Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

«ΕΜΕΙΣ ΤΟΥ ’60 ΟΙ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ»

 

Έχουμε πέσει στη συνηθισμένη πλάνη να μετράμε το μέλλον με βάση το παρελθόν. Γαλουχημένοι με αιτήματα σεξουαλικής απελευθέρωσης, κοινωνικής χειραφέτησης, πολιτικού εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του ’60, που η κυρίαρχη τάξη φρόντισε να υιοθετήσει με προσαρμογή τους στα δικά της συμφέροντα, καθηλωθήκαμε στο μύχιο θαυμασμό προς αυτήν.  Κι έτσι δεν αντιληφθήκαμε τις μεγάλες ανατροπές, στην κοινωνική και πολιτική ζωή,  που μας ώθησε, υπογείως  και με ανεπαίσθητο τρόπο, η κυρίαρχη τάξη να αποδεχτούμε, θεωρώντας τες αρκούντως προοδευτικές για να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Με την αυταπάτη ότι ελέγχουμε τις αλλαγές δεν τολμήσαμε  να καταλύσουμε την παλιά τάξη πραγμάτων  προς όφελός μας και να αγωνιστούμε να θεμελιώσουμε μια νέα. Αρκούμαστε στην οικειοποίηση των αιτημάτων του παρελθόντος ανανεώνοντάς τα, αλλάζοντάς τα περισσότερο στη μορφή τους και όχι στον πυρήνα τους. Ως εκ τούτου  διατηρείται η παλιά αρματωσιά, το κεφάλαιο και ιδιοκτησία, και την μπολιάζουμε μ’ εκείνα τα  στοιχεία που προωθεί η κυρίαρχη τάξη, όπως δικαιώματα ή ταυτότητες, για να θεωρούμε ακίνδυνη την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Κι έτσι εδραιώνεται ξανά, με τη συναίνεσή μας μάλιστα,  η συγκολλημένη με μπετόν αρμέ κυρίαρχη  τάξη, με τις παμπάλαιες θεμελιωμένες πάνω στο καπιταλιστικό  δίκαιο αδικίες της, με τις ιεραρχίες της, τους διαχωριστικούς φραγμούς της ανάμεσα στις ψηλές κάστες και τη μισθωτή σκλαβιά, με τα προνόμια από καταγωγή ή από τύχη.
Με κάθε τρόπο και μέσο, εδώ και τριάντα χρόνια μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η κυρίαρχη τάξη διακηρύττει, και σχεδόν η πλειοψηφία του πληθυσμού της Δύσης επιδοκιμάζει, το θρίαμβο της αστικής δημοκρατίας στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής,  θεωρώντας την ως τον τελευταίο σταθμό της ανθρώπινης ιδεολογικής και πολιτικής αναζήτησης, που επιδέχεται μόνο βελτιώσεις. Σαν να είναι η ιστορία γραμμική, οικουμενική και να κινείται προς μια κατεύθυνση και σκοπό, στην εξάπλωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, συνυφασμένη με την τεχνολογική πρόοδο.
  Η υπερβολική λοιπόν θριαμβολογία από όλα τα αστικά κόμματα για  την ψήφιση του νομοσχεδίου για το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών ήθελε να επιβεβαιώσει από τη μια την κυριαρχία της αστικής δημοκρατίας και από την άλλη την ανανέωσή της που εξασφαλίζει τη διάρκειά της. Τα ακροδεξιά κόμματα που το καταψήφισαν δεν την αμφισβήτησαν, εξάλλου και το ένα τρίτο των βουλευτών της Ν.Δ το αποδοκίμασε με διάφορους τρόπους, απλώς δεν συγχρόνισαν τα ρολόγια τους με τα λεγόμενα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα, ακριβώς για να έχουν στον έλεγχό τους τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που πελαγωμένα αρπάζονται από το παρελθόν του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Κι έμεινε μόνο το ΚΚΕ να συνδέει το κρατικό ενδιαφέρον για γάμο ομοφύλων με την εμπορευματοποίηση της αναπαραγωγικής διαδικασίας, που με πάθος η κεντροαριστεροδεξιά θέλει να ταυτίζει με συντηρητική, σκοταδιστική πολιτική,  Για να αποδειχθεί μάλιστα αυτό βγήκαν όλα τα μαρξιστικά τσιτάτα στην επιφάνεια με τελική επωδό είτε την κατηγορία του ομοφοβικού κόμματος είτε, προς το επαναστατικότερο, της αντιδιαλεκτικής ή και ιδεαλιστικής επιχειρηματολογίας του. 
Μόνο που ο καπιταλισμός είναι ένα συνολικό σύστημα, γι’ αυτό και πρέπει να αναγνωρίζουμε τους τρόπους με τους οποίους όλες οι πτυχές της ζωής μας – συμπεριλαμβανομένων των επιθυμιών μας, της συναισθηματικής μας ζωής και των οικογενειακών μορφών – είναι σμιλεμένες και σχεδιασμένες, ώστε να δίνουν προτεραιότητα στην αδιάκοπη συσσώρευση κεφαλαίου. 
Η στενή λοιπόν  σχέση μεταξύ των απαιτήσεων του καπιταλισμού και της αστυνόμευσης της σεξουαλικότητας δεν μπορεί παρά να μας κάνει να αναρωτηθούμε, γιατί το αστικό μας κράτος σπεύδει να ξεπεράσει νομοθεσίες που προηγουμένως με τόσο ζήλο είχε εφαρμόσει και ήταν απαραίτητες για τις αναπαραγωγικές ανάγκες του κεφαλαίου. Είναι που με την παρακμή της δυτικής μεταποιητικής οικονομίας η χρηματοοικονομική βιομηχανία διογκώθηκε κι αυτή η οικονομική μετατόπιση είχε βαθύ αντίκτυπο στο βαθμό εργασίας που απαιτείται από το κεφάλαιο. Η έμφαση δίνεται από την παραγωγή  στην κυκλοφορία και την κατανάλωση κάτω από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική τάξη σ’ ένα  συναινετικά φιλικό  περιβάλλον. Η αποδοχή λοιπόν των ομοφυλοφιλικών σχέσεων από το κεφάλαιο επιταχύνει την αφομοίωσή τους, αποβάλλοντας τον όποιο ριζοσπαστισμό τους. Η ενασχόληση με τους γάμους των ομοφυλοφίλων και της τεκνοθεσίας ως μείζον ζήτημα πολιτικών δικαιωμάτων, όχι μόνο έχει αποσπάσει την προσοχή από τις υλικές ανάγκες και στερήσεις των ομοφυλόφιλων, αλλά αντικατοπτρίζει και μια θεμελιώδη συνέχεια μεταξύ του ετεροφυλόφιλου πυρηνικού νοικοκυριού και τις νέες, μη παραδοσιακές οικογενειακές δομές που δίνουν νέα ώθηση στο κεφάλαιο με την εμπορευματοποίηση της αναπαραγωγής, στοχεύοντας και πάλι στην αναπαραγωγή των σχέσεων της αστικής ιδιοκτησίας.
Όταν λοιπόν αποδεχόμαστε την ευρέως διαδεδομένη υπόθεση σε όλο τον δυτικό κόσμο ότι ενώ τα πράγματα μπορεί να μην είναι τέλεια, η κοινωνία μας είναι σίγουρα πολύ καλύτερη από ό,τι βιώνουν άλλοι άνθρωποι οπουδήποτε αλλού, τότε καταλήγουμε ευγνώμονες στον καπιταλισμό που παρέχει τις υλικές συνθήκες γι’ αυτό, θεωρώντας πολύ φυσική την κερδοφορία του κεφαλαίου.  Κι έτσι δεν αμφισβητείται ούτε ο υπουργός Υγείας Α. Γεωργιάδης που σπεύδει να υπογράψει την απόφαση για τη λειτουργία των απογευματινών χειρουργείων, καθορίζοντας και το κόστος για τους ασθενείς και επιμένοντας ότι δεν ιδιωτικοποιείται το ΕΣΥ, αλλά  διευκολύνονται οι ασθενείς. Πολύ περισσότερο κατανοείται ο ίδιος ο πρωθυπουργός που επαναλαμβάνει την αδυναμία του να ικανοποιήσει τα αιτήματα των αγροτών εξαιτίας των στενών δημοσιονομικών περιθωρίων   και παρουσιάζεται σαν συμπαραστάτης των αγροτών, δηλώνοντας ότι οι κινητοποιήσεις τους τον στηρίζουν για τις διαπραγματεύσεις του στις Βρυξέλλες.
Κι αν τις ανανεωμένες δημοκρατικές δυνάμεις, που περιλαμβάνουν από τη δεξιά του Κ. Μητσοτάκη, με τα απόπαιδα  του ΛΑ.ΟΣ, μέχρι τους αριστερούς του εξ Αμερικής ορμώμενου στελέχους εφοπλιστικών κύκλων Σ. Κασσελάκη, η θριαμβολογία για την ψήφιση του νομοσχεδίου για το γάμο ομόφυλων ζευγαριών τις χρίζει προοδευτικές, παραβλέπει όμως και πάλι ότι ο καπιταλισμός αναδιαρθρώνει μεν τις οικογένειες έχει αποσταθεροποιήσει  όμως σ΄ έναν ακόμα τομέα τη ζωή με πολύ αρνητικούς τρόπους για πολλούς ανθρώπους, ειδικά με τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Η οποία χαρακτηρίζεται από ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα και απαράμιλλη εκμετάλλευση, που σημαίνει ότι το κόστος ζωής αυξάνεται, οι μισθοί μένουν στάσιμοι,  και οι κοινωνικές υπηρεσίες μειώνονται. Για τη συντριπτική μάλιστα πλειοψηφία η εξατομίκευση στον καπιταλισμό δημιουργεί μια μακροπρόθεσμη αίσθηση ανασφάλειας κι ενώ ως μεμονωμένα άτομα μας κολακεύει το σύστημα για τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε, όμως είναι που μεμονωμένα, ως άτομα, μόνοι μας πρέπει να τα βγάλουμε πέρα σε αυτό το εκμεταλλευτικό, άνισο σύστημα.
Κι όμως μια πλειοψηφία  συνεχίζει  να πιστεύει αυτάρεσκα και με βεβαιότητα ότι ζει σε μια ελεύθερη κοινωνία γεμάτη ελεύθερους ανθρώπους, γιατί μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε εκατοντάδες γεύσεις χυμών ή φαγητών και σε χιλιάδες διαφορετικές ταινίες, να εκφράζει ελεύθερα όποιες σκέψεις εκπαιδεύτηκε να κάνει από τα εκπαιδευτικά μας συστήματα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.  Γι’ αυτό και αδυνατεί ν’ αναγνωρίσει το μηχανισμό άμυνας του συστήματος, όπως προώθηση δικαιωματισμού ή διαφήμιση καταναλωτισμού,  και την κάθε είδους προβοκάτσια, όπως εγκώμια ατομικισμού για απόρριψη ταξικής ταυτότητας,  που υπερασπίζουν τα  νώτα του συστήματος.
 «Εμείς, του ’60  οι εκδρομείς» και οι πολιτικοί απόγονοί τους…

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

 Καθώς από τη μια οι μαζικές διαδηλώσεις της εκπαιδευτικής, και όχι μόνο, κοινότητας συνεχίζονται κοντά ένα μήνα τώρα ενάντια στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρακάμπτοντας το άρθρο 16 του Συντάγματος, και από την άλλη και οι διαμαρτυρίες αγροτών εξαπλώνονται σε όλη την Ελλάδα, η κυβέρνηση προσπαθεί με διάφορους τρόπους να κατευνάσει την οργή και να χειραγωγήσει τις αντιδράσεις. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εστιάζοντας κυρίως στην επικοινωνιακή διαχείριση των προβλημάτων δεν ξεφεύγει από την πεπατημένη που τις τελευταίες δεκαετίες οι αστικές δημοκρατίες της Δύσης ακολουθούν. Επιδιώκοντας τη συναίνεση βροντοφωνάζει ότι αναγνωρίζει και κατανοεί τα προβλήματα των κοινωνικών ομάδων όταν τα διεκδικούν δυναμικά με το φόβο ανεξέλεγκτων διαστάσεων των αντιδράσεών τους, σε μια προσπάθεια εξουδετέρωσής τους.  Το ίδιο ακολουθήθηκε  και στη συνάντηση του πρωθυπουργού με την αντιπροσωπεία των αγροτών, όπου με όλους τους τρόπους τονίζονταν  η καλή πρόθεση της κυβέρνησης η οποία  βρίσκει τοίχο στις δημοσιονομικές αντοχές της οικονομίας,  επιστρατεύοντας εμμέσως τον κοινωνικό αυτοματισμό.  Τελικά  ο Κ. Μητσοτάκης  επί του πρακτέου περιορίστηκε να ανακοινώσει στους αγρότες μείωση της  τιμής του ρεύματος, όχι ενιαία αλλά και με προϋποθέσεις.     
         Ο θυμός των αγροτών που έχουμε δει να ξεχύνεται στους δρόμους όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και άλλων ευρωπαϊκών χωρών δεν σημαίνει ότι τα αγροτικά προβλήματα είναι εισαγόμενα, όπως η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρέσκεται για όλα τα προβλήματα να ισχυρίζεται. Αν οι διαμαρτυρίες των αγροτών επεκτείνονται σε όλη την Ε.Ε είναι που η ενιαία πολιτική της πλήττει τους αγρότες σε όλες τις χώρες της. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική με το σύστημα επιδοτήσεων στο οποίο βασίζεται η επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης για περισσότερα από 60 χρόνια, βασίζεται ιστορικά στην οικονομία κλίμακας, δηλ.  μεγαλύτερες φάρμες, μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, κοινά πρότυπα. Αυτό ενθαρρύνει την ενοποίηση, οδηγώντας όμως πολλές μεγάλες εκμεταλλεύσεις σε υψηλά επίπεδα χρέους και πολλές μικρότερες όλο και λιγότερο ανταγωνιστικές. Και όσο οι επιδοτήσεις ήταν άφθονες οι δυσαρέσκειες παραβλέπονταν. Τα τελευταία όμως χρόνια ένα ρεύμα ανησυχίας θέριεψε ανάμεσα στους αγρότες. Και τα τελευταία δύο χρόνια, τα προβλήματα έφτασαν σε κρίσιμο σημείο για τους αγρότες. Οι ξηρασίες, οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες καταστρέφουν τις καλλιέργειες, ενώ η πανδημία COVID-19 έπληξε την οικονομία. Επιπλέον ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία επηρέασε τις τιμές της ενέργειας και μετά ήλθε ένας υψηλός  πληθωρισμός, με τα αγροτικά προϊόντα να είναι ακριβά στα ράφια του σούπερ μάρκετ, αλλά να πωλούνται φτηνά από τον παραγωγό. 
          Μπορεί οι λόγοι που προβάλλονται για την οργή των αγροτών να ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και από τον έναν τύπο καλλιέργειας στον άλλο. Ακόμα όμως  κι αν οι ανησυχίες των αγροτών στις διάφορες χώρες αποκλίνουν  στις λεπτομέρειες, μοιράζονται όμως κοινά σημεία για τα θεμελιώδη, με τη δυσαρέσκειά τους να εκπορεύεται  από τις ίδιες αγωνίες. Το κοινό ζήτημα  είναι η προβαλλόμενη προσπάθεια της Ε.Ε να μειωθεί  η ρύπανση των ποταμών, του εδάφους και του αέρα, ενώ προτρέπονται οι αγρότες να παράγουν περισσότερα και καλύτερα τρόφιμα. Τα κοινά παράπονα των αγροτών περιλαμβάνουν τη χρόνια πτώση των εισοδημάτων σε συνδυασμό με αύξηση του κόστους,  τις άνισες δομές τιμών, τον αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγωγές προϊόντων,  που όλα αυτά  απογοητεύουν  για  έλλειψη μελλοντικών προοπτικών. Οι αγρότες βαρύνονται από χρέη, συμπιέζονται από ισχυρούς λιανοπωλητές και εταιρείες, χτυπιούνται από ακραίες καιρικές συνθήκες και υπονομεύονται από φθηνές ξένες εισαγωγές, εδώ και χρόνια. Και όλα αυτά ενώ βασίζονται σε ένα σύστημα επιδοτήσεων που ευνοεί τους μεγάλους παίκτες. Στη χώρα μας κοντά σ’ αυτά είναι και η εκπλήρωση των υποσχέσεων της κυβέρνησης για άμεση οικονομική βοήθεια στους κατοίκους της Θεσσαλίας που ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα μετά τις φοβερές καταστροφές από τη σφοδρή καταιγίδα που προκάλεσε ζημιές ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου ευρώ.

  Τα τελευταία χρόνια η πανδημία και ο πόλεμος της Ουκρανίας έχουν τοποθετήσει για την κυρίαρχη εξουσία  μόνιμα τη γεωργία στις οικονομικές ειδήσεις, επιταχύνοντας τα ερωτήματα γύρω από το αγροτικό μοντέλο που πρέπει να προωθηθεί, για να ξεφύγουμε από προβλήματα σχετικά με  τη ρύπανση, την υποβάθμιση του εδάφους, την ποιότητα τροφίμων, την εκτροφή ζώων, που ανακάλυψαν ότι επιβαρύνουν τον πλανήτη και γι’ αυτό θα πρέπει να αλλάξουν και οι διατροφικές συνήθειές μας.  Επειδή όμως κάθε αντιμετώπιση αγροτικού προβλήματος συνδέεται αναγκαστικά με το πολιτικό, το οικονομικό, το κοινωνικό δεν μπορεί η γεωργία να είναι ανεξάρτητη από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Και φαίνεται ότι πραγματικά ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζει μια μεγάλη κρίση, με την ετυμολογική έννοια του όρου, δηλ. μια φάση όπου μεταβαίνει σε κάτι καινούργιο. Φαίνεται λοιπόν ότι ο αγροτικός τομέας θα απορροφηθεί ολοκληρωτικά από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δεν θα ξεφύγει δηλ.  από τη διαδικασία υπαγωγής του στο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια αν δεν εξαφανιστούν, θα περιοριστούν όμως κατά πολύ το καθεστώς της οικογενειακής γεωργίας και της μικρής εμπορευματικής παραγωγής. 

Οι νέες πολιτικές, οι οποίες αποτελούν μέρος της ευρωπαϊκής πράσινης συμφωνίας που στοχεύει να καταστήσει την Ευρώπη κλιματικά ουδέτερη έως το 2050, θα περιλαμβάνουν την υποχρέωση των αγροτών να αφιερώνουν τουλάχιστον το 4% της καλλιεργήσιμης γης σε μη παραγωγικά χαρακτηριστικά. Πρέπει επίσης να πραγματοποιούν αμειψισπορές και να μειώσουν τη χρήση λιπασμάτων κατά τουλάχιστον 20%. Ωστόσο, πολλοί αγρότες υποστηρίζουν ότι αυτά τα μέτρα θα καταστήσουν τον ευρωπαϊκό γεωργικό τομέα λιγότερο ανταγωνιστικό έναντι των εισαγωγών.

 Το μοντέλο των συγκεντρωμένων και άκρως εξειδικευμένων παραγωγικών μονάδων μοιάζει να κερδίζει έδαφος με τη δικαιολόγηση της πράσινης ανάπτυξης. Απαιτείται  όλο και πιο εντατική χρήση νέων τεχνολογιών και αναγκάζονται οι  αγροτικοί επιχειρηματίες να καινοτομούν για να ανταποκριθούν στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και τις κοινωνικές προσδοκίες για  να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό. Γινόμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας διαδικασίας εξορθολογισμού, σύμφωνα με τις επιταγές της Ε.Ε, της αγροτικής παραγωγικής δραστηριότητας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή προϊόντων για άλλες χρήσεις εκτός των τροφίμων, όπως  ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η σχέση της αγροτικής παραγωγής με το χρηματοπιστωτικό σύστημα αναγκαστικά  εξελίσσεται. Αυτός ο σημαντικός μετασχηματισμός της γεωργίας αποτελεί μέρος μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει μεταρρυθμίσει την Κοινή Αγροτική Πολιτική από το 1992, οδηγώντας τους αγρότες να συμμορφωθούν με τα μηνύματα της αγοράς.

Ο θυμός και η οργή φυσικό είναι να τροφοδοτούνται από τις αντιφάσεις της κυρίαρχης πολιτικής γύρω από το αγροτικό τομέα, όταν από τη μια ζητείται βιώσιμη καλλιέργεια και από την άλλη η παραγωγή να είναι όσο το δυνατό φθηνότερη, με χαμένους τους αγρότες που καλλιεργούν τη γη, προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται το μόχθο τους.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ;

 

Στη χώρα μας από τη μια οι φοιτητές συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους με συλλαλητήρια, διαδηλώσεις και καταλήψεις σχολών ενάντια στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, με το σύνολο σχεδόν των συνταγματολόγων μας να μένει άλαλο μπροστά στην παραβίαση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Από την άλλη, οι αγρότες, και ιδιαίτερα στον κάμπο της Θεσσαλίας, έχουν ξεκινήσει τις δικές τους κινητοποιήσεις, για ικανοποίηση των αιτημάτων τους σχετικά με το υψηλό κόστος παραγωγής και τις χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων, αλλά και την Κοινή Αγροτική Πολιτική που κινητοποιεί και τους αγρότες σε άλλες χώρες της Ε.Ε.  Στην Ουκρανία συνεχίζεται ο πόλεμος, με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη να  ανανεώνει την υποστήριξή του «τόσο διμερώς όσο και στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ» με τηλεφώνημά του στον πρόεδρο της Ουκρανίας Β. Ζελένσκι, ελπίζοντας αυτή η προθυμία να εκτιμηθεί δεόντως από τη μεγάλη …φίλη, τις ΗΠΑ. Και βέβαια τα εγκλήματα των Ισραηλινών στη Γάζα συνεχίζονται. Και η χώρα μας με τη μικρομέγαλη αστική μας τάξη, την οποία επάξια εκπροσωπεί αυτήν την περίοδο η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη,  στέλνει φρεγάτα στην Ερυθρά Θάλασσα για υποστήριξη στις επιθέσεις εναντίον της Υεμένης, δέχεται να αναλάβει η βάση της Σούδας επιτελικό ρόλο στην υποστήριξη της αμερικανικής πολεμικής μηχανής, μετατρέπει την  112 πτέρυγα μάχης στην Ελευσίνα σε στρατιωτικό προγεφύρωμα των ΗΠΑ.
           Και όλη η Δύση μνημονεύει το Ολοκαύτωμα του παρελθόντος, ενώ συμμετέχει σύσσωμη ζητωκραυγάζοντας στο παρόν Ολοκαύτωμα του παλαιστινιακού λαού. Αντί να επιβάλλουν εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων στο Ισραήλ πολλές Δυτικές κυβερνήσεις κόβουν τη χρηματοδότηση στην Unrwa, τη μεγαλύτερη οργάνωση αρωγής στη Γάζα, ευθυγραμμιζόμενες με τις απαιτήσεις του Ισραήλ που ισχυρίζεται ότι 12 από τους 30.000 εργαζομένους της οργάνωσης συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα στις επιθέσεις της Χαμάς στης 7 Οκτωβρίου. Πολλές κυβερνήσεις όπως των ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Αυστραλίας, Καναδά, Φινλανδίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Κάτω Χωρών, Ελβετίας  που σταμάτησαν να χρηματοδοτούν  τη βοήθεια είναι τόσο ένοχοι όσο και εκείνοι οι έποικοι που σε βίντεο φαίνονται να προσπαθούν να σταματήσουν φορτηγά ανθρωπιστικής βοήθειας του ΟΗΕ που εισέρχονται στη Γάζα. Όλοι αυτοί εργάζονται ενεργά για τη δολοφονία παιδιών από την πείνα. Και μοιάζει τόσο υποκριτικό να ισχυρίζονται ότι τιμούν την ημέρα μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος! 
       Το  Ισραήλ στρέφεται με αλαζονεία και εναντίον του ΟΗΕ και εναντίον του Διεθνούς Δικαστηρίου του κατηγορώντας το για αντισημιτισμό. Κι αυτό γιατί το Διεθνές Δικαστήριο δεν δέχτηκε το αίτημα του Ισραήλ να απορρίψει την υπόθεση γενοκτονίας που κατέθεσε εναντίον του η  Νότια Αφρική, αποφασίζοντας με μεγάλη πλειοψηφία ότι η υπόθεση θα προχωρήσει και έδωσε εντολή στο Ισραήλ να απόσχει από ενέργειες που βλάπτουν τους  Παλαιστίνιους στο ενδιάμεσο. Κι ενώ το Δικαστήριο ούτε καν απαίτησε κατάπαυση του πυρός, προσπαθώντας, χωρίς να αυτοαναιρεθεί, να κρατήσει ισορροπίες, όπως ήταν αναμενόμενο, ο υπουργός Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ Μπεν Γκβιρ, δήλωσε ότι αυτό το δικαστήριο δεν επιδιώκει τη δικαιοσύνη, αλλά διώκει τον εβραϊκό λαό. Αυτή η εξέλιξη με  το δικαστήριο φυσικά και δεν είναι καθοριστική στην έκβαση αυτής της φρίκης, είναι όμως μια ένδειξη ότι ο διεθνής παράγοντας, δηλ. οι ΗΠΑ και οι συν αυτοίς, ακόμα αμφιταλαντεύονται αν θα μεθοδεύσουν την «τελική» λύση για τους Παλαιστίνιους. Κι εδώ είναι που το απανταχού λαϊκό κίνημα μπορεί να παίξει με τις κινητοποιήσεις του καθοριστικό ρόλο.
            Οι Ισραηλινοί με θράσος καταφέρονται εναντίον των διεθνών οργανισμών που δεν επιδοκιμάζουν τις ενέργειές τους.  Όλοι οι διεθνείς θεσμοί, όπως ΟΗΕ, Διεθνές Δικαστήριο, κλπ.  που προορίζονταν για τη διατήρηση του διεθνούς δικαίου δέχονται από το Ισραήλ και τους υποστηρικτές του  μια άνευ προηγουμένου επίθεση, με βάση τους ίδιους τους νόμους και τις αρχές που δημιουργήθηκαν για να τους υπερασπίζονται και να εκπροσωπούν. Είναι που θέλουν να ανατρέψουν τους κανόνες και να αλλάξουν την κατάσταση, ώστε οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους να μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν κουρελιάζοντας το διεθνές δίκαιο και διαλύοντας  τα ψήγματα ελπίδας  που είχαν απομείνει για το κύρος και την εμβέλεια των θεσμών.  
           Η εκστρατεία από τα καθεστώτα του Τελ Αβίβ, της Ουάσιγκτον και των συμμάχων τους κατά της υπηρεσίας αρωγής του ΟΗΕ για τους Παλαιστινίους πρόσφυγες, που είναι ο κύριος πάροχος βασικών υπηρεσιών παιδείας, υγείας κλπ. για πάνω από τρία εκατομμύρια Παλαιστίνιους πρόσφυγες μοιάζει να είναι μέρος ενός σχεδίου για την εκκαθάριση της παλαιστινιακής υπόθεσης και της εξόντωσης του παλαιστινιακού λαού. Ο υποτιθέμενος ελεύθερος κόσμος που υπόσχεται την ημέρα μνήμης για το Ολοκαύτωμα Ποτέ Ξανά, συμμετέχει και οργανώνει ένα νέο ολοκαύτωμα, μια ακόμα τελική λύση για έναν ακόμα λαό. Και είναι τόσο οδυνηρό το Ισραήλ να  εκμεταλλεύεται τη Διεθνή Μέρα Μνήμης των θυμάτων Ολοκαυτώματος, την 27η Ιανουαρίου, για να χρησιμοποιήσει τα συναισθήματα συμπάθειας προς τους καταδιωκόμενους  από το Γερμανικό Γ Ράϊχ Εβραίους ως όπλο που δικαιολογεί τις δικές του μαζικές φρικαλεότητες επί δεκαετίες στη γη της Παλαιστίνης.
            Κι αυτή η ημέρα Μνήμης,  καθώς στη χώρα μας μέρες τώρα κυρίαρχο θέμα έχει γίνει το νομοσχέδιο για το γάμο ομόφυλων ζευγαριών, υπενθυμίζει τις δράσεις και ενέργειες για την εδραίωση μιας συλλογικής ομοφυλοφιλικής μνήμης βασισμένης στις διώξεις που οι ομοφυλόφιλοι  υπέστησαν από το ναζισμό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ομοφυλοφιλικές ενώσεις μεταπολεμικά κατάφεραν και έκαναν το δικαίωμα της μνήμης και της αναγνώρισης των διώξεων, συνολικά μάλλον αντιπροσώπευαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κάπου το 1% των κρατουμένων, κυρίαρχο στοιχείο για το κίνημά τους και σταδιακά κατάφεραν να κερδίσουν. Η εστίαση στους τρόπους κατασκευής μιας συλλογικής ομοφυλοφιλικής μνήμης μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνική ομάδα, αρχικά στιγματισμένη, κατάφερε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να αντιστρέψει την εικόνα της μέσα στην ίδια κοινωνία και να ενσωματωθεί στον κυρίαρχο λόγο. Η προσφυγή της ομοφυλοφιλικής κοινότητας σε ένα εβραϊκό μοντέλο μνήμης από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια επιβεβαιώνει την επιθυμία να επωφεληθεί από παρόμοια αναγνώριση, προκειμένου να θεωρείται αποδεκτή και η ομοφυλοφιλική μορφή ζωής. Αποτίοντας δημόσια φόρο τιμής στα θύματα της ομάδας δεν είναι πλέον οι ομοφυλόφιλοι οι εγκληματίες που ήταν ενώπιον του νόμου και της ηθικής, που έπρεπε να ζήσουν κρύβοντας τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, αλλά έκαναν ορατό αυτό που προηγουμένως ήταν κρυφό ζήτημα ιδιωτικής ζωής.
        Κι αν για τους ομοφυλόφιλους  οι ναζιστικές διώξεις διευκόλυναν την αποδοχή νέων μοντέλων οικογένειας και αναπαραγωγής, προκαλώντας παράλληλα μ’ αυτές τις αξιώσεις αμφισβητήσεις και προβληματισμό για την χρησιμοποίησή τους από την κυρίαρχη εξουσία, στους Εβραίους το Ολοκαύτωμα υπήρξε καθοριστικό για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Και αντιστρέφεται ο ρόλος του Εβραίου, από θύμα σε θύτης,  με την πολιτική του Ισραήλ. Το οποίο όμως από την ίδρυση του φαίνεται  να εφαρμόζει στους Παλαιστίνιους τις ναζιστικές πρακτικές που εξόντωσαν τους Εβραίους.
          Μοιάζει ο απόηχος του ναζισμού να είναι ακόμη παρών.