Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ

 

Στη Γαλλία λίγες εβδομάδες μετά από τις τεράστιες διαμαρτυρίες και απεργίες για τις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, ξέσπασαν εκτεταμένες διαδηλώσεις με βίαιες εκδηλώσεις σε όλη τη Γαλλία  εξαιτίας της δολοφονίας του έφηβου  Νοέλ,  αλγερινής καταγωγής, από αστυνομικό κατά τη διάρκεια τροχονομικού ελέγχου. Στα καθ’ ημάς αστυνομικός σκότωσε έναν πολίτη, που αυτή τη φορά έτυχε να είναι 20χρονος Σύριος, άλλες φορές ήταν τσιγγάνος, μετά από καταδίωξη κι ενώ ο Σύριος προσπαθούσε να διαφύγει με τα πόδια.   
       Μοιάζει στη δημοκρατική Δύση  οι ζωές κάποιων ανθρώπων, όταν δεν είναι λευκοί ευκατάστατοι στις δημοκρατίες μας να κοστίζουν κάπως λιγότερο από άλλες. Και μοιάζει, με την υπερέκθεσή τους στην ανεργία, χρεωκοπημένο το διαφημισμένο δημοκρατικό μοντέλο της ένταξης νέων όχι μόνο από εθνικές μειονότητες, αλλά και από τις υποτελείς τάξεις. Συνεχίζει όμως να προκρίνεται το ατομικιστικό μοντέλο ενσωμάτωσης τους που βασίζεται στην ατομική επιτυχία και φαίνεται η αποδοχή του να στηρίζεται σε μια ευρεία συναίνεση.  Κραυγαλέο στα καθ’ ημάς είναι το παράδειγμα του Γιάννη Αντετοκούνμπο.  Και στη Γαλλία, με τους φτωχούς νέους των προαστίων, γάλλοι δεύτερης και τρίτης γενιάς από τις πρώην γαλλικές αποικίες, αλλά και στη χώρα μας, με τις ροές μεταναστών από τη δεκαετία του ’90 με τους Αλβανούς, τα θεμέλια του μοντέλου ένταξης είναι η αφομοίωση τους στην κοινωνία. Απαιτείται απ’ όλους να συμπεριφέρονται σύμφωνα με το κυρίαρχο μοντέλο, αλλά ταυτόχρονα  a priori δεν γίνεται αποδεκτή η αποτελεσματική ικανότητα τους συμμετοχής σε αυτό που προϋποθέτει την οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, με αποτέλεσμα ή την μέγιστη προσπάθεια για ένταξη ή την περιθωριοποιίηση. Γιατί ακόμα και αν οι μετανάστες  συμμετέχουν στο παιχνίδι της ένταξης, ιδίως μέσω της μόρφωσης, στη συνέχεια δεν αποφεύγεται ο αποκλεισμός που ακριβώς φαίνεται να βασίζεται στις εθνοτικές διακρίσεις.
      Κι όταν οι ελπίδες διαψεύδονται και οι καταστάσεις επιδεινώνονται, αρκεί  μια αφορμή για την έκρηξη. Που ξεκινά από ένα δράμα με το οποίο πολλοί μπορούν να ταυτιστούν, γεγονός που εξηγεί τη διάδοση. Όλες αυτές οι ταραχές πυροδοτούνται από κοινές εμπειρίες  ανεργίας και διακρίσεων. Οι ενέργειες γίνονται πιο βίαιες και πιο παραβατικές με πολλές λεηλασίες. Στήνονται οδοφράγματα, σαν να υπάρχει η επιθυμία να πάρουν τον έλεγχο του δρόμου. Είναι ένας τρόπος υπεράσπισης της επικράτειάς τους και αυτό φαίνεται και μέσα από τα δημόσια κτίρια που γίνονται στόχος. Με τις ταραχές παραβιάζονται οι κανόνες που διέπουν το συμβολικό και όχι το νομικό καθεστώς των μεταναστών, που απαιτούν απ’ αυτούς υπακοή και ευγένεια.
       Θεωρητικά  μιλάμε για ρατσισμό και αντιρατσισμό. Δεν δυσκολεύτηκε  ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν  να χαρακτηρίσει τον θάνατο του Ναέλ "ασυγχώρητο", ενώ η γαλλική κυβέρνηση επιμένει ότι δεν είναι ρατσιστική, όπως ισχυρίζονται όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Και όλοι  ξεχνούν ότι οι μετανάστες υπόκεινται στην πραγματικότητα στους νόμους της συγκεκριμένης κοινωνίας που τείνουν να αναπαράγουν τη δομή των διαφορών. Οι μετανάστες λοιπόν, ακόμα και δεύτερης ή τρίτης γενιάς, λιγότεροι πλούσιοι σε οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό κεφάλαιο, κατέχοντας επιπλέον ένα συμβολικό «αρνητικό» κεφάλαιο που συνδέεται με το στίγμα της διαφοράς, υπόκεινται σε διακρίσεις που συμβαίνουν όχι μόνο νομικά αλλά και κοινωνικά. Έτσι στη Γαλλία, και όχι μόνο,  ολόκληροι τομείς της αγοράς εργασίας είναι σχεδόν απρόσιτοι στους «μετανάστες», ακόμη και για όσους έχουν γεννηθεί στη Γαλλία και είναι γαλλικής υπηκοότητας.. Και φυσικά το ίδιο συμβαίνει και στη χώρα μας. Μάλιστα ενδεικτικό αυτής της αντίληψης είναι  και το νομοσχέδιο για την ψήφο των ελλήνων του εξωτερικού χωρίς περιορισμούς,  που προωθεί εκ νέου η κυβέρνηση. Η καταγωγή δίνει περισσότερα δικαιώματα σε ανθρώπους που δεν έχουν οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς με τη χώρα, από την μόνιμη εγκατάσταση και την οικονομική δραστηριότητα σ’ αυτήν. 
        Βέβαια, όπως και σε προηγούμενα τέτοια  γεγονότα ταραχών, οι πολιτικές συνέπειες φαίνονται περιορισμένες. Σίγουρα, προκαλείται συγκίνηση απ’ αυτά τα γεγονότα, η κοινή γνώμη ανακαλύπτει την ανεργία των νέων, τον ρατσισμό και τις διακρίσεις, την ύπαρξη αστικών γκέτο. Αλλά όπως πάντα, αφού περάσει η συγκίνηση, και παρά τη σημασία κάποιας κινητοποίησης μέσω δημοσιεύσεων λίγους μήνες αργότερα, η κοινή γνώμη φαίνεται να είναι ικανοποιημένη με την απουσία μέτρων μεγάλης κλίμακας για την καταπολέμηση αυτών των καταστάσεων διαχωρισμού σε φτωχογειτονιές   και υποβιβασμού των νέων που ζουν εκεί. Ακόμα όμως κι έτσι, οι ταραχές, χωρίς οργάνωση, σχέδιο και στόχο τις περισσότερες φορές, εισβάλλουν στον πολιτικό χώρο και γι’ αυτό  δεν αποκλείουν την ανάγνωση ως μορφή συλλογικής και πολιτικής δράσης, και θα πρέπει να υπάρξει αποκρυπτογράφηση πίσω από την επιλογή της άμεσης δράσης και βίας.
         Εξάλλου, με την κατάπαυση των ταραχών βλέπουμε και τα όρια μιας κινητοποίησης, όπου οι φτωχοί επιτίθενται σε περιουσίες και δημόσια κτίρια κυρίως στις γειτονιές όπου ζουν, προκαλώντας σ’ αυτές πρόσθετη καταστροφή κι επιβαρύνοντας ένα συχνά μη ανεκτό περιβάλλον διαβίωσης, και σπανιότερα να επιτίθενται στις πλούσιες γειτονιές ή στα κέντρα των πόλεων. Ακόμα κι εδώ αναδεικνύεται ο χωρισμός των δυο κόσμων και η μεθόδευση που έχει γίνει να μην επηρεάζονται οι τάξεις των αστών.
       Κι αν σ΄ αυτές τις ταραχές μοιάζει να λείπει μια ισχυρή ιδεολογία και οι κοινά αποδεκτοί κανόνες στην ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, όμως είναι σημαντικό ότι είναι μια συλλογική δράση που σκοπό έχει να προκαλέσει αντιδράσεις, μεταρρυθμίσεις και λύσεις στις αδικίες που βιώνονται καθημερινά, αναδεικνύοντας την κοινή μοίρα των νεαρών,  κατοίκων φτωχών, και πολλές φορές γκετοποιημένων, περιοχών.
        Η αντίδραση αυτών των νέων συνδέεται  με την ηθική αγανάκτηση, με το αίσθημα του εξευτελισμού συλλογικά και δημόσια και γι’ αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται και το εύρος των  πολιτικών συνεπειών αυτής της κινητοποίησης. Που είναι τόσο μεγαλύτερο όσο πιο ισχυρές συμμαχίες σφυρηλατούνται μεταξύ νέων και συνδικάτων, που μπορεί να οδηγήσουν σε άλλες μορφές κινητοποίησης. Πάντα η οργάνωση και ο σχεδιασμός διαμαρτυριών, πέρα από τη μαζικότητα, είναι καθοριστικά για τη πίεση που μπορούν να ασκήσουν στην κυρίαρχη εξουσία.
        Είναι λοιπόν δυνατό να επαναλαμβάνεται το κυρίαρχο αφήγημα για την αυτονομία και το αυθόρμητο των κινημάτων, για να απαξιώνεται η οργάνωση σε συνδικάτα και η ισχυροποίηση εργατικών κομμάτων που υπερασπίζονται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης;

 

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

«ΣΧΟΛΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ»


Οι μαζικές  απεργιακές κινητοποιήσεις  των συνδικάτων στη Γαλλία εδώ και πάνω από ένα μήνα ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος πίεσαν την  κυβέρνηση του Ε. Φιλίπ να εμφανιστεί πιο διαλλακτική, για να παρασύρει σε συμβιβασμό τα συνδικάτα σταματώντας τις απεργίες. Στα καθ΄ ημάς, οι εργαζόμενοι στον ΟΤΕ απεργούν από τις 21 Δεκεμβρίου, για συλλογικές συμβάσεις εργασίας και παύση απολύσεων, με εκκωφαντική τη σιωπή γι’ αυτό των συστημικών ΜΜΕ και αδιάλλακτη τη διοίκηση του ομίλου, που μηνύει και απαιτεί συλλήψεις εργαζομένων και συνδικαλιστών απεργών.
               Δυο ειδήσεις οι οποίες αναφέρονται  στους εργαζομένους και τα …αναχρονιστικά μέσα πίεσης, την απεργία, που τόσο βιαστικά έσπευσε ο κυρίαρχος λόγος να απαξιώσει, ακριβώς γιατί έτσι απειλείται η παντοδυναμία της κυρίαρχης εξουσίας.
               Την τελευταία δεκαετία, καθώς το χάσμα εισοδήματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών διευρύνεται, η αυξανόμενη υποψία έγινε πια διαπίστωση,  ότι το παιχνίδι στη φρενήρη σύγχρονη οικονομία μας κλίνει ενάντια στους εργαζόμενους. Η ευρέως διαδεδομένη ευημερία της Δύσης των προηγούμενων δεκαετιών, όταν το αμερικανικό όνειρο φαινόταν ανοιχτό σε όλους, αρχίζει να μοιάζει με ιστορική εξαίρεση. Το παράδειγμα της Γαλλίας δείχνει πως  δεν περιορίζονται οι δυσμενείς για τους εργαζόμενους μεταρρυθμίσεις μόνο στην Ελλάδα, και ούτε μόνο σ’ αυτή ο  κυρίαρχος λόγος προπαγάνδας χρεώνει  την κρίση στους εργαζόμενους, αλλά αντίθετα ότι  η αυξανόμενη ανισότητα είναι εγγενής στον καπιταλισμό. Οι  καπιταλιστές - επενδυτές προμηθεύουν χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο σε επιχειρήσεις για να πάρουν μια όλο και μεγαλύτερη φέτα της οικονομικής πίτας, σε βάρος των εργαζομένων. Όσοι κατέχουν τα μέσα παραγωγής γίνονται πλουσιότεροι, ενώ οι εργαζόμενοι καταντούν να μην μπορούν να επιβιώσουν, σε μια εποχή που η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει την ανάπτυξη του παγκόσμιου πλούτου, ώστε να εξασφαλίζονται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης σε όλους τους εργαζόμενους.   
               Τις τελευταίες δεκαετίες επιβεβαιώνεται με τον πιο κραυγαλέο τρόπο μεταπολεμικά, αυτό που διαπίστωσε ο Κ. Μαρξ το 19ο αιώνα, πως τα επίπεδα μισθών μπορούν να διευθετηθούν μόνο με τη συνεχή πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, εφόσον  ο καπιταλιστής συνεχώς τείνει να μειώσει τους μισθούς στο φυσικό τους ελάχιστο και να παρατείνει την εργάσιμη μέρα στο φυσικό της μέγιστο, γι’ αυτό πρέπει συνεχώς οι εργαζόμενοι να πιέζουν και να αγωνίζονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι οι αγώνες των εργαζομένων, οι τεράστιες απεργιακές κινητοποιήσεις  του προηγούμενου αιώνα, το αντίπαλον δέος των σοσιαλιστικών κρατών που έσπασαν την αδιαλλαξία της κυρίαρχης τάξης στη Δύση και νομιμοποίησαν το δικαίωμα των εργαζομένων να σχηματίζουν συνδικάτα και να διαπραγματεύονται συλλογικά. Επί δεκαετίες μεταπολεμικά, αναγκάστηκε η κυρίαρχη εξουσία στις βιομηχανίες και εταιρείες  να δεχτεί τη νομιμότητα των συνδικάτων στη διαδικασία συλλογικής διαπραγμάτευσης. Η κρίση του καπιταλισμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά, η πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων έδωσε ώθηση στην μακροπρόθεσμη εκστρατεία  της κυρίαρχης τάξης για να μετατοπιστεί αποφασιστικά η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων προς όφελός της. Το αστικό κράτος, που κάτω από την πίεση των εργαζομένων και την απειλή του σοσιαλισμού είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στις εργασιακές σχέσεις των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών αποδεχόμενο με νομικές ρυθμίσεις το ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων στους όρους εργασίας, ενισχυμένο από την πτώση του σοσιαλισμού και την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος πρωτοστατεί στην απορρύθμιση της εργασίας και τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, εξυπηρετώντας την εξουσία του κεφαλαίου.
               Όλα αυτά τα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης δεν έφεραν τίποτε άλλο παρά δυστυχία στον πυρήνα της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Και δεν είναι μια παράπλευρη συνέπεια της πολιτικής για έξοδο από την κρίση,  αλλά ο στόχος  αυτής της πολιτικής, σε ένα μονόπλευρο ταξικό πόλεμο που απαιτεί την καταστροφή  των μόνων μέσων για την υπεράσπιση του βιοτικού επιπέδου των εργατών, των συνδικάτων
               Ο καπιταλισμός αναγκάζει τους εργαζόμενους να ανταγωνίζονται μεταξύ τους διαιρώντας τους, -γηγενείς  εναντίον αλλοδαπών, ειδικευμένοι εναντίον ανειδίκευτων κλπ. - αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία για να κρατούνται οι εργαζόμενοι  διαιρεμένοι. Και είναι η οργάνωση σε συνδικάτα που  δίνει την ευκαιρία συλλογικής μάχης εναντίον των εργοδοτών και  μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων χτίζοντας την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Τα συνδικάτα είναι η πρώτη γραμμή άμυνας των εργαζομένων εναντίον των εργοδοτών τους υπό τον καπιταλισμό. Γι’ αυτό και οι προσπάθειες της κυρίαρχης εξουσίας να τα αποδυναμώσουν, με όποιο τρόπο μπορούν είναι συνεχείς. Όπως άλωση των συνδικάτων από κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές που διαπραγματεύονται τους όρους εκμετάλλευσης εξ ονόματος των μελών τους στηρίζοντας την κυρίαρχη πολιτική που απομακρύνει τους εργαζόμενους, (π.χ πεπραγμένα προέδρου ΓΣΕΕ Γ. Παναγόπουλου) νομοθετικές ρυθμίσεις για έλεγχο συνδικαλιστικών δράσεων (π.χ. ηλεκτρονική ψηφοφορία) και περιορισμό των απεργιακών κινητοποιήσεων.
               Και όλα αυτά, γιατί όπως είπε ο Φ. Εγκελς τα συνδικάτα και το όπλο απεργίας ειδικότερα είναι «σχολές πολέμου» που εκπαιδεύουν τους εργαζόμενους στην ταξική πάλη, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δική τους χειραφέτηση.
              

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ


Κι αν οι πιθανότητες διάψευσης των προβληματισμών, των  ερμηνειών και κυρίως των προβλέψεων σε καταστάσεις ρευστές, με δράσεις αντίρροπες, μπορεί να είναι μεγάλες, αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από την προσπάθεια ανάλυσης αιτιών και συνεπειών  κι ένταξής τους σε μια σφαιρική προοπτική.
         Έτσι, παρόλο που οι πληροφορίες για το κίνημα των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία, οι οποίες αντλούνται από την ειδησεογραφία, μπορεί να είναι περιορισμένες ή και κάποιες διαστρεβλωμένες, δεν ανακόπτεται η προσπάθεια για κατανόηση είτε στόχων του είτε  δράσεών του και συνεπειών τους που προκύπτουν ή κατασκευάζονται.
         Αναφέρεται πως το κοινωνικό προφίλ της πλειοψηφίας των κίτρινων γιλέκων περιλαμβάνει δυσαρεστημένους, χαμηλά αμειβόμενους εργαζομένους στην ευρύτερη περιφέρεια των Παρισίων που μάλιστα δεν έχουν παρελθόν συμμετοχής σε κινήματα και διαμαρτυρίες, αλλά ακόμα ότι περιλαμβάνει και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, έμπορους, επιχειρηματίες κλπ.  Εστιάζεται το ενδιαφέρον στο γεγονός  πως το κίνημα δεν προκύπτει από τις παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας,  είναι ένα ακέφαλο, αυθόρμητο μαζικό κίνημα που συνδέεται με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και θέτει τις δικές του ιδέες για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας. Δίνονται ερμηνείες για τον πολιτικό προσανατολισμό του –αριστερός λαϊκισμός κάποιοι,  επανεμφάνιση του Μάη του ’68 άλλοι, επιρροή φασιστική κάποιοι τρίτοι. Κι είναι αξιοσημείωτο πως, όπως και σε κάθε διαμαρτυρία ή κινητοποίηση τα τελευταία χρόνια,  και σ’ αυτή αναγνωρίζονται στοιχεία από εξεγέρσεις του παρελθόντος, σε μια προσπάθεια ενσωμάτωσής της στην επαναστατική παράδοση, θεωρώντας πως ο ίδιος ο  θυμός είναι επαναστατικός, και υπενθύμισης της βίας ως βασικού τρόπου αντιπαράθεσης.  
Κι αν μοιάζει δύσκολο να προβλέψει κανείς με βεβαιότητα την εξέλιξη που θα έχουν οι διαμαρτυρίες κι αν θ’ αποκτήσουν το βηματισμό ενός εξεγερτικού κινήματος τις προσεχείς εβδομάδες, οι αντιδράσεις όμως της εκτελεστικής εξουσίας είναι ενδεικτικές της τακτικής που φαίνεται πως δεν διστάζει πια να ακολουθήσει το αστικό κράτος. Μοιάζει η βίαιη καταστολή, η ανεξέλεγκτη δραστηριότητα των κατασταλτικών μηχανισμών, η αυταρχική αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων να σημαδεύουν στο εξής  την πολιτική της κυρίαρχης εξουσίας.
Οι σκηνές χάους, στην καρδιά του Παρισιού την προηγούμενη εβδομάδα, που κυριάρχησαν στα ΜΜΕ, απεικόνισαν τη διαμαρτυρία των κίτρινων γιλέκων ως μια διαδοχή εικόνων βίας που εντυπωσιάζουν και  φοβίζουν. Κι ήταν η ένταση των βιαιοτήτων περισσότερο παρά η μαζικότητα των κινητοποιήσεων που επιστρατεύτηκε για δικαιολόγηση  της χρήσης της  τεράστιας αστυνομικής δύναμης την επόμενη φορά της διαμαρτυρίας των κίτρινων γιλέκων.  Γι’ αυτό και η απορία παραμένει. Γιατί η κρατική εξουσία, ενώ για τα δεδομένα της Γαλλίας  έχει να αντιμετωπίσει περιορισμένο αριθμό διαδηλωτών που φαίνεται πως δεν έχουν κοινή πολιτική βάση αλλά κυρίως συναισθήματα θυμού και οργής που τους ενώνουν, κάνει ό,τι μπορεί να τα διατηρήσει ενισχύοντας τα με τις βιαιότητες της καταστολής;
Και αν ο βασικός προβληματισμός έχει να κάνει με την αντίδραση του κράτους και το μέγεθος και ένταση της καταστολής, είναι γιατί φαίνεται πως στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης δεν αποτελεί πια την κύρια επιδίωξη η συναίνεση μέσω ραφιναρισμένων μεθόδων ελέγχου, αλλά μέσω καταστολής και εκφοβισμού. Έχοντας εδώ και χρόνια υποσυνείδητα υπονομεύσει η αστική  δημοκρατία με τον κυρίαρχο λόγο της εκλεπτυσμένης προπαγάνδας τις εμπειρίες, επιθυμίες κι αντιλήψεις μας για να ελέγχονται οι αντιδράσεις μας, όταν ο θυμός και η οργή οδηγούν σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις η καταστολή μπορεί να γίνει καθοριστική για εκφοβισμό και υποταγή.
Οι δυο εικόνες, η μια με τους μαθητές στα γόνατα και τα χέρια πίσω από το σβέρκο σαν αιχμάλωτοι πολέμου και  η άλλη από βίντεο με διαδηλωτή με τα χέρια ανοιχτά να δέχεται πλαστική σφαίρα από τις δυνάμεις καταστολής, είναι χαρακτηριστικές όχι μόνο για την ένταση της καταστολής αλλά για τη σκοπιμότητά της.
Η κρατική εξουσία χρησιμοποίησε για τις δικές της σκοπιμότητες τις εικόνες χάους στο Παρίσι, χάριν των οποίων όμως το κίνημα των κίτρινων γιλέκων αναβαθμίστηκε και θεωρήθηκε ισχυρό.  Επιπλέον, η ένταση της καταστολής μοιάζει να μην είναι απλά επίδειξη δύναμης πια αλλά επιβολή της κρατικής δύναμης για πρόκληση φόβου αδιαφορώντας και για τα προσχήματα. Κι επειδή το μέγεθος των κινητοποιήσεων δεν δικαιολογεί το μέγεθος της έντασης της καταστολής δεν είναι εκτός πραγματικότητας οι υποψίες για μονιμοποίηση αυταρχικών κυβερνητικών επιλογών.
Η ταπεινωτική συμπεριφορά προς εφήβους –με δημοσιοποίηση του βίντεο όπου απεικονίζονται ανήλικοι μάλιστα- δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά με εκφοβισμό των μαθητών ούτε και ο αναίτιος τραυματισμός του διαδηλωτή. Η εκτελεστική εξουσία που συνεχάρη την αστυνομία, και γι’ αυτές φυσικά τις πράξεις της, δημιουργεί τους όρους εκείνους που θα την επιτρέψουν απερίσπαστα να εφαρμόσει την πολιτική της άρχουσας τάξης χωρίς προσκόμματα. Τις μέρες αυτές στο Παρίσι οι πραγματικές σχέσεις  εξουσίας βρέθηκαν εντός ορατού πεδίου και απεικονίζονται θεαματικά στους γονατισμένους εφήβους.
Μοιάζει να ευσταθεί η εκτίμηση πως ο αυταρχισμός θα ενταθεί, τα γεγονότα στη Γαλλία δείχνουν πως η καταστολή δεν έχει πια όρια, και  η αναζήτηση ευθυνών για άλλες χειρότερες καταστάσεις θα αποτελούν πια πολυτέλεια. Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε λιγότερο από εντονότερη χρήση  των μηχανισμών καταστολής, δηλ. επαύξηση του  αυταρχισμού και μονιμοποίησή του. Γι’ αυτό και ο προβληματισμός δεν είναι για τη χρήση της βίας, αφού η βία είναι η βάση κάθε ταξικής κοινωνίας και η άρνησή της είναι άρνηση του βίαιου χαρακτήρα της ταξικής αντιπαράθεσης. Το ζήτημα είναι αν τα βίαια ξεσπάσματα ομάδων, που στηρίζονται στον αυθορμητισμό, μπορούν τα αντιπαρατεθούν με το πάνοπλο κράτος και τις φασιστικές εφεδρείες του χωρίς να καταστραφούν ενισχύοντας την κρατική δύναμη.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ


Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συμπεριέλαβε στη στρατηγική της πράσινης μετάβασης τις αυξήσεις των φόρων στο ντίζελ, με σκοπό να οδηγηθούν οι οδηγοί σε επιλογές προς πιο οικολογικές πηγές ενέργειας για τις μετακινήσεις τους. Μετά όμως τις διαμαρτυρίες των διαδηλωτών των «κίτρινων γιλέκων» και τις ταραχές στο Παρίσι ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Εντουάρ Φιλίπ ανακοίνωσε την αναβολή της αύξησης των καυσίμων για έξι μήνες. Δηλ. αν και  ο Ε. Μακρόν στην υποστήριξη της αναγκαιότητας των μέτρων προέτασσε οικολογικά ζητήματα, παρόλο που αφορούσαν και την προσπάθεια για μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού, όμως  οι οικονομικές επιπτώσεις τους σε μεγάλες μάζες πληθυσμού προκάλεσαν οργή γα την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα σε μια πλούσια χώρα και για την κυβερνητική αδιαφορία για τα δεινά τους.
               Στη Γαλλία, πέρα από το χαρακτήρα αυτών των αντιδράσεων και  την κοινωνική σύνθεση αυτού που ονομάστηκε κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», αναδείχτηκε και ο τρόπος που εκδηλώνεται η ευαισθησία της κυρίαρχης εξουσίας για το περιβάλλον. Η λύση που προκρίνεται στα περιβαλλοντικά προβλήματα φαίνεται πως είναι η επιβολή φόρων στην ευρεία βάση των εργαζόμενων. Η επιβολή λοιπόν  φόρων που ονομάζονται περιβαλλοντικοί  και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν είναι ενδεικτικοί του τρόπου που η κυρίαρχη πολιτική μεθοδεύει τη μετάβαση σε ό,τι χαρακτηρίζεται πράσινη οικονομία και βιώσιμη ανάπτυξη που προστατεύει το περιβάλλον.
               Οι οικολογικές ανησυχίες, που τροφοδότησαν κινήματα στις προηγούμενες δεκαετίες και  άνθισαν σε αντιδιαστολή ή και πάνω στα ερείπια αριστερών κινημάτων, κατέληξαν άλλοθι για ν’ ανοίξουν καινούργιους δρόμους οικονομικής ανάπτυξης εις βάρος των εργαζομένων. Είναι που η πρόοδος, η τεχνολογία, η υλική ευημερία, η ανάπτυξη, οι μορφές κατανάλωσης, γενικά οι τρόποι ζωής, οι ανάγκες, οι κοινωνικές προσδοκίες και στρατηγικές δεν συνδέθηκαν με τη μήτρα των καπιταλιστικών σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής που οδηγούν στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Πάνω ακριβώς σ’ αυτή την εν πολλοίς αθέατη σύνδεση, η καπιταλιστική κοινωνία καταφέρνει να βρίσκει  τους μηχανισμούς άμυνας και ενσωμάτωσης της οικολογικής προβληματικής.     
               Και επομένως η ευαισθησία απέναντι στην καταστροφή του περιβάλλοντος και την οικολογική επιδείνωση δεν είναι από μόνη της συνώνυμη με τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που επιστρατεύει  η οικολογική ευαισθησία, ακριβώς εξαιτίας του διαταξικού  τους χαρακτήρα, δεν έχουν τους ίδιους λόγους  να είναι εξίσου  κριτικές και απορριπτικές απέναντι στην καπιταλιστική κοινωνία.
               Όμως εφόσον ο καπιταλισμός αποκλείει τους εργαζόμενους από την εξουσία ελέγχου πάνω στην οργάνωση και τις σκοπιμότητες της παραγωγής, εφόσον τα ζητήματα αυτά επαφίενται στην αρμοδιότητα της καπιταλιστικής επιχείρησης, η οποία για την αντιμετώπισή τους γνωρίζει μόνο το κριτήριο της κερδοφορίας και της οικειοποίησης του αδιαφορώντας για τη ληστρική εκμετάλλευση της φύσης,   δεν μπορεί το εργατικό κίνημα παρά να  θέτει στο επίκεντρο των αγώνων του το ζήτημα του πώς παράγουμε, τι παράγουμε και για ποιον παράγουμε. Ο οικολογικός έλεγχος στην πραγματικότητα σημαίνει αλλαγή  του τρόπου παραγωγής, δηλ. του καπιταλιστικού ορθολογισμού ο οποίος ξεκινά από την προσφορά, την πώληση, με επιδίωξη κέρδους, και τείνει  στην οργάνωση της παραγωγικής δραστηριότητας με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων που χειραγωγούνται προς την κατεύθυνση της αύξησης της κερδοφορίας.
Κι επειδή ο καπιταλισμός ενσωματώνει τα επιστημονικά δεδομένα, σφετερίζεται τις οικολογικές κατακτήσεις και μπορεί να κατασκευάζει και τρομοκρατικούς μύθους για να γίνεται αποδεκτή κάθε προσπάθεια που οδηγεί  στο νέο κύκλο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μπορεί το καπιταλιστικό κράτος να επιβάλει μέτρα προστασίας της φύσης, που αν και διαφημίζονται ως οικολογικά κυρίως ανοίγουν και νέους ορίζοντες στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Κι έτσι δεν υπάρχει δυτικό κράτος  που να μην φαίνεται πως  προσπαθεί  να ελέγξει  και να ρυθμίσει  τα περιβαλλοντικά προβλήματα, αρκεί το κόστος τους να μην είναι ασύμφορο ή να μπορεί να μετακυλίεται  στις εκμεταλλευόμενες τάξεις ή στις πρώην αποικίες των ιμπεριαλιστών. Η προστασία λοιπόν του περιβάλλοντος καταλήγει να ταυτίζεται μ’ ένα προσοδοφόρο και πολλά υποσχόμενο οικονομικό προϊόν.
Κι έτσι μπορεί να επιβάλλονται φόροι, όπως είναι η επιβολή φορολογίας στα ορυκτά καύσιμα ανάλογα με την περιεκτικότητα τους σε άνθρακα, δηλ.  βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης, καύσιμα σε αεροπλάνα κλπ., με τον ισχυρισμό πως λειτουργούν σαν εργαλείο πολιτικής για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας την πιο αποδοτική χρησιμοποίηση της ενέργειας και δίνοντας κίνητρα για ανάπτυξη τεχνολογιών φιλικών στο περιβάλλον. Συγχρόνως το εμπόριο δικαιωμάτων εκπομπής αερίων, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο,  γίνεται μια πολύ αποδοτική επιχείρηση. Για τις ιδιωτικές εταιρείες είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό, γιατί μειώνοντας τις εκπομπές μπορούν να ωφεληθούν πουλώντας την περίσσεια των δικαιωμάτων εκπομπής.
Δηλ. οι οικολογικές ανησυχίες καθησυχάζονται από τη μια, με την επιβολή σταθερής ποσότητας συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων και από την άλλη, γίνεται εμπορεύσιμο προϊόν το δικαίωμα να εκπέμπει κάποιος. Συνεπώς,  ανοίγεται πεδίο λαμπρόν κερδοφορίας πουλώντας την περίσσεια των δικαιωμάτων εκπομπής, και για άλλη μια φορά συνεχίζεται η εκμετάλλευση των υπο ανάπτυξη χωρών από τις αναπτυγμένες.
Ο φόρος στα καύσιμα, που στη Γαλλία αποτέλεσε τη σπίθα για το ξέσπασμα μιας συσσωρευμένης οργής, ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο των αντιδράσεων ή τα κοινωνικά στρώματα που διαμαρτύρονται, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως για τον καπιταλισμό το κέρδος πάντα είναι ο σκοπός και κάθε τι, και η προστασία του περιβάλλοντος βεβαίως, χρησιμοποιείται ως μέσο για την επίτευξή του.