Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΕΝΑ ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΟ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑ

 

Κι επειδή «Είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού», το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού καταπιεσμένο από την εκμετάλλευση και προσβλέποντας σε βελτίωσή του τρέχει πίσω από σωτήρες, εντοπίζει, όπου υποδεικνύεται, ανθρώπινα δικαιώματα, κινητοποιείται σε καθοδηγούμενα πεδία. Η κυρίαρχη τάξη εφαρμόζει παντού κανόνες μάρκετινγκ κι αυτό που δεκαετίες τώρα έχει καταφέρει είναι όχι μόνο να κερδίζει κοινό για εμπορεύματα ψυχαγωγίας, αλλά  και να  τα μετατρέπει όλα σε εμπορεύματα ψυχαγωγίας.  Η κυρίαρχη ιδεολογία δεν παρουσιάζεται σαν προπαγάνδα, έχει καταλήξει εσωτερικευμένη πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είναι αποκομμένη από τη βιωμένη πραγματικότητα, εμφανίζεται έτσι που με κάποιο τρόπο να σαγηνεύει και να παρασύρει. Γι΄ αυτό και τις περισσότερες φορές, όταν αντιδράσεις και κινητοποιήσεις δεν εντάσσονται στη γενικότερη σύγκρουση ενάντια στην κυρίαρχη τάξη που εκμεταλλεύεται κόπο και εργασία, ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταληστεύει για το κέρδος, τότε ο κίνδυνος να εκμεταλλευτεί  η άρχουσα τάξη προς όφελός της κι αυτές τις δράσεις είναι ορατός.
         Το σύστημα δεν κουράζεται να χρησιμοποιεί μια γλώσσα δελεαστική που ο όρος δημοκρατία και τα παράγωγά της κυριαρχούν. Την απολυμαίνει όμως κι αυτή, προσφέροντας μια ακίνδυνη εκδοχή που δεν θα απειλεί καθόλου το καπιταλιστικό σύστημα. Δηλ.  το δικαίωμα του καπιταλιστή να εκμεταλλεύεται θα πρέπει να μένει ανέγγιχτο. Καταφέρνει όμως με την επίκληση στη δημοκρατία να κρατά τους πληθυσμούς μέσα στα καπιταλιστικά κιγκλιδώματα, χωρίς να τον αμφισβητούν, το πολύ να ζητούν κάποιες βελτιώσεις. Χωρίς ν’ αναρωτιούνται για ποιον είναι η δημοκρατία υπό τον καπιταλισμό, τη στιγμή που οι νόμοι και οι θεσμοί της υπηρετούν την άρχουσα τάξη και προστατεύουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων, προς όφελος των καπιταλιστών.
          Και βέβαια οι άνθρωποι δελεάζονται  από την αντίστοιχη ρητορική, ανθρώπινα δικαιώματα, απόδοση δικαιοσύνης, ανακατανομή πλούτου κλπ.  που θεωρούν ότι  εξασφαλίζει η αστική δημοκρατία. Ακόμα κι όταν διαπιστώνεται ότι μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες,  και στη χώρα μας και στη Δύση γενικότερα, η δυτική πολιτική, δηλ. οι δυτικοί καπιταλιστές, έχουν  μετατοπιστεί προς αυταρχικότερες μορφές διακυβέρνησης, η αίγλη της δημοκρατίας δεν χάνεται. Η ύπαρξή της υποστηρίζεται για την αιωνιότητα με τις ελπίδες για εξάλειψη των παθογενειών της να ανανεώνονται  συνεχώς και ποικιλοτρόπως.   
             Κι όταν για τους καθημερινούς ανθρώπους της εργασίας το σύστημα γίνεται τόσο απειλητικό που υπάρχει φόβος να αντιδράσουν, αναζητούνται ακαταμάχητα μηνύματα δημοσίων σχέσεων  που θα το ωραιοποιήσουν, άφθαρτα πρόσωπα που θα τα εκφράσουν, εκλογικές διαδικασίες που θα παρασύρουν. Όλες οι ελπίδες εστιάζονται σε πρόσωπα, όλες οι αιτίες κρύβονται στην ηθική παρακμή για να μένει ακλόνητο το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού. Και   όταν τα νοσηρά συμπτώματα μιας κρίσης  απελπίζουν, επιστρατεύονται   αδοκίμαστοι στην πολιτική, αλλά με ωραιοποιημένο λόγο, για να επιβεβαιωθεί η δύναμη και διάρκεια της αστικής μας δημοκρατίας. Γιατί ένα πλήθος γαντζώνεται σ’ αυτούς, οι οποίοι χαιρετίζονται ως φάροι ελπίδας, ξανά και ξανά αγγίζοντας τα όρια του παραλόγου. Κι επαναλαμβάνεται συνέχεια, οι  σημερινές ζητωκραυγές για έναν υποψήφιο που αναλαμβάνει το ρόλο του σωτήρα  να μετατρέπονται σε απογοήτευση, όταν οι υψηλές υποσχέσεις συγκρούονται με τη σκληρή πραγματικότητα.
Και δεν είναι τώρα μόνο με το εκκολαπτόμενο κόμμα της Μ. Καρυστιανού,  που αναπτερώνονται ελπίδες, είναι και πριν από κανένα χρόνο με τον νέο αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ τον Σ. Κασσελάκη, πιο πριν με τον Α. Τσίπρα και πολλά άλλα κομματίδια, ΔΗΜΑΡ. ΑΝΕΛ, ΠΟΤΑΜΙ κλπ  που εμφανίστηκαν από τότε που κατέρρευσε ο δικομματισμός και αυτός κλωνοποιήθηκε και μάλιστα  σε μια κατεύθυνση όλο και πιο συντηρητική και αυταρχική.  Ποικίλα κομματίδια τροφοδότησαν ενθουσιασμό μόνο και μόνο για να αποδειχθούν σε λίγο πόσο έχουν απορροφηθεί από την καπιταλιστική μηχανή. Κι αν παραπλάνησαν, συνήθως σκοπίμως, ήταν γιατί επικέντρωσαν το ενδιαφέρον σε κάποια λαϊκά αιτήματα αποσπασματικά και αποσυνδεδεμένα από τις εξουσιαστικές σχέσεις και τη μορφή της οικονομικής οργάνωσης της παραγωγής, διατηρώντας  την εμπιστοσύνη στο ίδιο το σύστημα. Όπως συμβαίνει και τώρα με το πολυαναμενόμενο κόμμα της Μ. Καρυστιανού, που η αφετηρία του για την ίδρυσή του υπήρξε το αίτημα για δικαιοσύνη, μετά το έγκλημα στα Τέμπη και τις απροκάλυπτες ενέργειες συγκάλυψης των κυβερνητικών ευθυνών. Η αγανάκτηση και οργή που απαιτεί να τιμωρηθούν οι αίτιοι και να αποδοθούν οι ευθύνες εναποθέτει, τελείως εξωπραγματικά,  στη  δύναμη της βούλησης ενός ατόμου, στην προκειμένη περίπτωση στη Μ. Καρυστιανού, αυτό το έργο.
Μόνο που   είναι οι αγώνες των εργαζομένων που επιβάλλουν το δίκαιο τους, όχι οι σωτήρες, που δεν ξεφεύγουν από  τα συγκεκριμένα πλαίσια ενός καπιταλιστικού συστήματος  και τις νομικές διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας. Οι οποίοι σωτήρες, ακόμα κι αν είναι καλών προθέσεων, με την αφέλεια  που στοχεύει μόνο σε πρόσωπα  και τα αποσυνδέει από την υλική πραγματικότητα της παραγωγής και  της οργάνωσής της, ακυρώνουν  εκ προοιμίου το εγχείρημα.
 Αυτό που βλέπουμε με την εμφάνιση νέων πολιτικών ή κομμάτων, που ούτε στο ελάχιστο δεν κάνουν κριτική  στο αστικό κράτος και  καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής,   δεν είναι παρά ακόμα μια εξομάλυνση, ένα λεπτό γυαλιστερό επίχρισμα που κρύβει ένα σύστημα που εκμεταλλεύεται και ληστεύει το μόχθο των εργαζομένων.  Κι αυτή είναι η κυνική ιδιοφυία του καπιταλισμού. Επιβάλλει συμβολικές μεταρρυθμίσεις για να κατευνάσει τις μάζες, διαφυλάσσοντας παράλληλα τα θεμέλιά του. Παρουσιάζει την αλλαγή στο πλαίσιό του ως δήθεν επαναστατική, ενώ παράλληλα προστατεύεται από πραγματικές αναταραχές. Γιατί η πραγματική απάντηση δεν βρίσκεται μέσα στο σύστημα,  αλλά εντελώς πέρα ​​από αυτό. Στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ

 

Ο τρόπος με τον οποίο  η εξουσία επικοινωνεί αποτελεί δείκτη του τρόπου με τον οποίο κυβερνά. Η άρρηκτη σύνδεση του τρόπου άσκησης εξουσίας  της κυβέρνησης Μητσοτάκη με τα επικοινωνιακά τεχνάσματα δείχνει ότι το ενδιαφέρον της περιορίζεται να αποσπάσει, έστω και προσωρινά, τη συναίνεση του πληθυσμού, ώστε απρόσκοπτα να προχωρά σε μεταρρυθμίσεις προς όφελος των συμφερόντων που υπηρετεί. Γιατί η  ανισορροπία της δύναμης μεταξύ αυτών που ασκούν εξουσία και των απλών εργαζομένων κάνει δυνατή την επιβολή σ’ αυτούς  τρόπων  περιγραφής και σκέψης για την κοινωνία, που είτε χειραγωγούν είτε αγνοούν τις πραγματικότητες που βιώνει ο κάθε εργαζόμενος.
      Στο ζήτημα των αγροτών και τη μεθόδευση για τη συνάντηση αγροτών πρωθυπουργού, αποκαλύφτηκε για άλλη μια φορά η πολιτική επικοινωνία ως μια αποφασιστική μορφή άσκησης εξουσίας. Η κυβέρνηση αναπαρήγαγε τις σχέσεις κυριαρχίας υπέρ του κράτους και των εκπροσώπων της, ορίζοντας στην ουσία η ίδια την επιτροπή που θα συναντούσε ο πρωθυπουργός. Με τους παρατρεχάμενους της μάλιστα, βουλευτές και δημοσιογράφους, που με αμφισβητούμενα επιχειρήματα και αντιφατικό λόγο προσπαθούσαν να κάνουν αόρατο το πρότυπο της κοινωνικής και πολιτικής τάξης που για άλλη μια φορά εφαρμοζόταν.Αυτό το πρότυπο  που υποβιβάζει σε αφωνία  όσους δεν διαθέτουν κοινωνικό ή οικονομικό κεφάλαιο, που τους καταδικάζει σε ρόλο παρατηρητή από ένα  θέαμα που διαχειρίζεται η κυβέρνηση. 
        Κι αν  στην περίπτωση των αγροτών δεν τα κατάφερε, παρόλο που κυβέρνηση και παρατρεχάμενοι προσπάθησαν να χειραγωγήσουν πληροφορίες για να διασφαλίσουν ότι έχουν δίκιο, καταφεύγοντας στις ίδιες χοντροκομμένες τακτικές για να πείσουν, ήταν γιατί οι αγρότες ενωμένοι επέμεναν στον αγώνα τους. Η υποχώρηση της κυβέρνησης να συναντήσει και τους εκπροσώπους των μπλόκων μπορεί να είναι ένας επικοινωνιακός ελιγμός, αλλά ακόμα κι έτσι δείχνει ότι ο οργανωμένος και ανυποχώρητος αγώνας έχει αποτελέσματα.   
       Τα τελευταία χρόνια, ομολογουμένως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει διακριθεί για τις επικοινωνιακές της δεξιότητες. Η ικανότητα χειραγώγησης της πραγματικότητας, η εύρεση μέσων έκφρασης με τρόπο που να αποκρύπτει κάτι ή να διευκολύνει τα ψέματα αποτελούν πια, και φαίνεται με μεγαλύτερη επιτυχία από προηγούμενες κυβερνήσεις,  μέρος της άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής.  Η οποία στηριζόμενη στην επικοινωνιακή ικανότητα της  να χειραγωγεί την πραγματικότητα, στο τέλος φαίνεται να την κατασκευάζει κατά το δοκούν. Κι αυτό γίνεται άμεσα αισθητό στην καθημερινότητά μας, γιατί η κατασκευασμένη πραγματικότητα δεν περιλαμβάνει ακρίβεια ή φτώχεια, κατάρρευση υγείας ή διάλυση του πρωτογενούς τομέα. Και καθώς  μετά θεωρείται η κατασκευασμένη πραγματικότητα δεδομένο, στη συνέχεια παράγει αποτελέσματα. Ο επικοινωνιακός βομβαρδισμός πείθει ότι τα ψίχουλα αύξησης βελτιώνουν το επίπεδο ζωής, τα βαψίματα στα νοσοκομεία αναβαθμίζουν τις παροχές υγείας,  η παραίτηση του διοικητή της ΥΠΑ λύνει το πρόβλημα παλαιότητας των συστημάτων αεροναυτιλίας,  οι πληρωμές χρεωστούμενων  παρελθόντων ετών  στους αγρότες ενισχύουν τον πρωτογενή τομέα. Είναι που η κυβέρνηση μπορεί να θέσει σε κίνηση μια ολόκληρη μηχανή που υπαγορεύει τα γεγονότα και τα διακυβεύματα και μπορεί να πείθει δια της επαναλήψεως. 
        Κι αν θεωρητικά έχουμε την επιλογή να απορρίψουμε ή να αμφισβητήσουμε αυτήν την κατασκευή της πραγματικότητας, που βέβαια συνοδεύεται από κυβερνητικές αποφάσεις που επιβάλλονται,  η εσωτερίκευση του λόγου της εξουσίας το κάνει δύσκολο. Μαζί λοιπόν με την πραγματικότητα,  μ’ αυτόν τον τρόπο χειραγωγούνται και οι αντιδράσεις. Οι οποίες όμως μπορεί να μην ελέγχονται όταν αυτή η  κατασκευασμένη πραγματικότητα έρχεται σε βαθιά αντίθεση με την πραγματικότητα που βιώνεται, η οποία   δεν είναι άμεσα ελέγξιμη. Και είναι αυτή η άγρια πραγματικότητα που έβγαλε τους αγρότες πενήντα μέρες τώρα στους δρόμους και κανένα επικοινωνιακό τέχνασμα της κυβέρνησης δεν μπορεί να την εξωραΐσει, για να τους πείσει να γυρίσουν στα σπίτια τους, εκτός αν τους κάμψει η  κούραση και η απογοήτευση.
       Ο κυρίαρχος λόγος κατασκευάζει και περιγράφει με έναν συγκεκριμένο τρόπο τον κόσμο, χρησιμοποιώντας γενικές κατηγορίες, καταφεύγοντας σε στατιστικά στοιχεία,  αγνοώντας τις υλικές πτυχές της πραγματικής ζωής, ισοπεδώνοντας τα πάντα με αφηρημένο και γενικευτικό λόγο. Στις  ασύνδετες περιγραφές του, που   κρύβονται τα βάσανα  κάτω από το χαλί,  φαίνεται η άγνοια της βιωμένης εμπειρίας. Οι ζωές εξαφανίζονται  στην αφαίρεση ή τη γενίκευση, όλα περιορίζονται σε μια απλοϊκή και γραφειοκρατική κατηγορία. Το βλέπουμε  στην κτηνοτροφία όπου η  αμφισβητούμενη θανάτωση των ζώων λόγω ευλογιάς είναι απλώς ένα νούμερο και τα παζάρια για την αποζημίωση δεν λαμβάνουν υπόψη τη διάλυση που προκάλεσε στους κτηνοτρόφους. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ακόμα και τις λέξεις που χρησιμοποιεί τις απογυμνώνει από όλες τις αξίες τους και ο πολιτικός του λόγος απέχει τόσο πολύ από ΄την πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει σ’ αυτόν τον εαυτό του. Αυτή η απώλεια νοήματος επιδεινώνεται από την αποσύνδεση αυτού που λέγεται από αυτό  που γίνεται.  Έτσι  π.χ. δηλώνεται το αμέριστο ενδιαφέρον της κυβέρνησης για τους αγρότες, αλλά με την υπερψήφιση της συμφωνίας Mercosur αποδυναμώνει έως εξαφάνισης την ελληνική παραγωγή.
        Και δεν είναι μόνο στο αγροτικό ζήτημα που η κυβέρνηση προσπαθεί να παρακάμψει τα προβλήματα που της παρουσιάζονται με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Κοντά επτά χρόνια στην εξουσία η κυβέρνηση Μητσοτάκη, περισσότερο από κάθε άλλη κυβέρνηση, έχει δείξει ότι γι’ αυτήν η επαναλαμβανομένη χρήση της επικοινωνίας σαν να ήταν αυτοσκοπός είναι μέρος της στρατηγικής της  που προσδίδει συνοχή στην πρακτική που εφαρμόζει. Πρωταρχικός της στόχος είναι η παραγωγή του επιθυμητού αποτελέσματος, είτε πρόκειται για την εξουδετέρωση της διαφωνίας  με ευθυγράμμιση με την κυβερνητική απόφαση είτε τη διαχείριση αιτημάτων είτε τη βελτίωση της εικόνας της κυρίαρχης εξουσίας.
        Και το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας που κατασκευάζεται μέσω της πολιτικής επικοινωνίας και της πραγματικότητας που βιώνει ο λαός, παραμένει. Και είναι οι αγώνες των εργαζομένων  που μπορεί να εξαναγκάσουν τους κυβερνώντες να συνδεθούν με την πραγματικότητα και αναγκαστικά να πάρουν θέση, πέρα από την κενή ρητορική. Γι’ αυτό και η  συνάντηση του πρωθυπουργού με την αντιπροσωπεία των αγροτών από τα μπλόκα δεν μπορεί, όπως έγινε με την προηγούμενη συνάντηση με τους «ημέτερους» αντιπροσώπους, να περιοριστεί στη κενή ρητορική χωρίς ουσία, όταν τα τρακτέρ στους δρόμους υπενθυμίζουν την σκληρή πραγματικότητα του πρωτογενούς τομέα.