Μέρες τώρα μοιάζει το κύριο πρόβλημα που απασχολεί τη χώρα
να είναι το ανύπαρκτο πτυχίο ενός υφυπουργού, που στην εξεταστική για τον
ΟΠΕΚΕΠΕ αναδείχτηκε άξιος υπερασπιστής της πολιτικής γραμμής της κυβερνώσας παράταξης της Ν.Δ. Τόσο
επιτυχημένα μάλιστα που στον πρώτο αναγκαστικό ανασχηματισμό, πάλι εξαιτίας το
ΟΠΕΚΕΠΕ, να τον ανταμείψει με υπουργείο
ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης. Και τόσο επιτυχημένη η αντιπολιτευτική αντίδραση
που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο Μ. Λαζαρίδης.
Ο
προβληματισμός που ανακύπτει απ’ αυτό το ζήτημα δεν έχει να κάνει με τη
συγκεκριμένη ενέργεια της αστικής αντιπολίτευσης, η οποία και φυσικά οφείλει να
αναδεικνύει την αναξιοπιστία, όταν μάλιστα τα τεκμήρια είναι τόσο οφθαλμοφανή,
ενός υπουργού που αντανακλά και την αναξιοπιστία της κυβέρνησης, το λιγότερο στο θέμα της διαφημιζόμενης αριστείας. Μόνο που η αντιπολίτευση για
άλλη μια φορά κατανάλωσε όλη της την αντιπολιτευτική …ικανότητα στην
περιπτωσιολογία και περιορίστηκε σ’ αυτήν. Η αστική αντιπολίτευση εμποδίζει με
όσους τρόπους ξέρει τον ιδεολογικό μετασχηματισμό των λαϊκών μαζών, νεκρώνει
τις ελπίδες διαψεύδοντάς τες συνεχώς, εκχυδαϊζει τις λαϊκές ευαισθησίες
καθοδηγώντας τες σε κατασκευασμένες συγκυρίες,
τις μετατρέπει σε ποσοστά και τις κινητοποιεί σε μια αντιμητσοτακική ρήξη που
δεν αγγίζει καμιά δομή του συστήματος, που και η ίδια υπερασπίζεται.
Επτά χρόνια διακυβέρνησης της Ν. Δημοκρατίας
που έχουν διαλύσει όσα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα γλύτωσαν από τις
μεταρρυθμίσεις των ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, που έχουν προσανατολίσει εξ ολοκλήρου την παραγωγική
βάση της χώρας σε τομείς άμεσης κερδοφορίας για το κεφάλαιο, που έχουν εμπλέξει
τη χώρα σε τυχοδιωκτικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής προσδοκώμενης ωφέλειας για την
κυρίαρχη τάξη. Και όλα αυτά τα χρόνια οι
αντιπολιτευτικές κορώνες εστιάζουν στα ελάσσονα, χωρίς μάλιστα να τα συνδέουν
με την ευρύτερη άσκηση της πολιτικής της κυβέρνησης. Είναι που όλη η αστική
αντιπολίτευση ακολουθεί μια ενιαία πολιτική, ελάχιστα διαφοροποιημένη μόνο στο
ύφος της άσκησής της, που φυσικά και δεν επιφέρουν ούτε καν κραδασμούς στο
επίπεδο ανοχής και αντοχής των πολιτικών δομών. Και κάθε φορά
μοιάζει μόνο να επιδιώκεται η αδρανοποίηση, με αντάλλαγμα ελάχιστες
παραχωρήσεις, εκείνων των κοινωνικών κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο
κυβερνητικό αφήγημα των προσδοκιών, των οποίων η διάψευση ελευθερώνει συναισθήματα
οργής και θυμού, απαιτώντας τότε από την αντιπολίτευση επιθετικούς τόνους σε
λεκτικό επίπεδο που τους καθησυχάζουν, για να το παίζει αντισυστημική ακόμα και
η Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Κι ενώ
με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση και τα συμφέροντα των διαφορετικών
κοινωνικών στρωμάτων θα έπρεπε να υπάρχει σαφής αντιστοιχία μεταξύ ταξικών
αντιθέσεων και πολιτικών επιλογών, παρατηρούμε ότι κοινωνικά στρώματα κάνουν
πολιτικές επιλογές με κριτήρια που δεν μοιάζουν να συνδέονται με τα ταξικά τους
συμφέροντα. Και αυτό ίσως συμβαίνει, γιατί ο τρόπος που αλληλοεπηρεάζονται οι
οικονομικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί προσδιορισμοί στη διαμόρφωση της
συνείδησης των κοινωνικών στρωμάτων δημιουργεί πολύπλοκες συναρμογές, που στο
πολιτικό πεδίο καθορίζουν ισορροπίες και αντιφάσεις που δεν αντιστοιχούν πάντα
στην αρχική ύλη των κοινωνικοοικονομικών προσδιορισμών. Και σ' αυτό βέβαια συμβάλλει και η μορφωτική, θεσμική και ιδεολογική κυριαρχία
της άρχουσας τάξης, που με όλα τα μέσα που
διαθέτει βρίσκει κάλλιστα το δρόμο να εγκατασταθεί στα κεφάλια των ανθρώπων κι
έτσι να διαμορφώνει υπέρ της τον
συσχετισμό δυνάμεων στην ταξική σύγκρουση.
Χρησιμοποιείται
μια περίτεχνη ιδεολογική παραπλάνηση. Σε όλη την μεταπολίτευση στην
πραγματικότητα είναι ένα αστικό κόμμα που παίζει το παιχνίδι της εναλλαγής με
ένα άλλο κόμμα και διαχειρίζεται τον καπιταλισμό. Εκείνο όμως που γίνεται είναι να εμφανίζεται είτε με το προσωπείο του
σοσιαλιστικού κόμματος παλιότερα, όταν έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα
σοσιαλιστικά κράτη με την ΕΣΣΔ, είτε του φιλελεύθερου και πραγματιστή στις
μέρες μας, για να εγκλωβίζει ψηφοφόρους και να ευνουχίζει διεκδικητικούς αγώνες,
με ισχυρισμούς για πολιτική αλλαγή που
ποτέ δεν συμβαίνει.
Κι από κοντά ακολουθεί η
συκοφάντηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, όχι μόνο με τα παλιά επιχειρήματα που
ανασύρονται από την μετεμφυλιακή εποχή, αλλά με καινούργια που το απαξιώνουν
σαν υποταγμένο στην αστική πολιτική. Το παράδοξο, να κατηγορείται το
Κομμουνιστικό Κόμμα ως εγγεγραμμένο στα κατεστημένα θεσμικά πλαίσια ως προς την
προπαγάνδα και τις αξίες που πρεσβεύει από όλους αυτούς που υποστηρίζουν τα
αστικά κόμματα δείχνει την εκ του πονηρού αμφίσημη αντιμετώπιση των πολιτικών
προσανατολισμών και της προοπτικής των λαϊκών κινητοποιήσεων. Σ’ ένα θεωρητικό
επίπεδο πολλοί …προοδευτικοί αστοί υποκρίνονται τους αντικαπιταλιστές, αναγνωρίζοντας του αναλγησία και σκληρότητα, καθότι
τρόποι ζωής, ανάγκες, κοινωνικές προσδοκίες κατασκευάζονται στη μήτρα των
καπιταλιστικών σκέψεων και δυνάμεων παραγωγής που πρέπει βέβαια να γίνουν πιο
ανθρώπινες. Αλλά φυσικά επί του πρακτέου
δεν χρειάζεται γι’ αυτό οργάνωση των εργαζομένων για να αγωνίζονται και να διεκδικούν ούτε και δικό τους κόμμα. Αν όμως αναγνωρίσουμε ότι ο καπιταλισμός έχει
αρνητικές επιπτώσεις, τι πρέπει να κάνουμε γι' αυτό; Όσο επικριτικοί κι αν
είναι μερικές φορές απέναντι στον καπιταλισμό οι αντικομμουνιστές
αντικαπιταλιστές, στην πραγματικότητα υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική
λύση στον καπιταλισμό και ότι τίποτα δεν μπορεί ή δεν πρέπει να γίνει εναντίον
του.
Στη χώρα μας μοιάζει να είναι βασικό
τους μέλημα να περιμένουν στη γωνία ν’
ανακαλύψουν κάποια αστοχία του κόμματος, να μετρούν σημεία στίξης και λέξεις
στις ανακοινώσεις του αναζητώντας εναγωνίως λάθη διατύπωσης, να διϋλίζουν κάθε τοποθέτηση μελών του κόμματος
ή βουλευτών σε τηλεοπτικά πάνελ, με προτιμώμενη πάντα τη Λιάνα Κανέλλη που
υπήρξε παλιά μέλος της ΟΝΝΕΔ. Με άλλα λόγια, καλλιεργώντας μια εμφάνιση
ριζοσπαστισμού οικειοποιούνται την ίδια
τη δραστηριότητα της κριτικής μέσα σε μια φιλοδυτική, φιλελεύθερη και, όχι πάντα, διακριτικά αντικομμουνιστική ιδεολογία. Γιατί αν η
αναγκαία κριτική οδηγεί στην αμφισβήτηση κάθε μορφής οργάνωσης του αγώνα καταλήγει τελικά να αναδεικνύει τον καπιταλισμό ανίκητο.
Η
προσήλωση σε μια αντικομματική προσέγγιση
μηδενίζει την αναγκαιότητα για τους εργαζομένους της οργάνωσης μιας δομής, του
κόμματος, παραβλέποντας κατάφωρα ότι στο μέτρο που στην αντίπερα όχθη υπάρχουν
δομές και οργανώσεις πανίσχυρες, η αδυναμία των εργαζομένων να είναι
οργανωμένοι και να διαθέτουν το δικό τους κόμμα, για να απαντούν και να αντιτίθενται στην κρατική βία της αστικής
τάξης τους μόνο ευάλωτους τους κάνει.