Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Σ’ ΕΝΑ ΤΕΛΜΑ


Τα μέσα της ζωής γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Μια ολόκληρη τάξη, η εργατική, αφήνεται να πεθαίνει σιγά σιγά, αποδεκατισμένη και καταστραμμένη από τη συγκαλυμμένη πλήρη χρεωκοπία των φτωχικών της οικονομιών, από τους μισθούς πείνας και την αδυναμία της να ανταπεξέλθει στις νέες συνθήκες που διαμορφώνει η αρπαχτική ράτσα των αστών που προκρίνοντας την κερδοφορία των επιχειρήσεων καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον.
               Μύθοι που ναρκώνουν τη σκέψη διαχέονται από τον κυρίαρχο λόγο, για να κατευθύνουν θελήσεις, να γεμίζουν βεβαιότητες που να ταυτίζονται μ’ εκείνες  της κυρίαρχης εξουσίας, να φανατίζουν για την πατρίδα, τη θρησκεία, αλλά και για την επιστήμη και τα δικαιώματα, αφηρημένα και γενικά,  στα οποία εξαντλείται η ωραιοποίηση της μίζερης και παράλογης ζωής μας. Ο στραγγαλιστικός βρόγχος της ζωής μας από τη σκέψη και συμπεριφορά της κυρίαρχης τάξης, υπερασπιζόμενη την ρυπαρή καλοζωία της και τη θανάσιμη φοβία της για την απώλειά της, μακιγιάρεται με αηδιαστικούς ιδεαλισμούς. Η θηλιά σφίγγεται όλο και περισσότερο και αλυσοδεμένοι παρακολουθούμε τα δρώμενα μιας δολοφονικής τάξης που για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι η κακομοίρικη απόλαυση των αγαθών της.
Η δυνατότητα  της άρχουσας τάξης να πείθει πως τα συμφέροντα της ταυτίζονται με ένα γενικά εκφραζόμενο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο δήθεν διασφαλίζει και τα συμφέροντα των εργαζομένων, στερεί από αυτούς την ικανότητα να συνειδητοποιήσουν τα δικά τους συμφέροντα που συγκρούονται με της άρχουσας τάξης Αν η ύπαρξη της εργατικής τάξης προκύπτει από το κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και διακρίνεται από τη θέση της στο σύστημα κοινωνικής παραγωγής και τη σχέση της ως προς τα μέσα παραγωγής αυτό δεν σημαίνει πως πάντα έχει συνείδηση του εαυτού της και άρα της θέσης και του ρόλου της στην κοινωνική παραγωγή.
 Όταν λοιπόν αποδεχόμαστε την ιδεολογική απεικόνιση της πραγματικότητας που εκφράζει την κυρίαρχη τάξη, αξιολογούμε την πραγματικότητα και την αντιμετωπίζουμε με τη δική της οπτική.  Όπως την αντιμετωπίζει κι εκείνη  η  ταλαιπωρημένη μητέρα της εννιάχρονης από τη Ρόδο που λιποθύμησε από την πείνα, γι’ αυτό και αισθάνθηκε υποχρεωμένη να ευχαριστήσει τον πρωθυπουργό και τους κυβερνητικούς που της συμπαραστάθηκαν στις δύσκολες στιγμές της.
Φοβισμένοι εργαζόμενοι που από ανάγκη ζητιανεύουν δουλειά, που νιώθουν ευγνώμονες, γιατί η κυρίαρχη εξουσία, υπό το φως των προβολέων της δημοσιότητας, ανταποκρίνεται στην έκκλησή τους  για βοήθεια, δεν βλέπουν τη ρίζα του προβλήματος. Το ίδιο το καπιταλιστικό  σύστημα, το οποίο αφού εκμεταλλεύεται κάθε ικμάδα της εργατικής δύναμης για την κερδοφορία, στη συνέχεια οργανώνει φιλανθρωπίες για την επιβίωσή των εργατών,  για να εμφανίζεται η άρχουσα τάξη σαν ευεργέτης, δίνοντας στα θύματα της εκμετάλλευσής της  τα ψίχουλα απ’ αυτά που λεηλάτησε. Η φιλανθρωπία της γίνεται για το συμφέρον της, θέλει να εξαγοράσει την απαίτησή της να γίνουν αόρατοι να  μην την ενοχλούν οι εξαθλιωμένοι όσο δεν χρειάζονται στην παραγωγή.
Γι’ αυτό βουλιάζουμε σ’ ένα  τέλμα από σκάνδαλα και  καταγγελίες, με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των αστικών κομμάτων σε αγώνα δρόμου για την πιο εξωφρενική εκδοχή διαφθοράς χολιγουντιανού κινηματογράφου. Δημοσιεύματα για καταγραφές της ΕΥΠ που αποκαλύπτουν στελέχη της ΝΔ να εμπλέκονται σε παιδεραστία και να σχετίζονται με παραδικαστικό κύκλωμα από τη μια και από την άλλη καταγγελίες του επιχειρηματία Χ. Καλογρίτσα για εικονικές οικονομικές συναλλαγές με τη γνώση υψηλόβαθμων τότε κυβερνητικών παραγόντων του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ένα παράδειγμα για το είδος των καταγγελιών με τις οποίες ασχολείται η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης.
Κι εμείς ψάχνουμε στη λίστα Πέτσα να βρούμε τα ΜΜΕ που τροφοδοτήθηκαν με δυσανάλογα υψηλά ποσά για την καμπάνια σχετικά με  την πανδημία  που προώθησαν, επιμένοντας να θεωρούμε σαν εξαιρέσεις γεγονότα διαπλοκής και διαφθοράς σ’ ένα σύστημα που τα παράγει και τα ανακυκλώνει επιτυχώς.
Φόβοι και απαγορεύσεις μας πνίγουν,  χωρίς η αγανάκτησή μας να παίρνει μορφή, η διαμαρτυρία μας να βρίσκει το στόχο της, ενώ η κυρίαρχη εξουσία σίγουρη ετοιμάζει τα πολεμοφόδια της για να πετύχει τον δικό της στόχο, την εξουδετέρωση κάθε απειλής εναντίον της.
Το νομοσχέδιο λοιπόν που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή νομιμοποιεί, στην πραγματικότητα, την  περιστολή του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, που κατοχυρώνει ακόμα και το άρθρο 11 του Συντάγματος.
 Χρόνια ολόκληρα χλευάζονται  οι διαδηλώσεις σαν τελετουργίες που δεν αλλάζουν τίποτε, ώστε τελικά η έλλειψη πίστης να γίνει πεποίθηση που θα αποτρέπει τις μεγάλες μάζες από κάθε διεκδίκηση. Κι αν οι αστικές δημοκρατίες επαίρονται πως η συλλογική δράση και η διαμαρτυρία είναι μέρος μια ομαλοποιημένης πολιτικής συμπεριφοράς που αυτές υπερασπίζονται, οι νόμοι που υιοθετούν οι κυβερνήσεις, και όχι μόνο στη χώρα μας, όλο και περισσότερο τις περιορίζουν και τις ελέγχουν. Όσο πιο αβέβαιο γίνεται το πολιτικό περιβάλλον, όσο πιο επισφαλείς οι οικονομικοί όροι διαβίωσής μας, όσο πιο μεγάλη γίνεται η ανάγκη να επιβληθούν οι φωνές διαμαρτυρίες μας, τόσο αυτό τα δικαίωμα με νόμους και απειλές συρρικνώνεται. Για να εκλείψει κάθε διαμαρτυρία, η έλλειψη πίστης στις δυνάμεις μας να γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η πεποίθηση πως τίποτε δεν αλλάζει, πράγματι τίποτε δεν αλλάζει.
Γι’ αυτό και πρέπει να είναι μαζική η συμμετοχή στα συλλαλητήρια που διοργανώνουν τα ταξικά σωματεία και συνδικάτα ενάντια στο νομοσχέδιο «που βάζει στο στόχαστρο τη λαϊκή διαμαρτυρία», στις 9 Ιουλίου.  

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

ΚΑΙ ΠΑΛΙ Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ


Για άλλη μια φορά σκάνδαλα ή σκευωρίες, εξαρτάται η οπτική θέασης, στο προσκήνιο. Ηχητικά ντοκουμέντα με συνομιλίες υπουργού της πρώην κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με ελληνοϊσραηλινό επιχειρηματία για εξυπηρετήσεις, αναφορά υπουργών νυν και πρώην σε έγγραφα του FBI  σχετικά με χρηματοδοτήσεις από τη NOVARTIS, χρηματοδοτήσεις της κυβέρνησης σε μέσα ενημέρωσης με άδηλα κριτήρια και ποσά.
         Και για άλλη μια φορά επικέντρωση του ενδιαφέροντος στην ανησυχία για τη διαφθορά, καθώς ένας τεράστιος αριθμός πολιτικών και επιχειρηματιών εμπλέκονται σε παράνομες πράξεις. Παρά τη μακρά ιστορία της, δεν υπάρχει κανένας ενιαία κοινώς αποδεκτός ορισμός της διαφθοράς. Σε μια ευρεία ερμηνεία η διαφθορά θεωρείται πως συνίσταται στην αποκόμιση οφέλους από την εξουσία έναντι των άλλων με ηθικά απαράδεκτους τρόπους. Και επιμένουμε στην καταδίκη  για τη διαφθορά, ένα είδος κοινωνικού καρκίνου, σταματώντας εδώ, με τα ηθικά κριτήρια να διαφοροποιούνται, χωρίς να κατανοούμε λογικά το πρόβλημα και να αναζητήσουμε τις ρίζες του. Δεν συνδέουμε την ανάπτυξη της διαφθοράς με το οικονομικό σύστημα που την εκτρέφει, τον καπιταλισμό, ο οποίος έχει μετατρέψει την απόκτηση του χρήματος σε αληθινό θεό του. Όλα επιτρέπονται για την απόκτησή του και μάλιστα γίνεται αντικείμενο θαυμασμού η συσσώρευση πλούτου, αφού τα αγαθά στην καπιταλιστική κοινωνία παράγονται για να αποκομίσουν κέρδος πρωτίστως και όχι για να ικανοποιήσουν ανθρώπινες ανάγκες. Γι’ αυτό και δεν είναι ασυνήθιστο για μια εταιρεία να παραβεί ένα συγκεκριμένο νόμο, ακόμα και μερικές φορές με πλήρη γνώση πως η παραβίαση αυτή θα αποκαλυφθεί, από τη στιγμή που η εταιρεία υπολογίζει πως το κόστος του προστίμου που θα καταβάλλει θα αντιπροσωπεύει κλάσμα του κέρδους που θα έχει από την παραβίαση του ίδιου του νόμου. Βέβαια, ο κυρίαρχος λόγος δεν σταματά να υποστηρίζει πως αυτό που επιδιώκεται είναι η επίτευξη της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων με την τήρηση των αρχών του θεμιτού ανταγωνισμού, ενεργώντας με νόμους και κανονισμούς και εξασφαλίζοντας τη διαφάνεια των δραστηριοτήτων τους.
Η δίωξη την NOVARTIS στις ΗΠΑ έληξε με την καταβολή προστίμου. Για να επιβεβαιωθεί η διάχυτη αντίληψη πως όταν οι παρανομούντες ανήκουν στην κυρίαρχη τάξη μπορεί να λειτουργούν χωρίς να αποκαλύπτονται κι όταν παρ΄ ελπίδα ανακαλυφτούν, περισσότερο εξαιτίας ανταγωνισμών,  σπάνια διώκονται, κι όταν διώκονται δεν μπορούν να καταδικαστούν. Μια καπιταλιστική οικονομία απαλλαγμένη από τη διαφθορά μοιάζει να μην είναι εφικτή, αφού  αυτό που είναι καλό για τις επιχειρήσεις είναι σωστό ακόμα κι αν είναι λάθος για την κοινωνία.
           Βέβαια, συμφωνείται πως η διαφθορά είναι δυσμενής για τη δημόσια διοίκηση, υπονομεύει τη δημοκρατία, υποβαθμίζει τους ηθικούς ιστούς της κοινωνίας και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ επηρεάζει δυσανάλογα τα ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας, ενισχύοντας τη διάκριση, αποκλεισμό και αυθαιρεσία. Κι εδώ ακριβώς έχουμε το ψέμα στην καρδιά του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες οι παγκόσμιοι γραφειοκράτες ισχυρίζονται ότι πιστεύουν σε ελεύθερες ανταγωνιστικές αγορές με κανόνες, την ίδια στιγμή που  έχουν κατασκευάσει και υποστηρίζουν το πιο αθέμιτο σύστημα αγοράς ποτέ, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.
           Όσο στη χώρα μας μετά τη λήξη της καραντίνας ο φόβος για καταστροφικές οικονομικές συνέπειες μεγεθύνεται, κατ’ αναλογία μεγεθύνεται και ο λόγος περί διαφθοράς. Σχεδόν καθημερινά  τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναφέρουν πολιτική διαφθορά και βέβαια όλη αυτή συζήτηση και οι καταγγελίες περί διαφθοράς  ελάχιστα στοχεύει στην πραγματικότητα ούτε καν σ’ αυτό που θεωρείται συχνά σαν διαφθορά. Εξάλλου τις περισσότερες φορές αυτό που ενδιαφέρει είναι αποκλίσεις από την αρχή της αμεροληψίας στην εφαρμογή και την επιβολή πολιτικών και νόμων από δημόσιους υπαλλήλους, όπως αστυνομικούς ή φορολογικούς φορείς, λόγω δωροδοκίας ή άλλων παραγόντων, που αφορά την εφαρμογή νόμων και πολιτικών και όχι τη δημιουργία τους. Ελάχιστα επικεντρώνεται στην πολιτική διαφθορά που έχει να κάνει με τη συμμετοχή ιδιωτικών φορέων στη  διαδικασία χάραξης πολιτικής, για …νόμιμη εξυπηρέτηση συμφερόντων τους, ακόμα και εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Είναι γιατί  οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν πολύ λίγους, αν υπάρχουν, περιορισμούς όσον αφορά το περιεχόμενο της νομοθεσίας.  Για τους υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής, είναι γενικά επιτρεπτό οτιδήποτε πέρα από την άμεση δωροδοκία. Η εστίαση λοιπόν απλώς στην εφαρμογή της νομοθεσίας μετατοπίζει κάθε σοβαρή προσπάθεια αντιμετώπισης του ζητήματος της πολιτικής διαφθοράς, δημιουργώντας την αντίληψη πως αστικό κράτος και επιχειρήσεις μπορεί να είναι καθαρά και άθικτα από τη διαφθορά. Κι έτσι μένει στο ημίφως  η σύγκρουση  μεταξύ ιδιωτικών κεφαλαίων ή  μεταξύ διακρατικών και εγχώριων τμημάτων κεφαλαίου για πολιτική κυριαρχία και η εκμετάλλευση απ’ όλους αυτούς της εργατικής δύναμης για την κερδοφορία τους.   
Η ώθηση για  διαφάνεια και οι διάφορες εθνικές στρατηγικές και μεταρρυθμίσεις για πάταξη της διαφθοράς  συμβάλλουν στην επέκταση και εδραίωση της αντίληψης για ουδετερότητα του αστικού κράτους. Έτσι που να παραβλέπεται πως το καπιταλιστικό κράτος είναι μέσο για κυριαρχία επί των εργαζομένων και των καταπιεσμένων μέσω νόμων, δικαστηρίων, δικαστών, εκλεγμένων αξιωματούχων και του στρατού. Ο υπουργός λοιπόν Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδης όταν δηλώνει πως πρέπει να φυλακιστεί για κατάχρηση εξουσίας η εισαγγελέας Ε. Τουλουπάκη για την δίωξη που άσκησε εναντίον του Α. Λοβέρδου για την υπόθεση Novartis, επειδή παραβίασε το Σύνταγμα, μέσα στον υπερβάλλοντα ζήλο του στο ρόλο του επιστάτη  της αστικής εξουσίας, αποκαλύπτει την αυταπάτη για τη διάκριση των εξουσιών, αλλά και τις συγκρούσεις μεταξύ ομάδων καπιταλιστών για τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού που θα τους εξασφαλίσει κέρδη.
Όταν όλη η αστική  πολιτική αποτελείται από συγκρούσεις συμφερόντων, ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί η μυθοπλασία για κάποιο καθολικό δημόσιο συμφέρον είναι  με τη διαφοροποίηση μεταξύ φυσιολογικών και παθολογικών παρουσιών των ιδιωτικών συμφερόντων στην πολιτική ζωή, χωρίς η παντοδυναμία των ιδιωτικών συμφερόντων στο δημόσιο να μπορεί να θεωρηθεί ως διαφθορά. Κι έτσι μόνο μερικές μορφές αυτού του είδους θεωρούνται διαφθορά και, κατά συνέπεια, οι περισσότερες παρουσίες του ιδιωτικού εντός του δημοσίου  θεωρούνται φυσιολογικές. Γι’ αυτό και η υπόσχεση για τερματισμό της διαφθοράς του καπιταλισμού είναι ένας ανέφικτος αλλά παραγωγικός στόχος κάθε μεταρρύθμισης που εφησυχάζει και αποπροσανατολίζει από τη ρίζα του προβλήματος, που είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΛΕΙΦΘΕΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ


Κι επειδή σκάνδαλα, διαφθορά, καταγγελίες ένθεν κακείθεν μας πνίγουν αφαιρώντας τον αέρα που αναπνέουμε, τσαλαβουτώντας στις λάσπες τους, διαλύοντας τη δική μας σκέψη με έτοιμες ιδέες κομμένες και ραμμένες στα μέτρα τους. Κι επειδή ακόμα και η πανδημία δεν αποκάλυψε παρά τη νοσηρότητα ενός συστήματος που αδιαφορεί για τη ζωή και το θάνατο αν είναι να εξασφαλίσει κέρδος. Κι επειδή με λόγο φτιασιδωμένο απαξιώνεται κάθε λογική και ηθική εγρήγορση εγκλωβίζοντάς μας σε αδιέξοδα πολιτικής αφασίας. Κι επειδή όταν ο λόγος δεν αρκεί η βία και η βαναυσότητα επιλέγονται χωρίς ενδοιασμούς.  
Αν λοιπόν  η 79η επέτειος από την εισβολή των ναζιστών της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ αποκαλύπτει με τον ανελέητο χαρακτήρα και τις εκατόμβες των νεκρών σοβιετικών την απάνθρωπη μορφή του καπιταλισμού όταν απειλούνται τα συμφέροντά του. Γι’ αυτό, αν στην ομιλία από το ραδιόφωνο  του Ι. Στάλιν στις 3 Ιουλίου του 1941 οι αναφορές ήταν φυσικά για το θανάσιμο κίνδυνο που απειλούσε τη Σοβιετική Ένωση από τη χιτλερική εισβολή, αυτές δεν είναι λιγότερο επίκαιρες στις μέρες μας σε μια μεταφορική χρήση του λόγου.
             «(…)Τι χρειάζεται για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος που απειλεί την Πατρίδα μας και ποια μέτρα πρέπει να παρθούν για να συντριβεί ο εχθρός;
            Πριν απ’ όλα πρέπει όλοι οι άνθρωποί μας, οι σοβιετικοί άνθρωποι να καταλάβουν όλο το βάθος του κινδύνου που απειλεί τη χώρα μας και να απαλλαγούν από  την αμεριμνησία και την ξεγνοιασιά, από τις διαθέσεις της ειρηνικής οικοδόμησης, εντελώς κατανοητές στην προπολεμική εποχή, αλλά ζημιογόνες σήμερα, που ο πόλεμος άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Ο εχθρός είναι σκληρός και αμείλικτος. Θέτει ως στόχο του την αρπαγή των ποτισμένων με τον ιδρώτα μας εδαφών, των αρπαγή των σιτηρών μας και του πετρελαίου μας που τα παράγουμε  με την εργασία μας. Θέτει ως στόχο του την παλινόρθωση  της εξουσίας των τσιφλικάδων, την επαναφορά του τσαρισμού, την καταστροφή του εθνικού πολιτισμού και της κρατικής  εθνικής οργάνωσης των Ρώσων, των Ουκρανών, των Λευκορώσων, των Λιθουανών, των Λετονών, των Εσθονών, των Ουζμπέκων, των Τατάρων, των Μολδαβών, των Γεωργιανών, των Αρμένιων, των Αζέρων και άλλων ελεύθερων λαών της Σοβιετικής Ένωσης, τον εκγερμανισμό τους, τη μετατροπή τους σε δούλους των γερμανών πριγκίπων και βαρόνων. Πρόκειται επομένως  για τη ζωή και το θάνατο του Σοβιετικού κράτους, για τη ζωή και το θάνατο των λαών της ΕΣΣΔ, για τα αν οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης θα είναι ελεύθεροι ή θα υποδουλωθούν. Πρέπει οι σοβιετικοί άνθρωποι να το καταλάβουν αυτό και να πάψουν να είναι αμέριμνοι, να συστρατευτούν και να αναδιοργανώσουν όλη τη δουλειά τους με νέο πολεμικό τρόπο που δεν γνωρίζει έλεος για τον εχθρό.
           Πρέπει να μην υπάρχουν στις γραμμές μας κλαψιάρηδες και φοβητσιάριδες, πανικόβλητοι και λιποτάκτες, ώστε οι άνθρωποί μας  να μην γνωρίζουν φόβο στον αγώνα και να πηγαίνουν με αυταπάρνηση στον  Πατριωτικό απελευθερωτικό μας πόλεμο ενάντια στους φασίστες υποδουλωτές. Ο μεγάλος Λένιν, που δημιούργησε το κράτος μας, έλεγε ότι βασική  αρετή των σοβιετικών ανθρώπων πρέπει να είναι  η γενναιότητα, η ανδρεία, η άγνοια του φόβου στον αγώνα, η ετοιμότητα να παλέψει μαζί με το λαό ενάντια στους εχθρούς της Πατρίδας μας. Πρέπει αυτή η θαυμάσια αρετή του μπολσεβίκου να γίνει  κτήμα των εκατομμυρίων και εκατομμυρίων του Κόκκινου  Στρατού, του Κόκκινου Ναυτικού μας και όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης.
       Οφείλουμε να αναδιοργανώσουμε άμεσα την όλη δουλειά μας με πολεμικό τρόπο, υποτάσσοντας τα πάντα στα συμφέροντα του μετώπου και στα καθήκοντα οργάνωσης της συντριβής του εχθρού. Οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης βλέπουν τώρα ότι ο γερμανικός φασισμός είναι αχαλίνωτος στη λυσσαλέα έχθρα του και στο μίσος του απέναντι στην Πατρίδα μας, που εξασφάλισε  σε όλους τους εργαζομένους την ελεύθερη εργασία  και ευημερία. Οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης οφείλουν να ξεσηκωθούν για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και της γής τους ενάντια στον εχθρό.
(…)  Ο πόλεμος με τη φασιστική  Γερμανία δεν μπορεί να θεωρηθεί συνηθισμένος πόλεμος. Δεν είναι μόνο ένας πόλεμος ανάμεσα σε δυο στρατούς. Είναι συγχρόνως ένα μεγάλος πόλεμος ολόκληρου του σοβιετικού λαού ενάντια στα γερμανοφασιστικά  στρατεύματα. Σκοπός αυτού του παλλαϊκού  Πατριωτικού Πολέμου ενάντια στους φασίστες καταπιεστές δεν είναι μόνο η εξάλειψη του  κινδύνου που απειλεί τη χώρα μας, αλλά και η βοήθεια σε όλους τους λαούς της Ευρώπης που στενάζουν κάτω από το ζυγό του γερμανικού φασισμού (…)»

     (Από ΑΠΑΝΤΑ Ι.Β Στάλιν, τ. 15, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008)

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

O ΦΥΛΑΚAΣ ΤΟΥ STATUS QUO


Με την αρωγή των ΜΜΕ αγκιστρωνόμαστε στην καθημερινότητα προβάλλοντας τα επιφαινόμενα, τις εκδηλώσεις φαινομένων αφήνοντας στο σκοτάδι την ανάλυση των θεμελίων  όπου αυτά εδράζονται.  
Τα αντανακλαστικά των ΜΜΕ στο δίμηνο του εγκλεισμού περιορίζονταν στην καθημερινή διόγκωση των εκδηλώσεων της πανδημίας αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τους λόγους που οδήγησαν στη συγκεκριμένη πολιτική για αντιμετώπισή της και να αναζητήσουν τις αιτίες για το διάχυτο πανικό που καλλιεργούνταν. Συνέχιζαν τα ΜΜΕ και σ’ αυτή την έκτακτη κατάσταση να λειτουργούν με τον τρόπο που ξέρουν καλύτερα. Απαριθμήσεις, κατάλογοι συμβουλών, κατατάξεις χωρών, διαγράμματα, περιπτωσιολογίες επαναλαμβάνονται πανομοιότυπα στην πλειοψηφία των ΜΜΕ, που δικαιώνουν επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας.
              Και μετά τη λήξη του εγκλεισμού η αισιοδοξία της  κυβέρνησης για τα οικονομικά διαχέεται ανά την επικράτεια από τις επαναλαμβανόμενες φωνές των ΜΜΕ που ανακαλύπτουν στο πρόσωπο του πρωθυπουργού τον άξιο ηγέτη και στην κυβέρνησή του ενέργειες αποτελεσματικές και σωτήριες.
 Όλα αυτά αντανακλούν μια αντίληψη του κόσμου όπου τα πάντα είναι μια σειρά τεχνικών προβλημάτων που αρκεί η διαχείρισή τους να γίνει σύμφωνα με τους κανόνες της μέγιστης απόδοσης. Γι’ αυτό και  για την πανδημία, αφού ο εγκλεισμός απέδωσε τα μέγιστα με ελαχιστοποίηση των νεκρών και φθίνουσα πορεία της επιδημίας, θεωρείται επιτυχημένη η αντιμετώπισή της. Αυθαιρέτως εφαρμόζοντας αναλογικά το ίδιο μοντέλο προεξοφλείται και στην πορεία των οικονομικών μια αντίστοιχη επιτυχία.
        Κι αν τα ΜΜΕ ισχυρίζονται αντικειμενικότητα και αρνούνται πως υπερασπίζονται μια συγκεκριμένη ιδεολογία, είναι γιατί για την πλειοψηφία τους η απρόσκοπτη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών που αποτελεί μέρος της παγκοσμιοποίησης  με επιδίωξη του μέγιστου κέρδους δεν θεωρείται μια ταξική επιλογή, αλλά μια φυσική, δεδομένη  πραγματικότητα. Όσοι λοιπόν στηρίζονται σ’ αυτά για να κατανοήσουν τα μεγάλα ζητήματα παγιδεύονται σε ένα πλαίσιο αναφοράς της κυρίαρχης εξουσίας και σε μια πολύ συγκεκριμένη ιδεολογική προκατάληψη. Και η δική μας παγίδευσή είναι τόσο πιο εύκολη, όσο συνεχίζεται να παρουσιάζονται τα ΜΜΕ ως θεματοφύλακες της δημοκρατίας, μέρος μιας διαδικασίας υπεράσπισης ενός νεφελώδους δημόσιου συμφέροντος, που ισοπεδώνει διαφορές μεταξύ ενός φτωχού κι ενός δισεκατομμυριούχου όταν γίνεται αναφορά σε δημοσιονομική πολιτική, υγειονομική περίθαλψη, ελάχιστο μισθό ή κοινωνική πρόνοια κλπ
            Τα ιδεολογικά θεμέλια της δημοσιογραφίας όπως την γνωρίζουμε βρίσκονται στην εποχή του Διαφωτισμού, όταν το αστικό σύστημα αξιών αντικατέστησε εκείνο της εκκλησίας αντικατοπτρίζοντας την αστική κοινωνική τάξη και θεσμούς της που έχουν τις ρίζες τους τον 18ο αιώνα.  Η πρόσβαση στις πληροφορίες θεωρήθηκε απαραίτητη για την αστική δημοκρατία, εφόσον η ενημέρωση πολιτών είναι προϋπόθεση για συμμετοχή τους στις διαδικασίες της και για έλεγχο των εκλεγμένων αντιπροσώπων.
Στο κυρίαρχο λόγο, ο ρόλος της δημοσιογραφίας από την οποία εξαρτάται η δημιουργία των προϋποθέσεων για δημόσιο διάλογο συνεχίζει να αποτελεί μια σταθερά αναμφισβήτητη. Μόνο που  η αστική δημοσιογραφία, που υπερασπίζεται την κοινωνική τάξη της αστικής δημοκρατίας και το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού που υπηρετεί το κράτος της, ακόμα κι όταν ασκεί κριτική στην πραγματικότητα ο στόχος πάντα παραμένει ο τελικός εγκωμιασμός του status quo.  Στο βαθμό που εξαρτάται απ’ αυτήν η ενημέρωση, η αποκάλυψη γεγονότων, η αντιπαράθεση ιδεών, η δημοσιογραφία συνεχίζει να θεωρείται πως είναι επιφορτισμένη με την ευθύνη της διαφύλαξης της δημοκρατίας, της υπεράσπισης των συμφερόντων του λαού, μια εξουσία που περιορίζει τις υπερβολές των θεσμοθετημένων οργάνων εξουσίας. Αυτή η εξιδανίκευση του δημοκρατικού ρόλου του Τύπου, παλιότερα μόνο έντυπου τώρα και ηλεκτρονικού, που ενσωματώνεται στη συνταγματική προστασία της ελευθερίας του Τύπου και  στις αρχές δημοσιογραφικής ηθικής αποκαλύπτεται στις μέρες μας να δίνει  τη θέση της σε μια βιομηχανία δημοσίων σχέσεων που απροκάλυπτα πια θέτει τη δύναμη της επιρροής των ΜΜΕ στην υπηρεσία των ιδιωτικών συμφερόντων που έχουν την κυβέρνηση στο πλευρό τους. Γι’ αυτό και η κυβέρνησή μας θεώρησε υποχρέωσή της με πράξη νομοθετικού περιεχομένου εν μέσω κορωνοϊού στα τέλη Μαρτίου  να εξαιρέσει  τους ιδιοκτήτες τηλεοπτικών καναλιών από την υποχρέωση καταβολής της ετήσιας δόσης ύψους 3,5 εκατ. ευρώ για τις τηλεοπτικές άδειες.
        Τα Μέσα Ενημέρωσης λειτουργούν ξεκάθαρα σαν μια επιχείρηση και βασίζονται σε πηγές εσόδων από διαφημίσεις για την επιβίωσή τους. Οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να ακολουθήσουν μια καριέρα, εκτός εάν ευθυγραμμιστούν με την ιδεολογική και πολιτική θέση του εργοδότη των εταιρειών πολυμέσων, γι’ αυτό και καταλήγουν να γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως.
         Παράδειγμα του βαθμού που  ελέγχονται τα μέσα ενημέρωσης από τις εταιρείες στις οποίες ανήκουν, αποτελεί η ομοιογένεια των ειδήσεων και κριτικής στη μεγάλη πλειοψηφία των συστημικών εφημερίδων και τηλεοπτικών καναλιών. Τα οποία, στα καθ’ ημάς,  περιορίζουν την ενημέρωση και κριτική τους σε εγκωμιαστικά σχόλια για τον Κ. Μητσοτάκη, με μια εμμονή στην ανάδειξη της συζύγου του σε βασιλική πρώτη κυρία με ενδυματολογικό γούστο. Το ζήτημα μάλιστα της  χρηματοδότησης ΜΜΕ, που αποφεύγει να κατονομάσει η κυβέρνηση,  με το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την ενημερωτική  καμπάνια για τον κορωνοϊό από την κυβέρνηση μέσω ιδιωτικής εταιρείας που ανέλαβε να μοιράσει το ποσό  με προμήθεια δική της 3%, με άδηλα κριτήρια, αποκαλύπτει πιο συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται αυτός ο έλεγχος.
         Σε αντίθεση λοιπόν με τον τρόπο που παρουσιάζονται, τα Μέσα δεν βρίσκονται πάνω από το υπάρχον πολιτικό σύστημα ούτε πάνω από την υπάρχουσα κοινωνική τάξη ούτε πάνω από το οικονομικό σύστημα ούτε πάνω από το πολιτιστικό περιβάλλον. Σε καμιά περίπτωση δεν παρατηρούν τα  γεγονότα στη γη από ένα γιγαντιαίο διαστημόπλοιο χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τις επίγειες υποθέσεις. Τα Μέσα Ενημέρωσης είναι στην πραγματικότητα μια αντανάκλαση της αστικής θεσμικής δομής και του συστήματος αξιών σε ρόλο φύλακα του status quo. Στο βαθμό που το εξυπηρετούν και ωφελούνται από αυτόν, ο ρόλος τους είναι να το διαιωνίσουν και να μην  το αλλάξουν.