Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ «ΚΑΚΟ» ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ


Αν  και όλο και  περισσότερο τα τελευταία χρόνια πολλοί ιστορικοί και σύγχρονοι απολογητές του ναζισμού προσπαθούν, αν όχι  να απαλλάξουν, τουλάχιστον εμφανώς να δικαιολογήσουν τους Γερμανούς για  τις αμέτρητες θηριωδίες και εγκλήματα που διέπραξαν στην Ελλάδα και αλλού κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου, η αλήθεια των γεγονότων τους αντιμάχεται. Γιατί πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η αγριότητα των γερμανών στρατιωτών, που βασανίζουν γέρους, βιάζουν γυναίκες και σκοτώνουν βρέφη,  προς τον άμαχο πληθυσμό;
           Ιστορικοί και πολιτικοί αναθεωρούν την ιστορία, μέσα στα πλαίσια μιας διακηρυγμένης αντικειμενικότητας, που δεν παραλείπει να μεροληπτεί για τους εγκληματίες, προσπαθώντας να ενοχοποιήσουν για τις βαρβαρότητες της αρίας φυλής τις πράξεις αντίστασης εναντίον της. Μόνο που η αγριότητα των ναζί δεν εκδηλώνεται ως εξαίρεση, αλλά ως κανόνας συμπεριφοράς σε κατεχόμενες χώρες και στην Ελλάδα, γιατί  η εγκληματική τους συμπεριφορά στηρίχτηκε, συν τοις άλλοις, στη διάβρωση των καθιερωμένων προτύπων πολέμου όπως αυτών που διαχώριζαν πολεμιστές από αμάχους. Σε εγκλήματα όπως η σφαγή στα Καλάβρυτα πριν από 75 χρόνια στις 13 Δεκεμβρίου η επικέντρωση στη συσχέτισή της με την εκτέλεση γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες υποσκιάζει την αγριότητα και κτηνωδία που επέδειξαν οι γερμανοί.
             Αλλά  αθωώνεται στην πραγματικότητα ο εθνικοσοσιαλισμός και όταν αναζητείται η αιτία για τα εγκλήματά του στην ψυχοπαθολογία, ή στις προσωπικότητες αξιωματούχων. Όταν  δηλ. η αιτία επικεντρώνεται στην ηθική ή ψυχολογία  και αντιμετωπίζεται η εγκληματική συμπεριφορά ως μεμονωμένο περιστατικό και όχι συλλογικό.
            Δεν σημαίνει ότι η ηθική δεν έχει σημασία, αλλά αν στηριζόμαστε μόνο σε ηθικές κατηγορίες  για να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα μάλλον θα τα συσκοτίσουμε. Κι αυτό, γιατί παραβλέπονται οι υλικές βάσεις της ηθικής σκέψης, θεωρώντας ως δεδομένο τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που τις διαμόρφωσαν. Και καταλήγει όλο  και περισσότερο οι ηθικολογικές αφαιρέσεις να χρησιμεύουν ως υποκατάστατο για πολιτικές αναλύσεις.
              Από τη μια λοιπόν οι ιστορικοί αναζητούν σε νομολογίες ελαφρυντικά για τις θηριωδίες των γερμανών στρατιωτών σε χώρες κατοχής και από την άλλη φιλόσοφοι και ψυχολόγοι αναζητούν στην σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης την αιτία της εγκληματικής συμπεριφοράς τους.
             Η προσπάθεια να εξηγηθούν οι θηριωδίες των ναζί, αποκομμένες από το οικονομικοπολιτικό πλέγμα που τις υποστήριζαν, περιορίζει τον προβληματισμό στις προθέσεις, γνώσεις και συναισθήματα των μεμονωμένων ανθρώπων που τις διέπραξαν. Μόνο που κάτω από το ναζιστικό καθεστώς  δεν είναι μεμονωμένοι απλοί άνθρωποι που αναγκάστηκαν να κάνουν  αποτρόπαια πράγματα, αλλά ένα μεγάλος αριθμός ατόμων, αν όχι η πλειοψηφία του πληθυσμού, μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και  κοινωνικές σχέσεις υπερέβαλλαν στη διάπραξη βιαιοτήτων.   
          Στη ναζιστική Γερμανία δημιουργήθηκε εκείνο το ιδεολογικό, θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο που ευνοούσε δράσεις που, αν και ήταν αποτρόπαιες, εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του καθεστώτος και το οποίο προωθήθηκε να γίνει αποδεκτό σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Εξάλλου αν η εμφάνιση και άνοδος του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία συνδέεται περισσότερο με τις εθνικές προκαταλήψεις ή τη χαρισματική δημαγωγία του Χίτλερ είναι γιατί δεν αναγνωρίζεται πόσο ελκυστική ήταν για τη γερμανική άρχουσα τάξη η πολιτική πλατφόρμα του ναζισμού που υποστηρίχτηκε.
Κι ίσως γι’ αυτό και  κάθε καθεστώς που θέλει να διαπράξει γενοκτονίες σπάνια αποτυγχάνει να βρει δημίους. Στην αποικιοκρατούμενη Αφρική δεν διαπράχτηκαν γενοκτονίες ή στην Αμερική; Μόνο που κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο μεταφέρθηκαν εξορθολογισμένα και επιστημονικά, σε μεγάλη έκταση και σύντομο χρόνο, οι τεχνικές γενοκτονίας από τις αποικιοκρατούμενες χώρες και εφαρμόστηκαν στην  ίδια την Ευρώπη.
          Οι Ευρωπαίοι λοιπόν του διαφωτισμού και της δημοκρατίας δεν μπορούσαν με την αποκάλυψη των ναζιστικών φρικαλεοτήτων να αποκρύψουν πια τις ολοκληρωτικές διαστρεβλώσεις που οδηγεί η  ευρωπαϊκή ηθική της εξορθολογισμένης εκμετάλλευσης και τις παραμορφώσεις της ιδεολογίας για την υπεροχή του λευκού ανθρώπου. Και ανασκουμπώθηκαν να αιτιολογήσουν τα ναζιστικά εγκλήματα ως εξαίρεση στη μακρά ευρωπαϊκή ιστορία των κατακτήσεων και της αποικιοκρατίας.              
Οι θέσεις της Χάνα Αρεντ, τα αποτελέσματα από το αμφιλεγόμενο πείραμα του Milgram συγκλίνουν στην πραγματικότητα στο συμπέρασμα πως η βασική εξήγηση του κακού στο ναζισμό, ακόμα και στην πιο ακραία μορφή του, ήταν μια λανθάνουσα τάση όλων των ανθρώπων, η  τάση να ακολουθούν διαταγές και να συμμορφώνονται. Η κοινοτοπία του κακού κατά την Άρεντ - η ιδέα της συντριπτικής δύναμης της ιεραρχικής εξουσίας ή της πίεσης από ομοτίμους – γίνεται γενικός κανόνας τόσο στα θύματα όσο και στους δράστες. Με τον ίδιο τρόπο που το Ολοκαύτωμα έγινε παγκόσμιο σύμβολο όλων των θυμάτων του ρατσισμού και μίσους, οι δράστες του έγιναν τα παγκόσμια σύμβολα της αδράνειας του ανθρώπου να μην πέσει στη βαρβαρότητα.
           Αλλά αφού γνώρισμα του κακού είναι η κοινοτοπία του, καθένας κρύβει κι ένα ναζιστή εν υπνώσει μέσα του, επομένως γίνεται πιο δύσκολο η βαρβαρότητα να προκαλέσει κλονισμό και όσοι διαιωνίζουν βάρβαρες πράξεις να θεωρηθούν υπεύθυνοι για αυτές, καθώς οι πράξεις αποπλαισιώνονται από συνθήκες και σκοπιμότητες σ’ έναν ανιστορικό χρόνο.
       Και κάπως έτσι ο ναζισμός  φεύγει από το πρώτο πλάνο, στήνονται οι θεωρίες του ολοκληρωτισμού που συγχέουν φασισμό με  κομμουνισμό, ενώ διασώζονται οι δικτατορίες και δοξάζονται οι αστικές δημοκρατίες.
           Μόνο που οι  δημοκρατίες των ΗΠΑ και της ΕΕ είναι αυτές που  καταστρέφουν χώρες, δολοφονούν τους κατοίκους τους, κλείνουν σε στρατόπεδα τους πρόσφυγες. Κι όπως οι κοσμοθεωρίες των Ναζί δεν έγιναν αποδεκτές σε μια νύκτα από τη μεγάλη πλειοψηφία των γερμανών, το ίδιο και οι βαθμιαίες αποκλίσεις προς φασίζουσες επιλογές στα πολιτικά καθεστώτα της Δύσης δεν θα προκύψουν σε πλήρη άνθιση σε μια νύκτα, αλλά μετά από μια περίοδο κατά την οποία η βία σταδιακά θα κανονικοποιείται, θα θεωρείται δικαιολογημένη, ανεκτή μέχρι να γίνει απαρατήρητη, γιατί θα έχει ενσωματωθεί στη ζωή μας.
Και μετά πόσο απέχει να θεωρηθεί η καταπάτηση της αξιοπρέπειας και ελευθερίας σε ομάδες ανθρώπων ηθικό δικαίωμα και αποστολή από την πλειοψηφία του πληθυσμού  που μπορεί να είναι πρόθυμη ακόμα και για εγκληματικές συμπεριφορές ευνοϊκές για την κυρίαρχη τάξη που τις υποθάλπει;  

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ


Κι αν οι πιθανότητες διάψευσης των προβληματισμών, των  ερμηνειών και κυρίως των προβλέψεων σε καταστάσεις ρευστές, με δράσεις αντίρροπες, μπορεί να είναι μεγάλες, αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από την προσπάθεια ανάλυσης αιτιών και συνεπειών  κι ένταξής τους σε μια σφαιρική προοπτική.
         Έτσι, παρόλο που οι πληροφορίες για το κίνημα των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία, οι οποίες αντλούνται από την ειδησεογραφία, μπορεί να είναι περιορισμένες ή και κάποιες διαστρεβλωμένες, δεν ανακόπτεται η προσπάθεια για κατανόηση είτε στόχων του είτε  δράσεών του και συνεπειών τους που προκύπτουν ή κατασκευάζονται.
         Αναφέρεται πως το κοινωνικό προφίλ της πλειοψηφίας των κίτρινων γιλέκων περιλαμβάνει δυσαρεστημένους, χαμηλά αμειβόμενους εργαζομένους στην ευρύτερη περιφέρεια των Παρισίων που μάλιστα δεν έχουν παρελθόν συμμετοχής σε κινήματα και διαμαρτυρίες, αλλά ακόμα ότι περιλαμβάνει και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, έμπορους, επιχειρηματίες κλπ.  Εστιάζεται το ενδιαφέρον στο γεγονός  πως το κίνημα δεν προκύπτει από τις παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας,  είναι ένα ακέφαλο, αυθόρμητο μαζικό κίνημα που συνδέεται με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και θέτει τις δικές του ιδέες για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας. Δίνονται ερμηνείες για τον πολιτικό προσανατολισμό του –αριστερός λαϊκισμός κάποιοι,  επανεμφάνιση του Μάη του ’68 άλλοι, επιρροή φασιστική κάποιοι τρίτοι. Κι είναι αξιοσημείωτο πως, όπως και σε κάθε διαμαρτυρία ή κινητοποίηση τα τελευταία χρόνια,  και σ’ αυτή αναγνωρίζονται στοιχεία από εξεγέρσεις του παρελθόντος, σε μια προσπάθεια ενσωμάτωσής της στην επαναστατική παράδοση, θεωρώντας πως ο ίδιος ο  θυμός είναι επαναστατικός, και υπενθύμισης της βίας ως βασικού τρόπου αντιπαράθεσης.  
Κι αν μοιάζει δύσκολο να προβλέψει κανείς με βεβαιότητα την εξέλιξη που θα έχουν οι διαμαρτυρίες κι αν θ’ αποκτήσουν το βηματισμό ενός εξεγερτικού κινήματος τις προσεχείς εβδομάδες, οι αντιδράσεις όμως της εκτελεστικής εξουσίας είναι ενδεικτικές της τακτικής που φαίνεται πως δεν διστάζει πια να ακολουθήσει το αστικό κράτος. Μοιάζει η βίαιη καταστολή, η ανεξέλεγκτη δραστηριότητα των κατασταλτικών μηχανισμών, η αυταρχική αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων να σημαδεύουν στο εξής  την πολιτική της κυρίαρχης εξουσίας.
Οι σκηνές χάους, στην καρδιά του Παρισιού την προηγούμενη εβδομάδα, που κυριάρχησαν στα ΜΜΕ, απεικόνισαν τη διαμαρτυρία των κίτρινων γιλέκων ως μια διαδοχή εικόνων βίας που εντυπωσιάζουν και  φοβίζουν. Κι ήταν η ένταση των βιαιοτήτων περισσότερο παρά η μαζικότητα των κινητοποιήσεων που επιστρατεύτηκε για δικαιολόγηση  της χρήσης της  τεράστιας αστυνομικής δύναμης την επόμενη φορά της διαμαρτυρίας των κίτρινων γιλέκων.  Γι’ αυτό και η απορία παραμένει. Γιατί η κρατική εξουσία, ενώ για τα δεδομένα της Γαλλίας  έχει να αντιμετωπίσει περιορισμένο αριθμό διαδηλωτών που φαίνεται πως δεν έχουν κοινή πολιτική βάση αλλά κυρίως συναισθήματα θυμού και οργής που τους ενώνουν, κάνει ό,τι μπορεί να τα διατηρήσει ενισχύοντας τα με τις βιαιότητες της καταστολής;
Και αν ο βασικός προβληματισμός έχει να κάνει με την αντίδραση του κράτους και το μέγεθος και ένταση της καταστολής, είναι γιατί φαίνεται πως στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης δεν αποτελεί πια την κύρια επιδίωξη η συναίνεση μέσω ραφιναρισμένων μεθόδων ελέγχου, αλλά μέσω καταστολής και εκφοβισμού. Έχοντας εδώ και χρόνια υποσυνείδητα υπονομεύσει η αστική  δημοκρατία με τον κυρίαρχο λόγο της εκλεπτυσμένης προπαγάνδας τις εμπειρίες, επιθυμίες κι αντιλήψεις μας για να ελέγχονται οι αντιδράσεις μας, όταν ο θυμός και η οργή οδηγούν σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις η καταστολή μπορεί να γίνει καθοριστική για εκφοβισμό και υποταγή.
Οι δυο εικόνες, η μια με τους μαθητές στα γόνατα και τα χέρια πίσω από το σβέρκο σαν αιχμάλωτοι πολέμου και  η άλλη από βίντεο με διαδηλωτή με τα χέρια ανοιχτά να δέχεται πλαστική σφαίρα από τις δυνάμεις καταστολής, είναι χαρακτηριστικές όχι μόνο για την ένταση της καταστολής αλλά για τη σκοπιμότητά της.
Η κρατική εξουσία χρησιμοποίησε για τις δικές της σκοπιμότητες τις εικόνες χάους στο Παρίσι, χάριν των οποίων όμως το κίνημα των κίτρινων γιλέκων αναβαθμίστηκε και θεωρήθηκε ισχυρό.  Επιπλέον, η ένταση της καταστολής μοιάζει να μην είναι απλά επίδειξη δύναμης πια αλλά επιβολή της κρατικής δύναμης για πρόκληση φόβου αδιαφορώντας και για τα προσχήματα. Κι επειδή το μέγεθος των κινητοποιήσεων δεν δικαιολογεί το μέγεθος της έντασης της καταστολής δεν είναι εκτός πραγματικότητας οι υποψίες για μονιμοποίηση αυταρχικών κυβερνητικών επιλογών.
Η ταπεινωτική συμπεριφορά προς εφήβους –με δημοσιοποίηση του βίντεο όπου απεικονίζονται ανήλικοι μάλιστα- δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά με εκφοβισμό των μαθητών ούτε και ο αναίτιος τραυματισμός του διαδηλωτή. Η εκτελεστική εξουσία που συνεχάρη την αστυνομία, και γι’ αυτές φυσικά τις πράξεις της, δημιουργεί τους όρους εκείνους που θα την επιτρέψουν απερίσπαστα να εφαρμόσει την πολιτική της άρχουσας τάξης χωρίς προσκόμματα. Τις μέρες αυτές στο Παρίσι οι πραγματικές σχέσεις  εξουσίας βρέθηκαν εντός ορατού πεδίου και απεικονίζονται θεαματικά στους γονατισμένους εφήβους.
Μοιάζει να ευσταθεί η εκτίμηση πως ο αυταρχισμός θα ενταθεί, τα γεγονότα στη Γαλλία δείχνουν πως η καταστολή δεν έχει πια όρια, και  η αναζήτηση ευθυνών για άλλες χειρότερες καταστάσεις θα αποτελούν πια πολυτέλεια. Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε λιγότερο από εντονότερη χρήση  των μηχανισμών καταστολής, δηλ. επαύξηση του  αυταρχισμού και μονιμοποίησή του. Γι’ αυτό και ο προβληματισμός δεν είναι για τη χρήση της βίας, αφού η βία είναι η βάση κάθε ταξικής κοινωνίας και η άρνησή της είναι άρνηση του βίαιου χαρακτήρα της ταξικής αντιπαράθεσης. Το ζήτημα είναι αν τα βίαια ξεσπάσματα ομάδων, που στηρίζονται στον αυθορμητισμό, μπορούν τα αντιπαρατεθούν με το πάνοπλο κράτος και τις φασιστικές εφεδρείες του χωρίς να καταστραφούν ενισχύοντας την κρατική δύναμη.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ


Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συμπεριέλαβε στη στρατηγική της πράσινης μετάβασης τις αυξήσεις των φόρων στο ντίζελ, με σκοπό να οδηγηθούν οι οδηγοί σε επιλογές προς πιο οικολογικές πηγές ενέργειας για τις μετακινήσεις τους. Μετά όμως τις διαμαρτυρίες των διαδηλωτών των «κίτρινων γιλέκων» και τις ταραχές στο Παρίσι ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Εντουάρ Φιλίπ ανακοίνωσε την αναβολή της αύξησης των καυσίμων για έξι μήνες. Δηλ. αν και  ο Ε. Μακρόν στην υποστήριξη της αναγκαιότητας των μέτρων προέτασσε οικολογικά ζητήματα, παρόλο που αφορούσαν και την προσπάθεια για μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού, όμως  οι οικονομικές επιπτώσεις τους σε μεγάλες μάζες πληθυσμού προκάλεσαν οργή γα την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα σε μια πλούσια χώρα και για την κυβερνητική αδιαφορία για τα δεινά τους.
               Στη Γαλλία, πέρα από το χαρακτήρα αυτών των αντιδράσεων και  την κοινωνική σύνθεση αυτού που ονομάστηκε κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», αναδείχτηκε και ο τρόπος που εκδηλώνεται η ευαισθησία της κυρίαρχης εξουσίας για το περιβάλλον. Η λύση που προκρίνεται στα περιβαλλοντικά προβλήματα φαίνεται πως είναι η επιβολή φόρων στην ευρεία βάση των εργαζόμενων. Η επιβολή λοιπόν  φόρων που ονομάζονται περιβαλλοντικοί  και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν είναι ενδεικτικοί του τρόπου που η κυρίαρχη πολιτική μεθοδεύει τη μετάβαση σε ό,τι χαρακτηρίζεται πράσινη οικονομία και βιώσιμη ανάπτυξη που προστατεύει το περιβάλλον.
               Οι οικολογικές ανησυχίες, που τροφοδότησαν κινήματα στις προηγούμενες δεκαετίες και  άνθισαν σε αντιδιαστολή ή και πάνω στα ερείπια αριστερών κινημάτων, κατέληξαν άλλοθι για ν’ ανοίξουν καινούργιους δρόμους οικονομικής ανάπτυξης εις βάρος των εργαζομένων. Είναι που η πρόοδος, η τεχνολογία, η υλική ευημερία, η ανάπτυξη, οι μορφές κατανάλωσης, γενικά οι τρόποι ζωής, οι ανάγκες, οι κοινωνικές προσδοκίες και στρατηγικές δεν συνδέθηκαν με τη μήτρα των καπιταλιστικών σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής που οδηγούν στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Πάνω ακριβώς σ’ αυτή την εν πολλοίς αθέατη σύνδεση, η καπιταλιστική κοινωνία καταφέρνει να βρίσκει  τους μηχανισμούς άμυνας και ενσωμάτωσης της οικολογικής προβληματικής.     
               Και επομένως η ευαισθησία απέναντι στην καταστροφή του περιβάλλοντος και την οικολογική επιδείνωση δεν είναι από μόνη της συνώνυμη με τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που επιστρατεύει  η οικολογική ευαισθησία, ακριβώς εξαιτίας του διαταξικού  τους χαρακτήρα, δεν έχουν τους ίδιους λόγους  να είναι εξίσου  κριτικές και απορριπτικές απέναντι στην καπιταλιστική κοινωνία.
               Όμως εφόσον ο καπιταλισμός αποκλείει τους εργαζόμενους από την εξουσία ελέγχου πάνω στην οργάνωση και τις σκοπιμότητες της παραγωγής, εφόσον τα ζητήματα αυτά επαφίενται στην αρμοδιότητα της καπιταλιστικής επιχείρησης, η οποία για την αντιμετώπισή τους γνωρίζει μόνο το κριτήριο της κερδοφορίας και της οικειοποίησης του αδιαφορώντας για τη ληστρική εκμετάλλευση της φύσης,   δεν μπορεί το εργατικό κίνημα παρά να  θέτει στο επίκεντρο των αγώνων του το ζήτημα του πώς παράγουμε, τι παράγουμε και για ποιον παράγουμε. Ο οικολογικός έλεγχος στην πραγματικότητα σημαίνει αλλαγή  του τρόπου παραγωγής, δηλ. του καπιταλιστικού ορθολογισμού ο οποίος ξεκινά από την προσφορά, την πώληση, με επιδίωξη κέρδους, και τείνει  στην οργάνωση της παραγωγικής δραστηριότητας με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων που χειραγωγούνται προς την κατεύθυνση της αύξησης της κερδοφορίας.
Κι επειδή ο καπιταλισμός ενσωματώνει τα επιστημονικά δεδομένα, σφετερίζεται τις οικολογικές κατακτήσεις και μπορεί να κατασκευάζει και τρομοκρατικούς μύθους για να γίνεται αποδεκτή κάθε προσπάθεια που οδηγεί  στο νέο κύκλο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μπορεί το καπιταλιστικό κράτος να επιβάλει μέτρα προστασίας της φύσης, που αν και διαφημίζονται ως οικολογικά κυρίως ανοίγουν και νέους ορίζοντες στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Κι έτσι δεν υπάρχει δυτικό κράτος  που να μην φαίνεται πως  προσπαθεί  να ελέγξει  και να ρυθμίσει  τα περιβαλλοντικά προβλήματα, αρκεί το κόστος τους να μην είναι ασύμφορο ή να μπορεί να μετακυλίεται  στις εκμεταλλευόμενες τάξεις ή στις πρώην αποικίες των ιμπεριαλιστών. Η προστασία λοιπόν του περιβάλλοντος καταλήγει να ταυτίζεται μ’ ένα προσοδοφόρο και πολλά υποσχόμενο οικονομικό προϊόν.
Κι έτσι μπορεί να επιβάλλονται φόροι, όπως είναι η επιβολή φορολογίας στα ορυκτά καύσιμα ανάλογα με την περιεκτικότητα τους σε άνθρακα, δηλ.  βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης, καύσιμα σε αεροπλάνα κλπ., με τον ισχυρισμό πως λειτουργούν σαν εργαλείο πολιτικής για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας την πιο αποδοτική χρησιμοποίηση της ενέργειας και δίνοντας κίνητρα για ανάπτυξη τεχνολογιών φιλικών στο περιβάλλον. Συγχρόνως το εμπόριο δικαιωμάτων εκπομπής αερίων, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο,  γίνεται μια πολύ αποδοτική επιχείρηση. Για τις ιδιωτικές εταιρείες είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό, γιατί μειώνοντας τις εκπομπές μπορούν να ωφεληθούν πουλώντας την περίσσεια των δικαιωμάτων εκπομπής.
Δηλ. οι οικολογικές ανησυχίες καθησυχάζονται από τη μια, με την επιβολή σταθερής ποσότητας συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων και από την άλλη, γίνεται εμπορεύσιμο προϊόν το δικαίωμα να εκπέμπει κάποιος. Συνεπώς,  ανοίγεται πεδίο λαμπρόν κερδοφορίας πουλώντας την περίσσεια των δικαιωμάτων εκπομπής, και για άλλη μια φορά συνεχίζεται η εκμετάλλευση των υπο ανάπτυξη χωρών από τις αναπτυγμένες.
Ο φόρος στα καύσιμα, που στη Γαλλία αποτέλεσε τη σπίθα για το ξέσπασμα μιας συσσωρευμένης οργής, ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο των αντιδράσεων ή τα κοινωνικά στρώματα που διαμαρτύρονται, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως για τον καπιταλισμό το κέρδος πάντα είναι ο σκοπός και κάθε τι, και η προστασία του περιβάλλοντος βεβαίως, χρησιμοποιείται ως μέσο για την επίτευξή του.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων στην ανακοίνωσή της,  μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν για την 10ετή ποινή κάθειρξης που επιβλήθηκε σε καθαρίστρια η οποία παρουσίασε πλαστό απολυτήριο δημοτικού σχολείου, ενώ αυτή είχε ολοκληρώσει μόνο την Ε Δημοτικού, προκειμένου να προσληφθεί στο Δήμο ως καθαρίστρια,  επισημαίνει την ανάγκη «εκλογίκευσης των δρακόντειων ποινών που προβλέπει ο ν. 1608/50 και ορθότερης διάκρισης των αδικημάτων», ενώ, ισχυριζόμενη πως οι αποφάσεις πάντα εκδίδονται μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, δικαιολογεί την απόφαση του Εφετείου, επιρρίπτοντας την ευθύνη  για την αναντιστοιχία ποινής και αδικήματος στον ίδιο το νόμο που σχετίζεται με τις ιστορικές συνθήκες που ψηφίστηκε.
               Για άλλη μια φορά, και σε περιπτώσεις με ελάσσονα ενδιαφέρον,  η δικαστική σφαίρα γίνεται το πεδίο όπου την εκδήλωση της ταξικής εκμετάλλευσης προσπαθεί το νομικό μας σύστημα να διευθετήσει προς όφελος του κυρίαρχου συστήματος. Ακόμα και η απουσία νομικής κατάρτισης δεν εμποδίζει  ν’ αναρωτηθεί κανείς  για το κριτήριο που οι δικαστές χρησιμοποίησαν, ώστε να παραπεμφθεί η καθαρίστρια  με το κατηγορητήριο της κατάχρησης δημόσιου χρήματος και όχι  με την κατηγορία παραποίησης πιστοποιητικού, όταν μάλιστα αυτό έγινε με σκοπό τη συντήρηση κι επιβίωσή της, κι όταν  για τις αποδοχές που λάμβανε παρείχε τις αντίστοιχες υπηρεσίες.
             Κι αυτή η περίπτωση έρχεται να προστεθεί στις αρνητικές εμπειρίες και αντιλήψεις σχετικά με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στην αστική πολιτεία, ιδιαίτερα για ανθρώπους των οποίων η κοινωνική θέση βρίσκεται κοντά στο κατώτατο σημείο μιας άνισης δομής. Κι έτσι το σύστημα της δικαιοσύνης αυτοδιαψεύδεται πως είναι ένας θεσμός για την επανόρθωση αδικιών και πως χάρη στη διαβάθμιση των δικαστηρίων σε  ανώτερα δικαστήρια, εφετεία και ούτω καθεξής, διασφαλίζεται η απόλυτη δικαιοσύνη και  ότι ο αριθμός των αποτυχιών απονομής της  δικαιοσύνης μειώνεται στο ελάχιστο.
            Η δικαιοσύνη περιλαμβάνεται μεταξύ των διαφόρων θεσμικών οργάνων του αστικού κράτους που χρησιμεύουν για να καταπιέζουν, αλλά κυρίως σε αστικές εκσυγχρονισμένες δημοκρατίες να  πείθουν, ακόμα και εξαπατώντας  τις εργαζόμενες μάζες. Γι’ αυτό ένα δικαστικό σύστημα είναι θεμελιώδους σημασίας και οι αδικίες που γίνονται αντιληπτές στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης  υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφραστούν σε πεποίθηση ότι το δικαστικό σύστημα στο σύνολό του είναι άδικο. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως μειώνεται η  ικανότητά του να επιβάλλει την υποταγή  στις μεγάλες μάζες,  επειδή εάν δεν πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα αμερόληπτο, ισότιμο, διαφανές και βασισμένο στην αρχή της ισότητας σύστημα που εφαρμόζει το κράτος δικαίου, δεν θεωρούν τους νόμους του αστικού κράτους  ως δικούς τους νόμους. Κι έτσι παύει να είναι ισχυρή η ιδέα του νόμου στα χέρια της κυρίαρχης τάξης για να διατηρεί  μέσω αυτής της ιδέας υπό έλεγχο τις εκμεταλλευόμενες τάξεις.  
               Η αντίληψη πως το κοινωνικό σύνολο ταυτίζεται με το κράτος, το οποίο λειτουργεί  προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, αδιακρίτως ταξικών διαφορών, θεωρεί την εφαρμογή της δικαιοσύνης ως κύρια αρετή και εστιάζει το ενδιαφέρον στη διαμόρφωση αρχών για την ύπαρξη ιδανικών νόμων και δίκαιης ανάθεσης καθηκόντων και απονομής δικαιωμάτων. Όμως  ο τρόπος με τον οποίο παράγουμε τα μέσα διαβίωσής μας εξηγεί τη φύση των οικονομικών θεσμών που έχουμε, γεγονός που εξηγεί τη φύση των πολιτικών θεσμών και ακόμα και  τις ηθικές αντιλήψεις που ενστερνιζόμαστε. Σ’ αυτές αντανακλώνται, όχι πάντα άμεσα και ευθύγραμμα, οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που εμπλέκονται στην παραγωγή, στην οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, με την κυρίαρχη τάξη να εκμεταλλεύεται και να καταπιέζει.
               Σε μια τέτοια ταξική κοινωνία ο νόμος είναι ένα μέσον αυτής της εξουσίας, και είναι εμφανής η έλλειψη αυτονομίας του. Μπορεί να μοιάζει βολικό να μιλάμε για τον νόμο σαν να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις εξωτερικές επιρροές, αλλά ήδη το πρόσφατο παράδειγμα με την καθαρίστρια και τις ενέργειες της ίδιας της δικαστικής εξουσίας, εκ των υστέρων, και της εκτελεστικής εξουσίας, μετά τις αντιδράσεις,  το αναδεικνύει ως ρητορική κενολογία.
Η κριτική στάση λοιπόν απέναντι  στην καπιταλιστική οικονομία από τη σκοπιά της δικαιοσύνης  παρέχει ένα ανεξάρτητο επίπεδο, όπου η εκτίμηση ότι κάτι είναι δίκαιο ή άδικο ξεκινά με μια έννοια του ιδεώδους κράτους, το οποίο θα είναι ακριβώς σύμφωνα με τους νόμους της ιδανικής πολιτείας. Κι έτσι στη συνέχεια ο καπιταλισμός μπορεί να επικριθεί επειδή υπολείπεται απ’ αυτό το ιδεώδες. Μόνο που η φύση του κράτους καθορίζεται από τον τρόπο παραγωγής και δεν υιοθετεί, με τη λειτουργία της δικαιοσύνης,  παρά κανόνες που ταιριάζουν σε μια αποτελεσματική για την άρχουσα τάξη οργάνωση της παραγωγής. Κι αφού λοιπόν ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ιδιοκτησία και κέρδη και η δικαιοσύνη γενικά σ’ αυτόν ορίζεται από την άποψη της συμβατότητας μ’ αυτόν τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής.
Επιπλέον, στην ανακοίνωσή του για την υπόθεση, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με την επισήμανσή του για  πιθανή τέλεση αδικήματος «σε βάρος ενδεχομένως άλλων συνυποψηφίων για την ίδια υπαλληλική θέση», αναδεικνύει την ανταγωνιστικότητα, αν όχι αντιπαλότητα, για εξασφάλιση μέσω εργασίας μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κι αν ακόμα ο καθορισμός κριτηρίων δίνει την εντύπωση της εξασφάλισης ισότητας ευκαιριών και αντικειμενικότητας επιλογής, μη ξεχνάμε ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται για μια θέση εργασίας που εξασφαλίζει την επιβίωση. Τα κριτήρια λοιπόν διορισμού  δεν σχετίζονται με ικανότητες και δεξιότητες  για τη θέση, αλλά είναι προσχηματικά, ώστε να επιτρέψουν μια επιλογή στα πλαίσια της ισότητας ευκαιριών. Κι αυτό αποδεικνύει πως η ισότητα καταλήγει κενό γράμμα, όταν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση για όλους.
Τα αστικό κράτος ως  κράτους δικαίου με την περίφημη ανεξάρτητη δικαιοσύνη του δεν κάνει άλλο παρά να παρέχει τις πολιτικές προϋποθέσεις για την καπιταλιστική παραγωγή - να προστατεύσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία, να αστυνομεύει τις συναλλαγές διαφόρων μελών της άρχουσας τάξης μεταξύ τους, να καταστέλλει τις αντιδράσεις των εκμεταλλευομένων, να νομιμοποιεί και στις υποτελείς τάξεις τον καπιταλιστικό κανόνα.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ


Σαράντα πέντε χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και ξαναγυρνάμε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης που αμφισβητούνταν οι νεκροί του, όπως έκανε με ανακοινώσεις του ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ  Α. Γεωργιάδης,  απαξιώνονταν ο εορτασμός του, ενδεικτική η ανακοίνωση του Συνδέσμου Ιδιωτικών Σχολείων.
               Όλα αυτά τα χρόνια το θέμα του εορτασμού του Πολυτεχνείου εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό, δηλ. τόσο η σημασία των γεγονότων  εκείνου του Νοέμβρη, όσο και ο  χαρακτήρας των εκδηλώσεων που εκ των υστέρων γίνονται. Κι είναι ίσως αυτό μια ένδειξη  πως  δεν έχει μετατραπεί  σε απλή μουσειακή, συγκινησιακή  εκδήλωση, αλλά  κάθε φορά μπορεί να συνδέεται με σύγχρονες αναζητήσεις και υπαρκτές κοινωνικές  και πολιτικές αντιθέσεις. Στον εορτασμό του κάθε χρονιά μάλιστα μπορούμε να ανιχνεύσουμε και προσανατολισμούς της κυρίαρχης πολιτικής. Έτσι από τον ενωτικό εορτασμό που επιδίωκε το ΠΑΣΟΚ όταν ήρθε στην εξουσία, χρίζοντας τον εαυτό του ως αυθεντικό του ερμηνευτή και συνεχιστή των αγώνων του 1973 που δικαιώθηκαν με την εκλογική του νίκη, φτάσαμε στους εορτασμούς των χρόνων της κρίσης που αντικαθιστούν  την ιστορική μνήμη με τη συγκίνηση και το μύθο στην καλύτερη περίπτωση ή την απαξιώνουν στη χειρότερη.
               Για χρόνια η εξέγερση του Πολυτεχνείου χρησιμοποιήθηκε για να μεταβαπτιστεί η παθητική αντίσταση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού σε ενεργητική και, το κυριότερο, για να συμπεριληφθεί και ο αστικός κόσμος στην μάχιμη αντιστασιακή πραγματικότητα, όπου πρωτοστατούσαν αριστεροί, ως σύνολο και όχι μόνο μέσω μεμονωμένων προσωπικών πράξεων αντίστασης. Γι’  αυτό και η κυρίαρχη πολιτική σε κάθε επέτειο, πέρα από τις διαφωνίες για τη δικαίωση του αγώνα, σ’ αυτή τη μονοσήμαντη ανάγνωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κατεύθυνε προβάλλοντας την ενότητα στόχων της εξέγερσης. Και κάπως έτσι δικαιώνονταν ιδεολογικά και οι εξουσίες του αστικού  κράτους που  οικοδομούνταν μεταπολιτευτικά. Και μ’ αυτόν τον ιδεολογικό μηχανισμό, της αντίστασης σύσσωμου του ελληνικού λαού, από κομμουνιστές έως και μεγαλόσχημους μεγαλοαστούς, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της μεταπολίτευσης πραγματοποίησαν τις δέουσες ανακατατάξεις και ανανεώσεις.
               Κοντά λοιπόν μισό αιώνα από την εξέγερση, οι θέσεις και στάσεις  απέναντι της τόσο της κυρίαρχης πολιτικής όσο και δημόσιων προσώπων που φιλοδοξούν με …αντικειμενικότητα να ποδηγετούν ιδεολογικά πλατιά τμήματα του πληθυσμού είναι ενδεικτικές των στόχων και σκοπιμοτήτων τους. Ιδιαίτερα αισθητό είναι  στα χρόνια της κρίσης, όταν στην αναζήτηση υπευθύνων  γι’ αυτή ενοχοποιήθηκε η περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, με επιχείρημα την ιδιοτέλεια του βίου και πολιτείας κάποιων πρωταγωνιστών της εξέγερσης, ενώ χρόνο το χρόνο πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί επιδίδονται στον αγώνα τον καλό της απαξίωσης, πλαγίως και  εμμέσως ακόμη,  της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Από τον καθηγητή  του πανεπιστημίου της Οξφόρδης Σ. Καλύβα που με …αντικειμενικότητα χρεώνει στο Πολυτεχνείο την ανάληψη της εξουσίας από «την πολύ ακραία ομάδα του Δημητρίου Ιωαννίδη» μέχρι τις παλινωδίες του Α. Γεωργιάδη σχετικά με την ύπαρξη νεκρών στο Πολυτεχνείο.
               Κι αναρωτιέται κανείς για τις σκοπιμότητες αυτής της απαξίωσης, που ακόμα δεν τολμά να εμφανίζεται χωρίς μεταμφίεση. Γιατί αν η εξέγερση του Πολυτεχνείου  αποκρυστάλλωσε την αντίθεση μεγάλων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας με τη χούντα, με τη νεολαία των πανεπιστημίων στην πρωτοπορία, που εμφορούνταν ίσως από διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες με τις περισσότερες σε αναφορά προς τον Μαρξ, και αν σ’ αυτό συμμετείχαν και επαναστάτες ή ακούστηκαν αιτήματα βαθύτερης ανατροπής, όμως το περιεχόμενο της εξέγερσης είχε στο κέντρο της την πτώση της χούντας και  την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας, διαφορετικής από εκείνη του παρελθόντος με τις φυλακές και τα ξερονήσια. Και είναι αντιφατικό, αυτοί  που φροντίζουν τις σκοτεινές εποχές να επιβιώνουν με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες  να ψέγουν όσους τολμούν να ριψοκινδυνέψουν, γιατί δεν ολοκλήρωσαν την επανάσταση, στην οποία οι ίδιοι σε κάθε περίπτωση είναι εχθρικοί.
 Δεν υπήρξε γενιά πολυτεχνείου παρά μόνο επειδή συνέπεσε ηλικιακά με την εξέγερση. Ούτε όλοι οι φοιτητές συμμετείχαν ούτε όλοι οι νέοι ήταν επαναστάτες. Κι αν στη χώρα μας προείχε η πτώση της δικτατορίας, όπου πρωτοστάτησε η νεολαία αυτό δεν είχε να κάνει απλώς με την ηλικία. Και στα κινήματα εκείνης της δεκαετίας σ’ Ευρώπη και Αμερική ήταν πρωτοπορία οι φοιτητές, δηλ.  τα παιδιά των μεγάλων και μικρών αφεντικών, των μεσαίων στρωμάτων και μερικών εργατικών στρωμάτων, που η αστική κοινωνία της ευημερίας, επειδή οι ανάγκες για εξειδικευμένο προσωπικό αυξάνονταν, δεν εμπόδισε τη δίψα τους για μόρφωση, που στην πραγματικότητα μεταφραζόταν σε ένα μεγάλο ποσοστό σε δίψα για κοινωνική θέση. Μόνο που η διάψευση των ελπίδων  για την ύπαρξη εγγύησης ίσων ευκαιριών από το αστικό κράτος και η  συνειδητοποίηση για τις άχρηστες αυταπάτες πως η μόρφωση είναι το μέσο  απελευθέρωσης από την ταξική σκλαβιά ενώ αποτελεί παγίδα για εξάρτηση και υποταγή από την αστική εξουσία, τροφοδότησαν τα κινήματα αυτά. Και έτσι δημιουργήθηκε και  ψευδαίσθηση της εισόδου των φοιτητών σαν συστατικό στοιχείο  των τάξεων που έρχονται σε ρήξη με την αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία.  
Και στη χώρα μας, της χούντας με την εθνικοφροσύνη και την άγρια καταστολή,  με τη νεολαία που αναγκάζεται σε μετανάστευση ή εξωθείται στο περιθώριο, λόγω πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, να μην βλέπει κάποια ελπίδα στο μέλλον της, η εξέγερσή της ήταν και πιο επικίνδυνη, κυριολεκτικά για τους συμμετέχοντας ζήτημα ζωής και θανάτου. Κι ήταν  οι κοινωνικοί όροι ύπαρξης των λαϊκών στρωμάτων απ’ όπου προέρχονταν η πλειοψηφία των εξεγερμένων που τροφοδοτούσαν την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια που πήρε σε συγκεκριμένες συνθήκες εκρηκτικές διαστάσεις.
Γι’ αυτό  δεν είναι συμπτωματικό που αυτή η εξέγερση συνδυάστηκε με τους αγώνες της αριστεράς από τα χρόνια του ΕΑΜ και όλη τη μεταπολεμική περίοδο τροφοδοτώντας μια πολιτική ριζοσπαστικότητα. Γι’ αυτό και η απαξίωση του Πολυτεχνείου στοχεύει, αποκόπτοντας το από την αγωνιστική παράδοση, στο ίδιο το στοιχείο της εξέγερσης, που ξεπερνάει κάθε θεσμοποίηση και υπάρχει πάντα κίνδυνος κάθε επέτειος του Πολυτεχνείου να γίνει εφαλτήριο για έκφραση όχι απλώς  νέων προβληματισμών  αλλά και νέων αγώνων.