Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

 

Και μοιάζει σαν να βουλιάζουμε σ’ ένα σκοτάδι χωρίς προσδοκία φέγγους. Δυο πόλεμοι γύρω μας μαίνονται και οι αρμοί της ειρήνης τρίζουν κάτω από τις λεγεώνες των αρμάτων του ιμπεριαλισμού. Και η ελληνική κυβέρνηση φλύαρη, πομπωδώς αλαζονική (τραγελαφικό παράδειγμα αλαζονείας η δήλωση του υπουργού εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτη σχετικά με τη συμφωνία με την Αίγυπτο για την Μονή της Αγίας Αικατερίνης ότι επιλύει  θεσμική και δικαστική εκκρεμότητα 1.500 ετών)  και  επιτηδευμένα ψύχραιμη προετοιμάζει το λαό της για την ώρα του, στο στόμα του λύκου.
        Ο ιμπεριαλισμός χτυπά σε όλες τις κατευθύνσεις. Γενοκτονία από το Ισραήλ στη Γάζα, οπλισμένη και χρηματοδοτούμενη από την Ουάσινγκτον και την ΕΕ. Πόλεμος  των ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν και του Λιβάνου. Η συνέχεια ενός άλλου πολέμου  δι' αντιπροσώπων στην Ουκρανία για αποδυνάμωση και διαμελισμό της Ρωσίας.  Οικονομικός πόλεμος εναντίον της Κίνας με δασμούς. Απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας  για υφαρπαγή των  πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Σε ασφυκτική   γενοκτονική πολιορκία ενέργειας με διαταγή των ΗΠΑ η Κούβα. Αποχή της Ελλάδας, που παριστάνει το πρωτοπαλίκαρο των  ΗΠΑ, για πρώτη φορά από την ψηφοφορία ψηφίσματος για την Κούβα για τερματισμό του αμερικανικού εμπάργκο.
        Όλο περισσότερο στις μέρες μας  η πολιτική πραγματικότητα αντικαθίσταται από αυθαίρετες πλασματικές κατασκευές, και σ’ αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρωτοστατεί. Σε όλη την Ευρώπη η ακροδεξιά, και στην Ελλάδα απροκάλυπτα κσι με το φασίστα Η. Κασιδιάρη,  με στήριγμα το βαθύ κεφάλαιο συσσωρεύει και κεφαλαιοποιεί κομμάτι, κομμάτι κέρδη που θα της χρειαστούν για να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα εγκλήματα.
          Όμως η  σημερινή τάξη πραγμάτων, που δεν αγγίζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των εδραιωμένων ομάδων εξουσίας, θεωρείται ασφαλής και διαχειρίσιμη, παρ' όλα τα προβλήματά της. Οι διάφοροι επιτήδειοι πωλητές ελπίδων προωθούνται μεθοδικά για να εκτονωθεί η οργή των πολλών, ξεγελώντας τους με ψεύτικες υποσχέσεις. Από τους οπορτουνιστές, που ξαναεπιχειρούν να πείσουν με τον ίδιο παραπλανητικό λόγο, μέχρι τους ακροδεξιούς και φασίστες που αποβάλλουν τα προσωπεία της δημοκρατικότητας, υποκρινόμενοι τους αντισυστημικούς.  Κόμματα και κομματίδια αρχίζουν και παίρνουν θέσεις μάχης για μερίδιο από την εκλογική πίτα και τις αυταπάτες του εκλογικού σώματος, σε εκλογές που η αστική μας δημοκρατία  θεωρεί την πεμπτουσία  της δημοκρατικής λειτουργίας, παρόλη τη  χειραγώγηση της κοινής γνώμης και τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης. 
       Στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες της αστικής δημοκρατίας της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, σ’ ένα μεγάλο τμήμα τους, συναντά κανείς μια παθητικότητα, απάθεια, πικρία μοιρολατρία, απαισιοδοξία, αδιαφορία. Οι κοινωνίες βρίσκονται ανάμεσα στο φόβο της απώλειας όσων υπολειμμάτων ευμάρειας διασώθηκαν από αλλεπάλληλες καπιταλιστικές κρίσεις  και της βαθιάς αποδοχής του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος που δεν το αναγνωρίζουν ως αίτιο της τσακισμένης ζωής τους. Στοχοποιείται η διαφθορά, σαν παρέκκλιση,  για αιτία των δεινών που προκαλεί ο καπιταλισμός, λες και διαχωρίζεται απ’ αυτόν.  Κι έτσι βολικά οι καπιταλιστές αθωώνονται για τα …διεφθαρμένα έτσι κι αλλιώς οφέλη που αποκτώνται από συμπεριφορές που καθόλου δεν παραβιάζουν τους καπιταλιστικούς κανόνες, οι οποίοι διέπουν την οικονομική συμπεριφορά των ατόμων. Γιατί βέβαια δεν νοείται  ως διαφθορά το κύριο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Δηλ. ότι για τους καπιταλιστές, που κατέχουν τα μέσα παραγωγής, τα κέρδη προκύπτουν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και εξασφαλίζονται με  την ασθενέστερη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και τη δική τους οικονομική δύναμη που επιβάλλει όρους και συνθήκες εργασίας.  Γι’ αυτό μόνο οργανωμένοι σε ταξικά σωματεία, που τους συσπειρώνουν σε κοινούς αγώνες, οι διάσπαρτα εργαζόμενοι παύουν να είναι αόρατοι και αποκτούν δύναμη για να συγκρουστούν με τα συμφέροντα  των καπιταλιστών. 
       Τα πράγματα φαίνονται πολύ γκρίζα. Ακτίδα ελπίδας είναι αυτές οι διαδηλώσεις των φτωχών που ξυπνάνε, όσο ξυπνάνε, μια μικροαστική κοινωνία παραιτημένη από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που τρώει εδώ και  χρόνια, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί και πως της αφαιρούν συνεχώς δικαιώματα. Είναι αυτές οι απεργίες των εργατών στα λιμάνια στις τέσσερις ηπείρους που καταφέρνουν και συντονίζονται ενάντια στον πόλεμο που επεκτείνεται, είναι οι διαμαρτυρίες των αγροτών, οι απεργίες των αλιευτικών σκαφών… Είναι οι εργαζόμενοι σε διάφορους κλάδους που διατηρούν την αποφασιστικότητά τους και  παρά τις διαψεύσεις, επιμένουν και αγωνίζονται διεκδικώντας αξιοπρέπεια για τη ζωή τους.  
      Σε μια κοινωνία που η κυρίαρχη ιδεολογία έχει προωθήσει τα ιδανικά του πλούτου και της επιτυχίας, ταυτίζοντάς την  με την επαγγελματική ανέλιξη και την απόκτηση καταναλωτικών αγαθών, ένα πλήθος εργαζομένων, οργανωμένων στα ταξικά τους σωματεία, αγωνίζονται ανυποχώρητα, παρά τις απειλές ή και τις διώξεις που μπορεί πολλοί απ’ αυτούς να υφίστανται. Και όλα αυτά αντίθετα με το γενικότερο ιδεολογικό κλίμα που κυριαρχεί στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη που θέλει να επιβάλλει ο ατομικισμός και η ιδιοτέλεια.
         Η μεταπολεμική Δύση χτίστηκε πάνω στις προσδοκίες για  ευημερία, τεχνολογική πρόοδο και διεθνή συνεργασία και στις υποσχέσεις για άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, ιδιαίτερα όσο υπήρχε το αντίπαλο δέος, η ΕΣΣΔ, που ενέπνεε εκατομμύρια ανθρώπους. Μετά τη διάλυσή της, τις τελευταίες δεκαετίες αυτές οι ιδέες έχουν υπονομευθεί και τα φτιασίδια του καπιταλισμού δεν μπορούν να κρύψουν το σκληρό του πρόσωπο. Η ιστορία του Β παγκοσμίου πολέμου ξαναγράφεται για να χρεωθεί η φρίκη του και στον Στάλιν, απαξιώνοντας έτσι τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, ενώ οι ήρωες και μάρτυρες των φρικτών χρόνων αμφισβητούνται, χάνοντας την επιρροή τους στην παγκόσμια ιστορία. Αντίθετα, το τέρας των χρόνων εκείνων, ο ναζί, δειλά, αλλά μεθοδικά αρχίζει να αποκαθίσταται.  Οι Ναζί και ο συμβολισμός τους δεν αποφεύγονται πλέον με τον τρόπο που κάποτε αποφεύγονταν. Η ακροδεξιά ιδεολογία βρίσκεται σε άνοδο σε όλο τον κόσμο τα τελευταία 20 χρόνια. Εικόνες και αφηγήσεις που θα ήταν αδιανόητες τη δεκαετία του 1980 αποτελούν πλέον ένα συνηθισμένο μέρος του πολιτικού διαλόγου μεταξύ των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων. Κι έτσι η συστηματική προσπάθεια που γίνεται από την κυρίαρχη εξουσία να εδραιωθεί η βεβαιότητα για την ανυπαρξία εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό να οδηγήσει  στη μοιρολατρία και την παραίτηση από κάθε αγώνα για ν’ αλλάξουν τα πράγματα.   
         Κι αν οι πιο αποφασιστικοί και θαρραλέοι που αγωνίζονται για τη βελτίωση και την αξιοπρέπεια της ζωής είναι αυτοί που οραματίζονται το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, είναι γιατί εμπνέονται από το ιδεώδες της κοινωνικής δικαιοσύνης που τους δίνει ελπίδα για το μέλλον και είναι πεπεισμένοι για την υλοποίησή της μέσα από την οργανωμένη δράση των εργαζομένων.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

ΟΠΩΣ ΓΑΛΛΙΑ;

 

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, βγήκαν στους δρόμους ευρωπαϊκών πόλεων, με επίκεντρο τη Γαλλία,  τις τελευταίες μέρες για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση των σχολείων, για  το αυξανόμενο κόστος  διαβίωσης, την κρίση στέγασης, τη κλιμάκωση της  διαφθοράς,  την πολιτική  των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Αν και οι αφορμές  παραμένουν συγκεκριμένες για κάθε χώρα και δεν μπορούν να παρουσιαστούν αυτές οι κινητοποιήσεις σαν ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κύμα διαμαρτυριών, όμως φαίνεται  ότι υπάρχει κοινό υπόβαθρο στις πολιτικοοικονομικές συνθήκες που τις προκαλούν.  Κι αν ξεσπούν διαμαρτυρίες σε αρκετές χώρες με διαφορά εβδομάδων  δεν είναι τόσο ότι η ροή πληροφοριών διευκολύνεται και επιταχύνεται από τα κοινωνικά δίκτυα όσο ότι είναι  ίδιες οι πιέσεις  που τις παράγουν. Οι διαδηλώσεις αυτές αναδεικνύουν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις συνθήκες διαβίωσης,  αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται στις ανησυχίες των πολιτών.
          Κάποιες διαμαρτυρίες σε αρκετές χώρες, ιδιαίτερα στη Γαλλία,  κατέληξαν σε βίαιες συγκρούσεις, λεηλασίες βανδαλισμούς καταστημάτων, ζημιές σε δημόσια κτίρια και  με καταγγελίες για εμπρηστικό και προβοκατόρικο ρόλο της αστυνομίας. Η ακροδεξιά εκμεταλλεύεται την αναταραχή για να παρουσιαστεί ως η εναλλακτική λύση, όσο κατηγορείται η ακροαριστερά για πρόκληση χάους στις πόλεις και στοχοποιούνται οι μετανάστες ως υπεύθυνοι για τις καταστροφές.   Και μένει στο μέλλον να δείξει αν τα αιτήματα σταδιακά θα μπορέσουν να διευρυνθούν και ν’ αποκτήσουν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα, έτσι που να μη μπορέσει η κυρίαρχη εξουσία να εκμεταλλευτεί προς όφελός της αυτές τις κινητοποιήσεις.
          Οι νέοι, βιώνουν ένα  αίσθημα αβεβαιότητας και έλλειψης ελέγχου στη ζωή τους, που όταν οι καταστάσεις  γίνονται δυσχερείς μια σπίθα είναι ικανή να διοχετεύσει τη δυσαρέσκεια και να τους οδηγήσει στους δρόμους. Αντιμέτωποι με μέτρα λιτότητας, την κατάργηση της δημόσιας εκπαίδευσης, επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης, αυταρχισμό και, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, τον ταχύ στρατιωτικό επανεξοπλισμό, οι νέοι εξεγείρονται. Απορρίπτουν την ιδέα ότι θα πρέπει να αποδεχτούν την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στην πατρίδα τους, ενώ παράλληλα να πρέπει να συσπειρώνονται πίσω από τους  πολιτικούς και στρατιωτικούς σχεδιασμούς των κυβερνήσεων τους.
         Λόγω της κινητοποίησης μαθητών και φοιτητών  δεν λείπουν οι αναφορές και οι συγκρίσεις με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του Μάη του ’68, καθώς τα κοινωνικά κινήματα συχνά επικαλούνται την ιστορία. Τότε βέβαια ο ενθουσιασμός για την εξέγερση που διεκδικεί  μια καλύτερη ζωή διαπέρασε μεγάλα τμήματα της νεολαίας, οι αντιιμπεριαλιστικοί αγώνες διεθνοποίησαν τις διαμαρτυρίες, υπήρχε η επιθυμία για απελευθέρωση των ηθών, μια άρνηση της καθημερινότητας. Κι αν  εκφράστηκε μια ευρεία απόρριψη της καταναλωτικής κοινωνίας, δεν είχε όμως  απορριφτεί ο καπιταλισμός, αλλά η σύμφυτη σ’ αυτό αδικία του, και καθώς η οικονομία εξακολουθούσε να αναπτύσσεται και η τριτοβάθμια εκπαίδευση υποσχόταν πρόσβαση σε αξιοζήλευτες θέσεις οι νέοι απαιτούσαν τη συμμετοχή σ’ αυτή την ευμάρεια που απολάμβαναν οι προνομιούχοι. Εν ολίγοις υπήρχε αισιοδοξία για τη δυνατότητα αλλαγής του κόσμου, μέσω ενός …ανθρώπινου καπιταλισμού, ενώ η οικονομική ανάπτυξη δημιουργούσε προσδοκίες για ένα καλύτερο μέλλον.
          Και βέβαια η αποσύνδεση ουσιαστικά εκείνων των αιτημάτων από την οικονομική βάση του καπιταλισμού άφησε κληρονομιά που, στην τελική, αποσταθεροποιώντας βαθιά τον πολιτικό χώρο, μοιάζει να στρέφεται εναντίον των ίδιων των πιο αδύναμων κοινωνικά. Έτσι π.χ. η απαίτηση από τους νέους για ατομική αυτονομία, μοιάζει στις μέρες μας να γυρνά μπούμερανγκ, χρησιμεύοντας στην επιβολή νέων κοινωνικών κανόνων στα άτομα, όπως ευελιξία, προσαρμοστικότητα, προσωπική ολοκλήρωση, ικανότητα αυτόνομης διαχείρισης της επαγγελματικής τους πορείας. Δηλ. επιβολή κανόνων που δεν είναι λιγότερο περιοριστικοί από αυτούς που αντικατέστησαν, και ανανεώνουν τους μηχανισμούς παλιών διαδικασιών ταξικής κυριαρχίας.
          Εν έτει όμως 2026, κυριαρχούν η ανασφάλεια και η απαισιοδοξία. Οι νέοι αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα για το επαγγελματικό τους μέλλον, κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες, ανησυχούν για την αυταρχικότητα των κυβερνήσεων τους και την απειλή πολέμου. Τώρα κυριαρχεί περισσότερο ο φόβος της επιστροφής σε σκοτεινές ιστορικές περιόδους, με την ανησυχία για την άνοδο της ακροδεξιάς, που προωθείται από την κυρίαρχη εξουσία του φιλελεύθερου λεξιλογίου,  να αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής τους συνείδησης.
         Η πολιτική αδιαφορία, η αστυνομική καταστολή, η συγκαταβατική μεταχείριση των νέων  είναι παράγοντες που τροφοδοτούν την εξάπλωση των διαμαρτυριών. Οι εικόνες της καταστολής που κοινοποιούνται ασταμάτητα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης σοκάρουν με την αγριότητά  τους  και  ενισχύουν την αλληλεγγύη μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων νέων που παίρνουν μέρος στις διαδηλώσεις. Οι μονάδες καταστολής σιδερόφρακτες, με τις ασπίδες, τα γκλομπ και τις χειροβομβίδες σηματοδοτούν και σ’ αυτές τις διαμαρτυρίες τη δύναμη και σκληρότητα του αυταρχικού κράτος, που τις τελευταίες δεκαετίες πανομοιότυπο ολοένα και επεκτείνεται.
         Είναι δύσκολο να προβλεφθεί η έκβαση των κινητοποιήσεων. Και στο παρελθόν έχει αποδειχτεί ότι όσο οι επιμέρους διεκδικήσεις σταδιακά δεν συνδέονται με το πολιτικοοικονομικό σύστημα, αλλά περισσότερο με συγκεκριμένα πρόσωπα και  μεμονωμένες πολιτικές ακόμα και η μερική ικανοποίησή τους παραπλανά και εφησυχάζει.  
          Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μετατραπεί η αποφασιστικότητα που εκφράζεται σε μια διαρκή δύναμη και να επεκταθεί αυτή στην πλειοψηφία των εργαζομένων. Είναι και το ιδεολογικό πρότυπο, το ιστορικό υπόβαθρο, το κοινωνικό όραμα  που θα οπλίσει αυτόν τον πολιτικό αγώνα. Έχοντας κατασυκοφαντηθεί το όραμα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, με προώθηση του αντικομμουνιστικού λόγου, στις υπάρχουσες καταστάσεις και ιδεολογίες συσκοτίζονται τα πνευματικά και υλικά στοιχεία υπέρβασής τους που θα συντελούσαν στην ανάδυση μιας ταξικής συνείδησης. Γι’ αυτό είναι τα κομμουνιστικά κόμματα με τις σαφείς ταξικές και κοινωνικές αναφορές πρωτοπόροι και καθοδηγητές στους ταξικούς αγώνες.
         Σε κάθε κινητοποίηση είναι η σύνδεσή της  με εργατικές απεργίες, κοινωνικές διαμαρτυρίες που μετατρέπουν επιμέρους διεκδικήσεις σε συνολική αμφισβήτηση του συστήματος και μπορεί να μετατρέψει επιμέρους κρίσεις σε μια γενικότερη κοινωνική κρίση. Για να επιτευχθεί αυτό, η κινητοποίηση πρέπει να μπορεί να βασίζεται σε μορφές οργάνωσης που επιτρέπουν τη συλλογική λήψη αποφάσεων για τα επόμενα βήματα, για ν’ αγκυροβολήσει ο αγώνας σε χώρους εργασίας και γειτονιές.
       Γι’ αυτό είναι καθοριστική η ύπαρξη ενός κομμουνιστικού κόμματος που οργανώνει αγώνες, εμπνέει το όραμα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Έτσι που  οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις δεν ξεστρατίζουν σε ατραπούς που ευνοούν το κυρίαρχο σύστημα και δεν διαλύονται σε ατομικές πορείες και αυτάρεσκες επιλογές, με την ένταση και βία να γίνονται αυτοσκοπός και κριτήριο επαναστατικότητας.  Είναι η οργάνωση  των εργαζομένων σε ταξικά σωματεία, που ενεργοποιεί τη δύναμη τους μέσω απεργιών και συλλογικών μορφών πάλης. Όταν υπάρχει συνδικαλιστική αδυναμία για ευρύτερη κινητοποίηση των εργαζομένων, αυτό αποτελεί σημαντικό περιοριστικό παράγοντα για να μετατραπεί η οργή και η αμφισβήτηση σε ένα ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής αλλαγής.  

 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

ΜΕ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

 

Ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών Μ. Ρούμπιο στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα, που στόχευε στην εξασφάλιση συμφωνίας με την ελληνική κυβέρνηση για εξοπλιστικά προγράμματα, εν μέσω αντιπολεμικών συλλαλητηρίων που τον χαρακτήριζαν ανεπιθύμητο,  εκφώνησε στην Πνύκα μια ομιλία, με την οποία προσπάθησε να δικαιώσει ιδεολογικά την αμερικανική πολιτική.
         Η ελληνική κυβέρνηση, με μια υποτέλεια που παρέπεμπε σε παλιές δεκαετίες, ικανοποιήθηκε που ο Μ. Ρούμπιο υπέδειξε την Ελλάδα ως τον καλύτερο εταίρο για την ενεργειακή ασφάλεια, την άμυνα και τη διαχείριση των συνόρων και  ένιωσε και περηφάνεια που ο υπουργός χρησιμοποίησε την ιστορική κληρονομιά της ως σκηνικό στήριγμα για την προπαγάνδα του. Με σκηνογραφία την Ακρόπολη,  τη λουσμένη στο φως, για να αποκτήσουν κύρος τα λεγόμενα του, ο υπουργός μετέτρεψε την ελληνική ιστορία σε εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης,  συνδέοντας  την ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ με το  κλέος του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και  δίνοντάς της  μια ιστορική διάσταση που προσδίδει διαχρονικότητα και εγκυρότητα.  
            Ο Μ. Ρούμπιο παρουσιάζει της ιστορία της Δύσης, από την αρχαία Ελλάδα ως τις σύγχρονες ΗΠΑ, ως μια ενιαία, αδιάσπαστη συνέχεια. Διαστρέφοντας τον ιστορικό χρόνο και με αυθαίρετη συμπλοκή κατηγοριών όπως Ελλάδα, Ρώμη, Χριστιανισμός, Ευρώπη, Αμερική μοιάζει να ανακαλύπτει ότι η εκφοβιστική και εκβιαστική πολιτική τακτική μπορεί και να σκηνοθετηθεί πιο αποτελεσματικά κάτω από τα φώτα της φιλοσοφίας της ιστορίας από ό,τι με  τον αστόλιστο λόγο του απειλητικού καουμπόι. Ακόμα και η σημασία της λέξης  «θυμός» που χρησιμοποίησε έξω από το ιστορικό και φιλοσοφικό της πλαίσιο εκφυλίστηκε σε θρίαμβο της εξουσίας και βίας που ασκείται χωρίς δικαιοσύνη, μαζί με τον ανταγωνισμό και την εθνική βούληση. Καταγγέλλοντας το αριστερό ιδεώδες της προτεραιότητας της ισότητας έναντι της απόδοσης το αντιπαραβάλλει με την αρχαία Ελλάδα, που τη συρρίκνωσε σ’ έναν πολιτισμό της φιλοδοξίας, του ανταγωνισμού, στρατιωτικών επιχειρήσεων και αφοσίωσης στο καθήκον. 
          Κι αν αναφέρθηκε στην επιρροή της αρχαίας Ελλάδας στις ιδέες των «Αμερικανών Ιδρυτών Πατέρων», αυτό γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιείται η δημοκρατική κληρονομιά της Αθήνας και να μετατοπίζεται εξ ολοκλήρου η οπτική σε μια αριστοκρατική αριστεία που δικαιώνει τις ΗΠΑ να διατηρούν το καθεστώς τους ως παγκόσμια εξουσία, με την κυρίαρχη τάξη τους να είναι απαλλαγμένη από δημοκρατικούς περιορισμούς.
           Εκεί στην Πνύκα, από το λόγο του Μ. Ρούμπιο δεν αναδύθηκε μια φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά μια κατασκευασμένη αφήγηση, σχεδιασμένη έτσι που να δικαιώνει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Χτίζοντας  έναν βολικό  πολιτικό μύθο με μια διαστρεβλωμένη ανακατασκευή του παρελθόντος, επιδιώκεται να παρουσιαστεί η πολιτική του παρόντος ως αναπόφευκτη, ιστορικά προκαθορισμένη και δικαιωμένη και να ιδωθούν  κάτω απ’ αυτό το πρίσμα ο εθνικισμός, η μαζική μετανάστευση, η παρακμή της Δύσης, η επιστροφή της εθνικής δύναμης.
         Κι αν ξεκινά το λόγο του, χωρίς να αποφεύγει τις ιστορικές ανακρίβειες, με τους περσικούς πολέμους και την πυρπόληση της Ακρόπολης από τον Ξέρξη, το κάνει,  για να καταλήξει περιφρονητικά στη «λατρεία του θανάτου των ριζοσπαστικών μουλάδων» στο Ιράν, ώστε να δώσει στην παροντική σύγκρουση με το Ιράν μια ιστορική νομιμοποίηση, παρουσιάζοντας την ως το πιο πρόσφατο κεφάλαιο σε έναν αρχαίο πολιτισμικό αγώνα. Και  χαράσσει μια ενιαία, αδιάσπαστη γραμμή, όπου από τη μια στέκεται ο ελεύθερος άνθρωπος της Δύσης, ενσαρκωμένος στην αρχαία Ελλάδα, και από την άλλη ο δεσποτικός, φανατικός, μη πολιτισμένος Ανατολικός κόσμος. Μόνο που ο τακτοποιημένος διαχωρισμός  μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στον οποίο βασίζεται η ιστορική αφήγησή του Ρούμπιο, για δικαίωση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ, ποτέ δεν υπήρξε. Η ελληνική γνώση, τέχνη και πολιτικές ιδέες κυκλοφορούσαν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και πέρα από αυτήν, με τις επαφές ανάμεσα στους λαούς να είναι σύνθετες, αμοιβαίες και διαμορφωμένες τόσο από συγκρούσεις όσο και από συνεργασίες.
         Ο υπουργός απευθύνοντας ισχυρή έκκληση στην Ευρώπη, να επιστρέψει στις ρίζες της, όπως τις φαντασιώνεται στο λόγο του, και στην παλιά της δύναμη, ασκεί δριμεία κριτική στην πορεία των περασμένων δεκαετιών. Η  προσπάθεια  επανίδρυσης της διατλαντικής συμμαχίας γίνεται στο όνομα της κοινής πολιτισμικής καταγωγής, με τις ιμπεριαλιστικές στοχεύσεις, τα οικονομικά συμφέροντα να αποκρύβονται επιμελώς. Γι’ αυτό επικαλείται τη σύγκρουση των πολιτισμών για δικαιολόγηση των στρατιωτικών επεμβάσεων της,  διακηρύττοντας ότι κύριες πηγές των διεθνών συγκρούσεων δεν είναι οικονομικές και γεωστρατηγικές αλλά πολιτισμικές.  
        Η επίκληση όμως αυτής της καρικατούρας της αρχαίας ιστορίας, για να κινητοποιηθεί υποστήριξη για τη σύγχρονη στρατιωτική επιθετικότητα, δεν είναι αθώο ιστορικό λάθος. Είναι ένας τρόπος κατασκευής εχθρού παρουσιάζοντας έναν ολόκληρο πολιτισμό ως υπαρξιακή απειλή. Και η ιστορία έχει δείξει πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η ρητορική.
           Γιατί  δεν είναι μόνο η αμερικανική προπαγάνδα δια στόματος Ρούμπιο  που δεν διστάζει να σφετεριστεί την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας και το κλασικό παρελθόν. Ο υπουργός απηχεί ανοιχτά στην ομιλία του το ναζιστικό λόγο. Είναι και  η ναζιστική προπαγάνδα που κατέφευγε στην ανακατασκευασμένη ιστορία της κλασικής αρχαιότητας, για να νομιμοποιήσει τόσο τις πολιτιστικές όσο και τις φυλετικές ρατσιστικές απόψεις των ναζί. Η  συνεχής χρήση της κλασικής αρχαιότητας από τους Ναζί, σε επίσημους λόγους, τον κινηματογράφο, την κρατική αρχιτεκτονική, τον τύπο και τις κρατικές γιορτές, τους απένειμε το κύρος και την κληρονομιά της Ελλάδας και της Ρώμης που τόσο είχε ανάγκη γερμανικός λαός.
           Και για άλλη μια φορά, καθώς προετοιμάζονται ΗΠΑ και Ε.Ε για ένα νέο αιματοκύλισμα κρύβουν κίνητρα και στόχους πίσω από  ωραία λόγια για το δυτικό πολιτισμό που εκθειάζεται για την ελευθερία του, τα ανθρώπινα δικαιώματα την ευημερία της ανθρωπότητας, την ανάπτυξη των επιστημών. Το ανησυχητικό κι επικίνδυνο είναι που αυτά τα λόγια συναντούν τα αντίστοιχα λόγια  των ναζί, που κι αυτοί χρησιμοποίησαν την κλασική αρχαιότητα στην προπαγάνδα τους για να νομιμοποιήσουν τη φυλετική τους ιδεολογία, να εξυμνήσουν τη στρατιωτική δύναμη και να διαμορφώσουν την αισθητική του Τρίτου Ράιχ. Και γνωρίζουμε τον όλεθρο και την απόλυτη φρίκη που προκάλεσαν.
           Η  σκόπιμη κατασκευή πολιτιστικών εχθρών μπορεί να βοηθήσει στην κανονικοποίηση της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής και της μαζικής βίας. Η χρησιμοποίηση από έναν Αμερικανό αξιωματούχο της ιστορίας που την παρερμηνεύει ως όπλο δεν είναι μια απλή παραπληροφόρηση. Είναι μια προσπάθεια να προωθηθεί μια κοσμοθεωρία στην οποία ο πόλεμος μεταξύ πολιτισμών φαίνεται αναπόφευκτος και δικαιολογημένος και η επιθετικότητα χαρακτηρίζεται σαν άμυνα. Και  έτσι χτίζονται οι επικίνδυνες πολιτικές αφηγήσεις, και έτσι γίνεται ευκολότερη η δικαιολόγηση ανθρωπιστικών καταστροφών.