Εν μέσω πολέμων, αμφισβητούμενης της κυβερνητικής εξωτερικής
πολιτικής, προσδεμένης στο άρμα πρωτίστως των ΗΠΑ και του εγκληματικού κράτους
του Ισραήλ, η προ ημερών αποφυλάκιση και
η μετέπειτα αναίρεσή της από τον Άρειο Πάγο του καταδικασθέντος ως επικεφαλής
της επονομαζόμενης «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» Α. Γιωτόπουλου την έφερε ξανά στο προσκήνιο. Και ήταν μια
υπενθύμιση για τον αναλλοίωτο τρόπο άσκησης της πολιτικής των κυβερνήσεων μας
ανεξαρτήτως των ηχηρών περί δημοκρατίας,
δικαιοσύνης, δικαιωμάτων. Όπως τότε έτσι και τώρα, αναλόγως των
συγκυριών, η κυβέρνηση θεωρεί ότι εξασφαλίζει τα συμφέροντα
της κυρίαρχης τάξης που υπηρετεί όταν κατασκευάζει και υποδεικνύει εχθρούς που
αποπροσανατολίζουν τις μάζες, για να μη διακρίνουν το πραγματικό κακό, το ίδιο
το σύστημα του καπιταλισμού.
Η «Ε.Ο
17 Νοέμβρη» έδρασε πάνω από 25 χρόνια με πλήθος δολοφονιών μέχρι την εξάρθρωσή
της το 2002, μετά την τυχαία έκρηξη εκρηκτικού μηχανισμού στα χέρια ενός από τα
μέλη της, του Σ. Ξηρού. Από την ελληνική δημοκρατία της εποχής εκείνης και τους
θεσμούς της καταβλήθηκε προσπάθεια να τη διαχειριστούν ως ποινική υπόθεση, τα
εγκλήματά της θεωρήθηκαν του κοινού ποινικού δικαίου, αδιαφορώντας για τις
αντιφάσεις που προέκυπταν από μια τέτοια αντιμετώπιση. Γιατί δηλώσεις πολιτικών
και κομμάτων για απειλή της δημοκρατίας, επεμβάσεις ξένων, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας,
για εξάρθρωση της οργάνωσης, το πολιτικό περιεχόμενο των ερωτήσεων στο
δικαστήριο ανέτρεπαν την όποια επιχειρηματολογία για την ποινική ταυτότητα της
οργάνωσης.
Η
εξάρθρωση της οργάνωσης που αποκάλυψε την ταυτότητα των μελών της άφησε πολλά
ερωτηματικά, τόσα ώστε το αίνιγμά της να παραμένει άλυτο, ενώ οι εικασίες και
τα λογικά συμπεράσματα εκ των αποτελεσμάτων της δράσης της, της θεαματικής
αποκάλυψης της και δίκης της να μοιάζουν περισσότερο ασφαλή. Ερωτηματικά για
την αυθόρμητη παράδοση του Δ. Κουφοντίνα, αφού εξασφάλισε την απόκρυψη του
ιστορικού 45αρι όπλου και της πρώτης γραφομηχανής που γράφονταν οι προκηρύξεις,
για τα αναιμικά στοιχεία που στήριξαν την κατηγορία εναντίον του Γιωτόπουλου ως
διαχρονικού ηγέτη της, για τη στάση των μελών μετά τη σύλληψή τους, για τις γενικόλογες, ανεπαρκείς και ανιστόρητες
επιχειρηματολογίες σχετικά με τους
σκοπούς των δολοφονικών πράξεων των μελών της προβληματίζουν τόσο για το ρόλο της οργάνωσης,
όσο και για την ικανότητα των μελών της να διαφεύγουν επί ένα τέταρτο του
αιώνα.
Εμφανιζόμενη
η «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» μετά την πτώση της χούντας, το Δεκέμβρη του 1975, με τη
δολοφονία του σταθμάρχη της CIA Ρ. Γουέλς και την
επόμενη χρονιά μ’ εκείνη του αρχιβασανιστή Ευ. Μάλλιου έμοιαζε να παρουσιάζεται
η δράση της σαν συνέχεια των αγώνων
ενάντια στη χούντα, αφού θεωρούνταν η μεταπολίτευση αλλαγή προσωπείου της
εξουσίας, και σαν απόδοση δικαιοσύνης στα εγκλήματα της χούντας που η
δημοκρατική μας πολιτεία δεν έκανε. Κι έτσι μπήκε στην πολιτική ζωή της μεταπολιτευτικής
δημοκρατίας η τρομοκρατία. Κι έτσι ένα
τμήμα του λαού, που εφησύχαζε
τακτοποιώντας τη ζωή του, βαυκαλιζόταν ότι υπήρχε ένας τιμωρός για όσα άθλια
συνέβαιναν στην πολιτική σκηνή, χωρίς να προβληματίζεται για το νηπιακό
σκεπτικό που συνόδευε κάθε δολοφονία και τους θολούς σκοπούς των ενεργειών της
στα επόμενα πολλά χρόνια.
Η
αστυνομία αποκάλυψε την ταυτότητα της «Ε.Ο 17 Νοέμβρη», ενώ η Ελλάδα είχε
αναλάβει τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και μερικούς μήνες μετά την επίθεση στους δίδυμους
πύργους στη Ν. Υόρκη. Τότε που
θριαμβευτικά από τις ΗΠΑ είχε ξεκινήσει ο πόλεμος κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας
και είχε αρχίσει η επιχείρηση σ’ όλο το δυτικό καπιταλισμό του νομικού
μετασχηματισμού για την καταπολέμησή της. Και από τότε η επέκταση των
εκτελεστικών και αστυνομικών εξουσιών μονιμοποιήθηκε, αυξάνοντας την κρατική
επιτήρηση, αλλάζοντας τα όρια για τις πολιτικές ελευθερίες. Τις περισσότερες
φορές, οι νόμοι ορίζουν την τρομοκρατία χρησιμοποιώντας ευρεία και ασαφή γλώσσα,
ενώ οι κυβερνήσεις έχουν υπερασπιστεί
δημόσια τις εξαιρετικές εξουσίες που διαθέτουν η αστυνομία και άλλες κρατικές
αρχές βάσει αυτών των νόμων. Φυλακίσεις για μισό αποτύπωμα όπως στον Ν. Ρωμανό,
δεν είναι παρά ένα περιστατικό από τις συνέπειες νόμων και πρακτικών που με επιχειρηματολογίες τρομοκρατικού
κινδύνου θεσπίστηκαν και εφαρμόζονται. Κι έτσι η έντεχνη ιδεολογική
χρησιμοποίηση της τρομοκρατίας να οξύνει τα χτυπήματα ενάντια στο λαϊκό κίνημα,
εμποδίζοντας τη μαζική δουλειά.
Από τα
χρόνια εκείνα καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια να απαξιωθεί και η αντίσταση στα
χρόνια της χούντας, και κάθε αντίσταση, με μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας να
αποκαλύπτει πια το ρόλο της ως θεραπαινίδα της εξουσίας. Πλήθος αντιστασιακών
καλούνταν από δημοσιογράφους, όπως ο προβαλλόμενος τότε ως αντικειμενικός Ν.
Χατζηνικολάου, να αποκηρύξουν τη δράση της
«Ε.Ο 17 Νοέμβρη», τσουβαλιάζοντας κάθε αντίδραση και λαϊκή κινητοποίηση κάτω από
τον χαρακτηρισμό της τρομοκρατίας. Μόνο που η ξεκάθαρη θέση του ΚΚΕ για την
τρομοκρατία δυσκόλευε τη σύγχυση που σκοπίμως δημιουργούνταν, για να υποτιμηθεί
κάθε αγώνας.
Σίγουρα
η τρομοκρατία, σε συνθήκες μαζικών λαϊκών αντιδράσεων, μπορεί να είναι όπλο των υποτελών τάξεων
εναντίον των εκμεταλλευτών. Γιατί οι μορφές σύγκρουσης που θα χρησιμοποιηθούν
εξαρτώνται από την πορεία και το ρυθμό ανάπτυξης του μαζικού κινήματος και τις
διαμορφωμένες συνθήκες που αυτό δρα. Γι’ αυτό και μπορεί ένοπλες οργανώσεις να είναι
κομμάτι ενός συνολικού κινήματος, όταν ξεπηδούν απ’ αυτό και συνδέονται μ’ αυτό. Στον
2ο παγκόσμιο πόλεμο αναπτύχτηκαν κινήματα αντίστασης που
καταδικάστηκαν από τους κατακτητές ναζί ως τρομοκρατία, ενώ θανατηφόρα
χτυπήματα χρησιμοποιήθηκαν και από εθνικά κινήματα ανεξαρτησίας στον
αντιαποικιακό αγώνα. Στη Μ. Ανατολή, στη θανατηφόρα μαζική αντίδραση του λαού της Παλαιστίνης ενάντια
στις εγκληματικές ενέργειες του κράτους του Ισραήλ, κάθε οργανωμένη αντίσταση,
κάθε οργάνωση χαρακτηρίζεται τρομοκρατική. Αλλά και στη
Μ. Βρετανία, απαγορεύτηκε η δράση της «Palestine Action» ως τρομοκρατικής
οργάνωσης βάσει του νόμου περί τρομοκρατίας, γιατί τα μέλη της διαμαρτύρονται
ενάντια σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις
και εργολάβους που συνεργάζονται με το Ισραήλ.
Όταν όμως
ένοπλες ομάδες δρουν αποσπασμένες από τους μαζικούς αγώνες, το πιο συνηθισμένο είναι
να λειτουργούν προβοκατόρικα, ηθελημένα ή όχι, και τις περισσότερες φορές να γίνονται
και όπλο του κράτους της κυρίαρχης τάξης, για να τρομοκρατήσει και να φρενάρει …διακριτικά
μαζικές κινητοποιήσεις.
Στις δεκαετίες 1970 και 1980 οργανώσεις
στην Ευρώπη που υποστήριζαν την ανατροπή
των καπιταλιστικών δομών εξουσίας κατέφυγαν στη βία, όπως Ερυθρές ταξιαρχίες,
Φράξια του Κόκκινου Στρατού. Μόνο που όταν γίνονται βίαιες ενέργειες από ομάδες
που χαρακτηρίζονται επαναστατικές, σε μια λογική στρατιωτικής
αντιπαράθεσης με το κράτος, που όχι μόνο
δεν ανταποκρίνονται στις διαθέσεις των μεγάλων μαζών, αλλά ούτε τις κινητοποιεί
ούτε και κάνει δυνατή την υποστήριξή τους απ’ αυτές, τότε αυτές δρουν στο
περιθώριο και ερήμην των λαϊκών κινημάτων, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει αυτό. Διάβρωσή τους από μυστικές
κρατικές υπηρεσίες ή και εξαρχής δημιουργία ριζοσπαστικών ομάδων που στην
τελική εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Έτσι ώστε εν ονόματι της
άμυνας μπροστά στο τέρας της τρομοκρατίας να απαιτείται να παραχωρηθεί ακόμα
ένα κομμάτι από τη φτενή ελευθερία των λαϊκών στρωμάτων, που πάει και δυναμώνει
τον αστυνομικό έλεγχο.
Οι αποκομμένες τρομοκρατικές ενέργειες
από ομάδες ξεκομμένες από μαζικούς αγώνες δεν κάνουν άλλο από το να δικαιώνουν
την διαχεόμενη αντίληψη για την ιστορία ότι
δεν εξαρτάται από το σύνολο των αντικειμενικών συνθηκών και την ταξική πάλη, αλλά από την καλή και θεαματική ή κακή ατομική
δράση, καταλήγοντας κάθε γεγονός να μην έχει την ιστορική του εξήγηση, αλλά την
αστυνομική του λύση. Και έτσι η ανάθεση σε σωτήρες να μπλοκάρει την ταξική
συνειδητοποίηση και την οργάνωση των ταξικών δυνάμεων. Γιατί η δράση μέσα στην εργατική τάξη για μαζικοποίηση
των αγώνων της σημαίνει προσπάθεια για οργάνωση και άνοδο της ταξικής συνείδησης.