Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Μητσοτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Μητσοτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ

 

Από τη μια η  σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά τη λήξη του β’ παγκοσμίου πολέμου με τις σοσιαλδημοκρατικές παρεμβάσεις που ενίσχυσαν τις αυταπάτες για το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού και από την άλλη η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης που προπαγανδίστηκε δεόντως σαν η ταφόπλακα στην ανάγκη των κοινωνικών αγώνων και της κοινωνικής επανάστασης δημιούργησαν αυτά τα ωστικά κύματα που ως τις μέρες μας επηρεάζουν ακόμα τους  λαούς της Δύσης. Παρόλο που οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν ποτέ και οι ταξικές αντιθέσεις όλο και πολώνονται οι μεγάλες πλειοψηφίες στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη επιμένουν να κλείνονται στο μικρόκοσμό τους. Ακόμα και  τώρα με τον πόλεμο που μαίνεται στη Μ. Ανατολή και την αντίσταση του Ιράν, που χρησιμοποιώντας την ενέργεια σαν μέσο πίεσης κάνει αισθητές τις συνέπειες του πολέμου και στη Δύση, οι μεγάλες πλειοψηφίες φαίνεται να μη μπορούν να ξεφύγουν από εκείνη την αδράνεια που τις καθιστά ακίνδυνες.
       Το τελεσίγραφο του Τραμπ που είχε απειλήσει να εξοντώσει ολόκληρο τον πολιτισμό του Ιράν και οι εικόνες με τους Ιρανούς σε γέφυρες και διάφορες υποδομές  ανακάλεσαν στη μνήμη την επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας στα 1999, όταν η διεθνής έννομη τάξη στην Ευρώπη μεταπολεμικά καταστράφηκε. Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί να προοιωνίζει τίποτε καλό για το μέλλον το γεγονός ότι ΗΠΑ και Ισραήλ δεν προσποιούνται καν ότι νοιάζονται για έννομη τάξη ή διεθνές δίκαιο. Η αυτοκρατορία των ΗΠΑ γίνεται όλο και πιο τολμηρή στο να εκθέσει την πραγματική τυραννική φύση της, νιώθοντας όλο και λιγότερη ανάγκη να κατασκευάσει συναίνεση πριν εμπλακεί σε μαζική στρατιωτική σφαγή
        Και ο δικός μας πρωθυπουργός  K. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στο CNN βρήκε τη λέξη  «αντιπαραγωγική» (counter productive) ως την πιο κατάλληλη για να χαρακτηρίσει τη δολοφονική επίθεση  του Ισραήλ στο Λίβανο εναντίον αμάχων, ουσιαστικά υιοθετώντας την οπτική γωνία του εγκληματικού κράτους, ότι δηλ. στρατιωτικά και στρατηγικά είναι αυτές οι δολοφονίες επιζήμιες για το Ισραήλ, επειδή θεωρεί ότι υπονομεύουν τους δικούς του στόχους. Είναι μια αποτυχημένη απόπειρα να ισορροπήσει ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ανησυχίας για την παραβίαση της εκεχειρίας χωρίς όμως  ούτε μια στιγμή να ξεχνά τη στρατηγική εταιρική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, την οποία διαφημίζει πάντα με ικανοποίηση σαν θωράκιση της χώρας απέναντι στην Τουρκία. Σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις είναι που αποδεικνύεται με πολύ ξεκάθαρο τρόπο ότι οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και ότι όλα τα ηχηρά για εθνικά συμφέροντα, διεθνές δίκαιο και ανθρωπισμό λέγονται απλώς για παραπλάνηση.
        Κανένας βέβαια από την ηγεσία σε μια  αστική δημοκρατία δεν παραδέχεται ότι υπηρετεί άλλα συμφέροντα από τα λαϊκά. Και όταν η πραγματικότητα κάποιες φορές συγκρούεται με την εικόνα που οι λέξεις των κυβερνώντων προσπαθούν να κατασκευάσουν, τότε επιστρατεύονται επιχειρήματα, αρκεί να μοιάζουν λογικοφανή, για να δικαιολογήσουν  αυτή τη διάσταση. Όπως συνέβη πριν μερικές εβδομάδες με τις μεγαλόστομες δηλώσεις,  που τόνιζαν το αξιόμαχο των Ελλήνων, του υπουργού Άμυνας Ν. Δένδια για την κατάρριψη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία και αρνιόταν βέβαια την πραγματικότητα της εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο του Ιράν.
        Όπως τις προηγούμενες μέρες σύσσωμη η κυβέρνηση, με προεξάρχοντα τον πρωθυπουργό, αρνιέται την πραγματικότητα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν προσπαθεί μόνο να μειώσει την αποκάλυψη της έκτασής του,  αλλά κατασκευάζοντας μια εικονική πραγματικότητα επιχειρεί  να αποδώσει τις ευθύνες γι’ αυτό σε παράγοντες  έξω από τις δικές της δράσεις.
        Ο πρωθυπουργός μάλιστα σε τηλεοπτικό του μήνυμα για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εν μέσω υποσχέσεων και δικαιολογιών, αποκάλυψε, για τη διασπάθιση των εκατομμυρίων με τη βοήθεια πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος της Ν.Δ.,  και τον κύριο φταίχτη. Είναι το «βαθύ κράτος» και   δήθεν η συγκυρία του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται αφετηρία μάχης για την ήττα του.
         Αυτή η καταγγελία για  το βαθύ κράτος δεν είναι αποκλειστικότητα του Κ. Μητσοτάκη. Στις μέρες μας η χρήση του από τον Ντ. Τραμπ αποτέλεσε ρητορικά ένα αποτελεσματικό  όπλο αντιπολιτικής ορθότητας που αναδείκνυε την αντίσταση των ηγεσιών της διοίκησης στις λαϊκές επιθυμίες που υποτίθεται υπηρετεί ο πρόεδρος. 
          Ο όρος «βαθύ κράτος» φέρει μαζί του την ιδέα ενός παράλληλου δικτύου λήψης αποφάσεων και, τελικά, την πίστη ότι η πραγματική εξουσία βρίσκεται σε ένα παράλληλο, και πάνω απ' όλα, κρυφό, νευραλγικό κέντρο, μια μορφή ανεπίσημης εξουσίας που είναι  απίθανο να λογοδοτήσει. Εν ολίγοις, κάτι σαν χαστούκι στη δημοκρατία και τη διαφάνεια που απαιτείται από το κράτος δικαίου. Ένα βαθύ κράτος που δεν ήλεγχε, κι έτσι αθωωνόταν και ο ίδιος,  υπονοούνταν  με τη ρήση «επιτέλους ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» που αποδιδόταν από φίλους και οπαδούς στον  Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο μετά τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, για να αποστασιοποιηθεί απ’ αυτήν.   Μέχρι όμως πρόσφατα, αυτή η έκφραση σπάνια έμπαινε στη σφαίρα μιας πολιτικής συζήτησης ή στις νόμιμες σφαίρες εξουσίας. Συναντιόταν πολύ πιο συχνά στις πολιτικές συζητήσεις στην καθημερινή ζωή,  στον περίπλοκο και συχνά αδιαφανή κόσμο των θεωριών συνωμοσίας παρά στα στόματα προσωπικοτήτων γνωστών για την πολιτική τους σκέψη ή τη χάραξη πολιτικής. Ο Κ. Μητσοτάκης όμως υιοθέτησε αυτόν τον αμφιλεγόμενο όρο σε μια προσπάθεια, όπως ο Ντ. Τραμπ, να παρουσιαστεί μαχητής για τα λαϊκά συμφέροντα.
          Δεν είναι βέβαια σαφές τι ακριβώς ο δικός μας πρωθυπουργός εννοεί με τέτοιους ασαφείς όρους, που επιτρέπει όμως σε όποιον θέλει να φανταστεί το χειρότερο. Στο τελευταίο του μήνυμα μοιάζει από τα συμφραζόμενα ν’  αναφέρεται στη γραφειοκρατία και σε ομάδες ενσωματωμένες στον κρατικό μηχανισμό, σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με τις οποίες ένα κόμμα εξουσίας όπως του Κ. Μητσοτάκη θέλει να παριστάνει ότι δεν έχει καμιά σχέση.   Κι έτσι ανακινεί σκέψεις σχετικά με τη λαϊκή κυριαρχία, η οποία καταπατείται από τον καλολαδωμένο μηχανισμό αυτής της παράλληλης και κρυφής εξουσίας, που δεν προέρχεται από τον λαό, όπως ο πρωθυπουργός και οι βουλευτές του.  
          Περιγράφοντας μ’ αυτόν τον όρο ένα υποτιθέμενο μυστικό δίκτυο μη εκλεγμένων κυβερνητικών αξιωματούχων, πρακτόρων πληροφοριών, γραφειοκρατών που εργάζονται για να επηρεάσουν ή να ανατρέψουν την εκλεγμένη ηγεσία και τη δημόσια πολιτική δίνεται ένα αξιοσημείωτο άλλοθι στους κυβερνώντες και στις αντιλαϊκές πολιτικές τους, αναγνωρίζοντας συγχρόνως  το κεντρικό ρόλο του κράτους στη δομή και ρύθμιση των κοινωνιών. Αρνούμενοι την ταξική διάσταση της αστικής μας δημοκρατίας και με αδυναμία δικαιολόγησης δράσεων και ενεργειών τους, που ξεκάθαρα στρέφονται ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, όταν αυτές προκαλούν λαϊκή δυσαρέσκεια, η επιστράτευση αυτού του ασαφούς όρου θέλει να συσπειρώσει κυβερνώντες και λαό ενάντια σ’ αυτούς  που υποτίθεται  ελέγχουν ή υπονομεύουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αποδυναμώνοντας κάθε λαϊκή αντίδραση.  Στην αναζήτηση βέβαια του βαθέος κράτους,  ποτέ δεν υπονοείται η κυρίαρχη τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής.  Χρησιμοποιώντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο  ο πρωθυπουργός αυτόν τον όρο φιλοδοξεί να δείξει την πρόθεσή του για συνεννόηση, για  να ξεσκεπάσει παράγοντες μη κατονομαζόμενους προκειμένου να διευκολυνθεί στη συνεργασία πέρα από κομματικές διαφορές.
         Στην πραγματικότητα, το να θέλει να πείσει ένας πρωθυπουργός ότι το βαθύ κράτος είναι πραγματικό το κάνει για να αποδυναμώσει κάθε λαϊκή αντίδραση. Γιατί έτσι η πολυπλοκότητα του κόσμου εξαφανίζεται ακαριαία και ο ανορθολογισμός θριαμβεύει.  Η ταξική πάλη,  η ελευθερία,  η αντίσταση, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, τίποτα από αυτά δεν έχει πια σημασία. Εφόσον  ο κόσμος κυβερνάται από το βαθύ κράτος υπάρχει πάντα το αόρατο που δεν το βλέπει κανείς πίσω από το ορατό, που συνεχώς μεταμφιέζεται και δεν αναγνωρίζεται, δεν συγκρούεται αλλά καταβροχθίζει και αποστραγγίζει από κάθε ζωτικότητα ό,τι αντιστέκεται. Καθοδηγεί και ελέγχει τα πάντα, αποτρέπει κάθε αντίφαση και ακυρώνει κάθε εξέγερση, εκμηδενίζει κάθε απελευθέρωση, ενσταλάζει άγχος και φόβο για να τους κάνει όλους υπάκουους και πού ν’ αντισταθείς;

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ


Στο διάγγελμά του πρωθυπουργού, για σταδιακή άρση των λόγω κορωνοϊού μέτρων,  περίσσεψε η χρήση πρώτου ενικού προσώπου, εξαίροντας τον εαυτό του για τις επιλογές του και  παίζοντας  με αυταρέσκεια το ρόλο του πατέρα ηγέτη. Κι από κοντά οι υπόλοιποι υπουργοί του που εξειδίκευαν τη διαδικασία άρσης των μέτρων θεωρούσαν υποχρέωσή τους να αναφερθούν είτε άμεσα είτε έμμεσα στη συμβολή του μεγάλου ηγέτη στη νίκη εναντίον του κορωνοϊού. Με νύχια και με δόντια προσπαθούν να εμφανίζουν τη μείωση των κρουσμάτων σαν προσωπική επιτυχία του ηγέτη που πήρε στον κατάλληλο χρόνο τις σωστές αποφάσεις. Και συνεχίζουν να μας κολακεύουν πως είμαστε μαχητές που κερδίζουμε μάχες, μόνο στρατηλάτης δεν χαρακτηρίστηκε ο Κ. Μητσοτάκης, αρκεί να ακολουθούμε οδηγίες είτε για να μένουμε σπίτι είτε για να κινήσουμε την οικονομία.
 Ο στόχος ήταν  μάλλον η επιπέδωση της επιδημικής καμπύλης  γενικά με οριζόντιες απαγορεύσεις για να μην καταρρεύσει το σύστημα υγείας και όχι κατά προτίμηση η προστασία των ιδιαίτερα ευάλωτων. Και το εύλογο ερώτημα πότε και πώς τελειώνει αυτή η διαταραχή σε ολόκληρη την κοινωνία μοιάζει δύσκολο να απαντηθεί. Πότε θα είναι ασφαλές για τα υγιή παιδιά και τους νεότερους δασκάλους να επιστρέψουν στο σχολείο, πότε οι περισσότερο ηλικιωμένοι δάσκαλοι και οι δάσκαλοι με χρόνιες ασθένειες; Πότε θα είναι ασφαλές για το εργατικό δυναμικό, όσο δεν συνέχιζε αδιάκοπα να δουλεύει,  να επανέλθει στο χώρο εργασίας, δεδομένου ότι ορισμένοι ανήκουν στην ομάδα κινδύνου για σοβαρή λοίμωξη; Πότε θα είναι ασφαλές να επισκεφθεί κανείς τους δικούς του σε γηροκομεία ή νοσοκομεία; Πότε θα μπορούσαν και πάλι οι παππούδες να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους;
Υπάρχουν πολλές πιθανές απαντήσεις, αλλά η πιο πιθανή μοιάζει να είναι πως κανείς δεν γνωρίζει τεκμηριωμένα και έτσι επιλέγονται οι πιο βολικές. Γι’ αυτό και με τις αντιφάσεις στις ενημερώσεις του Υπουργείου Υγείας ο καθηγητής Σ. Τσιόδρα καταλήγει να δικαιώνει πολιτικές προειλημμένες αποφάσεις, δίνοντας την εντύπωση πως οι επιστημονικές γνωματεύσεις είναι που προσαρμόζονται σ’ αυτές. Και ίσως επειδή μέσα στην αβεβαιότητα και αοριστία μπορεί να δικαιολογηθεί κι επιστημονικά εγκαταλείφθηκε το μέσο του εγκλεισμού σε μια καταρρέουσα οικονομία. Και  οι κυβερνήσεις προχωρούν, η μια μετά την άλλη, στην άρση των μέτρων προκρίνοντας πια την ανάπτυξη της ασυλίας της αγέλης, κι ας μην ομολογείται. Σ’ αυτό το πνεύμα και η δική μας κυβέρνηση, υιοθετεί σαν εθνική στρατηγική εκείνη που οι κυβερνήσεις της Ενωμένης Ευρώπης, σε αντιδιαστολή με τις οδηγίες του ΠΟΥ, εφαρμόζουν για χάριν της οικονομίας.
      Ζώντας λοιπόν στην καπιταλιστική εποχή, όπου η παγκοσμιοποίηση δεν έχει, όπως διαφημιζόταν στην αρχή, δημιουργήσει έναν κόσμο πιο δίκαιο και πιο διάφανο, αλλά, αντιθέτως, έχει δημιουργήσει ένα σύστημα που είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και να κατανοηθεί και που μοιάζει παντοδύναμο, οι προσπάθειες συντονισμού  δράσεων σε περίπλοκες καταστάσεις δεν μοιάζει να διευκολύνουν στην εύρεση λύσης, όταν δεινοπαθούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Τελικά η επίκληση σε Παγκόσμιους οργανισμούς εκ μέρους των εθνικών κρατών μοιάζει να χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα για τις δικές τους ενέργειες. Στην προκείμενη περίπτωση της επιδημίας, ο Π.Ο.Υ πότε φαίνεται να καθοδηγεί τις αποφάσεις των κυβερνήσεων πότε να συγκρούεται μ’ αυτές.
               Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, όπως και άλλοι οργανισμοί που γεννήθηκαν από τις στάχτες του β παγκοσμίου πολέμου, σαν ένα διακρατικό υπερυπουργείο που υπερισχύει εκείνων των εθνικών κρατών, κήρυξε στις 11 Μαρτίου τον κορωνοϊό πανδημία. Υπήρξαν αμφισβητήσεις για τις γνωματεύσεις του και κατηγορίες για φιλοκινεζισμό, όπως και πριν μια περίπου δεκαετία, το 2009,  υπήρξαν κατηγορίες για διαφθορά και συμπαιγνία με τις φαρμακευτικές εταιρείες στο πλαίσιο της παγκόσμιας εκστρατείας εμβολιασμού για μια πανδημία που αποδείχτηκε λιγότερο επικίνδυνη από το αναμενόμενο. Τότε ο Π.Ο.Υ υπεραμύνθηκε των εγγυήσεων που υπάρχουν για τη διαχείριση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, ενώ κι αυτά ξεχάστηκαν καθώς τα φώτα της δημοσιότητας έσβησαν γι’ αυτά τα θέματα.
         Όταν διακυβεύεται η υγεία μας η άγνοια και ο φόβος κάνουν τις ζωές μας εύκολα ελεγχόμενες από επαϊόντες, αποτρέποντας κάθε αμφισβήτηση, ευνοώντας την παραίτηση από το να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Εφησυχάζουμε με τις συμβουλές των αξιόπιστων και ικανών εμπειρογνωμόνων με τις διαβεβαιώσεις εργαστηρίων και φαρμακευτικών εταιρειών που ξεχειλίζοντας από φιλανθρωπία εργάζονται νυχθημερόν για τη σωτήρια μας, βρισκόμενοι σε πλήρη σύγχυση όταν όλοι αυτοί αντιφάσκουν μεταξύ τους.
          Ο  Π.Ο.Υ τονίζει σαν  ιδανική απάντηση στην πανδημία ότι τα μεμονωμένα κράτη θα πρέπει να περιορίσουν την έκθεση του κοινού, ειδικά αν εντοπίσουν και εντοπίσουν όλες τις γνωστές περιπτώσεις - μια στρατηγική που λειτούργησε στη Νότια Κορέα και φαίνεται να λειτουργεί στη Γερμανία, ενώ σε διεθνές επίπεδο, τα κράτη πρέπει να μοιράζονται επιστημονικές πληροφορίες και πόρους. Ωστόσο, οι χώρες έχουν αγνοήσει επανειλημμένα τις συμβουλές του Π.Ο.Υ. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες πολλά πλούσια έθνη όχι μόνο έχουν ακολουθήσει τις δικές τους εθνικές στρατηγικές για τη δημόσια υγεία, αλλά έχουν επίσης αποσυρθεί από τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της διπλωματίας και του εμπορίου που τα ίδια ίδρυσαν. Παραδείγματα εθνοκεντρικής συμπεριφοράς: Το Ηνωμένο Βασίλειο παραγγέλνει μάσκες σε γαλλική εταιρεία αλλά η γαλλική κυβέρνηση ζητά όλες τις μάσκες που παράγονται στη χώρα, έτσι οι μάσκες δεν φτάνουν ποτέ στη Βρετανία, ενώ η  Γερμανία κατηγορεί τις ΗΠΑ για κατάσχεση αποστολής μασκών που προοριζόταν για το Βερολίνο από λιμάνι στην Ταϊλάνδη.
        Και ο κίνδυνος να χαθεί σε μεγάλη κλίμακα η εμπιστοσύνη προς παγκόσμιους οργανισμούς όπως ο Π.Ο.Υ ή κυβερνητικούς χειρισμούς δεν είναι μόνο μια πιθανότητα, όταν με τις δράσεις τους η καχυποψία για πολιτικές σκοπιμότητες και οικονομικά συμφέροντα αυξάνεται. Και η αμφιβολία αν η πανδημία χρησιμοποιείται σαν άλλοθι εξαναγκάζοντας σε μια πλασματική ενότητα καπιταλιστές και εργαζόμενους για να ενθαρρύνει την υπακοή των τελευταίων όλο και επανέρχεται.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Σε σχόλια  του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ  κατά την ορκωμοσία του Κ. Μητσοτάκη οι σχολιαστές Α. Πορτοσάλτε, Δ. Οικονόμου και Π.Τσίμας έδωσαν συμβολικές διαστάσεις στην παρουσία της οικογένειας Μητσοτάκη, για εικόνα που καθησυχάζει τον έλληνα ψηφοφόρο,  με αποκορύφωμα τον Π. Τσίμα να αποφαίνεται «επιστρέφουμε με αυτή την εικόνα στην κανονικότητα».
               Κι αναρωτιέται κανείς για την σημασία που ο λόγος της νέας κυβέρνησης θέλει να προσδώσει στην έννοια της κανονικότητας, συγκεκριμενοποιώντας το γενικό κι αόριστο, να συμβαίνουν δηλ. τα γεγονότα όπως  συνηθίζουν σύμφωνα με καθιερωμένους κανόνες. Οι κανόνες για αποδοχή και ταξινόμηση της πραγματικότητας προέρχονται από συγκεκριμένες παραστάσεις ή γεγονότα που προσλαμβάνονται ως υποδείγματα και λειτουργούν ως πρότυπα. Η προσπάθεια λοιπόν των σχολιαστών να κατασκευάσουν  ad hoc ένα πρότυπο με την ανάδειξη της συγκεκριμένης εικόνας της ενωμένης οικογένειας αποβλέπει στη αναβίωση κανόνων από παλιότερες εποχές, με ανάκτηση παρόμοιων εμπειριών που ευελπιστούν πως έχουν αποθηκευτεί στη συλλογική μνήμη από την αξέχαστη εποχή της επιβολής του συνθήματος για  θρησκεία, πατρίδα και οικογένεια. Κι ίσως χωρίς να το συνειδητοποιούν εκείνη τη στιγμή,  οι τρεις σχολιαστές αποκαλύπτουν το ανέφικτο της υπόσχεσης για  κανονικότητα διαφορετικής απ’ αυτή που υπόσχονταν ο  ΣΥΡΙΖΑ,  αφού για να την περιγράψουν αναγκάζονται να καταφύγουν σε ιδεαλιστικές φούσκες που πια κανένα δεν ενδιαφέρουν και φυσικά το ξέρουν και οι ίδιοι.  Οι αλλαγές, με κυβέρνηση της Ν.Δ, στις ιεραρχίες ανάμεσα στους πόλους άσκησης της τρέχουσας πολιτικής έχει περισσότερο να κάνει με το ύφος, την ρητορική, τα επιφαινόμενα ιδεολογίας παρά με τις ίδιες τις πολιτικές επιλογές. Είναι που η κανονικότητα τόσο της παρούσας όσο και της απελθούσης κυβέρνησης ταυτίζονταν με την κανονικότητα σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον που εκμεταλλεύεται τον εργαζόμενο, με διαφορά ίσως στο βαθμό που αυτό  γίνεται ύπουλα, με νόμους και υποσχέσεις.
               Οι εκλογές της Κυριακής σταθεροποίησαν το μετασχηματισμό του εκλογικού σκηνικού και των πολιτικών συσχετισμών, επαναφέροντας σε γενικές γραμμές την εικόνα του δικομματισμού πριν από την κρίση των μνημονίων. Οι εκλογές αυτές, αν και συνεχίζουν να καταγράφουν την αποδυνάμωση του λαϊκού κινήματος, αφού δεν καταγράφεται αμφισβήτηση εκείνης της μορφής διακυβέρνησης που στηρίζεται στη διαχειριστική λογική της καπιταλιστικής κρίσης, όμως η σταθερότητα της παρουσίας της κομμουνιστικής αριστεράς έχει και την αισιόδοξη προοπτική της για αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων, όπου αυτή θα είναι ο κυρίαρχος πόλος.
               Αποκαταστάθηκε το δικομματικό σύστημα εξουσίας, με το ΣΥΡΙΖΑ σε ικανοποιητικά ποσοστά για αντιπολίτευση να αντικαθιστά επάξια το ΠΑΣΟΚ,  ενώ φαίνεται  σαν να ξεχάστηκαν τα αντικοινωνικά μέτρα που όλα τα αστικά κόμματα συμμετείχαν στην επιβολή τους με τα μνημόνια, και φυσικά και η ΝΔ με τον Α. Σαμαρά και τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη σε θέση υπουργού. Το εκλογικό σώμα σταθερά και πάλι πριμοδότησε δυο κόμματα εξουσίας, χωρίς  καταλυτικές ρωγμές στο πολιτικοκοινωνικό σύστημα, και  ξαναγυρίζει στις ελπίδες για αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό μπλοκ εξουσίας που θα διασφαλίζει εκ νέου, στις καινούργιες συνθήκες της συρρικνωμένης οικονομίας που αποτελούν την νέα κανονικότητα, την αναπαραγωγή μικρομεσαίων και μικροαστικών στρωμάτων. Και η νέα κυβέρνηση της Ν.Δ  δεν χρειάζεται πια ούτε αυτή εκβιαστικά διλήμματα για συνέχιση της ασκούμενης πολιτικής. Αρκούν οι εκκλήσεις για ενότητα και υποσχέσεις για μέριμνα όλων των ελλήνων για να ενισχυθεί η πεποίθηση για την αναγκαιότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής.
               Το θετικό είναι η απώλεια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της Χρυσής Αυγής, που στην ευελπιστούμενη κανονικότητα ο χυδαίος λόγος της και η εγκληματική της δράση δεν έχει θέση. Η ηρεμία και η ασφάλεια που επιδιώκεται μετά την καταπράυνση, με απειλές, εκβιασμούς και υποσχέσεις, της οργής και της αγανάκτησης, έχει ανάγκη από ένα κατεστημένο σύστημα εξουσίας που να βασίζεται σε κανόνες και εγγυήσεις, έστω και πλαστές. Η  Χ.Α, με γλώσσα κατά του κατεστημένου, που ακόμα και στον καιρό της δικτατορίας χρησιμοποιούσε το παρακράτος, αποδομημένη από αντιφασιστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις ενοχοποιήθηκε για την εγκληματική της δράση και περιθωριοποιήθηκε. Κι αν ο κυρίαρχος λόγος τη χρησιμοποίησε σαν φόβητρο, αν δεν γίνει αποδεκτή η κυρίαρχη επιλογή των μνημονίων, η αποκάλυψη του εγκληματικού της  χαρακτήρα έκανε τους ψηφοφόρους της ΧΑ να μην τολμούν να παραδεχτούν τη συμπόρευσή τους μ’ αυτήν. Εξάλλου η ΝΔ τους διευκόλυνε σ’ αυτό αφού δεν είχε πρόβλημα να στεγάσει φασιστικά …σταγονίδια, αρκεί να μη δηλώνουν την ταυτότητά τους. Και το κόμμα του Κ. Βελόπουλου αποδείχτηκε ένα καλό υποκατάστατο με …ολίγο ναζισμό για να στεγάσει φασίστες. Εξοικειωμένοι πια με την περιφρόνηση του ορθού πολιτικού λόγου, ακόμα και την προβολή της σωματικής βίας, ο κίνδυνος παραμένει για τις ρίζες του φασισμού στο πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα στην κοινωνία, αλλά και η δυναμική του αντιφασιστικού λόγου, που παρέσυρε εκών άκων και τον κυρίαρχο, θα κάνει δύσκολη την απροκάλυπτη παρουσία του.
               Η αναμέτρηση και σ’ αυτές τις εκλογές ήταν ανάμεσα στα κόμματα του αστισμού από τη μια και από την άλλη στον κομμουνιστικό κόμμα που συμπιέζεται για να συνθλιβεί, αλλά αντέχει και προχωρά σε νέους αγώνες.

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ



Κι όλες αυτές τις μέρες ο τρόπος  της επικοινωνιακής αξιοποίησης  από τον κυρίαρχο λόγο του τραυματισμού του Λ. Παπαδήμα από το παγιδευμένο γράμμα,  του θανάτου του σχεδόν αιωνόβιου Μητσοτάκη, των διαφόρων δηλώσεων, αλλοδαπών κι εγχωρίων, σχετικά με τις συνομιλίες για το ελληνικό χρέος, δείχνει πως ο τρόπος  που βιώσαμε και βιώνουμε γεγονότα της ιστορίας  δεν συμπίπτει με τον τρόπο που τα περιγράφει ή αξιολογεί ο λόγος της κυρίαρχης εξουσίας.
               Οι αγιογραφίες του Κ. Μητσοτάκη δεν συγκρούονται μόνο με τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα που βιώθηκαν τραυματικά αλλά πλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό κόντρα στην συλλογική μνήμη την αλλοιώνουν αν δεν την ακυρώνουν. Κι αν στη μακραίωνη ιστορία τα λαϊκά στρώματα μέσα από τα τραγούδια, μύθους ή παραδόσεις εκδήλωναν τα αισθήματά τους για ιστορικά πρόσωπα ή εξέφραζαν την κρίση τους γι’ αυτά, στη σύγχρονη εποχή των ΜΜΕ ο κυρίαρχος λόγος της άρχουσας τάξης μπολιάζει με τη δική του οπτική τον τρόπο να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε τα ιστορικά συμβάντα, χωρίς ν’  αφήνει περιθώριο διαφοροποίησης απ’ αυτόν. Είναι που στα χρόνια μας η κυρίαρχη τάξη δεν μας αφήνει απλώς στη μοίρα μας, αλλά επεμβαίνει να μας εντάξει σ’ όλα τα επίπεδα στη δική της μοίρα, αλλά στη θέση και με τον τρόπο που αυτή καθορίζει. Έτσι, η  αφομοίωση της δικής μας οπτικής μ’ αυτήν της κυρίαρχης τάξης νοθεύει, προς όφελός της,  τον πολιτικό βίο και τις δικές μας συλλογικές συμπεριφορές.
 Παλιότερα οι ιστορικές παραμορφώσεις αφορούσαν τους λίγους και όχι την πλειοψηφία ενός λαού που η ιστορική κληρονομιά του μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά μέσα από την προφορική παράδοση, τις γιορτές και τελετουργίες του, την τέχνη του. Από την εποχή όμως που οι λαϊκές τάξεις έδειξαν τις δυνατότητές τους και τη δύναμή τους  η προσπάθεια να κερδηθεί η εμπιστοσύνη τους και να ενσωματωθεί στα κριτήριά τους η κυρίαρχη ιδεολογία έγινε μεθοδευμένα και μ’ …επιστημονικό τρόπο. Ο κυρίαρχος λόγος  έχοντας καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια με τόσα θέματα έχει πλουτίσει το υλικό των ιδεών του ή μάλλον καλύτερα το ρεπερτόριο των λέξεών του, χωρίς βέβαια να έχει αλλάξει ο πυρήνας τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να διαστρεβλώσει εκείνους τους κοινωνικούς όρους ύπαρξης των λαϊκών στρωμάτων που μπορεί να  τροφοδοτήσουν έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, με κίνδυνο να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, και να αλλοιώσει τις ιστορικές μνήμες των στρωμάτων αυτών που συνδυάζονται με αγώνες και οδηγούν σε μια πολιτική ριζοσπαστικότητα.
               Το γεγονός λοιπόν πως  αστοί πολιτικοί και διανοούμενοι καταβάλλουν τόση προσπάθεια για να πείσουν για το πολιτικό ανάστημα του εκλιπόντος πρώην πρωθυπουργού δεν θα είχε τόση σημασία, στο κάτω-κάτω την τάξη του υπηρέτησε με συνέπεια, αν μέσα από αυτή την αγιοποίηση δεν διαστρεβλώνονταν τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, οι σκοπιμότητες των πρωταγωνιστών τους και τα συμφέροντα που διακυβεύονταν. Οι αγιογραφίες αυτές απευθύνονται στην πλειοψηφία του λαού που αντιμετωπίζεται σαν παιδί. Γιατί το παιδί καταλαβαίνει καλά μόνο τους μεμονωμένους ανθρώπους, δεν καταφέρνει να δει καθαρά την πλοκή των συλλογικών ανθρωπίνων σχέσεων ούτε βέβαια τα αντικρουόμενα συμφέροντα, γι’ αυτό και έχει  την τάση να αποδίδει στην ιστορική  και πολιτική κρίση το μέτρο της ατομικής κρίσης  και  να ανάγει τα πάντα  στις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, στις αρετές και τις ατέλειες των μεμονωμένων ατόμων. Ο καλός βασιλιάς και ο κακός βασιλιάς από πρόσωπα των παραμυθιών γίνονται πρωταγωνιστές της αληθινής ιστορίας, γι’  αυτό και στις αγιογραφίες αυτές η δικαίωση των πολιτικών δικαιώνει και την ασκούμενη πολιτική τους.
               Οι ίδιες σκοπιμότητες αναγνωρίζονται και στις κραυγές εναντίον αυτών που σχολίασαν αρνητικά, ακόμα και χωρίς να ξεπερνιούνται τα όρια της κοινωνικής ευπρέπειας, τον πολιτικό βίο του τραυματισμένου Λ. Παπαδήμου, με αποκορύφωμα την καταγγελία του  Γ. Στουρνάρα για τις απειλές, στα όρια της φαιδρότητας, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που κινητοποίησε εισαγγελικές υπηρεσίες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος ενοχοποίησης των αισθημάτων αγανάκτησης και θυμού που εκφράζονται, ακίνδυνα μάλιστα, μέσα από το πληκτρολόγιο. Όπως αλλοιώνεται η συλλογική μνήμη, και η θητεία του Λ. Παπαδήμου στον πρωθυπουργικό θώκο μόνο πέντε χρόνια απέχει, ενοχοποιούνται ακόμα και τα συναισθήματα που υπάρχει φόβος να ενεργοποιήσουν σκέψεις και δράσεις εναντίον της κυρίαρχης τάξης.
               Οι γνώσεις της κυρίαρχης τάξης  έχουν επεκταθεί  σημαντικά πάνω σε ό,τι αφορά τη βοσκή του εκλογικού κοπαδιού, την εκμετάλλευσή του και τον εκφυλισμό του. ¨Ολοι ετούτοι που υπηρετούν  αυτόν τον σκοπό έχουν επιφορτιστεί  να μας πείσουν για κορυφαίες αλήθειες που γι’ αυτές οφείλουμε να καταστραφούμε ως το τέλος. Η δυνατή φωνή του κυρίαρχου λόγου πρέπει να γιομίσει τα αυτιά του κόσμου. Ακόμα και οι  μεταξύ των διαφόρων εκπροσώπων της αστικής τάξης  απέχθειες σταματούν μπροστά στον κοινό εχθρό: τις εργαζόμενες μάζες.
               Για να καταστραφεί   η βαθιά αίσθηση του λαϊκού κόσμου για την αγωνιστικότητα και αντίσταση, την κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή αλληλεγγύη. Η εργατική τάξη πρέπει να  λησμονήσει τον εαυτό της και να προσπαθήσει  να μοιάσει το παραφθαρμένο είδωλο που κατασκεύασε γι’  αυτήν η κυρίαρχη τάξη.
 Κι αν ξεγυμνώθηκαν οι  αυταπάτες μας και δεν τις  αναγνωρίζουμε θα συνεχίζουμε να ελπίζουμε σ’ αυτές;  Ωραία η ελπίδα και τι ψηλά που μας λικνίζει, για να κατακρημνιστούμε…