Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΑ



Και αφού  η αντίδρασή μας  για την οικονομική μας εξαθλίωση οκτώ χρόνια τώρα αν δεν εξαντλήθηκε σε λόγια περιορίστηκε σε απαίτηση ανάληψης  δράσης  δια αναθέσεως, πεπεισμένοι πως στο κάτω –κάτω δεν μπορεί κάτι να αλλάξει,  αίφνης το Μακεδονικό ανέτρεψε άρδην αυτή την αντίληψη. Ξαφνικά πιστεύουμε πως  τα συλλαλητήρια απέκτησαν κύρος και έχουν τη  δύναμη να επηρεάσουν την πολιτική της κυβέρνησης, γιατί γίνονται για εθνικό ζήτημα.  Η ειδοποιός λοιπόν διαφορά με τις προηγούμενες διαμαρτυρίες είναι το αντικείμενό τους. Η προπαγάνδα του εθνικισμού στην οποία είχε προσδώσει η κυρίαρχη εξουσία κυρίως αντικομμουνιστική κατεύθυνση σ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο αποδίδει καρπούς, τουλάχιστον ως προς την αδυναμία ανάπτυξης πολιτικής συνείδησης.
 Κι αν μέρος της αστικής τάξης, μ’ ένα κοσμοπολίτικο βλέμμα, φαίνεται να αντιμετωπίζει κριτικά τον εθνικισμό, αυτό δεν την εμποδίζει να χρησιμοποιεί το μηχανισμό του αστικού  κράτους για να ενισχύσει εθνικιστικές αντιλήψεις, αφού τον χρησιμοποιεί ως όργανο για τη δημιουργία και την κατάκτηση  της πανεθνικής αγοράς  και την επιβολή της κυριαρχίας της,  εξασφαλίζοντας ταξική ειρήνη στο εσωτερικό και αποσπώντας τις υποτελείς τάξεις από τα ταξικά τους καθήκοντα. Κι αν πριν από 26 χρόνια με την  αλαζονεία του νεόπλουτου μικροαστού, του κατά προσδοκίαν συνδαιτυμόνα με τις κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης απαιτούσαμε με τα συλλαλητήρια μας να επιβληθούμε στο νεότευκτο κράτος, τώρα μέσα από την παραίτηση και αποδοχή της εξαθλιωμένης ζωής μας βρίσκουμε την ευκαιρία να κραυγάσουμε για κάτι που πιστεύουμε μας δίνει γόητρο και ανωτερότητα. Το έθνος μας το αιώνιο και αναλλοίωτο στο χρόνο δικαιώνει τις δράσεις μας και μόνο που γίνονται εν ονόματί του. Κι έτσι καταπολεμιέται η πίκρα και η  ξεραΐλα από τη συναίσθηση της κοινωνικής ματαιότητας της ζωής μας, κι έτσι μπορεί να συνυπάρχει ο υπέρτατος ατομικισμός μας με τον εθνικισμό μας. Κι αγωνιζόμαστε να κρύψουμε κάτω από μια αλαζονεία ελεύθερης εκλογής την προσαρμογή μας στην κυρίαρχη πολιτική, όπου από υπολογισμό ή λιποψυχία έχουμε υποταχτεί. Και κάπως έτσι το πνεύμα μας εκπορνεύεται.
Και στήνονται οι μηχανισμοί που θα εκμεταλλευτούν  τις νέες ατραπούς στις οποίες κατευθύνεται η αγανάκτηση. Από τη στιγμή μάλιστα  που μια ιδέα  γίνεται επικρατέστερη ή πηγαίνει να γίνει κατατάγονται πολλοί στην υπηρεσία της να την αξιοποιήσουν. Αν η ιδέα ταλαντεύεται ταλαντεύονται κι αυτοί μυρίζοντας τον αέρα. Αν όμως για κακή τύχη πεθάνει ξαφνικά, δεν κάθονται να χάσουν τον καιρό τους στην κηδεία. Επευφημούν κιόλας τον ζωντανό βασιλιά. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή από την εποχή του πρώτου μνημονίου με τον τότε αρχηγό της Ν.Δ.  Α. Σαμαρά που ακολουθώντας την αγανάκτηση του κόσμου για το μνημόνιο κραύγαζε εναντίον του.Την αναγνωρίζουμε τώρα  στις επιλογές του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ.  Μητσοτάκη, του  αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου κλπ. Κι όλοι κολυμπάμε μέσα σ’ έναν συμβιβασμό σκέψεων που δεν διακρίνει κανείς ούτε το αριστερό χέρι από το δεξί, όλα είναι ανακατωμένα. Και οι φασίστες μοιάζουν να βρίσκονται στο φυσικό τους χώρο, με τις εθνικιστικές κορώνες τους, τον κόσμο που υποκρινόμενος τον ανεξάρτητο πέρα από κόμματα και ιδεολογίες συγκλίνει μαζί τους.
Κι αν στον καιρό της ευμάρειας ανακαλύπταμε όλο και καινούργιες ιδεολογίες, πότε ο πολιτισμός, πότε η διαφορετικότητα, πότε η οικολογία κλπ. με την προσοχή μας τεταμένη μήπως και δεσμευτούμε από έναν τρόπο σκέψης, αγωνιζόμενοι να σώσουμε την ελευθερία μας και να μην φυλακίσουμε το πνεύμα μας στα κάγκελα  ενός δόγματος, στα χρόνια της ανέχειας ξαναγυρίσαμε, ξεπεσμένοι μεσοαστοί και  μικροαστοί, στην παλιά καλή ιδεολογία του εθνικισμού με την ελευθερία μας …αλώβητη. Κι αν το έθνος μοιάζει με εκπεσμένη χρηματιστηριακή αξία που την αγοράζουν αυτοί που το καπιταλιστικό κράτος  δεν τους έχει αφήσει και πολλές επιλογές, η ελευθερία είναι το κατεξοχήν ανταλλακτικό εμπόρευμα. Όποιος θέλει να είναι ελεύθερος  του χρειάζονται λεφτά.  Κι όποιος θέλει λεφτά πρέπει να πουλήσει την ελευθερία του. Κι αποδεικνύουμε μαθηματικά ακριβώς επειδή είμαστε ελεύθεροι ότι είναι δικαίωμά μας να την πουλήσουμε. Μας είναι αρκετό να θέλουμε   εκείνο για το οποίο μας αγοράζουν. Και τότε το θέλουμε. Κι αμέσως βρίσκουμε και επιχειρήματα γι’ αυτό.
Η τόνωση εθνικιστικών τάσεων, που διακριτικά καλλιεργείται εκ των άνω, ακόμα κι αν μοιάζει να αντιτίθεται σε επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας περισσότερο στοχεύει να ελέγξει  το πολιτικό σκηνικό στο νέο status quo της αέναης οικονομικής λιτότητας επιβάλλοντας νέα κριτήρια για τους πολιτικούς ρόλους των αστών. Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό εθνικής ενότητας μοιάζει να είναι  πιο εύκολο να αναδυθεί με νέα μορφή η «σοβαρή Χρυσή Αυγή», ενώ πάντα ένα τμήμα  «πεφωτισμένο» και φιλελεύθερο της  αστικής τάξης, που επιπλέει στο κέντρο του στροβιλισμού των εκατομμυρίων, κρατά αποστάσεις μέχρι να περάσει το κακό, να καθαρίσει το τοπίο με τη βοήθεια των φασιστών, για μπορέσει να αναλάβει τη διαχείριση της νέας υποδούλωσής μας. Κι εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Γιατί,  αν όλα αυτά τα πλήθη που «συνωστίζονται» στα συλλαλητήρια σίγουρα δεν είναι φασίστες, αυτό δεν σημαίνει πως δεν κατευθύνονται προς ατραπούς που τα οδηγούν στο φασισμό.

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ



Στα οκτώ χρόνια που  προγράμματα λιτότητας επιβάλλουν περικοπές μισθών και συντάξεων, υψηλή ανεργία, μερική απασχόληση, περιστολή εργασιακών δικαιωμάτων κλπ. τέτοιο πλήθος δεν κινητοποιήθηκε για  να  διαμαρτυρηθεί, να  αποτρέψει, να διεκδικήσει όσο την προηγούμενη Κυριακή στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης για το όνομα της FYROM. Σ΄ αυτό το συλλαλητήριο,  που ευελπιστούν οι εργολάβοι του Μακεδονικού να το επαναλάβουν σε ενισχυμένη μάλιστα έκδοση στην Αθήνα, φάνηκε πως οι κίνδυνοι τόσο για αύξηση της εμβέλειας του λόγου των φασιστών όσο  και της νομιμοποίησης του, με εκμετάλλευση των προβλημάτων εθνικού χαρακτήρα, είναι υπαρκτοί. Όπως υπαρκτός είναι και ο προβληματισμός για την επιρροή που ακόμα ασκούν, σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ό,τι ονομάζουμε εθνικά θέματα.
               Κι εκεί που είχαν ξεχαστεί τα Βαλκάνια, με τις εκκρεμότητες τους, Βοσνία –Ερζεγοβίνη, τα προτεκτοράτα τους, Κοσσυφοπέδιο, τα ασταθή  κράτη τους,  FUROM, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για ένταξη στο ΝΑΤΟ της FYROM  τα έφεραν  ξανά στο προσκήνιο, έστω και κάπως περιθωριακά ακόμα. Δεκαετίες τώρα  στα Βαλκάνια γίνονται προσπάθειες να κρυφτούν κάτω από το χαλί αντιθέσεις, τριβές και συγκρούσεις που αναζωπυρώνονται κάθε φορά που ιμπεριαλιστικά σχέδια το απαιτούν. Και η κυρίαρχη πολιτική της Ελλάδας, επειδή  η  αστική της τάξη τρέχει μήπως και μαζέψει έστω και κάποιο ψίχουλο από το ιμπεριαλιστικό φαγοπότι, μοιάζει να προσεγγίζει  τα συναφή προβλήματα με όρους είτε μικροπολιτικούς είτε ιδεολογικούς που μοιάζει να απέχουν από την πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι να φαίνεται πως  υποδαυλίζεται μια στρεβλή  αντιπαράθεση, παρόλο που εδώ και χρόνια η πραγματικότητα διαψεύδει  και τις δυο αυτές προσεγγίσεις. Όμως έτσι  ήρθε η ώρα που καλείται  ο ΣΥΡΙΖΑ ν’ αναλάβει να λύσει κι αυτή την εκκρεμότητα, με όποιες ανακατατάξεις θα προκληθούν για τη διαμόρφωση στο εσωτερικό του νέου πολιτικού σκηνικού, στο status quo που έχει παγιωθεί με τα μνημόνια.   
Κι ίσως είναι καιρός πια η μυθολογία των αυθόρμητων κινημάτων για χειραφέτηση ή αυτοδιάθεση ή ολοκλήρωση, στις διάφορες κρατικές οντότητες που διαλύονται, να τεθεί στη βάσανο της μαρξιστικής οπτικής, για  να φωτιστούν οι  παρασκηνιακές διεργασίες, με μαέστρους μικρούς ή μεγάλους ιμπεριαλισμούς,  που τα προκάλεσαν και θα συνεχίσουν να τα προκαλούν και να μη μένει στο σκοτάδι ο ρόλος των μειονοτήτων και   η έκταση  της μεθοδευμένης και συνταιριασμένης υποκίνησης τους για εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων.
          Ιστορικές αναφορές, οι οποίες  εστιάζοντας σε καταγωγή και εθνική καθαρότητα, δικαιολογούν πολιτικές επιλογές,  θα ήταν αστείες αν δεν απέβαιναν τόσο επικίνδυνες για την επίδραση που μπορεί να ασκήσουν στις λαϊκές μάζες. Γιατί η επίκληση στην αρχή της αυτοδιάθεσης και αυτοκαθορισμού των λαών δεν μπορεί να παραβλέπει τις αιτίες που ένα κράτος όχι μόνο χρησιμοποιεί μια ορισμένη ονομασία, αλλά και επιμένει σε σύμβολα μιας ιστορικής περιόδου που πολύ λίγη σχέση έχουν με τον παρόντα χαρακτήρα του κράτους αυτού.   Είναι σαν να γυρίζουμε έναν αιώνα πίσω με την προσπάθεια που γίνεται μέσω του ονόματος, της ιστορίας, των συμβόλων να ομογενοποιηθεί ένας ανομοιογενής πληθυσμός και μάλιστα κάποιες φορές στην ιδεολογική βάση μιας μεγάλης ιδέας, δηλ. της ενοποίησης των τμημάτων της γεωγραφικής περιοχής. Κι αν η αδυναμία να επιβιώσει αυτόνομα ένα τόσο μικρό κράτος κάνει να μοιάζουν αστείοι οι όποιοι μεγαλοϊδεατισμοί του, θα πρέπει όμως να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι σκοπιμότητες και οι στόχοι των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων των οποίων η χειραγώγηση και οι παρεμβάσεις είναι πιο αποτελεσματικές όσο πιο αδύναμες είναι οι κρατικές οντότητες. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη γειτονιά μας, με τις προσπάθειες αλλοίωσης της αυτοδιάθεσης των λαών της από τις παρεμβάσεις του ενός ή  του άλλου που γίνονται από ντόπιες ή ξένες δυνάμεις για τα δικά τους συμφέροντα είναι ένα παράδειγμα που στηρίζει αυτή την άποψη.
           Αν λοιπόν  συνεχίζεται και στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό οι ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί να ενδύονται μ’ ένα είδος εθνικού μανδύα, είναι επειδή  ο ευμετάβλητος χαρακτήρας του εθνικισμού καθιστά τη λειτουργικότητά του ακόμα χρηστική και η μαζική και καθολική απήχησή του ευνοεί την πραγματοποίησή τους μέσω αυτού. Γι’ αυτό ακόμα και στις μέρες μας, ενώ προκρίνονται οι  υπερεθνικές ενώσεις καπιταλιστικών συμφερόντων για την προώθηση όμως των επιλογών τους οι πολιτικοί επικαλούνται και το εθνικό συμφέρον. Από τα αντιαποικιακά μεταπολεμικά κινήματα που η έννοια του έθνους είχε λάβει επαναστατικό περιεχόμενο μέχρι τις μέρες μας που η εθνική ταυτότητα έγινε καταφύγιο για πλατιά  στρώματα ανθρώπων  που ισοπεδώνει η παγκοσμιοποίηση, η εθνική συλλογικότητα παραμένει ζωντανή. Γι’ αυτό  είναι  αρκετά απλουστευτικό να απαξιώνεται και να διαγράφεται το  εθνικό στοιχείο που διαμορφώνει συλλογικότητες  που μοιάζουν αρραγείς και διαρκείς. Κι επειδή ακριβώς ο εθνικισμός έχει αποκτήσει τη δυνατότητα, προσαρμοζόμενος και μεταβαλλόμενος κατά τα δοκούν στις νέες συνθήκες, να δίνει απαντήσεις ακόμα και σε οντολογικού τύπου ερωτήματα, ενώ καλλιεργεί το αίσθημα του ανήκειν, έστω και ψευδώς, σε κάτι αέναο και διαρκές στο χρόνο, μπορεί να αποβεί επικίνδυνος. Με την ανατροπή μάλιστα του υπαρκτού σοσιαλισμού και κυρίως τη κατασυκοφάντησή του και την απαξίωση της   μαρξιστικής οπτικής  για την οικονομία, ταξική συνείδηση και πάλη των τάξεων άφησε μόνη συλλογικότητα για συσπείρωση αντίστασης  σε μεγάλα τμήματα του λαού  και πάλι το έθνος.  
   Και αν μπορεί να χρησιμοποιείται το έθνος για να συσπειρώνονται κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά ή και συγκρουόμενα συμφέροντα απέναντι σ’ έναν εξωτερικό κίνδυνο, που η άρχουσα τάξη καθορίζει, όμως μπορεί να συμβεί ακόμα και μέσα από μια τέτοια εκ των άνω συσπείρωση να δημιουργηθεί μια τέτοια δυναμική που υποτελείς κοινωνικές τάξεις  αποκτώντας ταξική συνείδηση να επιβάλλουν το δικό τους πλαίσιο και τη δική τους φυσιογνωμία στο εθνικό σύνολο ή ακόμα τονώνοντας την ταξική τους συνοχή και να συγκρουστούν με άλλες τάξεις ή κοινωνικά στρώματα.
              Εν ολίγοις, ο εθνικισμός παραμένει ένα  άδειο κέλυφος που μπορεί να αιχμαλωτίσει τα λαϊκά στρώματα για να χειραγωγηθούν προς κατευθύνσεις που ελέγχει η άρχουσα τάξη, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να αναπτυχθεί κι αυτή η δυναμική που θα σπάσει το κέλυφος για νέα συσπείρωση με ταξική βάση.
               Κι αυτό είναι το δύσκολο έργο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κι εδώ δεν χωρούν ειρωνείες, χλευασμοί, αφ’ υψηλού κριτική με απλοϊκή επαναστατική ρητορική.

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ



Το τραγούδι για την «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου χώρα, που έδιωξες τους Βούλγαρους κι ελεύθερη είσαι τώρα» - που οι μαθητές σχολείων στο μετεμφυλιακό κράτος ήσαν υποχρεωμένοι με περηφάνια να το τραγουδούν και χορεύουν, υποδεικνύοντας ως εχθρό τους Βούλγαρους του «σιδηρού παραπετάσματος», στη μεταπολίτευση μπήκε στο περιθώριο,  μέχρι που στην αρχή της δεκαετίας του ’90 το ξαναθυμήθηκαν στα σχολεία της Β. Ελλάδας με μια μικρή τροποποίηση στους στίχους, αυτοί που εκδιώχθηκαν ήταν γενικώς οι βάρβαροι- είναι ενδεικτικό της συγχώνευσης ιδεολογικοπολιτικών και εθνικών σκοπιμοτήτων που υπηρετούν κάθε φορά τα αντίστοιχα συμφέροντα της κυρίαρχης εξουσίας.
               Τον τελευταίο καιρό η αναθέρμανση του ζητήματος της ονομασίας της FYROM με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, κατόπιν «υποδείξεως» του ΝΑΤΟ, δεν είναι που μπερδεύει την αξιωματική αντιπολίτευση για τη θέση που θα πρέπει να κρατήσει, είναι που βρυκολακιάζει, εν μέσω μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως που μοιάζει να συνηθίσαμε, πολλούς εθνικιστικούς εφιάλτες.
               Το χάος στα Βαλκάνια που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90  κατέληξε στο τέλος της σε διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και σε βομβαρδισμό της Σερβίας από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, με τα νέα κράτη που προέκυψαν, μετά από συγκρούσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην έχει πρόβλημα να αναγνωρίσει. Η Γερμανία πρωτοστάτησε   στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, γιατί ενδιαφερόταν να εντάξει νέες  χώρες - Σλοβενία, Κροατία-  που θα προέκυπταν από τη διάλυση  στο οικονομικό σύστημα σχέσεων, στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης,  που θα την βοηθούσε να παραμείνει κυρίαρχη οικονομική και πολιτική δύναμη, ενδυναμώνοντας έτσι την ηγετική της   θέση στην Ενωμένη Ευρώπη, με τις ΗΠΑ βεβαίως  να ενδιαφέρονται για τα δικά τους συμφέροντα. Το μακρινό ’91, η κυβέρνηση Μητσοτάκη με υπουργό εξωτερικών τον Α. Σαμαρά με παλινωδίες και χωρίς συγκεκριμένη θέση συνυπέγραψαν τη διάλυσή της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γιουγκοσλαβίας, με τον υπουργό και την κυβέρνηση να καμαρώνουν για τους τρείς όρους  που ικανοποιήθηκαν από το συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας, στην περίπτωσή μας  η εφαρμογή τους είχε να κάνει με  την «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Κι έτσι δημιουργήθηκε το πρόβλημα της ονομασίας που  ένα τέταρτο του αιώνα τώρα, διαψεύδοντας τη ρήση του Κ. Μητσοτάκη πως σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα το θυμάται, αναδύεται στην επικαιρότητα ή καταβυθίζεται αναλόγως συμφερόντων που πρέπει να ικανοποιηθούν.  
               Γι’ αυτό τώρα, που οξύνονται οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί,  το ΝΑΤΟ, δηλ. οι ΗΠΑ, επείγονται να εντάξουν την FYROM στην Ατλαντική συμμαχία, εκμηδενίζοντας την επιρροή της Ρωσίας, και πιέζουν Αθήνα και Σκόπια  για επίσπευση της διαδικασίας επίλυσης του ονόματος. Κι επειδή το κουβάρι συμφερόντων μοιάζει ολότελα μπερδεμένο, κόμματα όπως η Ν. Δημοκρατία, οργανισμοί όπως η Εκκλησία της Ελλάδας παλινδρομούν και δεν μπορούν να πάρουν θέση ούτε και για τα συλλαλητήρια που οργανώνονται για «το όνομά μας που είναι η ψυχή μας», κατά τη ρήση του Α.Παπανδρέου, στο μακρινό ’93 που κάθε πολιτικός, πλήν του ΚΚΕ, πλειοδοτούσε  σε εθνικισμό.  
Είναι που με την κατάλληλη χρήση του εθνικών διαφορών κερδίζεται η εμπιστοσύνη των λαϊκών μαζών,  γίνονται αποδεκτές οι πολιτικές της άρχουσας τάξης και ταυτίζονται οι δικές της επιδιώξεις με πανεθνικά συμφέροντα, εξαφανίζοντας ταξικές διαφορές. Όμως ακόμα κι αν φορέας και αγωγός της εθνικιστικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι η αστική τάξη, από κοντά και η μικροαστική, κι αν γίνεται ο εθνικισμός όργανο στα χέρια εκείνων των δυνάμεων που τάσσονται υπέρ του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και επιδιώκουν να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης των μαζών η απάλειψή του δεν γίνεται με τεχνητή επιτάχυνση, ιδιαίτερα όταν πυροδοτούνται συνεχώς εστίες που τον τροφοδοτούν.
               Με την ανατροπή του υπαρκτού σοσιαλισμού ο εθνικισμός συνεχώς τροφοδοτείται, και όχι μόνο στην Ευρώπη. Από τη μια το κεφάλαιο δημιουργεί ευρύτερες οικονομικές ενώσεις προς όφελος του καπιταλισμού, και λαοί ακολουθώντας τους ηγέτες τους ζητιανεύουν μια θέση ανάμεσα στα αστεράκια της ΕΕ, κι από την άλλη ανακαλύπτονται όψιμες διαφορές που οδηγούν στον  αλληλοσπαραγμό για το δικαίωμα της απόσχισης και αυτοδιάθεσης κάθε επαρχίας. Κι αυτή η αντίφαση δεν εξυπηρετεί παρά τα ίδια ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Όλη αυτή η σοφιστεία περί δημοκρατιών, συνομοσπονδιών κλπ. είναι το θεωρητικό στήριγμα για την πρακτική καταστροφή του έθνους –κράτους δηλ. της κεντρικής οικονομίας και διακυβέρνησης και η δημιουργία μικρών προτεκτοράτων εύκολα διαχειρίσιμων. Κι έτσι η αποσύνθεση της κρατικής κεντρικής κυριαρχίας στην οικονομία, στην δημόσια υποδομή στον πλούτο να επιτρέψει ευκολότερα στον ιμπεριαλισμό να κυριαρχεί.
  Δεν είναι μόνο στα Βαλκάνια που ΕΕ και ΗΠΑ χαράζουν νέα σύνορα φροντίζοντας να θεσμοποιήσουν τα παρεμβατικά τους δικαιώματα, αλλά και σ’ όλο τον αραβικό κόσμο. Προκαλώντας, για να εκμεταλλευτούν κατά περίπτωση, μειονοτικά  ή θρησκευτικά προβλήματα  επιδιώκουν να προσδιορίσουν την μοίρα των λαών. Παράδειγμα τραγικό τα τεκταινόμενα στη Συρία, ενώ στις προ ημερών  διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο Ιράν οι πληροφορίες των δυτικών μέσων επικοινωνίας μοιάζει να ενσωματώνουν τις ευχές για την ποθητή πολιτική κατάσταση στη χώρα, που θα ευνοούσε τα δυτικά καπιταλιστικά συμφέροντα.
Κι εμείς έχουμε εξοικειωθεί,  με τη βοήθεια των κυβερνήσεών μας και των ΜΜΕ ή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με τον πόλεμο και τις στρατιωτικές επεμβάσεις ανά τον  κόσμο και αν αδύναμα αντιδρούμε στην κυρίαρχη πολιτική σχεδόν με αδιαφορία αντιμετωπίζουμε τη στρατιωτική βαρβαρότητα του ΝΑΤΟ. Αλλά και ανά την Ευρώπη αδύναμα κινήματα θεωρούν πως η όποια διαμαρτυρία μας ή αμυντικά ανακλαστικά μας δεν είναι ανάγκη να ενσωματώνονται σε μια συγκροτημένη πρόταση οργάνωσης της αντίδρασής μας. Στη Μ. Ανατολή μετά την απόφαση των ΗΠΑ για αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ και τις γενναίες πράξεις αντίστασης νεαρών παλαιστινίων, η τριπλή συμμαχία των ΗΠΑ, Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας μοιάζει να  θέλει να εφαρμόσει ένα σενάριο της Συρίας στο Ιράν, για αλλαγή του καθεστώτος, εκμεταλλευόμενη τα υπαρκτά οικονομικά προβλήματα της χώρας  που προκαλούν δυσαρέσκεια  σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
               Και στα καθ’ ημάς, χιλιάδες διαδηλώνουν για ένα όνομα που αν και είναι «ένα πουκάμισο αδειανό», υπάρχει κίνδυνος ιμπεριαλιστικά συμφέροντα να το μετατρέψουν σε χιτώνα του Νέσσου που το δηλητήριο του να περάσει σε όλους μας. Και δεν είναι μόνο πως βρήκαν λαμπρόν πεδίον οι φασίστες να ξαναεμφανιστούν θρασύτατα ή κάποιοι συγκεκριμένα να χτίσουν καριέρες. Είναι που ένας λαός ταπεινωμένος, φτωχοποιημένος,  θυμωμένος, συνειδητά οδηγείται από πολιτικούς, οικονομικούς και  πνευματικούς ταγούς στον εκφασισμό με όχημα τον εθνικισμό.
               Γι’ αυτό και η ενίσχυση της δύναμης του ΚΚΕ είναι μονόδρομος, γιατί είναι  η μόνη αντίρροπη δύναμη για να αποτραπεί αυτή η πορεία.

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ


 Και ψηφίστηκε το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης από 154 βουλευτές, οι συμπολιτευόμενοι βουλευτές αυξάνονται, με τον πρωθυπουργό να υπεραμύνεται της πολιτικής του και σχεδόν να καμαρώνει για το καλοκαίρι του 2015, γιατί «Πήραμε την απόφαση να δώσουμε τη μάχη, να λερώσουμε τα χέρια μας, αλλά να μην αποδράσουμε» επιμένοντας να υποστηρίζει πως με τις επιλογές του απέδειξε ότι η αριστερά έχει ρόλο, δεν «αποδρά στα δύσκολα» κι  επιλέγοντας να ειρωνευτεί το ΚΚΕ που «Πορεύεται με τη λογική ότι κάποτε, τη Δευτέρα Παρουσία, θα γίνει η επανάσταση σαν τους χιλιαστές».
           Και δεν είναι μόνο ο πρωθυπουργός που χρησιμοποιεί για την πειστικότητα του λόγου του πρόσφορο λεκτικό, το οποίο δανείζεται από την παρακαταθήκη της αριστερής παράδοσης, με την κατάλληλη επίκληση δεδομένων, τα οποία έχουν προσαρμοστεί διαστρεβλωμένα στην παρούσα πραγματικότητα, και την αντίστοιχη  υποκριτική. Ένας ικανός αριθμός ανθρώπων που δηλώνουν αριστεροί, προβληματισμένοι, αγωνιστές, με θυμό κι απογοήτευση αντίστοιχο λεκτικό χρησιμοποιούν. Μοιάζουν έτοιμοι να έρθουν σε ρήξη με την υπάρχουσα κατάσταση κι αναζητώντας αίτιο για την αδυναμία τους να εκφράσουν με πράξεις τη διάθεσή ανατροπής τους κατευθύνουν όλα τα βέλη τους στο κομμουνιστικό κόμμα. Στοχοποιώντας το για την ανικανότητά του να κάνει υπαρκτό κοινωνικό αίτημα, που να προκύπτει από την πάλη των τάξεων, το αίτημα του κοινωνικού σχίσματος δεν κάνουν απλώς κριτική, αλλά ειρωνεύονται τις κινητοποιήσεις χιλιάδων ανθρώπων, χλευάζουν τις κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις των κομμουνιστών,  απαξιώνουν στην τελική τη δύσκολη, επίμονη δουλειά των  κομμουνιστών στις κινητοποιήσεις και τις απεργίες. Και κάτω από τόνους λέξεων κραυγάζουν τον εσωτερικό τους μονόλογο, τον εσωτερικό μας μονόλογο, ενσωματωμένοι σ’ ένα σύστημα που αν μας απογοήτευσε όμως δεν μας απέβαλε και μη τολμώντας να συγκρουστούμε μαζί του μεταθέτουμε αλλού τις ευθύνες για την ανημπόρια μας, μονολογώντας δικαιολογίες.
          Στην πραγματικότητα αναζητούμε ένα πεδίο όπου τα περιθώρια της παρέμβασής μας να πιστεύουμε πως παραμένουν χωρίς περιστολή, χωρίς στην τελική να διακινδυνεύουμε και πολλά. Και δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι μικροαστοί που θεωρούμε πως η καθήλωσή μας στην  απραξία έχει το θετικό πως μας βοηθά να ξαναβρούμε και να επιβεβαιώσουμε αυτό που η δράση μπορεί να μας παρασύρει να παραβλέψουμε.  Κι αυτό δεν είναι παρά η αξιοπρέπεια της προσωπικής στάσης που συνιστά στο κάτω κάτω   τη θεμελιώδη πολιτική αρετή, γιατί πάνω σ’ αυτό το βάθρο στηρίζει ο καθένας  τη συμμετοχή του στη πολιτική προοπτική, όπου γενικώς επαιρόμαστε όλοι πως προσβλέπουμε: τη δίκαιη κοινωνία. Κι είναι εδώ, ιδιαίτερα για τους διανοούμενους μικροαστούς,  το προνομιακό πεδίο της παρέμβασής μας. Να αναδείξουμε την αξιοπρέπεια της προσωπικής μας στάσης ως πολύτιμο πολιτικό μας κεφάλαιο, μετατρέποντας την πίκρα της πολιτικής μας περιθωριοποίησης, χωρίς πολιτικό φορέα, σε περηφάνια της προσωπικής μας επιλογής, που συν τοις άλλοις βαυκαλιζόμαστε πως αυτό κατά κανένα τρόπο δεν σημαίνει  πολιτική παραίτηση. Γιατί κι έτσι  έχουμε να μάθουμε πολλά, αυτή η πολιτική μας στάση  γίνεται πείρα και η πείρα αυτή πυροδοτεί ενέργειες και στάσεις ζωής από όπου μπορούμε να αντλήσουμε τα όσα πολλά έχουμε να πούμε και να προτείνουμε. Και βέβαια ισχυριζόμαστε πως δεν διαλέγουμε την απόλυτη πολιτική ανυπαρξία μας περιορίζοντας την όποια παράταξη πρεσβεύουμε στην προσωπική στάση του καθενός. Αντίθετα, πιστεύουμε πως μόλις φέγγει αχνά εκείνος ο ολότελα καινούργιος κόσμος τον οποίο εμείς  βλέπουμε και στον οποίο εμείς στοχεύουμε ξεκάθαρα. Μόνο να μην προτρέξουμε, το  πολιτικό περιεχόμενο της προσωπικής στάσης του καθενός δεν θα προκύψει με τον πειθαναγκασμό μιας οσοσδήποτε πεφωτισμένης πολιτικής πρότασης.
               Λες και η επανάσταση, που δεν είναι καθόλου σίγουρο πως στην πραγματικότητα την επιδιώκουμε κατηγορώντας γι’ αυτό τους …άλλους, είναι ένα ξαφνικό  ανάβρυσμα εξεγέρσεων όπου στον κοινό σωρό προσθέτει ο καθένας τη δική του. Κι ενώ  ο όποιος πόλεμος θέλει την πειθαρχία του, εμείς αφηνιάζουμε μπροστά σε επιβλημένους θεούς, ακόμα κι αν διακηρύττουμε πως στους ίδιους  πιστεύουμε, και δεν ανεχόμαστε εμπαιγμούς στο πεδίο του πνεύματος, το πνεύμα μας ανήκει, δηλ. ανήκει στον πιο δυνατό. Δεν υποτασσόμαστε σε μια αγωνιστική πειθαρχία, γιατί δεν είναι παρά ένα συμβόλαιο σκλαβιάς, ακόμα κι αν είναι μια σκλαβιά συμφωνημένη και πρόσκαιρη για ένα σκοπό που δικαιολογεί θυσίες.
               Λόγια, λόγια…. Ανίκανοι να πολεμήσουμε δεν δεχόμαστε την πρόκληση και μιλάμε, μιλάμε χωρίς πράξεις…
                  Έξω από την πράξη πια όλα φαντάζουν ψέματα.

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ΦΕΡΕΛΠΙΔΕΣ ΝΕΟΙ



Μετά από σχεδόν οκτώ χρόνια οικονομικής λιτότητας δεν υπάρχει πια αμφιβολία όχι μόνο για τη μονιμότητα της κατάστασης, αλλά και για την σκληρότητα της ταξικής επίθεσης.  Η ανάγκη των καπιταλιστών για αύξηση του κέρδους με την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων κάνει την καπιταλιστική επίθεση μόνιμη και όλο και πιο ανάλγητη, ενώ η ταξική αντιπαλότητα δεν αφήνει περιθώρια στους ταξικούς αντιπάλους να μεταμφιεστούν.
Κι ενώ το ΠΑΜΕ καλεί σε καθημερινή πολύμορφη δράση-απάντηση στο πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα της 3ης «αξιολόγησης», με αιχμή το χτύπημα του απεργιακού δικαιώματος και τους πλειστηριασμούς, και μαζική συμμετοχή στην απεργία των Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων και στις απεργιακές συγκεντρώσεις στις 12 του μήνα, η ΓΣΕΕ με ανακοίνωσή της, πέρα από την κριτική που ασκεί στην κυβέρνηση, καλεί «σε αγωνιστική ετοιμότητα και συσπείρωση όλους τους εργαζόμενους» χωρίς να προσδιορίζει το είδος των κινητοποιήσεων ούτε βέβαια το χρόνο. Το είδος του αγώνα της συγκεκριμενοποίησε  την ημέρα κατάθεσης του πολυνομοσχεδίου  με υπόμνημα που  απέστειλε στους βουλευτές ζητώντας τους να  πράξουν το καθήκον τους κατά το σύνταγμα, καταψηφίζοντας από το πολυνομοσχέδιο το τμήμα που αφορά στον τρόπο κήρυξης της απεργίας, και περιορίζοντας τη δική της αγωνιστική κινητοποίηση σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας τη Δευτέρα στις 6 το απόγευμα στο Σύνταγμα.
Από την άλλη, ανάμεσα στις καθημερινές αγωνιστικές δράσεις του ΠΑΜΕ, την παραμονή κατάθεσης του πολυνομοσχεδίου, ήταν και η εισβολή μελών του  στο υπουργείο Εργασίας όπου ήλθαν σε αντιπαράθεση με την υπουργό  Ε. Αχτσιόγλου. Μέρος της  κριτικής για την ενέργεια αυτή του ΠΑΜΕ ανακάλυψε πολιτικά παιχνίδια του ΚΚΕ σε μια προσπάθεια να κερδίσει δυσαρεστημένους από το ΣΥΡΙΖΑ ψηφοφόρους, διαγράφοντας όλες τις προηγούμενες κινητοποιήσεις του, ένα άλλο εξέφρασε την πικρία του για τους …τραμπουκισμούς του κόμματος.
 Μια τριετία τώρα,  η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ χρησιμοποιώντας ένα αριστερό λεξιλόγιο συνεχίζει καθημερινά με την πολιτική της να διαμορφώνει όρους και συσχετισμούς σε βάρος της εργατικής τάξης. Πρωτίστως ενδιαφέρεται να  οπλίζει το αστικό κράτος με όλα τα νομικά όπλα, ώστε οι καπιταλιστές να ξανοιχτούν χωρίς  προσκόμματα στη μετωπική επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, ευελπιστώντας πως έτσι θα  εξασφαλιστεί  η  προϋπόθεση  ότι η κάθε είδους αντίδραση θα εξασθενίσει σε σημείο που να επιτρέπει οποιοδήποτε χτύπημα.  
Γι’ αυτό και από τη χτεσινή εισβολή των μελών του ΠΑΜΕ δεν έχουν καμιά σημασία οι σχολιασμοί της υπουργού Θ. Φωτίου πως «δεν ζητήθηκε καν να υπάρξει συζήτηση»,  όταν η ίδια η αρμόδια υπουργός κατηγορηματικά απάντησε πως δεν αποσύρεται το νομοσχέδιο. Κι αν έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον το βίντεο που κυκλοφόρησε, αυτό είναι η  συμπεριφορά της νεαράς υπουργού, που με φανερή αμηχανία προσπαθεί να δείξει, από θέση ισχύος,  πως αποστασιοποιείται από τα τεκταινόμενα στο χώρο του γραφείου της. Στα πλαίσια της ορθής πολιτικά συμπεριφοράς προσπαθεί με  αρκετή νευρικότητα να αρθρώσει ένα λόγο, που στρέφεται εναντίον των μελών του ΠΑΜΕ, στον τρόπο εισόδου τους, στην αδυναμία συζήτησης μαζί τους, ενώ η μοναδική στιγμή που ο λόγος της αποπνέει βεβαιότητα είναι στην άρνησή της για απόσυρση του νομοσχεδίου.  Κι αυτές οι καταγραφές συμπεριφοράς δεν γίνονται για να δοθούν ψυχαναλυτικές ερμηνείες στις δράσεις  πολιτικών προσώπων που θα βοηθήσουν στην κατανόηση των πολιτικών γεγονότων. Εξάλλου όλα αυτά τα χρόνια γνωρίζουμε πως όλοι οι υπουργοί ως αναλώσιμοι διεκπεραιωτές ειλημμένων αποφάσεων, εκπορευομένων από τα  κέντρα καπιταλισμού, αντικαθίστανται πολύ εύκολα, χωρίς βέβαια να καθίστανται γι’ αυτό λιγότερο υπεύθυνοι για τα έργα τους,  και επομένως  η προσωπική τους συνεισφορά έχει να κάνει με την αποφασιστικότητά τους και  περισσότερο με τον λεκτικό εξωραϊσμό αυτών των αποφάσεων.
     Αν λοιπόν η συμπεριφορά της υπουργού τραβά το ενδιαφέρον είναι γιατί θεωρείται  ενδεικτική, και ως ένα βαθμό αντιπροσωπευτική, μιας μεγάλης κατηγορίας νέων ανθρώπων, γόνων που προέρχονται από  μικροαστικά  και μεσοαστικά στρώματα, με λαμπρές, κατά τα αστικά πρότυπα των τελευταίων χρόνων, σπουδές, πολύγλωσσων και πολυταξιδεμένων, που διανύουν την τέταρτη δεκαετία της ζωής τους και πάνω τους οικοδομήθηκαν οι νέοι αστικοί μας μύθοι, για αναξιοποίητα ταλέντα, προδομένη γενιά, καταξιωμένους στο εξωτερικό επιστήμονες. 
Η σύγκριση με συμπεριφορά της ίδιας υπουργού, προς πρώην εργαζόμενους της coca cola σε εποχή που ο ΣΥΡΙΖΑ με τον επαναστατικό του λόγο επέλαυνε προς την εξουσία, σε βίντεο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, και όπου εμφανίζεται να μιλά, εν είδει απαγγελίας μάλιστα,  πως «το δίκαιο το φτιάχνουν οι λαοί, δεν το φτιάχνουν οι τεχνοκράτες της τρόικα» και προτρέπει «ήρθε η ώρα να σηκώσουμε το κεφάλι, αν σηκώσουμε το κεφάλι αυτοί θα είναι σκυφτοί», είναι καθοριστική για την βιοθεωρία και κοσμοθεωρία όλων αυτών των φερέλπιδων νέων. Με νύχια και με δόντια δίνουν τον αγώνα τους για να αναρριχηθούν στην κοινωνική κλίμακα κι εδώ βρίσκεται η ταξική διαφοροποίηση με χιλιάδες άλλους που αγωνίζονται απλώς για την επιβίωσή τους.
Κι αν κάποτε η άγνοια ήταν συνυφασμένη με την έλλειψη μόρφωσης, στα χρόνια μας αποκαλύπτεται πόσο ανίδεοι περί των κοινωνικών πεπραγμένων μπορούν να είναι και νέοι με βαριά βιογραφικά.  Δεν θεωρούν πως είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που μπορεί ακόμα και να τους αποκλείει από την αγορά εργασίας ή να τους υποβιβάζει στην κοινωνική κλίμακα, αλλά η κακή λειτουργία του, οι ανάξιοι πολιτικοί κλπ. Κι αποδεικνύεται και πως  η μόρφωση, όταν βυθιζόμαστε να μάθουμε και να αναλύσουμε τα πάντα για το τίποτε, μπορεί να είναι μόνο ταξική και να στενεύει τους ορίζοντες αντί να τους διευρύνει. Κι εξηγεί γιατί η αναζήτηση στη νεολαία, ανεξαρτήτως ταξικών χαρακτηριστικών,   νέων πρωταγωνιστών της επαναστατικής διαδικασίας στις προηγούμενες δεκαετίες οδήγησε σε απογείωση από αντικειμενικές πραγματικότητες.
Η κρίση επομένως δεν είναι ίδια για όλους, δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις σε όλους. Η κλίμακα διαφοροποίησης των επιπτώσεων κυμαίνεται από την Ε. Στάη που αναγκάζεται, μάλλον λόγω κοινωνικής αλληλεγγύης όπως κυνικά παραδέχεται, να οδηγεί η ίδια και να μη χρησιμοποιεί οδηγό,  και τους νέους αυτούς που όταν  στρέφονται εναντίον του πολιτικοοικονομικού  συστήματος είναι στις περιπτώσεις που δεν τους αναγνωρίζεται η αξιοσύνη τους ως τους αποκλεισμένους από βασικά υλικά αγαθά που καταφεύγουν στη ποικιλοτρόπως εμφανιζόμενη φιλανθρωπία.  
Μπορούμε λοιπόν ακόμα να αμφισβητούμε τον ταξικό χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης και να πιστεύουμε πως με φιλανθρωπίες και ελεημοσύνη,  χωρίς αγώνα, θα εξασφαλίσουμε μια αξιοπρεπή ζωή;