Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΥΟ ΚΗΔΕΙΕΣ, ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ;

 

Πέρα από την αστυνομική διάσταση και την τηλεοπτική εκμετάλλευση του θανάτου του Γ. Μαζωνάκη, προκάλεσε μεγάλη έκπληξη το ατέλειωτο πλήθος που συγκεντρώθηκε στη γειτονιά του για το ξενύχτισμα της σορού του, που μαρτυρεί τη βαθιά τους σχέση, και αποτέλεσε έναυσμα για κρίσεις και κριτικές για τον ίδιο τον αποθανόντα, αλλά κυρίως για το πλήθος που πενθούσε για τον συγκεκριμένο τραγουδιστή. Εκφράστηκαν προβληματισμοί για τη μουσική ταυτότητα του Μαζωνάκη, θαυμασμός για την αυθεντικότητα του ροκ σταρ του λαϊκού τραγουδιού, κατανόηση ή και απαξίωση  για το επίπεδο αισθητικής όσων αγάπησαν τα τραγούδια του κι ένιωσαν και τον ίδιο σαν δικό τους άνθρωπο.  
        Κι αν ο θάνατος στην περίπτωση του Μαζωνάκη συγκράτησε τις αρνητικές κριτικές για τις εκδηλώσεις του πλήθους σ’ ένα επίπεδο συγκατάβασης, για το πλήθος όμως, νεαρά παιδάκια στην πλειοψηφία,
         Και μ’ αφορμή μια κηδεία και μια συναυλία ήρθαν στο προσκήνιο εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται από την πολιτική και πνευματική  ηγεσία και μέσα από σχόλα, ιδιαίτερα υπεροπτικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φάνηκε η διάσταση δυο κόσμων, οι πάνω και οι κάτω, χωρίς όμως να διακρίνονται οι πραγματικές διαφορές τους.  
        Ιδιαίτερα, η αυθόρμητη προσέλευση τόσων πολλών ανθρώπων  στην ξαγρύπνια για τον Μαζωνάκη έδειξε πως το πλήθος αναγνώριζε ότι το τραγούδι του αποκάλυπτε ένα κόσμο κοινής συγκίνησης, ότι  ήταν εκφραστής ενός συλλογικού αισθήματος.  Φαίνεται ότι στα τραγούδια του περιγράφονταν βιώματα που μιλούσαν στη λαϊκή συνείδηση, συγκροτημένη από καλά υλικά, όπως καλοσύνη, συμπόνια, ευθύτητα κλπ. που γίνονται στοιχεία διαχωρισμού από τους κυρίαρχους στην κοινωνία.  Η σωματική μάλιστα παρουσία τόσου κόσμου εκεί έχει τη δική της βαρύτητα, γιατί αποδεικνύει ότι αυτός ο κόσμος δεν κατανάλωσε τον τραγουδιστή και τα τραγούδια του απλώς ως θέαμα, αλλά συμβάλλανε εντός του στη συγκρότηση μιας ματιάς στην πρόσληψη του κόσμου.   
      Και είναι αυτή η πρόσληψη  του κόσμου  που θα έπρεπε να προβληματίζει, που δεν έχει σχέση με αισθητική καλλιέργεια ή παιδεία, όπως αυτάρεσκα ισχυρίζονται αστοί και μικροαστοί που καμαρώνουν για την προοδευτικότητά τους. Όλοι αυτοί που απωθούν και δαιμονοποιούν τα συλλογικά πάθη, όπως κοινωνικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς, λαϊκή δυσαρέσκεια, ταξικά συμφέροντα και προωθούν την επικράτηση του ειδικού, την αποθέωση της τεχνοκρατικής λογικής, προσηλωμένοι στους οικονομικούς δείκτες, το μόνο που επιδιώκουν είναι να θολώσουν την εικόνα ενός κόσμου ταξικού σε αδιάλειπτη ταξική σύγκρουση. Και καθώς κάθε σύγκρουση στην κοινωνία επικεντρώνεται από τον κυρίαρχο λόγο σε ζητήματα αισθητικής και ηθικής, ικανότητας και ατομικής ευθύνης οι χαρακτηριζόμενοι ως μη προνομιούχοι στην καπιταλιστική κοινωνία νιώθουν παραγκωνισμένοι και  αδικημένοι σ’ έναν σκληρό κόσμο που  δεν ξέρουν τον τρόπο να τον αλλάξουν και μόνο προσπαθούν να τον αντιμετωπίσουν για να επιβιώσουν σ’ αυτόν.  Γι’ αυτό και  όποια καλλιτεχνική εκδοχή καταφέρει να εκφράσει ή καλύτερα να διαμεσολαβήσει σ’ αυτά τα βιώματα μπορεί να γίνει λαϊκή.
      Μόνο που η κυρίαρχη ιδεολογία, το πνευματικό εποικοδόμημα μιας ταξικής κοινωνίας επηρεάζει, αν δεν παρασέρνει, κάθε έκφραση ή εκδήλωση των λαϊκών τάξεων όταν αυτές παραιτημένες και παραδομένες δεν διαχωρίζονται από την κυρίαρχη τάξη. Αντίθετα, πιθηκίζουν, με κακές μάλιστα μιμήσεις, τις  χειρότερες εκδοχές των πολιτισμικών εκφράσεων μιας κυρίαρχης τάξης που ναρκισσεύεται. Τα νεαρά παιδιά που σαν σε αγώνα δρόμου τρέχουν για μια καλή θέση στην εξέδρα του Ράμου αυτό διδάχτηκαν σε μια κοινωνία που προωθεί το ευτελές και φανταχτερό. Έχουν όμως τη διάθεση, τη δύναμη να τρέξουν. Και το ζητούμενο είναι προς τα πού;
         Μια άλλη κηδεία που έγινε τις ίδιες ημέρες με του Μαζωνάκη γίνεται οδοδείκτης γι’ αυτόν τον άλλο δρόμο. Είναι η κηδεία του Σπ. Χαλβατζή, κομμουνιστή που υπηρέτησε το Κόμμα με αυταπάρνηση, γνώρισε φυλακίσεις κι εξορίες στα χρόνια της χούντας και σ’ όλη του τη ζωή πάλευε στο οργανωμένο ταξικό κίνημα ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης  ανθρώπου από άνθρωπο. Η αναγνώριση του αγωνιστικού ήθους του Χαλβατζή από πλήθος ανθρώπων και οργανώσεων, πέρα από τους συντρόφους του και το ΚΚΕ, είναι η απτή απόδειξη για την αποδοχή αυτού του δρόμου,  της οργάνωσης και συλλογικότητας για την αλλαγή του κόσμου. Γι’ αυτό πρωτίστως και η κηδεία του δεν ήταν μια ιδιωτική τελετή πένθους, αλλά είχε ιδιαίτερη πολιτική και συμβολική λειτουργία. Γιατί  στο κομμουνιστικό κόμμα οι νεκροί αγωνιστές είναι άνθρωποι που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην εργατική τάξη, στον σοσιαλισμό και στο κόμμα και γίνονται παραδείγματα αφοσίωσης, θυσίας και πίστης στην υπόθεση της αλλαγής του κόσμου. Η συγκέντρωση των συντρόφων, οι σημαίες, τα στεφάνια, οι λόγοι και η μαζική συμμετοχή ενώνει τους ζωντανούς με τον νεκρό και, ταυτόχρονα, τους ζωντανούς μεταξύ τους.  
        Σ’ αυτήν την κηδεία δεν ήταν ένα ακαθόριστο, συλλογικό συναίσθημα για το ανείπωτο και ανεκπλήρωτο, που συνέδεε τους συντρόφους και  φίλους του Χαλβατζή, αλλά η πίστη σε κοινό όραμα, η ελπίδα για την αλλαγή του κόσμου, η αποφασιστικότητα για κοινούς αγώνες. Κι αν η προσωπική ζωή και ο χαρακτήρας ίσως υποχωρούν μπροστά την εικόνα του αγωνιστή, είναι γιατί ο θάνατος των αγωνιστών της ταξικής πάλης δεν σημαίνει απλώς το τέλος, δεν αντιμετωπίζεται σαν προσωπική απώλεια  αλλά αφήνουν ένα πρότυπο συμπεριφοράς για τους ζωντανούς. Κι αν ο νεκρός ανήκει στο παρελθόν, όμως η δράση του νοηματοδοτεί το παρόν και εμπνέει το μέλλον. Γι’ αυτό αυτή η κηδεία δεν αφορά μόνο τον νεκρό, αλλά και τους ζωντανούς, παράγοντας ένα αίσθημα συλλογικότητας για τους αγώνες του μέλλοντος.   
         Κι αν ίσως φαίνεται ότι πουθενά δεν τέμνονται όσοι ξενυχτούσαν τον Μαζωνάκη με τους φίλους και συντρόφους του Χαλβατζή, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συναντηθούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις για τις συνθήκες εργασίας και ζωής τους. Γιατί είναι σ’ αυτά τα λαϊκά στρώματα, που νιώθουν να τους εκφράζουν τα τραγούδια του Μαζωνάκη και  μπορεί να γυρίζουν την πλάτη στην πολιτική ή να προσκολλώνται σε κόμματα που τα παραπλανούν, που γίνεται προσπάθεια από όσους φίλους και συντρόφους τιμούσαν τον Χαλβατζή ν΄ αναπτυχθεί ταξική συνείδηση και να πειστούν για την οργανωμένη ταξική πάλη διεκδικώντας αξιοπρέπεια στην εργασία και τη ζωή.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΙΛΒΩΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

 

Και όλοι οι κυβερνώντες και περί τα κοινά τυρβάζοντες εμφανίζονται και πάλι κατάπληκτοι και ανήσυχοι με τη νίκη του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία στις εκλογές για το τοπικό κοινοβούλιο στη Σαξονία-Άνχαλτ. Η Ευρώπη εδώ και περισσότερο από 25 χρόνια, από την ανάδειξη στις εκλογές, το μακρινό 1999  στην Αυστρία, του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας σε δεύτερο κόμμα και τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση με το Λαϊκό Κόμμα, όλο  ταράζεται και αγχώνεται με την άνοδο της ακροδεξιάς σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Και οι αναλύσεις από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης φλύαρες  αλλά  …προβληματισμένες για την άνοδο ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων περισσότερο θέλουν να δικαιώσουν τη συναίνεση προς την κυρίαρχη πολιτική παρά να αναζητήσουν τις αιτίες ανάδειξης φασιστικών και φασιζόντων κομμάτων. Ποτέ δεν συνδέουν το φασισμό με τον καπιταλισμό ούτε βλέπουν σ’ αυτόν την αποκατάσταση της ανεξέλεγκτης εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία με την κατάργηση όλων των δικαιωμάτων που οι εργαζόμενοι με αγώνες απέσπασαν από την κυρίαρχη τάξη.
         Πολυάριθμοι  εναλλακτικοί όροι χρησιμοποιούνται για να χαρακτηριστούν κόμματα και μορφώματα του πολιτικού φάσματος της άκρας δεξιάς, έτσι που να μη συνδέονται με τον καταδικασμένο από την ιστορία φασισμό, αλλά και να αποφεύγεται  η ανάκληση στη μνήμη των τερατωδών εγκλημάτων του φασισμού και ναζισμού. Από το ακροδεξιό  έως τον δεξιό εξτρεμισμό ή λαϊκισμό και ριζοσπαστισμό γίνονται προσπάθειες φασίζοντα κόμματα  να διακριθούν θεωρητικά και εννοιολογικά, ενώ οι μεταβάσεις μεταξύ τους αποδεικνύονται θολές στην πολιτική πρακτική και χαρακτηρίζονται από επικαλυπτόμενο περιεχόμενο. Συγχρόνως, η ποικιλία ονομάτων, που θέλει να τα  αποσυνδέει από  το φασισμό, επιχειρεί  αυτά τα κόμματα, διατηρώντας την ουσία του ιδεολογικού τους πλέγματος, να πείσουν για την αποδοχή εκ μέρους τους  των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού κι έτσι να συγκαλύπτεται ο ρόλος που έχουν αναλάβει. Να εναρμονίσουν το σύνολο της κοινωνίας στις απαιτήσεις του κεφαλαίου, υποτάσσοντας ολοκληρωτικά  τους εργαζόμενους στο σύστημα εκμετάλλευσης του.
            Στα καθ’ ημάς, από την οικονομική κρίση και μετά βγαίνουν από το περιθώριο και  συνωστίζονται στο χώρο της ακροδεξιάς κόμματα και κομματίδια, άλλα με άμεση σύνδεση με φασιστικές πρακτικές κι άλλα καλυμμένα με θρησκευτικοεθνικιστικό μανδύα. Είναι που η κοινωνικοοικονομική εξαθλίωση τρέφει το φασισμό, χρεώνοντας στα συστημικά κόμματα την αποτυχία διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και προβάλλοντας σε ακροδεξιά κόμματα μια ψευδή αντισυστημικότητα.  Γι’ αυτό και η συκοφάντηση και περιθωριοποίηση, όταν οι συνθήκες δεν διευκολύνουν την απαγόρευση,  του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν πάντα στόχος της κυρίαρχης τάξης στα χρόνια της φιλελεύθερης δημοκρατίας, για να μη στραφεί η εργατική τάξη στο δικό της κόμμα. Με  την ανάδειξη εδώ και μια δεκαπενταετία κομμάτων όπως ο  ΛΑΟΣ, η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ, οι ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, η ΝΙΚΗ φαίνεται να εδραιώνεται ένα έντονο κύμα ακροδεξιάς ρητορικής, το οποίο ποτέ στο παρελθόν στη διάρκεια των μεταπολιτευτικών ετών δεν εμφανίστηκε τόσο ισχυρό.
           Γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικές οι κινητοποιήσεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη, στα εγκαίνια της Δ.Ε.θ.  Η μαζική συμμετοχή χιλιάδων κόσμου με τα ταξικά σωματεία του υπό τη σκέπη του ΠΑΜΕ έδειξε ότι το ταξικό κίνημα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη. Η εικόνα μιας Θεσσαλονίκης που είχε κατακλυστεί από αμέτρητους διαδηλωτές γίνεται το «βήμα δυναμικής ταξικής αντίθεσης στην αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική». Και μοιάζει με άμυνα του συστήματος η επιλογή να θαφτεί αυτή η μεγαλειώδης κινητοποίηση  από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, επειδή με την, προς το παρόν, αγνόηση και την περιθωριοποίηση στην ενημέρωση  των ταξικών αγώνων επιχειρείται η τιθάσευση ενός ταξικού κινήματος που είναι ο μοναδικός αντίπαλος της κυβερνητικής πολιτικής.
Εν ολίγοις, πολιτικά κόμματα της ακροδεξιάς, που ήταν κάποτε περιθωριακά, έχουν αποκτήσει αυξανόμενη επιρροή, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, και σταδιακά διαμορφώνουν το πολιτικό τοπίο. Στην πραγματικότητα μάλιστα,  πέρα από τις εκλογικές επιτυχίες της ακροδεξιάς, η επικράτησή της, που φανερώνει όμως και τη σύνδεσή της με τα αστικά κόμματα,   έγκειται στην επιτυχία της να επιβάλει τις ιδέες της στην κεντρική πολιτική σκηνή και  να τις κάνει κοινότοπες και  αποδεκτές.
Το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό είναι ο σκληρός μεταναστευτικός νόμος που ψηφίστηκε στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στις 17 Ιουνίου 2026, παρόλο τους ευφημισμούς που χρησιμοποιούνται. Πρόκειται για κέντρα κράτησης, στρατόπεδα δηλ., κόμβοι επιστροφής είναι ο πιο …δημοκρατικός όρος, που χτίζονται εκτός Ευρώπης, όπου ο απελαθείς μετανάστης δεν  έχει πατήσει ποτέ πριν το πόδι του. Μπορεί να αποκλειστεί από την Ευρώπη για δέκα χρόνια ή ισόβια, να κρατηθεί σ’ αυτά ένα ή δυο χρόνια. Πέντε χώρες, κι ανάμεσά τους η μικρομέγαλη, φαντασμένη ρακένδυτη χώρα μας  χτυπούν τις πόρτες σε όλη την Αφρική, αναζητώντας  κυβερνήσεις που είναι πρόθυμες να αποθηκεύσουν τους ανθρώπου που η Ευρώπη αρνείται να δεχτεί, δηλ. μαύρους και μουσουλμάνους. Ανθρώπους από χώρες που οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες αποστράγγισαν, χάραξαν κατά τα συμφέροντά τους τα σύνορά τους, πυροδότησαν πολέμους και  τώρα οι κάτοικοί τους  καταφεύγουν σ’ αυτήν.  Και είναι οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της Ευρώπης που  πληρώνουν  φτωχές χώρες για να κλειδώσουν μακριά από την Ευρώπη το ανθρώπινο κόστος από τους αιώνες λεηλασίας και κλεμμένου πλούτου.
          Και βεβαίως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι ένα ολίσθημα ή παραπάτημα. Δεν είναι οι δημοκρατικές δυνάμεις που σύρονται προς τα ακροδεξιά  παρά τη θέλησή τους. Είναι το κυρίαρχο σύστημα του μονοπωλιακού καπιταλισμού που το επέλεξε και συγχρονίστηκε  με την ακροδεξιά σε αγαστή συμφωνία να στείλει πίσω τους μετανάστες. Αν λοιπόν τα …αξιοσέβαστα κόμματα ψήφισαν μαζί με τους φασίστες ίσως οι διαφορές τους, όσο βαθαίνει η καπιταλιστική κρίση, να μην γίνονται τόσο ορατές.
 Η κυρίαρχη τάξη, στη  συνεχή καπιταλιστική κρίση με  το σταθερά εδραιωμένο και σε μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητο σύστημα κομματικής συναίνεσης, απουσία εναλλακτικών επιλογών που επέβαλλε για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού που βιώνει την καπιταλιστική εκμετάλλευση,  φρόντισε ν’ αφήσει  χώρο για την πολιτική ανάδειξη ακροδεξιών κομμάτων. Με   τις πολιτικές της έχει απαξιωθεί ο  συνδικαλισμός με την άλωσή του από τους εκπροσώπους της, και το ΠΑΣΟΚ διέπρεψε σ’ αυτόν τον τομέα, έτσι που να κινητοποιούνται οι εργαζόμενοι όλο και λιγότερο ταξικά μέσω των παραδοσιακών ταξικών οργανώσεων και αποσυνδέεται η κοινωνική τους θέση από την κομματική ένταξη, ώστε χωρίς απαγορεύσεις να απαξιώνεται και συρρικνώνεται το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τα ακροδεξιά λοιπόν κόμματα απευθύνονται και σ’ αυτούς που βιώνουν μεγάλη  εκμετάλλευση στον καπιταλισμό, παρουσιάζοντας ως κεντρικές περιοχές σύγκρουσης τη μετανάστευση, την εθνική ένταξη, την πολιτιστική απειλή, μεταφέροντας έτσι τη σύγκρουση από τις ταξικές αντιθέσεις και συμφέροντα.  
Γιατί φασιστικά μορφώματα ευδοκιμούν εκεί όπου η ταξική  συνοχή είναι αδύναμη, όπου οι εργαζόμενοι είναι απομονωμένοι και συμμετέχουν ελάχιστα σε ταξικά σωματεία και δεν έχουν άλλα μέσα πολιτικής έκφρασης εκτός από την ψήφο διαμαρτυρίας στις εκλογές. Η κυρίαρχη τάξη, ενώ  οι ταξικές δομές  συνεχίζουν να διαμορφώνουν καθοριστικά τις κοινωνικές ανισότητες και τις συνθήκες διαβίωσης, αναλαμβάνει  με τον καλυμμένο φασιστικό λόγο να αλλάξει την πολιτική τους άρθρωση. Αναδιαμορφώνονται έτσι ζητήματα που σχετίζονται με ταξικές διαφορές και συγκρούσεις, δίνοντας τους  μια άλλη πολιτική φόρτιση που ευνοεί την κυρίαρχη εξουσία, όπως είναι η αναζωπύρωση της ρητορικής μίσους, ο στιγματισμός των μειονοτήτων, ο εθνικισμός, οι αμφισβητήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, η ξενοφοβία.
Τη στιλβωμένη όμως εικόνα της ακροδεξιάς με  την εσκεμμένη  της   διπροσωπία και ασάφεια της τη  διαποτισμένη με εθνικιστική ρητορική και υποστήριξη μιας οικονομίας που ευνοεί μονοπώλια και τις πλουσιότερες τάξεις είναι μόνο τα ταξικά σωματεία με το κόμμα της εργατικής τάξης, το κομμουνιστικό, που αποκαλύπτουν και πολεμούν με τους αγώνες τους.   

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΛΗΞΕ

Κι επειδή τα τελευταία χρόνια, μετά την οικονομική κρίση και την αποκάλυψη των κλασικών αυταπατών  που καλλιεργούσε η σοσιαλδημοκρατία τόσο  του ΠΑΣΟΚ όσο και του  ΣΥΡΙΖΑ, ο αντικομμουνιστικός λόγος σταδιακά εισβάλλει στη κεντρική πολιτική σκηνή χωρίς μεταμφιέσεις, αλλά με διαστρεβλώσεις, η κατανόηση των αιτιών γι’ αυτό είναι προϋπόθεση για την ερμηνεία της οικονομικοπολιτικής πραγματικότητας. Μάλιστα, σ’ όλη την καπιταλιστική  Δύση οι αντικομμουνιστικές επέτειοι  και αναθεωρήσεις της ιστορίας είναι ενδεικτικές της διατήρησης, 80 και πλέον χρόνια από τη λήξη του Β παγκοσμίου πολέμου,  των ίδιων αντιθέσεων σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Αν και η στρατιωτική σύγκρουση έχει προ πολλού λήξει, οι αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν σ’ αυτόν τον πόλεμο  συνεχίζουν να υπάρχουν. Και στην Ελλάδα ιδιαίτερα, αποδεικνύεται συν τω χρόνω ότι το έδαφος της αναζήτησης για την κατανόηση των σχέσεων εξουσίας με τα λαϊκά στρώματα βρίσκεται στη δεκαετία της Αντίστασης και του εμφυλίου.
        Σ’ εκείνη τη ματωμένη κι ένδοξη δεκαετία του ’40, στον προηγούμενο αιώνα, ο αγώνας ήταν και για τη μορφή του κόσμου και της διακυβέρνησης του  που θα προέκυπτε  μετά τον πόλεμο, με την αίγλη της νικηφόρας νίκης της ΕΣΣΔ επί του ναζισμού να εμπνέει εκατομμύρια εργαζόμενους.  Η αστική τάξη στη δυτική Ευρώπη τον κέρδισε,  με υποχωρήσεις βέβαια τακτικής, όπως ήταν το κράτος πρόνοια,  στο ρωμαλέο λαϊκό κίνημα που διεκδικούσε δικαιώματα.
        Στην  Ελλάδα όμως τότε αυτός ο ταξικός  αγώνας πήρε τη μορφή πολεμικών συγκρούσεων, γιατί έπρεπε να τσακιστούν οι κομμουνιστές, για να επιβληθεί η απαξιωμένη, περιδεής αστική τάξη, που τόχε βάλει στα πόδια ή συνεργάστηκε με τους κατακτητές γερμανούς για να σωθεί   Η  οποία  τελικά κέρδισε την εξουσία νικώντας τους με τη βοήθεια της Μ. Βρετανίας αρχικά και αργότερα των  ΗΠΑ στο Γράμμο.
         Κι αφού επικράτησε πλήρως η αστική τάξη, με την τρομοκρατία του  μετεμφυλιακού κράτους έκτακτης ανάγκης και τη δικτατορία του, στη μεταπολίτευση  η …εξημέρωση των εκμεταλλευομένων τάξεων έγινε με τον κατευνασμό. Η αστική πολιτική ηγεσία αφού υποκρίθηκε τη φιλολαϊκή με παροχές που βελτίωναν τη διαβίωση,  εξασφάλισε τη συναίνεση μεγάλων λαϊκών στρωμάτων κατασκευάζοντας και προσφέροντας ένα κοσμοείδωλο συναρμολογημένο από   τις πρόσφατες και παλαιότερες δράσεις του λαϊκού κινήματος με μια επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας. Κι από εκείνη τη δεκαετία του ’40, κρατώντας μόνο τη μεγάλη λαϊκή συμμετοχή στο ΕΑΜ και όχι την πολεμική σύγκρουση του Δημοκρατικού στρατού των ανταρτών με τον Εθνικό στρατό της αστικής τάξης,  κατασκεύασε ένα κοσμοείδωλο που εξαφάνιζε και διέλυε τις κοινωνικές τάξεις της ελληνικής κοινωνίας, την πάλη τους, την ιστορικότητά τους. Όροι χωρίς ταξικό πρόσημο έγιναν του συρμού, όπως κατεστημένο, μη προνομιούχοι.  Και μέχρι την οικονομική κρίση η αστική πολιτική ηγεσία δεν τολμούσε να αμφισβητήσει την πίστη στη διαχρονικότητα της αγωνιστικότητας του λαού που παλεύει και αντιστέκεται. Μόνο που με τα χρόνια  συνωστίζονται να περιλαμβάνονται σ’ αυτόν οι  πάντες, εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενοι. Και ήταν κι αυτός ένας τρόπος να συγκαλυφθεί η πολιτική και ταξική αντίθεση που εξέφραζε ο εμφύλιος, γιατί βέβαια αυτή δεν μπορούσε ούτε να εξαφανιστεί ούτε να τελειώσει σ’ ένα  καπιταλιστικό σύστημα που εκμεταλλεύεται την εργατική τάξη.   
         Και στην οικονομική κρίση, ενώ  αποκαλύφτηκαν οι ταξικές αντιθέσεις,  πάλι αποσιωπούνταν, εκτός από το ΚΚΕ, και συγκαλύπτονταν. Τις  συγκεκριμένες αντιθέσεις  των ετερόκλητων  κοινωνικών στρωμάτων  που επηρεάζονταν από τα μνημόνια η κυρίαρχη εξουσία τις παρέκαμπτε με την επίκληση του έθνους και την καλλιέργεια ενοχικών συνδρόμων, ώστε να  συντηρείται  η αδυναμία να ανοιχτούν με ταξικό πρόσημο πολιτικά μέτωπα με όρους μαζικών χώρων. Οι αλήστου μνήμης «αγανακτισμένοι»,  στην καλύτερη εκδοχή εμφανίστηκαν σαν θεατρική παράσταση όπου το κοινωνικό και πραγματικό υποκαταστάθηκε από το συμβολικό και φανταστικό που κατέληξε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ. Στην χειρότερη εκδοχή, νομιμοποίησε να  εκδηλωθεί η συσσωρευμένη αγανάκτηση σε μονοπάτια που κατηύθυναν προς τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.  
         Με την καπιταλιστική κρίση, που χρόνια τώρα σέρνεται και τσακίζει ζωές,  το  αστικό πολιτικό σύστημα αποκαλύπτει ότι βασική του μέριμνα  ήταν πάντα να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις, είτε με συνθήκες και όρους καταστολής είτε κατευνασμού, που να αποτρέπουν από τη σύγκλιση των κινητοποιήσεων στην εργατική προοπτική.
          Καθώς τα πρώτα χρόνια των μνημονίων και των συνεπειών τους με την νέα κατανομή πλούτου επηρεαζόταν και η κατανομή της εξουσίας,  οι κοινωνικές συγκρούσεις εύρισκαν την οξύτερη έκφρασή τους. Και  η αναφορά στο παρελθόν, συρρικνωμένου και προσαρμοσμένου στην προκρούστεια συναίνεση που προωθούνταν από την κυρίαρχη εξουσία,   ερχόταν να οπλίσει και να δώσει το ιδεολογικό πρότυπο και το ιστορικό υπόβαθρο του πολιτικού αγώνα.  Από τη μια, για το λεγόμενο προοδευτικό στρατόπεδο, η αναφορά στο ΕΑΜ χρησιμοποιούνταν για να δοθεί διαταξικός χαρακτήρας στις κινητοποιήσεις, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής.  Από την άλλη,  νομιμοποιώντας με την συμμετοχή του ακροδεξιού σχήματος ΛΑ.Ο.Σ  σε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και Ν. Δημοκρατίας του Λ. Παπαδήμα  έρχεται στην κεντρική σκηνή και ο περιθωριακός, μετά την περίοδο της δικτατορίας, φασιστικός λόγος,  με βασική επιδίωξη, αναβιώνοντας μετεμφυλιακές αντιθέσεις εθνικισμού και κομμουνισμού,   τη μετάθεση  των  όρων  σύγκρουσης σε πεδία που δεν θίγουν το κεφάλαιο.  
          Γι’ αυτό υπουργοί που εκτελούν χρέη επιστάτη του συστήματος, όπως ο Α. Γεωργιάδης, ωρύονται εναντίον των κομμουνιστών και παραχαράσσουν την ιστορία, στην εναγώνια προσπάθειά τους να επιπλέουν προσφέροντας υπηρεσίες στον κάθε ισχυρό ηγέτη και σφραγίζοντας με τη συμπεριφορά τους όχι μόνο τη δική φυσιογνωμία, αλλά και όλων των παρατρεχάμενων που ευτελίζουν θεσμούς για να γίνονται αναγκαίοι στην κυρίαρχη εξουσία.
          Στο  τέλος  λοιπόν αυτής της  δεκαπενταετίας της μόνιμης κρίσης αρχίζουν ν’ αντιπαρατάσσονται σ’ ένα περιβάλλον βέβαια που δεν είναι ακόμα άμεσα πολεμικό, οι ίδιες δυνάμεις που 77 χρόνια πριν πολεμούσαν μέχρις εσχάτων. Από τη μια οι καπιταλιστές που οι αστοί πολιτικοί μας της κυβέρνησης της Ν. Δημοκρατίας και των άλλων συναφών κομμάτων  ενισχύουν με πακτωλό χρημάτων την κερδοφορία τους με συμφωνίες όπως «Η Ασπίδα του Αχιλλέα» με το εγκληματικό κράτος του Ισραήλ, επιταχύνοντας  την εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Και από την άλλη τα λαϊκά στρώματα που πρέπει να είναι ικανοποιημένα από τα αποφάγια που τους προσφέρει η πολιτική ηγεσία, πότε εν είδει επιδομάτων πότε με συμφωνίες κυρίων για μείωση τιμών κλπ.  
         Και είναι πάλι το ΚΚΕ στην πρωτοπορία της οργάνωσης των εργατικών αγώνων για την αποτροπή αυτού που μεθοδικά ετοιμάζεται από την κυρίαρχη τάξη, ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου.  Γι’ αυτό  η δεκαετία της Αντίστασης και του Εμφυλίου είναι το κλειδί για την κατανόηση αυτής της επικείμενης, με όποιο τρόπο, σύγκρουσης.