Και όλοι οι κυβερνώντες και περί τα κοινά τυρβάζοντες εμφανίζονται
και πάλι κατάπληκτοι και ανήσυχοι με τη νίκη του κόμματος Εναλλακτική για τη
Γερμανία στις εκλογές για το τοπικό κοινοβούλιο στη Σαξονία-Άνχαλτ. Η Ευρώπη
εδώ και περισσότερο από 25 χρόνια, από την ανάδειξη στις εκλογές, το μακρινό
1999 στην Αυστρία, του ακροδεξιού
Κόμματος της Ελευθερίας σε δεύτερο κόμμα και τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση με
το Λαϊκό Κόμμα, όλο ταράζεται και
αγχώνεται με την άνοδο της ακροδεξιάς σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Και οι
αναλύσεις από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης φλύαρες αλλά …προβληματισμένες
για την άνοδο ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων περισσότερο θέλουν να
δικαιώσουν τη συναίνεση προς την κυρίαρχη πολιτική παρά να αναζητήσουν τις
αιτίες ανάδειξης φασιστικών και φασιζόντων κομμάτων. Ποτέ δεν συνδέουν το φασισμό
με τον καπιταλισμό ούτε βλέπουν σ’ αυτόν την αποκατάσταση της ανεξέλεγκτης
εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία με την κατάργηση όλων των δικαιωμάτων
που οι εργαζόμενοι με αγώνες απέσπασαν από την κυρίαρχη τάξη.
Πολυάριθμοι εναλλακτικοί όροι χρησιμοποιούνται για να
χαρακτηριστούν κόμματα και μορφώματα του πολιτικού φάσματος της άκρας δεξιάς, έτσι
που να μη συνδέονται με τον καταδικασμένο από την ιστορία φασισμό, αλλά και να αποφεύγεται
η ανάκληση στη μνήμη των τερατωδών εγκλημάτων
του φασισμού και ναζισμού. Από το ακροδεξιό έως τον δεξιό εξτρεμισμό ή λαϊκισμό και ριζοσπαστισμό
γίνονται προσπάθειες φασίζοντα κόμματα να διακριθούν θεωρητικά και εννοιολογικά, ενώ οι
μεταβάσεις μεταξύ τους αποδεικνύονται θολές στην πολιτική πρακτική και
χαρακτηρίζονται από επικαλυπτόμενο περιεχόμενο. Συγχρόνως, η ποικιλία ονομάτων,
που θέλει να τα αποσυνδέει από το φασισμό, επιχειρεί αυτά τα κόμματα, διατηρώντας την ουσία του
ιδεολογικού τους πλέγματος, να πείσουν για την αποδοχή εκ μέρους τους των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού κι
έτσι να συγκαλύπτεται ο ρόλος που έχουν αναλάβει. Να εναρμονίσουν το σύνολο της
κοινωνίας στις απαιτήσεις του κεφαλαίου, υποτάσσοντας ολοκληρωτικά τους εργαζόμενους στο σύστημα εκμετάλλευσης
του.
Στα καθ’ ημάς, από την οικονομική κρίση και
μετά βγαίνουν από το περιθώριο και συνωστίζονται
στο χώρο της ακροδεξιάς κόμματα και κομματίδια, άλλα με άμεση σύνδεση με
φασιστικές πρακτικές κι άλλα καλυμμένα με θρησκευτικοεθνικιστικό μανδύα. Είναι
που η κοινωνικοοικονομική εξαθλίωση τρέφει το φασισμό, χρεώνοντας στα συστημικά
κόμματα την αποτυχία διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και προβάλλοντας σε
ακροδεξιά κόμματα μια ψευδή αντισυστημικότητα. Γι’ αυτό και η συκοφάντηση και περιθωριοποίηση,
όταν οι συνθήκες δεν διευκολύνουν την απαγόρευση, του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν πάντα στόχος της
κυρίαρχης τάξης στα χρόνια της φιλελεύθερης δημοκρατίας, για να μη στραφεί η
εργατική τάξη στο δικό της κόμμα. Με την
ανάδειξη εδώ και μια δεκαπενταετία κομμάτων όπως ο ΛΑΟΣ, η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ, οι ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ,
η ΝΙΚΗ φαίνεται να εδραιώνεται ένα έντονο κύμα ακροδεξιάς ρητορικής, το οποίο
ποτέ στο παρελθόν στη διάρκεια των μεταπολιτευτικών ετών δεν εμφανίστηκε τόσο
ισχυρό.
Γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικές οι
κινητοποιήσεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη, στα εγκαίνια της Δ.Ε.θ. Η μαζική συμμετοχή χιλιάδων κόσμου με τα ταξικά
σωματεία του υπό τη σκέπη του ΠΑΜΕ έδειξε ότι το ταξικό κίνημα αποκτά ολοένα
και μεγαλύτερη δύναμη. Η εικόνα μιας Θεσσαλονίκης που είχε κατακλυστεί από αμέτρητους
διαδηλωτές γίνεται το «βήμα δυναμικής ταξικής αντίθεσης στην αντιλαϊκή
κυβερνητική πολιτική». Και μοιάζει με άμυνα του συστήματος η επιλογή να θαφτεί
αυτή η μεγαλειώδης κινητοποίηση από τα
συστημικά μέσα ενημέρωσης, επειδή με την, προς το παρόν, αγνόηση και την περιθωριοποίηση
στην ενημέρωση των ταξικών αγώνων επιχειρείται
η τιθάσευση ενός ταξικού κινήματος που είναι ο μοναδικός αντίπαλος της κυβερνητικής
πολιτικής.
Εν ολίγοις, πολιτικά κόμματα της ακροδεξιάς,
που ήταν κάποτε περιθωριακά, έχουν αποκτήσει αυξανόμενη επιρροή, τόσο σε εθνικό
επίπεδο όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, και σταδιακά διαμορφώνουν το πολιτικό
τοπίο. Στην πραγματικότητα μάλιστα, πέρα
από τις εκλογικές επιτυχίες της ακροδεξιάς, η επικράτησή της, που φανερώνει όμως
και τη σύνδεσή της με τα αστικά κόμματα, έγκειται
στην επιτυχία της να επιβάλει τις ιδέες της στην κεντρική πολιτική σκηνή και να τις κάνει κοινότοπες και αποδεκτές.
Το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό
είναι ο σκληρός μεταναστευτικός νόμος που ψηφίστηκε στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο
στις 17 Ιουνίου 2026, παρόλο τους ευφημισμούς που χρησιμοποιούνται. Πρόκειται
για κέντρα κράτησης, στρατόπεδα δηλ., κόμβοι επιστροφής είναι ο πιο
…δημοκρατικός όρος, που χτίζονται εκτός Ευρώπης, όπου ο απελαθείς μετανάστης δεν
έχει πατήσει ποτέ πριν το πόδι του.
Μπορεί να αποκλειστεί από την Ευρώπη για δέκα χρόνια ή ισόβια, να κρατηθεί σ’
αυτά ένα ή δυο χρόνια. Πέντε χώρες, κι ανάμεσά τους η μικρομέγαλη, φαντασμένη
ρακένδυτη χώρα μας χτυπούν τις πόρτες σε
όλη την Αφρική, αναζητώντας κυβερνήσεις
που είναι πρόθυμες να αποθηκεύσουν τους ανθρώπου που η Ευρώπη αρνείται να
δεχτεί, δηλ. μαύρους και μουσουλμάνους. Ανθρώπους από χώρες που οι ευρωπαίοι
αποικιοκράτες αποστράγγισαν, χάραξαν κατά τα συμφέροντά τους τα σύνορά τους, πυροδότησαν
πολέμους και τώρα οι κάτοικοί τους καταφεύγουν σ’ αυτήν. Και είναι οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της
Ευρώπης που πληρώνουν φτωχές χώρες για να κλειδώσουν μακριά από την Ευρώπη
το ανθρώπινο κόστος από τους αιώνες λεηλασίας και κλεμμένου πλούτου.
Και
βεβαίως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι ένα ολίσθημα ή παραπάτημα. Δεν είναι οι
δημοκρατικές δυνάμεις που σύρονται προς τα ακροδεξιά παρά τη θέλησή τους. Είναι το κυρίαρχο σύστημα
του μονοπωλιακού καπιταλισμού που το επέλεξε και συγχρονίστηκε με την ακροδεξιά σε αγαστή συμφωνία να
στείλει πίσω τους μετανάστες. Αν λοιπόν τα …αξιοσέβαστα κόμματα ψήφισαν μαζί με
τους φασίστες ίσως οι διαφορές τους, όσο βαθαίνει η καπιταλιστική κρίση, να μην
γίνονται τόσο ορατές.
Η κυρίαρχη τάξη, στη συνεχή καπιταλιστική κρίση με το σταθερά εδραιωμένο και σε μεγάλο βαθμό
αδιαμφισβήτητο σύστημα κομματικής συναίνεσης, απουσία εναλλακτικών επιλογών που
επέβαλλε για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού που βιώνει την καπιταλιστική
εκμετάλλευση, φρόντισε ν’ αφήσει χώρο για την πολιτική ανάδειξη ακροδεξιών
κομμάτων. Με τις πολιτικές της έχει απαξιωθεί ο συνδικαλισμός με την άλωσή του από τους εκπροσώπους
της, και το ΠΑΣΟΚ διέπρεψε σ’ αυτόν τον τομέα, έτσι που να κινητοποιούνται οι
εργαζόμενοι όλο και λιγότερο ταξικά μέσω των παραδοσιακών ταξικών οργανώσεων
και αποσυνδέεται η κοινωνική τους θέση από την κομματική ένταξη, ώστε χωρίς
απαγορεύσεις να απαξιώνεται και συρρικνώνεται το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τα
ακροδεξιά λοιπόν κόμματα απευθύνονται και σ’ αυτούς που βιώνουν μεγάλη εκμετάλλευση στον καπιταλισμό, παρουσιάζοντας
ως κεντρικές περιοχές σύγκρουσης τη μετανάστευση, την εθνική ένταξη, την
πολιτιστική απειλή, μεταφέροντας έτσι τη σύγκρουση από τις ταξικές αντιθέσεις
και συμφέροντα.
Γιατί φασιστικά μορφώματα
ευδοκιμούν εκεί όπου η ταξική συνοχή
είναι αδύναμη, όπου οι εργαζόμενοι είναι απομονωμένοι και συμμετέχουν ελάχιστα
σε ταξικά σωματεία και δεν έχουν άλλα μέσα πολιτικής έκφρασης εκτός από την
ψήφο διαμαρτυρίας στις εκλογές. Η κυρίαρχη τάξη, ενώ οι ταξικές δομές συνεχίζουν να διαμορφώνουν καθοριστικά τις
κοινωνικές ανισότητες και τις συνθήκες διαβίωσης, αναλαμβάνει με τον καλυμμένο φασιστικό λόγο να αλλάξει την
πολιτική τους άρθρωση. Αναδιαμορφώνονται έτσι ζητήματα που σχετίζονται με
ταξικές διαφορές και συγκρούσεις, δίνοντας τους μια άλλη πολιτική φόρτιση που ευνοεί την
κυρίαρχη εξουσία, όπως είναι η αναζωπύρωση της ρητορικής μίσους, ο στιγματισμός
των μειονοτήτων, ο εθνικισμός, οι αμφισβητήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, η ξενοφοβία.
Τη στιλβωμένη όμως εικόνα της ακροδεξιάς
με την εσκεμμένη της διπροσωπία και ασάφεια της τη διαποτισμένη με εθνικιστική ρητορική και
υποστήριξη μιας οικονομίας που ευνοεί μονοπώλια και τις πλουσιότερες τάξεις είναι
μόνο τα ταξικά σωματεία με το κόμμα της εργατικής τάξης, το κομμουνιστικό, που
αποκαλύπτουν και πολεμούν με τους αγώνες τους.