Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

ΜΕΘΟΔΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ



Και πάλι, με τα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη, η ίδια η ιστορία. Αστοί που θέλουν να χαρακτηρίζονται αριστεροί ή και φιλελεύθεροι και προοδευτικοί  εγκωμιάζουν τον αγωνιστή Μπελογιάννη στο βαθμό που είναι μια ατομική περίπτωση και στον βαθμό που προσφέρεται η ιστορία του για να καταγγελθεί η ηγεσία του ΚΚΕ και ο ίδιος ο κομμουνισμός –αδιάφορο αν ο ίδιος ο αγωνιστής ήταν κομμουνιστής και στέλεχος του κόμματος. Κι ενώ μοιάζουν οι απόψεις τους σαν να υπερίπτανται των κοινωνικών συστημάτων βάζοντάς τα στο ίδιο καλάθι, στην πραγματικότητα  στρέφουν τα πυρά ενάντια σ’ ένα και μόνο για να το καταπολεμήσουν, τον κομμουνισμό. Παρουσιάζονται σαν να ξέρουν στην εντέλεια τι είναι κομμουνισμός και σαν να είναι αρμόδιοι να του καθορίσουν τις σημερινές και μελλοντικές του όψεις. Για όσους δεν συμμερίζονται τις βεβαιότητές τους νιώθουν μια περιφρόνηση, συγκαταβατική στην καλύτερη περίπτωση. Δεν βλέπουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας παρά μόνο στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, τερματίζοντας έτσι την λεκτική υπεράσπιση του καπιταλισμού που πάντα υπονοείται ως το αντίπαλο απόλυτο καλό. Για τον κομμουνισμό έχουν την αυστηρότητα και περιφρόνηση που τους δίνει η θριαμβευτική σιγουριά πως έχουν δίκιο και η ιστορία τους δικαίωσε. Κι έτσι η κυβέρνηση Πλαστήρα και οι μεθοδεύσεις  της για την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του μένουν στη σκιά.
 Η αστική τάξη και της χώρας μας έχει  μάθει πολλά για τις διαδικασίες κοινωνικής και ιδεολογικής μας ενσωμάτωσης και γνωρίζει τι σημαίνει  συσχετισμός δυνάμεων, όπως γνωρίζει μέχρι και πού μπορεί να πάει, με τι ρυθμό και τι ευκαιρίες σε ιδεολογικό επίπεδο μπορεί να εκμεταλλευτεί, ώστε να υποταγούμε στην αστική πολιτική, εσωτερικεύοντας την προπαγάνδα της και τις αξίες που πρεσβεύει.  Παρουσιάζεται λοιπόν ν’ αναγνωρίζει τη γενναιότητα του Μπελογιάννη, αλλά είτε  για μια χαμένη –κι ευτυχώς- υπόθεση ή για γενικές κι αόριστες ιδέες δημοκρατίας κι ελευθερίας.  Και ο Α. Τσίπρας αυτόν τον στόχο εξυπηρετούσε όταν  απέδιδε μεν τιμές στον ήρωα αποχαρακτηρίζοντας όμως τον αγώνα του και αλλοιώνοντας την ιδεολογία του.  
Και βέβαια,  επειδή οξύνονται οι ταξικές διαιρέσεις με την οικονομική εξαθλίωσή μας, το αστικό καθεστώς εκκολάπτει και τις φασίζουσες ή και  φασιστικές  φωνές για να ταυτιστούν ιδεολογικά μαζί τους οι απόκληροι του συστήματος καταδεικνύοντας τον εχθρό, τον κομμουνισμό. Κι έτσι τα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη ήταν μια καλή ευκαιρία για ατάκες σχετικά με την κομμουνιστική δικτατορία (Κ. Τασούλας της Ν. Δημοκρατίας) ή τα εγκλήματα του «αρχισφαγέα του κομμουνιστικού κόμματος (Π. Ηλιόπουλος της Χ.Α.).
               Κι αν το αστικό μας καθεστώς δεν καταφέρνει μ’ αυτά και με κείνα να εξασφαλίσει ένα minimum συναίνεσης, συγκατάθεσης και αποδοχής μας και οι ισχύουσες διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας δεν καταφέρνουν να συντηρήσουν και να αναπαράγουν αυτή τη συναίνεση, τότε αναζητούνται πιο κατάλληλες μεθοδεύσεις για την απόσπαση, έστω παραπλανώντας και εκβιάζοντας, αυτής της συναίνεσης πριν τη καταφυγή και στη βία.
         Γιατί η σύγχρονη αστική μας  δημοκρατία αντιστοιχεί στην παρούσα καπιταλιστική οικονομία, εφόσον η δομή και λειτουργία της προσαρμόζονται στις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Γι’ αυτό και παρατηρούμε την ατελέσφορη  λειτουργία του κοινοβουλίου, την υποχώρηση της διάκρισης των εξουσιών μπροστά στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και γενικά την επιστράτευση του συνόλου των μηχανισμών, κατασταλτικών και ιδεολογικών, της κρατικής εξουσίας.
          Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο αυτό που διακηρύττει το αστικό κράτος  πως θεωρεί πρώτιστο καθήκον, δηλ. τη δημιουργία μιας δικαιακής τάξης, στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις, χωρίς προσχήματα μάλιστα, δεν τηρείται. Τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται στον τομέα της δικαιοσύνης, όπου η εξασφάλιση του δικαίου και η ανεξαρτησία της απονομής της δικαιοσύνης δοκιμάζονται απροκάλυπτα, έστω και μέσα στα αστικά πλαίσια. Ενδεικτικές κάποιες περιπτώσεις.
          Η περίφημη δίκη της Χ.Α κλείνει σχεδόν δυο χρόνια κι αυτή η αναβλητικότητα τόσο για τη διεξαγωγή της όσο και για  την ολοκλήρωσή της  όσες δικαιολογίες κι αν εφευρεθούν αποδυναμώνονται  μπροστά στην αποφασιστικότητα που πριν 14 χρόνια επέδειξε η εκτελεστική και δικαστική εξουσία  για τη δίκη της  Ε.Ο της 17 Νοέμβρη. Στην προσπάθεια της εξουσίας να μην αποφυλακιστούν οι κατηγορούμενοι η πρώτη δίκη ολοκληρώθηκε σε 10 μήνες,αντίθετα η ολιγωρία για τη διεξαγωγή της δίκης της Χ.Α επέτρεψε ακόμα και τον κατηγορούμενο για τη δολοφονία του Π. Φύσσα, τον Γ. Ρουπακιά, να κυκλοφορεί ελεύθερος.
        Και μοιάζει να μην αντέχει στη λογική η απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου στα 2013 σχετικά με την ύπαρξη των 600 δις του Α. Σώρρα -«Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε η ανυπαρξία του ανωτέρω χρηματικού ποσού ή η πλαστότητα των τίτλων, που το ενσωματώνουν». Εκτός κι αν  οι αποφάσεις δικαστηρίων είναι στην υπηρεσία παραπλάνησης για αξιοποίηση κάθε διόδου ανώδυνης διοχέτευσης της λαϊκής οργής. Και μόνο όταν τα ερωτηματικά γι’  αυτήν την απόφαση πολλαπλασιάστηκαν, τέσσερα χρόνια μετά  η ίδια η δικαιοσύνη του επιβάλλει, ερήμην,  ποινή φυλάκισης οκτώ ετών μετά τη μήνυση που υπέβαλαν ο πρώην συνεργάτης του και ο κουμπάρος του για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Για τον Τάσο Θεοφίλου όμως,  τον αναρχικό που τον υπέδειξε για ένοχο ένα ανώνυμο τηλεφώνημα και που καταδικάστηκε με αποδεικτικό στοιχείο το DNA που βρέθηκε σε ένα καπέλο το οποίο είχε εντοπιστεί εκ των υστέρων, σε 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και για ληστεία, η εισαγγελία άσκησε έφεση και τώρα διεξάγεται η δίκη σε δεύτερο  βαθμό.
               Και δεν έχουν περάσει ούτε έξι χρόνια από τότε που οδηγήθηκε στη φυλακή  ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όταν το σκάνδαλο του Βατοπεδίου ήταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου ήθελε να μας πείσει για το ήθος και εναλλακτικότητά της, και αυτή τη φορά το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας  αθώωσε όλους τους κατηγορούμενους στην υπόθεση των ανταλλαγών του Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου.
               Κι αν το ενδιαφέρον εντοπίζεται στη δικαιοσύνη είναι γιατί στη σύγχρονη μορφή της αστικής μας δημοκρατίας είναι το νομικό σύστημα που επιφορτίζεται με τη διευθέτηση των κοινωνικών σχέσεων και είναι στη δικαστική σφαίρα το πεδίο όπου επιτρέπεται η έκφραση των κοινωνικών συγκρούσεων νομιμοποιώντας τες με τους όρους όμως της κυρίαρχης τάξης.
                Κάθε φορά λοιπόν που οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας μπορεί να διευκολύνουν αντικειμενικά τις διεκδικήσεις, οργάνωση, ανάδειξη των συμφερόντων των εργαζομένων εις βάρος της κυρίαρχης τάξης, τότε οι κρατούντες αναζητούν μεθοδεύσεις που καταλήγουν ακόμα και σε νόθευση και διαστρέβλωσή τους, όταν δεν φτάνουν ως την απάρνηση και κατάλυση τους.

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ



Γιορτάστηκε μια ακόμα επέτειος της επανάστασης του 1821, που αποτελεί το εναρκτήριο σημείο της νεότερης ελληνικής ιστορίας και που πτυχές της εντάσσονται στον προβληματισμό για τη θέση της Ελλάδας στο σημερινό κόσμο. Το νεοσύστατο κράτος ιδρύθηκε υπό τη σκέπη των Μεγάλων Δυνάμεων, ένα τέλειο ευρωπαϊκό προτεκτοράτο, με στενή πολιτική και οικονομική εξάρτηση απ’ αυτές. Στο πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 αποκαλύπτεται το είδος της ευρωπαϊκής προστασίας, που ορίζει «η ελληνική κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική  και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας». Αυτό που δεν πέτυχε ο Μέτερνιχ με την έκρηξη της επανάστασης μεθοδεύτηκε από τις αυτοαποκαλούμενες προστάτιδες δυνάμεις που πετυχαίνουν σε θεσμικό  μάλιστα επίπεδο τον έλεγχο στο νεοϊδρυθέν κρατίδιο με τη δοτή βασιλική εξουσία  Κι είναι με τη βοήθειά τους που αναβιώνει η παλιά ολιγαρχική  κοινωνία που συνθέτει την πελατεία των κέντρων εξουσίας της Ευρώπης. Στο παιχνίδι των ισορροπιών και των συνεργασιών της εποχής σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η Μ. Βρετανία, όπως στον επόμενο αιώνα, 1944, πάλι η Μ. Βρετανία  στα πλαίσια άλλων σχεδιασμών θα επιβάλλει με τον Σκόμπυ την τάξη στην Αθήνα. Κι είναι από τότε ο διακαής πόθος της αναδυόμενης αστικής μας τάξης να ανήκομεν εις την Δύσιν δηλ. στην Ευρώπη των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Κι είναι μόλις το 1947 που αλλάξαμε …προστάτη, τις ΗΠΑ. Κι αν η επανάσταση τελικά πνίγηκε στη μέγγενη των τριών προστάτιδων δυνάμεων είναι τα αλλεπάλληλα συντάγματα του αγώνα που διακρίνονται για το δημοκρατικό πνεύμα των πρωτεργατών του ξεσηκωμού που όριζε προσδοκίες κι επέβαλλε υποχρεώσεις σ’ ένα λαό ο οποίος  καμάρωνε για τον αγώνα του και έκανε πράξη τα οράματά του.
               Στο σήμερα, τα μηνύματα των πολιτικών αρχηγών για την επέτειο δεν αντικατοπτρίζουν παρά το είδωλο της κυρίαρχης τάξης και άλλο στόχο δεν έχουν παρά να δικαιώσουν τη σημερινή κυρίαρχη οπτική στα πράγματα ενσωματώνοντας σ’ αυτήν τις παλαιότερες ή και διαφορετικές οπτικές. Ο πρωθυπουργός δηλώνει «με τα ειρηνικά έργα του σήμερα, τον αγώνα για την ανόρθωση του τόπου, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των κοινωνικών κατακτήσεων, τιμάμε την Επανάσταση του 1821», που πάει να πει πως πιστεύει ότι η δική του πολιτική κινείται σ’  αυτούς τους άξονες κι επομένως δικαιώνεται. Ο  αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δηλώνει πως  χωρίς να εγκλωβιζόμαστε μόνο στο παρελθόν  «χρέος της δικής μας γενιάς, είναι να πετύχουμε μία καινούργια εθνική επανεκκίνηση», που πάει να πει πως αυτό θα επιτευχθεί με την ανάδειξή του σε νικητή στις επόμενες εκλογές.   
              Γιατί είναι οι  ταξικές ιδεολογικές συντεταγμένες πολιτικών και ιστορικών που  επηρεάζουν την αξιολόγηση της επανάστασης και των καταστάσεων που απ’ αυτήν προέκυψαν. Και γι’  αυτό σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει να είναι.. διακριτική η ιστορική αναδρομή  στην Επανάσταση, στις προθέσεις της, στην εξέλιξή της, που αν αναγνωρίζεται ότι πέτυχε την νίκη της εθνικής ιδέας, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως πέτυχε τη νίκη των οραμάτων και ιδανικών του λαού που πολέμησε.
Ο Κ. Βάρναλης σημειώνει
« (…) Για τους ματεριαλιστές η κοινωνική πραγματικότητα γεννά κάθε φορά τις χρειαζούμενες ιδέες· κι αυτές επιδρούνε στην κίνησή της προς τα εμπρός. Επιδρούνε όμως μοναχά σαν είναι ζωντανές κι αληθινές, δηλαδή σαν είναι γεννήματα της ανάγκης κι όχι αποκυήματα ξαναμμένης φαντασίας· κι όταν το κοινωνικό γίγνεσθαι βρίσκεται στη δημιουργική του περίοδο κι όχι στην καταστροφική –που τότε καταντούνε (οι επίσημες ιδέες) εμπόδιο στην προοδευτική εξέλιξη της πραγματικότητας.
  Με τη ματεριαλιστική αυτήν ερμηνεία της ιστορίας θέλησα να δείξω, πως ο απόλυτος Λόγος της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας του 18ου αιώνα, που «εν ονόματί» του γενήκανε όλες οι «εθνικές» επαναστάσεις στην Ευρώπη, είχε καταντήσει με τον καιρό  αντιδραστικός. Αρνιέται την παραπέρα εξέλιξη του κόσμου. Καταδικάζει κάθε κίνηση των μαζών για οικονομική και πολιτική τους χειραφέτηση. Ο απόλυτος Λόγος στις διάφορες μορφές του, τις «θυγατέρες του Θεού», τα «αιώνια» και «καθολικά» ιδανικά του, είχε καταντήσει από κίνητρο ελευθερίας μάσκα για τις ατιμίες των ληστών της Διεθνούς Κεφαλαιοκρατίας. Μ’ άλλα λόγια οι «αλήθειες», που ξεσηκώσανε τις επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα στην Ευρώπη είχανε καταντήσει «ψέματα» στις αρχές του 20ου.
Απάνου σε τέτοια «ψέματα» θελήσανε να στηρίξουνε τον τελευταίο ληστρικό τους πόλεμο οι ιμπεριαλιστές του κόσμου. Για την «Ελευθερία», για το «Δίκαιο», για τον «Πολιτισμό», για το «Πνεύμα», να γιατί έγινε ο παγκόσμιος πόλεμος! Έξω από τους αστράτευτους της ζώνης εσωτερικού, από τα όργανα της πολεμικής προπαγάνδας, όλοι όσοι πήγανε στο μέτωπο ξέρανε, πως τους πήγανε με το ζόρι, πώς ήταν θύματα ξένων συμφερόντων. Δεν είχαν ιδανικό! Και σε πρώτη ευκαιρία σηκώσανε τα όπλα ενάντια στους δημίους των (όπως ο ρούσικος στρατός κι ο ρούσικος λαός, οι Γερμανοί ναύτες στο Κίελο, οι Γάλλοι ναύτες στη Μαύρη Θάλασσα) ή τα ρίξανε τα όπλα και φύγανε, όπως οι Ρωμιοί στη Μικράν Ασία.
(…)¨Οσο κι αν καταδικάζουμε τους πολέμους, γιατί ο συνηθισμένος σκοπός τους είναι η αρπαγή και γιατί στηρίζονται στην «υψηλή» αρχή της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, ωστόσο αναγνωρίζουμε, πως σε δυο περιπτώσεις ο πόλεμος είναι ηθικά δικαιωμένος: Όταν ένας λαός  παίρνει μοναχός τους (σχηματική έκφραση) τα όπλα στο χέρι για να υπερασπίσει τη λευτεριά του, που κιντυνεύει να τηνε χάσει ή που την έχασε και θέλει να την αναχτήσει. Μ’ άλλα λόγια η άμυνα ενάντια στον ξένο επιδρομέα (όπως σήμερα των Κινέζων και των Αβησυνών) και η άμυνα ενάντια στον ξένο καταχτητή (εθνική επανάσταση) ή τον ντόπιο εκμεταλλευτή (κοινωνική επανάσταση), έχουνε ηθική δικαίωση, έχουνε φωτιά του ιδανικού. Όταν οι λαοί  εξαναγκάζονται να σκοτώνονται για το χατήρι των εκμεταλλευτών τους, τότες αυτουνού του πολέμου του λείπει η ηθική δικαίωση και φωτιά του ιδανικού.
Η επανάσταση του ’21 ήτανε αυθόρμητη, θεληματική εξέγερση του λαού (όχι με… υποχρεωτική θητεία!) ενάντια στον ξένο καταχτητή κι ενάντια στον ντόπιο σύμμαχο του καταχτητή, τον κοτζάμπαση. Είχε λοιπόν  όλη του την ηθική δικαίωση. Είχε ιδανικό. Είχε το κατάλληλο ψυχολογικό πλαίσιο για ηρωισμούς. ¨Όπως όλες οι επαναστάσεις, εθνικές ή κοινωνικές.» (Κ. Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, εκδ. Κέδρος, 1981)
                  Κι είναι η επανάσταση του ’21 μισοτελειωμένη, εκεί στα 1825 έμεινε στα μισά του δρόμου,  που δεν έκλεισε με τα Πρωτόκολλα και τις Συνθήκες, και συνεχίζεται κόντρα στις όποιες νέες ιερές συμμαχίες, για να μην μείνει ο μόνος ηττημένος ο λαός.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

«ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ, ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ»



Οι κοκορομαχίες ανάμεσα σε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σχετικά με την δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου πακέτου …διάσωσης της  ελληνικής οικονομίας καλά κρατούν, παρόλο που όλο και περισσότερο γίνεται εμφανής η άνευ περιεχομένου λεκτική σύγκρουσή τους, αφού  ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση αμφισβητούν την εφαρμογή επιβαλλόμενων από ΕΕ και ΔΝΤ μεταρρυθμίσεων που συνθλίβουν τη ζωή των εργαζομένων. Και  όλες αυτές οι πολιτικές, κι εδώ και σ’ άλλες χώρες,  ενδύονται το μανδύα της επιστημονικότητας, με προβλέψεις που διαψεύδονται κι εκτιμήσεις που αλληλοαναιρούνται. Π.χ. Οι εκτιμήσεις κομισιον για το πρωτογενές πλεόνασμα, ότι θα επιτευχθεί ο στόχος του 1,75% και 3,5% για τα έτη 2017 και 2018, ενώ το ΔΝΤ το αμφισβητεί. Η ακόμα και η διάψευση των οικονομολόγων σχετικά με το βαθμό επιδείνωσης της κατάστασης της βρετανικής οικονομίας λόγω του Brexit.  
Για την αξία όλων αυτών των αναλύσεων, εκτιμήσεων, προβλέψεων  κλπ. των οικονομολόγων ο λόγος του Μαρξ συνεχίζει να είναι διαφωτιστικός  για την κατανόησή τους.
«(...)Οι οικονομολόγοι έχουν ένα ξεχωριστό τρόπο ενέργειας. Για τους οικονομολόγους δεν υπάρχουν παρά μονάχα δυο λογιών θεσμοί, οι τεχνητοί κι οι φυσικοί. ΟΙ φεουδαλικοί θεσμοί είναι τεχνητοί, ενώ οι θεσμοί της αστικής τάξης είναι φυσικοί. Οι οικονομολόγοι μοιάζουν σε τούτο με τους θεολόγους, που κι αυτοί αναγνωρίζουν δυο λογιών θρησκείες. Κάθε θρησκεία, έξω από τη δική τους, είναι δημιούργημα των ανθρώπων, ενώ η δική τους είναι αποκάλυψη του Θείου Λόγου (Εκπορεύεται απ’ τον Θείο Λόγο)
               Όταν λένε οι οικονομολόγοι πως οι σύγχρονες σχέσεις –οι σχέσεις της αστικής παραγωγής- είναι φυσικές, θέλουν να πουν (υπονοούν) πως είναι οι σχέσεις που μέσα σ’ αυτές δημιουργείται ο πλούτος κι αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Οι σχέσεις λοιπόν αυτές, είναι οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι, ανεξάρτητοι απ’ την επίδραση του χρόνου. Είναι οι αιώνιοι νόμοι που πρέπει να κυβερνούν πάντα την κοινωνία. Υπήρξε λοιπόν η ιστορία, μα δεν υπάρχει πια. Υπήρξε η ιστορία, γιατί υπήρξαν οι φεουδαρχικοί θεσμοί και γιατί, μέσα στους φεουδαρχικούς θεσμούς βρίσκουμε ολότελα διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις από κείνες της αστικής κοινωνίας, που οι οικονομολόγοι θέλουν να παρουσιάσουν σα φυσικές και συνακόλουθα αιώνιες.(…)
               Η αστική τάξη κάνει την εμφάνισή της μ’ ένα προλεταριάτο που κι αυτό είναι απομεινάρι του προλεταριάτου των φεουδαρχικών χρόνων. Στην πορεία της ιστορικής της  ανάπτυξης, η αστική τάξη αναπτύσσει αναγκαστικά τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, που στα πρώτα της βήματα, συμβαίνει νάναι περισσότερο ή λιγότερο μασκαρεμένος, που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση. Στο βαθμό που η αστική τάξης αναπτύσσεται, αναπτύσσεται μέσα στα σπλάχνα  της ένα καινούργιο προλεταριάτο, ένα σύγχρονο προλεταριάτο: αναπτύσσεται μια πάλη  ανάμεσα στην προλεταριακή και στην αστική τάξη, πάλη που πριν να την αισθανθούν, τη διακρίνουν, τη σταθμίσουν, την καταλάβουν, την ομολογήσουν και την αναγνωρίσουν επίσημα και δημόσια κι οι δυο πλευρές, δεν εκδηλώνεται παρά με  μερικές και στιγμιαίες συγκρούσεις, με καταστροφικά γεγονότα. Από μια άλλη πλευρά, αν κι όλα τα μέλη της σύγχρονης αστικής τάξης έχουν το ίδιο συμφέρον μια και σχηματίζουν μια τάξη που βρίσκεται αντιμέτωπη με μιαν άλλη, έχουν ωστόσο κι αντίθετα, ανταγωνιζόμενα συμφέροντα, έτσι που βρίσκονται τούτα τα μέλη αντιμέτωπα μ’ εκείνα. Τούτη η αντίθεση των συμφερόντων ξεπηγάζει απ’ τις οικονομικές συνθήκες της αστικής τους ζωής.  Από μέρα σε μέρα, γίνεται λοιπόν όλο και πιο πολύ ολοφάνερο πως οι οικονομικές σχέσεις, που μέσα σ’ αυτές κινείται και δρα η αστική τάξη, δεν έχουν έναν ενιαίο, απλό χαρακτήρα, μα διπλοπρόσωπο χαρακτήρα. Πώς μέσα στις ίδιες τούτες σχέσεις που παράγεται ο πλούτος, δημιουργείται επίσης και η αθλιότητα. Πώς μέσα στις ίδιες τούτες σχέσεις που υπάρχει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, υπάρχει και μια δύναμη που παράγει καταπίεση. Πώς τούτες οι σχέσεις δημιουργούν τον αστικό πλούτο δηλ. τον πλούτο της αστικής τάξης, εκμηδενίζοντας ολοένα τον πλούτο των μελών που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της τάξης, και δημιουργώντας απ’ αυτά τα μέλη ένα καθημερινά αυξανόμενο προλεταριάτο. Όσο πιο πολύ έρχεται στο φως της μέρας ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας, τόσο πιο πολύ οι οικονομολόγοι, οι επιστημονικοί αντιπρόσωποι της αστικής παραγωγής, έρχονται σε σύγκρουση με την ίδια τους τη θεωρία: σχηματίζονται διάφορες σχολές.
               Έχουμε τους μοιρολάτρες οικονομολόγους που στη θεωρία τους δείχνουν τόση αδιαφορία   γι’  αυτά που ονομάζουν τα μειονεκτήματα της αστικής παραγωγής, όσο κι οι ίδιοι οι αστοί είναι αδιάφοροι στην πράξη για τα βάσανα των προλετάριων που τους βοηθάνε ν’ αποχτήσουν πλούτη. Σ’ αυτή τη μοιρολατρική σχολή υπάρχουν κλασικοί και ρωμαντικοί. Οι κλασικοί, όπως ο Αναμ Σμιθ κι ο Ρικάρντο, που αντιπροσωπεύουν μιαν αστική τάξη που παλεύει ακόμα με τ’ απομεινάρια της φεουδαρχικής κοινωνίας αγωνίζονται να ξεκαθαρίσουν τις οικονομικές σχέσεις απ’ τις φεουδαρχικές μουτζούρες, ν’ αυξήσουν τις παραγωγικές δυνάμεις και να δώσουν στη βιομηχανία και το εμπόριο μιαν καινούργια ορμή. Το προλεταριάτο που παίρνει μέρος σ’ αυτή την πάλη, απορροφημένο σε τούτη την πυρετώδικη απασχόληση δεν έχει παρά παροδικά, τυχαία βάσανα που και το ίδιο τα βλέπει σαν τέτοια. Οι οικονομολόγοι όπως ο Ανταμ Σμιθ κι ο Ρικάρντο, που είναι οι ιστορικοί αυτής της εποχής, δεν έχουν άλλη αποστολή παρά να δείξουν, πώς αποχτιέται ο πλούτος μέσα στις σχέσεις της αστικής παραγωγής, να διατυπώσουν αυτές τις σχέσεις σε κατηγορίες, σε νόμους και να δείξουν πόσο αυτοί οι νόμοι, οι κατηγορίες είναι για την παραγωγή των αγαθών ανώτερες απ΄ τις κατηγορίες  και τους νόμους της φεουδαρχικής κοινωνίας. Η αθλιότητα δεν είναι στα μάτια τους παρά η οδύνη που συντροφεύει κάθε γέννα τόσο στη φύση όσο και στη βιομηχανία.
               Οι ρωμαντικοί ανήκουν στην εποχή μας, εποχή που η αστική βρίσκεται σ’ άμεση αντίθεση με το προλεταριάτο: εποχή που η αθλιότητα γεννιέται σε τόσο μεγάλη αφθονία όσο κι ο πλούτος. Οι οικονομολόγοι ποζάρουν τότε σα μοιρολάτρες μπλαζέ (βαριεστημένοι από κάθε λογής κατάχρηση) που, απ’ το ύψος της θέσης τους, ρίχνουν μιαν αλαζονική ματιά, γιομάτη περιφρόνηση, πάνω στους ανθρώπους –ατμομηχανές που φτιάχνουν τα πλούτη(…)
               Έρχεται ύστερα η ανθρωπιστική σχολή, που παίρνει κατάκαρδα την κακή πλευρά των σημερινών παραγωγικών σχέσεων. Τούτη δω η σχολή, για νάχει αναπαυμένη τη συνείδηση, βάνει τα δυνατά της να συγκαλύψει, όσο είναι βολετό, τις πραγματικές αντιθέσεις. Θρηνολογάει ειλικρινά για την αγωνιώδικη θέση του προλεταριάτου, για τον ξέφρενο συναγωνισμό των αστών μεταξύ τους. Ορμηνεύει τους εργάτες νάναι λιγόφαγοι, να δουλεύουν περισσότερο και να κάνουν λίγα παιδιά. Κάνει συστάσεις στους αστούς να βάλλουν στην παραγωγή μια συνετή ορμή. Ολάκερη η θεωρία τούτης της σχολής στηρίζεται πάνω σ’ ατέλειωτες διακρίσεις ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, ανάμεσα στις αρχές και τα’ αποτελέσματα, την ιδέα και την εφαρμογή, το περιεχόμενο και τη μορφή, την ουσία και την πραγματικότητα, το δίκιο κι αυτό που γίνεται, την καλή και την κακή πλευρά.
               Η φιλανθρωπική σχολή είναι βελτιωμένη έκδοση της ανθρωπιστικής σχολής. Αρνιέται την αναγκαιότητα του ανταγωνισμού. Θέλει να κάμει όλους τους ανθρώπους αστούς. Θέλει να πραγματοποιήσει τη θεωρία στο σημείο  που ξεχωρίζει από την πράξη και δεν κλείνει μέσα της ανταγωνισμό.
               Δεν χρειάζεται να το πούμε πως στη θεωρία είναι εύκολο να κάμει κανένας αφαίρεση των αντιφάσεων που συναντάει, κάθε στιγμή, στην πραγματικότητα. Οι φιλάνθρωποι θέλουν λοιπόν να διατηρήσουν τις κατηγορίες που εκφράζουν τις αστικές σχέσεις χωρίς νάχουν τον ανταγωνισμό που τις συνθέτει και που είναι αξεχώριστες απ’ αυτές. Στοχάζονται στα σοβαρά πως πολεμάνε την αστική πραχτική κι είναι περισσότερο αστοί από τους άλλους (…)»
(Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσφίας», εκδ. Γερ. Αναγνωστίδη)

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ



Και μιμούμενη τα παγκόσμια φόρα, η ντόπια ελίτ την προηγούμενη εβδομάδα οργάνωσε το δικό της οικονομικό φόρουμ για δεύτερη φορά στους Δελφούς. Η  επιλογή του τόπου κραυγαλέα  συμβολική στην απλοϊκότητά της –ο επίτροπος Δ. Αβραμόπουλος δεν παρέλειψε στην ομιλία του τη σύνδεσή του με τη Δελφική Αμφικτυωνία- και τα θέματά του τα συνήθη των καιρών, ανάπτυξη, μετανάστευση, το μέλλον της ΕΕ, λαϊκισμός,  κλπ με  την οπτική την κυρίαρχης τάξης, που δικαιώνει τις ενέργειές της. Είναι κι αυτός ένας τρόπος η ντόπια ελίτ να ενισχύσει τη μεγάλη ιδέα που έχει για τις ενέργειές της και φυσικά τον εαυτό της, δημιουργώντας εκείνα τα μέσα που θα προβάλλουν τη δραστηριότητά της σαν ωφέλιμη και σπουδαία.
Κι αν η διανόηση εστίαζε στο εποικοδόμημα, με την Ε. Αρβελέρ να υποστηρίζει πως «η Ευρώπη είναι ηθικό δίδαγμα και ηθική οντότητα», με τον Β. Καραποστόλη καθηγητή του Πανεπιστηµίου Αθηνών να χρεώνει, κατά το δελτίο τύπου, το πρόβλημα της κρίσης στην απουσία του μοχθείν, εντοπίζοντας στην «αποστροφή των νέων απέναντι στην κοπιώδη προσπάθεια» την απουσία της ανάπτυξης, είναι όμως αυτό που ειπώθηκε, με αρκετή κυνικότητα,  από τον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, στα πλαίσια συνομιλίας του με το δημοσιογράφο Π. Τσίμα, η  πιο συμπυκνωμένη και εύστοχη  μεταφορική  περιγραφή της ασκούμενης πολιτικής της κυρίαρχης τάξης στην χώρα μας: «Το ερώτημα αν αντέχει η χώρα την επιλογή της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να τεθεί. Είναι τόσο άσχετο με την πραγματικότητα, όσο και το ερώτημα αν αντέχει ο άνθρωπος τη ζωή. Την ζει ή αυτοκτονεί».
Εν πρώτοις, ο αναλογικός συλλογισμός του Κ. Σημίτη σχετικά την ένταξη στην ΕΕ και την αντοχή στη ζωή, πέρα από την προσπάθεια φυσικοποίησης μιας πολιτικής επιλογής ενέχει και μια απειλή που φανερώνει την αναλγησία της κυρίαρχης τάξης. Συγχρόνως, στο λόγο του εμφανιζόμενου ως  πραγματιστή πρώην πρωθυπουργού εισάγεται η μεταφυσική για να δικαιώσει πολιτικές επιλογές. Σαν να μην έχει καμιά σημασία ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής που προσδιορίζει και την γενική διαδικασία της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Ταυτίζει πολιτικές επιλογές με υπαρξιακά προβλήματα –ατυχέστατος, το λιγότερο, ο παραλληλισμός ζωής και ένταξης στην ΕΕ, αλλά ενδεικτικός της αντίληψης της κυρίαρχης τάξης. Η ένταξη  στην ΕΕ αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο, όχι σαν επιλογή συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένη περίοδο και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Σε μια ένωση κρατών όπου θριαμβεύει ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής το να αγνοεί κανείς ότι είναι η καπιταλιστική βάση με τις δικές της ανάγκες που εγκαλεί τους κυβερνώντες σε μονοσήμαντες επιλογές μόνο σκοπιμότητα υποκρύπτει. Γιατί ακριβώς η προσαρμογή στις ανάγκες του καπιταλισμού είναι η αιτία που επιβάλλει όλες αυτές τις ανάλγητες πολιτικές από όσους τον διαχειρίζονται και όχι υπερκόσμιες δυνάμεις.
Κι έχει αλήθεια ενδιαφέρον πώς τα ίδια τα γεγονότα παρουσιάζονται έτσι που να αποτελούν παιδαγωγικό μύθο. Παρουσιάζονται τα κακουργήματα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής ως έκφραση μιας αιώνιας ουσίας, που οι δικές μας παραλείψεις ή δράσεις τη στρέφουν εναντίον μας, όπως π.χ. η ραστώνη που επιδεικνύουμε είναι η αιτία της καταδίκης μας σε μια εξαθλιωμένη ζωή. Κι είναι αυτή η συνειδητοποίηση που γίνεται αντικείμενο  ηθικής διδασκαλίας για  ξεπέρασμα της οκνηρίας, αύξηση της εργατικότητας, ένταση της επινοητικότητας κλπ.  Γι’ αυτό και η απόδοση ηθικών χαρακτηριστικών στην ένωση των ευρωπαϊκών κρατών δεν είναι καθόλου …ιδεαλιστική ή αφελής. Αντίθετα έτσι συσκοτίζεται η κυριαρχία του τρόπου παραγωγής της υλικής ζωής πάνω στην εξέλιξη της κοινωνικής ζωής, την πολιτική και πνευματική. Κι αυτό σημαίνει αδυναμία των εργαζομένων να συλλάβουν αυτή τη διαδικασία και να πιστέψουν στις δυνατότητές τους να την αλλάξουν προς δικό τους όφελος.
Συνέδρια, φόρα, οικονομικές αναλύσεις δεν αμφισβητούν την καπιταλιστική λογική και θέλουν να αποδείξουν πως δεν χρειάζεται να επιδιώξει κανείς ριζικές ανατροπές στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και σχέσεων εργασίας, αλλά αρκεί να παραμένει  όρθια η βασική αρχή –καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής- που βοηθούμενη από μικρές διορθωτικές κινήσεις θα οδηγήσει στην επίλυση όλων των προβλημάτων. Κι αν σ’  αυτά τα φόρα οι συμμετέχοντες δίνουν την εντύπωση  πως σκέπτονται και ομιλούν με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης είναι για να μας πείσουν πως  η ανισότητα, η φτώχεια, η αβεβαιότητα, το περιθώριο, η πείνα ή η απελπισία δεν μπορούν να θεμελιώσουν συγκεκριμένες αλληλέγγυες παρεμβάσεις παρά μόνο σε επίπεδο φιλανθρωπίας. Ενώ στην πραγματικότητα η πείνα, η φτώχεια και η αβεβαιότητα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αλλιώς παρά με άμεσες μορφές ανακατανομής εισοδήματος.  Όλοι λοιπόν  οι προβληματισμοί για το δέον, όλα τα θεσμικά διλήμματα, όλες οι αξίες, κάθε πρόταγμα κοινωνικής δικαιοσύνης που μπορεί να επικαλούνται, επί της ουσίας  καταργούνται ως πολιτικά διακυβεύματα και δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο της πολιτικής σκέψης και δράσης όταν αναστέλλουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους.