Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

 

Σαρανταοκτώ χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όσο η περίοδος της χούντας με το πέρασμα του χρόνου γίνεται όλο και λιγότερο πρόσφατη ιστορία, η αστική πολιτική μας ηγεσία δεν διστάζει να αναφέρεται σ’ αυτήν δοξολογώντας την, να τιμά  την επέτειο με μηνύματα για δημοκρατία και ενότητα, αποκόβοντας την δικτατορία από την εποχή μας,  από τις αιτίες που την προκάλεσαν, σαν ένα ιστορικό γεγονός, μια παρένθεση που έκλεισε. Στο μήνυμα του για το Πολυτεχνείο ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε γερασμένα συνθήματα και για την ανανέωση του νοήματος των λέξεων Ψωμί -Παιδεία- Ελευθερία, η πρόεδρος της Δημοκρατίας στο δικό της κάνει λόγο για θυσίες για ελευθερία και δημοκρατία, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προτρέπει να μείνουν στο παρελθόν οι διχασμοί και τα ψευτοδιλήμματα, με τους Έλληνες ενωμένους, ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει τη δικαίωση των αγώνων της νεολαίας στην δημοκρατία που πρέπει να υπερασπιστούμε και οι νεκροί του Πολυτεχνείου αποτελούν τη ρίζα της. 
       Εν μέσω μιας υγειονομικής κρίσης πρωτόγνωρης που αλλάζει τους όρους διαβίωσής μας σ’  αυτά του τύπου τα μηνύματα,  κενολόγα και στομφώδη, μοιάζει να εξαϋλώνεται η ιστορία και το παρόν μας να παραμορφώνεται. Μη τολμώντας   η κυρίαρχη εξουσία να αντιπαρατεθεί  σε ένα λαϊκό κίνημα, αφού υπάρχει η δυνατότητα άλωσής του, ροκανίζει την ανατρεπτικότητά του εστιάζοντας στην εκπλήρωση του βασικού αιτήματος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου που ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας, διαφορετικής από εκείνης του μετεμφυλιακού κράτους, βασισμένης σε όρους και κανόνες με τους οποίους λειτουργούσε η Δυτική Ευρώπη. Κάθε φορά λοιπόν με τα μηνύματα για ενότητα ή δικαίωση των αγώνων του Πολυτεχνείου η πολιτική μας ηγεσία προσπαθεί να σφετεριστεί όλους τους λαϊκούς αγώνες, ενώ ωραιοποιεί το παρελθόν αποκόπτοντάς το από τις ιστορικές καταβολές του, επιμένοντας σε αναμνήσεις που κολακεύουν το σύνολο των ανθρώπων της εξουσίας, χωρίς να φείδεται όμως θαυμασμού και για ατομικές πράξεις περισσότερο προσωπικής απελευθέρωσης και πολιτικής χειραφέτησης, αποκομμένες από συλλογικούς αγώνες, ανθρώπων που περιλαμβάνονται στο λαό.
        Κι αν ένα μεγάλο μέρος του κόσμου των χρόνων εκείνων ήταν απών από κάθε πράξη αντίστασης, ήταν όμως παρών στα μεταδικτατορικά παλαϊκά ξεσπάσματα ενάντια στη χούντα, δημιουργώντας τους μύθους της καθολικής αντίστασης σ’ αυτήν. Ψάχνοντας στα επόμενα χρόνια δικαιωτικούς μύθους  εξαντλήθηκαν οι κριτικές για την ανύπαρκτη γενιά του Πολυτεχνείου και την εξαργύρωση στο δημόσιο βίο εκείνων των αγώνων από πρωταγωνιστές της εξέγερσης, φτάνοντας ακόμα και, εμμέσως και πλαγίως, στην απαξίωση της ίδιας της εξέγερσης και χρεώνοντας τους χωρίς δισταγμό ακόμα και τα δεινά της οικονομικής κρίσης. Και μοιάζει παράλογο να τολμούν ακόμα κι όσοι υποστήριζαν και υποστηρίζουν χούντες και φασιστικές πρακτικές να κρίνουν απαξιωτικά  εξεγερσιακά κινήματα, επειδή οι πρωταγωνιστές τους δεν ήταν αρκούντως επαναστατικοί ή ενσωματώθηκαν στο σύστημα, ακριβώς για να ισοπεδώνονται και μηδενίζονται όλοι οι αγώνες.  
       Μόνο που και η δυσαρέσκεια που πολλοί αριστεροί, αναθεωρητές μαρξιστές ή σοσιαλιστές αστοί,   εκφράζουν, γιατί δεν έχει υπάρξει μια πετυχημένη επανάσταση, γιατί δεν έχουν αποτέλεσμα όλοι οι αγώνες, καλλιεργεί την ηττοπάθεια αλλά και τη ματαιότητα για κάθε αγωνιστική δράση. Αντιμετωπίζοντας κάθε φορά την επαναστατική πραγματικότητα με ένα μείγμα αφόρητου ρομαντισμού και επιπόλαιης απαξίωσής της, πιστεύεται ότι η τέλεια επανάσταση δεν έχει ακόμη έρθει, ότι θα συμβεί σε μια ] ουτοπική στιγμή στο μέλλον. Τα κριτήρια για το τι συνιστά μια τέτοια ρομαντική στιγμή συνεχώς μετατοπίζονται, ανάλογα με τη θέση θεώρησης, αλλά όλα παραμένουν στο μέλλον, δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, αναζητείται από το πουθενά μια αδιανόητη ποιοτική αλλαγή. Περιττό να ειπωθεί  ότι οι επιτυχημένες επαναστάσεις που συνέβησαν στον 20ο αιώνα, ακόμα και η ρωσική επανάσταση,  θεωρείται ότι αποτυγχάνουν στη δοκιμασία, γιατί αναπόφευκτα προκάλεσαν θλίψη, προδόθηκαν, έχασαν την αίγλη τους, απομακρύνθηκαν από τα ρομαντικά επαναστατικά ιδανικά. Εν ολίγοις, «απέτυχαν». Και η κωδική λέξη για μια τέτοια «αποτυχία» είναι ο Στάλιν. Μόλις μια επανάσταση γίνει «σταλινική» - όπως έγιναν όλες σύμφωνα με τους δυτικούς μαρξιστές - τότε δεν είναι μια αληθινή επανάσταση. Οι σπόροι αυτής της αποτυχίας έχουν ήδη ενσωματωθεί στη στιγμή της ίδιας της επανάστασης. Για τη ρωσική επανάσταση, όπως και για κάθε επανάσταση, είναι πολύ δημοφιλής η διαπίστωση ότι η επανάσταση τρώει τα παιδιά της, όπου η άνοδος του Στάλιν αποτελεί την τελική «τραγωδία» της επανάστασης. Για να διαγραφεί μονοκοντυλιά η εκπληκτική επιβίωση και επιτυχία εκείνου του τιτάνιου αγώνα ενάντια σε όλες τις καπιταλιστικές δυνάμεις.
       Και κάπως έτσι μαθαίνουμε να υποτιμούμε τους λαϊκούς αγώνες, να μην ελπίζουμε στην ανατροπή μιας κατεστημένης πραγματικότητας που μας συνθλίβει.
        Όλα θεωρούνται αντικείμενο συνδιαλλαγής και διαπραγμάτευσης,  οι ταξικές διαιρέσεις χάνονται και δεν υπάρχουν ταξικά συμφέροντα. Είναι οι πολίτες εργάτες και οι πολίτες κεφαλαιοκράτες που με καλή θέληση μπορούν να συνεννοηθούν, αφού το κεφάλαιο δίνει ό,τι μπορεί και γίνεται ό,τι θέλει η εργατική τάξη, αφού όλοι είμαστε πολίτες του ίδιου κράτους, ενωμένοι με κοινά συμφέροντα. Ο ταξικός αγώνας υποκαθίσταται από τη διαπραγμάτευση και μόνο απ’ αυτή. Αυτό που θα πρέπει να επιζητείται είναι να διευρυνθεί η εκλογική πελατεία. 
      Γι’ αυτό η απαξίωση των λαϊκών κινητοποιήσεων γίνεται  αναγκαίος όρος για την προσέλκυση μετριοπαθών ψηφοφόρων, ο πολυσυλλεκτισμός γίνεται  καθήκον του ανταγωνισμού που επιβάλλει η πολιτική αγορά.   Γι’ αυτό για όλα τα αστικά κόμματα στόχος γίνεται ο έλεγχος και το μπλοκάρισμα του μαζικού κινήματος, ο προσανατολισμός του σε πρακτικές που εντάσσονται αρμονικά στο στόχο της κατάκτησης της μεγάλης εκλογικής πλειοψηφίας και φυσικά δεν απειλεί τα συμφέροντας της κυρίαρχης τάξης. Γι’ αυτό και απευθύνει μηνύματα για το πολυτεχνείο όλο το φάσμα των αστικών κομμάτων, κολακεύοντας, οριοθετώντας και διαστρεβλώνοντας. Χωρίς όμως να γίνεται λόγος για την επικαιρότητα των μηνυμάτων του Πολυτεχνείου στον «αγώνα ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας, της υποβάθμισης της παιδείας, ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Αμερικανών, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ στην περιοχή, ενάντια στην τρομοκρατία, την αστυνομική βία, τον κρατικό αυταρχισμό και την καταστολή».

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

Καθώς η επιδημία βρίσκεται σε έξαρση, με το ποσοστό θανάτων απ’ αυτή  σε υψηλά επίπεδα, η κυβέρνηση επιμένει να αναφέρεται σε επιδημία ανεμβολίαστων, επιρρίπτοντας σ’ αυτούς την ευθύνη για την αναποτελεσματική αντιμετώπιση της, ώστε η διχαστική πολιτική της να ενεργοποιήσει τον κοινωνικό αυτοματισμό που διαιρεί και αποπροσανατολίζει.  Η  κατάρρευση όμως του συστήματος υγείας, που υποχρηματοδοτούμενο και με περιορισμένο  προσωπικό παλεύει ν’ ανταποκριθεί στη λαίλαπα της covid-19, η αποτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης να πείσει για την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, η μετατροπή  του ζητήματος υγείας σε ζήτημα καταστολής, η αύξηση των τιμών ενέργειας με περαιτέρω φτωχοποίηση του πληθυσμού δημιουργεί ένα μείγμα εκρηκτικό, που είναι πολύ αμφίβολο αν στη διαχείρισή του επαρκούν πια τα επικοινωνιακά παιχνίδια.   
         Γιατί όσο διατηρείται η επείγουσα κατάσταση με την εξάπλωση της επιδημίας αποκαλύπτονται οι ταξικές διαφορές ακόμα και στο θάνατο και την αρρώστια. Το να είσαι άρρωστος και να μην έχεις την αγωνία αν μπορείς ν’ ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις της νοσηλείας ή   να μη σε βασανίζει η σκέψη τι θα γίνουν οι δικοί σου, στην πραγματική ζωή μοιάζει πια να είναι   πολυτέλεια. Η άρχουσα τάξη όμως,  που ζει  μέσα στην πολυτέλεια, δεν το αντιλαμβάνεται και γι’ αυτό περιορίζεται σε κούφια λόγια, παρηγορητικά κι εφησυχαστικά, ίσα για να μη γίνονται επικίνδυνες για τα συμφέροντά της οι υποτελείς τάξεις. Έτσι όμως, με τις  αλλοπρόσαλλες πολιτικές της κυρίαρχης εξουσίας στο υγειονομικό ζήτημα, που το μετέτρεψε σε ζήτημα αστυνομικού ελέγχου, καταλήγει να γίνεται αναξιόπιστος ο λόγος της. Κι αυτή η αναξιοπιστία έρχεται να προστεθεί στη κρίση εμπιστοσύνης  προς τις διαδοχικές κυβερνήσεις  της τελευταίας δεκαετίας, εξαιτίας της λιτότητας και  της μείωσης του βιοτικού επιπέδου που επέβαλλαν.  Και καταλήγει  ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που, μέσα στην ημιμάθεια και την οργή, νιώθουν να απειλείται από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές η επιβίωσή τους, ν’ αντιμετωπίζει με απόλυτη καχυποψία αλλά και ανορθολογισμό κάθε λόγο και δράση που προέρχεται από την κυρίαρχη εξουσία.      
        Με καχυποψία λοιπόν αντιμετωπίζει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού συνολικά την   πολιτική αντιμετώπιση της επιδημίας, κι αυτό  εκφράζεται ξεκάθαρα  με την άρνηση εμβολιασμού. Θεωρούν  τους εαυτούς τους ενημερωμένους και προσεκτικούς και  η άρνηση του εμβολίου συνιστά γι’ αυτούς και μια πράξη αντίστασης που αποσκοπεί στη διατήρηση του ελέγχου της ζωής τους, που όμως σε όλα τα επίπεδα έχει ρημάξει. Πιστεύοντας πως πολιτικοί και επιστήμονες έχουν αμφίβολα κίνητρα και χειραγωγούν τα γεγονότα, πολλοί απ’ αυτούς δεν αισθάνονται καν ότι οι απόψεις τους αμφισβητούνται από επιστημονικά στοιχεία και στατιστικές. Επειδή λοιπόν πολλοί άνθρωποι κατανοούν τον εμβολιασμό μέσω της προσωπικής εμπειρίας, καθώς τα επιστημονικά γεγονότα αναφέρονται συχνά μόνο σε στατιστική μορφή, χωρίς να συσχετίζονται με την  άμεση εμπειρία τους, δεν τους πείθουν. Επιπλέον, τα γεγονότα παρουσιάζονται από τη σκοπιά των επιστημόνων που τα παρήγαγαν ή προέρχονται από εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης ή της κυβέρνησης, κάτι όμως που απαιτεί εμπιστοσύνη σε αυτούς τους θεσμούς για να γίνονται πιστευτά. Η μείωση όμως  της εμπιστοσύνης αυξάνει την καχυποψία προς αυτούς και  ενισχύει σε μερικούς ανθρώπους το  φόβο ότι παγιδεύονται για να χάσουν τον έλεγχο  της ζωής τους.
      Είναι αξιοπερίεργο ότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τα εμβόλια γίνεται ανταλλαγή προσωπικών ιστοριών και είναι για πολλούς  αυτός ο κυρίαρχος τρόπος για να διαμορφώσουν τις απόψεις τους σχετικά με την αξιοπιστία και την ασφάλεια των εμβολίων. Έτσι οι άνθρωποι, σε ομάδες που δημιουργούνται γι’ αυτό τον σκοπό, δίνουν νόημα στα γεγονότα και αμφισβητούν τις ερμηνείες τους συγκρίνοντάς τα με τη δική τους εμπειρία.
      Μόνο που η απόρριψη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας (πολλοί υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει ο ιός), η απαίτηση οι προσωπικές απόψεις να έχουν το ίδιο βάρος με την επιστημονική γνώση, ως μια άποψη κι αυτή, δεν είναι μια τάση που εμφανίστηκε ξαφνικά στον καιρό της επιδημίας, αν και τώρα απέκτησε διακριτά χαρακτηριστικά.
       Χρόνια τώρα θεωρίες συνωμοσίας μπλέκονται δειλά με θεωρίες μεταμοντέρνες περί ταυτοτήτων και εξουσίας και διαμορφώνουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που ενισχύει τον ατομικισμό και εκθειάζει το αυθόρμητο.
        Εδώ και κοντά μισό αιώνα, από την κυρίαρχη ιδεολογία  υποστηρίζεται μαζί με τον άκρατο  υποκειμενισμό, που αναδεικνύει, χωρίς κριτήριο, όλες τις απόψεις, και η απόρριψη μιας αντικειμενικής αλήθειας,  αποθεώνεται η διάσπαση της κοινωνίας σε πολυάριθμα κομμάτια με υποκείμενα που περιστασιακά συσπειρώνονται για μεμονωμένα  ζητήματα διευρύνοντας σε μια τυπική διάσταση  τα δικαιώματα, ανακαλύπτεται η εξουσία σε όλες τις σχέσεις που τέμνουν το σύνολο της κοινωνίας, στις ιεραρχίες, το σεξ, στα συστήματα γνώσης κλπ., που δεν κατέχεται από καμιά  τάξη. Καθώς λοιπόν η υλική πραγματικότητα διαλύεται και αντιμετωπίζεται  ως άθροισμα τυχαίων κι ασύνδετων γεγονότων, οι κοινωνικές διεργασίες δεν κατανοούνται, απαξιώνεται κάθε συλλογικότητα και το άτομο αυτονομείται απέναντι των άλλων, θα δημιουργούνται οι  προϋποθέσεις για να εξαπλώνεται ο φόβος και η ανασφάλεια.  Και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια είναι δυνατόν να συναντηθούν οι καχύποπτοι  προς την εξουσία, οι αρνητές του εμβολιασμού με τους αρνητές της απογραφής, και οι φοβισμένοι από την πολυπλοκότητα του κόσμου, οι εθνικιστές που αναζητούν στον εθνικισμό ένα σταθερό σημείο αναφοράς με τους θρησκόληπτους που ο θεός τα λύνει όλα.
         Κι αν τώρα απαξιώνονται οι αντιεμβολιαστές από τον κυρίαρχο λόγο, όμως οι συμπεριφορές τους  σε μεγάλο βαθμό συνάδουν με όλες αυτές τις νέες εκδοχές της αστικής σκέψης που θέλουν να νομιμοποιήσουν τις μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, παρακάμπτοντας την ταξική κυριαρχία και εκμετάλλευση, την ίδια την υλική πραγματικότητα.
G
M
T
Y
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

ΣΤΟΝ ΦΑΥΛΟ ΚΥΚΛΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ

 

Ένας πρωθυπουργός, ο Κ. Μητσοτάκης,  που στο διάστημα της θητείας του το σύνολο συστημικών Μέσων Ενημέρωσης δεν έπαψε να κολακεύει  μ΄ έναν  απροκάλυπτο  τρόπο, εκνευρίζεται γιατί ξένη δημοσιογράφος τον ρωτά για τις επαναπροωθήσεις μεταναστών στο Αιγαίο, θεωρώντας προσβλητική προς αυτόν και τη χώρα την ερώτηση και  οργισμένος υπερασπίζεται την πολιτική του.   
         Ένας υπουργός Επικρατείας, ο Α. Σκέρτσος, εν μέσω έξαρσης επιδημίας, θρασύτατα δηλώνει πως «δεν υπάρχει και λόγος να δημιουργήσουμε ένα πολυτελές σύστημα υγείας, το οποίο μετά την πάροδο της πανδημίας θα εκλείψει ο λόγος να έχουμε πάρα πολλές ΜΕΘ». 
        Ένας υπουργός Υγείας, ο Θ. Πλεύρης, παραδέχεται ασυστόλως  όχι μόνο πως «Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν κλίνες ΜΕΘ αλλά το προσωπικό που απαιτείται εκεί» αλλά και ότι «Τα μέτρα επιτάξεων (του ιδιωτικού τομέα) δεν είναι αρεστά, αλλά τα κίνητρα συμπεριλαμβάνουν υπερδιπλάσια χρήματα». 
       Ένας καθηγητής πνευμονολογίας, ο Θ. Βασιλακόπουλος, αποκαλύπτει ανερυθριάστως πως στο νοσοκομείο Λαϊκό οι 5 κλίνες ΜΕΘ που εκτάκτως δημιουργήθηκαν την προηγούμενη Άνοιξη δεν πληρούσαν τις απαραίτητες προδιαγραφές και γι’ αυτό είχαν μέτρια αποτελέσματα στα ποσοστά θνητότητας, καταλήγοντας «Δεν είναι δυνατόν να ανοίξουν 5.000 ΜΕΘ επειδή ο κόσμος δεν εμβολιάζεται.
     Ένας πρωθυπουργός που δεν απαντά επί της ουσίας θεωρώντας προσβλητική την κριτική στις πολιτικές του αποφάσεις, υπουργοί που δεν διστάζουν να εκφράσουν την αδιαφορία τους για την υγεία των πολιτών και γιατροί που δεν υπερασπίζονται την επιστήμη τους υποκύπτοντας σε πολιτικές σκοπιμότητες αντανακλούν την αποσαθρωμένη αστική μας δημοκρατία.
       Είκοσι μήνες τώρα ταλανιζόμαστε με την επιδημία και τα πειράματα στην αντιμετώπισή της,  που περιλάμβαναν εκτός από την κυβέρνηση και συγκεκριμένους ενδιαφερόμενους φορείς στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, όπως την εθνική επιστημονική κοινότητα, μέσω των διαφόρων, αρκετά απροσδιόριστων,  επιτροπών.  Καθώς όμως αυτές οι μορφές διακυβέρνησης δεν εξελίσσονται ομαλά, αμφισβητούμενες από τη συνεχή αντινομία μεταξύ της κανονικότητας και εξαίρεσης, αλλάζουν συνεχώς έχοντας να αντιμετωπίσουμε τα όρια του υπολειτουργούντος συστήματος υγείας. Έτσι ενώ μέχρι πριν από λίγους μήνες η κυβέρνηση υποστήριζε πως οι αποφάσεις της για την αντιμετώπιση της πανδημίας λαμβάνονταν με βάση τις εισηγήσεις της αρμόδιας επιτροπής λοιμωξιολόγων, σύμφωνα με δήλωση του υπουργού Εσωτερικών Μ. Βορίδη η επιτροπή διατηρεί έναν συμβουλευτικό ρόλο και σε περίπτωση που προτείνει lockdownδεν θα εισακουστεί.
      Από την αρχή της επιδημίας στη χώρα μας δεν υποστηρίχτηκε στην πολιτική υγείας που ακολουθήθηκε μια σαφής γραμμή μεταξύ των επιστημονικών ευρημάτων και των μέτρων πολιτικής. Κι έτσι επήλθε μια σύγχυση για τον ρόλο των επιστημόνων και φάνηκε πως  οι επιστήμονες δεν παραμένουν απομονωμένοι από την πολιτική πίεση, διατηρώντας την ακεραιότητα της επιστημονικής διαδικασίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως  και οι  υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, μπορούσαν να θέτουν, αναλόγως  πολιτικών επιδιώξεων,  την ευθύνη για τις αποφάσεις τους στην επιστήμη, αντί  να παραμένουν άμεσα υπόλογοι στους ψηφοφόρους που τους εξέλεξαν. 
        Εξάλλου η επιστήμη και η πολιτική επωφελούνται από την αντίληψη ότι η επιστήμη είναι αντικειμενική και ξεχωριστή, αφού το κύρος της μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς. Γιατί  στην πραγματικότητα η πολιτική είναι βαθιά ριζωμένη στον εργασιακό βίο των επιστημόνων. Είτε μέσω χρηματοδότησης είτε μέσω επιστημονικών λόμπι είτε προσωπικής προκατάληψης, η πολιτική μπορεί να διαμορφώσει το παιχνίδι με μυριάδες τρόπους, επηρεάζοντας την κατεύθυνση και την ποιότητα της έρευνας, όπως και τη συμπεριφορά των ίδιων των επιστημόνων. Σε ένα όμως  όλο και πιο διχαστικό πολιτικό τοπίο, όπου η πολιτική τίθεται απροκάλυπτα στην υπηρεσία των επιχειρηματικών συμφερόντων, όταν  η επιστήμη φαίνεται να αποτελεί μέρος αυτής της πολιτικής υπάρχει κίνδυνος  να υπονομεύσει τις αξίες της.
        Η πανδημία της COVID-19, ίσως όπως κανένα άλλο σημαντικό γεγονός στην πρόσφατη  ιστορική μας μνήμη, αποκάλυψε τις συνέργειες και εντάσεις μεταξύ επιστήμης και πολιτικής. Στην αρχή της πανδημίας, οι κυβερνήσεις απευθύνθηκαν στους επιστήμονες για τα δεδομένα, τις γνώσεις και την τεχνολογία που είναι απαραίτητα για την καταπολέμηση του νέου ιού. Η επιστήμη ερευνούσε αυξάνοντας συν τω χρόνω τις γνώσεις  για  την ταχέως εξελισσόμενη πανδημία. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις βασίστηκαν σε διάφορες επιστημονικές συμβουλές, πολλές προσαρμόζοντάς τες μάλιστα στις πολιτικές σκοπιμότητες. Συνεπώς, οι πολίτες  μπορεί να έχουν ακούσει διαφορετικά μηνύματα από επιστήμονες και από υπεύθυνους χάραξης της πολιτικής,  με αποτέλεσμα οι αντιφάσεις να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη προς την επιστήμη. Κι ίσως είναι και μια αιτία αυτή για την αμφισβήτηση των εμβολίων και για τον φαύλο κύκλο αντιμετώπισης της επιδημίας όπου έχουμε πέσει.
         Εν τω μεταξύ σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, και ιδιαίτερα της Βόρειας, οι μάχιμοι γιατροί των νοσοκομείων μιλούν για κατάρρευση του συστήματος υγείας, με την κυβέρνηση να ενδιαφέρεται για άλλη μια φορά μόνο για την επικοινωνιακή πολιτική, χρησιμοποιώντας τη  διαίρεση  του πληθυσμού σε εμβολιασμένους  και ανεμβολίαστους  ως  άλλοθι για κάθε αποτυχημένη πολιτική της στο τομέα της αντιμετώπισης της επιδημίας, που αποδίδεται στην ατομική ευθύνη. Από κοντά, συνεχίζεται η προβολή από τα ΜΜΕ ανόητων θεωριών συνωμοσίας, που μοιάζει να προωθούνται για να κρύψουν τις αποτυχίες της κυβέρνησης και να της δώσουν την ευκαιρία να κατηγορήσει τους πάντες εκτός από την ίδια. Και βέβαια η αδιαφορία για ενίσχυση ενός ήδη αδύναμου συστήματος υγείας είναι ίδια από την αρχή της επιδημίας, ενώ η ένταση της καταστολής παραμένει μόνιμη, σε σημείο που ένα υγειονομικό ζήτημα  να μετατρέπεται σε αστυνομικό. Και η κυβέρνηση μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον φόβου, ανασφάλειας και κούρασης νομοθετεί την εξαθλίωση και τον περιορισμό των ελευθεριών και δικαιωμάτων. Όπως τελευταία με την αλλαγή του άρθρου στον Ποινικό Κώδικα για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων που περιορίζει την ελεύθερη έκφραση γνώμης.
        Είναι λοιπόν υπερβολική η υποψία πως η κυρίαρχη εξουσία αν δεν φοβόταν τις αντιδράσεις μας θα αδιαφορούσε ακόμα κι αν πεθαίναμε κατά χιλιάδες, μέχρι το σημείο που δεν θα επηρέαζε αυτό την κερδοφορία του κεφαλαίου, γι’ αυτό και νομοθετεί τον περιορισμό τους;