Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

ΟΔΥΝΗΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Ο Ρ.Τ Ερντογάν σε επίδειξη ισχύος επαίρεται πως πέταξε στα σκουπίδια την επιστολή του Ντ. Τραμπ, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου, ημέρα εισβολής στη Συρία των τουρκικών δυνάμεων, που ήρθε στο φως της δημοσιότητας και στην οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ τον απειλεί με καταστροφή της τουρκικής οικονομίας αν εξαπολύσει επίθεση στη ΒΑ Συρία.    
               Παρά το όνομά της «Πηγή Ειρήνης», στη στρατιωτική  επιχείρηση της Τουρκίας που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μια εβδομάδα, δεν υπάρχει τίποτε το ειρηνικό, παρά μόνο νεκροί κι εκτοπισμένοι, για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο  της εισβολής στη Β. Συρία σε μια ευρεία λωρίδα 30 χιλιομέτρων, που κατοικημένη από τους Κούρδους της Συρίας η Τουρκία θέλει να ελέγχει, υποκινώντας συγκρούσεις, δημιουργώντας προτεκτοράτο στην περιοχή προς όφελός της.
               Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ειδικά περιφερειακά συμφέροντα όλων των αμερικανικών συμμαχικών χωρών, από την Τουρκία μέχρι τις πετρελαϊκές μοναρχίες των εμιράτων  του Κόλπου, το ΝΑΤΟ,  την ΕΕ καθώς και το Ισραήλ, παίζουν ρόλο στο συριακό, όπως και στους προηγούμενους  σχετικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή. Αλλά αυτά τα συμφέροντα μοιάζουν υποδεέστερα από εκείνα της κυρίαρχης και μοναδικής υπερδύναμης του κόσμου - του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Κι αν η ρωσική παρέμβαση στη Συρία, κατόπιν αιτήματος της κυβέρνησης Άσσαντ, έχει πείσει όλους  ότι η άμεση απομάκρυνση του Άσσαντ δεν είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη, όμως αυτή η εξελισσόμενη παγκόσμια σκηνή διαπραγματεύσεων και απειλών των ΗΠΑ πυροδοτεί συνεχώς νέους κινδύνους.
        Με τις νέες εξελίξεις οι Κούρδοι φαίνονται και πάλι οι μεγάλοι χαμένοι, που αφού χρησιμοποιήθηκαν  οι δυνάμεις τους για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, δεν υπάρχει κανένας δισταγμός από τους ιμπεριαλιστές να τους συντρίψουν ή να επιστρέψουν σε άλλους να το κάνουν, όταν ολοκληρώσουν το ρόλο που τους ανέθεσαν. Οι ΗΠΑ, η ΕΕ, η Ρωσία,   ακόμη και ο Ερντογάν έχουν όλοι στον ένα ή  τον άλλο βαθμό υποσχεθεί στους Κούρδους κάποια μορφή στήριξης, αλλά όλοι εγκατέλειψαν τους Κούρδους αμέσως μόλις το απαίτησαν τα συμφέροντά τους. Γι’ αυτό και όλες οι συζητήσεις των δυτικών πολιτικών σχετικά με τα δημοκρατικά δικαιώματα του κουρδικού λαού δεν είναι παρά μια κάλυψη για το δικό τους ιδιαίτερο συμφέρον. Μόλις πριν από λίγα χρόνια οι ίδιες κουρδικές δυνάμεις χαρακτηρίζονταν ως τρομοκράτες, το PKK, που είναι η αδελφή οργάνωση του PYD, παραμένει στον τρομοκρατικό κατάλογο τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ.
               Βέβαια, είναι δύσκολο να κατανοηθεί  η συμμαχία τακτικής των Ηνωμένων Πολιτειών με τον κουρδικό λαό στον πόλεμο της Συρίας. Και εύλογο είναι το ερώτημα,  όχι τόσο πώς μπορεί  ένα απελευθερωτικό κίνημα να επιλεχτεί για τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς σήμερα,  αλλά γιατί αυτό ανταποκρίθηκε, όταν τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων, ανεξάρτητα από το πού εδρεύουν, είναι διαμετρικά αντίθετα με εκείνα των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών.  Και βέβαια πολλές από τις δυτικές αναλύσεις γι’ αυτό τα θέμα  μοιάζει να  προέρχονται από προσεγγίσεις με μικρή κατανόηση για την απελπισία των  ανθρώπων,  τη δυναμική που επικρατεί αλλά και τις λίγες  γνώσεις σχετικά με το παρελθόν και την κοινωνία της Μέσης Ανατολής.
               Τα σημερινά εθνικά σύνορα της Μέσης Ανατολής, μέσα στα οποία οι Κούρδοι φιλοδοξούν να εδραιώσουν την αυτονομία τους, είναι μια κληρονομιά των ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων των δυτικών αποικιακών δυνάμεων κατά τη διάρκεια και μετά τον Α 'Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διαίρεση της γης και του πληθυσμού, με τον κατακερματισμό και του αγώνα του, δίνουν ένα πολύ ξεχωριστό χαρακτήρα στο κουρδικό ζήτημα, αναστέλλοντας σε μεγάλο βαθμό τη δημιουργία ενός ενωμένου κουρδικού πολιτικού μετώπου ενάντια στους εχθρούς τους και κάνοντας τα κουρδικά κινήματα πιο ευάλωτα στις επιθέσεις των αντίστοιχων εθνικών κρατών εντός των οποίων λειτουργούν. Εξάλλου μετά  τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μερικοί από τους ηγέτες τους ευνόησαν συμμαχίες με κάποιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παρά με εκείνες με τους γείτονές τους. Τέτοιοι ηγέτες - και οι οικογένειες που συνδέονται με αυτές - έχουν μετατραπεί σε ένα είδος μπαλαντέρ για τους ιμπεριαλιστές, για να αναδιατάσσουν τη Μέση Ανατολή.
Επομένως, με τους Κούρδους  η κατάσταση είναι περίπλοκη, γιατί δεν μπορεί να θεωρηθούν μια τυπική περίπτωση αποικισμού / ξένης παρέμβασης όπου εμπλέκεται άμεσα μια δυτική ιμπεριαλιστική χώρα. Ακόμα χειρότερα, η ίδια η αντιπαράθεση των Κούρδων με τα κράτη του Τρίτου Κόσμου ενισχύει την ιδέα ότι το κουρδικό ζήτημα είναι το ίδιο προϊόν δυτικού ιμπεριαλισμού, να υπονομεύσει τη σταθερότητα των λεγόμενων αντιιμπεριαλιστικών κρατών στη Μέση Ανατολή.  
Σε κάθε στάδιο του αγώνα των λαών, τα κυριότερα βήματα προς τα εμπρός, και του   κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος, γίνονται στη βάση του επαναστατικού και ταξικού κινήματος των μαζών και όχι της συνεργασίας με τους ιμπεριαλιστές. Στην πραγματικότητα  μόνο στο επαναστατικό δυναμικό του κουρδικού λαού μπορεί να βασιστεί ο αγώνας και όχι σε ελιγμούς μεταξύ μιας ιμπεριαλιστικής εξουσίας μετά την άλλη που κάποιοι ηγέτες τους επιλέγουν.  Γιατί βέβαια  δεν υπάρχει τίποτα κακό με ένα απελευθερωτικό  κίνημα να  εκμεταλλεύεται τις διαιρέσεις μεταξύ των ιμπεριαλιστών,  αλλά είναι θανατηφόρο λάθος να βασιστεί σε αυτές τις δυνάμεις  και να τις προσκαλέσει σε βοήθεια.  Αυτά είναι οδυνηρά μαθήματα που όχι μόνο οι κούρδοι, αλλά και όλοι οι καταπιεσμένοι λαοί  μαθαίνουν με τον σκληρότερο δυνατό τρόπο.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ


Ήταν ο πρωθυπουργός που στις εξαγγελίες του από το βήμα της ΔΕΘ, κατά τα εγκαίνιά της, θεώρησε υποχρέωσή του να περιλάβει και τις νέες αποφάσεις της κυβέρνησης του  για το Μετρό της Θεσσαλονίκης σχετικά με τις αρχαιότητες στο σταθμό της Βενιζέλου. Δηλ.  την απόφαση για απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιολογικών ευρημάτων, που  περιλαμβάνουν το σταυροδρόμι του decumanus maximus και του  cardo μαζί με το δημόσια κτίρια που το περιβάλλουν.
Μια εκ νέου απόφαση από το παρελθόν,  ελλιπώς αιτιολογημένη και αυθαιρέτως ειλημμένη, πυροδότησε κυρίως στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης εδώ κι ένα μήνα αντιδράσεις κι αντιπαραθέσεις για τα αυτονόητα.  Με το μετρό να στοιχειώνει της ζωή  της πόλης πάνω από 13 χρόνια και τα διοικητικά όργανα των αρχαιολόγων να επιδίδονται σε πολιτικές πιρουέτες. Με πολιτικούς, αρχαιολόγους, δημάρχους, συλλόγους πολιτών κ.λ.π να παίρνουν θέση μάχης για ένα ζήτημα που θα έπρεπε το πολύ να είναι αντικείμενο διαφωνίας  μόνο η τεχνική του πτυχή, και όχι να χρησιμοποιείται αυτή  ως  πρόσχημα. Με Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ, σε εναλλασσόμενο ρόλο κυβέρνησης και αντιπολίτευσης αυτά τα περίπου εφτά χρόνια που προέκυψε το πρόβλημα, να  το αντιμετωπίζουν περισσότερο σαν ευκαιρία σε ένα περιφερειακό και έλασσον ζήτημα, να αναδείξουν τις διαφορές τους, ώστε να πείσουν πως δεν ταυτίζεται η πολιτική τους, φιλοδοξώντας τη διαιώνιση της εναλλαγής τους στην εξουσία.
Από τη μια ο Ν. Ταχιάος, που μετά την αποτυχία του να εκλεγεί δήμαρχος Θεσσαλονίκης το κόμμα του, που έγινε κυβέρνηση, τον  …τακτοποίησε στη θέση του προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε,  σε συνεντεύξεις του παραδέχεται πως οι καθυστερήσεις θα οδηγήσουν σε έγερση απαιτήσεων από τους αναδόχους των έργων και αναγνωρίζει πως οι προδιαγραφές κόστος και χρόνος με την κατασκευή με τις αρχαιότητες in situ είναι «απολύτως αδύνατο να ακολουθηθούν». Μαζί και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης,  Κ. Ζέρβας που την ειλημμένη απόφαση της κεντρικής εξουσίας προσπαθεί  να πείσει πως την δέχεται κριτικά μέσα από δημοκρατικό διάλογο.
Από την άλλη, κι ενώ ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων  με ανακοινώσεις του προσπαθεί να δείξει πως παρεμβαίνει δυναμικά επιχειρηματολογώντας και αποδεικνύοντας την αναγκαιότητα διατήρησης των αρχαιοτήτων in situ, πάντα ο ρόλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού  Συμβουλίου παραμένει διφορούμενος, προσπαθώντας να μην ξεφεύγει από τη γραμμή της εκάστοτε ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού.
Έτσι, το ΚΑΣ τον Ιανουάριο του 2013 γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της έγκρισης της απόσπασης των αρχαιολογικών καταλοίπων του σταθμού Βενιζέλου, όταν επί υπουργού Τζαβάρα της κυβέρνησης Σαμαρά η πολιτική ηγεσία προέκρινε αυτή την απόφαση. Μετά από ενέργειες του δήμου Θεσσαλονίκης επί δημαρχίας Μπουτάρη για ακύρωση της απόφασης Τζαβάρα και προσφυγή στο ΣτΕ, στη νέα γνωμοδότηση το ΚΑΣ, μετά από ένα χρόνο με πλειοψηφία μιας ψήφου και αλλεπάλληλες ψηφοφορίες, υποστηρίζει την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2015, με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ,  σε νέα γνωμοδότησή του το ΚΑΣ συμφωνεί με την πολιτική ηγεσία για  κατά χώραν διατήρηση των αρχαιοτήτων. Ενώ τον Ιανουάριο του 2017 ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση που εκπονήθηκε από την Αττικό Μετρό ΑΕ, που προβλέπει την παραμονή των αρχαιοτήτων κατά χώραν.
Κοντά εφτά χρόνια τώρα η διελκυστίνδα μεταξύ εκείνων που επιμένουν στην απόσπαση και  επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων και εκείνων που υποστηρίζουν την ανάδειξη in situ των αρχαιοτήτων δεν είναι παρά ο αντικατοπτρισμός υπαρκτών αντιπαραθέσεων και στην κοινωνία. Αυτές τις αντιπαραθέσεις που με τη  δήλωση του ο Α. Γεωργιάδης για την επένδυση στο Ελληνικό, πως είναι κάτι αντίστοιχο με τον Παρθενώνα, κι ας γίνεται αντικείμενο ειρωνειών, κατάφερε να  συμπυκνώσει σε μια χοντροκομμένη μεταφορά, προκρίνοντας την κυρίαρχη αντίληψη για κερδοφορία του κεφαλαίου.
Αυτή την αντίληψη, άμεσης κερδοφορίας των εταιρικών κεφαλαίων, ενστερνίζονται στο ζήτημα του Μετρό  οι  υποστηρικτές της πρώτης λύσης, κυβέρνηση Μητσοτάκη, Αττικό Μετρό ΑΕ.  Εμφανίζονται να ενδιαφέρονται για την επίσπευση του έργου και κυρίως για το κόστος, και ο Ν. Ταχιάος στο κόστος αναφέρεται, και ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Κ. Καραμανλής (ο τρίτος;) που προσπαθώντας να πετύχει μια ισορροπία δηλώνει «Να σεβαστούμε τα αρχαία, αλλά να μην πηγαίνουμε σε μια διαδικασία απίστευτων υπερβολών». Την ίδια στιγμή όμως αποσιωπάται το ποσό των αποζημιώσεων που  θα διεκδικήσει η ανάδοχος εταιρεία λόγω των καθυστερήσεων του έργου.
Κι από την άλλη οι υποστηρικτές της δεύτερης λύσης, Σύλλογος Αρχαιολόγων, Κίνηση πολιτών υπό του πρώην δημάρχου Γ. Μπουτάρη, επιστρατεύουν επιχειρήματα για να αναδείξουν την προοπτική του δημόσιου συμφέροντος με τη  διατήρηση και ανάδειξη των αρχαιολογικών ευρημάτων στο χώρο τους προς όφελος της ιστορίας μας, του πολιτισμού  μας αλλά και της αναπτυξιακής πορείας της σύγχρονης πόλης, σαν πόλος έλξης τουριστών. Τα αρχαιολογικά αντικείμενα μετατρέπονται σε σύμβολα που με τη σειρά τους φορτίζονται με συναρπαστικά συναισθήματα. Μια προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στο παρελθόν, που η αρχαιολογία και η ιστορική καταγραφή βοήθησε στην ιστορική κατασκευή εθνικών ταυτοτήτων, στην οικοδόμηση και κατασκευή του εθνικού κράτους και στην ιδεολογική νομιμοποίησή του,  και στο μέλλον που τα αρχαιολογικά ευρήματα με τη μετατροπή τους σε ελκυστικά εμπορικά προϊόντα δημιουργούν ευκαιρίες για επένδυση και παραγωγή κέρδους. Οι αρχαιολογικοί χώροι γίνονται χώροι μνήμης όπου διαφορετικές προσεγγίσεις, ερμηνείες, απόψεις δεν είναι ανεξάρτητες από πολιτικές εμπλοκές.
Δεν είναι λοιπόν γενικά ο πολιτισμός ένας πρωταρχικός χώρος για πολιτικές συγκρούσεις, αλλά η πολιτική, με την ευρεία έννοια,  σύγκρουση βρίσκεται στον πυρήνα οποιασδήποτε προσπάθειας αντιμετώπισης της πολιτιστικής κληρονομιάς στην πράξη. Γι’ αυτό οι αρχαιολόγοι, οι πολιτιστικές κινήσεις κλπ.   δεν μπορούν να τοποθετηθούν πάνω και πέρα ​​από τη διαδικασία  αυτών των συγκρούσεων, αφού  οι ενέργειές τους είναι πολιτικές, καθορίζοντας  τι είναι σημαντικό, σε ποια αντικείμενα και ποιες αξίες πρέπει να δοθεί προτεραιότητα.

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΑ


Ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μ. Πομπέο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, υπέγραψε μαζί με τον έλληνα ομόλογό του  Ν. Δένδια,  τη νέα Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ, δηλ. τη συμφωνία για τις βάσεις, που σύμφωνα με ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ η συμφωνία επιτρέπει την επέκταση των δραστηριοτήτων στη Λάρισα, το Στεφανοβίκιο και την Αλεξανδρούπολη και τη διατήρηση  της αυξημένης δραστηριότητας στη ναυτική βάση της Σούδας. Στη συνέντευξη τύπου ο Μ. Πομπέο συμφώνησε με τον έλληνα υπουργό εξωτερικών Ν. Δένδια πως οι σχέσεις των δυο χωρών βρίσκονται στο ιστορικό τους απόγειο εκφράζοντας την ελπίδα πως  «η Ελλάδα θα είναι σύμμαχος στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο». Εξάλλου και σε ανακοίνωση του  Στέιτ Ντιπάρτμεντ επισημαίνεται η εκτίμηση των ΗΠΑ, που μεταβίβασε ο υπουργός τους, «για τις ζωτικές συνεισφορές  της Ελλάδας ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και για την εκπλήρωση της δέσμευσης για δαπάνες 2% (αμυντικές δαπάνες σε σχέση με το ΑΕΠ)»
         Το ΝΑΤΟ κοντά 30 χρόνια από τη διάλυση του συμφώνου της Βαρσοβίας συνεχίζει να υπάρχει, αποδεικνύοντας πως σημαντική πτυχή του ιμπεριαλισμού είναι η αμοιβαία στρατιωτικοποίηση των καπιταλιστικών χωρών και η κοινή τους τάση ενοποίησης για υποστήριξη των συμφερόντων τους, στα οποία περιλαμβάνεται πάντα η αποτροπή μιας προλεταριακής απειλής.
         Μετά τον πόλεμο οι ΗΠΑ   είχαν αναλάβει ηγετικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της Ευρώπης και στην αναδιοργάνωση των αντικομμουνιστικών δυνάμεων που είχε νικήσει ο Κόκκινος Στρατός νωρίτερα, εδραιώνοντας το κέντρο εξουσίας του ιμπεριαλισμού στον Ατλαντικό, καθώς η Μεγάλη Βρετανία μοιράστηκε οικειοθελώς τη δύναμή της με τις ΗΠΑ και η ηγεμονία των πρώην αποικιακών ευρωπαϊκών χωρών αντικαταστάθηκε από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό Το Σχέδιο Μάρσαλ και η ίδρυση του ΝΑΤΟ ήρθαν συμπληρωματικά.
          Στο Αιγαίο, η ιμπεριαλιστική  εξουσία πάνω από την Τουρκία και την Ελλάδα παραδόθηκε ρητά από τη Μεγάλη Βρετανία στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1947, επιτρέποντας στο ΝΑΤΟ να παίξει τον βασικό ρόλο κατά της σοβιετικής επιρροής.
Σε κάθε χώρα ενταγμένη στο ΝΑΤΟ ήταν αυτονόητη η εξάρτηση της εθνικής άμυνας από την αμερικανική στρατιωτική υποδομή και  οι διμερείς συμφωνίες εγγυόντανε αυτήν την μονομερή εξάρτηση, όπως αυτή που υπογράφηκε από την κυβέρνηση πριν μερικές μέρες. Το ΝΑΤΟ επέτρεψε στις ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στην αντικομμουνιστική αγορά όχι μόνο με στρατιωτικούς όρους, αλλά και ιδεολογικά. Το ΝΑΤΟ και οι σύμμαχοί του αποκαλούνταν «ο ελεύθερος κόσμος», εγγύηση της «ελευθερίας από τον σοσιαλισμό»
            Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, στη διαδικασία μετάβασης στον καπιταλισμό των χωρών του πρώην σοσιαλιστικού στρατοπέδου, το ΝΑΤΟ ήταν ένα από τα κύρια εργαλεία που οδήγησαν αυτές τις διαδικασίες. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ συμβόλιζε την ανάκαμψη της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας από την Αμερική σε ολόκληρη την Ευρώπη.
              Βέβαια, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας απαιτούσε την αναθεώρηση των αποστολών του ΝΑΤΟ, αφού  το πρόσχημα  για  απειλή σοβιετικής εισβολής είχε τελειώσει. Η κύρια αποστολή τώρα ήταν  να αποκατασταθεί  ο ιμπεριαλισμός σε ένα σημαντικό μέρος της Ευρώπης και της Ασίας και οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες να αναδιαρθρωθούν ενσωματωμένες στο καπιταλισμό. Ο αιματηρός πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990 έμοιαζε σαν ένα πείραμα εξεύρεσης και εφαρμογής των απαραίτητων μέσων  για την επιτυχία της αποστολής  στο νέο ρόλο του ΝΑΤΟ. Από τον βομβαρδισμό του Βελιγραδίου το 1999 μέχρι τις στρατιωτικές επεμβάσεις στη Λιβύη και την Ουκρανία, το ΝΑΤΟ εξειδικεύτηκε στην πρόκληση του χάους και της διεξαγωγής πολέμων μέσω πληρεξουσίων.
 Στο εξής λοιπόν ο ορισμός της απειλής επεκτείνεται σε κάθε είδους κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει πολιτική και οικονομική κρίση, κόντρα στα  συμφέροντα του ιμπεριαλισμού. Για να ανταποκριθεί, το ΝΑΤΟ αναδιοργανώνει τις ένοπλες δυνάμεις του για γρήγορες και αποτελεσματικές στρατιωτικές παρεμβάσεις. Από τη μια  προωθεί αντιδραστικές ομάδες για να δημιουργήσει αστάθεια σε περιοχές που υπάρχει κίνδυνος να ξεφύγουν από τον έλεγχό του θέτοντας το πρόσχημα για στρατιωτική επέμβαση στον «τρίτο κόσμο», από την άλλη διοργανώνει ιδεολογικές εκστρατείες στον δυτικό κόσμο για να υποστηρίξει αυτές τις επεμβάσεις. Κι έτσι, οι στρατιωτικές επεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών παρουσιάζονται ως ευθύνη της Δύσης για την πρόληψη φρικαλεοτήτων και τη διατήρηση της ειρήνης σε αποσταθεροποιημένες περιοχές, με όχημα το ΝΑΤΟ.
Στα πλαίσια αυτής της αποστολής,  όπως φαίνεται από το τουίτερ του, ο Υπουργός  Αμυνας των ΗΠΑ Έσπερ προέτρεψε και την Ελλάδα να συμμετάσχει στη διεθνή πρωτοβουλία  για την προστασία κρίσιμων υποδομών στον Περσικό Κόλπο. Οι ΗΠΑ ζητούν ολοένα και μεγαλύτερες διευκολύνσεις από τους συμμάχους σε σχέση με ενδεχόμενες πολεμικές επεμβάσεις  και οι κυβερνώντες της χώρας μας επαίρονται πως η στρατηγική θέση της Ελλάδας της δίνει  ρόλο κομβικό  στο σχεδιασμό των αμερικανικών ένοπλων επεμβάσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής. Αποσιωπούν βέβαια, στην προσπάθειά τους η ντόπια αστική μας τάξη ν’ αναβαθμιστεί,  πως η αναβαθμισμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη χώρα συνεπάγεται και αναβάθμιση της εμπλοκής μας είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω αυτών των βάσεων  σε πιθανές πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
        Οι ΗΠΑ με το  ΝΑΤΟ λοιπόν  διαδραματίζουν πολύπλευρο ρόλο στην αποκατάσταση του καπιταλισμού και στην επιτυχία των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Μόνο που πια οι αγωνιστικές επιλογές στην καλύτερη περίπτωση, έχουν μετατοπιστεί, από ρεφορμιστικές και ρεβιζιονιστικές δυνάμεις,  από την αμφισβήτηση του ίδιου του ΝΑΤΟ και την απαίτηση για διάλυσή του σε …αγώνα για νομιμότητα των παρεμβάσεων του ΝΑΤΟ που ζητούν από τον ΟΗΕ ή τη συναίνεση των χωρών μιας δεδομένης περιοχής.  
      Δεν είναι επομένως  τυχαίο που ήταν το ΚΚΕ, το οποίο οργανώνει μια σταθερή αντιιμπεριαλιστική πολιτική γραμμή με στόχο τις αντιδραστικές και στρατιωτικές δυνάμεις όπως το ΝΑΤΟ,  στο δρόμο και διαδήλωνε εναντίον της επίσκεψης του υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ. Γιατί άλλη δύναμη από τους κομμουνιστές δεν υπάρχει να αντισταθεί στην καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική επίθεση που οδηγείται από τον αμερικανικό ΝΑΤΟ και υποστηρίζεται από τις καπιταλιστικές χώρες της ΕΕ. Η επίσκεψη στη χώρα μας   του Μ. Πομπέο έδειξε πως η μόνη πολιτική θέση που στέκεται με απόλυτη ιδεολογική σαφήνεια απέναντί του είναι του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά της 19ης Σεπτεμβρίου 2019 «σχετικά με σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης», καταδικάζει τον κομμουνισμό ως ισοδύναμο με το ναζισμό,  στηριγμένο, αποσιωπώντας και παραποιώντας γεγονότα, σε μια αυθαίρετη  ανάγνωση της ιστορίας και σε μια χειραγωγημένη ιστορική μνήμη. Απορρίπτοντας την υπεροχή εκείνων που πολέμησαν τον ναζισμό αναδημιουργεί την ιστορική μνήμη κατά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης που εξυπηρετεί.
               Ενδεικτικό για το πώς η  συλλογική μνήμη μπορεί να αλλάζει αποτελεί η δημοσκόπηση του Γαλλικού Ινστιτούτου  Κοινής Γνώμης (IFOR). Τον Μάιο του 1945, όταν ακόμα έβγαιναν  καπνοί από τα ερείπια του Γ Ράιχ, δημοσκόπηση του στους γάλλους πολίτες για το ποιο έθνος συνέβαλε περισσότερο στη νίκη της ναζιστικής Γερμανίας, κατέγραψε ένα  επιβλητικό 57% που  θεωρούσε τη Σοβιετική Ένωση τον πιο αποφασιστικό παράγοντα, κι ας μην είχαν απελευθερωθεί απ’ αυτήν,  απέναντι σ’ ένα 20% που θεωρούσε τις ΗΠΑ κι ένα 12% τη Μ. Βρετανία. Κι αυτή η καταγραφή είναι σημαντική, γιατί οι κυρίαρχες αντιλήψεις στη συνείδηση μιας κοινωνίας για σύγχρονά της ιστορικά γεγονότα είναι καθοριστικές για την κατανόησή τους, ιδιαίτερα όταν καταγράφονται σε συνθήκες που η μαζική χειραγώγηση από την εξουσία είναι αδύναμη.
 Σε ίδια έρευνα του IFOR που διεξήχθη το 1994, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, διαπιστώνεται η αλλαγή των αντιλήψεων. Μισό αιώνα μετά, μόλις 25% πίστευαν ότι η ΕΣΣΔ συνέβαλε περισσότερο στην υπόθεση της νίκης των συμμάχων, σε σύγκριση με ένα 49% για τις Ηνωμένες Πολιτείες και 16% για τη Βρετανία.
Η ιστορική μνήμη είναι κάτι που αλλάζει όχι μόνο γιατί η εικόνα του παρελθόντος εξασθενεί, αλλά και γιατί μπορεί να  κατασκευάζεται μέσα από μια ενεργή διαδικασία προφορικής παράδοσης αλλά και χειραγώγησης από την κυρίαρχη εξουσία. Κι αυτή λοιπόν  η αλλαγή που καταγράφηκε στη δημοσκόπηση δεν απεικονίζει παρά τις αλλαγές για την ΕΣΣΔ στην κυρίαρχη δυτική σκέψη μετά το 1945. Ο ψυχρός πόλεμος, η δαιμονοποίηση του Στάλιν, η  διάλυση της ΕΣΣΔ και του κομμουνιστικού μπλοκ, η κυριαρχία της προπαγάνδας του καπιταλισμού, υπονόμευσαν το κύρος και την αίγλη που η ΕΣΣΔ απολάμβανε στο τέλος του Β παγκοσμίου πολέμου ως ο σημαντικότερος παράγοντας σ’ αυτόν τον τιτάνιο αγώνα.
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια λοιπόν πρέπει να κατανοηθεί και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης. Το ψήφισμα, που παρουσιάζεται ως καταδίκη όλων των «ολοκληρωτισμών»,  υποστηρίχτηκε από Δεξιούς, Σοσιαλδημοκράτες, Φιλελεύθερους, Πράσινους, Συντηρητικούς οι οποίοι  σε αγαστή συμφωνία, διαστρεβλώνοντας την ιστορία, θεωρούν το  Σύμφωνο Μολότωφ –Ρίμπεντροπ αιτία του Β παγκόσμιου πολέμου και  αφετηρία για μισό αιώνα καταπίεσης που ακολούθησε μετά την νίκη της ΕΣΣΔ, που τέλειωσε όμως   με την εύρωπαϊκή ενοποίηση και το ΝΑΤΟ.
Το τι αποκαλύπτει αυτή η συγκεκριμένη εκδοχή της ιστορίας για το μέλλον της Ευρώπης, που επικαλείται ο τίτλος του ψηφίσματος, είναι το πιο σημαντικό. Προβάλλοντας τον κομμουνισμό ως το απόλυτο κακό που υπονομεύει την ευρωπαϊκή δημοκρατία ακόμα κι αν οι πραγματικές κομμουνιστικές δυνάμεις είναι μικρές, θέλει να εξουδετερώσει κάθε προοπτική αμφισβήτησης και πολύ περισσότερο ανατροπής της παρούσας κατάστασης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να συμπεριληφθούν στην κομμουνιστική απειλή ακόμα και αστικές αξίες δημοκρατίας και ισότητας, ξεπλένοντας τον φασισμό και προσδιορίζοντας ως υποστηριχτές της ελευθερίας την κυρίαρχη εξουσία σε όλες τις εκφάνσεις της.
Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που στο ψήφισμα,  στην παρ. 14, υπογραμμίζεται μια θεμελιώδης πτυχή της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διαδικασίας ένταξης στην Ένωση, που είναι η ταύτισή της με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ,  μέσα από τη ρητή αναφορά στο ΝΑΤΟ ως στυλοβάτη της ελευθερίας και της ευρωπαϊκής οικογένειας, αφού η σύμπτωση της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ και ΕΕ είναι που εξασφάλισε στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης την επιστροφή τους «στην ευρωπαϊκή οικογένεια των ελεύθερων δημοκρατικών χωρών» που «με τη συνδρομή της ΕΕ, σημείωσαν επιτυχία και στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων».  Δεν είναι λοιπόν μόνο το ευρωπαϊκό εγχείρημα εν γένει, αλλά και το ΝΑΤΟ καθώς και η καπιταλιστική  αναδιάρθρωση που θεωρούνται ως εμπόδιο στον ολοκληρωτισμό, μια βολική έννοια που περιλαμβάνει ταυτισμένα φασισμό και κομμουνισμό.
Το ψήφισμα συμπυκνώνει τις θέσεις της ΕΕ. Θέλει να δίνει  μαθήματα στους λαούς της για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ στοιβάζει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή αφήνει να πνίγονται στη Μεσόγειο πρόσφυγες και μετανάστες που η ίδια δημιουργεί με τη συμμετοχή της σε ιμπεριαλιστικά σχέδια που καταστρέφουν χώρες. Περηφανεύεται για τη δημοκρατία της, ενώ  προωθεί την πολιτιστική οπισθοδρόμηση, την επίθεση στα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, υπηρετώντας το μεγάλο κεφάλαιο και αναπτύσσει αυταρχικές και στρατιωτικές τάσεις και πρακτικές περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Είναι αυτές οι πολιτικές που βρίσκονται στη ρίζα της ανόδου των ακροδεξιών και φασιστικών δυνάμεων, που σε εφεδρεία περιμένουν την αξιοποίησή τους.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΥΚΑΙΡΙΑΚΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ


Επιδιώκοντας η κυρίαρχη εξουσία την εξαφάνιση του μαρξιστικού-λενινιστικού λεξιλογίου από το λόγο της πολιτικής, προσπάθησε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της πολιτικής επιχειρηματολογίας. Κι επειδή η γλώσσα που χρησιμοποιείται κάθε φορά  στην πολιτική συναρτάται με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και συμβάλλει στη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης, ο λόγος της αποφεύγει κάθε αναφορά σε αντιθέσεις που αρθρώνονται σε αναλύσεις περί τάξεων, καπιταλισμού ή ιμπεριαλισμού και επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε πολιτισμικές και ηθικές αξίες, όπως ανθρώπινα δικαιώματα ή οικολογία ή τεχνολογία κλπ.  
Ακόμα κι όταν οι αντιθέσεις οξύνονται καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από την κυρίαρχη εξουσία, πριν οδηγήσουν οι αντιθέσεις σε αγώνες και συγκρούσεις μαζί της, να διογκωθεί και να πολιτικοποιηθεί μια τέτοια  αντίθεση που μπορεί να της δοθεί αξία συμβόλου και να κινητοποιήσει τις μάζες, χωρίς όμως  ν’ αμφισβητεί τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Ανθρώπινα δικαιώματα, οικολογικά αιτήματα, ανησυχίες από συνέπειες τεχνολογικής ανάπτυξης, ηθικοί προβληματισμοί   προσφέρονται ως πεδία επιλογής εκείνης της σημαίας που φαίνεται σκόπιμη ώστε να επικαλύπτονται άλλοι ζωτικοί σκοποί που αναδεικνύουν ταξικές αντιθέσεις και συμφέροντα.
Σε όλη τη διάρκεια της εφαρμογής των μνημονίων η προσπάθεια να αναδειχτούν αντιθέσεις ηθικής φύσης που εστιάζουν σε, αναπόδεικτα  τις περισσότερες φορές για ηγετικά στελέχη, θέματα διαφθοράς ή κατάχρησης εξουσίας φαίνεται πως μια δεκαετία μετά έχουν καταφέρει να παραμερίσουν από τον πολιτικό λόγο τις ταξικές αντιθέσεις και τις σκληρές συγκρούσεις που μπορεί να προκαλέσουν. Οι ταξικές αντιθέσεις μεταμφιεσμένες σε αντιπαραθέσεις για ζητήματα ηθικής, ασφάλειας, πατριωτισμού κλπ. από την άρχουσα τάξη ελέγχονται και χειραγωγούνται διοχετεύοντας δράσεις κι ενέργειες των λαϊκών στρωμάτων σε λάθος κατευθύνσεις.
               Έτσι για παράδειγμα,  η τωρινή κυβέρνηση Μητσοτάκη αφού επέλεξε προεκλογικά, με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών, την εθνικιστική σημαία, για να παραπλανήσει μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων σχετικά με την πολιτική της, μετεκλογικά ξανάφερε στο προσκήνιο τα ζήτημα της NOVARTIS, αντιστρέφοντας τους ρόλους με την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επισείοντας όμως την ίδια σημαία της ηθικής.  Και όλο αυτό το τρίμηνο μετά τις εκλογές, μαζί με το σύνολο των ΜΜΕ που είναι φιλικό σ’ αυτήν, κατευθύνει την προσοχή και το ενδιαφέρον μεγάλου τμήματος του πληθυσμού στα θεατρικά δρώμενα του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη στα Εξάρχεια επισείοντας θριαμβευτικά τη σημαία της ασφάλειας. Η οποία βέβαια δεν συνδέεται με τις δυσμενείς  κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά συσχετίζεται με πολιτικά συμφραζόμενα όπως η αναρχία ή και εντοπίζεται σε τοποθεσίες με πολιτικούς συμβολισμούς όπως στα Εξάρχεια, την οποία ασφάλεια εξασφαλίζει η αστυνομία για να αναδειχτεί  ο ρόλος της και να δικαιωθεί κάθε αστυνομική καταστολή. Στο ζήτημα μάλιστα αντιμετώπισης των αλλοδαπών η διάσταση ανάμεσα στους πρόσφυγες και μετανάστες που αποκλεισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης με άθλιες της συνθήκες διαβίωσής τους και στους αλλοδαπούς που εξασφαλίζουν άμεσα νόμιμη άδεια διαμονής στη χώρα με την αγορά ακινήτου είναι ενδεικτική του ταξικού χαρακτήρα των κυβερνητικών αποφάσεων που τους αφορούν.   
               Επιδιώκοντας λοιπόν όχι μόνο στα καθ’ ημάς αλλά και σ’ όλη τη Δύση να μετατίθενται οι βαθύτερες αιτίες των συγκρούσεων σε πεδία άλλα από τα ταξικά τα οικολογικά ζητήματα γίνονται αγαπημένο θέμα των ΜΜΕ, των κυβερνήσεων και των ΜΚΟ. Αποσυνδεμένα τα οικολογικά προβλήματα από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά αποτελέσματα, αλλά περισσότερο ως αποτέλεσμα μιας γενικής  αντίθεσης ανθρώπου –φύσης για να παρακάμπτεται η χρησιμοποίηση των τεχνολογικών δυνατοτήτων για φτηνή  εκμετάλλευση της φύσης, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον,  με το μεγαλύτερο κέρδος από την άρχουσα τάξη (το παράδειγμα της καναδικής Eldorado  Gold  στη Χαλκιδική είναι ενδεικτικό). Η κυρίαρχη εξουσία χρησιμοποιεί ακόμα και τις οικολογικές ανησυχίες ως άλλοθι για να ανοίξει νέους δρόμους κερδοφορίας, αποσυνδέοντας είδος ανάπτυξης, μορφές κατανάλωσης, χρησιμοποίηση τεχνολογίας με καπιταλιστικές σχέσεις και δυνάμεις παραγωγής. Γι’ αυτό και δεν  έχει κανέναν ενδοιασμό να ενσωματώσει το κυρίαρχο σύστημα δράσεις που αναφέρονται σε οικολογικά προβλήματα, όπως της Γκρέτα Τούνμπεργκ, που προσφέρουν μάλιστα και θέαμα  αρκούντως ανθρωπιστικό και ορθό πολιτικά, από τη στιγμή που μένει αθέατη η σύνδεση με τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής η  καταστροφή του περιβάλλοντος, στην προκειμένη περίπτωση η κλιματική αλλαγή.   
               Ο καπιταλισμός  επιχειρεί να αναπαράγει τον εαυτό του, με τέτοιο τρόπο που οι διάφορες αλλαγές να τον καθιστούν αγνώριστο αλλά όχι διαφορετικό, και γι’ αυτό επιστρατεύονται  τα ψευδή συνθήματα, οι πλαστές ευαισθησίες, οι θεαματικές δράσεις επενδυμένα με κάθε είδους ανθρωπισμό. Μοιάζει το πολιτικοοικονομικό σύστημα να  ανακατατάσσεται στις λεπτομέρειές του για να παραμένει ο ταξικός εχθρός, η αστική τάξη,  δυσδιάκριτος, για να μην αντιδρά το σύνολο των υποτελών τάξεων που υφίσταται τις συνέπειές του.