Καθηγήτρια σε σχολείο της Θεσσαλονίκης πέθανε έπειτα από
αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι καταγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
που συνέδεσαν το εγκεφαλικό με την έντονη επαγγελματική πίεση και εκφοβισμό με
τραμπούκικη συμπεριφορά μαθητών μέσα στην τάξη αποκάλυψε μορφές βίας που αντιμετωπίζουν
οι εκπαιδευτικοί σε καθημερινή βάση.
Η θυματοποίηση των εκπαιδευτικών είναι ένα
πολύπλευρο φαινόμενο και αναφέρεται σε
καταστάσεις όπου οι εκπαιδευτικοί βιώνουν διάφορες μορφές κακομεταχείρισης,
παρενόχλησης ή επιθετικότητας στο χώρο εργασίας. Και ο χώρος εργασίας τους
είναι το σχολείο, που από την ίδρυσή του θεωρούνταν ότι είναι ένα χώρος αφιερωμένος στη μάθηση, ένας χώρος
όπου τα παιδιά εκπαιδεύονται, κοινωνικοποιούνται και αναπτύσσουν τα ταλέντα
τους. Το σχολείο είναι μια κοινωνική ομάδα, με το διευθυντή, το σύλλογο
καθηγητών, τους μαθητές και είναι ένας
αποφασιστικός παράγοντας για την παιδεία και η ιδανικότερη ευκαιρία για να
γίνει το παιδί κοινωνικό ον. Εκεί καθένας με το ρόλο του, διευθυντής,
καθηγητές, μαθητές, προσφέρουν ισότιμα ό,τι όλη η προσωπικότητά τους επιτρέπει,
για να ολοκληρώνεται το έργο που από τη φύση του έχει αυτός ο κοινωνικός
θεσμός.
Στις
σχολικές βαθμίδες είναι που τα παιδιά γνωρίζουν πιο συστηματικά τον έξω κόσμο Με τη
βοήθεια των δασκάλων μοιράζονται εργασία και
επαίνους, ευθύνες με τους συμμαθητές τους για να ξεφύγουν από το εγώ και
να ενταχθούν σ’ ένα ευρύτερο σύνολο της μικρής κοινωνίας του σχολείου. Οι αξίες
όμως που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά όπως
τη γνωρίζει το σχολικό περιβάλλον γίνονται αποδεκτές όταν επικρατούν ομαλές
συνθήκες στη λειτουργία των σχολείων, όταν οι εκπαιδευτικοί ξέρουν τη δουλειά
τους και ως πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, όταν η οικογένεια συνεργάζεται με
το σχολείο, όταν και το κυρίαρχο σύστημα ενδιαφέρεται για την ευημερία τους. Ακόμα κι όταν στην εφηβεία ο άνθρωπος θέλει
να αναλάβει το δικό του ανεξάρτητο ρόλο και αρχίζει από τον σκεπτικισμό για την
ορθότητα των αξιών φτάνοντας στην αμφισβήτηση, το σχολείο με τον τρόπο
λειτουργίας του μπορεί να βοηθήσει. Δεν είναι μόνο το χιλιοειπωμένο ότι πρέπει
να καλλιεργεί άτομα με κριτική διάθεση απέναντι στα καθιερωμένα, αλλά είναι και οι συναισθηματικές σχέσεις που
αναπτύσσονται ανάμεσα σε μαθητές, αλλά κυρίως σε καθηγητές και μαθητές που συμβάλλουν στη συναισθηματική τους ωρίμανση.
Όλοι επισημαίνουν ότι οι σχέσεις
καθηγητών μαθητών πρέπει να είναι εγκάρδιες. Και αυτές οι σχέσεις
ανταποκρίνονται στην κοινωνική ανάγκη
των μαθητών να γίνονται παραδεκτοί από τους άλλους. Και αυτό δε σημαίνει
απλώς να μη διαπληκτίζονται μαθητές και εκπαιδευτικοί ή οι εκπαιδευτικοί να μην
επιβάλλονται με αυταρχισμό. Τις τελευταίες
δεκαετίες τονίζεται το καθήκον των δασκάλων
με το ιδιαίτερα προσωπικό ενδιαφέρον τους να πείσουν τους μαθητές για την ανάγκη που
νιώθουν να τους βοηθήσουν να εξελίξουν
το νοητικό τους δυναμικό και να καλλιεργήσουν το συναισθηματικό τους
κόσμο. Κι έτσι το σχολείο να συμβάλλει
στην κοινωνικοποίηση των ανθρώπων και να εκπληρώνονται οι διακηρυγμένοι στόχοι
του που δεν είναι άλλοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών, την
ανάπτυξη της δημιουργικότητάς τους, την ομαλή κοινωνική ένταξη. Τα πράγματα
όμως δεν είναι ακριβώς έτσι.
Η κατάσταση της κοινωνίας αντικατοπτρίζεται
βαθιά στο εκπαιδευτικό της σύστημα, στον τρόπο λειτουργίας των σχολείων, αντανακλώντας
ως καθρέφτης πολιτιστικούς κανόνες, αξίες και κοινωνικοοικονομικές δομές. Το
σχολείο επομένως δεν είναι ένας αποστειρωμένος χώρος, αλλά αντανακλά τη βία που
βιώνεται, και πολλές φορές προβάλλεται επαναλαμβανόμενα και στην κοινωνία. Τα
περιστατικά σχολικής βίας δεν μπορεί να αποφεύγεται να
αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά κατασκευασμένα φαινόμενα. Σε κάθε περιστατικό βίας είναι απαραίτητο να λαμβάνονται
υπόψη όλα τα μέρη που εμπλέκονται σε μια γενικευμένη αλληλεπίδραση. Δεν υπάρχει
μόνο η βία ανάμεσα στους μαθητές ούτε η αυταρχικότητα των εκπαιδευτικών προς
τους μαθητές, αλλά και η επιθετικότητα μαθητών προς τους εκπαιδευτικούς.
Οι εκπαιδευτικοί μπορεί να
αντιμετωπίζουν συγκρούσεις με τους γονείς, αλλά πολλές φορές και επιθετικότητα
και εκφοβισμό σε ακραίο βαθμό και από μαθητές. Επιπλέον οι αλληλεπιδράσεις με
συναδέλφους που αφορούν ανταγωνισμούς, με διάρρηξη συναδελφικών σχέσεων, και
πιο συχνά υπονομευτική συμπεριφορά συμβάλουν στη
θυματοποίηση των εκπαιδευτικών. Εν ολίγοις, η θυματοποίηση των εκπαιδευτικών μπορεί να
λάβει τη μορφή εκφοβισμού στο χώρο εργασίας, η οποία περιλαμβάνει επανειλημμένη
κακομεταχείριση, εξευτελισμό ή εκφοβισμό, που μπορεί να προέρχεται από
συναδέλφους, διεύθυνση, μαθητές ή τους γονείς τους και έχει ευρύτερες ψυχολογικές επιπτώσεις. Καθώς
λοιπόν το σχολείο είναι ένας θεσμός που φτιάχνουν, συμμετέχουν και αντέχουν οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι γονείς,
σε κάθε σύγκρουση όλοι αυτοί είναι άμεσα
εμπλεκόμενοι. Αν λοιπόν, ενώ περιστατικά λεκτικής και πολύ πιο σπάνια σωματικής επιθετικότητας ή ηθικής πίεσης παρατηρούνταν
πάντα στα σχολεία, φαίνεται τα τελευταία χρόνια η έκταση και η ένταση τους να
γίνεται ανησυχητική κι αυτό δεν οφείλεται σ’ έναν μόνο παράγοντα, αλλά
προκύπτει από ένα σύστημα.
Η αντιμετώπιση από την πολιτεία
των σχολείων ως εταιρειών που στο ισολογισμό τους θα πρέπει να παρουσιάζουν
κέρδη, προωθεί ένα σχολικό μοντέλο που περιορίζεται στην ανεύρεση οικονομικών πόρων πέρα από την
ενίσχυση της πολιτείας και σε ποσοτικοποιημένες
μαθητικές επιτυχίες. Γι’ αυτό ενδιαφέρεται περισσότερο για το επικοινωνιακό
αποτύπωμα των σχολείων με άπειρες εκδηλώσεις θεάματος και
πιέζει γονείς, εκπαιδευτικούς, μαθητές για θετικά αποτελέσματα σε
εξετάσεις. Κι έτσι και η διοίκηση, σε
όλα τα επίπεδα, των σχολείων που με την
πίεση του υπουργείου περιορίζει ολοένα τα οικονομικά κονδύλια για την εκπαίδευση,
κοντεύει να ταυτιστεί με ρόλο μάνατζερ
επιχειρήσεων, υποτιμώντας παιδαγωγικές και ψυχολογικές ανάγκες των μελών της εκπαιδευτικής
κοινότητας.
Η καχύποπτη έως εχθρική πολλές φορές αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών από μια πολιτεία που ενδιαφέρεται για έναν
ανταγωνιστικό κόσμο, που προωθεί τον ατομικισμό και δεν διστάζει για όλα τα
προβλήματα να επιβάλλει επέκταση της αστυνόμευσης, οδηγεί σε περιορισμό της
επαγγελματικής τους αυτονομίας, στην αμφισβήτηση της ακαδημαϊκής τους κρίσης,
στην ταπείνωση της προσωπικότητάς τους. Η έλλειψη υποστήριξης προς αυτούς
επηρεάζει αρνητικά τα συναισθήματά τους, τις διαπροσωπικές προκλήσεις και
σχολικά συστήματα και πολιτικές.
Γονείς οικονομικά ανασφαλείς
ή με εργασία που τους εξουθενώνει, χωρίς
χρόνο για τα παιδιά τους, κάποιες
φορές αγνοούν την πραγματική τους κατάσταση κι άλλοτε το
ενδιαφέρον τους περιορίζεται στην επένδυση στη σχολική σταδιοδρομία τους. Κι
αυτού του είδους η αυξανόμενη παρέμβαση των γονέων των μαθητών που επενδύουν κυρίως, αν όχι μόνο, στις σχολικές
επιδόσεις τους, για ένα καλύτερο μέλλον, επιτείνουν το αίσθημα αδυναμίας που
αισθάνονται οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η θεαματική αναπαράσταση της βίας
σε πολλές μορφές κουλτούρας με αποσιώπηση των συνεπειών της, η διάβρωση κάθε
έννοιας σεβασμού προς τους άλλους, οι δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις, η απαξίωση
της πειθαρχίας και ταύτισής της με κατασταλτικά μέτρα αστυνόμευσης, η ευάλωτη
ψυχική υγεία εξαιτίας στρεσογόνων καταστάσεων, η βίωση συστηματικής αδικίας
εξαιτίας κοινωνικών παραγόντων είναι μερικές από τις αιτίες που συμβάλλουν στη
συναισθηματική αστάθεια, την απογοήτευση, το θυμό και την επιθετικότητα των μαθητών.
Εν ολίγοις λοιπόν, σ’ ένα σύστημα που επιβραβεύει την επιτυχία της
οικονομικής ανάδειξης, προωθεί έναν ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει τον άλλο σαν
αντίπαλο, κολακεύει το άτομο για να εκμεταλλευτεί τις ανάγκες του και να
καταναλώνει χωρίς τέλος, το σχολείο δεν μπορεί να παραμείνει μια νησίδα με
άλλες αξίες ή στόχους. Και αν η έκθεση στη βία ή η συναισθηματική εξάντληση που
ακυρώνει κάθε εκπαιδευτικό στόχο, αντιμετωπίζεται από τη πολιτεία με
κατασταλτικά και πειθαρχικά μέτρα τότε η καχύποπτή δυσπιστία από μεγάλο μέρος της
εκπαιδευτικής κοινότητας για την κατεύθυνση που δίνει η πολιτεία στις ενέργειες
για επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας
του σχολείου δεν είναι υπερβολική.