Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΦΘΑΡΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

 

Καθηγήτρια σε σχολείο της Θεσσαλονίκης πέθανε έπειτα από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι καταγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που συνέδεσαν το εγκεφαλικό με την έντονη επαγγελματική πίεση και εκφοβισμό με τραμπούκικη συμπεριφορά μαθητών μέσα στην  τάξη αποκάλυψε μορφές βίας που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί σε καθημερινή βάση.
          Η θυματοποίηση των εκπαιδευτικών είναι ένα πολύπλευρο φαινόμενο και  αναφέρεται σε καταστάσεις όπου οι εκπαιδευτικοί βιώνουν διάφορες μορφές κακομεταχείρισης, παρενόχλησης ή επιθετικότητας στο χώρο εργασίας. Και ο χώρος εργασίας τους είναι το σχολείο, που από την ίδρυσή του θεωρούνταν ότι είναι  ένα χώρος αφιερωμένος στη μάθηση, ένας χώρος όπου τα παιδιά εκπαιδεύονται, κοινωνικοποιούνται και αναπτύσσουν τα ταλέντα τους. Το σχολείο είναι μια κοινωνική ομάδα, με το διευθυντή, το σύλλογο καθηγητών, τους μαθητές και  είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας για την παιδεία και η ιδανικότερη ευκαιρία για να γίνει το παιδί κοινωνικό ον. Εκεί καθένας με το ρόλο του, διευθυντής, καθηγητές, μαθητές, προσφέρουν ισότιμα ό,τι όλη η προσωπικότητά τους επιτρέπει, για να ολοκληρώνεται το έργο που από τη φύση του έχει αυτός ο κοινωνικός θεσμός.
         Στις σχολικές βαθμίδες είναι που τα παιδιά γνωρίζουν πιο συστηματικά τον έξω κόσμο   Με τη βοήθεια των δασκάλων μοιράζονται εργασία και  επαίνους, ευθύνες με τους συμμαθητές τους για να ξεφύγουν από το εγώ και να ενταχθούν σ’ ένα ευρύτερο σύνολο της μικρής κοινωνίας του σχολείου. Οι αξίες  όμως που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά όπως τη γνωρίζει το σχολικό περιβάλλον γίνονται αποδεκτές όταν επικρατούν ομαλές συνθήκες στη λειτουργία των σχολείων, όταν οι εκπαιδευτικοί ξέρουν τη δουλειά τους και ως πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, όταν η οικογένεια συνεργάζεται με το σχολείο, όταν και το κυρίαρχο σύστημα  ενδιαφέρεται για την ευημερία τους.  Ακόμα κι όταν στην εφηβεία ο άνθρωπος θέλει να αναλάβει το δικό του ανεξάρτητο ρόλο και αρχίζει από τον σκεπτικισμό για την ορθότητα των αξιών φτάνοντας στην αμφισβήτηση, το σχολείο με τον τρόπο λειτουργίας του μπορεί να βοηθήσει. Δεν είναι μόνο το χιλιοειπωμένο ότι πρέπει να καλλιεργεί άτομα με κριτική διάθεση απέναντι στα καθιερωμένα, αλλά  είναι και οι συναισθηματικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε μαθητές, αλλά κυρίως σε καθηγητές και μαθητές που  συμβάλλουν στη συναισθηματική τους ωρίμανση.  
Όλοι επισημαίνουν ότι οι σχέσεις καθηγητών μαθητών πρέπει να είναι εγκάρδιες. Και αυτές οι σχέσεις ανταποκρίνονται στην κοινωνική ανάγκη  των μαθητών να γίνονται παραδεκτοί από τους άλλους. Και αυτό δε σημαίνει απλώς να μη διαπληκτίζονται μαθητές και εκπαιδευτικοί ή οι εκπαιδευτικοί να μην επιβάλλονται με αυταρχισμό.  Τις τελευταίες δεκαετίες τονίζεται το καθήκον των  δασκάλων με  το ιδιαίτερα προσωπικό ενδιαφέρον τους  να πείσουν τους μαθητές για την ανάγκη που νιώθουν να τους βοηθήσουν να εξελίξουν  το νοητικό τους δυναμικό και να καλλιεργήσουν το συναισθηματικό τους κόσμο. Κι έτσι το σχολείο να  συμβάλλει στην  κοινωνικοποίηση των ανθρώπων  και να εκπληρώνονται οι διακηρυγμένοι στόχοι του που δεν είναι άλλοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών, την ανάπτυξη της δημιουργικότητάς τους, την ομαλή κοινωνική ένταξη. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι.
         Η κατάσταση της κοινωνίας αντικατοπτρίζεται βαθιά στο εκπαιδευτικό της σύστημα, στον τρόπο λειτουργίας των σχολείων, αντανακλώντας ως καθρέφτης πολιτιστικούς κανόνες, αξίες και κοινωνικοοικονομικές δομές. Το σχολείο επομένως δεν είναι ένας αποστειρωμένος χώρος, αλλά αντανακλά τη βία που βιώνεται, και πολλές φορές προβάλλεται επαναλαμβανόμενα και στην κοινωνία. Τα περιστατικά σχολικής βίας δεν μπορεί να  αποφεύγεται να  αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά κατασκευασμένα φαινόμενα. Σε κάθε  περιστατικό βίας είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη όλα τα μέρη που εμπλέκονται σε μια γενικευμένη αλληλεπίδραση. Δεν υπάρχει μόνο η βία ανάμεσα στους μαθητές ούτε η αυταρχικότητα των εκπαιδευτικών προς τους μαθητές, αλλά και η επιθετικότητα μαθητών προς τους εκπαιδευτικούς.  
Οι εκπαιδευτικοί μπορεί να αντιμετωπίζουν συγκρούσεις με τους γονείς, αλλά πολλές φορές και επιθετικότητα και εκφοβισμό σε ακραίο βαθμό και από μαθητές. Επιπλέον οι αλληλεπιδράσεις με συναδέλφους που αφορούν ανταγωνισμούς, με διάρρηξη συναδελφικών σχέσεων, και πιο συχνά   υπονομευτική συμπεριφορά συμβάλουν στη θυματοποίηση των εκπαιδευτικών. Εν ολίγοις,  η θυματοποίηση των εκπαιδευτικών μπορεί να λάβει τη μορφή εκφοβισμού στο χώρο εργασίας, η οποία περιλαμβάνει επανειλημμένη κακομεταχείριση, εξευτελισμό ή εκφοβισμό, που μπορεί να προέρχεται από συναδέλφους, διεύθυνση, μαθητές ή τους γονείς τους και  έχει ευρύτερες ψυχολογικές επιπτώσεις. Καθώς λοιπόν το σχολείο είναι ένας θεσμός που φτιάχνουν, συμμετέχουν  και αντέχουν οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι γονείς, σε κάθε σύγκρουση  όλοι αυτοί είναι άμεσα εμπλεκόμενοι. Αν λοιπόν, ενώ περιστατικά  λεκτικής και πολύ πιο σπάνια  σωματικής επιθετικότητας ή ηθικής πίεσης παρατηρούνταν πάντα στα σχολεία, φαίνεται τα τελευταία χρόνια η έκταση και η ένταση τους να γίνεται ανησυχητική κι αυτό δεν οφείλεται σ’ έναν μόνο παράγοντα, αλλά προκύπτει από ένα σύστημα.
Η αντιμετώπιση από την πολιτεία των σχολείων ως εταιρειών που στο ισολογισμό τους θα πρέπει να παρουσιάζουν κέρδη, προωθεί ένα σχολικό μοντέλο που περιορίζεται  στην ανεύρεση οικονομικών πόρων πέρα από την ενίσχυση της πολιτείας και σε  ποσοτικοποιημένες μαθητικές επιτυχίες. Γι’ αυτό   ενδιαφέρεται περισσότερο για το επικοινωνιακό αποτύπωμα των σχολείων με άπειρες  εκδηλώσεις   θεάματος και  πιέζει γονείς, εκπαιδευτικούς, μαθητές για θετικά αποτελέσματα σε εξετάσεις. Κι έτσι και η  διοίκηση, σε όλα τα επίπεδα,  των σχολείων που με την πίεση του υπουργείου περιορίζει ολοένα τα οικονομικά κονδύλια για την εκπαίδευση, κοντεύει να ταυτιστεί με  ρόλο μάνατζερ επιχειρήσεων, υποτιμώντας παιδαγωγικές και ψυχολογικές ανάγκες των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.  
Η  καχύποπτη έως εχθρική πολλές φορές  αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών από μια  πολιτεία που ενδιαφέρεται για έναν ανταγωνιστικό κόσμο, που προωθεί τον ατομικισμό και δεν διστάζει για όλα τα προβλήματα να επιβάλλει επέκταση της αστυνόμευσης, οδηγεί σε περιορισμό της επαγγελματικής τους αυτονομίας, στην αμφισβήτηση της ακαδημαϊκής τους κρίσης, στην ταπείνωση της προσωπικότητάς τους. Η έλλειψη υποστήριξης προς αυτούς επηρεάζει αρνητικά τα συναισθήματά τους, τις διαπροσωπικές προκλήσεις και σχολικά συστήματα και πολιτικές.
Γονείς οικονομικά ανασφαλείς ή  με εργασία που τους εξουθενώνει, χωρίς χρόνο για τα παιδιά  τους,  κάποιες  φορές  αγνοούν  την πραγματική τους κατάσταση κι άλλοτε το ενδιαφέρον τους περιορίζεται στην επένδυση στη σχολική σταδιοδρομία τους. Κι αυτού του είδους η αυξανόμενη παρέμβαση των γονέων των μαθητών  που επενδύουν κυρίως, αν όχι μόνο, στις σχολικές επιδόσεις τους, για ένα καλύτερο μέλλον, επιτείνουν το αίσθημα αδυναμίας που αισθάνονται οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η θεαματική αναπαράσταση της βίας σε πολλές μορφές κουλτούρας με αποσιώπηση των συνεπειών της, η διάβρωση κάθε έννοιας σεβασμού προς τους άλλους, οι δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις, η απαξίωση της πειθαρχίας και ταύτισής της με κατασταλτικά μέτρα αστυνόμευσης, η ευάλωτη ψυχική υγεία εξαιτίας στρεσογόνων καταστάσεων, η βίωση συστηματικής αδικίας εξαιτίας κοινωνικών παραγόντων είναι μερικές από τις αιτίες που συμβάλλουν στη συναισθηματική αστάθεια, την απογοήτευση,  το θυμό και την επιθετικότητα των μαθητών.  
Εν ολίγοις λοιπόν, σ’  ένα σύστημα που επιβραβεύει την επιτυχία της οικονομικής ανάδειξης, προωθεί έναν ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει τον άλλο σαν αντίπαλο, κολακεύει το άτομο για να εκμεταλλευτεί τις ανάγκες του και να καταναλώνει χωρίς τέλος, το σχολείο δεν μπορεί να παραμείνει μια νησίδα με άλλες αξίες ή στόχους. Και αν η έκθεση στη βία ή η συναισθηματική εξάντληση που ακυρώνει κάθε εκπαιδευτικό στόχο, αντιμετωπίζεται από τη πολιτεία με κατασταλτικά και πειθαρχικά μέτρα τότε η καχύποπτή δυσπιστία από μεγάλο μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας για την κατεύθυνση που δίνει η πολιτεία στις ενέργειες για επαναπροσδιορισμό  της λειτουργίας του σχολείου δεν είναι υπερβολική.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

ΠΟΛΕΜΟΚΑΠΗΛΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΕΣ

 

Και τώρα που ο πόλεμος μαίνεται, τώρα που ο πόλεμος εξαπλώνεται τί απομένει και πρέπει να γραφεί;. Οι  κυβερνήσεις των δημοκρατικών κρατών της Δύσης, και η δική μας, υποστηρίζουν γενοκτονίες, ξεκινούν και προωθούν πολέμους, εξαπολύουν εφιάλτες. Οι λαοί  μοιάζει να περιμένουν παθητικά τις εξελίξεις, με τις διαμαρτυρίες, περιορισμένες και σχεδόν αποκλειστικά από τους κομμουνιστές, ενάντια στον πόλεμο να χάνονται μέσα σ’ έναν ωκεανό προπαγανδιστικών υπέρ του πολέμου πληροφοριών. Ο  πόλεμος με τις συνέπειές του που εξαπλώνονται και στην ευημερούσα Δύση διαμορφώνει σταδιακά για  πραγματικότητα την πιο εφιαλτική δυστοπία.   
        Και η δική μας αστική τάξη με το πολιτικό της προσωπικό σπεύδει να προσφέρει την υποστήριξή της  στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, με πρόσχημα εθνικούς στόχους, ελπίζοντας να συμπεριληφθεί στη μοιρασιά της λείας. Επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των βάσεων που έχει προσφέρει στις ΗΠΑ, αποστέλλει πλοία και αεροπλάνα στην Κύπρο υποκρινόμενη ότι προστατεύει  το νησί, επεκτείνει την αποστολή τους και στη Β. Ελλάδα κομπάζοντας για την ισχύ της Ελλάδας. Από κοντά και η Κύπρος, που φαίνεται ότι η εξασφάλιση της ευμάρειας έχει αδυνατίσει τη μνήμη της προσφυγιάς πριν 50 χρόνια. Για άλλη μια φορά η κυρίαρχη τάξη στη χώρα μας και οι πολιτικοί που την εκπροσωπούν αποδεικνύονται πολεμοκάπηλοι που διαδίδουν ψέματα πουλώντας πατριωτισμό και  προωθώντας γεωστρατηγικές ατζέντες ιμπεριαλιστών.
           Η Δυτική προπαγάνδα με την αλαζονεία της υπεροχής, χρόνια τώρα,  θέλει να πείσει ότι είναι κακή η κυβέρνηση του Ιράν και γι’ αυτό είναι καλό ν’ αναληφθεί στρατιωτική δράση για να ανατραπεί. Και βέβαια αυτή τη δράση αναλαμβάνουν πάντα οι ΗΠΑ, των οποίων ο παρεμβατισμός για αλλαγή καθεστώτος προκαλεί αποδεδειγμένα περισσότερους θανάτους και βάσανα από ό,τι ισχυρίζονται οι υποστηρικτές τους ότι προσπαθούν να σταματήσουν. Καμιά άλλη κυβέρνηση τις τελευταίες δεκαετίες  δεν είναι υπεύθυνη για τόσες καταστροφικές στρατιωτικές ενέργειες που δικαιολογούνται με ανθρωπιστικά προσχήματα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και το δίκτυο συμμάχων τους. Το μεγαλύτερο μέρος της βίας, του χάους και της αστάθειας που έχουμε δει στη Μέση Ανατολή τις τελευταίες δεκαετίες είναι οι συνέπειες δυτικού παρεμβατισμού υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, που επάξια αντικατέστησαν τον μεγάλο αποικιοκράτη, τη Μ. Βρετανία.
       Η εγκαθίδρυση ενός εβραϊκού κράτους με εκδίωξη προϋπαρχόντων πληθυσμών και  οι μετέπειτα  συνεχείς πολεμικές ενέργειές επέκτασης του,  η δημιουργία στρατιωτικών βάσεων, η εισβολή στο Ιράκ, η υποστήριξη της σαουδαραβικής γενοκτονίας στην Υεμένη, η σκόπιμη υποκίνηση βίαιων εξεγέρσεων στη Λιβύη και τη Συρία και η ανατροπή των ηγετών τους και αμέτρητες άλλες παρεμβάσεις έχουν εμποδίσει τη Μέση Ανατολή να ζει σε  κατάσταση σχετικής ειρήνης και σταθερότητας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ΗΠΑ δεν ανατρέπουν κυβερνήσεις επειδή δεν είναι δημοκρατικές.  Γι’ αυτό δεν λέγεται κουβέντα για τις μαζικές θηριωδίες της Σαουδικής Αραβίας, των Η.Α.Ε και άλλων τυραννικών μοναρχιών του Κόλπου, για παράδειγμα, επειδή ευθυγραμμίζονται με τα παγκόσμια συμφέροντα του ηγεμόνα των ΗΠΑ. Οι κυβερνήσεις που στοχοποιούνται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και στις οποίες επιτίθενται είναι εκείνες που αντιδρούν στις ενέργειές τους και δεν είναι πειθήνιες στα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια.
 Οι συνεχείς όμως επαναλήψεις για τις ευεργετικές συνέπειες των αμερικανικών επεμβάσεων, η κυριαρχία πληροφοριών που δαιμονοποιούν ηγεσίες και πληθυσμούς, η παραμόρφωση αφηγήσεων χειραγωγούν το μυαλό μας και αποσπούν τη συναίνεσή μας. Χρόνια τώρα η  ξέφρενη προπαγανδιστική εκστρατεία  για το κακό θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν, για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών, για τον πρωτογονισμό των μουσουλμάνων γινόταν επειδή οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να αμφισβητηθεί ποιος είναι ο κακός στην επικείμενη σύγκρουση και τα ιμπεριαλιστικά μέσα ενημέρωσης έπρεπε να δημιουργήσουν συναίνεση για την επίθεση που ετοίμαζαν εναντίον του Ιράν.  
Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για κανέναν στη Δύση να πιστεύει ότι ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ ενδιαφέρεται να φέρει τη δημοκρατία στο Ιράν ή να εξασφαλίσει τα δικαιώματα των γυναικών.  Οι ΗΠΑ στηρίζουν συνεχώς δικτατορίες και μοναρχίες στη Μέση Ανατολή, ακριβώς επειδή δεν θέλουν ούτε στο ελάχιστο η βούληση των λαών, που είναι εχθρικοί προς το Ισραήλ και τις ΗΠΑ,  να καθορίζει τις ενέργειες και τις πολιτικές των κυβερνήσεων αυτών των εθνών.
Και ακόμα και τώρα που τα τύμπανα του πολέμου ηχούν δυνατά συνεχίζουν να υπάρχουν φωνές στο δυτικό πληθυσμό που φωνάζουν ότι το ιρανικό καθεστώς πρέπει να ανατραπεί κι αυτό είναι έργο της Δύσης και όχι του ιρανικού λαού, δείχνοντας έτσι και την περιφρόνησή τους σ’ αυτόν.  Υπέρ της αλλαγής του καθεστώτος επιστρατεύονται επιχειρήματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, είτε  δεξιά αντιισλαμική είτε φιλελεύθερη, ανθρωπιστική φιλοδημοκρατική είτε φεμινιστική, ξεχνώντας τελείως τους Ιρανούς και τις δικές τους επιλογές  Κι αυτό, γιατί  η εκδίωξη της ιρανικής κυβέρνησης αφορά τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους και όσοι νομίζουν ότι πρόκειται για κάτι άλλο πλανώνται οικτρά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ιμπεριαλιστική εξουσία των ΗΠΑ και για έλεγχο των ενεργειακών πηγών του Ιράν και όλες οι φανταστικές αντιλήψεις περί ελευθερίας και δημοκρατίας της προπαγάνδας υποτάσσονται σ’ αυτόν τον στόχο. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα επιδιωχθεί, ανάλογα με τις δυνατότητες επί του πεδίου,  είτε να  εγκατασταθεί ένα καθεστώς-μαριονέτα στην Τεχεράνη είτε να βαλκανοποιηθεί η χώρα χωρισμένη σε πολλά ανεξάρτητα κράτη που μπορούν εύκολα να ελεγχθούν είτε να βυθιστεί ολόκληρο το κράτος σε ένα ανεξέλεγκτο χάος όπως έγινε στη Λιβύη. Κανένα όμως από αυτά τα σχέδια δεν προωθεί τα συμφέροντα του ιρανικού λαού, αλλά στρέφονται εναντίον του. 
         Όλοι το γνωρίζουν ότι αυτός ο πόλεμος θα σκοτώσει πολλούς ανθρώπους, θα προκαλέσει απίστευτα βάσανα, τόσο άμεσα κατά τη διάρκεια των επιθέσεων όσο και έμμεσα με το χάος και την αστάθεια που θα ακολουθήσουν. Η ισχύς της στρατιωτικής υπεροπλίας των ΗΠΑ τους επιτρέπει να κάνουν ό,τι κακό θέλουν. Να προχωρούν με το Ισραήλ σε μια στρατιωτική επιχείρηση για την ανατροπή της κυβέρνησης της Τεχεράνης, αφού το βοήθησαν στη γενοκτονία των Παλαιστινίων και τη μετατροπή της Γάζας σ’ ένα σωρό από ερείπια, να σκοτώνουν ύπουλα σαν κοινοί και δειλοί δολοφόνοι ηγέτες, όπως τον Αλί Χαμεϊνί,  να  επιβάλλουν αποκλεισμό στην Κούβα έως ασφυξίας για τον πληθυσμό της, να απαγάγουν τον πρόεδρο ενός κυρίαρχου κράτους, της Βενεζουέλας.   
Κι έχουμε και την κυβέρνησή μας, που σέρνει τη χώρα στα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ, και μάλιστα επικαλούμενη Διεθνές Δίκαιο και άλλα συναφή, όταν απροκάλυπτα κάθε κανόνας ρύθμισης των διεθνών σχέσεων έχει καταπατηθεί από Ισραήλ και ΗΠΑ.  Υπερασπίζεται τη συμμαχία της με το κράτος τρομοκράτη της περιοχής, το Ισραήλ, υποκρινόμενη ότι θωρακίζει τη χώρα μ’ αυτήν τη συμμαχία απέναντι στις απειλές της Τουρκίας, που τις επικαλείται  κατά το δοκούν, για να δικαιολογήσει επιλογές της ευνοϊκές των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών.
       Και στη Δύση, ο πόλεμος, με τις εκτοξεύσεις πυραύλων ή μη επανδρωμένων αεροσκαφών προβάλλεται περισσότερο σαν να είναι βιντεοπαιχνίδι. Οι κάτοικοι της Μ. Ανατολής από την πλειοψηφία των δυτικών μέσων ενημέρωσης παρουσιάζονται άλλοτε πολιτιστικά καθυστερημένοι, άλλοτε άγριοι και υπάνθρωποι. Οι ουσιαστικές συνέπειες της δυτικής πολεμικής εκστρατείας αποκρύπτονται όσο το δυνατόν περισσότερο. Κι έτσι να εφησυχάζουν οι μεγάλες μάζες στη Δύση, που προκάλεσε αυτό τον πόλεμο, με την ανησυχία τους να περιορίζεται στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και πάντα με την ελπίδα ότι όλο αυτό το μακελειό θα τελειώσει γρήγορα.  
Μήπως όμως το να εθελοτυφλούμε και να μην αντιδρούμε αφήνει ανοιχτό το δρόμο στις εγκληματικές κυβερνήσεις μας ανά τη Δύση να επεκτείνουν τον πόλεμο και τις θηριωδίες τους ανά τον κόσμο, και βέβαια και σε μας που θεωρούμε ότι ο μέγιστος κίνδυνος είναι η επιδείνωση της ποιότητας της ζωής μας;