Κυριακή 31 Μαΐου 2026

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΕΙΣ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Εν όψει εκλογών,  σε κάποιον από τους  επόμενους  10 μήνες,  στον πολιτικό χώρο  έχουν αρχίσει  οι ανακατατάξεις, ανασυντάξεις, μετατοπίσεις παντός είδους και βεληνεκούς, σε μια προσπάθεια να συγκρατηθεί   ή και ν’ ανατραπεί η εξέλιξη κάποιων διαφαινόμενων  κοινωνικών τάσεων και βαθύτερων  πολιτικών ρευμάτων που με διευρυνόμενους ρυθμούς μοιάζει τα τελευταία χρόνια να έρχονται στην επιφάνεια. Για να συσκοτιστεί η ιστορική μνήμη, να παραπλανηθεί το ταξικό ένστικτο και να λοξοδρομήσουν οι πολιτικές προτιμήσεις των λαϊκών στρωμάτων στις προσφερόμενες επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας.
        Άρχισαν ήδη λοιπόν να στήνονται τα σκηνικά των νέων κομμάτων και αναμένονται και άλλων, για κατανάλωση οραμάτων, ιδεών, συμβόλων, προσδοκιών. Ένας καταιγισμός λέξεων, επιφωνημάτων, ομιλιών που θέλουν να  διαμορφώνουν έναν κόσμο χωρίς μνήμη, μα με  αναπολήσεις και  υπαγορευμένες βεβαιότητες για το μέλλον.  
        Το ίδιο το πολιτικό σύστημα μοιάζει να  ανακυκλώνεται και πάλι, μετά την προβληματική του ανάκαμψη από την οικονομική κρίση του 2010. Οι παραδοσιακές διαιρέσεις και συγκρούσεις που αναπαρήγαγε ο δικομματισμός, όπως συντήρηση και προοδευτισμός, οπισθοδρόμηση και μεταρρύθμιση, που βρήκαν την τελευταία τους έκφραση στο δίπολο Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να εκλείπουν, γιατί δεν ανταποκρίνονται στην υλική πραγματικότητα και δεν πείθουν παρά ελάχιστους. Σ΄ ένα ζοφερό μάλιστα περιβάλλον  είναι πολύ αμφίβολο αν για δεύτερη φορά μπορεί αμελητέα ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Κ. Μητσοτάκης και ο Α. Τσίπρας, με την αρωγή των μέσων ενημέρωσης,  να  συνεχίσουν να διαδραματίζουν  κεντρικό πολιτικό ρόλο, όχι χάρη στην πολιτική τους, πολύ περισσότερο ούτε χάρη στις αρετές τους, αλλά χάρη στην …αρετή της κοινοτοπίας. Που σημαίνει,  να συνεχίσουν να προωθούνται, επειδή στη συγκεκριμένη συγκυρία έχουν «κοινό τόπο»,  δηλ. εκφράζουν ένα σημείο ισορροπίας όπου συναρθρώνουν στο επίπεδο θεσμών αναγκαιότητες του συστήματος και υποσχέσεις στις λαϊκές μάζες, χωρίς  να αποβάλλουν τις πολιτικές τους ετικέτες, συντηρώντας την ψευδαίσθηση της εναλλακτικής λύσης.
Τον τελευταίο καιρό φαίνεται η δυσφορία να πολλαπλασιάζεται για το κυβερνών κόμμα της Ν. Δημοκρατίας. Με το πλήθος και την έκταση των σκανδάλων του, που είναι πολύ δύσκολο να συγκαλυφθούν ή και να  δικαιολογηθούν, παρόλη την επιστράτευση σ’ αυτό τον σκοπό όλων των αρμών εξουσίας, από δικαιοσύνη μέχρι τα μέσα ενημέρωσης, με την οικονομική διαχείριση να διαμορφώνει  συνθήκες ευνοϊκές μόνο για το κεφάλαιο και ν’ αποτυχαίνει στην προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων με επιδόματα, η βεβαιότητα για τρίτη τετραετία δεν μοιάζει αυτονόητη.  Γι’ αυτό το κυβερνών κόμμα, στο μικροπολιτικό του στόχο,  το  φοβίζει ο κίνδυνος της εγκατάλειψης του από ψηφοφόρους του που μπορεί να αναζητήσουν λύσεις για τα προβλήματά τους στα γειτονικά με τη Ν. Δημοκρατία κόμματα, των οποίων ο αριθμός φαίνεται ότι όσο οδεύουμε προς τις κάλπες  θα αυξάνεται
Τελευταία, δυο νεοπαγή κόμματα εμφανίστηκαν στο προσκήνιο. Το ένα με τη Μ. Καρυστιανού μοιάζει να επενδύει σ’ έναν ηθικό λόγο με το πολιτικό του στίγμα να εγγράφεται στο χώρο της υπεσυντηρητικής, θρησκευτικής δεξιάς, το άλλο με τον Α. Τσίπρα, που, ακάθεκτος και με το νέο του κόμμα συνεχίζει να λεηλατεί και να διαστρέφει την ιστορία αγώνων της αριστεράς, θέλει να καλύψει τον άλλο πόλο του δικομματισμού, για ομαλή του λειτουργία. Γιατί για την αναπαραγωγή της ταξικής κυριαρχίας, πρέπει το εποικοδόμημά της να παρουσιάζει εναλλαγές.
Κόμματα και κομματίδια εμφανίζονται στο πολιτικό σκηνικό χωρίς σύνδεση με κοινωνικά στρώματα και τάξεις, τα περισσότερα στον πολιτικό χάρτη να  στριμώχνονται προς τα δεξιά και ακροδεξιά. Άλλα επενδύουν σε μια συγκρουσιακή ρητορική για να επικρατήσουν, όπως το κόμμα της Ζ. Κωνσταντοπούλου, άλλα στην ηθική, όπως το κόμμα της Μ. Καρυστιανού, άλλα στον εθνικισμό όπως του Βελόπουλου. Στα αριστερά ο χώρος μοιάζει έρημος με τα υπολείμματα του ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθούν ανεπιτυχώς να τον καλύψουν, για να μη μείνει κυρίαρχο το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ που παραμένει όρθιο, αγωνιστικό, που δεν πτοείται από ήττες αλλά επιμένει, πιστό στο όραμα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας να εμπνέει και οργανώνει τους αγώνες των εργαζομένων. Και αυτό είναι το διακύβευμα σε κάθε αναδιάρθρωση του πολιτικού σκηνικού. Να περιέλθει στο περιθώριο το ΚΚΕ, να περισταλούν τα περιθώρια παρέμβασής του.  
Και φαίνεται στο πολιτικό σύστημα να υπάρχει έλλειψη προσώπων που ν’ αναλάβουν το ίδιο αριστοτεχνικά, όπως ο Α. Τσίπρα πριν 10 χρόνια, ν’ αρθρώσουν ένα λόγο αρκούντως αυθάδη και πειστικό, για να χειραγωγήσει τα πλήθη. Η επανεμφάνιση του Α. Τσίπρα με ένα νέο κόμμα,  κόπια του ΣΥΡΙΖΑ, που φρόντισε το αρκτικόλεξό του να παραπέμπει στο μεγαλείο της  αντίστασης,  στον ίδιο το λαϊκό στρατό, συνεχίζοντας τη λεηλασία της ιστορίας του αριστερού κινήματος και τα τσιμπολογήματα από οράματα και συνθήματα αγώνων για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, είναι μια ακόμα προσπάθεια να εκτονώσει την οργή, να καθησυχάσει αμφισβητήσεις. Βέβαια, είναι πολύ αμφίβολο αν για δεύτερη φορά μπορεί να πείσει  ότι ενδιαφέρεται  για τις αγωνίες του κόσμου,  όταν η υπερπενταετής  διακυβέρνησή του απέδειξε το αντίθετο. Αλλά ακόμα κι αν ενισχύσει την αποθάρρυνση για τη δυνατότητα αλλαγής της πολιτικής με την εναλλαγή των κομμάτων, το πολιτικό σύστημα δεν το βλάπτει η παραίτηση από διεκδικήσεις μεγάλου τμήματος των λαϊκών μαζών.
Αρκεί μόνο να μην υπάρχει μια πολιτική δύναμη ικανή να ερμηνεύσει τα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα, να τα συνθέσει και να συγκρουστεί για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων, τα δικαιώματα των πολιτών. Γι΄ αυτό στο νέο εγχείρημα του Α. Τσίπρα αυτή η εμμονή αναφοράς, με το όνομα του κόμματος, με την υποτιθέμενη κληρονομιά του νέου κόμματος, στο μεγαλειώδη αγώνα των κομμουνιστών στην κατοχή, έχει  προφανή πια σκοπό την απαξίωση του φορέα που οργάνωσε και ενέπνευσε, του ΚΚΕ. Γιατί είναι τότε, στη ματωμένη δεκαετία του ’40,  που σφυρηλατήθηκε η σχέση του ΚΚΕ με τις λαϊκές μάζες, είναι τότε που με τους αγώνες των κομμουνιστών η στρατιωτική ήττα τους μετατράπηκε σε ιδεολογική δικαίωση.
Σε μια εποχή λοιπόν που ο φιλελευθερισμός αγκαλιά με τη σοσιαλδημοκρατία εκβάλλουν στις στρεβλές ατραπούς της διαρκούς λιτότητας, της φτωχοποίησης, της οικονομίας πολέμου, της συμμαχίας με εγκληματικές κυβερνήσεις, που το αλαζονικό κυβερνητικό οικοδόμημα με τα παρακείμενα της αντιπολίτευσης κρύβουν την κουρελιασμένη τους αξιοπιστία με εικόνες που τους φιλοτεχνούν τα μέσα ενημέρωσης, η κομμουνιστική ιδεολογία συνεχίζει να σημαίνει κίνδυνο για το σύστημα.
Είναι που ο κομμουνισμός, μια θεωρία, ιδεολογία, συμπυκνώνει και εκφράζει την υπαρκτή στην καπιταλιστική ανάπτυξη ιστορική τάση, την τάση ανατροπής του καπιταλισμού. Όσο υπάρχουν οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής και το πολιτικό σύστημα που τις αντιστοιχεί, θα υπάρχει  και το όραμα  του κομμουνισμού, περισσότερο ή λιγότερο τονισμένο  ή ενεργό,  ανάλογα με την πορεία της ταξικής πάλης. Τίποτε δεν ξεπεράστηκε, όσο  ο αγώνας συνεχίζεται.

 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

Τρομοκρατημένοι μήπως η πραγματικότητά μας εξελιχτεί σε εφιάλτη και σε μας, απογυμνωμένοι από οράματα και ελπίδες νιώθουμε εγκαταλελειμένοι στη μοίρα μας. Η συντριπτική πλειοψηφία των λογής λογής ηγετών και ηγετίσκων που απαίτησαν  αξιώματα στην πολιτική σκηνή, διεκδίκησαν τιμές στο πνευματικό πεδίο μοιάζει με υπεκφυγές, ωραιοποιήσεις και ψεύτικες ελπίδες ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων να το έχουν  οδηγήσει στην παραίτηση από διεκδικήσεις. Πνευματικοί ταγοί, σ’ έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο δύσκολος με τα περιθώρια ελπίδας να στενεύουν, σιωπούν ή γίνονται φερέφωνα της κυρίαρχης εξουσίας. Κι επειδή οι ιδέες της δημοκρατίας, δικαιοσύνης, ελευθερίας κλπ. μετά από τόσους αγώνες έχουν γίνει μέρος της παγκόσμιας συνείδησης κανείς δεν καταφέρεται εναντίον τους. Αυτό που γίνεται είναι να νοθεύονται, πλαστογραφούνται, διαστρέφονται, την ίδια ώρα που οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες κραυγαλέα τις επικαλούνται και λεκτικά τις υπερασπίζονται. Εξισώνοντας τα πάντα και τους πάντες, συκοφαντώντας το όραμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, καλλιεργώντας τη λήθη εν ονόματι μιας συναίνεσης προωθούν κάθε είδους συμβιβασμό και παραίτηση, για να μην ενοχλείται η κυρίαρχη εξουσία.           
          Διανοούμενοι που φαίνεται να υποκλίνονται στην εξουσία, κολακευμένοι από τις  θωπείες των   καταπιεσμένων φιλοδοξιών τους  για διακρίσεις και προβολές δεν κάνουν άλλο από το να την δικαιολογούν υπερασπιζόμενοι ακόμα και τις πασιφανείς απανθρωπιές της. Παραποιούν την μνήμη, νοθεύουν την ιστορία για να αγνοηθούν οι βασικές αιτίες που αναπαράγουν δικτατορίες, βία, πόλεμο. Έχουν αναλάβει να μας εξοικειώσουν με τις αυθαιρεσίες της εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους, για να εξοντωθούμε ηθικά, να εξουδετερωθούμε πολιτικά.  
           Η ασυμφιλίωτη λοιπόν πολιτική  αντίθεση, λαϊκό κίνημα και αντιδραστική εξουσία,  έκφραση της κρυμμένης ταξικής σύγκρουσης, στην οποία ήταν υποταγμένη κάθε δράση και  ενέργεια στην Ελλάδα από το τέλος του εμφυλίου μέχρι την πτώση της χούντας, όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια γίνεται  προσπάθεια ν’ αμβλυνθεί θολώνοντας την εκδήλωσή της, ενώ  στην πραγματικότητα δεν  παύει να υπάρχει. Γι’ αυτό κι ενώ έχει περάσει πάνω  μισός αιώνας από την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών καθηγητές πανεπιστημίου, αφού απαξίωσαν με πονήματά τους την αντίσταση ενάντια στους ναζιστές, επανέρχονται με καινούργιο πόνημα για να λειάνουν τη βία και την αυταρχικότητα  της δικτατορίας των συνταγματαρχών, να ισοπεδώσουν τις αντιθέσεις.
Ο λόγος για το έργο του Στ. Καλύβα  «Big Bang 1970–1973» που εξωραΐζει τη δικτατορία μ’ έναν ύπουλο και κρυφό τρόπο. Στο έργο επιμένει η ματιά  να μετακινείται από τη βαναυσότητα και την καταστολή στη δημιουργία και στην παραγωγή, τη βαφτίζει μάλιστα άνθηση, σαν να ήταν η δικτατορία η γενεσιουργός αιτία τους. Την ανάγκη των καλλιτεχνών να εκφραστούν χρησιμοποιώντας όποιες χαραμάδες ελευθερίας άφηνε το καθεστώς, ο συγγραφέας του βιβλίου την εκλαμβάνει ως «άνθηση» πολιτιστική που συμβαίνει χάρη στο πολιτιστικό περιβάλλον που διαμορφώνει η χούντα. Δεν βλέπει τη σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτά που επιτρέπει η χούντα και στην προσπάθεια των καλλιτεχνών να ξεπεράσουν τις απαγορεύσεις της με μεταμφιέσεις των ιδεολογιών τους, με υπαινιγμούς στους λόγους τους. Δεν ανθίζει καμιά τέχνη εξαιτίας της δικτατορίας, αλλά παρά τη δικτατορία και τις απαγορεύσεις της. Το θέατρο, το τραγούδι μετατρέπονται στην ουσία  σε πολιτικές δραστηριότητες, αυτές που έχουν απαγορευτεί από τη χούντα. Εξάλλου σε δικτατορίες που έχουν επιχειρήσει να περιορίσουν τους καλλιτέχνες, να καταστείλουν το έργο τους, ιδίως μέσω των  απαγορεύσεων και της λογοκρισίας, οι ίδιες αυτές  συνθήκες έχουν αποτελέσει κίνητρο για τη δημιουργία μιας αντί-εξουσίας μέσω της τέχνης. Ανατρέποντας, παίζοντας με τα όρια που επιβάλλονται από όλες τις μορφές αυταρχισμού, παρακάμπτοντας τα και συχνά αυτοσχεδιάζοντας μέσα από τα κενά των απαγορεύσεων και της λογοκρισίας, οι καλλιτέχνες καταφέρνουν να καινοτομήσουν αναδιαμορφώνοντας τη σχέση μεταξύ των ιδεολογικών και αισθητικών μοντέλων της τέχνης.
 Και είναι αυτό το βιβλίο μια ακόμα απόπειρα για να  παραποιηθεί  η μνήμη, να καθαιρεθεί  η πολιτιστική ηγεμονία της αριστεράς, όπως χλευαστικά υποστηρίζεται από την κυρίαρχη εξουσία της διανόησης και πολιτικής,   ώστε στην τελική ακόμα κι αν δεν αθωωθεί, προς το παρόν, η χούντα, η ερμηνευτική αντιστροφή της καλλιτεχνικής έκφρασης της εποχής  να προσφέρει δικαιολογίες για να  γίνει ανεκτή ακόμα και η βία της. Για να απενοχοποιηθεί, ώστε όταν η παρακμιακή κοινοβουλευτική μας απολυταρχία δυσκολευθεί να ανταποκριθεί στους στόχους της  η επιστροφή μιας δικτατορίας,  με καινούργια βέβαια μορφή,  να μην γεννά αντιδράσεις.
Επιπλέον, μ’ αυτό το βιβλίο εξαιτίας του λάθος για το θάνατο του Μ. Χάκκα και της, τουλάχιστον,  επηρμένης αντίδρασης του συγγραφέα όταν του επισημάνθηκε με ανακοίνωση από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, δόθηκε πάλι η ευκαιρία συσπείρωσης κάποιων ανθρώπων της διανόησης γύρω από τον Στ. Καλύβα και κατά συνέπεια γύρω από τις ιδέες που αυτός εκφράζει.   
          Τελευταία, όλο και πιο συχνά  σε κάθε ευκαιρία, που είτε εκ των πραγμάτων αποκαλύπτεται η αναλγησία του καπιταλισμού είτε σκοπίμως συγκαλύπτεται, δεκάδες διανοούμενοι δίνουν το παρόν για να υπερασπιστούν το status quo. Χαρακτηριστική είναι η συσπείρωσή τους γύρω από την υπεράσπιση του Ισραήλ, επικαλούμενοι κάθε φορά αυθαίρετα τον αντισημιτισμό για κάθε καταγγελία των εγκλημάτων του.   Φαίνεται όμως ότι σε ένα πλαίσιο όπου ο καπιταλισμός έχει γίνει ένας ορίζοντας που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτος πολλοί λίγοι είναι οι διανοούμενοι που απομένουν να υπερασπίζονται μια ιδεολογία μετασχηματισμού  της κοινωνίας και απελευθέρωσης του ανθρώπου. Κι αν μοιάζει ο διαχωρισμός σε δυο στρατόπεδα να μην είναι πάντα ευκρινής, όμως οι συσπειρώσεις με αφορμή ζητήματα ιδεολογικά είναι ενδεικτικές των αντιθέσεων που διαπερνούν την κοινωνία και κυρίως των προσπαθειών της κυρίαρχης εξουσίας να κερδίσει στη μάχη των ιδεών ακόμα και με λαθροχειρίες. Μάλιστα, όσο επικρατεί, σχεδόν χωρίς φτιασιδώματα, η πιο άγρια καπιταλιστική λογική, η συσπείρωση διανοούμενων γύρω από ζητήματα κυρίως αναθεώρησης της ιστορίας αρχίζει ν’  αποτελεί ένα διακριτό στρατόπεδο πια.  
        Δεν βρισκόμαστε βέβαια στο μεσοπόλεμο με τις εκφρασμένες έντονα  ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που διέτρεχαν και όλες τις εκφράσεις της τέχνης, με τη δημιουργία διακριτών δυο στρατοπέδων. Από τη μια αυτοί που πίστευαν στην πρόοδο του καπιταλισμού και την ελευθερία της αστικής τάξης, συμμαχώντας με την εξουσία και εδραιώνοντας την προπαγάνδα της και από την άλλη αυτοί που αγωνίζονταν με πάθος για τη διάδοση των μαρξιστικών ιδεών, πεπεισμένοι από την νίκη της επανάστασης στη Ρωσία για τη μετάδοσή της σε όλον τον κόσμο, αλλάζοντας τα πάντα, και μετατρέποντας την τέχνη τους σε όργανο εξέγερσης.
Τώρα, έναν  αιώνα από τότε και βασικά οι ίδιες αντιθέσεις υπάρχουν, η ταξική σύγκρουση συνεχίζεται, μόνο που η πίστη στο όραμα μιας αταξικής κοινωνίας και η ελπίδα για νικηφόρα έκβαση των λαϊκών αγώνων έχουν τρωθεί  και με την ευγενική συμβολή των διανοούμενων υπηρετών της κυρίαρχης εξουσίας.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

«ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ»

 

Το άλμα στο κενό δυο κοριτσιών από την ταράτσα μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα, από τις αντιδράσεις σε κοινωνικά δίκτυα, ακόμα και από ανακοινώσεις φορέων, φαίνεται να συγκλόνισε. Και ίσως, εκτός από τον αβάσταχτο πόνο για το απονενοημένο διάβημα των κοριτσιών, το πιο συνταρακτικό είναι η απήχηση που φαίνεται να έχει στην ελληνική κοινωνία, η οποία σαν να ένιωσε ότι ήταν παραλήπτης του σημειώματος που φέρεται ότι άφησε η μια από τις κοπέλες. Γι’ αυτό και  είδε στην πράξη τους μια σπαρακτική διαμαρτυρία απέναντι στον κόσμο των ενηλίκων, ακόμα κι αν   για πολλούς συρρικνώθηκε στο σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων που υποχρεώνει τους νέους να το υποστούν. Γιατί ίσως να είναι κάπως ευκολότερα διαχειρίσιμο να  πάρει αυτή τη συγκεκριμένη μορφή, των εξοντωτικών πανελληνίων εξετάσεων,   αυτός ο κόσμος ο σκληρός και απαιτητικός που δεν είναι για τους νέους ανθρώπους. Εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες προωθείται η αποσπασματικότητα στην ερμηνεία κοινωνικών συνθηκών, για ν’ αποφεύγεται η εποπτική τους αντιμετώπιση που μπορεί να οδηγήσει σε συνολικές αμφισβητήσεις.
         Φυσικά και  δεν ξέρουμε τι συνέβη στις ψυχές των παιδιών αυτών γι’ αυτό το άλμα στο κενό. Αυτό μόνο που ξέρουμε είναι τι αναμοχλεύσεις  προκάλεσε η πράξη τους στην κοινωνία μας. Από τον κυβερνητικό φορέα, την υπουργό παιδείας Σ. Ζαχαράκη που αισθάνθηκε υποχρεωμένη να βγάλει ανακοίνωση για να εκφράσει την συμπόνια της και να επαναλάβει υποσχέσεις για το χρέος της πολιτείας απέναντι στους νέους, μέχρι τους ανώνυμους ανθρώπους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μαστιγώνουν ή αυτομαστιγώνονται, φαίνεται ν’ αναγνωρίζουν σ’ αυτό το θανατηφόρο άλμα στο κενό αυτό που δεν ομολογείται.  Και είναι αυτό που τώρα αναδύθηκε στην επιφάνεια, δηλ.  αυτός  ο καλά κρυμμένος φόβος  μήπως δεν είναι πια μόνο ατομική υπόθεση το καταθλιπτικό αίσθημα  της χρεωκοπίας αξιών, της ψυχικής διάλυσης, της αισθηματικής νέκρωσης που  μπορεί να γίνει θανατηφόρο όταν προστίθεται σε μια προσωπική εσωτερική κατάρρευση, σ’ έναν πολύ προσωπικό πόνο. Μια κοινωνία έντρομη είδε στην πράξη των δυο παιδιών αυτό που δεν ομολογεί, τη φθορά της.
        Τα χρόνια  μας  είναι εξαιρετικά ταραγμένα και ρευστά. Όλες οι  αξίες  αναθεωρούνται για να υπηρετήσουν την αγορά, τον ανταγωνισμό και την ατομική απόδοση και η αξία  της ζωής ταυτίζεται με παραγωγικότητα, επιτυχία και εισόδημα. Αυτή είναι η κυρίαρχη  ιδεολογία που έχει εγκατασταθεί σε νέους και ενήλικες, οι οποίοι όταν δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας  επιτυχίας νιώθουν παρείσακτοι και προβληματικοί.  
         Αν λοιπόν ο συγκλονισμός από αυτό το άλμα στο κενό των δυο παιδιών φαίνεται να άγγιξε ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι περισσότερο γιατί είδε τον εαυτό της σ’ αυτό το άλμα. Γιατί όταν διαμορφώνεται μια κοινωνία που «όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει», τότε πραγματικά δεν υπάρχει θέση για τα παιδιά σ’ αυτή την κοινωνία.  
          Οι συνέπειες της αναταραχής της οικονομικής κρίσης και οι αναβρασμοί  από τους πολέμους έχουν γίνει σ’ όλους αισθητές. Αλλά έχουν γίνει καθοριστικές για όσους αυτά τα χρόνια αρχίζουν να παίρνουν συνείδηση του εαυτού τους και του περιβάλλοντος, επειδή η διαμόρφωσή τους γίνεται στο συγκεκριμένο περιβάλλον, στο οποίο δεν αντίκρισαν παρά μια επιφανειακή ηρεμία που δεν ήταν ικανή να εδραιώσει το συναίσθημα της αυτοπεποίθησης που  κάνει το νέο να πιστεύει πως βρίσκεται σε γνώριμο και φιλικό περιβάλλον. Η πρώτη λοιπόν άμεση συνάντηση με τη ζωή τους οδηγεί στο σκεπτικισμό για όσα ηχηρά διδάσκονται, αφού βλέπουν να διαψεύδονται καθημερινά. Κι αυτό τους σπρώχνει να πάρουν μια στάση άμυνας απέναντι στους φορείς αυτής της διδασκαλίας, δηλ. αδιάκριτα απέναντι του κοινωνικού συνόλου, που το βλέπουν σαν αντίπαλο. Η συνεχής πίεση να αποδεικνύουν την αξία τους, να τρέχουν σαν άλογα κούρσας για να αριστεύσουν, τους δίνει το αίσθημα της καταπίεσης. Σε μια κοινωνία που μοιάζει παραιτημένη,  καλλιεργείται  η αδυναμία να αντιδράσουν ενεργητικά και ν’ αντισταθούν σε ό,τι τους φαίνεται αδικαιολόγητο, που τους ενισχύει την ιδέα της μειονεκτικότητας. Στρέφονται λοιπόν συνολικά στην άρνηση του περιβάλλοντος. Σ’ ένα περιβάλλον όμως που επικρατεί ο κυνισμός και ο ατομικισμός,  δεν προσφέρεται σαν δυνατότητα  η μεταβολή της άρνησης σε πίστη, αφού κανένα δημιουργικό ιδεολογικά ρεύμα δεν υπάρχει ικανό να τους παρασύρει, για να δώσουν έτσι εξωτερική διέξοδο στο εσωτερικό τους δράμα. Κι έτσι στρέφονται κι αυτοί ολοκληρωτικά στο άτομό τους, θεωρώντας το σαν τη μόνη υπάρχουσα πραγματικότητα. Μόνο που ήδη μέσα τους τσακισμένοι όπως είναι δεν μπορούν να αντλήσουν δύναμη.
          Κι αν αυτή η πράξη των δυο παιδιών έφερε στη επιφάνεια σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού φόβους και ενοχές για το είδος της κοινωνίας που ανέχτηκε να διαμορφωθεί, ο συγκλονισμός από το θάνατό τους δεν αρκεί να εκδηλωθεί  μ’ ένα πένθος ή αυτομαστίγωμα. Αλλά με συμμετοχή σε αγώνες για αλλαγή αυτών των συνθηκών που ζούμε και που σε μεγάλο βαθμό συμβάλλουν στην επικράτηση αυτού του πνεύματος απελπισίας στο οποίο βυθίζονται πολλοί νέοι.
         Ζώντας εν μέσω του απόηχου πολέμων, που φτάνουν στην Ευρώπη από τις οικονομικές επιπτώσεις και από τις εικόνες φρίκης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και  ενημέρωσης, εν μέσω σκανδάλων διαφθοράς που αποκαλύπτουν χρεοκοπία της υπεσχημένης  δικαιοσύνης, εν μέσω βαρύγδουπης ρητορικής για ανάπτυξη που συγκαλύπτει την οικονομική  ένδεια, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας βλέπει τον εαυτό του ολότελα μετέωρο, να συντρίβεται οικονομικά, να διαλύεται ιδεολογικά.
          Όλες οι κοινωνικές ομάδες, η κάθε μια με το δικό της τρόπο και για το δικό της συμφέρον προσπαθούν να κάνουν μια αναπροσαρμογή και να δώσουν διέξοδο στη δημιουργημένη κατάσταση. Η κυρίαρχη τάξη με τις πολιτικές της επιλογές και τις οικονομικές επιταγές της προσπαθεί να εξασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα αδιαφορώντας για τις ολέθριες συνέπειες σε εργαζόμενους και νέους, όσο μπορεί και ελέγχει τις αντιδράσεις τους.  Μ’ ένα μικροαστικό στρώμα  πανικοβλημένο που δεν ξέρει πού να στηριχθεί, μια εργατική τάξη με υποταγμένο ένα μεγάλο μέρος της, μια κυρίαρχη ιδεολογία που επαναλαμβάνει επίμονα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, συκοφαντώντας αυτήν την εναλλακτική, τον κομμουνισμό, που ταυτίζει  με το φασισμό, διαμορφώνεται η απαισιόδοξη ατμόσφαιρα της εποχής μας. Η κυρίαρχη ιδεολογία γενικεύοντας φόβους κι αδυναμίες της άρχουσας τάξης ενσπείρει ηττοπάθεια προωθώντας εκείνη την οπτική που βλέπει το σύνολο των κοινωνικών φαινομένων μέσα από το φακό των δικών της φόβων και φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει κάθε αγώνα μάταιο, γιατί είναι ο αγώνας που προπαρασκευάζει τη δική της εξαφάνιση. Το τραγικό δίλημμα για το αύριο, η αστάθεια του σήμερα, χρόνο το χρόνο παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας σχεδόν πεισιθανάτιας ψυχολογίας.
            Κι όμως το δημιουργικό στοιχείο υπάρχει διάχυτο στην ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης. Ένας ολόκληρος κόσμος γύρω μας αγωνίζεται, παλεύει για το μετασχηματισμό της κοινωνίας, με μικρά βήματα που δεν είναι θεαματικά, αλλά είναι βήματα διαφυγής σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης ξαναμαθαίνει το αλφαβητάρι του αγώνα, και με τους αγώνες της εμπνέει εμπιστοσύνη στη ζωή και στον αγωνιζόμενο άνθρωπο και με τις δικές της δυνάμεις  δημιουργεί στηρίγματα της ζωής. Και μόνο το γεγονός της πάλης κλείνει μέσα του τη δυνατότητα της νίκης και κρατά ζωντανή την ελπίδα για την πραγματοποίησή της, εμπλουτίζοντας τον άνθρωπο και ολοκληρώνοντάς τον.   Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη φθορά των αξιών της ζωής, αλλά και από τον ποικιλότροπο αγώνα ενάντια σ’ αυτή τη φθορά.