Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

ΠΕΡΙ ΥΠΟΚΛΟΠΩΝ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

 Η  συζήτηση μεταξύ των αστικών κομμάτων στη Βουλή σχετικά με τις υποκλοπές και τις παρακολουθήσεις ήταν αποκαλυπτική, όχι γιατί ξεδιάλυνε τα σκοτεινά σημεία του ρόλου της ΕΥΠ ή των δικαιολογιών για τις παρακολουθήσεις δημοσιογράφων και πολιτικών, αλλά γιατί ανέδειξε το ρόλο στην αστική μας δημοκρατία αυτών των κομμάτων. Κυρίως ο ίδιος ο πρωθυπουργός που εκφώνησε ένα λόγο χωρίς επιχειρήματα, με αφελείς δικαιολογίες, αμφισβητούμενες κατηγορίες με μια πασιφανή αδιαφορία για την εγκυρότητά τους ή έστω την  αληθοφάνειά τους σηματοδότησε τη περιφρόνηση της κυρίαρχης εξουσίας απέναντι στις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Αλλά  και  τα άλλα κόμματα στο ρόλο της αντιπολίτευσης, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΜΕΡΑ 25, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ, την ίδια περιφρόνηση έδειξαν με ένα πιο ευγενικό λόγο που κολακεύει, αλλά αδιαφορεί πλήρως για λαϊκές ανάγκες. Το μόνο που όλους ενδιέφερε ήταν να πείσουν για τους ευεργετικούς αστικούς θεσμούς που η ανίκανη συγκεκριμένη κυβέρνηση παραβιάζει. Μόνο ο γ.γ του ΚΚΕ  Δ. Κουτσούμπας επεσήμανε το αντιδραστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται νόμοι και οδηγίες της Ε.Ε για τις παρακολουθήσεις εν ονόματι της δημόσιας ασφάλειας και της πάταξης της τρομοκρατίας που σκοπό έχει τη θωράκιση της αστικής εξουσίας και του μεγάλου κεφαλαίου. 
       Είναι προφανές ότι η κυρίαρχη εξουσία αισθάνεται αρκετά δυνατή, ώστε να θεωρεί περιττή ταλαιπωρία  την αναζήτηση δικαιολογιών πειστικών. Ο λόγος για αυτό μοιάζει σαφής. Το κεφάλαιο δεν θεωρεί πλέον απαραίτητο τον ταξικό συμβιβασμό περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις προοπτικές του εργατικού κινήματος με τη νομική θωράκιση και την αστυνομική καταστολή που έχει εξασφαλίσει. Τόση λοιπόν συζήτηση στο κοινοβούλιο δεν θα καταλήξει πουθενά ή σε κάποιες ασήμαντες μεταβολές σε υφιστάμενους νόμους χωρίς επίδραση στους εργαζόμενους και στις συνθήκες εργασίας τους και ζωής. 
       Σε όλα τα πολιτικά σκάνδαλα τα αστικά κόμματα περιστρέφουν τη συζήτηση γύρω από τη δημοκρατία για όλους, για την ουδετερότητα του κράτους, για τον δήθεν παράνομο μηχανισμό βίας, για θεσμούς που δεν λειτουργούν σωστά, για διεφθαρμένους πολιτικούς κλπ. Κι έτσι παραβλέπεται ότι το αστικό κράτος, ως ιστορική κατηγορία, είναι το εργαλείο της αστικής τάξης για την καταστολή των εκμεταλλευομένων τάξεων και οι θεσμοί του δεν μπορεί παρά να εξυπηρετούν την κυρίαρχη τάξη, τόσο περισσότερο όσο το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε ύφεση και δεν πιέζει ή διεκδικεί αποτελεσματικά.  
        Η όποια συζήτηση λοιπόν για τη νομιμότητα της παρακολούθησης συνήθως περιλαμβάνει ως προαπαιτούμενο την προκατάληψη ότι αυτή είναι απαραίτητη κυβερνητική δραστηριότητα απολύτως αποδεκτή,  εφόσον παραμένει «λογική», δηλαδή επικεντρώνεται σε «πραγματικά απειλητικές» ομάδες για χάρη του δημόσιου συμφέροντος και χρησιμοποιεί  μόνο τις απαραίτητες τεχνικές για να τις εξουδετερώσει ή να περιορίσει τις ενέργειές τους.  Στα πλαίσια αυτής της παραδοχής ο Κ. Μητσοτάκης υπεραμύνθηκε του εθνικού έργου της ΕΥΠ που δεν ακυρώνει ένα «ολίσθημα», όπως χαρακτήρισε την παρακολούθηση του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ Ν. Ανδρουλάκη. Στην πραγματικότητα δηλ. πέρα από τα ηχηρά για προσωπικά δεδομένα και ατομικά δικαιώματα, οι δραστηριότητες παρακολούθησης από την πλευρά του κράτους έχουν μια  διαχρονική μονιμότητα και το μόνο που χρειάζεται είναι περιοδικά να επανανομιμοποιούνται, ειδικά  όταν από κάποιο ατύχημα αποκαλύπτονται περιπτώσεις που αμφισβητούνται δημόσια. Και τότε το ενδιαφέρον περιορίζεται στις υπερβολές ή τις  καταχρήσεις» ορισμένων υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους και ζητούνται  νέοι κανονισμοί –πολιτικοί και νομικοί ιδιαίτερα– προκειμένου να τεθούν τέλος σε αυτές. 
        Σε όλους τους θεμελιώδεις νόμους των σύγχρονων κρατών, στη διοίκησή τους, στην ελευθερία του συνέρχεσθαι, στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, στην ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου σε κάθε περίπτωση απειλής από κοινωνική αναταραχή θα αποκαλυφτούν στοιχεία της υποκρισίας της αστικής δημοκρατίας. Δεν υπάρχει αστικό κράτος που να μην έχει παραθυράκια ή επιφυλάξεις στο σύνταγμά του που να εγγυάται στην αστική τάξη τη δυνατότητα να περιορίσει ελευθερίες, να δικαιολογήσει βίαιη αστυνομική καταστολή κλπ. με το πρόσχημα της δημόσιας ασφάλειας και του εθνικού συμφέροντος. 
        Η δημοκρατική πρόσοψη του αστικού κράτους επιβάλλει βέβαια την ομόφωνη απόπειρα όλης της αστικής τάξης, από την ακροδεξιά αντίδραση ως τους αριστερούς και αναθεωρητές σοσιαλιστές και τα συναφή, να πείσει ότι η παρέκκλιση που αποκαλύφτηκε είναι εξαίρεση, για την οποία  θα αναζητηθούν οι υπεύθυνοι. Μόλις λοιπόν  δημοσιοποιήθηκε αυτό το σκάνδαλο η αστική τάξη προσπαθεί να το χρησιμοποιήσει ως απόδειξη του πώς λειτουργεί η δημοκρατία, προτού βέβαια εμφανιστεί ένα νέο σκάνδαλο. Και από τη μια μετατρέπεται η πολιτική αντιπαράθεση σε καυγά για το ποιος είναι ένοχος και γιατί, αλλά συγχρόνως  μ’ αυτόν τον τρόπο το πολιτικό σκάνδαλο ανατρέπεται και χρησιμοποιείται για να αποδειχθεί η υπεροχή της αστικής δημοκρατικής τάξης που έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει θύλακες του συστήματος που παρεκτρέπονται και να επαναφέρει στην τάξη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν επηρεάζεται, όταν μάλιστα συσσωρεύονται οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα,  η μεγάλη μάζα καθώς βλέπει την άρχουσα τάξη να αγνοεί εντελώς τους δικούς της νόμους όταν το βρίσκει βολικό.  Φυσικά, η παράνομη ή νόμιμη παρακολούθηση συνεχίζεται και θα συνεχιστεί, με νέες μορφές και με διαφορετικά μέσα.

           Κι αν το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αγγίζει μεγάλο μέρος των εργαζομένων συσσωρευτικά επιδρώντας όμως αποκαλύπτει λειτουργίες και σκοπιμότητες της κυρίαρχης εξουσίας πίσω από την δημοκρατική βιτρίνα της. Κι έτσι η εργατική τάξη ξυπνά σταδιακά μέσα στην καπιταλιστική πραγματικότητα και στο πραγματικό περιεχόμενο της αστικής δημοκρατίας, αντιμετωπίζοντας όλο και πιο συχνά στην καθημερινότητά της τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, που είναι μηχανισμός βίας. Και μέσα από τα σκάνδαλα, τις παρανομίες στον κρατικό πυρήνα, συνειδητοποιείται ότι οι θεσμικές απαντήσεις στοχεύουν μόνο στην εκτόνωση των διαφορών και είναι μόνο ο αγώνας των εργαζομένων που μπορεί να αλλάξει προς όφελός τους τους ταξικούς συσχετισμούς.

 

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Κι αφού έπαιξε η κυβέρνηση  την κολοκυθιά με την Τουρκία με τους κατατρεγμένους σε νησίδα του Έβρου, για το ποιος έχει την ευθύνη διάσωσής τους, επαναλαμβάνοντας ότι δεν ανήκει στην ελληνική επικράτεια η νησίδα εγκλωβισμού τους, μετά τις διεθνείς προεκτάσεις που πήρε το ζήτημα  παραδέχτηκε ότι εντοπίστηκαν στην ελληνική επικράτεια. Ο υπουργός Μετανάστευσης Ν. Μηταράκης με δήλωσή του προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε ευθύνη για την αδιαφορία του  ελληνικού κράτους, όπως αρνείται τις κατηγορίες για επαναπροωθήσεις,  κατηγορώντας την Τουρκία για την κατάστασή τους και επιμένοντας στις διαφορετικές ημερομηνίες εισόδου τους στην ελληνική επικράτεια.
          Στην πραγματικότητα η Ελλάδα είτε υποκρινόμενη την αφελή σε ζητήματα ανθρωπιστικά είτε την απειλούμενη από τους κατατρεγμένους δεν αποκλίνει από τις κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι πρόσφυγες και η αντίδραση σε αυτούς αποκαλύπτουν μερικές πολύ παλιές και πολύ ισχυρές πρακτικές ευρωπαϊκής υπεροχής, απηχήσεις του αποικιακού παρελθόντος της, που συμμερίζεται και η Ελλάδα ως φτωχή συγγενής.  Γι’ αυτό και όσοι ισχυρίζονται  ότι είναι προοδευτικοί φιλελεύθεροι ή αριστεροί και προσβλέπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εγγύηση μιας ανθρωπιστικής πολιτικής στο μεταναστευτικό, στην πραγματικότητα αποδέχονται την αντιμετώπιση του ζητήματος εστιάζοντας στην κυριαρχία, όπως και Ε.Ε, με στομφώδη όμως ρητορική για ανθρώπινα δικαιώματα.                                                                                            Γιατί παρά το πασιφανέστατο,  ότι οι διακρίσεις και οι καταχρήσεις που βασίζονται στο καθεστώς μετανάστευσης είναι ακύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μεγάλο βαθμό οι κυβερνητικές πρακτικές σε χώρες της Ε.Ε συνεχίζουν με εύσχημες δικαιολογίες να προβαίνουν σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά των μεταναστών και προσφύγων.  Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από την Ε.Ε οι μεταναστευτικές ροές αμφισβητεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες και κανονισμούς, αλλά κυρίως τις υποτιθέμενες αξίες του διαφωτισμού και του ανθρωπισμού της. Και φάνηκε αυτό ξεκάθαρα όταν ήρθε αντιμέτωπη με τη μαζική φυγή από τα δεινά και τον θάνατο χιλιάδων κατατρεγμένων,  η οποία προκλήθηκε  και από ευρωπαϊκές κυβερνητικές πολιτικές δεκαετιών ή και αιώνων.
           Καθώς η Ε.Ε έχει θέσει τον έλεγχο της μετανάστευσης στο επίκεντρο των διεθνών πολιτικών της και των σχέσεων της με τρίτες χώρες, επιμένοντας σε συμφωνίες ελέγχου των συνόρων, για να εμποδίσει τη διέλευσή τους σ’ αυτήν, συνοριοφύλακες έχουν αναπτυχθεί σε όλη την Ευρώπη, τα  σύνορά της έχουν στρατιωτικοποιηθεί. Παρέχονται εξοπλισμός και χρηματοδότηση σε καταπιεστικές αστυνομίες και δυνάμεις ασφαλείας, εκτρέποντας τους απαραίτητους πόρους από επενδύσεις σε υγεία, εκπαίδευση και θέσεις εργασίας. Αυτό ικανοποιεί τόσο τους εχθρικούς ρατσιστικούς πολιτικούς στην Ευρώπη όσο και τους φαινομενικά πιο φιλελεύθερους πολιτικούς που επί του πρακτέου δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα διαφορετικά. Γι’ αυτό και η ικανοποίηση με την οποία ο Ν. Μηταράκης  ανακοίνωσε την επέκταση του φράχτη στον Έβρο κατά 80 χιλιόμετρα βρήκε ανταπόκριση σχεδόν συνολικά από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο.           Η αναμέτρηση της Ευρώπης με τους απελπισμένους, τους «άθλιους της γης» μοιάζει στην ουσία με  μια αναμέτρηση με την εικόνα που προβάλλει για τον εαυτό της, με τις αντιφάσεις και τα άλυτα ερωτήματα του καπιταλισμού, του ανήκειν και της εθνικής ταυτότητας που κάνουν αυτή την ήπειρο ταυτόχρονα για τους απελπισμένους  ελκυστική και εχθρική.  Οι μακρινές πια συγκρούσεις έχουν έρθει στην καρδιά της Ευρώπης και οι υλικοί όροι που τις πυροδοτούν κρύβονται στις διαφορές πολιτισμού και θρησκείας που  γίνονται πεδία μάχης, όπου διεξάγονται αγώνες για την ταυτότητα, μένοντας στο απυρόβλητο και στη σκιά ο καπιταλισμός και οι ιμπεριαλισμοί. Ενισχύονται φόβοι και ανασφάλειες των αυτόχθονων της ευρωπαϊκής ηπείρου στη βάση της διαμόρφωσης της πίστης στην ευρωπαϊκή υπεροχή, η οποία απειλείται, κι έτσι πυροδοτείται η επιθετικότητα ενάντια στους νεοεισερχόμενους, ακόμα περισσότερο από τότε που η πτώση του βιοτικού επιπέδου της Δύσης επεκτείνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
           Στη χώρα μας, χώρα μεταναστών και προσφύγων, το δηλητήριο του ρατσισμού σταλιά σταλιά όλη τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης διαπότισε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού και αναζήτησης υπεύθυνων για την εγχώρια εξαθλίωση. Το μίσος για τους μετανάστες, το αίσθημα ανασφάλειας μαζί με τη δημιουργία φόβου ακυβερνησίας  και εξόδου από ευρωζώνη ή ανταπόκρισης στις ευρωπαϊκές πολιτικές αποτέλεσαν και αποτελούν βασικούς πυλώνες επιβίωσης του συστήματος. Ακόμα και η αποδοχή ως ελληνικού θριάμβου στον αθλητισμό των διακρίσεων των μεταναστών περισσότερο  αποδεικνύει τον άτσαλα κρυμμένο ρατσισμό του κυρίαρχου πολιτικού λόγου παρά την πρόθεσή του για ενσωμάτωση του διαφορετικού. Χρησιμοποιείται η  νίκη των μεταναστών σαν καθρέφτης της αυτοεικόνας του κι έτσι υποκρίνεται ανεκτικότητα και αποδοχή.
        Και στη χώρα μας χρόνια τώρα η περιφρόνηση και το μίσος στους αδύνατους με το θαυμασμό και το φόβο προς τους ισχυρούς είναι στην πραγματικότητα ο βασικός άξονας του συστημικού πολιτικού λόγου. Το ότι αγνοούνται, παραβιάζονται, καταστρέφονται βασικές αξίες ανθρωπισμού στα σύνορα δεν αποτελεί μια κατάσταση εξαίρεσης, αλλά συνδέεται με πολιτικές επιλογές για τον ίδιο τον ιστό της κοινωνίας στο εσωτερικό της. Και απόδειξη ότι πια απόλυτα φυσικά ο μέσος  ακροδεξιός εκφράζει άφοβα τα ρατσιστικά και  φασιστικά του ιδεολογήματα μετά από δεκαετίες ηθικής και ιδεολογικής απονομιμοποίησης που είχε επιβληθεί μετά την ήττα του ναζισμού, ενώ η αντικομμουνιστική προπαγάνδα τείνει να γίνει κυρίαρχη. Κι έτσι συν τω χρόνω διευρύνονται τα όρια αυτών που παλιότερα θεωρούνταν μη επιτρεπτά ακόμα και στις αστικές δημοκρατίες, σχεδόν σε όλα τα πεδία  όπου η κυρίαρχη εξουσία είναι απόλυτα προστατευμένη εξαιτίας της απόλυτης δύναμής της, που δεν διστάζει να επιδείξει αδιαφορώντας για την όποια νομιμότητα, ακόμα και με αστικούς όρους.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

ΚΑΡΔΙΑ ΕΝΟΣ ΑΚΑΡΔΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

Οι εικόνες με τους ανθρώπους να συμμετέχουν σε λιτανεία για κατάσβεση πυρκαγιάς ή ν’ ανεβαίνουν γονυκλινείς ατέλειωτα σκαλιά σε εκκλησίες, σε πολλούς που επικαλούνται τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού προκαλούν κακεντρεχή σχόλια με έκδηλη την περιφρόνηση γι’ αυτήν την μάταιη πίστη και σ’ άλλους που αλαζονικά επαναλαμβάνουν τα περί μοναδικότητας ελληνικού  έθνους και ορθοδοξίας αποκαλύπτονται σ’ αυτές τις εικόνες θεμέλια που στηρίζουν το εθνικό οικοδόμημα. Από τη μια λοιπόν σ’ αυτές του είδους τις κριτικές προβάλλεται καμουφλαρισμένη η ταξική υπεροψία, που περιφρονεί την απελπισία των ανθρώπων, οι οποίοι καταφεύγουν στην παρηγοριά μιας ανώτερης δύναμης που φαντάζονται πως υπάρχει και ενδιαφέρεται για τα προβλήματά τους. Από την άλλη με τις επιδοκιμασίες γι’ αυτές τις εικόνες, που υποκρίνονται ταξική ισότητα,  συντηρούνται οι ψευδαισθήσεις της θρησκείας, ώστε να γίνονται πειστικές οι δικαιολογίες που κρατούν την κοινωνία να λειτουργεί προς όφελος της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης έδωσε την παράσταση της ευσέβειας μπροστά στις κάμερες με την εικόνα της Παναγίας της Τήνου ανά χείρας. Είτε όμως η κυρίαρχη τάξη εκμεταλλεύεται το θρησκευτικό συναίσθημα των καταπιεσμένων ανθρώπων με την οργανωμένη μορφή της εκκλησίας είτε το χλευάζει με την επίκληση κατά το δοκούν του ορθού λόγου, η θρησκεία χρησιμοποιείται ως μέσον επιβολής.  
               Κι έρχεται στο μυαλό η  πιο διάσημη δήλωση του Μαρξ για τη θρησκεία, ότι είναι το όπιο του λαού, που  συχνά όμως παρεξηγείται, γιατί σπάνια χρησιμοποιείται το πλήρες, με τέτοιο λυρισμό, απόσπασμα. Ότι η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου. Που  είναι περισσότερο μια κριτική της κοινωνίας που έχει γίνει άκαρδη και είναι ακόμη και μια μερική επικύρωση της θρησκείας που προσπαθεί να γίνει η καρδιά της. Παρά την προφανή αντιπάθεια για τη θρησκεία, ο Μαρξ φαίνεται ότι δεν την έκανε τον πρωταρχικό εχθρό των εργατών και των κομμουνιστών. Η οικονομική πραγματικότητα εμποδίζει τους φτωχούς να βρουν την αληθινή ευτυχία σε αυτή τη ζωή και  η θρησκεία έχει σκοπό να τους δημιουργήσει απατηλές φαντασιώσεις ότι θα βρουν αληθινή ευτυχία στην επόμενη ζωή. Κι όμως δεν λείπει η συμπάθεια γι’ αυτούς τους ανθρώπους που καταφεύγουν στη θρησκεία. Οι  άνθρωποι βρίσκονται σε αγωνία και η θρησκεία παρέχει παρηγοριά, ακριβώς όπως οι άνθρωποι που τραυματίζονται σωματικά λαμβάνουν ανακούφιση από ναρκωτικά. Μόνο που  η θρησκεία δεν διορθώνει τις υποκείμενες αιτίες του πόνου και της ταλαιπωρίας των ανθρώπων. Αντίθετα, τους βοηθά να ξεχάσουν γιατί υποφέρουν και τους αναγκάζει να προσβλέπουν σε ένα φανταστικό μέλλον όταν ο πόνος σταματήσει, αντί να εργάζονται για να αλλάξουν τις συνθήκες στην πραγματική ζωή. Κι ακόμη χειρότερα, αυτό το «ναρκωτικό» χορηγείται από τους καταπιεστές που ευθύνονται για τον πόνο και τα βάσανα.
Είναι λοιπόν εξαιτίας του έργου του Μαρξ, όποια αμφισβήτηση κι αν προβάλλεται για την εγκυρότητα των ιδεών του για τη θρησκεία, που έχει καταστεί αδύνατο να μελετήσει κανείς τη θρησκεία χωρίς να διερευνήσει τους δεσμούς της με διάφορες κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις. Δεν μπορεί πια η πνευματική ζωή των ανθρώπων να θεωρηθεί ότι είναι ανεξάρτητη από την υλική τους ζωή. Κι αν στο αίσθημα αδυναμίας  του ανθρώπου απέναντι στη φύση αναζητείται η προέλευση της πρωτόγονης θρησκείας, όμως στις ταξικές κοινωνίες αποκτά η θρησκεία έναν αντιδραστικό ρόλο, γιατί αυτή δεν είναι παρά αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου. Στην ιστορία της ταξικής κοινωνίας η θρησκεία στηρίζει την καθιερωμένη τάξη, καθαγιάζοντάς την και υποδηλώνοντας τον καθορισμό της από την θεία εξουσία, ενώ  συγχρόνως παρηγορεί τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους προσφέροντας τους στον ουρανό αυτό που τους αρνούνται στη γη. Χρησιμοποιείται λοιπόν από τους εκμεταλλευτές για να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται καλύτερα για τη στενοχώρια που βιώνουν λόγω της φτώχειας και της εκμετάλλευσης.
 Κι όταν όμως προοδευτικοί παντός τύπου της άρχουσας τάξης την κατακρίνουν, την αποκόπτουν από την υλική πραγματικότητα και τη σχέση της μ’ αυτήν, για να υποδυθούν μια προοδευτικότητα που αφήνει στο απυρόβλητο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Κι έτσι πάλι οι άνθρωποι στερούνται ένα νέο και πιο ορθολογικό σύνολο ερμηνειών για τον άνθρωπο και την κοινωνία, μια συνολική  άποψη γι’ αυτά και σ’ αυτόν τον βαθμό στερούνται μια πιθανή πηγή κατανόησης και δράσης.
Όπως ο καπιταλισμός παίρνει την παραγωγική μας εργασία και μας αποξενώνει από την αξία της, η θρησκεία παίρνει τα υψηλότερα ιδανικά και τις φιλοδοξίες μας και μας αποξενώνει από αυτά, προβάλλοντάς τα σε ένα ξένο και άγνωστο ον που ονομάζεται θεός. Από την άλλη βέβαια, με το όραμα που προβάλλει για το τι μας αρνούνται, η θρησκεία μπορεί να παίξει εμμέσως και εν μέρει έναν επαναστατικό ρόλο, επειδή δίνει στους απλούς ανθρώπους κάποια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι μια καλύτερη κοινωνία. Μόνο που αποσπά την προσοχή των ανθρώπων από την οικοδόμηση μιας δίκαιης κοινωνίας στη γη στρέφοντας τα μάτια τους προς τον ουρανό.
  Και επειδή η  θρησκεία δεν είναι θέμα διάνοιας, αλλά κοινωνικών αναγκών, αν οι κοινωνικοί  παράγοντες που προκάλεσαν αυτές τις ανάγκες έπαυαν με τη μεταμόρφωση της δομής της κοινωνίας, τότε η θρησκεία θα γινόταν ανενεργή και καθώς η αίσθηση του ανθρώπου για την αδυναμία του σ’ αυτόν τον κόσμο θα αφορούσε μόνο ζητήματα υπαρξιακά, ίσως περιορίζονταν σε μεγάλο βαθμό μόνο σ’ αυτά. Σε μια κοινωνία που δεν θα υπάρχει πλέον τάξη εκμεταλλευτών δεν θα υπάρχει σε τέτοιο βαθμό ανάγκη από θρησκευτικές παρηγοριές για να την αντέξουν.