Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΩΝΤΑΣ …ΕΛΕΥΘΕΡΑ


Ηλεκτρονικές εφαρμογές, ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα, υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων κλπ. μας ενημέρωναν, ζητώντας τη συγκατάθεση μας,  όλο το προηγούμενο διάστημα για νέους όρους χρήσης, επειδή θα ετίθετο σε εφαρμογή ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για να εξασφαλιστεί  στους χρήστες μεγαλύτερος έλεγχος των προσωπικών δεδομένων τους.  Κι ενώ δεν έχουν περάσει παρά κάποιοι μήνες από τη διαρροή προσωπικών δεδομένων 50 εκατομμυρίων χρηστών του facebook και τη συγγνώμη  του Ζάκερμπεργκ και αποκαλύφτηκε και λάθος σε λογισμικό που κοινοποίησε σε όλους μηνύματα 14 εκατομμυρίων χρηστών του στις αρχές του Μαΐου.
               Και κάπως έτσι  δίνεται η ψευδαίσθηση ότι παρέχονται οι δυνατότητες για διακίνηση ιδεών, για διασφάλιση δικαιωμάτων, για περισσότερη διαφάνεια, για άμυνά μας από καλύτερες θέσεις στην υπεράσπιση της ελευθερίας μας και ιδιωτικότητάς μας.  Στην πραγματικότητα όμως η άρχουσα τάξη δεν ενδιαφέρεται για  τίποτε άλλο παρά   να επιτύχει την ιδεολογική ηγεμονία της σε όλο το φάσμα κοινωνικοπολιτικής έκφρασης δημιουργώντας επίφαση ιδεολογικής ετερογένειας με τα ψηφιακά κοινωνικά μέσα πρωτίστως να εξυπηρετούν αυτό το σκοπό αντί των παλαιών.
               Βάζοντας λοιπόν η κυρίαρχη ιδεολογία στη θέση της αντιπαλότητας καπιταλισμού-σοσιαλισμού την πολιτική φόρμουλα που συνδυάζει την οικονομία της αγοράς  με την εγγύηση της ισότητας ορισμένων κοινωνικών υπηρεσιών και δικαιωμάτων συνεισφέρει στην κατασκευή αυτού του φανταστικού αποσπασματικού, συγκροτημένου επιλεκτικά από κομμάτια της πραγματικότητας κόσμου. Σ’ αυτόν τον κόσμο έχουν εκμηδενιστεί οι πολιτικοί δογματισμοί κι έχουν φορτιστεί οι συμπεριφορές σε σχέση με ζητήματα ηθικής. Πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα αποκτούν ηθικό πρόσημο και αναπτύσσονται σταυροφορίες για τη διάσωσή τους. Η γενική και πολιτική αντιπαράθεση επιδιώκεται να βρίσκεται σε ύφεση και να οξύνεται η ηθική κριτική απέναντι σε τρόπους ζωής. Οι σταυροφορίες αυτές όταν καταπατούνται δικαιώματα ή περιστέλλονται  ατομικές ελευθερίες δεν περιορίζονται στη λήψη  ορισμένων πρακτικών μέτρων, αλλά μεταβάλλονται σε πνευματικές αποστολές που δεν μπορεί να αμφισβητεί κανένας. Κι έτσι επιβάλλεται μια ψευδή θεώρηση της πραγματικότητας που παίζει με τις επιθυμίες και τα ένστικτά μας.
               Φανταζόμαστε όλο αυτό το παγκόσμιο κατανεμημένο δίκτυο,  με το οποίο έχουμε κάποιο επίπεδο αλληλεπίδρασης, ότι ελέγχεται από εμάς, ενώ το ίδιο το δίκτυο παραμένει ελεγχόμενο από την άρχουσα τάξη  και τους διαμεσολαβητές της. Η κυρίαρχη τάξη περισσότερο πειστικά από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν μπορεί να κρυφτεί με τα λεγόμενα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Δημιουργώντας μια διαμεσολαβούμενη εντύπωση πολιτικής συμμετοχής και  εμπορευματοποιώντας τον ιδεολογικό ταξικό αγώνα σε μια ψηφιακή ψυχαγωγία, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πραγματικής πολιτικής συμμετοχής, ιδίως ανάμεσα στις προοδευτικές μεσαίες τάξεις. Στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης των αστών, η  ατομική ελευθερία να μιλά κανείς ελεύθερα φαίνεται να έχει παραδοθεί σε όλους αυτούς που τα διαχειρίζονται και τα έχουν στην κατοχή τους, έτσι στην τελική αυτό που αλλάζει  είναι ο τρόπος  εμφάνισης του κυρίαρχου λόγου των εκμεταλλευτριών τάξεων Το πρόβλημα δεν είναι βέβαια η ίδια η τεχνολογία, αλλά περισσότερο η καπιταλιστική εφαρμογή της και ο έλεγχός της που μπορεί να χρησιμοποιείται για την καταστολή εκείνων των δυνάμεων που της αντιτίθενται. Δημιουργώντας έναν απατηλό κόσμο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φαντασιώνονται –φαντασιωνόμαστε- πως μπορούν να απελευθερώσουν τον κόσμο με το μυαλό τους, μέσω φέισμπουκ, τουίτερ κλπ
               Με τη συμμετοχή μας στα κοινωνικά δίκτυα, που θεωρείται πως η ελευθερία και η δημοκρατικότητα του αστικού καθεστώτος μας εξασφαλίζει, έχοντας την πεποίθηση πως βιώνουμε και συμμετέχουμε στη διαδικασία του συνεχούς μετασχηματισμού και αδιάλειπτης ανακατασκευής του συνόλου των πληροφοριών  που μας επιτρέπουν πολλαπλές διασυνδέσεις γεγονότων και διαφορετικές οπτικές, η αξιοπιστία και η αυθεντικότητα του πρώτου υλικού που αναπαράγεται και ο τρόπος πρόσβασης σ’ αυτό απασχολεί όλο και λιγότερο τα εκατομμύρια χρηστών που αναζητούν την αλήθεια με το πληκτρολόγιο.
               Και φτάνει η ίδια η πραγματικότητα να διαλύεται σε διάφορες οπτικές και προοπτικές πάνω όμως σε πολύ συγκεκριμένο υλικό το οποίο οι κάτοχοι των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ελέγχουν και στο οποίο προσανατολίζουν τους χρήστες. Κι αν δίνεται η εντύπωση πως όλοι μπορεί να εκθέτουν απόψεις και ακόμα να καταπολεμούν το πνευματικό προϊόν κυρίαρχων αστών και των αχυρανθρώπων τους στην πραγματικότητα έτσι μάλλον αναπαράγεται η αστική πνευματική παραγωγή και ο αστικός έλεγχος και μάλιστα με τη σημαία της λαϊκής συμμετοχής.  Χωρίς λοιπόν νόμους και διατάγματα που να αφορούν πολιτικές ή κοινωνικές συμπεριφορές αλλοιώνονται έννοιες λέξεων, σχετικοποιούνται δικαιώματα, αποκτούν έναν αόριστο χαρακτήρα οι δράσεις και οι σημερινές μορφές των κοινωνικών μέσων μοιάζουν κοινωνικοποιημένες, ενώ συνεχίζουν να παραμένουν μέσα της κυρίαρχης τάξης, σχεδόν όσο και τα παλιά, μόνο με νέα ένδυση.
Οι πληροφορίες που μονοπωλούνται από μερικά πρακτορεία ειδήσεων και  αφορούν σε γεγονότα πέρα από το μικρόκοσμό μας, οι όροι χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που εξασφαλίζουν τον τελικό έλεγχο στις δημοσιεύσεις των χρηστών  είναι κάποιοι τρόποι που …ανεπαισθήτως χρησιμοποιούνται για την ολοκληρωτική χειραγώγησή μας, ώστε να βασιλέψει επιτέλους το ορθόν κατά την καπιταλιστική τάξη.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Τον Μάη έκλεισε μισός αιώνας από τον άλλο Μάη  του ’68, που κάθε προοδευτικός αστός ή μικροαστός επικαλείται σαν άλλοθι της  επαναστατικότητας του που  τελικά  προδόθηκε –και προτιμάται η παθητική σύνταξη για να είναι ζητούμενο το υποκείμενο της προδοσίας, αναλόγως εποχής  και συμφερόντων. Κι οι διαφορετικές έννοιες που αποδίδονται στην  επαναστατικότητα συνοψίζονται στη περίφημη φωτογραφία του κοριτσιού που ανεβασμένο στους ώμους ενός νεαρού ανεμίζει τη σημαία των  Βιετγκόγκ.  Κι αν η φωτογραφία αυτή έφτασε να γίνει  αντιπροσωπευτική εκείνου του Μάη είναι και  για το σύνολο των συμβολικών δυνατοτήτων που μπορεί να της αποδοθούν, ξεκινώντας από την ταυτότητα της εικονιζόμενης κοπέλας, (μοντέλο, αγγλίδα αριστοκράτισσα, εγγονή διπλωμάτη που την αποκλήρωσε, η ίδια διεκδίκησε τα δικαιώματα της φωτογραφίας), που αποκρυσταλλώνει αμφισημίες και παράδοξα εκείνης της εξέγερσης.
               Σ’ εκείνον το Μάη  πρωτεργάτες αναδεικνύονται τα φοιτητικά στρώματα των μεσαίων τάξεων, που ένιωθαν πως απειλούνται τόσο από τον οδοστρωτήρα του κεφαλαίου όσο και από την πτώση στην προλεταριακή κόλαση, τα οποία μένουν χωρισμένα σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη, αμφισβητώντας το σύστημα που αθετεί τις υποσχέσεις του για ευημερία. Η κληρονομιά εκείνης της εξέγερσης  σε ό,τι ονομάζουμε κίνημα, που κομματιάζει κάθε πολιτική ταυτότητα  συνεχώς  μεταμορφώνοντάς τες, ήταν βαριά.  Η ανατροπή παλιών ιδεολογικών και οργανωτικών προτύπων,  η διεκδίκηση αυτονομίας από κάθε κίνημα αλλά και άτομο,  η άρνηση της εκπροσώπησης, η αμεσότητα, η ποικιλία των επαναστατικών υποκειμένων είναι οι μύθοι που μισό αιώνα τώρα  συσκοτίζουν την πραγματικότητα κάνοντας πιο κοπιαστική την ανάγνωση της κι επομένως την ερμηνεία της.
               Κομμάτια αυτής της κληρονομιάς, βαρύτητα στην προσωπική εμπειρία και το αυθόρμητο, καταξίωση ατομικισμού   κρυμμένου πίσω από αποκαλούμενες επαναστατικές μορφές, αναζήτηση  νέων γρήγορων λύσεων, η χωρίς κριτική εξύμνηση κάθε πράγματος που μοιάζει να έχει σχέση με αμφισβήτηση του συστήματος, ανιχνεύονται στην όψιμη κινητικότητα που παρουσιάζεται, μετά από μια δεκαπενταετία, σχετικά με τον Δ. Κουφοντίνα, ηγετικό στέλεχος της Ε.Ο 17 Νοέμβρη.
               Στα οκτώ χρόνια κρίσης, που μονιμοποιήθηκε, έχοντας ακυρωθεί εκ των πραγμάτων κάθε εναλλακτική λύση με υποσχόμενη επιδιόρθωση του συστήματος, επιμένουμε στην αποσπασματική αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης μετατρέποντάς την σε ένα απλό σύνολο επιμέρους ζητημάτων ασύνδετων μεταξύ τους, μένοντας, μια μεγάλη πλειοψηφία, θεατές δράσεων εδώ και τώρα  που αναδεικνύουν το υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς στρατηγικό όραμα. Και κάπου εδώ θα μπορούσαν να τέμνονται  οι δράσεις της οργάνωσης Ρουβίκωνα μ’ εκείνες της 17 Νοέμβρη, αν δεν υπήρχαν οι νεκροί από το 45αρι της τελευταίας. 
               Κι αν τα τρικάκια του Ρουβίκωνα μοιάζουν με καρικατούρα αγωνιστικής δράσης κι ο λόγος  και συμπεριφορά των μελών της 17 Νοέμβρη στην προ δεκαπενταετίας δίκη τους  αφήνει έκθετη την οργάνωση ιδεολογικά και πολιτικά, ανεξάρτητα αν  η δίκη εκείνη υπήρξε η  λυδία λίθος για τη αποκάλυψη του ψεύδους περί ανεξαρτησίας δημοσιογράφων, πολιτικών,  δικαστικών ακόμα και γιατρών
               Ακόμα όμως κι αν υποκρύπτει σκοπιμότητες η επανεμφάνιση στη δημοσιότητα της 17 Νοέμβρη, αυτό δεν αναιρεί πως, έστω και περιθωριακά, μια αντίστοιχη δράση της δεν θα τύχαινε από μέρος του πληθυσμού ευνοϊκής αντιμετώπισης –όπως και τότε στα χρόνια της δράσης της.  Παρόλο βέβαια  που σε μεγάλο βαθμό δεν μπόρεσαν τα καταδικασμένα ως μέλη της να δικαιολογήσουν πολιτικά και ιδεολογικά ούτε και  την  επιλογή προσώπων που στοχοποιούνταν την τελευταία τουλάχιστον δεκαπενταετία  της δράσης της. Είναι που  ενδιαφέρει αυτός ο χαρακτήρας της δράσης ο οποίος αφορά ειδικές τακτικές χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, με στόχο την άμεση αποτελεσματικότητα σχετικά με ιδιαίτερα  προβλήματα, χωρίς μαζική κινητοποίηση και μακροχρόνια δράση και  αδιαφορώντας για  το πολιτικό άλμα από το ειδικό  στο γενικό.
               Αναζητώντας λοιπόν,  μισό αιώνα τώρα, το αντιτιθέμενο επαναστατικό υποκείμενο στην πραγματική μορφή της αστικής κοινωνίας διευρύνθηκε το πεδίο  για απαξίωση της πρωτοπορίας του κομμουνιστικού κόμματος. Μόνο που κάθε κίνημα –φεμινιστικό, οικολογικό κλπ.- το οποίο φάνταζε για επαναστατικό υποκείμενο μετά από τις αντιεξουσιαστικές του ανάπαυλες αποδεικνυόταν  ανίκανο ν’ αναπτύξει  μια συνολική πρακτική  ανάλογη με τους στόχους που διακήρυττε ο αυθορμητισμός του  και να μεταβληθεί σε οργάνωση μαζών. Μπορούσε να κατονομάζει  τους σκοπούς  και το περιεχόμενο του αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά δεν μπορούσε ούτε και επιδίωκε να τα περάσει σε οργανωτικό επίπεδο, συνδέοντας τα με ένα στρατηγικό όραμα. Γιατί ακριβώς είναι το κομμουνιστικό κόμμα, το απαξιωμένο βέβαια και απορριπτέο,  που αναπτύσσει την ενοποιητική στρατηγική  της εργατικής τάξης.
               Γι’ αυτό και όσο η κρίση γίνεται διαρκείας τόσο πιο επιτακτικό γίνεται να ξεκαθαριστούν πολλές από τις θέσεις, κληρονομιά  της ιδιόμορφης κατάστασης  της δεκαετίας του ’60, που αποδεικνύονται ανίκανες  να αντιμετωπίσουν την καπιταλιστική επίθεση. Έχει γίνει πια σαφές ότι η  αστική δημοκρατία δεν είναι  βασισμένη ούτε πάνω  στο έμβλημα ελευθερία -ισότητα -αδελφότητα ούτε πάνω στη διακήρυξη  των δικαιωμάτων του ανθρώπου ούτε καν πάνω  στο χάρτη του ΟΗΕ, αλλά πάνω στις ίδιες παλιές αποικιοκρατικές και ιμπεριαλιστικές αρχές εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Γι’ αυτό και η κυρίαρχη εξουσία και οι παρατρεχάμενοί της είναι έτοιμοι να νεκραναστήσουν ζωντανούς νεκρούς, πεθαμένα κινήματα, ξεχασμένους μύθους, σκιρτήματα της μιας ή άλλης ομάδας που ήταν περισσότερο ή λιγότερο  συνδεδεμένη με την παράδοση εναλλακτικού ή επαναστατικού κινήματος, χρησιμοποιώντας την αυθόρμητη πλευρά τους που δεν καταφέρνει να βρει άκρη στη σημερινή πραγματικότητα κι είναι εύκολη η εκμετάλλευσή τους για να γίνουν ακίνδυνα.
               Κι εν τω μεταξύ η εργατική τάξη που τη θεωρούν ξεγραμμένη όλο και περισσότερο δείχνει το δυναμισμό της. Οι εργαζόμενοι στο λιμάνι του Πειραιά στις προβλήτες II και III ταρακούνησαν με την απεργία και την έστω και μικρή νίκη τους εργοδότες και κυβέρνηση δείχνοντας πως ποτέ δεν σταματούν οι ταξικοί αγώνες. Γιατί το αποφασιστικό παιχνίδι θα παιχτεί με την εργατική τάξη  που χρειάζεται τη συμβολή του ταξικού κόμματος, του κομμουνιστικού.
Δεν αρκεί λοιπόν να τοποθετηθεί κανείς θεωρητικά με το μέρος της εργατικής τάξης θα πρέπει να μπει και στην πρακτική μαζί της.  

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΔΗΛΩΣΕΩΝ


Ανάμεσα στις ειδήσεις των ημερών, κάποιες στο περιθώριο των σημαντικών γεγονότων είναι ενδεικτικές για τη χαρτογράφηση του ιδεολογικού εποικοδομήματος της καπιταλιστικής Ενωμένης Ευρώπης.
  Από τη μια  είναι  η συγγνώμη που ζήτησε  ο επίτροπος Προϋπολογισμού Γκίντερ Έτινγκερ για τη δήλωσή του σε δημοσιογράφο πως οι αγορές θα μάθουν στους Ιταλούς πώς να ψηφίζουν, ενώ ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντ. Τουσκ απηύθυνε έκκληση  στους ευρωπαϊκούς θεσμούς να σέβονται τους ψηφοφόρους. Η διορθωτική δήλωση του Ντ. Τουσκ, που θωπεύει τ’ αυτιά των πολιτών, δεν αναιρεί την αλήθεια που με κυνισμό εξέφρασε ο επίτροπος για την εξάρτηση του πολιτικού από το οικονομικό. Παραδέχτηκε δηλ. ο επίτροπος αυτό που είναι πασιφανές, πως από τον   καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της υλικής  ζωής  εξαρτάται το δημοκρατικό δυναμικό των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών της Ενωμένης Ευρώπης.
               Από την άλλη είναι η υποδοχή στο προεδρικό μέγαρο  από τον πρόεδρο της Γαλλίας Ε. Μακρόν του Μαμαντού Γκασάμα, «παράτυπο» μετανάστη από το Μάλι, ο οποίος έσωσε τετράχρονο παιδί που κινδύνευε να πέσει από τον 4ο όροφο,  και η διαβεβαίωσή του  πως «όλα τα χαρτιά θα τακτοποιηθούν» και θα ενταχθεί στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Η εξασφάλιση της νομιμότητας του μετανάστη  ήταν  η ανταμοιβή  του  εκ μέρους του κυβερνήτη για την ηρωική του πράξη,  όπως σε εποχές φεουδαρχίας ανταμείβονταν οι πολεμιστές  για τις υπηρεσίες τους προς τους άρχοντες με παραχωρήσεις γης και προνόμια.
               Ξεκινώντας, πάνω από μισό αιώνα  ως οικονομική ένωση, η ενοποίηση της Ευρώπης, μ’ επίκληση στην  πολιτική, φιλοσοφία, οικονομία για να υποστηριχτεί η κατασκευή της, επιδιώκεται η στράτευση των λαών της στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο της ενοποιημένης οικονομίας των ευρωπαϊκών κεφαλαίων. 
               Η ελεύθερη λοιπόν οικονομία της αγοράς, επενδυμένη με επιστημονικό κύρος και πολιτική εγκυρότητα, υπήρξε η βάση της ενοποίησης της Ευρώπης. Λειτουργεί ως ύψιστη κανονιστική αρχή της πολιτικής και υποχρεώνονται όλα τα κράτη να απαλείψουν κάθε στοιχείο  που εμποδίζει την υλοποίησή της. Επομένως και όλη η διαδικασία των εκλογών λειτουργεί μ’ αυτήν την προϋπόθεση, πως δεν θα διακινδυνέψει η οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αλλά θα διευκολυνθεί η λειτουργία της με την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης.  Εξάλλου την τελευταία δεκαετία της κρίσης έγινε πασιφανές αυτό που με τις  λεκτικές ή εικονικές διαφοροποιήσεις παραπλανούσε, πως οι διαφορές ανάμεσα στα  αστικά κόμματα δεν αφορούσαν ούτε μορφές εξουσίας ή οικονομίας, που θεωρούνταν δεδομένες, αλλά μόνο πρόσωπα που θα τις διαχειρίζονταν. Πάνω λοιπόν στην κατασκευή της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος στήνεται το καινούργιο πολιτικό εποικοδόμημα,  που διακηρύττεται πως  διατηρεί τους κανόνες λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας παρόλο που  αποφάσεις οι οποίες αφορούν ζωτικά συμφέροντα των λαών παίρνονται από όργανα που δεν εκλέγονται και δεν ελέγχονται, ακολουθώντας έστω και τυπικά δημοκρατικές διαδικασίες.
               Επειδή η  ιστορία των δυο παγκοσμίων πολέμων με σκηνικό την Ευρώπη αποτέλεσε τον  πολιτικό μύθο πάνω στον οποίο ιδρύθηκε η Ενωμένη Ευρώπη, έγινε αποδεκτή η κατάλυση της κυριαρχίας του εθνικού κράτους, με τις εθνικές κυβερνήσεις να ισχυρίζονται πως προσπαθούν να επιβάλλουν το «εθνικό» συμφέρον μέσα από διαπραγματεύσεις και παζάρια, εξοστρακίζοντας έτσι κάθε έννοια εχθρότητας ανάμεσα στα κράτη. Και γίνεται πια σαφές πως από την ψευδαίσθηση της εξασφάλισης του κοινού καλού με  το διάλογο των πολιτών  μέσω των θεσμών της αστικής δημοκρατικής διακυβέρνησης περνάμε στην ψευδαίσθηση των συνεχών διαπραγματεύσεων για κοινό συμβιβασμό ανάμεσα στα κράτη της Ενωμένης Ευρώπης με δίκαιο αποτέλεσμα για όλους, ενώ αυτά δεν διαπραγματεύονται παρά  σαν  σύνδικοι ανώνυμων εταιρειών. Η ευρωπαϊκή δημοκρατία καταντά  στο τέλος απλώς μια διαδικαστική αρχή επικοινωνιακού τύπου που στερείται οποιασδήποτε ουσίας.
               Κι αν η Ενωμένη Ευρώπη ομνύει στη δημοκρατία, αυτή όμως δεν θέλει να γίνεται αντιληπτή παρά σαν διαδικασία πολιτικής οργάνωσης μεμονωμένων ανθρώπων, παραβλέποντας πως η Ευρώπη δεν συνενώνει –μέσω της αρχής  της εκπροσώπησης - άτομα αλλά λαούς. Έτσι όμως διευκολύνεται να γίνει διαχωρισμός των ανθρώπινων από τα πολιτικά δικαιώματα. Κι ενώ οι ξένοι, πρόσφυγες και μετανάστες, έχουν ανθρώπινα δικαιώματα δεν έχουν όμως πολιτικά για να τα υπερασπιστούν. Και δίνεται η εντύπωση πως έχει η  δημοκρατία της Ενωμένης Ευρώπης ανθρωπιστικά στοιχεία,  ενώ συγχρόνως και η έννοια του ευρωπαίου που επιδιώκεται ν’ αντικαταστήσει αυτή του ανήκοντος σ’ ένα έθνος δεν διαφοροποιείται από την τελευταία. Όπως όμως οι γενικές αρχές, το σύνταγμα ισχύουν για τους πολίτες ενός εθνικού κράτους έτσι και η ενωμένη Ευρώπη λειτουργεί  για τους πολίτες που ανήκουν σ’ αυτήν και όχι για όλους τους ανθρώπους πάνω στη γη. Αυτοί λοιπόν που φιλοξενούνται  στην επικράτειά της δεν είναι πολίτες της, γιατί δεν είναι και  μέλη  των επί μέρους λαών και εθνών. Κι ενώ η Ευρώπη περηφανεύεται πως καταπολεμά κάθε μορφή εθνικισμού και η δημοκρατία της φέρνει ανθρωπιστικά στοιχεία, κλείνει όμως τα σύνορά της απέναντι στους διάφορους «εισβολείς», μετανάστες και πρόσφυγες, που προσπαθούν να  διεισδύσουν ιδιαίτερα εξ ανατολών. Η πολιτική στη διάκριση εχθρού και φίλου συνεχίζει να υπάρχει.
               Κι ενώ ο χώρος της Ευρώπης  αναδιοργανώνεται με τη μορφή της οικονομικής και νομισματικής ένωσης που γκρεμίζει τα σύνορα για την καπιταλιστική οικονομία τα στήνει όμως στο πολιτικοκοινωνικό επίπεδο. Κι έτσι στο  καπιταλιστικό σύστημα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις υποβιβάζονται σε συναλλαγές, οι άνθρωποι πρέπει ν’ ανταγωνίζονται για το ποιος θα διαπρέψει στην κούρσα για ατομική διάκριση που ανάλογα με την κοινωνική του τάξη εξασφαλίζει την οικονομική αναγνώριση ή την απλή επιβίωση. Η  συμπεριφορά λοιπόν του Ε. Μακρόν προς το μετανάστη συνεισφέρει στο ιδεολογικό εποικοδόμημα που στήνεται. Ωστόσο  έχει πραγματική βάση την ανταλλαγή των υπηρεσιών του υποτελή έναντι κάποιου ευεργετήματος, όπου αντανακλάται η πάγια σκοπιμότητα των καπιταλιστικών οικονομιών να επενδύουν σε δράσεις που συνδέονται με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης με κριτήριο πάντα την κερδοφορία. Και  φυσικά και η όποια ένταξη μεταναστών στο εργατικό δυναμικό της ευρωπαϊκής ένωσης  μ’ αυτό το κριτήριο γίνεται. Είναι που άνθρωπος και εργασία  παραμένουν στον έλεγχο της καπιταλιστικής τάξης.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟΙ ΕΛΙΓΜΟΙ


Και συνέπεσαν την ίδια μέρα ο πριγκιπικός γάμος στο Λονδίνο που αναμετέδιδε σ’ απευθείας σύνδεση το ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι  του ΑΝΤ1 και οι προπηλακισμοί και βιαιότητες προς το δήμαρχο Θεσσαλονίκης  Γ. Μπουτάρη κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων για την επέτειο της γενοκτονίας των Ποντίων.
               Το χρονικό των βιαιοτήτων προς το δήμαρχο μέσα από διάφορα βίντεο και φωτογραφίες έγινε λεπτό το λεπτό γνωστό σε όλους προκαλώντας την αυτονόητη καταδίκη τους, που επεκτεινόταν στην απαίτηση για καταδίκη της βίας ανεξαρτήτως προέλευσης. Και συγχρόνως δόθηκε και η ευκαιρία για μικροπολιτικές αντιπαλότητες στον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα που επέρριψε  ευθύνη για το περιστατικό  σε «σκοτεινό και ακραίο τμήμα της  αξιωματικής αντιπολίτευσης», ενώ στο δημοσιογράφο Π. Τσίμα στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ  να υποβαθμίσει τη δολοφονία του Π. Φύσσα με συγκρίσεις δυσανάλογες, ευνοϊκές όμως για φασιστικές συμπεριφορές.
               Κι αναζητώντας, βοηθούντος και του κυβερνητικού λόγου, η συλλογική μνήμη ιστορικές αναλογίες ανέτρεξε σε δολοφονία Λαμπράκη με παρακράτος, Γκοτζαμάνη και τρίκυκλο, ιδιοποιούμενη αυθόρμητα το σύστημα ιδεών και χειραγωγήσεων της κυρίαρχης τάξης, της οποίας το συμφέρον είναι η διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων που επιτρέπουν την κυριαρχία της και φαίνεται πως σ’ αυτό εξυπηρετεί  το πρότυπο του δόκτορα Τζέκυλ και κύριου Χάιντ εφαρμοζόμενου στο  αστικό κράτος.    
               Με τον μεταπολιτευτικό ελιγμό της, όταν απονομιμοποιήθηκε η κυρίαρχη ιδεολογία του μετεμφυλιακού κράτους, η αστική τάξη σφετερίστηκε ιδεολογική και πολιτική ακτινοβολία των κομμουνιστών της δεκαετίας του ’40, και εμφανώς, τουλάχιστον ένα  μεγάλο τμήμα της, αποστασιοποιήθηκε απ’ αυτήν γενικά  προσποιούμενη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, άγνοια σχετικά με τη δολοφονία, προβάλλοντας την ερμηνεία  της  διττής εξουσίας που περιλάμβανε το σκοτεινό, μη ελεγχόμενο παρακράτος. Το ίδιο σχήμα επιστρατεύεται και τώρα για να ερμηνευτούν δράσεις και συμπεριφορές φασιστικές,  που κανένα αστικό κόμμα βέβαια ξεκάθαρα δεν επιδοκιμάζει. Από  την άλλη όμως  δεν διστάζουν να τις εκμεταλλευτούν για να διαμορφωθούν συνειδήσεις και νοοτροπίες που συμβάλλουν στη δημιουργία είτε προϋποθέσεων, ενότητα εναντίον του φασισμού, για  ανοχή ή και αποδοχή του υπάρχοντος συστήματος είτε διεξόδων προς τη φασιστική επιλογή  για  ελεγχόμενη διοχέτευση  της αγανάκτησης και απελπισίας, που  δεν θα εξυπηρετήσει παρά το κεφάλαιο.
               Η εικόνα πάλι του πατέρα με το παιδί στην αγκαλιά, ο οποίος προπηλακίζει το δήμαρχο, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που τμήματα των λαϊκών μαζών αντιδρούν υποκύπτοντας σε συγκεκριμένες ανάγκες των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δομών που χρειάζονται οι κυρίαρχες τάξεις. Κι αν  η αντίθεση ανάμεσα στον υποβασταζόμενο γηραιό κύριο και τον ώριμο γερό άντρα με συμπεριφορά τραμπούκικη που ξεπερνά τα εσκαμμένα για σεβασμό στον αδύναμο προκαλεί απέχθεια, είναι όμως ακριβώς αυτός ο λόγος   που το γερό σώμα και οι προπηλακισμοί δίνουν την αίσθηση της υπεροχής στον ώριμο άντρα. Κι  είναι αυτή η υπόσχεση υπεροχής που ο φασισμός  χρησιμοποιεί  για να  παρασυρθούν μεγάλες λαϊκές μάζες, κάνοντας έτσι να φαίνεται ότι αυταρχισμός και εκφασισμός ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και διεκδικήσεις των εξαθλιωμένων λαϊκών στρωμάτων. Ο προβληματισμός λοιπόν που γεννά αυτή η εικόνα δεν έχει να κάνει τόσο με την ίδια τη συμπεριφορά, όσο για τις αιτίες που διαμόρφωσαν τις συνθήκες οι οποίες  επέτρεψαν  αυτή να εκδηλωθεί.
               Κι αν στα χρόνια ανόδου του  λαϊκού κινήματος φαινόταν πως επιδίωξη ήταν η ενσωμάτωση που θα εξασφάλιζε τη συναίνεση στις επιλογές της κυρίαρχης πολιτικής, στην εποχή της οικονομικής κρίσης που μονιμοποιήθηκε και εξαπλώνεται με τη μια ή  άλλη μορφή, φαίνεται πως το ξερίζωμα των λαϊκών στρωμάτων από την καθημερινότητα της ζωής και η εκμηδένιση τους δεν λειτουργούν ανασταλτικά για τις επιλογές της κυρίαρχης τάξης. Επιμένοντας όμως ο κυρίαρχος λόγος  και οι μεταμφιέσεις του στην απαξίωση σε ιδεολογικό επίπεδο της πάλης των τάξεων και του κοινωνικού μετασχηματισμού και υποστηρίζοντας την αστική δημοκρατία ως οριστικό, ολοκληρωμένο και διαχρονικό πολιτικό σύστημα που ποινικοποιεί κάθε προσπάθεια μετασχηματισμού έξω από τις διαδικασίες που η ίδια επιτρέπει, αρνείται ταξικές συγκρούσεις κι υπερασπίζεται νεφελώδη και συγκεχυμένα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες.
               Στην πραγματικότητα όμως  η μορφή που παίρνει κάθε φορά ο φασισμός γίνεται πάνω στη βάση των ταξικών συγκρούσεων, την ιδιαίτερη έκφραση των ειδικών  ταξικών αγώνων. Στο περιστατικό λοιπόν βίας με το δήμαρχο αποδεικνύεται πώς κι ο εκφασισμένος κυρίαρχος λόγος εκμεταλλεύεται τις  ταξικές συγκρούσεις και στρεφόμενος ακόμα και εναντίον αστών  προσπαθεί να γίνει ακόμα περισσότερο  πειστικός σε λαϊκές μάζες δείχνοντας πως ανταποκρίνεται στις επιθυμίες και διεκδικήσεις τους. Και στο σημείο αυτό αποκαλύπτονται οι υπηρεσίες του στο κυρίαρχο σύστημα, στο οποίο ανοίγεται ευρύ πεδίο υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας και καταξίωσής της υπεράνω τάξεων, ώστε να μην υπάρξουν προεκτάσεις, να μην προκύψουν αναλύσεις, για  να μη συνδεθεί με το φασισμό.
               Και κάπως έτσι χειραγωγείται η απελπισία και η επιθετικότητα των μαζών, όταν σε καιρούς εξαθλίωσης δεν αρκούν τα ζαχαρωμένα όνειρα να τις καθηλώσουν μακροπρόθεσμα σε παθητικότητα. Η σύμπτωση λοιπόν του πριγκιπικού γάμου και του βίαιου επεισοδίου με το δήμαρχο μοιάζουν με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όταν  η συναίνεση απειλείται και τα παραμύθια με διάφορα περιτυλίγματα χρυσόσκονης για τις ευκαιρίες που μας προσφέρονται κινδυνεύουν να μη είναι πειστικά, η κυρίαρχη τάξη οργανώνεται ιδεολογικά για να  δικαιώσει και να διολισθήσει, όταν χρειαστεί, και στη φασιστική επιλογή.