Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Εν μέσω πολέμων, αμφισβητούμενης της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής, προσδεμένης στο άρμα πρωτίστως των ΗΠΑ και του εγκληματικού κράτους του Ισραήλ,  η προ ημερών αποφυλάκιση και η μετέπειτα αναίρεσή της από τον Άρειο Πάγο του καταδικασθέντος ως επικεφαλής της επονομαζόμενης «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» Α. Γιωτόπουλου  την έφερε ξανά στο προσκήνιο. Και ήταν μια υπενθύμιση για τον αναλλοίωτο τρόπο άσκησης της πολιτικής των κυβερνήσεων μας ανεξαρτήτως των ηχηρών περί δημοκρατίας,  δικαιοσύνης, δικαιωμάτων. Όπως τότε έτσι και τώρα, αναλόγως των συγκυριών,  η  κυβέρνηση θεωρεί ότι εξασφαλίζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης που υπηρετεί όταν κατασκευάζει και υποδεικνύει εχθρούς που αποπροσανατολίζουν τις μάζες, για να μη διακρίνουν το πραγματικό κακό, το ίδιο το σύστημα του καπιταλισμού.
        Η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» έδρασε πάνω από 25 χρόνια με πλήθος δολοφονιών μέχρι την εξάρθρωσή της το 2002, μετά την τυχαία έκρηξη εκρηκτικού μηχανισμού στα χέρια ενός από τα μέλη της, του Σ. Ξηρού. Από την ελληνική δημοκρατία της εποχής εκείνης και τους θεσμούς της καταβλήθηκε προσπάθεια να τη διαχειριστούν ως ποινική υπόθεση, τα εγκλήματά της θεωρήθηκαν του κοινού ποινικού δικαίου, αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις που προέκυπταν από μια τέτοια αντιμετώπιση. Γιατί δηλώσεις πολιτικών και κομμάτων για απειλή της δημοκρατίας, επεμβάσεις ξένων, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, για εξάρθρωση της οργάνωσης, το πολιτικό περιεχόμενο των ερωτήσεων στο δικαστήριο ανέτρεπαν την όποια επιχειρηματολογία για την ποινική ταυτότητα της οργάνωσης.
          Η εξάρθρωση της οργάνωσης που αποκάλυψε την ταυτότητα των μελών της άφησε πολλά ερωτηματικά, τόσα ώστε το αίνιγμά της να παραμένει άλυτο, ενώ οι εικασίες και τα λογικά συμπεράσματα εκ των αποτελεσμάτων της δράσης της, της θεαματικής αποκάλυψης της και δίκης της να μοιάζουν περισσότερο ασφαλή. Ερωτηματικά για την αυθόρμητη παράδοση του Δ. Κουφοντίνα, αφού εξασφάλισε την απόκρυψη του ιστορικού 45αρι όπλου και της πρώτης γραφομηχανής που γράφονταν οι προκηρύξεις, για τα αναιμικά στοιχεία που στήριξαν την κατηγορία εναντίον του Γιωτόπουλου ως διαχρονικού ηγέτη της, για τη στάση των μελών μετά τη σύλληψή τους,  για τις  γενικόλογες, ανεπαρκείς και ανιστόρητες επιχειρηματολογίες σχετικά με  τους σκοπούς των δολοφονικών πράξεων των μελών της  προβληματίζουν τόσο για το ρόλο της οργάνωσης, όσο και για την ικανότητα των μελών της να διαφεύγουν επί ένα τέταρτο του αιώνα.
         Εμφανιζόμενη η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» μετά την πτώση της χούντας, το Δεκέμβρη του 1975, με τη δολοφονία του σταθμάρχη της CIA Ρ. Γουέλς και  την επόμενη χρονιά μ’ εκείνη του αρχιβασανιστή Ευ. Μάλλιου έμοιαζε να παρουσιάζεται  η δράση της σαν συνέχεια των αγώνων ενάντια στη χούντα, αφού θεωρούνταν η μεταπολίτευση αλλαγή προσωπείου της εξουσίας, και σαν απόδοση δικαιοσύνης στα εγκλήματα της χούντας που η δημοκρατική μας πολιτεία δεν έκανε. Κι έτσι μπήκε στην πολιτική ζωή της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας  η τρομοκρατία. Κι έτσι ένα τμήμα του  λαού, που εφησύχαζε τακτοποιώντας τη ζωή του, βαυκαλιζόταν ότι υπήρχε ένας τιμωρός για όσα άθλια συνέβαιναν στην πολιτική σκηνή, χωρίς να προβληματίζεται για το νηπιακό σκεπτικό που συνόδευε κάθε δολοφονία και τους θολούς σκοπούς των ενεργειών της στα επόμενα πολλά χρόνια.
          Η αστυνομία αποκάλυψε την ταυτότητα της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», ενώ η Ελλάδα είχε αναλάβει τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και  μερικούς μήνες μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους στη Ν. Υόρκη. Τότε   που θριαμβευτικά από τις ΗΠΑ είχε ξεκινήσει ο πόλεμος κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας και είχε αρχίσει η επιχείρηση σ’ όλο το δυτικό καπιταλισμό του νομικού μετασχηματισμού για την καταπολέμησή της. Και από τότε η επέκταση των εκτελεστικών και αστυνομικών εξουσιών μονιμοποιήθηκε, αυξάνοντας την κρατική επιτήρηση, αλλάζοντας τα όρια για τις πολιτικές ελευθερίες. Τις περισσότερες φορές, οι νόμοι ορίζουν την τρομοκρατία χρησιμοποιώντας ευρεία και ασαφή γλώσσα,  ενώ οι κυβερνήσεις έχουν υπερασπιστεί δημόσια τις εξαιρετικές εξουσίες που διαθέτουν η αστυνομία και άλλες κρατικές αρχές βάσει αυτών των νόμων. Φυλακίσεις για μισό αποτύπωμα όπως στον Ν. Ρωμανό, δεν είναι παρά ένα περιστατικό από τις συνέπειες νόμων και πρακτικών  που με επιχειρηματολογίες τρομοκρατικού κινδύνου θεσπίστηκαν και εφαρμόζονται. Κι έτσι η έντεχνη ιδεολογική χρησιμοποίηση της τρομοκρατίας να οξύνει τα χτυπήματα ενάντια στο λαϊκό κίνημα, εμποδίζοντας τη μαζική δουλειά.
        Από τα χρόνια εκείνα καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια να απαξιωθεί και η αντίσταση στα χρόνια της χούντας, και κάθε αντίσταση, με μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας να αποκαλύπτει πια το ρόλο της ως θεραπαινίδα της εξουσίας. Πλήθος αντιστασιακών καλούνταν από δημοσιογράφους, όπως ο προβαλλόμενος τότε ως αντικειμενικός Ν. Χατζηνικολάου,  να αποκηρύξουν τη δράση της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», τσουβαλιάζοντας κάθε αντίδραση και λαϊκή κινητοποίηση κάτω από τον χαρακτηρισμό της τρομοκρατίας. Μόνο που η ξεκάθαρη θέση του ΚΚΕ για την τρομοκρατία δυσκόλευε τη σύγχυση που σκοπίμως δημιουργούνταν, για να υποτιμηθεί κάθε αγώνας.
        Σίγουρα η τρομοκρατία, σε συνθήκες μαζικών λαϊκών αντιδράσεων,  μπορεί να είναι όπλο των υποτελών τάξεων εναντίον των εκμεταλλευτών. Γιατί οι μορφές σύγκρουσης που θα χρησιμοποιηθούν εξαρτώνται από την πορεία και το ρυθμό ανάπτυξης του μαζικού κινήματος και τις διαμορφωμένες συνθήκες που αυτό δρα. Γι’ αυτό και μπορεί ένοπλες οργανώσεις να είναι κομμάτι ενός συνολικού κινήματος, όταν  ξεπηδούν απ’ αυτό και συνδέονται μ’ αυτό. Στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο αναπτύχτηκαν κινήματα αντίστασης που καταδικάστηκαν από τους κατακτητές ναζί ως τρομοκρατία, ενώ θανατηφόρα χτυπήματα χρησιμοποιήθηκαν και από εθνικά κινήματα ανεξαρτησίας στον αντιαποικιακό αγώνα.  Στη  Μ. Ανατολή, στη θανατηφόρα μαζική αντίδραση  του λαού της Παλαιστίνης   ενάντια στις εγκληματικές ενέργειες του κράτους του Ισραήλ, κάθε οργανωμένη αντίσταση, κάθε οργάνωση χαρακτηρίζεται τρομοκρατική. Αλλά  και  στη Μ. Βρετανία, απαγορεύτηκε η δράση της «Palestine Action» ως τρομοκρατικής οργάνωσης βάσει του νόμου περί τρομοκρατίας, γιατί τα μέλη της διαμαρτύρονται ενάντια σε  στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εργολάβους που συνεργάζονται με το Ισραήλ.  
          Όταν όμως ένοπλες ομάδες δρουν αποσπασμένες από τους μαζικούς αγώνες, το πιο συνηθισμένο είναι να λειτουργούν προβοκατόρικα, ηθελημένα ή όχι, και τις περισσότερες φορές να γίνονται και όπλο του κράτους της κυρίαρχης τάξης, για να τρομοκρατήσει και να φρενάρει …διακριτικά μαζικές κινητοποιήσεις.
         Στις δεκαετίες 1970 και 1980 οργανώσεις στην Ευρώπη  που υποστήριζαν την ανατροπή των καπιταλιστικών δομών εξουσίας κατέφυγαν στη βία, όπως Ερυθρές ταξιαρχίες, Φράξια του Κόκκινου Στρατού. Μόνο που όταν γίνονται βίαιες ενέργειες από ομάδες που χαρακτηρίζονται επαναστατικές, σε μια λογική στρατιωτικής αντιπαράθεσης  με το κράτος, που όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στις διαθέσεις των μεγάλων μαζών, αλλά ούτε τις κινητοποιεί ούτε και κάνει δυνατή την υποστήριξή τους απ’ αυτές, τότε αυτές δρουν στο περιθώριο και ερήμην των λαϊκών κινημάτων, με όλες τις συνέπειες  που επιφέρει αυτό. Διάβρωσή τους από μυστικές κρατικές υπηρεσίες ή και εξαρχής δημιουργία ριζοσπαστικών ομάδων που στην τελική εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Έτσι ώστε εν ονόματι της άμυνας μπροστά στο τέρας της τρομοκρατίας να απαιτείται να παραχωρηθεί ακόμα ένα κομμάτι από τη φτενή ελευθερία των λαϊκών στρωμάτων, που πάει και δυναμώνει τον αστυνομικό έλεγχο.
        Οι αποκομμένες τρομοκρατικές ενέργειες από ομάδες ξεκομμένες από μαζικούς αγώνες δεν κάνουν άλλο από το να δικαιώνουν την διαχεόμενη  αντίληψη για την ιστορία ότι δεν εξαρτάται από το σύνολο των αντικειμενικών συνθηκών και την ταξική πάλη,  αλλά από την καλή και θεαματική ή κακή ατομική δράση, καταλήγοντας κάθε γεγονός να μην έχει την ιστορική του εξήγηση, αλλά την αστυνομική του λύση. Και έτσι η ανάθεση σε σωτήρες να μπλοκάρει την ταξική συνειδητοποίηση και την οργάνωση των ταξικών δυνάμεων. Γιατί η  δράση μέσα στην εργατική τάξη για μαζικοποίηση των αγώνων της σημαίνει προσπάθεια για οργάνωση και  άνοδο της ταξικής συνείδησης.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

«Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΞΑΝΑΓΕΜΙΖΕΙΣ ΤΟ ΤΟΥΦΕΚΙ ΣΟΥ»

 

Και αναμένεται η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, με το περιεχόμενο της να μην έχει δοθεί στη δημοσιότητα,  τον Ντ. Τραμπ να θριαμβολογεί ως συνήθως, ενώ οι  ιρανοί  να εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Και φυσικά, έχοντας υπόψη τα τεκταινόμενα στη Μ. Ανατολή ακόμα και η κοινή λογική αμφιβάλλει για το μακροπρόθεσμο αυτής της συμφωνίας. Μοιάζει μάλλον με μια προσωρινή παύση στις προσπάθειες να διαλυθεί το Ιράν. Οι ΗΠΑ παίρνουν το χρόνο τους, γιατί δεν χρειάζεται να συντρίψουν μονομιάς το Ιράν, όταν αυτό δείχνει ότι έχει τη δυνατότητα ν’ αντισταθεί αποτελεσματικά.
        Ακόμα κι αν τελικά υπογραφεί στις 19 Ιουνίου αυτή η συμφωνία, που χαρακτηρίζεται μνημόνιο κατανόησης ή  οδικός χάρτης για τις διαπραγματεύσεις μέχρι την οριστική, αυτό δεν σημαίνει το τέλος της σύγκρουσης ανάμεσα στο Ιράν και τους επιτιθέμενους, ΗΠΑ και Ισραήλ. Τα μέχρι τώρα γεγονότα έχουν δείξει ότι για τις ΗΠΑ οι συμφωνίες δεν είναι δεσμευτικές, κι επομένως μπορούν να παραβιαστούν ή να αγνοηθούν ανά πάσα στιγμή. Έτσι, οι ΗΠΑ, αποδεικνύοντας ότι η τήρηση διεθνών συνθηκών γι’ αυτές δεν είναι υποχρεωτική, έχουν αποσυρθεί  από τη συμφωνία για τα πυρηνικά που υπογράφηκε το 2015, έχουν αποχωρήσει  από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς, βομβάρδισαν το Ιράν εν μέσω ειρηνευτικών συνομιλιών.                                                                                          Εξάλλου, η ψευδαίσθηση μιας καλής συμφωνίας είναι για αιώνες η κλασική ιμπεριαλιστική εξαπάτηση που χρησιμοποιείται για τη διάλυση των κινημάτων αντίστασης, όταν αυτή είναι αρραγής, σθεναρή και επίμονη.  Και στα καθ’ ημάς, στο Κυπριακό,  να θυμηθούμε τη συμφωνία της Ζυρίχης, που για τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή η ημέρα της υπογραφής της  ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του  και η αρχή πολλών δεινών για τους Κύπριους,  βάζοντας την ταφόπλακα στο αντιαποικιακό κίνημα των Κυπρίων εναντίον τον Άγγλων.  Το αποικιακό-ιμπεριαλιστικό  σύστημα λειτουργεί σαν ένα γιγαντιαίο, αδυσώπητο τέρας που αναζητά συνεχώς την παραμικρή ρωγμή ή αδυναμία και αρπάζει τα πάντα με τον παραμικρό συμβιβασμό. Στη Μ. Ανατολή το αποδεικνύει και η ιστορία της, πως κάθε χώρα ή κίνημα αντίστασης που ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ, όπως η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ή αραβικά κράτη κατέληξαν να μετατρέπονται σε όργανα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών των ΗΠΑ.    
          Στη συγκυρία αυτή, η αντοχή του Ιρανικού λαού και η ευφυής αντιμετώπιση των εχθρικών επιθέσεων  από την ιρανική εξουσία άνοιξαν ρωγμές στην παντοδυναμία της υπερδύναμης, δίνοντας ελπίδες για τη δύναμη που μπορεί να έχει η αντίσταση στις εγκληματικές ενέργειες των ΗΠΑ και Ισραήλ.   
            Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ μετά το Ολοκαύτωμα της Γάζας, τα εγκλήματα στη Δυτική Όχθη και το Λίβανο, τη δολοφονία των Ιρανών μαθητριών δεν μπορούν πια να αντιμετωπίζονται ως κράτη που μπορούν να σεβαστούν συμφωνίες. Η γενοκτονία στη Γάζα δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μόνο ένα στάδιο για την απόκτηση «ζωτικού χώρου», δηλ. την κατάληψη όλης της Παλαιστίνης καταστρέφοντας τον λαό της. Μόνο που το Ισραήλ  δεν σταματά εδώ, αλλά επιδιώκει την καταστροφή των γειτονικών χωρών, έχοντας την απεριόριστη υποστήριξη όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και των ευρωπαϊκών χωρών, με την μικρομέγαλη  μάλιστα Ελλάδα να θεωρεί το Ισραήλ στρατηγικό εταίρο.
Στην πραγματικότητα το Ισραήλ επιδιώκει να καταστρέψει τις γειτονικές χώρες, υποτάσσοντας τη Μ. Ανατολή στις επιταγές των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών των ΗΠΑ και με την επαίσχυντη συνενοχή των αραβικών κρατών. Το σχέδιο προχωρά, με τον αραβικό άξονα αντίστασης ενάντια στο Ισραήλ να έχει διαλυθεί  τις τελευταίες δεκαετίες. Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία προτίμησαν την εξαργύρωση της συμπόρευσης με το Ισραήλ, ενώ το Ιράκ, η Λιβύη, η Συρία καταστράφηκαν από πυροδοτούμενους από ΗΠΑ και συμμάχους τους πολέμους. Απόμεινε μόνο το Ιράν ως κράτος και τα κινήματα της Χαμάς και Χεζμπολάχ ν’ αντιστέκονται.
Ο παλαιστινιακός λαός, το Ιράν και τα σχετικά κινήματα υποστηρίζουν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Από την άλλη το Ισραήλ θέλει να πραγματοποιήσει το ναζιστικό του παραλήρημα, την εγκατάσταση ενός Μεγάλου Ισραήλ, που εισβάλλει σε όλη τη γύρω γειτονιά. Δεν φαίνεται υπό τις παρούσες συνθήκες να μπορεί να βρεθεί ειρηνική  λύση σ’ αυτήν την αντίφαση, που έχει επιδεινωθεί  στα άκρα μετά τη γενοκτονία και καταστροφή στη Γάζα.
             Αυτό λοιπόν που μπορεί να υπογραφεί ως ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ θα είναι περισσότερο μια εκεχειρία παρά μια πραγματική συμφωνία. Για να κερδηθεί χρόνος, να ανανεωθεί το οπλοστάσιο των ΗΠΑ για να είναι σε καλύτερη θέση να καταστρέψουν το Ιράν.  
Οι ΗΠΑ μοιάζει να σέρνονται για συγκεκριμένους λόγους  σε μια κατάπαυση του πυρός, αποκαλύπτοντας τουλάχιστον την αμηχανία τους μετά την αποδεδειγμένη στρατιωτική ικανότητα του Ιράν, που παρά τις τεράστιες κυρώσεις που έχει υποστεί έχει καταφέρει να αναπτύξει τα ισχυρά όπλα που έχει επιδείξει. Από τη μια φαίνεται  το οπλοστάσιο των ΗΠΑ να έχει εξαντληθεί σε επικίνδυνα επίπεδα, εξαιτίας της απροσδόκητης σθεναρής αντίστασης του Ιράν. Από την άλλη το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ και οι στοχευμένες επιθέσεις του Ιράν στην ενεργειακή υποδομή των χωρών του Κόλπου έχουν πυροδοτήσει  μια ενεργειακή κρίση, που θα μπορούσε να εξαπλωθεί σε επικίνδυνες διαστάσεις  στις περισσότερες οικονομίες του κόσμου και κατά κύριο λόγο στους συμμάχους των ΗΠΑ.  Πάντα το ενδιαφέρον είναι η οικονομία. Ακόμα κι αυτούς του μήνες από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, οι παλινδρομήσεις του Τραμπ με τις απειλές εξόντωσης του Ιράν και τις υποσχέσεις ειρήνης μοιάζει να  μην αφορούσαν παρά τις τιμές πετρελαίου και τα αντίστοιχα χρηματιστηριακά παιχνίδια.
          Βέβαια,  η αντίσταση του Ιράν και το εκπληκτικό πυραυλικό του οπλοστάσιο ίσως κάνει πιο επιτακτική ακόμα την απαίτηση των ΗΠΑ να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν όλα τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου, σε περίπτωση μάλιστα που υπολογίζουν σε μια τρίτη επίθεση εναντίον του.  Διότι η δύναμη και ανθεκτικότητα του Ιράν που έχει επιδείξει μέχρι τώρα θα πολλαπλασιάσουν το φόβο στις ΗΠΑ και Ισραήλ για την  περίπτωση που θα ήταν σε θέση να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Γι’ αυτό δεν είναι για κανέναν το ζητούμενο μια διαπραγμάτευση για επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα, αφού είναι αυτή που δημιούργησε τον πόλεμο.
           Το παλιό πλαίσιο πια δεν ισχύει και αυτό που πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί είναι η αμερικανοισραηλινή επιθετικότητα και η αμερικανική τάξη πραγμάτων που την επιτρέπει. Για ν’ αμφισβητηθεί όμως κάθε ιμπεριαλιστικός σχεδιασμός, κάθε αμερικανική επιθετικότητα θα πρέπει και οι λαοί της καπιταλιστικής Δύσης να συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο
           Τελικά η ειρήνη που με τις συμφωνίες τους διαπραγματεύονται οι ΗΠΑ ταιριάζει στον ορισμό του Μπομπ Ντίλαν, ότι είναι «η στιγμή που ξαναγεμίζεις το τουφέκι σου».

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΞΑΝΑΕΙΠΩΜΕΝΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

 

Και διαλύονται τα γεγονότα σε ατέλειωτες λεπτομέρειες, έτσι που να χάνονται στην ασημαντότητα και να μένει η ατάκα του τάδε μεγαλόσχημου, αναλύσεις του δείνα πολιτικού,  μαθηματικά νούμερα  του άλλου επαΐοντα. Γεγονότα ανά τον κόσμο, που παρουσιάζονται ασύνδετα μεταξύ τους, αποκομμένα από την καθημερινότητά μας, αποσπασματικά στη μοναδικότητά τους. Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στο Ιράν και η αντίστασή του, οι εντολές εκκένωσης του Ισραήλ σε πόλεις του Λιβάνου για να τις βομβαρδίσει και ο ασταμάτητος κατατρεγμός του στους Παλαιστίνιους, το ατέλειωτο ποτάμι διαδηλωτών στην Αλβανία ενάντια στο ξεπούλημα περιοχών της χώρας στην οικογένεια Τραμπ, η αποδοχή από τη FIFA των απαγορεύσεων και απελάσεων των ΗΠΑ που έχει αναλάβει τη διεξαγωγή  του  παγκόσμιου κύπελλου του 2026, οι βίαιες αντιμεταναστευτικές διαδηλώσεις στο Μπέλφαστ, τα  ουκρανικά drone που εξοπλισμένα χάνουν το δρόμου τους,   αυτά και άλλα τόσα παρουσιάζονται σαν να είναι αυτοτελή, ανεξάρτητα, σχεδόν μοιραία.
         Κι όμως όλα είναι κομμάτια αυτής της ιστορίας του ιμπεριαλισμού που επεκτείνεται, του καπιταλισμού που επιβάλλεται, όλα είναι κρίκοι μιας αλυσίδας γεγονότων που κάθε άνθρωπος έχει περιπλεχθεί. Μεγάλες μάζες μοιάζει να παίζουν το παιχνίδι της ωραίας κοιμωμένης στο δάσος, έτοιμοι να μαγευτούν ξανά και ξανά από υποσχέσεις και να αρνηθούν να κοιτάξουν κατάματα την πραγματικότητα, συνεχίζοντας να αποδέχονται μια μοίρα που ήδη τις έχει καταδικάσει, βαυκαλιζόμενες ότι θα συνεχίσουν να είναι μόνο θεατές στις τραγωδίες, που η μια ακολουθεί την άλλη.
         Και μια πρωτοπορία, όπως πάντα συμβαίνει, αναγνωρίζοντας τη δύναμη ενός ιστορικού παρελθόντος που δεν επιτρέπει την εγκατάλειψη χωρίς αγώνα, συνεχίζει να οργανώνεται, να διαμαρτύρεται, να διεκδικεί τα αυτονόητα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Γιατί είναι οι άνθρωποι που  δημιουργούν την ιστορία,  αλλά δεν την δημιουργούν όπως τους υπαγορεύει η φαντασία τους, αλλά με βάση τις συνθήκες που ήδη βρίσκουν έτοιμες απ’ όταν γεννιούνται. Κι αυτοί που καλούνται πρωτοπορία δεν είναι παρά εκείνοι που πρώτοι καταφέρνουν να καταλάβουν σωστά τις συνθήκες και  να καταλάβουν πως πρέπει να τις αλλάξουν.   
Κι ενώ οι δεκαετίες του ’70 ακόμα και του ’80 έδειχναν άνοδο των λαϊκών αγώνων στις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης, για ν’ ανατρέψουν τις συνθήκες εκμετάλλευσης των ανθρώπων, όμως μισό αιώνα μετά έχει εδραιωθεί μια άγρια καπιταλιστική επίθεση.
Σ’ αυτά τα χρόνια η  μορφή του κινήματος της εργατικής τάξης και οι πολιτικές του ηγεσίες με επικεφαλής τα Κομμουνιστικά κόμματα κρίθηκαν από τον τρόπο που απάντησαν στην άνοδο των κοινωνικών αγώνων και την κρίση του καπιταλισμού. Η πεποίθηση ότι η συνεργασία σοσιαλιστικών, ρεφορμιστικών, σοσιολδημοκρατικών κλπ κομμάτων με τα κομμουνιστικά,  με την αφομοίωση των τελευταίων και εξαφάνισή τους, θα έσπαγε την απομόνωση των  πολιτικών δυνάμεων που ευαγγελίζονταν το σοσιαλισμό και τα κομμουνιστικά κόμματα θα έβγαιναν από το περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων, προσανατόλισε την πολιτική τους στη διεύρυνση της εκλογικής βάσης, για την είσοδο της Αριστεράς στην κυβέρνηση.  Μέσα σε μια τεχνητή ευφορία η σοσιαλδημοκρατία υποσχόταν συγχρόνως διαχείριση της στρατηγικής του καπιταλισμού αλλά και των οραμάτων της Αριστεράς. Προωθήθηκε λοιπόν η αντίληψη ότι κυβερνήσεις της Αριστεράς με τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία θα μετασχηματίσουν το αστικό κράτος. Οι δράσεις δρομολογήθηκαν έξω από τους χώρους δουλειάς κι επικεντρώθηκαν μέσα στο κοινοβούλιο. Η επικράτηση μάλιστα και στο εργατικό κίνημα ρεφορμιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και συναφών δυνάμεων ανέδειξε την ευθύνη τους στην αποτυχία και την ήττα των λαϊκών αγώνων.
 Κι έτσι, φτάνοντας στο απόγειο η καπιταλιστική κρίση και με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την πλήρη συκοφάντηση του σοσιαλιστικού μοντέλου έπαψε πια και το ερώτημα για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση και την ανατροπή του καπιταλισμού.  Βέβαια, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία οι ελπίδες για μεταρρύθμιση επί το ανθρωπινότερο του καπιταλισμού αποδείχτηκαν φρούδες και τις διαδέχτηκε η υποταγή στα κελεύσματα  της   πολιτικής που επιβάλλει το αστικό κράτος. Μόνο που  ο  έλεγχος του λαϊκού κινήματος για μπλοκάρισμα της  αντίδρασής του στις αντιλαϊκές πολιτικές, η είσοδος της αριστεράς στην κυβέρνηση που δεν εγκαινιάζει καμιά διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, αντίθετα νομιμοποιεί την αστική πολιτική, καθώς επιδεινώνονται οι συνθήκες δουλειάς και η ποιότητα ζωής έχουν σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς συντηρητικότερες κατευθύνσεις και την   ανάκαμψη και σταθεροποίηση ακροδεξιών και φασιστικών  κομμάτων που παρουσιάζονται σαν αντισυστημικά.
Σ΄  όλη την Ευρώπη παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Κόμματα με διαφορετικές ονομασίες και ίδια πολιτική να εναλλάσσονται στην εξουσία χωρίς να ανακτούν την εμπιστοσύνη των εκλογέων τους, ενώ έχουν συγχωνευθεί και εξαφανιστεί τα πάλαι ποτέ κραταιά κομμουνιστικά κόμματα. Στην Ελλάδα όμως, το Κομμουνιστικό Κόμμα, με βαθιές ρίζες στην κοινωνία από τη  γεμάτη θυσίες του ματωμένη δεκαετία του ’40, και  μέσα από επώδυνες διαδικασίες διατήρησε τα χαρακτηριστικά του, να είναι το πρωτοπόρο και μαχητικό τμήμα της εργατικής τάξης, να εργάζεται για υψηλό επίπεδο οργάνωσης, ώστε να επιτυγχάνεται η ιδεολογική ενότητα αλλά και η ενότητα της πρακτικής δράσης όλων των μελών.  
 Στη χώρα μας όλος ο πάλαι ποτέ χαρακτηριζόμενος, χάριν της δικτατορίας, προοδευτικός χώρος κατάφερε στη μεταπολίτευση από τη μια να λεηλατήσει ό,τι μπορούσε από τους αγώνες και θυσίες του ΚΚΕ, από την άλλη  να μεταμφιεστεί σε εργατικό κόμμα, για να υποκατασταθούν οι ταξικοί αγώνες από τη διαπραγμάτευση και να επιτευχθεί η ταξική συνεργασία με τη συναίνεση στις αποφάσεις της κυρίαρχης τάξης.   
Κι αν επαναλαμβάνονται ξαναειπωμένες πολιτικές αναλύσεις για τη σοσιαλδημοκρατία, τις υποσχέσεις του καπιταλισμού, την αλλοίωση και εξαφάνιση, σχεδόν στο σύνολο της Ευρώπης,  των κομμουνιστικών κομμάτων, τη μεθόδευση διάλυσης των ελπίδων για την κομμουνιστική εναλλακτική είναι γιατί συνεχώς η κυρίαρχη προπαγάνδα νεκρανασταίνει με διάφορες μορφές τα ίδια και τα ίδια επιχειρήματα. Είτε λοιπόν χλευάζεται το κομμουνιστικό όραμα είτε απαξιώνεται η  ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δήθεν δεν τολμά να δοκιμαστεί στη διακυβέρνηση σε κυβερνήσεις συνεργασίες του προοδευτικού χώρου.
Τον τελευταίο καιρό,  έχοντας εξαντληθεί η πειστικότητα των επιχειρημάτων για τη διατήρηση της συναίνεσης, η μεν Ν.Δ επαναλαμβάνει, εν μέσω σκανδάλων που δεν σταματούν ν’ αποκαλύπτονται, την αναγκαιότητα ύπαρξης πολιτικής σταθερότητας, προβάλλοντας ως μοναδικό επιχείρημα για την  επιλογή της στην επόμενη εκλογική διαδικασία την ακινησία, στην πραγματικότητα  την μονιμότητα των σκανδάλων, της οικονομικής αφαίμαξης του εισοδήματος των εργαζομένων, της αυταρχικοποίησης της εξουσίας. Ο δε προοδευτικός χώρος που υποκρίνεται την αντιπολίτευση, ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια, στην προσπάθειά του να απονευρώσει τους ταξικούς αγώνες στους οποίους πρωτοστατεί εμπνέοντας και οργανώνοντας το ΚΚΕ, χρησιμοποιεί τον κυβερνητισμό σαν σημαντικό θέλγητρο για τους εκλογείς. Γιατί του δίνει τη μορφή ρεαλιστικής πρότασης εξουσίας υπέρ των εργαζομένων, παρόλη την παταγώδη και συνεχή διάψευση της στην Ευρώπη κι εδώ, με αποκορύφωμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εδώ και μια δεκαετία. Κι έτσι να μονιμοποιηθεί η ανατροπή του  συσχετισμού των δυνάμεων σε βάρος της εργατικής τάξης, επικρατώντας η αμφισβήτηση και η κατάργηση όλων των κατακτήσεων της  τα πολλά προηγούμενα χρόνια.