουσιαστικά μια συνέχεια των οικονομικών συστημάτων της εποχής της αποικιοκρατίας.
               Άλλωστε, οι ρίζες της σημερινής κατάστασης της Λατινικής Αμερικής και της σχέσης της με τη Δύση βρίσκονται στην εποχή της αποικιοκρατίας. Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δημιούργησε κι εκεί μια υπανάπτυκτη οικονομία που βασίζεται στην παραγωγή και εξαγωγή πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων, όπου μια μικρή ομάδα τοπικών ελίτ, που συνεργάστηκαν με τους Ισπανούς και Πορτογάλους αποίκους, ευημερούσαν. Ακόμα και μετά τα κινήματα ανεξαρτησίας, κι ενώ οι δυτικές χώρες εκβιομηχανίζονταν, συνέχιζαν να εφαρμόζουν οικονομικές πολιτικές βασισμένες στη γεωργία και τις πρώτες ύλες, με τους αποικιοκράτες της εποχής, την τότε υπερδύναμη την Βρετανία, να ευνοούν αυτή την εξέλιξη που δεν επέτρεπε να αναπτυχθεί μια ανεξάρτητη Λατινική Αμερική και να γίνει ισχυρός ανταγωνιστής.  
            Εν ολίγοις, τα όσα διαδραματίζονται στη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να συνιστούν έναν οδηγό για την πραγματοποίηση μελέτης περίπτωσης που αφορά την ανάλυση μέσων και σκοπιμοτήτων του ιμπεριαλισμού.