Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

ΟΡΘΙΑ Η ΖΩΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

 

Κάπου, χαμένη ανάμεσα σε πολλές πληροφορίες ήταν κι εκείνη για τον στρατηγό Γουίλιαμ Ουέστμορλαντ, διοικητή των αμερικανικών στρατευμάτων στο Βιετνάμ, ότι είπε πως οι Ασιάτες δεν εκτιμούν την ανθρώπινη ζωή όπως κάνουν οι Δυτικοί. Την  ανάκληση αυτής της πληροφορίας προκάλεσε όλος αυτός ο εγκληματικός πόλεμος που Ισραήλ και ΗΠΑ, μετά τη γενοκτονία στη Γάζα, επέβαλαν και στο Ιράν και το Λίβανο.   
         Μ’ αυτή τη διαπίστωση ο Αμερικανός  στρατηγός επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί οι Βιετναμέζοι συνέχιζαν να πολεμούν παρά τις απώλειες, που αν συνέβαιναν σε δυτικά στρατεύματα θα είχαν υποχωρήσει. Ήταν μια εύκολη εξήγηση, για να μην αναγνωρίσει πόσο λίγο οι Αμερικανοί ήξεραν τον εχθρό με τον οποίο πολεμούσαν, για να μην παραδεχτεί ότι οι εχθροί του πολεμούσαν για κάτι που πίστευαν ότι άξιζε να πεθάνουν γι’ αυτό. Αποδίδοντας τη μέχρι εσχάτων αντίστασή τους στην αδυναμία τους να εκτιμήσουν τη ζωή εφευρίσκει μια θεωρία όπου ο αγώνας του εχθρού δεν είναι σημάδι δύναμης και γενναιότητας, αλλά σημάδι κάποιου ελλείμματος. Συνεχίζουν δηλ. οι Βιετναμέζοι να πολεμούν επειδή η ζωή είναι φθηνή γι’ αυτούς, όχι γιατί ο αγώνας τους είναι δίκαιος, όχι επειδή είναι θαρραλέοι και γενναίοι, αλλά γιατί είναι κατώτεροι από τους Αμερικανούς. Κι αυτή η υπεροπτικά περιφρονητική εξήγηση αντανακλά την πεποίθηση της κυρίαρχης τάξης των ΗΠΑ, και φυσικά του στρατηγού, στη δική της πολιτισμική υπεροχή, που δεν κατανοεί γιατί ένας λαός όπως ο Βιετναμέζικος αρνείται να δεχτεί  αυτήν την προϋπόθεση. Η συλλογική θυσία του λαού του Βιετνάμ, η άρνησή του να σπάσει,  παραμένει μια από τις πιο ξεκάθαρες απαντήσεις της ιστορίας στην εγκληματική επέκταση της ιμπεριαλιστικής Αμερικής.  
Και πενήντα χρόνια μετά, το ίδιο πνεύμα ανθεκτικότητας που αντέχει κυρώσεις και πιέσεις απηχεί στη στάση του Ιράν σήμερα. Αντιμετωπίζοντας δεκαετίες οικονομικής απομόνωσης, στρατιωτικές απειλές και εξωτερικές επεμβάσεις, το Ιράν έχει βασιστεί στην εσωτερική αποφασιστικότητα, τις δυσανάλογες δυνατότητες και την πολιτιστική αντοχή, όπως έκανε το Βιετνάμ. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υπολόγισαν λάθος την κοινωνία του Ιράν.  Ακόμη και οι Ιρανοί που αντιτίθενται στην ισλαμική φύση του πολιτικού τους συστήματος μπορούν να συνδέσουν τις βασικές κουκίδες για ν’ απορρίψουν τη δόλια βοήθεια που σκοτώνοντας τους προσφέρεται, γιατί  αντιλαμβάνονται ότι  όπου παρεμβαίνουν για τα δικά τους συμφέροντα η Αμερική και το Ισραήλ, εκείνη η χώρα για το λαό της  γίνεται χειρότερη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φαντασίωση του αποκεφαλισμού της ηγεσίας  και της σύγχρονης κατευθυνόμενης εξέγερσης προβάλλει κυρίως ιμπεριαλιστικούς ευσεβείς πόθους σε μια κοινωνία η οποία θα πρέπει να περιμένει από τους ιμπεριαλιστές την απελευθέρωσή της και μετά να γιορτάσει μαζί τους επειδή τη διέλυσαν. 
Η δύναμη όμως οποιασδήποτε υπερδύναμης έχει όρια όταν έρχεται αντιμέτωπη με έναν λαό που αντιμετωπίζει το θάρρος, την αντοχή και τη θυσία ως τα μεγαλύτερα πλούτη του. Σε τέτοιους αγώνες συνήθως μένει όρθια εκείνη η πλευρά που είναι πρόθυμη να αποδεχτεί  το πιο υψηλό τίμημα. Όπως στον πόλεμο του ’40, που  σύσσωμος ο ελληνικός λαός πολέμησε, πέρα από τις προβλέψεις ενός δικτάτορα που τον καταπίεζε. Γιατί οι λαοί βέβαια δεν είναι ανίκανοι να διαβάζουν τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η συνθηκολόγηση δεν φέρνει  ειρήνη, αλλά επισπεύδει την καταστροφή.
          Παραλλαγές της εξήγησης για την αντίσταση του βιετναμέζικου λαού ειπώθηκαν τελευταία  και στη χώρα μας, όταν ήρθαν στη δημοσιότητα οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στη Καισαριανή. Κι εδώ όλη η προσπάθεια επικεντρωνόταν με υπονοούμενα ή δήθεν αφελείς απορίες  στην υποτίμηση της θυσίας τους. Είτε με ψυχολογικές αναλύσεις είτε με κατηγορίες ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα είτε με ιστορικές ανακρίβειες επιδιώκονταν να εξαφανιστεί η απτή μαρτυρία από το παρελθόν της αγέρωχης αντιμετώπισης του θανάτου πίσω από ένα νέφος αμφιβολιών και υποψιών, για να απαξιώνεται κάθε λαϊκή αντίσταση.
          Και όλοι αυτοί οι γενναίοι, στη χώρα μας, στο Βιετνάμ, στην Παλαιστίνη, αγωνίστηκαν έως θανάτου για τη δική τους ελευθερία και αξιοπρέπεια κι αυτό τους κρατά όρθιους μέχρι τέλους. Όλοι αυτοί οι στρατιώτες των ΗΠΑ όμως που σκοτώνονται στο Ιράν, όπως προηγουμένως στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν και σ’ όλες τις χώρες που έκαναν επεμβάσεις οι ΗΠΑ, όλοι αυτοί οι στρατιώτες του Ισραήλ δεν πεθαίνουν παρά για να προωθήσουν τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστών που η προπαγάνδα τους κάνει να πιστέψουν ότι είναι και δικά τους.  Δεν αγωνίζονται για κανένα ιδανικό παρά μόνο για χρήματα και εξουσία των άλλων, για πετρελαιοπηγές κι εμπορικούς δρόμους,  σπαταλώντας τη ζωή τους και πεθαίνοντας για ανάξιους λόγους.  Οι Ισραηλινοί δολοφονώντας αμάχους με την έπαρση και αλαζονεία του ισχυρού αδυνατούν να δουν το τέλος  αυτού του δρόμου που θα είναι ίδιο μ’ εκείνο των Γερμανών που λάτρευαν τον Χίτλερ, μέχρι που η Γερμανία έγινε ένας σωρός από ερείπια.
          Τα ιμπεριαλιστικά κράτη εγκαθιδρύουν την εξουσία τους μέσω της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος τους, αδιαφορώντας για τις εκατόμβες νεκρών που μπορεί να προκαλέσουν στις επιχειρήσεις τους για τον έλεγχο του κεφαλαίου. Και η μικρομεγάλη Ελλάδα που η αστική της τάξη φαντασιώνεται μερτικά από τη λεηλασία των εμπόλεμων χωρών, για να δικαιολογήσει τη συμμετοχή της στους πολέμους της Ουκρανίας και της Μ. Ανατολής, εδώ και μήνες διαμορφώνει το ιδεολογικό κλίμα  για θυσία και στρατιωτική κινητοποίηση  με τον υπουργό Άμυνας Ν. Δένδια να πρωτοστατεί με τις ψευτοπατριωτικές φανφάρες του.
       Τις τελευταίες μέρες με την επίσκεψη στην Αθήνα του Ε. Μακρόν για νέο γύρο συνεργασιών  με την Ελλάδα για στρατιωτικές ανταλλαγές και  αμυντικά συστήματα ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης  βρήκε την ευκαιρία να θριαμβολογήσει για τον κατά την προσδοκία της αστικής μας τάξης αναβαθμισμένο ρόλο της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Η οποία  Ελλάδα ήδη αφιερώνει ένα πολύ υψηλό μερίδιο των δημόσιων δαπανών της σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, παρόλο το  περιορισμένο δημοσιονομικό πλαίσιο που συνεχώς επικαλείται η κυβέρνηση, για να αρκούνται οι λαϊκές τάξεις στα αποφάγια που κατά διαστήματα μοιράζει εν είδει επιδομάτων, ενώ  η κυρίαρχη τάξη της μοιράζεται παχυλές προμήθειες από τις στρατιωτικές συμφωνίες.
      Όλη αυτή η έπαρση και η σιγουριά των ιμπεριαλιστών μεταφράζεται στο δόγμα ασφαλείας τους ότι μπορούν να βομβαρδίζουν και να ερημώνουν χώρες, όπως το Ισραήλ βομβάρδιζε, κι ακόμα βομβαρδίζει, τη Γάζα για δυο χρόνια, εισέβαλε στο Λίβανο, σκότωσε ηγέτες του Ιράν, όπως οι ΗΠΑ διέλυσαν παλιότερα το Ιράκ  και τη Λιβύη και τώρα βομβαρδίζουν το Ιράν, όπως η Ε.Ε συμμετείχε στη διάλυση της Λιβύης. Και όλη αυτή η απάνθρωπη δράση τους στηρίζεται σε μια υπόθεση, ότι αυτοί έχουν την ισχύ να επιτίθενται, ενώ όλοι οι άλλοι είναι αδύναμοι και θα πρέπει να υποτάσσονται. Κι αυτή  η υπόθεση εξατμίζεται όταν οι λαοί οργανώνονται, αντέχουν και είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν για τη γη τους, την αξιοπρέπειά τους και την ελευθερία τους. Και τότε οι ιμπεριαλιστές αποκαλύπτονται τα μικροπρεπή,  δειλά, φοβισμένα ανθρωπάκια που είναι.

 

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΙ

 

Μέρες τώρα μοιάζει το κύριο πρόβλημα που απασχολεί τη χώρα να είναι το ανύπαρκτο πτυχίο ενός υφυπουργού, που στην εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναδείχτηκε άξιος υπερασπιστής της πολιτικής γραμμής  της κυβερνώσας παράταξης της Ν.Δ. Τόσο επιτυχημένα μάλιστα που στον πρώτο αναγκαστικό ανασχηματισμό, πάλι εξαιτίας το ΟΠΕΚΕΠΕ,  να τον ανταμείψει με υπουργείο ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης. Και τόσο επιτυχημένη η αντιπολιτευτική αντίδραση που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο Μ. Λαζαρίδης.
           Ο προβληματισμός που ανακύπτει απ’ αυτό το ζήτημα δεν έχει να κάνει με τη συγκεκριμένη ενέργεια της αστικής αντιπολίτευσης, η οποία και φυσικά οφείλει να αναδεικνύει την αναξιοπιστία, όταν μάλιστα τα τεκμήρια είναι τόσο οφθαλμοφανή, ενός υπουργού που αντανακλά και την αναξιοπιστία της κυβέρνησης,  το λιγότερο στο θέμα της διαφημιζόμενης αριστείας. Μόνο που η αντιπολίτευση για άλλη μια φορά κατανάλωσε όλη της την αντιπολιτευτική …ικανότητα στην περιπτωσιολογία και περιορίστηκε σ’ αυτήν. Η αστική αντιπολίτευση εμποδίζει με όσους τρόπους ξέρει τον ιδεολογικό μετασχηματισμό των λαϊκών μαζών, νεκρώνει τις ελπίδες διαψεύδοντάς τες συνεχώς, εκχυδαϊζει τις λαϊκές ευαισθησίες καθοδηγώντας τες σε κατασκευασμένες  συγκυρίες, τις μετατρέπει σε ποσοστά και τις κινητοποιεί σε μια αντιμητσοτακική ρήξη που δεν αγγίζει καμιά δομή του συστήματος, που και η ίδια υπερασπίζεται. 
 Επτά χρόνια διακυβέρνησης της Ν. Δημοκρατίας που έχουν διαλύσει όσα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα γλύτωσαν από τις μεταρρυθμίσεις των ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, που έχουν προσανατολίσει εξ ολοκλήρου την παραγωγική βάση της χώρας σε τομείς άμεσης κερδοφορίας για το κεφάλαιο, που έχουν εμπλέξει τη χώρα σε τυχοδιωκτικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής προσδοκώμενης ωφέλειας για την κυρίαρχη τάξη.   Και όλα αυτά τα χρόνια οι αντιπολιτευτικές κορώνες εστιάζουν στα ελάσσονα, χωρίς μάλιστα να τα συνδέουν με την ευρύτερη άσκηση της πολιτικής της κυβέρνησης. Είναι που όλη η αστική αντιπολίτευση ακολουθεί μια ενιαία πολιτική, ελάχιστα διαφοροποιημένη μόνο στο ύφος της άσκησής της, που φυσικά και δεν επιφέρουν ούτε καν κραδασμούς στο επίπεδο ανοχής και αντοχής των πολιτικών δομών.  Και κάθε φορά  μοιάζει μόνο να επιδιώκεται η αδρανοποίηση, με αντάλλαγμα ελάχιστες παραχωρήσεις, εκείνων των κοινωνικών κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κυβερνητικό αφήγημα των προσδοκιών, των οποίων η διάψευση ελευθερώνει συναισθήματα οργής και θυμού, απαιτώντας τότε από την αντιπολίτευση επιθετικούς τόνους σε λεκτικό επίπεδο που τους καθησυχάζουν, για να το παίζει αντισυστημική ακόμα και η Ζωή Κωνσταντοπούλου.
             Κι ενώ με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση και τα συμφέροντα των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων θα έπρεπε να υπάρχει σαφής αντιστοιχία μεταξύ ταξικών αντιθέσεων και πολιτικών επιλογών, παρατηρούμε ότι κοινωνικά στρώματα κάνουν πολιτικές επιλογές με κριτήρια που δεν μοιάζουν να συνδέονται με τα ταξικά τους συμφέροντα. Και αυτό ίσως συμβαίνει, γιατί ο τρόπος που αλληλοεπηρεάζονται οι οικονομικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί προσδιορισμοί στη διαμόρφωση της συνείδησης των κοινωνικών στρωμάτων δημιουργεί πολύπλοκες συναρμογές, που στο πολιτικό πεδίο καθορίζουν ισορροπίες και αντιφάσεις που δεν αντιστοιχούν πάντα στην αρχική ύλη των κοινωνικοοικονομικών προσδιορισμών. Και σ' αυτό βέβαια συμβάλλει και   η μορφωτική, θεσμική και ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας  τάξης, που με όλα τα μέσα που διαθέτει βρίσκει κάλλιστα το δρόμο να εγκατασταθεί στα κεφάλια των ανθρώπων κι έτσι  να διαμορφώνει υπέρ της τον συσχετισμό δυνάμεων στην ταξική σύγκρουση.
           Χρησιμοποιείται μια περίτεχνη ιδεολογική παραπλάνηση. Σε όλη την μεταπολίτευση στην πραγματικότητα είναι ένα αστικό κόμμα που παίζει το παιχνίδι της εναλλαγής με ένα άλλο κόμμα και διαχειρίζεται τον καπιταλισμό. Εκείνο όμως που  γίνεται  είναι να εμφανίζεται είτε με το προσωπείο του σοσιαλιστικού κόμματος παλιότερα, όταν έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα σοσιαλιστικά κράτη με την ΕΣΣΔ, είτε του φιλελεύθερου και πραγματιστή στις μέρες μας, για να εγκλωβίζει ψηφοφόρους και να ευνουχίζει διεκδικητικούς αγώνες, με ισχυρισμούς  για πολιτική αλλαγή που ποτέ δεν συμβαίνει.  
        Κι από κοντά ακολουθεί η συκοφάντηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, όχι μόνο με τα παλιά επιχειρήματα που ανασύρονται από την μετεμφυλιακή εποχή, αλλά με καινούργια που το απαξιώνουν σαν υποταγμένο στην αστική πολιτική. Το παράδοξο, να κατηγορείται το Κομμουνιστικό Κόμμα ως εγγεγραμμένο στα κατεστημένα θεσμικά πλαίσια ως προς την προπαγάνδα και τις αξίες που πρεσβεύει από όλους αυτούς που υποστηρίζουν τα αστικά κόμματα δείχνει την εκ του πονηρού αμφίσημη αντιμετώπιση των πολιτικών προσανατολισμών και της προοπτικής των λαϊκών κινητοποιήσεων. Σ’ ένα θεωρητικό επίπεδο πολλοί …προοδευτικοί αστοί υποκρίνονται τους αντικαπιταλιστές, αναγνωρίζοντας του αναλγησία και σκληρότητα,  καθότι τρόποι ζωής, ανάγκες, κοινωνικές προσδοκίες κατασκευάζονται στη μήτρα των καπιταλιστικών σκέψεων και δυνάμεων παραγωγής που πρέπει βέβαια να γίνουν πιο ανθρώπινες. Αλλά φυσικά  επί του πρακτέου  δεν χρειάζεται γι’ αυτό οργάνωση των εργαζομένων για να αγωνίζονται και να διεκδικούν ούτε και δικό τους κόμμα. Αν όμως  αναγνωρίσουμε ότι ο καπιταλισμός έχει αρνητικές επιπτώσεις, τι πρέπει να κάνουμε γι' αυτό; Όσο επικριτικοί κι αν είναι μερικές φορές απέναντι στον καπιταλισμό οι αντικομμουνιστές αντικαπιταλιστές, στην πραγματικότητα υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και ότι τίποτα δεν μπορεί ή δεν πρέπει να γίνει εναντίον του.
Στη χώρα μας μοιάζει να είναι βασικό τους μέλημα   να περιμένουν στη γωνία ν’ ανακαλύψουν κάποια αστοχία του κόμματος, να μετρούν σημεία στίξης και λέξεις στις ανακοινώσεις του αναζητώντας εναγωνίως λάθη διατύπωσης, να  διϋλίζουν κάθε τοποθέτηση μελών του κόμματος ή βουλευτών σε τηλεοπτικά πάνελ, με προτιμώμενη πάντα τη Λιάνα Κανέλλη που υπήρξε παλιά μέλος της ΟΝΝΕΔ. Με άλλα λόγια, καλλιεργώντας μια εμφάνιση ριζοσπαστισμού οικειοποιούνται την  ίδια τη δραστηριότητα της κριτικής μέσα σε μια φιλοδυτική, φιλελεύθερη και, όχι πάντα,  διακριτικά αντικομμουνιστική ιδεολογία. Γιατί αν  η αναγκαία κριτική οδηγεί στην αμφισβήτηση κάθε μορφής οργάνωσης του αγώνα  καταλήγει τελικά να αναδεικνύει τον καπιταλισμό ανίκητο.
        Η προσήλωση σε μια αντικομματική  προσέγγιση μηδενίζει την αναγκαιότητα για τους εργαζομένους της οργάνωσης μιας δομής, του κόμματος, παραβλέποντας κατάφωρα ότι στο μέτρο που στην αντίπερα όχθη υπάρχουν δομές και οργανώσεις πανίσχυρες, η αδυναμία των εργαζομένων να είναι οργανωμένοι και να διαθέτουν το δικό τους κόμμα, για να απαντούν  και να  αντιτίθενται στην κρατική βία της αστικής τάξης τους μόνο ευάλωτους τους κάνει.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ

 

Από τη μια η  σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά τη λήξη του β’ παγκοσμίου πολέμου με τις σοσιαλδημοκρατικές παρεμβάσεις που ενίσχυσαν τις αυταπάτες για το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού και από την άλλη η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης που προπαγανδίστηκε δεόντως σαν η ταφόπλακα στην ανάγκη των κοινωνικών αγώνων και της κοινωνικής επανάστασης δημιούργησαν αυτά τα ωστικά κύματα που ως τις μέρες μας επηρεάζουν ακόμα τους  λαούς της Δύσης. Παρόλο που οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν ποτέ και οι ταξικές αντιθέσεις όλο και πολώνονται οι μεγάλες πλειοψηφίες στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη επιμένουν να κλείνονται στο μικρόκοσμό τους. Ακόμα και  τώρα με τον πόλεμο που μαίνεται στη Μ. Ανατολή και την αντίσταση του Ιράν, που χρησιμοποιώντας την ενέργεια σαν μέσο πίεσης κάνει αισθητές τις συνέπειες του πολέμου και στη Δύση, οι μεγάλες πλειοψηφίες φαίνεται να μη μπορούν να ξεφύγουν από εκείνη την αδράνεια που τις καθιστά ακίνδυνες.
       Το τελεσίγραφο του Τραμπ που είχε απειλήσει να εξοντώσει ολόκληρο τον πολιτισμό του Ιράν και οι εικόνες με τους Ιρανούς σε γέφυρες και διάφορες υποδομές  ανακάλεσαν στη μνήμη την επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας στα 1999, όταν η διεθνής έννομη τάξη στην Ευρώπη μεταπολεμικά καταστράφηκε. Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί να προοιωνίζει τίποτε καλό για το μέλλον το γεγονός ότι ΗΠΑ και Ισραήλ δεν προσποιούνται καν ότι νοιάζονται για έννομη τάξη ή διεθνές δίκαιο. Η αυτοκρατορία των ΗΠΑ γίνεται όλο και πιο τολμηρή στο να εκθέσει την πραγματική τυραννική φύση της, νιώθοντας όλο και λιγότερη ανάγκη να κατασκευάσει συναίνεση πριν εμπλακεί σε μαζική στρατιωτική σφαγή
        Και ο δικός μας πρωθυπουργός  K. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στο CNN βρήκε τη λέξη  «αντιπαραγωγική» (counter productive) ως την πιο κατάλληλη για να χαρακτηρίσει τη δολοφονική επίθεση  του Ισραήλ στο Λίβανο εναντίον αμάχων, ουσιαστικά υιοθετώντας την οπτική γωνία του εγκληματικού κράτους, ότι δηλ. στρατιωτικά και στρατηγικά είναι αυτές οι δολοφονίες επιζήμιες για το Ισραήλ, επειδή θεωρεί ότι υπονομεύουν τους δικούς του στόχους. Είναι μια αποτυχημένη απόπειρα να ισορροπήσει ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ανησυχίας για την παραβίαση της εκεχειρίας χωρίς όμως  ούτε μια στιγμή να ξεχνά τη στρατηγική εταιρική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, την οποία διαφημίζει πάντα με ικανοποίηση σαν θωράκιση της χώρας απέναντι στην Τουρκία. Σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις είναι που αποδεικνύεται με πολύ ξεκάθαρο τρόπο ότι οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και ότι όλα τα ηχηρά για εθνικά συμφέροντα, διεθνές δίκαιο και ανθρωπισμό λέγονται απλώς για παραπλάνηση.
        Κανένας βέβαια από την ηγεσία σε μια  αστική δημοκρατία δεν παραδέχεται ότι υπηρετεί άλλα συμφέροντα από τα λαϊκά. Και όταν η πραγματικότητα κάποιες φορές συγκρούεται με την εικόνα που οι λέξεις των κυβερνώντων προσπαθούν να κατασκευάσουν, τότε επιστρατεύονται επιχειρήματα, αρκεί να μοιάζουν λογικοφανή, για να δικαιολογήσουν  αυτή τη διάσταση. Όπως συνέβη πριν μερικές εβδομάδες με τις μεγαλόστομες δηλώσεις,  που τόνιζαν το αξιόμαχο των Ελλήνων, του υπουργού Άμυνας Ν. Δένδια για την κατάρριψη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία και αρνιόταν βέβαια την πραγματικότητα της εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο του Ιράν.
        Όπως τις προηγούμενες μέρες σύσσωμη η κυβέρνηση, με προεξάρχοντα τον πρωθυπουργό, αρνιέται την πραγματικότητα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν προσπαθεί μόνο να μειώσει την αποκάλυψη της έκτασής του,  αλλά κατασκευάζοντας μια εικονική πραγματικότητα επιχειρεί  να αποδώσει τις ευθύνες γι’ αυτό σε παράγοντες  έξω από τις δικές της δράσεις.
        Ο πρωθυπουργός μάλιστα σε τηλεοπτικό του μήνυμα για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εν μέσω υποσχέσεων και δικαιολογιών, αποκάλυψε, για τη διασπάθιση των εκατομμυρίων με τη βοήθεια πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος της Ν.Δ.,  και τον κύριο φταίχτη. Είναι το «βαθύ κράτος» και   δήθεν η συγκυρία του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται αφετηρία μάχης για την ήττα του.
         Αυτή η καταγγελία για  το βαθύ κράτος δεν είναι αποκλειστικότητα του Κ. Μητσοτάκη. Στις μέρες μας η χρήση του από τον Ντ. Τραμπ αποτέλεσε ρητορικά ένα αποτελεσματικό  όπλο αντιπολιτικής ορθότητας που αναδείκνυε την αντίσταση των ηγεσιών της διοίκησης στις λαϊκές επιθυμίες που υποτίθεται υπηρετεί ο πρόεδρος. 
          Ο όρος «βαθύ κράτος» φέρει μαζί του την ιδέα ενός παράλληλου δικτύου λήψης αποφάσεων και, τελικά, την πίστη ότι η πραγματική εξουσία βρίσκεται σε ένα παράλληλο, και πάνω απ' όλα, κρυφό, νευραλγικό κέντρο, μια μορφή ανεπίσημης εξουσίας που είναι  απίθανο να λογοδοτήσει. Εν ολίγοις, κάτι σαν χαστούκι στη δημοκρατία και τη διαφάνεια που απαιτείται από το κράτος δικαίου. Ένα βαθύ κράτος που δεν ήλεγχε, κι έτσι αθωωνόταν και ο ίδιος,  υπονοούνταν  με τη ρήση «επιτέλους ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» που αποδιδόταν από φίλους και οπαδούς στον  Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο μετά τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, για να αποστασιοποιηθεί απ’ αυτήν.   Μέχρι όμως πρόσφατα, αυτή η έκφραση σπάνια έμπαινε στη σφαίρα μιας πολιτικής συζήτησης ή στις νόμιμες σφαίρες εξουσίας. Συναντιόταν πολύ πιο συχνά στις πολιτικές συζητήσεις στην καθημερινή ζωή,  στον περίπλοκο και συχνά αδιαφανή κόσμο των θεωριών συνωμοσίας παρά στα στόματα προσωπικοτήτων γνωστών για την πολιτική τους σκέψη ή τη χάραξη πολιτικής. Ο Κ. Μητσοτάκης όμως υιοθέτησε αυτόν τον αμφιλεγόμενο όρο σε μια προσπάθεια, όπως ο Ντ. Τραμπ, να παρουσιαστεί μαχητής για τα λαϊκά συμφέροντα.
          Δεν είναι βέβαια σαφές τι ακριβώς ο δικός μας πρωθυπουργός εννοεί με τέτοιους ασαφείς όρους, που επιτρέπει όμως σε όποιον θέλει να φανταστεί το χειρότερο. Στο τελευταίο του μήνυμα μοιάζει από τα συμφραζόμενα ν’  αναφέρεται στη γραφειοκρατία και σε ομάδες ενσωματωμένες στον κρατικό μηχανισμό, σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με τις οποίες ένα κόμμα εξουσίας όπως του Κ. Μητσοτάκη θέλει να παριστάνει ότι δεν έχει καμιά σχέση.   Κι έτσι ανακινεί σκέψεις σχετικά με τη λαϊκή κυριαρχία, η οποία καταπατείται από τον καλολαδωμένο μηχανισμό αυτής της παράλληλης και κρυφής εξουσίας, που δεν προέρχεται από τον λαό, όπως ο πρωθυπουργός και οι βουλευτές του.  
          Περιγράφοντας μ’ αυτόν τον όρο ένα υποτιθέμενο μυστικό δίκτυο μη εκλεγμένων κυβερνητικών αξιωματούχων, πρακτόρων πληροφοριών, γραφειοκρατών που εργάζονται για να επηρεάσουν ή να ανατρέψουν την εκλεγμένη ηγεσία και τη δημόσια πολιτική δίνεται ένα αξιοσημείωτο άλλοθι στους κυβερνώντες και στις αντιλαϊκές πολιτικές τους, αναγνωρίζοντας συγχρόνως  το κεντρικό ρόλο του κράτους στη δομή και ρύθμιση των κοινωνιών. Αρνούμενοι την ταξική διάσταση της αστικής μας δημοκρατίας και με αδυναμία δικαιολόγησης δράσεων και ενεργειών τους, που ξεκάθαρα στρέφονται ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, όταν αυτές προκαλούν λαϊκή δυσαρέσκεια, η επιστράτευση αυτού του ασαφούς όρου θέλει να συσπειρώσει κυβερνώντες και λαό ενάντια σ’ αυτούς  που υποτίθεται  ελέγχουν ή υπονομεύουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αποδυναμώνοντας κάθε λαϊκή αντίδραση.  Στην αναζήτηση βέβαια του βαθέος κράτους,  ποτέ δεν υπονοείται η κυρίαρχη τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής.  Χρησιμοποιώντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο  ο πρωθυπουργός αυτόν τον όρο φιλοδοξεί να δείξει την πρόθεσή του για συνεννόηση, για  να ξεσκεπάσει παράγοντες μη κατονομαζόμενους προκειμένου να διευκολυνθεί στη συνεργασία πέρα από κομματικές διαφορές.
         Στην πραγματικότητα, το να θέλει να πείσει ένας πρωθυπουργός ότι το βαθύ κράτος είναι πραγματικό το κάνει για να αποδυναμώσει κάθε λαϊκή αντίδραση. Γιατί έτσι η πολυπλοκότητα του κόσμου εξαφανίζεται ακαριαία και ο ανορθολογισμός θριαμβεύει.  Η ταξική πάλη,  η ελευθερία,  η αντίσταση, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, τίποτα από αυτά δεν έχει πια σημασία. Εφόσον  ο κόσμος κυβερνάται από το βαθύ κράτος υπάρχει πάντα το αόρατο που δεν το βλέπει κανείς πίσω από το ορατό, που συνεχώς μεταμφιέζεται και δεν αναγνωρίζεται, δεν συγκρούεται αλλά καταβροχθίζει και αποστραγγίζει από κάθε ζωτικότητα ό,τι αντιστέκεται. Καθοδηγεί και ελέγχει τα πάντα, αποτρέπει κάθε αντίφαση και ακυρώνει κάθε εξέγερση, εκμηδενίζει κάθε απελευθέρωση, ενσταλάζει άγχος και φόβο για να τους κάνει όλους υπάκουους και πού ν’ αντισταθείς;