Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Η ΠΟΕΔΗΝ, πριν δέκα μέρες, άσκησε σκληρή κριτική στο υπουργείο Υγείας επικαλύπτοντάς την κυρίως  με γλαφυρές εκφράσεις  εναντίον τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Πολάκη και χρησιμοποιώντας ειρωνικό ύφος για τις ενέργειες του πρωθυπουργού, ενώ σε άλλη ανακοίνωσή της μετά πέντε μέρες με το ίδιο ύφος χλευασμού βεβαιώνει πώς «Πεθαίνουν άνθρωποι, δυστυχώς πολλοί, από τις εγκληματικές πολιτικές που ασκεί στο ΕΣΥ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Τις τελευταίες μέρες βίντεο που αναπαράγεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνει άνδρα του Λιμενικού να βρίζει και να χτυπάει πρόσφυγα κατά τη διάρκεια διάσωσης στη Λέρο, χωρίς να είναι γνωστά το πότε αλλά και το πού ελήφθη, έχοντας προκαλέσει οργή.
Κι αν οι ανακοινώσεις της ΠΟΕΔΗΝ και το βίντεο της κακοποίησης έχουν κάτι κοινό είναι πως αναφέρονται στο σώμα που βασανίζεται από αρρώστιες κι άλλους ανθρώπους. Σώματα άρρωστα σε νοσοκομεία που καταρρέουν, σώματα βασανισμένα σε βάρκες και στρατόπεδα συγκέντρωσης –η ιστορία των τελευταίων ετών ως βιωμένη εμπειρία πάνω στο σώμα μας.  Κι αν χρειάζεται η λογική μας για να συγκροτηθεί από συνέχειες γεγονότων η ιστορία, τα σπαράγματά της είναι ο τρόπος που τώρα εμείς τη βιώνουμε.
Η ζωή μας,  ως άτομα, υπόκειται στη γενική οργάνωση της κοινωνίας, δηλ. την καπιταλιστική,  κι  όποιου το σώμα πέσει στην ανάγκη της περίθαλψης στις μέρες μας περισσότερο από πριν γίνεται αντιληπτό πόσο ταξική είναι η περίθαλψη, πόσο κοινωνικός ακόμα κι ο πόνος. Το “πολυβασανισμένο σώμα” γίνεται το υποκείμενο από το οποίο θα εξαχθεί κάθε φορά και άλλη αλήθεια, γίνεται και το αντικείμενο πάνω στο οποίο θα φανερωθεί η πραγματικότητα των γεγονότων, θα εκτιμηθούν και θα ιεραρχηθούν.
 Και δεν ήταν ο ωφελιμισμός  των καπιταλιστικών κοινωνιών που εκδηλωνόταν και με την υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να παρέχει βοήθεια και προστασία, είτε με χρήμα είτε με υπηρεσίες, σ’ εκείνους τους πολίτες που είχαν περιπέσει σε καταστάσεις  ανάγκης, αλλά η προσπάθεια να βρεθεί πολιτική λύση των αντιθέσεων όσο οι ταξικές συγκρούσεις ήταν ισχυρές. Γι’ αυτό κι όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης βομβαρδιζόμαστε με διαπιστώσεις για το πόσο ο μηχανισμός του κοινωνικού κράτους βαρύνει το κεφάλαιο με ένα φορτίο από φόρους και κοινωνικές προδιαγραφές που αναστέλλον την επενδυτική ετοιμότητα και  επιτρέπει στους εργαζόμενους αξιώσεις, δικαιώματα που αναστέλλουν την εργασιακή ετοιμότητα και τη θέληση να εργαστούν σκληρά και παραγωγικά – έτσι υποστηρίζεται ότι οδηγούν σε μια δυναμική βυθιζόμενης  ανάπτυξης και αυξανόμενων απαιτήσεων.
Συγχρόνως όμως το παρελθόν του εκσυγχρονισμένου καπιταλισμού που τροφοδοτούσε αυταπάτες  στο εργατικό κίνημα μας κληροδότησε στάσεις, στην ηθική, πολιτική κλπ. που ουσιαστικά φαίνονται να κινούνται στη σφαίρα ενός φαντασιακού, σαν μέρους της πραγματικότητας μας,   με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε το παρόν. Κι έτσι εστιάζουμε σε επιμέρους πολιτικές, προσωπικές δράσεις κυβερνώντων, ιδεαλιστικές διακηρύξεις,  προκρίνοντας ηθικές που καταξιώνουν τον άνθρωπο σε μια ιδεατή κοινωνία στην οποία πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να φτάσει ξεπερνώντας τις κρίσεις του. Κανείς δεν θέλει το κακό των προσφύγων καλό όμως είναι να παραμείνουν στις χώρες τους -δεν εξετάζουμε ποτέ ποιος ευθύνεται για την προσφυγιά τους- όλοι πρέπει να έχουν την αρμόζουσα περίθαλψη, η οικονομική δυσπραγία όμως μπορεί να την εμποδίσει αν και κανείς δεν το θέλει.
Κι είναι το σώμα μας το απτό σημείο εφαρμογής των συνεπειών της καπιταλιστικής λογικής. Κι είναι το σώμα μας μέσο παραγωγής της αλήθειας.
 Τι άλλο είναι η συμπεριφορά του λιμενικού  στον πρόσφυγα παρά εφαρμογή πολιτικής εκφοβισμού, που μοιάζει σαν εκδήλωση αγανάκτησης αλλά δεν είναι παρά εκφοβισμός που ενισχύει την εξουσία; Τι άλλο κάνει ο λιμενικός από  το να αποκαθιστά την τραυματισμένη εξουσία που δεν   μπόρεσε να ελέγξει τα πλήθη προσφύγων, τα οποία ανεξέλεγκτα εισβάλλουν στη ζωή της Ευρώπης; Με ποιο δικαίωμα όλοι αυτοί οι βασανισμένοι πρόσφυγες παρακάμπτουν την εξουσία; Αρκεί το μάντρωμα για επαναφορά της διαταραγμένης ισορροπίας της τάξης που θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την ακραία ανισότητα ανάμεσα στους ίδιους και τους ευρωπαίους ανθρωπιστές; Σ΄ όλες αυτές τις «παρανομίες» ενυπάρχει πάντα ένα στοιχείο εξέγερσης ενάντια στο νόμο της πολιτισμένης Δύσης.
Τι άλλο εκφράζει από αδυναμία το πονεμένο σώμα του αρρώστου που έχει ανάγκη τους ειδικούς για τη θεραπεία του, τα χρήματα για την εφαρμογή της; Τροφοδοτούμαστε με απλουστευμένες δραματικές θεωρίες που εστιάζουν στην υπαρξιακή διάσταση του πόνου, στην ελπίδα που επιφέρει η πίστη στην επιστήμη, στην ατομική ευθύνη στην πρόκληση και στην αντιμετώπιση ανασφαλειών και διακινδυνεύσεων. Κι αυτός ο ατομικισμός που προσδίδει απόλυτη αξία στην προσωπική ελευθερία, στην δυνατότητα να αποφασίζει το ίδιο το άτομο! Το άτομο με το βασανισμένο σώμα, που από φορείο σε φορείο, θάλαμο σε θάλαμο εκλιπαρεί τη γιατρειά του στους  επίγειους θεούς κι εύχεται το κόστος των υπηρεσιών τους να μην ξεπερνά τις δικές του δυνατότητες. Κανείς δεν αρνείται τη θεραπεία του, μόνο που το χρήμα θα ορίσει το είδος της και το χρόνο της.
¨Ολοι οι αναξιοπαθούντες με τα βασανισμένα σώματα όλο και περισσότερο παραιτούμαστε, αφηνόμαστε να πιστέψουμε  πως είμαστε θύματα μιας φυσικής ανισότητας για την οποία οι υπόλοιποι μαθαίνουμε να επιδεικνύουμε τον αρμόζοντα οίκτο, απομακρυνόμενοι σε απόσταση ασφαλείας. Κι ακριβώς επειδή  η κοινωνία είναι καπιταλιστικά οργανωμένη θεωρείται απολύτως φυσικός  ο συνδυασμός της ανθρωπιστικής προσφοράς με τους μηχανισμούς της αγοράς να καθιστά την εκδήλωση ακόμα και του οίκτου από πολιτεία και ιδιώτες αποδοτική από οικονομική άποψη.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΝΕΑ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑΤΑ


Κι ανάμεσα  στα συγχαρητήρια για τα απρόσμενα ολυμπιακά μετάλλια που έδωσαν για άλλη μια φορά την ευκαιρία για ρητορικές κορώνες οι οποίες   αποδίδουν στην ελληνική ψυχή και το γενναίο φρόνημα  την αιτία των επιτυχιών, τις πρωτιές στις πανελλήνιες εξετάσεις που γίνονται αφορμή και πάλι για επιβεβαίωση της αντίληψης πως  αρκεί η θέληση για την επιτυχία και  την επίσημη θερινή ραστώνη που μοιάζει να μην τελειώνει, η πραγματικότητα εξουθενώνοντας μας συνθλίβει.

 Περιστατικά στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ως συνέπειες των κυρίαρχων πολιτικών που εφαρμόζονται με τις αντίστοιχες αντιδράσεις, όπως  π.χ. στη Νίκαια της Γαλλίας αστυνομικοί μπροστά σε λουόμενους εφαρμόζουν στην παραλία την απόφαση της πόλης που απαγορεύει το μπουρκίνι, το μαγιό που φορούν οι μουσουλμάνες, όπως στην Ελλάδα που ο υπουργός εργασίας Κατρούγκαλος υποστηρίζει ότι η θέσπιση των 384 Ευρώ εθνικής σύνταξης καλύπτουν το όριο της φτώχειας, και άλλα αμέτρητα έγιναν μια καθημερινότητα που ορίζουν μέχρι κεραίας τη ζωή μας. Το κακό είναι πως όσο βαθαίνει η κρίση τόσο ριζοσπαστικοποιείται η δομή της εξουσίας. Ενισχύεται, στο όνομα της ελευθερίας ή της εξασφάλισης της επιβίωσης,  στρώνοντας το έδαφος για το φασισμό,  για να αποκλειστεί  κάθε πιθανότητα εμφάνισης αδυναμίας της κυρίαρχης τάξης. Σύμφωνα με τις ικανότητες, την ιδιοσυγκρασία και τη στάση τους πολιτικοί και δημοσιογράφοι αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να κινητοποιήσει προς όφελος της όλες τις δυνάμεις.

Κι ενώ συνεχίζει η κυρίαρχη τάξη δια των υπηρετών και υπερασπιστών της να εκθειάζει την ατομικότητα, όμως  με τις οργανωτικές δομές του κράτους που καλλιεργούν την προσδοκία ότι εγγυώνται την ασφάλεια μιας ζωής εξασφαλίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θα παραμένει υπάκουη ακόμα κι όταν διαψεύδονται οι προσδοκίες τους, ώστε ελάχιστοι να είναι έτοιμοι να διακινδυνεύσουν να αποτελέσουν παραφωνία. Κάπως έτσι παρουσιάζεται το ΚΚΕ και όχι ως εναλλακτική λύση η πρότασή του  προς όφελος της εργατικής τάξης.

Οι λόγοι που οι εργαζόμενοι δεν επιλέγουν ν’  αντιδράσουν δυναμικά είναι σύνθετοι και δεν μπορούν να απλοποιηθούν σε μια και εύκολη γενίκευση. Ο ισχυρισμός ότι η ανασφάλεια υποσκάπτει  τις δυνατότητες του λαϊκού κινήματος να αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική παραμένει μια αμφιλεγόμενη πρόταση, όσο οι τρόποι και σχέσεις παραγωγής θεωρούνται δεδομένοι και αναλλοίωτοι. Γι΄ αυτό, αν και η δημοτικότητα της ΕΕ βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, σημαντικά αποθέματα παραμένουν σε μια, είναι αλήθεια, συνεχώς  συρρικνούμενη μειονότητα του πληθυσμού, όσο δεν αναγνωρίζεται ο αντιδραστικός χαρακτήρας της ΕΕ, ακριβώς επειδή εκφράζει την καπιταλιστικά ενοποιημένη Ευρώπη και τους ιμπεριαλιστές. Άλλωστε υπάρχουν και  σημαντικές αλληλεξαρτήσεις που αν δεν συνιστούν υποστήριξη της υπάρχουσας κατάστασης,  αντικειμενικά όμως υποβοηθούν –π.χ ο καταπιεστικός θρησκευτικός νόμος και η εξαναγκαστική χειραφέτηση που επιβάλλει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ο κρίσιμος παράγων είναι ότι η ύπαρξη της ΕΕ διαπλέκεται με την ασφάλεια και την οικονομία της χώρας, στόχους που ενστερνίζονται η πλειονότητα των ανθρώπων.

Υπάρχει μια προφανής εντύπωση. Η συντριπτική πλειονότητα δεν αντιδρά, ούτε διανοείται να αντιδράσει, υπομένει μοιρολατρικά, αν και  ίσως απρόθυμα.  Ελάχιστοι είναι αυτοί που θέλουν τη φτώχεια, ωστόσο όμως όταν δεν τολμούν να αντιδράσουν στην πολιτική της ΕΕ όποια κι αν είναι τα κίνητρα και οι επιθυμίες τους τη βοηθούν να συνεχίζει να καταπιέζει. Μη πιστεύοντας πως υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση χάνουν το ηθικό και δεν αντιδρούν.  

Η ΕΕ έχοντας τεράστιες δυνατότητες παρέμβασης  σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής, θρυμματίζει τις ζωές. Η γραφειοκρατία της στραγγίζει, προς όφελος του καπιταλισμού,  τα τελευταία αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού. Η ΕΕ στηρίζεται σε έναν πολυσχιδή και έμπειρο γραφειοκρατικό μηχανισμό. Αυτός μοιάζει να υπερπηδά  τις όποιες αντιξοότητες για να εξακολουθήσει να λειτουργεί ακόμα και με  μειούμενη αποτελεσματικότητα μέχρι που να μην  υπάρχει σχεδόν τίποτε για να διοικηθεί. Χωρίς τις οργανωτικές ικανότητες των μορφωμένων, καλά εκπαιδευμένων υπαλλήλων της στις διάφορες βαθμίδες και θεσμούς της  η γύμνια της θα ήταν πασίδηλη.  Στις  αψιμαχίες μεταξύ Κομισιόν, κυβέρνησης, εγχωρίων κομμάτων για το θέμα Γεωργίου, που είχε αναλάβει το τιμόνι της Ανεξάρτητης Στατιστικής Αρχής,  σχετικά με κατηγορίες για τεχνητή διόγκωση ελλείμματος το 2010, αποκαλύπτεται το ψευδεπίγραφο της ανεξαρτησίας θεσμών και αρχών και η προσπάθεια ένθεν κακείθεν ότι η οικονομική μας εξαθλίωση είναι συνέπεια  στατιστικών, μαθηματικών μοντέλων, προσωπικών επιλογών κλπ.

Σε όλα αυτά προβάλλεται μια σχεδόν άκριτη νομιμοφροσύνη προς μια αφηρημένη θεσμική οντότητα, κρατική ή υπερκρατική, και μια δέσμευση προς  αυτό που θεωρείται καθήκον. Ακόμα κι όταν η πίστη σε ιδανικά της αστικής δημοκρατίας εξυπηρετεί σχεδόν μόνο ως πρόσχημα για συμμόρφωση ή αποποίηση των ευθυνών, οι παραδοσιακές αξίες του αστισμού έχουν περιοριστεί σε μια υπερπροθυμία εφαρμογής πολιτικών επιλογών όσο αντιδραστικές κι αν είναι αυτές. Και είναι μύθος ότι όλες αυτές οι επιλογές είναι χωρίς πολιτικό πρόσημο ή ότι οι πολιτικές αποφάσεις είναι αρμοδιότητα της ηγεσίας του κράτους. Οι δομές εξουσίας καθεμία διαποτισμένη σε διαφορετικό βαθμό με τις ιδεολογικές αξίες του αστισμού είναι όλες συνδεδεμένες με το κέρδος αντλώντας τη νομιμοποίησή τους από την αποδοχή τους.

Οικονομικές προβλέψεις, έρευνες αγοράς, πολιτιστικές κριτικές, επιστημονικές εξελίξεις, επίσημες ιερεμιάδες περί ναρκωτικών και χαλαρώσεις ηθών ή και ελευθερίας και προσωπικής έκφρασης,  αποδοχή ανεκτικότητας, κριτικές πολιτικής, αυτοδιάθεση, θρησκευτικές αναβιώσεις ή λατρείες, εγκώμια δημοκρατίας και ανεξιθρησκείας, ατομική ελευθερία κλπ  θέλουν να θεωρούνται σαν εκφράσεις μιας νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων,  ενώ είναι τα νέα περιτυλίγματα,  η αντανάκλαση και το επακόλουθο μιας ακόμα συστηματικής μεταλλαγής του καπιταλισμού.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΙΔΕΩΔΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗΣ



Και αν στη Βραζιλία, στο Ρίο ντε Τζανέιρο,  ξεκίνησαν οι τριακοστοί πρώτοι ολυμπιακοί αγώνες, με τις λάμψεις της τελετής έναρξης στο στάδιο Μαρακανά, που αναμεταδίδονται σε όλο τον κόσμο, οι  διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες των εξαθλιωμένων κατοίκων του  μένουν στη σκιά της επικαιρότητας.
               Κι αν  στον Ολυμπιακό Καταστατικό Χάρτη των νεκραναστημένων ολυμπιακών αγώνων αναφέρεται πως «σκοπός του Ολυμπιακού Κινήματος είναι να συνεισφέρει στο χτίσιμο ενός ειρηνικού και καλύτερου κόσμου, εκπαιδεύοντας τη νεότητα - μέσω του αθλητισμού, χωρίς κανενός είδους διάκριση - και στο Ολυμπιακό πνεύμα, το οποίο απαιτεί αλληλοκατανόηση με πνεύμα φιλίας, αδελφοσύνη και ευ αγωνίζεσθαι», τα 120 χρόνια της νεκρανάστασής τους απέδειξαν πως χρησιμοποιήθηκαν ως όργανο προπαγάνδας, ως μέσο άσκησης πολιτικής, ως εμπορικός οργανισμός  για αποκόμιση τεράστιων κερδών.
           Κι είναι στο 19ο αιώνα που ο αθλητισμός ξαναποκτά σπουδαιότητα στα συστήματα εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών εθνών, για να μεταβάλει τον χαρακτήρα της νεολαίας. Αναζητώντας θεραπεία που θα ξαναδώσει σφριγηλότητα στο έθνος τους, –βαθιά η πληγή των Γερμανών από την ήττα της Πρωσσίας από τον Ναπολέοντα, απαισιοδοξία στη Γαλλία για την ήττα από τη Γερμανία- ευρωπαϊκές χώρες ανακαλύπτουν τον αθλητισμό, αφού  μέσα από τα σπορ, που έχουν χαρακτήρα ψυχαγωγικό και θέλγουν τους νέους,  πιστεύεται πως η νεολαία θα καταστεί πιο τολμηρή, πιο μαχητική. Γιατί δεν είναι που με τα αθλητικά παιχνίδια καλλιεργείται η σωματική δύναμη, όσο επιτυγχάνεται η διαπαιδαγώγηση ηθικών προσόντων, δηλ. αυτών που η συγκεκριμένη κοινωνία έχει ανάγκη. Π.χ  στη Γερμανία η σωματική άσκηση συνδέεται με τις παραδόσεις του έθνους δίνοντας ένα ηρωικό ιδεώδες,  με την περιπέτεια και τη συνήθεια της εθελοντικής υπακοής και αυτοκυριαρχίας, στα αγγλικά κολλέγια και πανεπιστήμια οι νέοι των ανώτερων τάξεων μυούνται στην κοινωνική ζωή συμμετέχοντας στη διοίκηση αθλητικών συλλόγων, διδάσκονται την πειθαρχία ακολουθώντας τους κανόνες των αθλητικών παιχνιδιών κλπ. ενώ στις ΗΠΑ  με τη συμμόρφωση στην αθλητική  πειθαρχία και παρατεταμένη προπόνηση για βελτίωση και τέλεια εκτέλεση, τον ανταγωνισμό διαμορφώνεται ο τύπος του ιδεώδους νέου που έχει ενεργητικότητά και πρωτοβουλία όχι μόνο για υπεράσπιση της κατακτηθείσας θέσης αλλά και δημιουργία άλλης καλύτερης
               Κι εκεί κάπου στο τέλος του 19ου  αιώνα ο βαρώνος Πιερ ντε Κουμπερτέν, που πιστεύει πως δια του αθλητισμού μπορεί να μεταβάλει τον χαρακτήρα της νεολαίας,  πρωτοστατεί στην αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων, θέλοντας να εξασφαλίσει την επιβίωση της αθλητικής δραστηριότητας στα νεότερα χρόνια. Στο εγχείρημα αυτό δίνονται οι ουμανιστικές διαστάσεις που χαρακτηρίζουν δράσεις στο εποικοδόμημα  της αστικής τάξης με χαρακτηριστικότερες την συναδελφικότητα των λαών,, ευγενή άμιλλα, ειρήνη κλπ. Την ίδια στιγμή που πίσω απ’  αυτό το προσωπείο του ουμανισμού κρύβονταν οι πιο ανθρωποκαταστροφικές δυνάμεις που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, ο ρατσισμός και η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, και όταν ο ίδιος ο Κουπερτέν παραδέχεται ότι «η ανώτερη ράτσα έχει κάθε δικαίωμα να αρνείται στην κατώτερη ράτσα ορισμένα προνόμια της πολιτισμένης ζωής».
Γι’  αυτό και η τέλεση το 1936 των Ολυμπιακών αγώνων  στο Βερολίνο, όπου έδωσαν την ευκαιρία στην χιτλερική Γερμανία να επιδείξει όλα τα μέσα της προπαγάνδας, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια φυσική εξέλιξη ενός κινήματος που καθοδηγείται, ήδη από τον ιδρυτή της, από παράγοντες των οποίων το πολιτικό πιστεύω, παρόλο που θέλουν να το συσκοτίσουν,  βρίσκεται στα όρια του φασισμού. Κι αν οι ολυμπιακοί αγώνες φανερά ξορκίζουν την πολιτική, δεν είναι καθόλου ασήμαντος ο ρόλος που παίζουν διεθνώς, σαν ένας από τους βασικούς χώρους άσκησης της παγκόσμιας διπλωματίας. Ατέλειωτη σειρά διπλωματικών διαβουλεύσεων, εκβιασμών, υπαναχωρήσεων οδηγούν σε μποϋκοτάζ των αγώνων (π.χ. Μόσχα 1980 λόγω Αφγανιστάν) ή αποκλεισμούς κρατών ( π.χ. Νέα Γιουγκοσλαβία το 1996, ήταν λέει υπεύθυνη του πολέμου που ξέσπασε μεταξύ των κρατών που δημιουργήθηκαν μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991), που δεν είναι παρά έκφραση δύναμης συσχετισμών στο διεθνές σύστημα. Μέρος των παγκόσμιων  οικονομικοπολιτκών μηχανισμών που τιθασεύουν τους εργαζόμενους ανά τον κόσμο οι ολυμπιακοί αγώνες δίνουν ιδεολογικά άλλοθι και νομιμοποιούν πολιτικές που ασκούνται προς δόξαν του κεφαλαίου.
               Κι αν χύνονται δάκρυα για την απώλεια του ολυμπιακού πνεύματος αυτά δεν μπορεί παρά να είναι κροκοδείλια, γιατί ποτέ δεν υπήρξε μια ιδέα που να μην είναι πολιτικά, κοινωνικά καθορισμένη. Η αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων μέσα σ’ ένα καπιταλιστικό κόσμο δεν θα μπορούσε παρά να αποβλέπει στην αποκόμιση οφελών από τον αθλητισμό ή τα σχετικά με αυτόν θεάματα – ενδιαφέρουν οι εισπράξεις, οι διαφημίσεις κλπ. αμείβοντας εκείνους που με τα κατορθώματα τους διευκολύνουν την αύξηση αυτών των οφελών, δηλ. τους αθλητές,  που είναι φυσικό να μη βρίσκουν στον αθλητισμό τελικά κάτι άλλο εκτός από την εκμετάλλευση  της σωματικής τους δύναμης.  Παρόλα όσα λέγονται μόνο τα κέρδη τα οποία θα επιτύχουν να αποσπάσουν θα δυνηθούν να κάμουν ν’ αναγνωρισθεί η αξία τους. Κι έτσι γίνονται κι αυτοί μέρος του μηχανισμού αυτού.   
               Στην εποχή της υψηλής τεχνολογίας και του μονοπωλιακού καπιταλισμού δεν απαιτούνται ηρωικά ιδεώδη και σωματική δύναμη για να υπερασπιστεί η νεολαία τα συμφέροντά της κυρίαρχης τάξης,   αλλά θέαμα με επιδείξεις αγώνων που θα αυξάνουν τα κέρδη των πολυεθνικών εταιρειών με συνεχές ξεπέρασμα κάθε ανθρώπινου ρεκόρ. Κι αν το ΝΑΤΟ βομβαρδίζει με ιδεολογικό άλλοθι ανθρωπιστικούς λόγους, το ίδιο και οι   φορείς της ολυμπιακής ιδέας εμφανίζονται σκληροί και άτεγκτοι πολέμιοι του ντόπιγκ υπερασπιστές του τίμιου συναγωνισμού, ενώ συνεχώς εξωθούνται οι αθλητές-μηχανές με όλα τα μέσα να ξεπερνούν τις δυνάμεις τους, να προσφέρουν συνεχώς ανανεωμένο θέαμα να αυξάνουν τα κέρδη των πολυεθνικών που επενδύουν σ’  αυτούς.
            Το ολυμπιακό ιδεώδες είναι ένα άλλοθι, που προσφεύγοντας σε μια ψευδεπίγραφη υπεριστορική αθλητική ιδεολογία θάβει και καταστρέφει δεκάδες αναβολικούς  πρωταθλητές που διαπαιδαγωγούνται με το αμείλικτο τρίπτυχο, Citius Altius Fortius,  που καταλήγει να διαπαιδαγωγεί ολόκληρες κοινωνίες.