Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

 

Στις φετινές φοιτητικές εκλογές μετά από δεκαετίες, από το 1986, η ανάδειξη της  Πανσπουδαστικής Κίνησης Συνεργασίας  σε πρώτη δύναμη δίνει,  σύμφωνα με δήλωση του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπας «μήνυμα αισιοδοξίας, μήνυμα αγώνα ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης να συκοφαντήσει και να καταπνίξει τη φωνή των φοιτητών». Ίσως το αποτέλεσμα των φοιτητικών εκλογών, που μόνο η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ επιμένει να το αρνείται, να είναι μια ένδειξη ότι η απάθεια μπορεί να μετατραπεί σε αντίδραση όταν ο δρόμος των επιμέρους μεταρρυθμίσεων στενεύει και οι υποσχέσεις διαψεύδονται στην πράξη. 
       Κι αν πέρασαν πολλά χρόνια από την εποχή που θεωρούνταν ότι οι φοιτητές μπορούσαν να είναι  στην εμπροσθοφυλακή του κινήματος που θα άλλαζε την ιστορία, φαίνεται πως στις μέρες μας, καθώς η καπιταλιστική επίθεση αγριεύει και τα προβλήματα που συναντώνται στα πανεπιστήμια παραπέμπουν στα αντίστοιχα προβλήματα που αφορούν στην ευρύτερη πολιτική, αρχίζει να γίνεται συνείδηση ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι αυτόνομη νησίδα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο. Έτσι η ενίσχυση της κατασταλτικής εξουσίας, όχι μόνο νομοθετικά αλλά και με υλική υποδομή και προσωπικό,  επεκτείνεται και στο πανεπιστήμιο με την ίδρυση της πανεπιστημιακής αστυνομίας. Η ίδρυσή της παρέχει ακόμη μεγαλύτερη εξουσία στην αστυνομία, ενισχύοντας το κατασταλτικό οπλοστάσιο της κυρίαρχης εξουσίας και συνάδει με την πολιτική της ασφάλειας και τάξης που ιδιαίτερα από την εποχή της οικονομικής κρίσης αποτέλεσε  κεντρική επιδίωξη όλων των κυβερνήσεων.   
       Μπορεί βέβαια το ζήτημα της πανεπιστημιακής αστυνομίας να είναι το πιο σημαντικό αυτήν την εποχή, έχοντας συσπειρώσει τους φοιτητές σε κινητοποιήσεις για την αποτροπή της υλοποίησης της κυβερνητικής απόφασης, δεν είναι όμως το μοναδικό που ανατρέπει κατακτήσεις δεκαετιών στο χώρο της εκπαίδευσης. Η κυβερνητική πολιτική στο χώρο της Παιδείας συμπληρώνει και ολοκληρώνει αντίστοιχες πολιτικές προηγούμενων κυβερνήσεων που χαρίζουν κομμάτια της ανώτατης εκπαίδευσης στην αγορά είτε μέσα από τη συμμετοχή των εταιρειών στα εκπαιδευτικά προγράμματα, ακόμα και καθορίζοντας προγράμματα σπουδών και μεταπτυχιακά, είτε αρπάζοντας κερδοφόρα κομμάτια της είτε προωθώντας την εξίσωση με τα Ανώτατα Ιδρύματα ιδιωτικών κολλεγίων με σκοπό την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.
          Συνεχίζοντας μια τάση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η τριτοβάθμια εκπαίδευση επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο για να καλύψει την ανάγκη του κεφαλαίου για εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και προηγμένη τεχνολογία. Κι έτσι άνοιξε το πανεπιστήμιο και στην εργατική τάξη, με την εισροή φοιτητών της εργατικής τάξης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που τις τελευταίες δεκαετίες οι πολιτικές όλων των κυβερνήσεων με μικρά, συνεχή και σταθερά βήματα θέλουν να περιορίσουν, γιατί βέβαια και το πανεπιστήμιο δεν μένει έξω από την καπιταλιστική ανασυγκρότηση. Ανασύρονται λοιπόν ιδεολογίες περί αξιοκρατίας που πατάν πάνω στον άγριο ανταγωνισμό και δικαιολογούν τον αποκλεισμό για να καταξιωθούν οι καπιταλιστικές πολιτικές στον χώρο της παιδείας. Ακόμα και το διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης των μαθητών PISA, που στην πρώτη ελληνική του εφαρμογή τόσο διαφημίστηκε από την κυβέρνηση, σαν ένα μέσο που βοηθά με τα στοιχεία του στη χάραξη της πολιτικής στην εκπαίδευση, δεν κάνει άλλο από το να συμβάλλει σε μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά και εμπορευματοποίηση της γνώσης και της εκπαίδευσης. Γιατί αντιμετωπίζει το σχολείο κυρίως ως χώρο για την παραγωγή των σωστών δεξιοτήτων που η αγορά εργασίας απαιτεί,  ώστε οι επενδύσεις που γίνονται σ’ αυτό  να  μπορούν να αντιστοιχούν με τα αποτελέσματά τους. Το PISA παρέχει πρωτοφανείς πληροφορίες για τη συγκριτική απόδοση του εκπαιδευτικού συστήματος σ’ ένα σύνολο χωρών,  είναι ένα όργανο πολιτικής, γιατί χωρίς πληροφορίες  οι πολιτικές αποφάσεις που βασίζονται περισσότερο σε αντιλήψεις παρά σε πραγματικότητες παρουσιάζουν υψηλούς κινδύνους αποτυχίας, με σημαντικό κόστος σε οικονομικό αλλά και ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι λοιπόν ένα εργαλείο αξιολόγησης ουδέτερο, αλλά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που σκοπεύει να διέπει την εκπαίδευση, το σχολείο, τη ζωή και την κοινωνία παγκοσμίως. Γι’ αυτό και οι ανησυχίες είναι βάσιμες ότι η εκπαίδευση και η μάθηση γίνονται προϊόντα και ότι, κατά συνέπεια, διατρέχουμε τον κίνδυνο να μετατρέψουμε τα σχολεία σε παρόχους και τους δασκάλους σε φορείς προσχεδιασμένων πακέτων μάθησης.
        Είναι που οι αλλαγές με τη σφραγίδα του κεφαλαίου επεκτείνονται σ’ όλο το φάσμα της εκπαίδευσης. Οι κομμουνιστές χρόνια τώρα υποψιασμένοι κατέγραφαν τις τάσεις του κεφαλαίου και τον τρόπο ανασύνθεσής του με τις διαδικασίες οργάνωσης σπουδών, αποκλεισμού χιλιάδων νέων από την ανώτατη εκπαίδευση κλπ.  Γι’ αυτό και στα πανεπιστήμια, όπως και ευρύτερα στην κοινωνία, είναι η μόνη πια δύναμη που οργανώνει και κινητοποιεί.  Και είναι αυτός ο λόγος που οι βερμπαλισμοί οι οποίοι απαξιώνουν τις φοιτητικές παρατάξεις είτε ως ετερόφωτες είτε ως αιτία περιορισμού της  ανεξαρτησίας ή ελευθερίας των φοιτητών μορφοποιούνται στην απαίτηση για κατάργησή τους δηλ.  στην αποπολιτικοποίηση των αγώνων, μιλώντας για πολιτική αυτονομία, θεωρώντας το πανεπιστήμιο ξεκομμένο από την υπόλοιπη κοινωνία.   
          Στα τελευταία, πάνω από δέκα, χρόνια οι φοιτητές υφίστανται πολύ μεγαλύτερη πίεση για να πετύχουν από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες, ώστε να έχουν την ευκαιρία για μια δουλειά όταν αποφοιτήσουν, που κι αυτό συν τω χρόνω έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολο. Γι’ αυτό και οι φοιτητές δεν παύουν να είναι ενσωματωμένοι, ακόμα και στα χρόνια των σπουδών τους,  στον κόσμο εκτός πανεπιστημίου στην πραγματική ζωή, γιατί έχουν πολύ μεγαλύτερη αγωνία  από ό,τι στο παρελθόν για το μέλλον τους.  Γεγονός που  μπορεί να οδηγήσει σε παθητικότητα, άγχος για το βιογραφικό, ή και σε εκρήξεις γιατί δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση. Όταν επομένως για την αγανάκτηση, το θυμό,  την απογοήτευση δεν αναζητούνται οι αιτίες τους και δεν βρίσκονται τα πολιτικά κανάλια να εκφραστούν συλλογικά και οργανωμένα, καταλήγουν να τροφοδοτούν σπασμωδικές και μεμονωμένες διαμαρτυρίες. Η  ανάδειξη  λοιπόν σε πρώτη δύναμη της Πανσπουδαστικής παράταξης στο χώρο του πανεπιστημίου είναι μια ένδειξη ότι οι φοιτητικές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες δεν αναπτύσσονται μεμονωμένα από ευρύτερες κοινωνικές συγκρούσεις, παρόλο που  κατέχουν τη δική τους συγκεκριμένη δυναμική, ως προϊόν της ιδιαίτερης κοινωνικής τους σύνθεσης και των καταστάσεων ανάδυσής τους.
         Κι αν είναι σημαντικό ένα ανερχόμενο και διευρυνόμενο κύμα διαμαρτυρίας, είναι γιατί έτσι δημιουργείται ένα  περιβάλλον στο οποίο αλλάζουν οι αντιλήψεις  για τον εαυτό και την κοινωνία, αλλάζοντας πιθανώς την ισορροπία μεταξύ μοιρολατρίας και αποδοχής από τη μια πλευρά και την πεποίθηση, από την άλλη, ότι η κοινωνική τάξη μπορεί να επικριθεί και να αλλάξει. Η εμπιστοσύνη στις δυνατότητες συλλογικής δράσης μπορεί να αυξηθεί, μαζί με την προσδοκία για νέες δυνατότητες. Αυτό που προηγουμένως φαινόταν σταθερό και αναλλοίωτο μπορεί να φαίνεται ευκίνητο και ανοιχτό σε πρακτική αμφισβήτηση. Η αίσθηση της σχετικής αδυναμίας που καλλιεργούν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και  μολύνει την πολιτική της καθημερινής ζωής, μπορεί να μετατραπεί, πιο  γρήγορα, σε μια πιο ενεργή και αισιόδοξη αντίληψη. Γιατί η φυσική και δοσμένη ποιότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης αρχίζει να διαλύεται μόνο όταν αμφισβητείται στην πράξη, και όταν η πρόκληση ενσωματώνει, το σχήμα μιας διαφορετικής πιθανής τάξης, αυτής της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κυριακή 15 Μαΐου 2022

ΕΥΤΕΛΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται, τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας να διευρύνονται, την ενημέρωση να ταυτίζεται με την προπαγάνδα, το ΝΑΤΟ να επεκτείνεται όπου γής μπορεί, οι λαοί της Ευρώπης συνεχίζουν να επαναπαύονται στις διακηρύξεις για ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα, με μια ομφαλοσκοπική αντιμετώπιση των πάντων. Επαναλαμβάνουμε, μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τον κυρίαρχο λόγο, έχοντάς τον εσωτερικεύσει σε βαθμό ταύτισης μαζί του, με αποτέλεσμα ακόμα και τώρα που μετά την υγειονομική κρίση ακολούθησε η ενεργειακή, συνοδευόμενη και από τις κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία και απειλητική για την ίδια την επιβίωσή μας, να εξακολουθούμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στις υποσχέσεις των κυβερνώντων. Μοιάζουμε να ζούμε σε φανταστικό κόσμο, που νομίζουμε πως κατά κάποιο τρόπο ο πόλεμος και οι κυρώσεις θα καταστρέψουν τη Ρωσία για να έχει η Ευρώπη τον έλεγχο των πόρων της, με την αυταπάτη ότι θα βοηθήσει αυτό να βελτιώσει και τη δική μας ζωή. Και όπως στην επιδημία και την αντιμετώπισή της, δεν βλέπουμε ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία χρησιμοποιείται σαν προπέτασμα καπνού από τους πολιτικούς ηγέτες, μαριονέτες της κυρίαρχης τάξης, για να συνεχίσουν τις δράσεις εκείνες  που θα κάνουν αποδεκτή  σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού τη μείωση της ευημερίας του, εξασφαλίζοντας έτσι τα καπιταλιστικά κέρδη. 
      Η δυτική προπαγάνδα, αδιαλείπτως και εμφαντικώς,  αντιμετωπίζει τις αιματοχυσίες στον πλανήτη με τρόπο που να δικαιώνει και να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, ευτελίζοντας τις ζωές μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Μ. Ανατολή. Οι αναφορές σε  συγκρούσεις στην Παλαιστίνη ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους όταν δεν μπορούν να δικαιώσουν, έστω και παραπλανώντας, τους Ισραηλινούς, σχεδόν εξαφανίζονται. Αντίθετα, στις συγκρούσεις Ρωσίας και Ουκρανίας, έχοντας προβλεφθεί η φίμωση στη Δύση των ρωσικών μέσων ενημέρωσης, το μονοπώλιο των ειδήσεων σχετικά με τις δράσεις και ομιλίες του προέδρου Ζελένσκι έχει ξεπεράσει τα όρια της υπερβολής και παραπληροφόρηση.
       Για την Παλαιστίνη και η πιο διαλλακτική άποψη της κυρίαρχης αφήγησης, που μπορεί να αναγνωρίζει και τους δυο εμπλεκόμενους ως υπαίτιους, δεν ξεφεύγει από την αντίληψη ότι οι Παλαιστίνιοι είναι παράλογοι τρομοκράτες που οι απόψεις τους δεν αξίζουν καν να ακουστούν. Μόνο που ξεχνά η Δύση ότι η πατρίδα, για πάνω από χίλια χρόνια, των Παλαιστινίων καταλήφθηκε από τους αποίκους Εβραίους χωρίς τη συγκατάθεσή τους και με τη βία, κατά τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, και όλες οι επόμενες συγκρούσεις ακολουθούν αναπόφευκτα αυτήν την αρχική αδικία. Τα δισεκατομμύρια δολάρια σε ετήσια βοήθεια προς το Ισραήλ,  η πρόσβαση στα πιο προηγμένα όπλα στον κόσμο, η πολιτική ασυλία που διασφαλίζεται από το βέτο των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας και όλες οι άλλες μορφές ενίσχυσης βοήθησαν τις διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις να διατηρήσουν και να εντείνουν την κατοχή. Το Ισραήλ, ένα κράτος στρατιωτικοποιημένο, έχοντας εξασφαλίσει με την εργαλειοποίηση του ολοκαυτώματος ασυλία σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς και το δικαίωμα να απαγορεύει, με την κατηγορία του αντισημιτισμού,  κάθε κριτική στην πολιτική του,  μοιάζει να θεωρεί πως έχει τη δύναμη να καταπατά όλους τους κανόνες δικαίου, όταν το συμφέρει. 
     Και απόδειξη, ανάμεσα σ’ άλλες,  γι’ αυτήν την θρασύτατη έπαρση, είναι τα πλάνα  από την κηδεία της δολοφονημένης, στη διάρκεια ισραηλινής επιδρομής στη Δυτική Όχθη, δημοσιογράφου του Αλ Τζαζίρα Σιρίν Αμπού Άκλεχ. Σ’ αυτά τα πλάνα φαίνεται  το φέρετρο της να κινδυνεύει να πέσει στο έδαφος, ενώ Ισραηλινοί αστυνομικοί διαλύουν βίαια το πλήθος. Εάν αυτό συνέβαινε οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, θα υπήρχε  μια οργή και αγανάκτηση σε υψηλά επίπεδα. Όμως, συνέβη στην Παλαιστίνη, πράγμα που σημαίνει ότι το μόνο που θα ακούσουμε είναι κακές δικαιολογίες και μισερές καταδίκες. Γιατί στα δυτικά μέσα ενημέρωσης δεκαετίες τώρα φαίνεται πως οι ζωές των παλαιστινίων δεν έχουν σημασία. Είναι λυπηρό αν αναλογιστούμε πόσο εξοργισμένη θα ήταν η Δύση αν ένας Ισραηλινός δημοσιογράφος είχε σκοτωθεί  από έναν Παλαιστίνιο. Κι αν βέβαια η δημοσιογράφος κάλυπτε τον πόλεμο στην Ουκρανία και είχε πυροβοληθεί από τους Ρώσους, τότε θα είχαμε  δει  μια απίστευτη δημοσιογραφική κάλυψη με ηγέτες της Δύσης να καταδικάζουν με αποτροπιασμό τη δολοφονία. 
      Τώρα βλέπουμε ότι οι Ισραηλινοί σκοτώνουν και μετά δεν έχουν ενδοιασμό, όποια δικαιολογία και αν εκ των υστέρων επιστρατεύουν, να επιτεθούν ακόμα και στους συνοδούς του φερέτρου, με μια παντελή έλλειψη σεβασμού και ανθρωπιάς.   
      Αυτή βέβαια η δημόσια παρέκκλιση από τα καθιερωμένα έθιμα που χρησιμοποιείται και σαν επίδειξη δύναμης, αφού οι δυνάμεις καταστολής δεν έχουν όρια στη δράση τους, δεν θα τολμούσε να εκδηλωθεί αν  σ’ ένα βαθμό δεν αντανακλούσε τις αλλαγές στη νοοτροπία για τη στάση απέναντι στη ζωή και ιδιαίτερα στο θάνατο, στη Δύση του περίφημου διαφωτισμού. Η μείωση της θρησκευτικής πίστης, η εξέλιξη της επιστήμης, η εξαφάνιση της εσχατολογίας περιόρισαν το δέος  προς τον νεκρό, το σεβασμό στο σώμα του.
      Αιώνες τώρα, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική πίστη ή την κοινωνική κατάσταση, υπάρχει ένα κοινό νήμα που δένει όλους τους ανθρώπους σε αυτόν τον κόσμο, και αυτό είναι η πραγματικότητα του θανάτου. Οι ανησυχίες που συνδέονται με τον σεβασμό προς τους νεκρούς πηγάζουν από το γεγονός ότι οι νεκροί συμβολίζουν το κοινό πεπρωμένο των ανθρώπων και την διατήρηση της μνήμης μετά θάνατο. Γι’ αυτό και  οι περισσότερες θρησκείες έχουν αφιερώσει τελετές που επιτρέπουν στα μέλη της κοινότητας να συγκεντρωθούν για να τιμήσουν τη μνήμη του νεκρού.
       Στις τεχνολογικά ανεπτυγμένες κοινωνίες μας όμως αυτές οι ανησυχίες πρέπει να καθησυχάζονται. Όλο και περισσότερο βρίσκουμε αποτελεσματικούς τρόπους προστασίας από τις τραγωδίες του θανάτου, ώστε να μπορούμε ελεύθερα να εξακολουθούμε να ασχολούμαστε με τα καθήκοντά μας, σε μια κοινωνία που αγχώνεται να παράγει συνεχώς, χωρίς συγκινήσεις και εμπόδια. Ο ετοιμοθάνατος, και όλο και πιο πολύ και ο νεκρός, δεν έχουν κοινωνική αξία. Η διατήρηση της μνήμης και της παρουσίας του δεν μπορεί να μας αποσπά από την παραγωγικότητα της ζωής μας  κι επομένως η έκφρασή αντίστοιχων συναισθημάτων θα πρέπει να ελέγχεται από τους επιζώντες. 
        Οι σκηνές με τους αστυνομικούς να χτυπούν αυτούς που μεταφέρουν το φέρετρο, οι οποίοι για λίγο έχασαν τον έλεγχο της μιας άκρης του φέρετρου, αποτυπώνουν την ασυδοσία της κρατικής δύναμης. Και ο ευτελισμός της ζωής από την ασυδοσία της κρατικής δύναμης αποτυπώνεται και σε άλλα πλάνα από τη Χεβρώνα, όπου έποικοι Ισραηλινοί σπεύδουν σε ένα παλαιστινιακό κτίριο στην πόλη, εκμεταλλευόμενοι την απουσία των κατοίκων του που έχουν πάει να παραστούν στην κηδεία της Ακλεχ. Φαίνονται φτωχικά ντυμένοι που κουβαλούν αντικείμενα ευτελούς αξίας, οι οποίοι ακολουθούν τις επιταγές μιας εξουσίας που υποκρίνεται πως ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. 
         Όλα είναι θεμιτά στην εξουσία της κυρίαρχης τάξης όταν πιστεύει πως απειλείται, ακόμα και οι σκληρές και βάναυσες πράξεις. Κι έτσι γίνεται αποδεκτό σιγά σιγά να θεωρείται η συνάρτηση της δράσης της  με την ευτέλεια της ζωής μας σαν μια αναγκαιότητα της υπόστασής μας.

 

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

ΗΜΕΡΑ ΝΙΚΗΣ

Ο Β. Πούτιν  την 9η Μαίου, που έχει μετατρέψει τον εορτασμό της σοβιετικής ήττας των Ναζί σε ετήσια αποθέωση της δύναμης του ρωσικού έθνους, στους φετινούς  εορτασμούς, παρά το δημοσίευμα του πρακτορείου Ρώυτερς για προειδοποιήσεις του Πούτιν περί επερχόμενης συντέλειας του κόσμου, για άλλη μια φορά θέλησε να παρομοιάσει τη σύγκρουση με την Ουκρανία, που θεωρεί  μια μάχη ενάντια σε επικίνδυνους εθνικιστές εμπνευσμένους από τους ναζί,  με την πρόκληση που αντιμετώπισε η Σοβιετική Ένωση όταν εισέβαλε ο Α. Χίτλερ το 1941. Από την άλλη οι  δυτικοί Ευρωπαίοι επιμένουν την αντίστοιχη μέρα να αναφέρονται πρωτίστως στην ημέρα της Ευρώπης, με τον Ε. Μακρόν στο Στρασβούργο να προτείνει τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής πολιτικής κοινότητας, με υποσχέσεις για ένταξη τους χωρών όπως Ουκρανίας, Μολδαβίας και Γεωργίας, επιμένοντας εμμέσως στη διάκριση των δυο στρατοπέδων κι ας δηλώνει ότι η Ευρώπη δεν είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία. Ο δε πρόεδρος της Ουκρανίας Β. Ζελένσκι σε μια ακόμα θεατρική του ομιλία μιλά για το κακό που επέστρεψε, συγκρίνοντας τη Ρωσία, που προσπαθεί να δώσει σ’ αυτό το κακό ιερό σκοπό,   με τη ναζιστική Γερμανία.
      Ακόμα λοιπόν κι αν κανείς θρηνεί για τον τρόπο με τον οποίο οι θυσίες του παρελθόντος χρησιμοποιούνται από τον πρόεδρο της Ρωσίας για να ενισχύσουν τον ρωσικό εθνικισμό και  από την ΕΕ για να δικαιωθεί η συμμαχία των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης,  αναμφισβήτητο όμως  γεγονός παραμένει και δεν λησμονείται ότι οι κομμουνιστές της ΕΣΣΔ νίκησαν κατά κράτος τους ναζιστές της Γερμανίας πριν από 77 χρόνια, αλλάζοντας την πορεία του κόσμου. Είναι η Σοβιετική Ένωση που επωμίστηκε το μεγαλύτερο βάρος της ναζιστικής πολεμικής μηχανής και έπαιξε ίσως τον πιο σημαντικό ρόλο στην ήττα του Χίτλερ από τους Συμμάχους. Οι επικές μάχες που τελικά ανέτρεψαν την προέλαση των Ναζί, η βάναυση χειμερινή πολιορκία του Στάλινγκραντ, η σύγκρουση χιλιάδων τεθωρακισμένων στο Κουρσκ, η μεγαλύτερη μάχη τανκς στην ιστορία, δεν είχαν παράλληλο στο Δυτικό Μέτωπο, με την αγριότητα που επιδεικνύονταν από τους ναζί στο ανατολικό μέτωπο να είναι διαφορετικού βαθμού από αυτή που βιώθηκε στα δυτικά. Μέχρι το 1943, η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη χάσει περίπου 5 εκατομμύρια στρατιώτες και τα δύο τρίτα της βιομηχανικής της ικανότητας από τη ναζιστική προέλαση, ενώ  η ναζιστική Γερμανία είχε σχεδόν το 75% των απωλειών της στο Ανατολικό Μέτωπο. Απόδειξη του θάρρους της σοβιετικής πολεμικής προσπάθειας ήταν πως παρ’ όλη αυτή τη σφαγή  και καταστροφή ήταν ακόμη σε θέση να ανατρέψει τη γερμανική εισβολή, όπως κι έκανε. Και  ύστερα από τη νίκη, μέσα απ’ αυτή την έκταση της καταστροφής κατάφεραν οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης μόλις σε 12  χρόνια να ανοίξουν το δρόμο του ανθρώπου προς το Διάστημα.
       Σ’ αυτά τα 77 χρόνια η σύγχρονη αφήγηση στη Δύση ξαναγράφει την ιστορία για να μειώσει τον ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης, του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο, και της λαϊκής αντίστασης  σ’ αυτήν την νίκη. Μαθαίνουμε να βλέπουμε τον Β Παγκόσμιο πόλεμο σαν μια ταινία με γενναίους Αγγλοαμερικάνους και κακούς Γερμανούς εξαιτίας του παράφρονα Χίτλερ, με τέλος που δικαιώνει το καλό και γενναίο. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά και η αλήθεια είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στην πραγματικότητα, πολλοί βιομήχανοι από όλο τον κόσμο, ακόμα και  από χώρες που βρίσκονταν σε πόλεμο με το Τρίτο Ράιχ (π.χ. ΗΠΑ), βοήθησαν τη Γερμανία και τον Αδόλφο Χίτλερ τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Και οι μεγαλύτεροι γερμανοί βιομήχανοι έμειναν πρακτικά ατιμώρητοι μετά τον πόλεμο, παρά το γεγονός ότι κρίθηκαν ένοχοι από το δικαστήριο για εγκλήματα. Και χώρες που χαρακτηρίζονταν ως ουδέτερες βοηθούσαν στην πραγματικότητα το Τρίτο Ράιχ με διάφορους τρόπους,  με δύο πιο εντυπωσιακά παραδείγματα τη Σουηδία, με χορήγηση δανείων, και Ελβετία, με το ρόλο της στην εκμετάλλευση των ναζιστικών οικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Από την άλλη, οι σύμμαχοι με την ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ και Βρετανία άργησαν πολύ να ανοίξουν ένα «Δεύτερο Μέτωπο» για την καταπολέμηση των γερμανικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη κι αυτή η καθυστέρηση επέτρεψε στον Χίτλερ να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του ενάντια στους Σοβιετικούς. Μ’ αποτέλεσμα να μην είναι αβάσιμη η υποψία ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία άφηναν τη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση για να πολεμήσουν, ώστε να αποδυναμωθούν και οι δύο χώρες.
      Δεν υπάρχει ακόμα τέλος σ’ αυτόν τον πόλεμο,  οι αιτίες που τον προκάλεσαν συνεχίζουν να υφίστανται, τα αποτελέσματά του ακόμα μας επηρεάζουν και οι προσπάθειες για χειραγώγηση των λαϊκών μαζών  που ο πόλεμος αφύπνισε συνεχίζεται με διάφορους τρόπους. Αμέσως μετά τον πόλεμο οι «σύμμαχοι» έκαναν ό,τι μπορούσαν για να φιλοξενήσουν και να στρατολογήσουν ναζί αξιωματούχους και εγκληματίες πολέμου. Ο σχηματισμός του ΝΑΤΟ,  ο πόλεμος στην Κορέα, το Βιετνάμ, η καταστροφή της ΕΣΣΔ, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν είναι επεισόδια  άσχετα με τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η ιστορία για το πώς ο κόκκινος στρατός έσωσε την Ευρώπη από τους Ναζί όλο και περιορίζεται μέχρι εξαφανίσεως από τις αφηγήσεις της Δύσης, με τους σοβιετικούς στρατιώτες να απεικονίζονται όλο και περισσότερο ως καταπιεστές και κατακτητές και όχι ως σωτήρες. 
          Στον Β παγκόσμιο πόλεμο, αν και οι εργαζόμενες μάζες δεν έδρασαν ανεξάρτητα από την κυρίαρχη εξουσία των καπιταλιστικών χωρών, με τη Σοβιετική Ένωση όμως, που προσπαθούσε να χτίσει ένα κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές, να σηκώνει το κύριο βάρος της σύγκρουσης με το ναζισμό και να νικά, οι αγώνες για έναν κόσμο χωρίς εξαρτημένα και αποικιοκρατούμενα έθνη, χωρίς καταπιεσμένους λαούς και με βελτιωμένες τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο.
     Γι’ αυτό, και στην ταξική σύγκρουση που συνεχίζεται, με ποικίλες μορφές, σκληρή κι αδυσώπητη η ημέρα της νίκης των κομμουνιστών στον πόλεμο με τους ναζί δεν πρέπει να λησμονείται.