Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΞΑΝΑΕΙΠΩΜΕΝΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

 

Και διαλύονται τα γεγονότα σε ατέλειωτες λεπτομέρειες, έτσι που να χάνονται στην ασημαντότητα και να μένει η ατάκα του τάδε μεγαλόσχημου, αναλύσεις του δείνα πολιτικού,  μαθηματικά νούμερα  του άλλου επαΐοντα. Γεγονότα ανά τον κόσμο, που παρουσιάζονται ασύνδετα μεταξύ τους, αποκομμένα από την καθημερινότητά μας, αποσπασματικά στη μοναδικότητά τους. Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στο Ιράν και η αντίστασή του, οι εντολές εκκένωσης του Ισραήλ σε πόλεις του Λιβάνου για να τις βομβαρδίσει και ο ασταμάτητος κατατρεγμός του στους Παλαιστίνιους, το ατέλειωτο ποτάμι διαδηλωτών στην Αλβανία ενάντια στο ξεπούλημα περιοχών της χώρας στην οικογένεια Τραμπ, η αποδοχή από τη FIFA των απαγορεύσεων και απελάσεων των ΗΠΑ που έχει αναλάβει τη διεξαγωγή  του  παγκόσμιου κύπελλου του 2026, οι βίαιες αντιμεταναστευτικές διαδηλώσεις στο Μπέλφαστ, τα  ουκρανικά drone που εξοπλισμένα χάνουν το δρόμου τους,   αυτά και άλλα τόσα παρουσιάζονται σαν να είναι αυτοτελή, ανεξάρτητα, σχεδόν μοιραία.
         Κι όμως όλα είναι κομμάτια αυτής της ιστορίας του ιμπεριαλισμού που επεκτείνεται, του καπιταλισμού που επιβάλλεται, όλα είναι κρίκοι μιας αλυσίδας γεγονότων που κάθε άνθρωπος έχει περιπλεχθεί. Μεγάλες μάζες μοιάζει να παίζουν το παιχνίδι της ωραίας κοιμωμένης στο δάσος, έτοιμοι να μαγευτούν ξανά και ξανά από υποσχέσεις και να αρνηθούν να κοιτάξουν κατάματα την πραγματικότητα, συνεχίζοντας να αποδέχονται μια μοίρα που ήδη τις έχει καταδικάσει, βαυκαλιζόμενες ότι θα συνεχίσουν να είναι μόνο θεατές στις τραγωδίες, που η μια ακολουθεί την άλλη.
         Και μια πρωτοπορία, όπως πάντα συμβαίνει, αναγνωρίζοντας τη δύναμη ενός ιστορικού παρελθόντος που δεν επιτρέπει την εγκατάλειψη χωρίς αγώνα, συνεχίζει να οργανώνεται, να διαμαρτύρεται, να διεκδικεί τα αυτονόητα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Γιατί είναι οι άνθρωποι που  δημιουργούν την ιστορία,  αλλά δεν την δημιουργούν όπως τους υπαγορεύει η φαντασία τους, αλλά με βάση τις συνθήκες που ήδη βρίσκουν έτοιμες απ’ όταν γεννιούνται. Κι αυτοί που καλούνται πρωτοπορία δεν είναι παρά εκείνοι που πρώτοι καταφέρνουν να καταλάβουν σωστά τις συνθήκες και  να καταλάβουν πως πρέπει να τις αλλάξουν.   
Κι ενώ οι δεκαετίες του ’70 ακόμα και του ’80 έδειχναν άνοδο των λαϊκών αγώνων στις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης, για ν’ ανατρέψουν τις συνθήκες εκμετάλλευσης των ανθρώπων, όμως μισό αιώνα μετά έχει εδραιωθεί μια άγρια καπιταλιστική επίθεση.
Σ’ αυτά τα χρόνια η  μορφή του κινήματος της εργατικής τάξης και οι πολιτικές του ηγεσίες με επικεφαλής τα Κομμουνιστικά κόμματα κρίθηκαν από τον τρόπο που απάντησαν στην άνοδο των κοινωνικών αγώνων και την κρίση του καπιταλισμού. Η πεποίθηση ότι η συνεργασία σοσιαλιστικών, ρεφορμιστικών, σοσιολδημοκρατικών κλπ κομμάτων με τα κομμουνιστικά,  με την αφομοίωση των τελευταίων και εξαφάνισή τους, θα έσπαγε την απομόνωση των  πολιτικών δυνάμεων που ευαγγελίζονταν το σοσιαλισμό και τα κομμουνιστικά κόμματα θα έβγαιναν από το περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων, προσανατόλισε την πολιτική τους στη διεύρυνση της εκλογικής βάσης, για την είσοδο της Αριστεράς στην κυβέρνηση.  Μέσα σε μια τεχνητή ευφορία η σοσιαλδημοκρατία υποσχόταν συγχρόνως διαχείριση της στρατηγικής του καπιταλισμού αλλά και των οραμάτων της Αριστεράς. Προωθήθηκε λοιπόν η αντίληψη ότι κυβερνήσεις της Αριστεράς με τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία θα μετασχηματίσουν το αστικό κράτος. Οι δράσεις δρομολογήθηκαν έξω από τους χώρους δουλειάς κι επικεντρώθηκαν μέσα στο κοινοβούλιο. Η επικράτηση μάλιστα και στο εργατικό κίνημα ρεφορμιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και συναφών δυνάμεων ανέδειξε την ευθύνη τους στην αποτυχία και την ήττα των λαϊκών αγώνων.
 Κι έτσι, φτάνοντας στο απόγειο η καπιταλιστική κρίση και με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την πλήρη συκοφάντηση του σοσιαλιστικού μοντέλου έπαψε πια και το ερώτημα για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση και την ανατροπή του καπιταλισμού.  Βέβαια, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία οι ελπίδες για μεταρρύθμιση επί το ανθρωπινότερο του καπιταλισμού αποδείχτηκαν φρούδες και τις διαδέχτηκε η υποταγή στα κελεύσματα  της   πολιτικής που επιβάλλει το αστικό κράτος. Μόνο που  ο  έλεγχος του λαϊκού κινήματος για μπλοκάρισμα της  αντίδρασής του στις αντιλαϊκές πολιτικές, η είσοδος της αριστεράς στην κυβέρνηση που δεν εγκαινιάζει καμιά διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, αντίθετα νομιμοποιεί την αστική πολιτική, καθώς επιδεινώνονται οι συνθήκες δουλειάς και η ποιότητα ζωής έχουν σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς συντηρητικότερες κατευθύνσεις και την   ανάκαμψη και σταθεροποίηση ακροδεξιών και φασιστικών  κομμάτων που παρουσιάζονται σαν αντισυστημικά.
Σ΄  όλη την Ευρώπη παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Κόμματα με διαφορετικές ονομασίες και ίδια πολιτική να εναλλάσσονται στην εξουσία χωρίς να ανακτούν την εμπιστοσύνη των εκλογέων τους, ενώ έχουν συγχωνευθεί και εξαφανιστεί τα πάλαι ποτέ κραταιά κομμουνιστικά κόμματα. Στην Ελλάδα όμως, το Κομμουνιστικό Κόμμα, με βαθιές ρίζες στην κοινωνία από τη  γεμάτη θυσίες του ματωμένη δεκαετία του ’40, και  μέσα από επώδυνες διαδικασίες διατήρησε τα χαρακτηριστικά του, να είναι το πρωτοπόρο και μαχητικό τμήμα της εργατικής τάξης, να εργάζεται για υψηλό επίπεδο οργάνωσης, ώστε να επιτυγχάνεται η ιδεολογική ενότητα αλλά και η ενότητα της πρακτικής δράσης όλων των μελών.  
 Στη χώρα μας όλος ο πάλαι ποτέ χαρακτηριζόμενος, χάριν της δικτατορίας, προοδευτικός χώρος κατάφερε στη μεταπολίτευση από τη μια να λεηλατήσει ό,τι μπορούσε από τους αγώνες και θυσίες του ΚΚΕ, από την άλλη  να μεταμφιεστεί σε εργατικό κόμμα, για να υποκατασταθούν οι ταξικοί αγώνες από τη διαπραγμάτευση και να επιτευχθεί η ταξική συνεργασία με τη συναίνεση στις αποφάσεις της κυρίαρχης τάξης.   
Κι αν επαναλαμβάνονται ξαναειπωμένες πολιτικές αναλύσεις για τη σοσιαλδημοκρατία, τις υποσχέσεις του καπιταλισμού, την αλλοίωση και εξαφάνιση, σχεδόν στο σύνολο της Ευρώπης,  των κομμουνιστικών κομμάτων, τη μεθόδευση διάλυσης των ελπίδων για την κομμουνιστική εναλλακτική είναι γιατί συνεχώς η κυρίαρχη προπαγάνδα νεκρανασταίνει με διάφορες μορφές τα ίδια και τα ίδια επιχειρήματα. Είτε λοιπόν χλευάζεται το κομμουνιστικό όραμα είτε απαξιώνεται η  ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δήθεν δεν τολμά να δοκιμαστεί στη διακυβέρνηση σε κυβερνήσεις συνεργασίες του προοδευτικού χώρου.
Τον τελευταίο καιρό,  έχοντας εξαντληθεί η πειστικότητα των επιχειρημάτων για τη διατήρηση της συναίνεσης, η μεν Ν.Δ επαναλαμβάνει, εν μέσω σκανδάλων που δεν σταματούν ν’ αποκαλύπτονται, την αναγκαιότητα ύπαρξης πολιτικής σταθερότητας, προβάλλοντας ως μοναδικό επιχείρημα για την  επιλογή της στην επόμενη εκλογική διαδικασία την ακινησία, στην πραγματικότητα  την μονιμότητα των σκανδάλων, της οικονομικής αφαίμαξης του εισοδήματος των εργαζομένων, της αυταρχικοποίησης της εξουσίας. Ο δε προοδευτικός χώρος που υποκρίνεται την αντιπολίτευση, ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια, στην προσπάθειά του να απονευρώσει τους ταξικούς αγώνες στους οποίους πρωτοστατεί εμπνέοντας και οργανώνοντας το ΚΚΕ, χρησιμοποιεί τον κυβερνητισμό σαν σημαντικό θέλγητρο για τους εκλογείς. Γιατί του δίνει τη μορφή ρεαλιστικής πρότασης εξουσίας υπέρ των εργαζομένων, παρόλη την παταγώδη και συνεχή διάψευση της στην Ευρώπη κι εδώ, με αποκορύφωμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εδώ και μια δεκαετία. Κι έτσι να μονιμοποιηθεί η ανατροπή του  συσχετισμού των δυνάμεων σε βάρος της εργατικής τάξης, επικρατώντας η αμφισβήτηση και η κατάργηση όλων των κατακτήσεων της  τα πολλά προηγούμενα χρόνια.   

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΕΙΣ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Εν όψει εκλογών,  σε κάποιον από τους  επόμενους  10 μήνες,  στον πολιτικό χώρο  έχουν αρχίσει  οι ανακατατάξεις, ανασυντάξεις, μετατοπίσεις παντός είδους και βεληνεκούς, σε μια προσπάθεια να συγκρατηθεί   ή και ν’ ανατραπεί η εξέλιξη κάποιων διαφαινόμενων  κοινωνικών τάσεων και βαθύτερων  πολιτικών ρευμάτων που με διευρυνόμενους ρυθμούς μοιάζει τα τελευταία χρόνια να έρχονται στην επιφάνεια. Για να συσκοτιστεί η ιστορική μνήμη, να παραπλανηθεί το ταξικό ένστικτο και να λοξοδρομήσουν οι πολιτικές προτιμήσεις των λαϊκών στρωμάτων στις προσφερόμενες επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας.
        Άρχισαν ήδη λοιπόν να στήνονται τα σκηνικά των νέων κομμάτων και αναμένονται και άλλων, για κατανάλωση οραμάτων, ιδεών, συμβόλων, προσδοκιών. Ένας καταιγισμός λέξεων, επιφωνημάτων, ομιλιών που θέλουν να  διαμορφώνουν έναν κόσμο χωρίς μνήμη, μα με  αναπολήσεις και  υπαγορευμένες βεβαιότητες για το μέλλον.  
        Το ίδιο το πολιτικό σύστημα μοιάζει να  ανακυκλώνεται και πάλι, μετά την προβληματική του ανάκαμψη από την οικονομική κρίση του 2010. Οι παραδοσιακές διαιρέσεις και συγκρούσεις που αναπαρήγαγε ο δικομματισμός, όπως συντήρηση και προοδευτισμός, οπισθοδρόμηση και μεταρρύθμιση, που βρήκαν την τελευταία τους έκφραση στο δίπολο Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να εκλείπουν, γιατί δεν ανταποκρίνονται στην υλική πραγματικότητα και δεν πείθουν παρά ελάχιστους. Σ΄ ένα ζοφερό μάλιστα περιβάλλον  είναι πολύ αμφίβολο αν για δεύτερη φορά μπορεί αμελητέα ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Κ. Μητσοτάκης και ο Α. Τσίπρας, με την αρωγή των μέσων ενημέρωσης,  να  συνεχίσουν να διαδραματίζουν  κεντρικό πολιτικό ρόλο, όχι χάρη στην πολιτική τους, πολύ περισσότερο ούτε χάρη στις αρετές τους, αλλά χάρη στην …αρετή της κοινοτοπίας. Που σημαίνει,  να συνεχίσουν να προωθούνται, επειδή στη συγκεκριμένη συγκυρία έχουν «κοινό τόπο»,  δηλ. εκφράζουν ένα σημείο ισορροπίας όπου συναρθρώνουν στο επίπεδο θεσμών αναγκαιότητες του συστήματος και υποσχέσεις στις λαϊκές μάζες, χωρίς  να αποβάλλουν τις πολιτικές τους ετικέτες, συντηρώντας την ψευδαίσθηση της εναλλακτικής λύσης.
Τον τελευταίο καιρό φαίνεται η δυσφορία να πολλαπλασιάζεται για το κυβερνών κόμμα της Ν. Δημοκρατίας. Με το πλήθος και την έκταση των σκανδάλων του, που είναι πολύ δύσκολο να συγκαλυφθούν ή και να  δικαιολογηθούν, παρόλη την επιστράτευση σ’ αυτό τον σκοπό όλων των αρμών εξουσίας, από δικαιοσύνη μέχρι τα μέσα ενημέρωσης, με την οικονομική διαχείριση να διαμορφώνει  συνθήκες ευνοϊκές μόνο για το κεφάλαιο και ν’ αποτυχαίνει στην προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων με επιδόματα, η βεβαιότητα για τρίτη τετραετία δεν μοιάζει αυτονόητη.  Γι’ αυτό το κυβερνών κόμμα, στο μικροπολιτικό του στόχο,  το  φοβίζει ο κίνδυνος της εγκατάλειψης του από ψηφοφόρους του που μπορεί να αναζητήσουν λύσεις για τα προβλήματά τους στα γειτονικά με τη Ν. Δημοκρατία κόμματα, των οποίων ο αριθμός φαίνεται ότι όσο οδεύουμε προς τις κάλπες  θα αυξάνεται
Τελευταία, δυο νεοπαγή κόμματα εμφανίστηκαν στο προσκήνιο. Το ένα με τη Μ. Καρυστιανού μοιάζει να επενδύει σ’ έναν ηθικό λόγο με το πολιτικό του στίγμα να εγγράφεται στο χώρο της υπεσυντηρητικής, θρησκευτικής δεξιάς, το άλλο με τον Α. Τσίπρα, που, ακάθεκτος και με το νέο του κόμμα συνεχίζει να λεηλατεί και να διαστρέφει την ιστορία αγώνων της αριστεράς, θέλει να καλύψει τον άλλο πόλο του δικομματισμού, για ομαλή του λειτουργία. Γιατί για την αναπαραγωγή της ταξικής κυριαρχίας, πρέπει το εποικοδόμημά της να παρουσιάζει εναλλαγές.
Κόμματα και κομματίδια εμφανίζονται στο πολιτικό σκηνικό χωρίς σύνδεση με κοινωνικά στρώματα και τάξεις, τα περισσότερα στον πολιτικό χάρτη να  στριμώχνονται προς τα δεξιά και ακροδεξιά. Άλλα επενδύουν σε μια συγκρουσιακή ρητορική για να επικρατήσουν, όπως το κόμμα της Ζ. Κωνσταντοπούλου, άλλα στην ηθική, όπως το κόμμα της Μ. Καρυστιανού, άλλα στον εθνικισμό όπως του Βελόπουλου. Στα αριστερά ο χώρος μοιάζει έρημος με τα υπολείμματα του ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθούν ανεπιτυχώς να τον καλύψουν, για να μη μείνει κυρίαρχο το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ που παραμένει όρθιο, αγωνιστικό, που δεν πτοείται από ήττες αλλά επιμένει, πιστό στο όραμα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας να εμπνέει και οργανώνει τους αγώνες των εργαζομένων. Και αυτό είναι το διακύβευμα σε κάθε αναδιάρθρωση του πολιτικού σκηνικού. Να περιέλθει στο περιθώριο το ΚΚΕ, να περισταλούν τα περιθώρια παρέμβασής του.  
Και φαίνεται στο πολιτικό σύστημα να υπάρχει έλλειψη προσώπων που ν’ αναλάβουν το ίδιο αριστοτεχνικά, όπως ο Α. Τσίπρα πριν 10 χρόνια, ν’ αρθρώσουν ένα λόγο αρκούντως αυθάδη και πειστικό, για να χειραγωγήσει τα πλήθη. Η επανεμφάνιση του Α. Τσίπρα με ένα νέο κόμμα,  κόπια του ΣΥΡΙΖΑ, που φρόντισε το αρκτικόλεξό του να παραπέμπει στο μεγαλείο της  αντίστασης,  στον ίδιο το λαϊκό στρατό, συνεχίζοντας τη λεηλασία της ιστορίας του αριστερού κινήματος και τα τσιμπολογήματα από οράματα και συνθήματα αγώνων για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, είναι μια ακόμα προσπάθεια να εκτονώσει την οργή, να καθησυχάσει αμφισβητήσεις. Βέβαια, είναι πολύ αμφίβολο αν για δεύτερη φορά μπορεί να πείσει  ότι ενδιαφέρεται  για τις αγωνίες του κόσμου,  όταν η υπερπενταετής  διακυβέρνησή του απέδειξε το αντίθετο. Αλλά ακόμα κι αν ενισχύσει την αποθάρρυνση για τη δυνατότητα αλλαγής της πολιτικής με την εναλλαγή των κομμάτων, το πολιτικό σύστημα δεν το βλάπτει η παραίτηση από διεκδικήσεις μεγάλου τμήματος των λαϊκών μαζών.
Αρκεί μόνο να μην υπάρχει μια πολιτική δύναμη ικανή να ερμηνεύσει τα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα, να τα συνθέσει και να συγκρουστεί για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων, τα δικαιώματα των πολιτών. Γι΄ αυτό στο νέο εγχείρημα του Α. Τσίπρα αυτή η εμμονή αναφοράς, με το όνομα του κόμματος, με την υποτιθέμενη κληρονομιά του νέου κόμματος, στο μεγαλειώδη αγώνα των κομμουνιστών στην κατοχή, έχει  προφανή πια σκοπό την απαξίωση του φορέα που οργάνωσε και ενέπνευσε, του ΚΚΕ. Γιατί είναι τότε, στη ματωμένη δεκαετία του ’40,  που σφυρηλατήθηκε η σχέση του ΚΚΕ με τις λαϊκές μάζες, είναι τότε που με τους αγώνες των κομμουνιστών η στρατιωτική ήττα τους μετατράπηκε σε ιδεολογική δικαίωση.
Σε μια εποχή λοιπόν που ο φιλελευθερισμός αγκαλιά με τη σοσιαλδημοκρατία εκβάλλουν στις στρεβλές ατραπούς της διαρκούς λιτότητας, της φτωχοποίησης, της οικονομίας πολέμου, της συμμαχίας με εγκληματικές κυβερνήσεις, που το αλαζονικό κυβερνητικό οικοδόμημα με τα παρακείμενα της αντιπολίτευσης κρύβουν την κουρελιασμένη τους αξιοπιστία με εικόνες που τους φιλοτεχνούν τα μέσα ενημέρωσης, η κομμουνιστική ιδεολογία συνεχίζει να σημαίνει κίνδυνο για το σύστημα.
Είναι που ο κομμουνισμός, μια θεωρία, ιδεολογία, συμπυκνώνει και εκφράζει την υπαρκτή στην καπιταλιστική ανάπτυξη ιστορική τάση, την τάση ανατροπής του καπιταλισμού. Όσο υπάρχουν οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής και το πολιτικό σύστημα που τις αντιστοιχεί, θα υπάρχει  και το όραμα  του κομμουνισμού, περισσότερο ή λιγότερο τονισμένο  ή ενεργό,  ανάλογα με την πορεία της ταξικής πάλης. Τίποτε δεν ξεπεράστηκε, όσο  ο αγώνας συνεχίζεται.

 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

Τρομοκρατημένοι μήπως η πραγματικότητά μας εξελιχτεί σε εφιάλτη και σε μας, απογυμνωμένοι από οράματα και ελπίδες νιώθουμε εγκαταλελειμένοι στη μοίρα μας. Η συντριπτική πλειοψηφία των λογής λογής ηγετών και ηγετίσκων που απαίτησαν  αξιώματα στην πολιτική σκηνή, διεκδίκησαν τιμές στο πνευματικό πεδίο μοιάζει με υπεκφυγές, ωραιοποιήσεις και ψεύτικες ελπίδες ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων να το έχουν  οδηγήσει στην παραίτηση από διεκδικήσεις. Πνευματικοί ταγοί, σ’ έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο δύσκολος με τα περιθώρια ελπίδας να στενεύουν, σιωπούν ή γίνονται φερέφωνα της κυρίαρχης εξουσίας. Κι επειδή οι ιδέες της δημοκρατίας, δικαιοσύνης, ελευθερίας κλπ. μετά από τόσους αγώνες έχουν γίνει μέρος της παγκόσμιας συνείδησης κανείς δεν καταφέρεται εναντίον τους. Αυτό που γίνεται είναι να νοθεύονται, πλαστογραφούνται, διαστρέφονται, την ίδια ώρα που οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες κραυγαλέα τις επικαλούνται και λεκτικά τις υπερασπίζονται. Εξισώνοντας τα πάντα και τους πάντες, συκοφαντώντας το όραμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, καλλιεργώντας τη λήθη εν ονόματι μιας συναίνεσης προωθούν κάθε είδους συμβιβασμό και παραίτηση, για να μην ενοχλείται η κυρίαρχη εξουσία.           
          Διανοούμενοι που φαίνεται να υποκλίνονται στην εξουσία, κολακευμένοι από τις  θωπείες των   καταπιεσμένων φιλοδοξιών τους  για διακρίσεις και προβολές δεν κάνουν άλλο από το να την δικαιολογούν υπερασπιζόμενοι ακόμα και τις πασιφανείς απανθρωπιές της. Παραποιούν την μνήμη, νοθεύουν την ιστορία για να αγνοηθούν οι βασικές αιτίες που αναπαράγουν δικτατορίες, βία, πόλεμο. Έχουν αναλάβει να μας εξοικειώσουν με τις αυθαιρεσίες της εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους, για να εξοντωθούμε ηθικά, να εξουδετερωθούμε πολιτικά.  
           Η ασυμφιλίωτη λοιπόν πολιτική  αντίθεση, λαϊκό κίνημα και αντιδραστική εξουσία,  έκφραση της κρυμμένης ταξικής σύγκρουσης, στην οποία ήταν υποταγμένη κάθε δράση και  ενέργεια στην Ελλάδα από το τέλος του εμφυλίου μέχρι την πτώση της χούντας, όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια γίνεται  προσπάθεια ν’ αμβλυνθεί θολώνοντας την εκδήλωσή της, ενώ  στην πραγματικότητα δεν  παύει να υπάρχει. Γι’ αυτό κι ενώ έχει περάσει πάνω  μισός αιώνας από την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών καθηγητές πανεπιστημίου, αφού απαξίωσαν με πονήματά τους την αντίσταση ενάντια στους ναζιστές, επανέρχονται με καινούργιο πόνημα για να λειάνουν τη βία και την αυταρχικότητα  της δικτατορίας των συνταγματαρχών, να ισοπεδώσουν τις αντιθέσεις.
Ο λόγος για το έργο του Στ. Καλύβα  «Big Bang 1970–1973» που εξωραΐζει τη δικτατορία μ’ έναν ύπουλο και κρυφό τρόπο. Στο έργο επιμένει η ματιά  να μετακινείται από τη βαναυσότητα και την καταστολή στη δημιουργία και στην παραγωγή, τη βαφτίζει μάλιστα άνθηση, σαν να ήταν η δικτατορία η γενεσιουργός αιτία τους. Την ανάγκη των καλλιτεχνών να εκφραστούν χρησιμοποιώντας όποιες χαραμάδες ελευθερίας άφηνε το καθεστώς, ο συγγραφέας του βιβλίου την εκλαμβάνει ως «άνθηση» πολιτιστική που συμβαίνει χάρη στο πολιτιστικό περιβάλλον που διαμορφώνει η χούντα. Δεν βλέπει τη σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτά που επιτρέπει η χούντα και στην προσπάθεια των καλλιτεχνών να ξεπεράσουν τις απαγορεύσεις της με μεταμφιέσεις των ιδεολογιών τους, με υπαινιγμούς στους λόγους τους. Δεν ανθίζει καμιά τέχνη εξαιτίας της δικτατορίας, αλλά παρά τη δικτατορία και τις απαγορεύσεις της. Το θέατρο, το τραγούδι μετατρέπονται στην ουσία  σε πολιτικές δραστηριότητες, αυτές που έχουν απαγορευτεί από τη χούντα. Εξάλλου σε δικτατορίες που έχουν επιχειρήσει να περιορίσουν τους καλλιτέχνες, να καταστείλουν το έργο τους, ιδίως μέσω των  απαγορεύσεων και της λογοκρισίας, οι ίδιες αυτές  συνθήκες έχουν αποτελέσει κίνητρο για τη δημιουργία μιας αντί-εξουσίας μέσω της τέχνης. Ανατρέποντας, παίζοντας με τα όρια που επιβάλλονται από όλες τις μορφές αυταρχισμού, παρακάμπτοντας τα και συχνά αυτοσχεδιάζοντας μέσα από τα κενά των απαγορεύσεων και της λογοκρισίας, οι καλλιτέχνες καταφέρνουν να καινοτομήσουν αναδιαμορφώνοντας τη σχέση μεταξύ των ιδεολογικών και αισθητικών μοντέλων της τέχνης.
 Και είναι αυτό το βιβλίο μια ακόμα απόπειρα για να  παραποιηθεί  η μνήμη, να καθαιρεθεί  η πολιτιστική ηγεμονία της αριστεράς, όπως χλευαστικά υποστηρίζεται από την κυρίαρχη εξουσία της διανόησης και πολιτικής,   ώστε στην τελική ακόμα κι αν δεν αθωωθεί, προς το παρόν, η χούντα, η ερμηνευτική αντιστροφή της καλλιτεχνικής έκφρασης της εποχής  να προσφέρει δικαιολογίες για να  γίνει ανεκτή ακόμα και η βία της. Για να απενοχοποιηθεί, ώστε όταν η παρακμιακή κοινοβουλευτική μας απολυταρχία δυσκολευθεί να ανταποκριθεί στους στόχους της  η επιστροφή μιας δικτατορίας,  με καινούργια βέβαια μορφή,  να μην γεννά αντιδράσεις.
Επιπλέον, μ’ αυτό το βιβλίο εξαιτίας του λάθος για το θάνατο του Μ. Χάκκα και της, τουλάχιστον,  επηρμένης αντίδρασης του συγγραφέα όταν του επισημάνθηκε με ανακοίνωση από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, δόθηκε πάλι η ευκαιρία συσπείρωσης κάποιων ανθρώπων της διανόησης γύρω από τον Στ. Καλύβα και κατά συνέπεια γύρω από τις ιδέες που αυτός εκφράζει.   
          Τελευταία, όλο και πιο συχνά  σε κάθε ευκαιρία, που είτε εκ των πραγμάτων αποκαλύπτεται η αναλγησία του καπιταλισμού είτε σκοπίμως συγκαλύπτεται, δεκάδες διανοούμενοι δίνουν το παρόν για να υπερασπιστούν το status quo. Χαρακτηριστική είναι η συσπείρωσή τους γύρω από την υπεράσπιση του Ισραήλ, επικαλούμενοι κάθε φορά αυθαίρετα τον αντισημιτισμό για κάθε καταγγελία των εγκλημάτων του.   Φαίνεται όμως ότι σε ένα πλαίσιο όπου ο καπιταλισμός έχει γίνει ένας ορίζοντας που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτος πολλοί λίγοι είναι οι διανοούμενοι που απομένουν να υπερασπίζονται μια ιδεολογία μετασχηματισμού  της κοινωνίας και απελευθέρωσης του ανθρώπου. Κι αν μοιάζει ο διαχωρισμός σε δυο στρατόπεδα να μην είναι πάντα ευκρινής, όμως οι συσπειρώσεις με αφορμή ζητήματα ιδεολογικά είναι ενδεικτικές των αντιθέσεων που διαπερνούν την κοινωνία και κυρίως των προσπαθειών της κυρίαρχης εξουσίας να κερδίσει στη μάχη των ιδεών ακόμα και με λαθροχειρίες. Μάλιστα, όσο επικρατεί, σχεδόν χωρίς φτιασιδώματα, η πιο άγρια καπιταλιστική λογική, η συσπείρωση διανοούμενων γύρω από ζητήματα κυρίως αναθεώρησης της ιστορίας αρχίζει ν’  αποτελεί ένα διακριτό στρατόπεδο πια.  
        Δεν βρισκόμαστε βέβαια στο μεσοπόλεμο με τις εκφρασμένες έντονα  ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που διέτρεχαν και όλες τις εκφράσεις της τέχνης, με τη δημιουργία διακριτών δυο στρατοπέδων. Από τη μια αυτοί που πίστευαν στην πρόοδο του καπιταλισμού και την ελευθερία της αστικής τάξης, συμμαχώντας με την εξουσία και εδραιώνοντας την προπαγάνδα της και από την άλλη αυτοί που αγωνίζονταν με πάθος για τη διάδοση των μαρξιστικών ιδεών, πεπεισμένοι από την νίκη της επανάστασης στη Ρωσία για τη μετάδοσή της σε όλον τον κόσμο, αλλάζοντας τα πάντα, και μετατρέποντας την τέχνη τους σε όργανο εξέγερσης.
Τώρα, έναν  αιώνα από τότε και βασικά οι ίδιες αντιθέσεις υπάρχουν, η ταξική σύγκρουση συνεχίζεται, μόνο που η πίστη στο όραμα μιας αταξικής κοινωνίας και η ελπίδα για νικηφόρα έκβαση των λαϊκών αγώνων έχουν τρωθεί  και με την ευγενική συμβολή των διανοούμενων υπηρετών της κυρίαρχης εξουσίας.