Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΙ ΕΜΠΑΙΓΜΟΙ

 

Με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη  και όλους τους παρατρεχάμενους του να αναφέρονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σαν να μην αφορά την κυβέρνηση, με διαβεβαιώσεις τους για επίλυσή των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν,  γιατί ήταν ανεπαρκές το κράτος, γιατί ήταν χρόνια η παθογένεια, με την   εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου πολλές από τις στιχομυθίες μαρτύρων εμπλεκομένων στις επιδοτήσεις και βουλευτών να μην έχουν τίποτε να ζηλέψουν από επιθεωρησιακά κείμενα, δίνεται γενικότερα η εντύπωση εμπαιγμού του αγροτικού κόσμου και όχι μόνο.
         Οι αγρότες με τα μπλόκα στους δρόμους κάνουν ξανά τη φωνή τους να ακουστεί με τις διαμαρτυρίες τους για ένα άδικο και διεφθαρμένο σύστημα που στην ουσία ευρωπαϊκές και εθνικές επιδοτήσεις συγκεντρώνονται σε χέρια λίγων. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι αγρότες χρειάζονται δίκαιες τιμές για τα προϊόντα τους, πολιτικές που να εξασφαλίζουν το μέλλον τους, ασφαλείς δεσμεύσεις χρηματοδότησης τους, αλλά επί του πρακτέου ελάχιστα γίνονται.  
          Ο αγρότης πάντα εξασφάλιζε μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, αφού αυτός παράγει τα βασικά αγαθά για την ανθρώπινη διαβίωση. Τα οικογενειακά αγροκτήματα πάντα ήταν κάτι περισσότερο από μια ευκαιρία για να κερδίσει κανείς χρήματα. Η προστιθέμενη αξία ήταν η προσκόλληση σε παραδοσιακές αξίες, το δέσιμο με τη  γη, η διατήρηση των χωραφιών στην οικογένεια για γενιές, η συμμετοχή όλης της οικογένειας στην καλλιέργειά τους. Με τη μηχανοποίηση  η απασχόληση στη γεωργία μειώθηκε, το μέσο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων αυξήθηκε, οι παραδοσιακές δομές άλλαξαν. Και φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία ολοκληρωτικής υπαγωγής της γεωργίας στο κεφάλαιο. Η έλευση της ψηφιακής γεωργίας, η δυναμική των φυτικών γονιδιωμάτων κ.λ.π., είναι οι προάγγελοι της γεωργίας υψηλής έντασης κεφαλαίου. Η καπιταλιστική γεωργία βασισμένη στη συγκέντρωση της εκμετάλλευσης στα χέρια των καπιταλιστών επιχειρηματιών θα μετατρέψει τους  μικροκαλλιεργητές σε υπαλλήλους. Και ο γεωργικός τομέας θα λειτουργεί με τις αρχές του ανταγωνισμού για μεγιστοποίηση του κέρδους.
           Αν λοιπόν  η γεωργία προωθήθηκε και επιδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την Ε.Ε, με συνέπεια πολλοί οικογενειακοί αγρότες να διαφύγουν από τη φτώχεια, αλλά και μεγάλοι γαιοκτήμονες να μετατραπούν σε παγκόσμιους κολοσσούς τροφίμων, όμως τα τελευταία χρόνια για τους μικρούς και οικογενειακούς αγρότες τίποτε δεν ανταποκρίνεται στις  ελπίδες που δόθηκαν παλιότερα, με πάρα πολλούς να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ή και τα χειρότερα, την εγκατάλειψη της αγροτικής καλλιέργειας.  Η Ε.Ε θεωρείται, και είναι πλέον για πολλούς, εχθρός, καθώς  αδιάφορη επιβάλλει γραφειοκρατικούς κανόνες στους μικρούς αγρότες, ενώ οι ηγέτες της φαίνονται να χαλαρώνουν μια χαρά τους περιορισμούς στις εισαγωγές για τις παγκόσμιες γεωργικές δυνάμεις.
          Είναι που το όραμα της γεωργίας της Ε.Ε από νωρίς ήταν η οικονομία κλίμακας, μεγαλύτερες αγροτικές ιδιοκτησίες, μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, καθορισμός τυποποιημένων κανόνων πέρα ​​από σύνορα. Και όσο οι επιδοτήσεις ήταν άφθονες, τα παράπονα περιορίζονταν. Αντί για πείνα, υπήρχε σπατάλη με τη δημιουργία «βουνών από βούτυρο» ή, όπως το ζήσαμε κι εμείς,  απόσυρση πλεονάζουσας παραγωγής, επειδή τα γεωργικά προϊόντα πληρώνονταν ανεξάρτητα από τη ζήτηση των πελατών.
Γρήγορα όμως δημιουργήθηκε ένα ρεύμα ανησυχίας μεταξύ των αγροτών, που ζούσαν με την αστάθεια των εποχών και του κλίματος, και των αξιωματούχων της Ε.Ε που νομοθετούσαν στα γραφεία τους. Κάθε αναθεώρηση της λεγόμενης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε προκαλούσε γκρίνιες, καθώς οι μικροκαλλιεργητές ένιωθαν όλο και πιο αποξενωμένοι από τις νέες πολιτικές, αλλά αναγκάζονταν να προσαρμοστούν αν ήθελαν να επιβιώσουν. Με επίκληση κάθε φορά της σωτηρίας του περιβάλλοντος περισσότεροι κανόνες, που συνεπάγονταν μεγαλύτερο κόστος, επιβλήθηκαν στους αγρότες και διεύρυναν περαιτέρω το χάσμα μεταξύ των αγροτικών καλλιεργειών και των πολιτικών γραφείων. Κι αν όμως αυτοί έρχονται  αντιμέτωποι με κάθε είδους αυστηρούς κανόνες, οι εισαγωγείς δεν είναι απαραίτητο να συμμορφώνονται με τους ίδιους κανονισμούς και διευκολύνουν προς όφελός τους τον ανταγωνισμό με  τις χαμηλότερες τιμές.  
               Στη χώρα μας τα προβλήματα έχουν φτάσει σε κρίσιμο σημείο για τους αγρότες και γενικά με όσους ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα, που η θέση τους επιδεινώθηκε και από την κακοκαιρία Ντάνιελ και από την κυβερνητική ολιγωρία στην εξάπλωση της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα,  ενώ  και  με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται φανερή η αδιαφορία των κυβερνώντων, σε βαθμό προσβλητικό,  για το μέλλον  του πρωτογενούς τομέα  στη χώρα μας. Η διαφθορά βέβαια που αποκαλύπτεται με αυτό το σκάνδαλο δεν είναι η μόνη και κύρια αιτία της κακοδαιμονίας της γεωργίας.
         Εξάλλου η έννοια της πολιτικής διαφθοράς είναι ένα από τα νήματα στο εννοιολογικό οικοδόμημα στις αστικές μας δημοκρατίες, που ξετυλίγονται για να δικαιολογηθούν ανισότητες και ανάλγητες πολιτικές. Και αν στο ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ η κινητοποίηση για αποκάλυψή του έχει αφετηρία την Ε.Ε δεν γίνεται για άλλους λόγους παρά ακριβώς για μεγιστοποίηση της κινητικότητας των κεφαλαίων με όρους και κανόνες που έχουν επιβληθεί απ’ αυτήν και πρέπει να ακολουθηθούν. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, όπως και στην αναζήτηση δικαιοσύνης στο έγκλημα των Τεμπών, η Ε.Ε των ισχυρών πολυεθνικών συμφερόντων παρουσιάζει την πολιτική της ως καθολικό αγαθό, κάτι που γίνεται προς όφελος και των πιο αδύναμων, παρά ως μέρος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Κι ενισχύεται έτσι και εγχωρίως ότι μια πιο διαφανής  και ηθική κυβέρνηση μπορεί να ωθήσει και σε μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και άμβλυνση των ανισοτήτων. 
Επειδή όμως ο πυρήνας  της αστικής πολιτικής είναι οι συγκρούσεις ιδιωτικών συμφερόντων, η επιμονή στη διαφάνεια δεν έχει ως αποτέλεσμα μια κυβέρνηση πιο ανοιχτή στα συμφέροντα και τις απαιτήσεις των αδύναμων, αλλά μάλλον βοηθά στην απόκρυψη του τρόπου λειτουργίας και στόχων των καπιταλιστικών κρατών.  Καθώς χρέος, φτώχεια, υπανάπτυξη στις καπιταλιστικές κοινωνίες παρουσιάζονται ως προϊόντα διαφθοράς, ενώ είναι εγγενή του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, η αναζήτηση έντιμων και ηθικών πολιτικών γίνεται το αέναο, χωρίς αποτέλεσμα, διακύβευμα των εκλογών.
Βέβαια, όσο ο φόβος και η ανασφάλεια των εργαζομένων αποθρασύνει τους κυβερνώντες, όσο το μαζικό λαϊκό κίνημα είναι αποδυναμωμένο, κυβερνήσεις όπως του Κ. Μητσοτάκη δεν θα διστάζουν με έπαρση και αλαζονεία να εμπαίζουν τους εργαζομένους με ελεημοσύνες επιδομάτων και  φρούδες υποσχέσεις. Όπως τώρα  που  αποκαλύπτεται η διαπλοκή της βιωσιμότητας του πρωτογενούς τομέα και των μικροπολιτικών συμφερόντων και η κυβέρνηση παριστάνει την έκπληκτη και ανίδεη.  Για να φτάνει σε τέτοιο σημείο  η ανημποριά μας  που να αρκούμαστε  ακόμα και μόνο στην αποπομπή όλου αυτού του κυβερνητικού συρφετού με παρατρεχάμενους πολιτικάντηδες ή προπαγανδιστές δημοσιογράφους, πιστεύοντας ότι θα βελτιωθεί η κοινωνική μας πραγματικότητα. Μέχρι να ξαναέλθει η διάψευση.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

ΠΑΡΑΚΜΗ ΜΙΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ;

 

Κι αυτές τις τελευταίες μέρες οι μεθοδεύσεις της κυβέρνησης στη Βουλή για να προστατέψει τους πρώην υπουργούς Βορίδη και Αυγενάκη, να μην ερευνηθούν για το αδίκημα της απιστίας στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ευτέλισαν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και απαξίωσαν τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. 
         Σκάνδαλα που βαφτίζονται σκευωρίες, ολιγωρίες κυβερνητικές που κρύβονται πίσω από πομπώδη ψέματα, ανάλγητες πολιτικές που δικαιολογούνται από την αναγκαιότητα των καταστάσεων αποκαλύπτουν όλη την παρακμή του πολιτικού μας συστήματος. Δεν φαίνεται κανείς να στρέφεται εναντίον της αστικής μας δημοκρατίας, αλλά ο μετασχηματισμός της σε διαδικαστική δημοκρατία δεν σταματά. Τα απομεινάρια της διατηρούν τη μορφή λειτουργίας της, για να καμαρώνουν οι αστοί της για την ελεύθερη, ανοιχτή και πλουραλιστική κοινωνία,  ενώ υπονομεύονται όλοι οι θεσμοί της, όταν δεν παραβιάζονται κατάφωρα. Γίνεται πια φανερό ότι το αστικό κράτος δεν είναι η έκφραση της βούλησης της πλειοψηφίας του λαού, αλλά των συμφερόντων της άρχουσας αστικής τάξης, ενώ ο κοινοβουλευτικός μηχανισμός ανταποκρίνεται μόνο υπέρ των συμφερόντων αυτής της τάξης. Κυβερνητικά και εταιρικά  συμφέροντα εμφανίζονται αλληλένδετα και ανατροφοδοτούμενα, πάντα με επίκληση στο λαό. 
        Η λέξη βέβαια Δημοκρατία παραμένει πάντα δελεαστική στην πολιτική, ακόμα κι αν δεν λειτουργεί προς όφελος των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά αλλά μόνο για την άρχουσα τάξη. Το κοινοβουλευτικό σύστημα της αστικής μας δημοκρατίας διακηρύττει ότι με τη θεμελιώδη θέσπιση της νομικής και πολιτικής ισότητας ο δρόμος είναι ανοιχτός, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω επαναστατικών αναταραχών για όλες τις εξελίξεις που οδηγούν σε έναν καλύτερο τρόπο συνύπαρξης των ανθρώπων και σε μια καλύτερη κοινωνική κατάσταση. Κι αυτές τις τελευταίες δεκαετίες όλο και πιο ξεκάθαρα αποκαλύπτεται αυτό το γιγάντιο ψέμα. Η πολιτική και νομική ελευθερία αντιστοιχεί σ’ αυτό που είναι το πραγματικό οικονομικό μέτρο των κοινωνικών σχέσεων, στην ελευθερία να πουλάει κανείς την ίδια του την εργασία, η οποία είναι ουσιαστικά μια συνθήκη σκληρής αναγκαιότητας για τους περισσότερους ανθρώπους, μια συνθήκη που δεν προσφέρει άλλη εναλλακτική λύση εκτός από την πείνα.
        Το πιο συχνό είναι να θεωρείται η λειτουργία της αστικής  δημοκρατίας ως προϊόν της επιλογής των εκλογέων.  Με αυτή την έννοια, η ανάπτυξή της γίνεται αντιληπτή ως αποτέλεσμα έξυπνης επιλογής και ορθολογικής οργάνωσης της συλλογικής αλληλεπίδρασης, ενώ  η αποδυνάμωσή της ως αποτέλεσμα λανθασμένων ενεργειών. Και βεβαίως οι οικονομικοί όροι δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, γιατί η κυρίαρχη ιδεολογία προωθεί την ιδέα της δημοκρατίας ως τη δύναμη των πολλών, που λειτουργεί προς όφελος των κατώτερων στρωμάτων. Και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ η απαίτηση για πλήρη ελευθερία της αγοράς, η επιδίωξη  συρρίκνωσης  της δύναμης των συνδικάτων αποκάλυψαν  μια  αστική δημοκρατία  στην υπηρεσία της κερδοφορίας του κεφαλαίου με επίκεντρο τράπεζες και  επιχειρήσεις, με  όλη τη σφαίρα της οικονομίας εμφανώς εκτός δημοσίου ελέγχου. Και τα κόμματα, παρά τις μεταμφιέσεις τους σε σοσιαλιστές ή σοσιαλδημοκράτες χάνουν την επιρροή τους στις μεγάλες μάζες, αφού ομογενοποιούνται με φιλελεύθερα και ακροδεξιά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. 
        Και στη χώρα μας οι πολιτικές της άρχουσας τάξης, όπως εφαρμόζονται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη τα τελευταία χρόνια και με ολοένα και ταχύτερο ρυθμό, εξελίσσονται προς μορφές αυστηρού ελέγχου, μονοπρόσωπης ηγεσίας και εξαιρετικά συγκεντρωτικών δομών. Το επικοινωνιακό επιτελείο του Κ. Μητσοτάκη το ονόμασε επιτελικό κράτος, που εγκαταλείποντας τη φαινομενική ανοχή στις πολιτικές ιδέες και οργανώσεις, κραυγαλέο παράδειγμα  οι αντιδράσεις της στο θέμα των διαμαρτυριών για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη,  υιοθετεί μια μέθοδο αυταρχικής διακυβέρνησης, καθιερώνοντας ολοένα και πιο συγκεντρωτικά δίκτυα σχέσεων και αλληλεξάρτησης σε κάθε τομέα. Και δεν είναι μόνο η άμεση εξάρτηση από τη βούληση του πρωθυπουργού, δεν είναι μόνο οι  υπηρεσίες και λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού που ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης τις μετέφερε κάτω από τη δική του εποπτεία. Είναι κυρίως συνολικά οι πράξεις των κυβερνώντων που επιβεβαιώνουν  τη διατήρηση της  ιεραρχίας ενός πελατειακού κράτους, αν και το αρνούνται με κούφιες ιδεολογικές διακηρύξεις, για  την εφαρμογή ενός κλειστού συστήματος ελέγχου των οικονομικών διαδικασιών και ακινητοποίησης κάθε διαδικασίας διαφάνειας. Κι έτσι οι μάζες χάνουν έτι περαιτέρω την εμπιστοσύνη τους στα αστικά κόμματα και αυτά χάνουν την μαζική τους προέλευση. Δεν χάνουν όμως  την επαφή με την πελατεία τους, την αναπτύσσουν κιόλας δίνοντας ψίχουλα από τα αποφάγια της κυρίαρχης τάξης. Τι άλλο από τα αποφάγια μιας κυρίαρχης τάξης, που επιδιώκει με τους δικούς της όρους την εκμετάλλευση του πρωτογενούς τομέα, με εξαφάνιση των μικροκαλλιεργητών, είναι η διασπάθιση  των επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ.
        Η ανάπτυξη των μονοπωλιακών μορφών του καπιταλισμού βυθίζουν ολόκληρους πληθυσμούς σε τρομερές κρίσεις, και όχι μόνο οικονομικές, όπως στη χώρα μας πριν 15 χρόνια. Η δημοκρατία μας χρησιμοποιείται  για να συναινούν οι μεγάλες μάζες στην κυριαρχία του συστήματος κερδοφορίας και ελέγχου. Από παντού κέρδος.  Η ιδιωτικοποίηση  της ενέργειας με τον δήθεν ανταγωνισμό των εταιρειών, παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου, έχουν φτάσει τις τιμές της στα ύψη, ενώ ασυστόλως πηγαινοέρχονται από εταιρικές σε κυβερνητικές θέσεις και τούμπαλιν οι αξιωματούχοι και είναι  η ιδιωτικοποίηση και υποχρηματοδότηση του σιδηροδρόμου που προκάλεσε το έγκλημα των Τεμπών.  Δημόσια αγαθά έχουν μετατραπεί σε επενδυτικά προϊόντα, η κεφαλαιοποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος ενισχύει διεθνείς χρηματαγορές.
            Και κάπως έτσι υπονομεύονται τα θεμέλια ακόμα και της αστικής δημοκρατίας, στην οποία οι τάξεις που κατέχουν τα μέσα παραγωγής  ήταν αναγκασμένες να λαμβάνουν υπόψη τις απαιτήσεις των μαζών, όσο αυτές με ταξική συνείδηση οργανώνονταν σε συνδικάτα και αγωνίζονταν. Οι εκμεταλλευόμενες τάξεις εξαπατήθηκαν όμως ύπουλα, ακολούθησαν τυφλά τους ειδικούς των υπνωτικών φράσεων, κόμματα με μεταμφίεση φιλεργατική, σοσιαλδημοκράτες, και ως εκ τούτου έχασαν την πίστη τους στη δική τους δύναμη, στη δύναμη των δικών τους οργανώσεων, των συνδικάτων τους. Και χωρίς ταξική συνείδηση, σε μεγάλο ποσοστό, δεν αναγνωρίζουν ούτε το Κομμουνιστικό Κόμμα σαν δικό τους κόμμα, ακόμα κι αν εκτιμούν το ρόλο του στην πολιτική ζωή. Κι όταν με την οικονομική κρίση αποκαλύφτηκε ο ρόλος τους και κατέρρευσαν ακόμα και τα χαρακτηριζόμενα αριστερά κόμματα όπως ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, οι μεγάλες μάζες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στα αστικά κόμματα και αυτά έχασαν τη μαζικότητα τους. Πιστεύοντας το εκλογικό σώμα, που επιμένει να αναθέτει στα αστικά κόμματα τις πολιτικές αλλαγές υπέρ των εργατικών τάξεων, ότι όποιο αστικό κόμμα ή υποψήφιους κι αν επιλέξει θα εξακολουθήσει να έχει το ίδιο αποτέλεσμα, αφού οι εκλογές δεν δίνουν καμιά εναλλακτική λύση, το ίδιο το σύστημα  πια αναζητά εναγωνίως και πειραματίζεται με κόμματα και προσωπικότητες που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν ένα πρωθυπουργό και μια κυβέρνηση, που αν δεν πείθει πλέον δεν θα μπορεί να ελέγχει, για να ασκείται η ίδια πολιτική της κυρίαρχης τάξης. 
         Με την κυβέρνηση Μητσοτάκη η δυσωδία της πολιτικής και οικονομικής ζωής δεν οφείλεται ούτε σε ανικανότητα ούτε σε προσωπική διαστροφή κυβερνώντων. Το σύστημα έτσι λειτουργεί. Και όταν μπορεί δωροδοκώντας με αποφάγια ν’ αποφύγει αντιδράσεις το κάνει. Δεν ορρωδεί  προ ουδενός και οι κυβερνώντες στα καπιταλιστικά κράτη δεν διστάζουν να οδηγήσουν τους λαούς ακόμα και σε αιματηρές σφαγές αν το απαιτούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Ο καπιταλισμός  όχι μόνο λογικά χρειάζεται την ένοπλη βία για να ξεπεράσει τις κρίσεις του, αλλά χρησιμοποιεί και παράγει βία σε κάθε φάση της ανάπτυξής του.