Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

 

Στις ομιλίες του ο Ντ. Τραμπ για τη 250η επέτειο της διακήρυξης της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, πέρα από την εξύμνηση των αμερικανικών ιδεωδών, που στην πραγματικότητα συνοψίζονται στο αμερικανικό όνειρο της ατομικής ανέλιξης σ’ ένα σκληρό καπιταλιστικό περιβάλλον, καταφέρθηκε εναντίον του κομμουνισμού, επέμενε στην ύπαρξη αναζωπύρωσης της κομμουνιστικής απειλής, σύνδεσε την αντικομμουνιστική ρητορική με το αντιμεταναστευτικό ζήτημα, εξισώνοντας με τους μετανάστες την υποτιθέμενη κομμουνιστική απειλή και καταλήγοντας να παρουσιάσει τους Δημοκρατικούς ως κομμουνιστές. Η περιγραφή του κομμουνισμού, τριάντα πέντε χρόνια από το τέλος του ψυχρού πολέμου, θυμίζει την πιο ακραία ρητορική που είχε τότε χρησιμοποιηθεί.  Για τον Ντ. Τραμπ «ο κομμουνισμός είναι ακριβώς το αντίθετο της ζωής, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας. Είναι θάνατος, τυραννία και επιδίωξη του κακού».
        Αυτή η αντικομμουνιστική ρητορική δεν είναι καθόλου ξένη στη χώρα μας.  Πολλές φορές, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, κυβερνητικοί παράγοντες αναβιώνουν φρασεολογία του μετεμφυλιακού κράτους και παρουσιάζουν σαν κομμουνιστές όποιους, όπως ο Α.Τσίπρας, θα πρέπει, για να υπάρχει η ψευδαίσθηση της εκλογικής επιλογής,  να παίξουν στο δικομματικό παιχνίδι τον άλλο πόλο. 
         Χρησιμοποιείται δηλ.  η αντικομμουνιστική ρητορική ως πολιτικό εργαλείο με διπλή στόχευση. Για να δυσφημιστούν πολιτικοί αντίπαλοι και να κινητοποιηθούν συντηρητικές θρησκευτικές εθνικιστικές δυνάμεις, ώστε να υπάρξει η ψευδαίσθηση της επιλογής ανάμεσα σε παρόμοια αστικά κόμματα.  Αλλά το κυριότερο, για να απαξιωθεί και να ευτελιστεί ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, η εναλλακτική λύση στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού,  εξισώνοντας κάθε προσπάθεια  για ανατροπή του με τραγωδία και ταυτίζοντας κάθε κριτική του καπιταλισμού με αστικές καρικατούρες αριστερών.  Η χρήση μιας τέτοιας ρητορικής με έντονη στόχευση έχει αποδείξει ότι μπορεί εν μέρει να πετύχει  τον απώτερο στόχο της. Δηλ. την απαξίωση μιας ιδέας και την ομαλοποίηση της προσπάθειας δίωξης και διακρίσεων εις βάρος ατόμων για τις ιδέες τους, ακόμα κι αν αυτό καμουφλάρεται.
        Η ετικέτα του κομμουνιστή για δεκαετίες, ιδιαίτερα στη χώρα μας, ήταν μια από τις πιο αποτελεσματικές μορφές μιας πολιτικής και ρητορικής που χρησιμοποιούσε και τη γλώσσα ως όπλο για έλεγχο και εξουδετέρωση όποιων αντιστρατεύονταν την κυρίαρχη πολιτική των αστικών συμφερόντων.  Στη χώρα μας, για δεκαετίες, μετά την αποτυχημένη επανάσταση της δεκαετίας του 1940, ο χαρακτηρισμός κομμουνιστής ενσάρκωνε το σύνολο του ενθνοπροδότη και εγκληματία. Ο αντικομμουνισμός μέχρι τη μεταπολίτευση στόχευε παράλληλα στην ενίσχυση πολύ συγκεκριμένων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών απόψεων και  θεωρούσε τις φιλοσοσιαλιστικές και φιλοσυνδικαλιστικές απόψεις θεμελιωδώς ανθελληνικές.
         Στα χρόνια μας,  αυτό που προσπαθεί να κάνει ο κυρίαρχος λόγος είναι να δημιουργήσει διακρίσεις ανάμεσα σ’ αυτούς που ανήκουν στις εκμεταλλευόμενες τάξεις, χαρακτηρίζοντας τους κομμουνιστές ως τους άλλους, τους διαφορετικούς, πότε ως κληρονόμους εγκλημάτων πότε ως απολιθώματα άλλης εποχής.  Απεικονίζει μάλιστα  την εμβέλεια και επιρροή τους και σε πεδία που δεν τους αφορούν και σε έκταση υπερβολικά μεγαλοποιημένη, μόνο και μόνο για να βρίσκει αίτιους να κατηγορεί για αποτυχίες της κυρίαρχης εξουσίας.  
         Μετά την οικονομική κρίση στη χώρα μας μια τέτοια ρητορική αρχίζει να γίνεται κανονικοποιημένη και καθομιλουμένη, ιδίως με τη χρήση και τη διαιώνισή της από άτομα σε θέσεις πολιτικής, νομικής ή πολιτιστικής εξουσίας. Ο πρώην υπουργός κυβερνήσεων του Κ. Μητσοτάκη Μ. Βορίδης επαναλαμβάνει με το μπλαζέ υπεροπτικό του ύφος για την αναγκαιότητα της απώλειας της ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Μαρινάκης αναφέρεται στον κόκκινο και μαύρο φασισμό, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Τασούλας μιλά για επιβολή κομμουνιστικής δικτατορίας που στόχευε ο αγώνας του Ν. Μπελογιάννη.
       Και βέβαια στην Ε.Ε  επικρατεί η αντικομμουνιστική ρητορική σε εφημερίδες, δικαστικές υποθέσεις, επιχειρηματικές προσπάθειες για την κατάρρευση συνδικάτων, συνδικαλιστικές προσπάθειες για την εκδίωξη και φίμωση ταξικών συνδικάτων. Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο υιοθετεί ψήφισμα που εξομοιώνει τον κομμουνισμό με τον ναζισμό και η Ε.Ε εντάσσει την αντικομμουνιστική της ρητορική σε μια γενική καταδίκη των δικτατοριών του παρελθόντος και σε έναν αδιαφοροποίητο φόρο τιμής στα θύματά τους, ακόμα και αν πρόκειται για συμμορίες συνεργατών ναζί.  Και βέβαια δεν μένει μόνο σε διακηρύξεις, αλλά προχωρά και σε απαγορεύσεις και καταστολή, με ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ακόμα κι απαγορεύσεις κομμουνιστικών κομμάτων.
        Κι αν φαίνεται παράδοξο, όμως δεν είναι που ο αντικομμουνισμός εντοπίζεται συνολικά, στην άκρα δεξιά, στη δεξιά, στην αριστερά και στην άκρα αριστερά, η οποία μάλιστα συνέβαλε σημαντικά, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1970, στη διάδοση αντικοκομμουνιστικών ζητημάτων, ενώ συγχρόνως αρνούνταν την κατηγορία του αντικομμουνισμού. Ήδη μεσούντος του ψυχρού πολέμου είχε εξομοιωθεί το ναζιστικό και σοβιετικό κράτος του σοσιαλισμού κάτω από την κατηγορία του ολοκληρωτικού κράτους. Προκειμένου εκείνες τις δεκαετίες να εδραιωθεί η συμβατή, μη κομμουνιστική αριστερά ενάντια στην απειλή του υπαρκτού σοσιαλισμού, η  καλύτερη τακτική ήταν να  υποστηριχθούν ακαδημαϊκοί όπως ο  Αντόρνο και Χορκχάιμερ της Σχολής της Φραγκφούρτης ως οι σημαντικότεροι, ακόμη και πιο ριζοσπαστικοί μαρξιστές στοχαστές του 20ού αιώνα. Οι οποίοι  επαναπροσδιόριζαν τον μαρξισμό ως ένα είδος αντικομμουνιστικής κριτικής θεωρίας που δεν συνδέεται άμεσα με την ταξική πάλη από τα κάτω, αλλά μάλλον ασκεί ελεύθερη κριτική σε όλες τις μορφές κυριαρχίας και τελικά όμως τάσσεται υπέρ των καπιταλιστικών κοινωνιών ελέγχου ενάντια στις υποτιθέμενες φασιστικές φρικαλεότητες των ισχυρών σοσιαλιστικών κρατών.
        Πριν 35 χρόνια η κατάρρευση της ΕΣΣΔ παρουσιάστηκε τότε από τους υποστηρικτές του καπιταλισμού ως η οριστική νίκη της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς επί του κομμουνισμού και ένα κύμα ευφορίας είχε σαρώσει την άρχουσα τάξη και τους απολογητές της. Μιλούσαν για το τέλος του σοσιαλισμού, το τέλος του κομμουνισμού, ακόμη και το τέλος της ιστορίας. Έκτοτε, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου παγκόσμιας εκστρατείας δυσφήμισης των μαρξιστικών ιδεών
      Και μετά  από 35 χρόνια δεν απομένει τίποτα από αυτές τις ανόητες ψευδαισθήσεις και τις εσφαλμένες προβλέψεις. Ο καπιταλισμός βρίσκεται στη βαθύτερη κρίση του από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Εκατομμύρια άνθρωποι απειλούνται από πολιτικές λιτότητας, ανεργία και φτώχεια. Οι συγκρούσεις και οι πόλεμοι απειλούν με μια γενικευμένη σύρραξη όλο τον κόσμο. Το αμερικανικό όνειρο της παγκόσμιας κυριαρχίας είναι θαμμένο κάτω από τα σιγοκαίοντα ερείπια στη Μ. Ανατολή,  στο Λίβανο και τη Γάζα. Το διεθνές Δίκαιο έχει κουρελιαστεί από το εγκληματικό κράτος του Ισραήλ και κάθε κανόνας διπλωματίας έχει παραβιαστεί από τον Ντ. Τραμπ στις σχέσεις του με το Ιράν.   
        Τα  λόγια του Τραμπ ότι «η Αμερική δεν είναι απλώς το πιο πετυχημένο έθνος. Είναι η ιστορική μορφή που πήρε η ανθρώπινη δυνατότητα να φτάσει την τελειότερη έκφρασή της» δεν δείχνουν παρά την απελπισία ενός ηγέτη που προσπαθεί να παρουσιάσει τη χώρα του σαν αυτό που πια δεν είναι, υποσχόμενος ότι θα την ξανακάνει μεγάλη. 
        Η ιστορία έχει επιστρέψει με μανία. Οι ίδιοι Δυτικοί που υπερέβαλαν όλα τα ελαττώματα της σοβιετικής οικονομίας αγωνίζονται τώρα απεγνωσμένα να εξηγήσουν την προφανή αποτυχία της οικονομίας της αγοράς. Σήμερα, υπάρχει μόνο οικονομική κατάρρευση, πολιτική αστάθεια, αβεβαιότητα, πόλεμοι και συγκρούσεις. Η   παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού προκαλεί μια γενική αμφισβήτηση της οικονομίας της αγοράς και το  ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις μαρξιστικές ιδέες ανησυχεί την αστική τάξη. Η νέα λοιπόν εκστρατεία συκοφαντίας των κομμουνιστικών ιδεών, η αναθεώρηση της ιστορίας, η αμαύρωση των ονομάτων των πρωτεργατών των κομμουνιστικών αγώνων αντανακλούν το φόβο της κυρίαρχης τάξης. Για να μην εμπνέεται η εργατική τάξη πρέπει να πνιγεί στην εχθρότητα και τη δυσπιστία κάθε προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, να σέρνονται στη λάσπη τα επιτεύγματα και η επαναστατική σημασία της Μπολσεβίκικης επανάστασης.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

ΒΟΛΙΚΟΙ ΦΟΒΟΙ

 

Τις τελευταίες μέρες στα δελτία ειδήσεων των Μέσων Ενημέρωσης κυρίαρχη θέση έχει ο καύσωνας στην Ευρώπη, με τους θανάτους που αποδίδονται σ’ αυτόν,  τις δύσκολες συνθήκες που βιώνουν οι άνθρωποι καθώς το θερμόμετρο υπερβαίνει τους 35ο C βαθμούς. Κι ενώ στα εγκλήματα του Ισραήλ με τις δολοφονίες παιδιών, τα βασανιστήρια φυλακισμένων η γλώσσα της ειδησεογραφίας είναι ψύχραιμη, αποστασιοποιημένη, όταν αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να αναφέρεται σ’ αυτά,  για την  πρωτοφανή ζέστη που πλήττει την Ευρώπη επιστρατεύεται η ρητορική του φόβου.
          Βέβαια, αυτός ο σχεδόν εκφοβιστικός τρόπος κάλυψης των συνεπειών του καύσωνα συνάδει με τον τρόπο κάλυψης των μετεωρολογικών προβλέψεων από τα μέσα ενημέρωσης, που πραγματικά καλλιεργεί φόβο και πανικό. Χρησιμοποιώντας δραματικά γραφικά στις μετεωρολογικές προβλέψεις, προβάλλοντας εντυπωσιακές εικόνες από τις συνέπειες σπάνιων καιρικών φαινομένων, υπερβάλλοντας στην επικινδυνότητα συνηθισμένων φυσικών φαινομένων εντείνεται και μ’ αυτόν τον τρόπο στην κοινωνία το άγχος.
        Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη δημοσιογραφική κάλυψη της παρουσίας του λαγοκέφαλου ψαριού στα νερά της Μεσογείου, που ήδη είχε εμφανιστεί από την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.  Τελευταία, με πρωτοστάτες τα μέσα ενημέρωσης δημιουργείται ένας πανικός για τους κινδύνους που εξαιτίας του αντιμετωπίζουν τα ντόπια ψάρια,  για την απειλή να μετατραπούν θαλάσσιες περιοχές  σε έρημο από ψάρια,  για τις επιθέσεις σε λουόμενους, για τις ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία,  με την κυβέρνηση να καταλήγει στην …επικήρυξή του.    
         Κι έτσι η περιγραφή ενός φαινομένου, ο προσδιορισμός ενός προβλήματα  χρησιμοποιώντας τη γλώσσα το φόβου, παράγει μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και ενισχύει την αίσθηση αδυναμίας απέναντι σε φυσικές απειλές, δικαιολογώντας παρεμβατικές πολιτικές, ενισχυμένη επιτήρηση. Και δεν υπάρχει μόνο ένας φόβος, αλλά πολλοί διαφορετικοί φόβοι που ο ένας αντικαθιστά τον άλλο. Παράδειγμα,  στον κυρίαρχο λόγο ο φόβος για  την κλιματική αλλαγή αντικατέστησε το φόβο της τρομοκρατίας. Κατά τακτά χρονικά διαστήματα ξεσπούν πανικοί για πράγματα που δεν έχουν νόημα ή για προβλήματα που υπήρχαν και παλαιότερα, όπως η νεανική παραβατικότητα. Τώρα όμως, σε έντονο βαθμό, κάθε ζήτημα δεν θεωρείται απλώς πρόβλημα, αλλά με πολύ ανησυχητικό τρόπο θεωρείται ως απειλή, καθώς ο ορισμός για την απειλή διευρύνεται συνεχώς.
        Δεν χρησιμοποιούνται μόνο τα φυσικά φαινόμενα για να καλλιεργείται ο φόβος. Η επιδίωξη του εντυπωσιασμού από τα  μέσα ενημέρωσης και οι ισχυρισμοί των ειδικών που διογκώνουν τους αντιληπτούς κινδύνους, όπως το έγκλημα ή οι κίνδυνοι για την υγεία, ενισχύουν τις  απειλές  σε σχέση με τους πραγματικούς κινδύνους. Η έκρηξη νέων κινδύνων που προκαλούν κατάρρευση, καταστροφή κι άλλα βαρύγδουπα, λειτουργούν για το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα, αυτό που προκαλεί τον περισσότερο φόβο, δηλ. την πιθανότητα ενός αρνητικού μέλλοντος ή ακόμα και καθόλου μέλλοντος.
       Στην πολιτική υιοθετείται η πολιτική του φόβου, έτσι που να παραμερίζονται οι ταξικές διαιρέσεις και οι κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις. Τα κόμματα της αστικής πολιτικής επιλέγουν το καθένα το δικό του φόβο. Το θέμα της μετανάστευσης είναι ο προτιμώμενος φόβος τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα για τα ακροδεξιά κόμματα, αλλά και της αύξησης της εγκληματικότητας. Κι έτσι ο φόβος ενσωματώνεται σκόπιμα στο δημόσιο διάλογο, τους θεσμούς και την καθημερινή ζωή, τις περισσότερες φορές δυσανάλογος προς τις πραγματικές απειλές, με αποτέλεσμα τις προληπτικές πολιτικές και την αδυναμίας ανάπτυξης κριτικής. Ο φόβος χρησιμεύει ως μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και ηθικής ρύθμισης. Ήταν οι πλαστικές σακούλες και τα καλαμάκια που απειλούσαν το περιβάλλον, αλλά οι βόμβες που χρόνια τώρα πέφτουν σε Ουκρανία και Παλαιστίνη δεν προκαλούν καμιά ταραχή στους ανησυχούντες για τον πλανήτη.
       Ο καθοδηγούμενος προσανατολισμός του φόβου σε πεδία που επιλέγει η κυρίαρχη εξουσία χρησιμοποιείται για επέκταση της κρατικής εξουσίας, για συσπείρωση των κοινωνιών σε επιλογές που εξυπηρετούν τα συμφέροντά της, ενώ παραβλέπονται πραγματικές απειλές. Αφού η υλιστική ερμηνεία των φαινομένων αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από ιδεαλιστικές εκδοχές του κόσμου και η πραγματικότητα ταυτίζεται με την άποψη,  χάνεται και η ερμηνεία που δίνει νόημα στην ανθρώπινη εμπειρία. Τα προβλήματα που οφείλονται σε κοινωνικούς και υλικούς παράγοντες μετατρέπονται σε απειλές αόριστες και αυτές καταλήγουν υπαρξιακές απειλές. Και είναι οι ειδικοί της εξουσίας ή του ανθρωπίνου ψυχισμού που καλούνται να τις διαχειριστούν για λογαριασμό μας. Και οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται σαν να μην έχουν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα, στα οποία δεν δίνεται μια κοινωνικοοικονομική εξήγηση, αλλά όλο και περισσότερο ψυχολογικοποιούνται και υπονομεύεται η ικανότητα του ανθρώπου να τα αντιμετωπίσει.
         Ο κύκλος των ειδήσεων επί 24ωρου βάσης, μαζί με τους αλγόριθμούς των μέσων κοινωνικής δικτύωσης  ενισχύουν εκείνους τους φόβους, τους βολικούς στο σύστημα, με τους οποίους αυξάνει, με  την εμπλοκή αρνητικών συναισθημάτων,  η συσπείρωση προς όφελός του. Η παρατεταμένη έκθεση σ’ αυτά διαμορφώνει μια αντίληψη για το κοινωνικό περιβάλλον ως εχθρικό και επικίνδυνο από αόρατους, απρόβλεπτους ανεξέλεγκτους κινδύνους, έτσι που η μεγάλη πλειοψηφία να καταφεύγει στην προστασία της εξουσίας και να αποδέχεται τη διαχείριση της συμπεριφοράς της μέσω προληπτικών μέτρων.
         Η επικέντρωση σε υπερβολικά θεωρητικούς, μη εμφανείς κινδύνους, σε υπερεκτίμηση επικινδυνότητας φαινομένων συμβάλλει στην αποδοχή υιοθέτησης προσεκτικών ή και μηδαμινών αντιδράσεων σε αντιλαϊκές πολιτικές και αποτελεί έναν από τους παράγοντες πάνω στους οποίους χτίζεται το ψευδές αίτημα της σταθερότητας και ασφάλειας. Το οποίο εσχάτως έχει κάνει παντιέρα του η κυβέρνηση Μητσοτάκη, χωρίς τα άλλα αστικά κόμματα να το αμφισβητούν.    
          Και είναι κι αυτός ένας ακόμα τρόπος χειραγώγησης πληροφοριών, ελέγχου των αντιδράσεων μιας μεγάλης πλειοψηφίας πανικοβλημένης από την αβεβαιότητα της ζωής της, ώστε να μη συνειδητοποιήσει ότι ακόμα και οι συνέπειες φυσικών φαινομένων συσχετίζονται άμεσα με τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Και είναι αυτός που πρέπει να μετασχηματιστεί με οργάνωση για συνεχείς διεκδικήσεις, κινητοποιήσεις και αγώνες.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Εν μέσω πολέμων, αμφισβητούμενης της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής, προσδεμένης στο άρμα πρωτίστως των ΗΠΑ και του εγκληματικού κράτους του Ισραήλ,  η προ ημερών αποφυλάκιση και η μετέπειτα αναίρεσή της από τον Άρειο Πάγο του καταδικασθέντος ως επικεφαλής της επονομαζόμενης «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» Α. Γιωτόπουλου  την έφερε ξανά στο προσκήνιο. Και ήταν μια υπενθύμιση για τον αναλλοίωτο τρόπο άσκησης της πολιτικής των κυβερνήσεων μας ανεξαρτήτως των ηχηρών περί δημοκρατίας,  δικαιοσύνης, δικαιωμάτων. Όπως τότε έτσι και τώρα, αναλόγως των συγκυριών,  η  κυβέρνηση θεωρεί ότι εξασφαλίζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης που υπηρετεί όταν κατασκευάζει και υποδεικνύει εχθρούς που αποπροσανατολίζουν τις μάζες, για να μη διακρίνουν το πραγματικό κακό, το ίδιο το σύστημα του καπιταλισμού.
        Η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» έδρασε πάνω από 25 χρόνια με πλήθος δολοφονιών μέχρι την εξάρθρωσή της το 2002, μετά την τυχαία έκρηξη εκρηκτικού μηχανισμού στα χέρια ενός από τα μέλη της, του Σ. Ξηρού. Από την ελληνική δημοκρατία της εποχής εκείνης και τους θεσμούς της καταβλήθηκε προσπάθεια να τη διαχειριστούν ως ποινική υπόθεση, τα εγκλήματά της θεωρήθηκαν του κοινού ποινικού δικαίου, αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις που προέκυπταν από μια τέτοια αντιμετώπιση. Γιατί δηλώσεις πολιτικών και κομμάτων για απειλή της δημοκρατίας, επεμβάσεις ξένων, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, για εξάρθρωση της οργάνωσης, το πολιτικό περιεχόμενο των ερωτήσεων στο δικαστήριο ανέτρεπαν την όποια επιχειρηματολογία για την ποινική ταυτότητα της οργάνωσης.
          Η εξάρθρωση της οργάνωσης που αποκάλυψε την ταυτότητα των μελών της άφησε πολλά ερωτηματικά, τόσα ώστε το αίνιγμά της να παραμένει άλυτο, ενώ οι εικασίες και τα λογικά συμπεράσματα εκ των αποτελεσμάτων της δράσης της, της θεαματικής αποκάλυψης της και δίκης της να μοιάζουν περισσότερο ασφαλή. Ερωτηματικά για την αυθόρμητη παράδοση του Δ. Κουφοντίνα, αφού εξασφάλισε την απόκρυψη του ιστορικού 45αρι όπλου και της πρώτης γραφομηχανής που γράφονταν οι προκηρύξεις, για τα αναιμικά στοιχεία που στήριξαν την κατηγορία εναντίον του Γιωτόπουλου ως διαχρονικού ηγέτη της, για τη στάση των μελών μετά τη σύλληψή τους,  για τις  γενικόλογες, ανεπαρκείς και ανιστόρητες επιχειρηματολογίες σχετικά με  τους σκοπούς των δολοφονικών πράξεων των μελών της  προβληματίζουν τόσο για το ρόλο της οργάνωσης, όσο και για την ικανότητα των μελών της να διαφεύγουν επί ένα τέταρτο του αιώνα.
         Εμφανιζόμενη η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» μετά την πτώση της χούντας, το Δεκέμβρη του 1975, με τη δολοφονία του σταθμάρχη της CIA Ρ. Γουέλς και  την επόμενη χρονιά μ’ εκείνη του αρχιβασανιστή Ευ. Μάλλιου έμοιαζε να παρουσιάζεται  η δράση της σαν συνέχεια των αγώνων ενάντια στη χούντα, αφού θεωρούνταν η μεταπολίτευση αλλαγή προσωπείου της εξουσίας, και σαν απόδοση δικαιοσύνης στα εγκλήματα της χούντας που η δημοκρατική μας πολιτεία δεν έκανε. Κι έτσι μπήκε στην πολιτική ζωή της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας  η τρομοκρατία. Κι έτσι ένα τμήμα του  λαού, που εφησύχαζε τακτοποιώντας τη ζωή του, βαυκαλιζόταν ότι υπήρχε ένας τιμωρός για όσα άθλια συνέβαιναν στην πολιτική σκηνή, χωρίς να προβληματίζεται για το νηπιακό σκεπτικό που συνόδευε κάθε δολοφονία και τους θολούς σκοπούς των ενεργειών της στα επόμενα πολλά χρόνια.
          Η αστυνομία αποκάλυψε την ταυτότητα της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», ενώ η Ελλάδα είχε αναλάβει τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και  μερικούς μήνες μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους στη Ν. Υόρκη. Τότε   που θριαμβευτικά από τις ΗΠΑ είχε ξεκινήσει ο πόλεμος κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας και είχε αρχίσει η επιχείρηση σ’ όλο το δυτικό καπιταλισμό του νομικού μετασχηματισμού για την καταπολέμησή της. Και από τότε η επέκταση των εκτελεστικών και αστυνομικών εξουσιών μονιμοποιήθηκε, αυξάνοντας την κρατική επιτήρηση, αλλάζοντας τα όρια για τις πολιτικές ελευθερίες. Τις περισσότερες φορές, οι νόμοι ορίζουν την τρομοκρατία χρησιμοποιώντας ευρεία και ασαφή γλώσσα,  ενώ οι κυβερνήσεις έχουν υπερασπιστεί δημόσια τις εξαιρετικές εξουσίες που διαθέτουν η αστυνομία και άλλες κρατικές αρχές βάσει αυτών των νόμων. Φυλακίσεις για μισό αποτύπωμα όπως στον Ν. Ρωμανό, δεν είναι παρά ένα περιστατικό από τις συνέπειες νόμων και πρακτικών  που με επιχειρηματολογίες τρομοκρατικού κινδύνου θεσπίστηκαν και εφαρμόζονται. Κι έτσι η έντεχνη ιδεολογική χρησιμοποίηση της τρομοκρατίας να οξύνει τα χτυπήματα ενάντια στο λαϊκό κίνημα, εμποδίζοντας τη μαζική δουλειά.
        Από τα χρόνια εκείνα καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια να απαξιωθεί και η αντίσταση στα χρόνια της χούντας, και κάθε αντίσταση, με μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας να αποκαλύπτει πια το ρόλο της ως θεραπαινίδα της εξουσίας. Πλήθος αντιστασιακών καλούνταν από δημοσιογράφους, όπως ο προβαλλόμενος τότε ως αντικειμενικός Ν. Χατζηνικολάου,  να αποκηρύξουν τη δράση της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», τσουβαλιάζοντας κάθε αντίδραση και λαϊκή κινητοποίηση κάτω από τον χαρακτηρισμό της τρομοκρατίας. Μόνο που η ξεκάθαρη θέση του ΚΚΕ για την τρομοκρατία δυσκόλευε τη σύγχυση που σκοπίμως δημιουργούνταν, για να υποτιμηθεί κάθε αγώνας.
        Σίγουρα η τρομοκρατία, σε συνθήκες μαζικών λαϊκών αντιδράσεων,  μπορεί να είναι όπλο των υποτελών τάξεων εναντίον των εκμεταλλευτών. Γιατί οι μορφές σύγκρουσης που θα χρησιμοποιηθούν εξαρτώνται από την πορεία και το ρυθμό ανάπτυξης του μαζικού κινήματος και τις διαμορφωμένες συνθήκες που αυτό δρα. Γι’ αυτό και μπορεί ένοπλες οργανώσεις να είναι κομμάτι ενός συνολικού κινήματος, όταν  ξεπηδούν απ’ αυτό και συνδέονται μ’ αυτό. Στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο αναπτύχτηκαν κινήματα αντίστασης που καταδικάστηκαν από τους κατακτητές ναζί ως τρομοκρατία, ενώ θανατηφόρα χτυπήματα χρησιμοποιήθηκαν και από εθνικά κινήματα ανεξαρτησίας στον αντιαποικιακό αγώνα.  Στη  Μ. Ανατολή, στη θανατηφόρα μαζική αντίδραση  του λαού της Παλαιστίνης   ενάντια στις εγκληματικές ενέργειες του κράτους του Ισραήλ, κάθε οργανωμένη αντίσταση, κάθε οργάνωση χαρακτηρίζεται τρομοκρατική. Αλλά  και  στη Μ. Βρετανία, απαγορεύτηκε η δράση της «Palestine Action» ως τρομοκρατικής οργάνωσης βάσει του νόμου περί τρομοκρατίας, γιατί τα μέλη της διαμαρτύρονται ενάντια σε  στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εργολάβους που συνεργάζονται με το Ισραήλ.  
          Όταν όμως ένοπλες ομάδες δρουν αποσπασμένες από τους μαζικούς αγώνες, το πιο συνηθισμένο είναι να λειτουργούν προβοκατόρικα, ηθελημένα ή όχι, και τις περισσότερες φορές να γίνονται και όπλο του κράτους της κυρίαρχης τάξης, για να τρομοκρατήσει και να φρενάρει …διακριτικά μαζικές κινητοποιήσεις.
         Στις δεκαετίες 1970 και 1980 οργανώσεις στην Ευρώπη  που υποστήριζαν την ανατροπή των καπιταλιστικών δομών εξουσίας κατέφυγαν στη βία, όπως Ερυθρές ταξιαρχίες, Φράξια του Κόκκινου Στρατού. Μόνο που όταν γίνονται βίαιες ενέργειες από ομάδες που χαρακτηρίζονται επαναστατικές, σε μια λογική στρατιωτικής αντιπαράθεσης  με το κράτος, που όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στις διαθέσεις των μεγάλων μαζών, αλλά ούτε τις κινητοποιεί ούτε και κάνει δυνατή την υποστήριξή τους απ’ αυτές, τότε αυτές δρουν στο περιθώριο και ερήμην των λαϊκών κινημάτων, με όλες τις συνέπειες  που επιφέρει αυτό. Διάβρωσή τους από μυστικές κρατικές υπηρεσίες ή και εξαρχής δημιουργία ριζοσπαστικών ομάδων που στην τελική εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Έτσι ώστε εν ονόματι της άμυνας μπροστά στο τέρας της τρομοκρατίας να απαιτείται να παραχωρηθεί ακόμα ένα κομμάτι από τη φτενή ελευθερία των λαϊκών στρωμάτων, που πάει και δυναμώνει τον αστυνομικό έλεγχο.
        Οι αποκομμένες τρομοκρατικές ενέργειες από ομάδες ξεκομμένες από μαζικούς αγώνες δεν κάνουν άλλο από το να δικαιώνουν την διαχεόμενη  αντίληψη για την ιστορία ότι δεν εξαρτάται από το σύνολο των αντικειμενικών συνθηκών και την ταξική πάλη,  αλλά από την καλή και θεαματική ή κακή ατομική δράση, καταλήγοντας κάθε γεγονός να μην έχει την ιστορική του εξήγηση, αλλά την αστυνομική του λύση. Και έτσι η ανάθεση σε σωτήρες να μπλοκάρει την ταξική συνειδητοποίηση και την οργάνωση των ταξικών δυνάμεων. Γιατί η  δράση μέσα στην εργατική τάξη για μαζικοποίηση των αγώνων της σημαίνει προσπάθεια για οργάνωση και  άνοδο της ταξικής συνείδησης.