Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

 

Η εικόνα που καταγράφεται σε βίντεο, που κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, του νεαρού Ααρών Μπασνέλ, Αμερικανού εν ενεργεία στρατιωτικού των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, να  αυτοπυρπολείται, μη θέλοντας  να είναι συνένοχος στη γενοκτονία, μπροστά από την Ισραηλινή πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, φωνάζοντας «Ελεύθερη Παλαιστίνη», μοιάζει να αναβιώνει τρόπους έσχατης διαμαρτυρίας, όπως τις αυτοπυρπολήσεις των βουδιστών μοναχών εξήντα χρόνια πριν. Τον Ιούνιο του 1963 η αυτοπυρπόληση ενός μοναχού στη Σαϊγκόν που καταγράφηκε με τον φωτογραφικό φακό και έγινε πρωτοσέλιδα στα έντυπα της εποχής επηρέασε την πολιτική,  αφού εκείνη η αυτοπυρπόληση ήταν η αρχή μιας εξέγερσης με διαμαρτυρίες και αυτοπυρπολήσεις κι άλλων βουδιστών μοναχών που οδήγησαν στην ανατροπή της κυβέρνησης του Ντίεμ  με στρατιωτικό πραξικόπημα.
          Και ο ποιητής, ο Τ. Σινόπουλος, ως προφήτης χρόνια πριν αυτά συμβούν, στο ποίημά του «Ο καιόμενος», μέσα από τη φωτιά που αυτός παραδίδεται σε μια κορυφαία πράξη έσχατης διαμαρτυρίας, προβάλλει ένα αίτημα ηθικής ακεραιότητας. Σ’ αυτό το ποίημα ο ποιητής δηλώνει την απορία του και το θαυμασμό για τον «Καιόμενο». «Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;/το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;» και βλέπει τον καιόμενο σαν κάποιο που εξαγιάζεται, που ντύνεται με το φωτοστέφανο της θυσίας του, «Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο/γινόταν ήλιος». Για να καταλήξει ότι «στην εποχή μας όμως και σε προηγούμενες εποχές/άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε». Μόνο που πια φτάσαμε στη δική μας εποχή, όπου στη Δύση δεν βρίσκονται παρά ελάχιστοι, όχι να πέσουν στη φωτιά, αλλά και μόνο να χειροκροτήσουν. Και τέτοιες πράξεις μιας απελπισμένης διαμαρτυρίας, για να ταρακουνηθεί ο κόσμος, να ξυπνήσει για την πραγματικότητα αυτού που συμβαίνει, να στραφεί  το βλέμμα της Δύσης στο έγκλημα της Γάζας, φανερώνουν και τα αδιέξοδα των μεμονωμένων πράξεων θυσίας, όταν  δεν υπάρχει ή δεν κινητοποιεί ένα μαζικό κίνημα. Μπορεί  τέτοια εγχειρήματα να μην αλλάζουν τον κόσμο, μπορούν όμως να γίνουν θρυαλλίδα για ν’ αλλάξει μια κατάσταση πραγμάτων.
         Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα  γίνεται πια αναφορά όχι σε πράξεις θυσίας παρά  μόνο σε επιθέσεις αυτοκτονίας, ως μέρος τρομοκρατικών ενεργειών που χρεώνονται σε ισλαμιστές και προβάλλονται στα δυτικά μέσα απαξιωτικά, μόνο σαν εγκληματικές ενέργειες, ιδιαίτερα όταν προκαλούν το θάνατο και άλλων ανθρώπων. Προβάλλονται ως  περίεργες αν όχι ύποπτες για ευάλωτη ψυχική υγεία ή χαμηλή νοημοσύνη και πάντα σχετίζονται με το φανατισμό. Στην πραγματικότητα, τέτοιες πράξεις, όπου εξεγερμένοι καταθέτουν την απελπισία τους για τον ανάλγητο κόσμο μας με την έσχατη πράξη του θανάτου τους, υπακούοντας στην έντονη εσωτερική φωνή της ιδεολογίας τους και της περηφάνειάς τους, περισσότερο προς στιγμήν εντυπωσιάζουν, αν δεν φοβίζουν, για να ξεχαστούν γρήγορα. Είναι επειδή το πώς θυμόμαστε την ιστορία, το πώς κατανοούμε τα τρέχοντα γεγονότα —μέσω της προπαγάνδας, της φωτογραφίας, του βίντεο και του διαδικτύου— είναι μια συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ της αλήθειας όπως υπάρχει και όπως έχει υποστεί επεξεργασία, μέσα από τη χειραγώγηση της αφήγησης, την εξυγίανση των εγκλημάτων από την κυρίαρχη εξουσία.  
         Μια μεγάλη πλειοψηφία στις χώρες της Ευρώπης έχει γαλουχηθεί με χρόνια προπαγάνδας να μην νιώθει υπεύθυνη ν’ αλλάξει  όσα συμβαίνουν γύρω της, πιστεύοντας ότι τίποτε δεν μπορεί να κάνει και παίρνει τη θέση του θεατή απέναντι στα δρώμενα. Και οι καιόμενοι αυτού του κόσμου πεθαίνουν μονάχοι τους, βεβαιώνοντας και τον κάθε άπραγο θεατή για την δική του μοναξιά, που δεν τον προφυλάσσει, αλλά εντείνει την αγωνία και την αβεβαιότητά του. Δίπλα μας σφάζονται άνθρωποι, λιμοκτονούν παιδιά, εγκληματούν οι κυβερνήσεις και πολλοί από  μας ενδιαφέρονται  μόνο για την απόσταση ασφαλείας, να μην τους αγγίξει το κακό.
         Είναι σαν να βρισκόμαστε, ένα μεγάλο ποσοστό, στον μεγάλο κήπο της οικογένειας του διοικητή του στρατοπέδου του Άουσβιτς που τον χώριζε από το στρατόπεδο ένας  ψηλός τοίχος με συρματοπλέγματα στην ταινία «Ζώνη ενδιαφέροντος». Που ζούσαν δίπλα με τη φρίκη και κλείνανε τα μάτια για να μην ξέρουν, δηλώνοντας όλοι μετά τον πόλεμο άγνοια.  Κι εμείς  απολαμβάνουμε την ηρεμία της ζωής μας, την εσκεμμένη αδιαφορία μας για τις κραυγές αυτών που υποφέρουν, για τις διαμαρτυρίες αυτών που κινητοποιούνται,   σε μια εύθραυστη κανονικότητα ζωής, που επωφελείται σιωπηλά από την αγωνία και τον πόνο των άλλων.
          Και είναι οι εξεγερμένοι άνθρωποι, αυτοί που θυσιάζονται και λειτουργούν σαν κάτοπτρα ανθρωπίνων συνειδήσεων σε μια εποχή που η πολιτική της κυρίαρχης τάξης δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν συγκινείται από τίποτε, υποκρίνεται αδιάντροπα ή αδιαφορεί προκλητικά κάτω από ένα παχύ στρώμα υποτίθεται φρονιμάδας. Κι εμείς νομίζουμε πως με τη στάση μας, τη φρόνιμη, την αποστασιοποιημέη, εξασφαλίζουμε εγγυήσεις πρόσκαιρες ότι βρισκόμαστε εκτός κινδύνου.  Όμως ο φόβος μας δεν παύει, γιατί οι απειλές επικρέμανται συνεχώς. Από τη συμμετοχή ελληνικού πλοίου στην επιχείρηση ΑΣΠΙΔΕΣ στην Ερυθρά θάλασσα μέχρι τα επ’ αμοιβή απογευματινά χειρουργεία στο ΕΣΥ ή την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων με παραβίαση του Συντάγματος, οι επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας δεν απειλούν πια μόνο την προ πολλού χαμένη ποιότητα ζωής, αλλά την ίδια την αξιοπρεπή διαβίωση. Η συγκαταβατικότητα ενός  αλαζονικού πρωθυπουργού που κατανοεί τα προβλήματα των …υπηκόων του αλλά η ανάλυση κόστους οφέλους δεν του επιτρέπουν να τα λύσει, η θρασύτητα ενός πρώην υπουργού υπεύθυνου για το θάνατο 57 ανθρώπων που επιμένει με συμπεριφορά θρασιμιού να αρνείται την ευθύνη του, η αναίδεια υπουργών  που χλευάζουν τις ανάγκες των ανθρώπων, τολμούν να εκδηλώνονται  πατώντας πάνω στην ανασφάλεια και φόβο των ανθρώπων.
          Η  αναζήτηση όμως  της κοινωνικής δικαιοσύνης,  το όραμα  στην πολιτική, ο αγώνας για μια άλλη κοινωνία, η εχθρότητα προς τον καπιταλισμό και την οικονομία της αγοράς, το πάθος για ισότητα οδηγούν σε μονοπάτια ελευθερίας, πέρα από τον φόβο. Η πίστη ότι με τον αγώνα η δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους  είναι εφικτή ορθώνει τον καθένα στο ανθρώπινο ανάστημα του αποβάλλοντας το φόβο και ενισχύοντας την αλληλεγγύη. Και η απεργία δεν είναι μόνο ένα όπλο για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων, αλλά εκπαιδεύει  τους  εργαζόμενους στο πνεύμα της ταξικής αλληλεγγύης και της απελευθέρωσής τους από την εκμετάλλευση. Μπορεί λοιπόν στην αυριανή απεργία να μην είναι μαζική η συμμετοχή;

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

«ΕΜΕΙΣ ΤΟΥ ’60 ΟΙ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ»

 

Έχουμε πέσει στη συνηθισμένη πλάνη να μετράμε το μέλλον με βάση το παρελθόν. Γαλουχημένοι με αιτήματα σεξουαλικής απελευθέρωσης, κοινωνικής χειραφέτησης, πολιτικού εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του ’60, που η κυρίαρχη τάξη φρόντισε να υιοθετήσει με προσαρμογή τους στα δικά της συμφέροντα, καθηλωθήκαμε στο μύχιο θαυμασμό προς αυτήν.  Κι έτσι δεν αντιληφθήκαμε τις μεγάλες ανατροπές, στην κοινωνική και πολιτική ζωή,  που μας ώθησε, υπογείως  και με ανεπαίσθητο τρόπο, η κυρίαρχη τάξη να αποδεχτούμε, θεωρώντας τες αρκούντως προοδευτικές για να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Με την αυταπάτη ότι ελέγχουμε τις αλλαγές δεν τολμήσαμε  να καταλύσουμε την παλιά τάξη πραγμάτων  προς όφελός μας και να αγωνιστούμε να θεμελιώσουμε μια νέα. Αρκούμαστε στην οικειοποίηση των αιτημάτων του παρελθόντος ανανεώνοντάς τα, αλλάζοντάς τα περισσότερο στη μορφή τους και όχι στον πυρήνα τους. Ως εκ τούτου  διατηρείται η παλιά αρματωσιά, το κεφάλαιο και ιδιοκτησία, και την μπολιάζουμε μ’ εκείνα τα  στοιχεία που προωθεί η κυρίαρχη τάξη, όπως δικαιώματα ή ταυτότητες, για να θεωρούμε ακίνδυνη την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Κι έτσι εδραιώνεται ξανά, με τη συναίνεσή μας μάλιστα,  η συγκολλημένη με μπετόν αρμέ κυρίαρχη  τάξη, με τις παμπάλαιες θεμελιωμένες πάνω στο καπιταλιστικό  δίκαιο αδικίες της, με τις ιεραρχίες της, τους διαχωριστικούς φραγμούς της ανάμεσα στις ψηλές κάστες και τη μισθωτή σκλαβιά, με τα προνόμια από καταγωγή ή από τύχη.
Με κάθε τρόπο και μέσο, εδώ και τριάντα χρόνια μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η κυρίαρχη τάξη διακηρύττει, και σχεδόν η πλειοψηφία του πληθυσμού της Δύσης επιδοκιμάζει, το θρίαμβο της αστικής δημοκρατίας στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής,  θεωρώντας την ως τον τελευταίο σταθμό της ανθρώπινης ιδεολογικής και πολιτικής αναζήτησης, που επιδέχεται μόνο βελτιώσεις. Σαν να είναι η ιστορία γραμμική, οικουμενική και να κινείται προς μια κατεύθυνση και σκοπό, στην εξάπλωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, συνυφασμένη με την τεχνολογική πρόοδο.
  Η υπερβολική λοιπόν θριαμβολογία από όλα τα αστικά κόμματα για  την ψήφιση του νομοσχεδίου για το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών ήθελε να επιβεβαιώσει από τη μια την κυριαρχία της αστικής δημοκρατίας και από την άλλη την ανανέωσή της που εξασφαλίζει τη διάρκειά της. Τα ακροδεξιά κόμματα που το καταψήφισαν δεν την αμφισβήτησαν, εξάλλου και το ένα τρίτο των βουλευτών της Ν.Δ το αποδοκίμασε με διάφορους τρόπους, απλώς δεν συγχρόνισαν τα ρολόγια τους με τα λεγόμενα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα, ακριβώς για να έχουν στον έλεγχό τους τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που πελαγωμένα αρπάζονται από το παρελθόν του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Κι έμεινε μόνο το ΚΚΕ να συνδέει το κρατικό ενδιαφέρον για γάμο ομοφύλων με την εμπορευματοποίηση της αναπαραγωγικής διαδικασίας, που με πάθος η κεντροαριστεροδεξιά θέλει να ταυτίζει με συντηρητική, σκοταδιστική πολιτική,  Για να αποδειχθεί μάλιστα αυτό βγήκαν όλα τα μαρξιστικά τσιτάτα στην επιφάνεια με τελική επωδό είτε την κατηγορία του ομοφοβικού κόμματος είτε, προς το επαναστατικότερο, της αντιδιαλεκτικής ή και ιδεαλιστικής επιχειρηματολογίας του. 
Μόνο που ο καπιταλισμός είναι ένα συνολικό σύστημα, γι’ αυτό και πρέπει να αναγνωρίζουμε τους τρόπους με τους οποίους όλες οι πτυχές της ζωής μας – συμπεριλαμβανομένων των επιθυμιών μας, της συναισθηματικής μας ζωής και των οικογενειακών μορφών – είναι σμιλεμένες και σχεδιασμένες, ώστε να δίνουν προτεραιότητα στην αδιάκοπη συσσώρευση κεφαλαίου. 
Η στενή λοιπόν  σχέση μεταξύ των απαιτήσεων του καπιταλισμού και της αστυνόμευσης της σεξουαλικότητας δεν μπορεί παρά να μας κάνει να αναρωτηθούμε, γιατί το αστικό μας κράτος σπεύδει να ξεπεράσει νομοθεσίες που προηγουμένως με τόσο ζήλο είχε εφαρμόσει και ήταν απαραίτητες για τις αναπαραγωγικές ανάγκες του κεφαλαίου. Είναι που με την παρακμή της δυτικής μεταποιητικής οικονομίας η χρηματοοικονομική βιομηχανία διογκώθηκε κι αυτή η οικονομική μετατόπιση είχε βαθύ αντίκτυπο στο βαθμό εργασίας που απαιτείται από το κεφάλαιο. Η έμφαση δίνεται από την παραγωγή  στην κυκλοφορία και την κατανάλωση κάτω από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική τάξη σ’ ένα  συναινετικά φιλικό  περιβάλλον. Η αποδοχή λοιπόν των ομοφυλοφιλικών σχέσεων από το κεφάλαιο επιταχύνει την αφομοίωσή τους, αποβάλλοντας τον όποιο ριζοσπαστισμό τους. Η ενασχόληση με τους γάμους των ομοφυλοφίλων και της τεκνοθεσίας ως μείζον ζήτημα πολιτικών δικαιωμάτων, όχι μόνο έχει αποσπάσει την προσοχή από τις υλικές ανάγκες και στερήσεις των ομοφυλόφιλων, αλλά αντικατοπτρίζει και μια θεμελιώδη συνέχεια μεταξύ του ετεροφυλόφιλου πυρηνικού νοικοκυριού και τις νέες, μη παραδοσιακές οικογενειακές δομές που δίνουν νέα ώθηση στο κεφάλαιο με την εμπορευματοποίηση της αναπαραγωγής, στοχεύοντας και πάλι στην αναπαραγωγή των σχέσεων της αστικής ιδιοκτησίας.
Όταν λοιπόν αποδεχόμαστε την ευρέως διαδεδομένη υπόθεση σε όλο τον δυτικό κόσμο ότι ενώ τα πράγματα μπορεί να μην είναι τέλεια, η κοινωνία μας είναι σίγουρα πολύ καλύτερη από ό,τι βιώνουν άλλοι άνθρωποι οπουδήποτε αλλού, τότε καταλήγουμε ευγνώμονες στον καπιταλισμό που παρέχει τις υλικές συνθήκες γι’ αυτό, θεωρώντας πολύ φυσική την κερδοφορία του κεφαλαίου.  Κι έτσι δεν αμφισβητείται ούτε ο υπουργός Υγείας Α. Γεωργιάδης που σπεύδει να υπογράψει την απόφαση για τη λειτουργία των απογευματινών χειρουργείων, καθορίζοντας και το κόστος για τους ασθενείς και επιμένοντας ότι δεν ιδιωτικοποιείται το ΕΣΥ, αλλά  διευκολύνονται οι ασθενείς. Πολύ περισσότερο κατανοείται ο ίδιος ο πρωθυπουργός που επαναλαμβάνει την αδυναμία του να ικανοποιήσει τα αιτήματα των αγροτών εξαιτίας των στενών δημοσιονομικών περιθωρίων   και παρουσιάζεται σαν συμπαραστάτης των αγροτών, δηλώνοντας ότι οι κινητοποιήσεις τους τον στηρίζουν για τις διαπραγματεύσεις του στις Βρυξέλλες.
Κι αν τις ανανεωμένες δημοκρατικές δυνάμεις, που περιλαμβάνουν από τη δεξιά του Κ. Μητσοτάκη, με τα απόπαιδα  του ΛΑ.ΟΣ, μέχρι τους αριστερούς του εξ Αμερικής ορμώμενου στελέχους εφοπλιστικών κύκλων Σ. Κασσελάκη, η θριαμβολογία για την ψήφιση του νομοσχεδίου για το γάμο ομόφυλων ζευγαριών τις χρίζει προοδευτικές, παραβλέπει όμως και πάλι ότι ο καπιταλισμός αναδιαρθρώνει μεν τις οικογένειες έχει αποσταθεροποιήσει  όμως σ΄ έναν ακόμα τομέα τη ζωή με πολύ αρνητικούς τρόπους για πολλούς ανθρώπους, ειδικά με τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Η οποία χαρακτηρίζεται από ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα και απαράμιλλη εκμετάλλευση, που σημαίνει ότι το κόστος ζωής αυξάνεται, οι μισθοί μένουν στάσιμοι,  και οι κοινωνικές υπηρεσίες μειώνονται. Για τη συντριπτική μάλιστα πλειοψηφία η εξατομίκευση στον καπιταλισμό δημιουργεί μια μακροπρόθεσμη αίσθηση ανασφάλειας κι ενώ ως μεμονωμένα άτομα μας κολακεύει το σύστημα για τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε, όμως είναι που μεμονωμένα, ως άτομα, μόνοι μας πρέπει να τα βγάλουμε πέρα σε αυτό το εκμεταλλευτικό, άνισο σύστημα.
Κι όμως μια πλειοψηφία  συνεχίζει  να πιστεύει αυτάρεσκα και με βεβαιότητα ότι ζει σε μια ελεύθερη κοινωνία γεμάτη ελεύθερους ανθρώπους, γιατί μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε εκατοντάδες γεύσεις χυμών ή φαγητών και σε χιλιάδες διαφορετικές ταινίες, να εκφράζει ελεύθερα όποιες σκέψεις εκπαιδεύτηκε να κάνει από τα εκπαιδευτικά μας συστήματα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.  Γι’ αυτό και αδυνατεί ν’ αναγνωρίσει το μηχανισμό άμυνας του συστήματος, όπως προώθηση δικαιωματισμού ή διαφήμιση καταναλωτισμού,  και την κάθε είδους προβοκάτσια, όπως εγκώμια ατομικισμού για απόρριψη ταξικής ταυτότητας,  που υπερασπίζουν τα  νώτα του συστήματος.
 «Εμείς, του ’60  οι εκδρομείς» και οι πολιτικοί απόγονοί τους…

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

 Καθώς από τη μια οι μαζικές διαδηλώσεις της εκπαιδευτικής, και όχι μόνο, κοινότητας συνεχίζονται κοντά ένα μήνα τώρα ενάντια στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρακάμπτοντας το άρθρο 16 του Συντάγματος, και από την άλλη και οι διαμαρτυρίες αγροτών εξαπλώνονται σε όλη την Ελλάδα, η κυβέρνηση προσπαθεί με διάφορους τρόπους να κατευνάσει την οργή και να χειραγωγήσει τις αντιδράσεις. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εστιάζοντας κυρίως στην επικοινωνιακή διαχείριση των προβλημάτων δεν ξεφεύγει από την πεπατημένη που τις τελευταίες δεκαετίες οι αστικές δημοκρατίες της Δύσης ακολουθούν. Επιδιώκοντας τη συναίνεση βροντοφωνάζει ότι αναγνωρίζει και κατανοεί τα προβλήματα των κοινωνικών ομάδων όταν τα διεκδικούν δυναμικά με το φόβο ανεξέλεγκτων διαστάσεων των αντιδράσεών τους, σε μια προσπάθεια εξουδετέρωσής τους.  Το ίδιο ακολουθήθηκε  και στη συνάντηση του πρωθυπουργού με την αντιπροσωπεία των αγροτών, όπου με όλους τους τρόπους τονίζονταν  η καλή πρόθεση της κυβέρνησης η οποία  βρίσκει τοίχο στις δημοσιονομικές αντοχές της οικονομίας,  επιστρατεύοντας εμμέσως τον κοινωνικό αυτοματισμό.  Τελικά  ο Κ. Μητσοτάκης  επί του πρακτέου περιορίστηκε να ανακοινώσει στους αγρότες μείωση της  τιμής του ρεύματος, όχι ενιαία αλλά και με προϋποθέσεις.     
         Ο θυμός των αγροτών που έχουμε δει να ξεχύνεται στους δρόμους όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και άλλων ευρωπαϊκών χωρών δεν σημαίνει ότι τα αγροτικά προβλήματα είναι εισαγόμενα, όπως η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρέσκεται για όλα τα προβλήματα να ισχυρίζεται. Αν οι διαμαρτυρίες των αγροτών επεκτείνονται σε όλη την Ε.Ε είναι που η ενιαία πολιτική της πλήττει τους αγρότες σε όλες τις χώρες της. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική με το σύστημα επιδοτήσεων στο οποίο βασίζεται η επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης για περισσότερα από 60 χρόνια, βασίζεται ιστορικά στην οικονομία κλίμακας, δηλ.  μεγαλύτερες φάρμες, μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, κοινά πρότυπα. Αυτό ενθαρρύνει την ενοποίηση, οδηγώντας όμως πολλές μεγάλες εκμεταλλεύσεις σε υψηλά επίπεδα χρέους και πολλές μικρότερες όλο και λιγότερο ανταγωνιστικές. Και όσο οι επιδοτήσεις ήταν άφθονες οι δυσαρέσκειες παραβλέπονταν. Τα τελευταία όμως χρόνια ένα ρεύμα ανησυχίας θέριεψε ανάμεσα στους αγρότες. Και τα τελευταία δύο χρόνια, τα προβλήματα έφτασαν σε κρίσιμο σημείο για τους αγρότες. Οι ξηρασίες, οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες καταστρέφουν τις καλλιέργειες, ενώ η πανδημία COVID-19 έπληξε την οικονομία. Επιπλέον ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία επηρέασε τις τιμές της ενέργειας και μετά ήλθε ένας υψηλός  πληθωρισμός, με τα αγροτικά προϊόντα να είναι ακριβά στα ράφια του σούπερ μάρκετ, αλλά να πωλούνται φτηνά από τον παραγωγό. 
          Μπορεί οι λόγοι που προβάλλονται για την οργή των αγροτών να ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και από τον έναν τύπο καλλιέργειας στον άλλο. Ακόμα όμως  κι αν οι ανησυχίες των αγροτών στις διάφορες χώρες αποκλίνουν  στις λεπτομέρειες, μοιράζονται όμως κοινά σημεία για τα θεμελιώδη, με τη δυσαρέσκειά τους να εκπορεύεται  από τις ίδιες αγωνίες. Το κοινό ζήτημα  είναι η προβαλλόμενη προσπάθεια της Ε.Ε να μειωθεί  η ρύπανση των ποταμών, του εδάφους και του αέρα, ενώ προτρέπονται οι αγρότες να παράγουν περισσότερα και καλύτερα τρόφιμα. Τα κοινά παράπονα των αγροτών περιλαμβάνουν τη χρόνια πτώση των εισοδημάτων σε συνδυασμό με αύξηση του κόστους,  τις άνισες δομές τιμών, τον αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγωγές προϊόντων,  που όλα αυτά  απογοητεύουν  για  έλλειψη μελλοντικών προοπτικών. Οι αγρότες βαρύνονται από χρέη, συμπιέζονται από ισχυρούς λιανοπωλητές και εταιρείες, χτυπιούνται από ακραίες καιρικές συνθήκες και υπονομεύονται από φθηνές ξένες εισαγωγές, εδώ και χρόνια. Και όλα αυτά ενώ βασίζονται σε ένα σύστημα επιδοτήσεων που ευνοεί τους μεγάλους παίκτες. Στη χώρα μας κοντά σ’ αυτά είναι και η εκπλήρωση των υποσχέσεων της κυβέρνησης για άμεση οικονομική βοήθεια στους κατοίκους της Θεσσαλίας που ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα μετά τις φοβερές καταστροφές από τη σφοδρή καταιγίδα που προκάλεσε ζημιές ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου ευρώ.

  Τα τελευταία χρόνια η πανδημία και ο πόλεμος της Ουκρανίας έχουν τοποθετήσει για την κυρίαρχη εξουσία  μόνιμα τη γεωργία στις οικονομικές ειδήσεις, επιταχύνοντας τα ερωτήματα γύρω από το αγροτικό μοντέλο που πρέπει να προωθηθεί, για να ξεφύγουμε από προβλήματα σχετικά με  τη ρύπανση, την υποβάθμιση του εδάφους, την ποιότητα τροφίμων, την εκτροφή ζώων, που ανακάλυψαν ότι επιβαρύνουν τον πλανήτη και γι’ αυτό θα πρέπει να αλλάξουν και οι διατροφικές συνήθειές μας.  Επειδή όμως κάθε αντιμετώπιση αγροτικού προβλήματος συνδέεται αναγκαστικά με το πολιτικό, το οικονομικό, το κοινωνικό δεν μπορεί η γεωργία να είναι ανεξάρτητη από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Και φαίνεται ότι πραγματικά ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζει μια μεγάλη κρίση, με την ετυμολογική έννοια του όρου, δηλ. μια φάση όπου μεταβαίνει σε κάτι καινούργιο. Φαίνεται λοιπόν ότι ο αγροτικός τομέας θα απορροφηθεί ολοκληρωτικά από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δεν θα ξεφύγει δηλ.  από τη διαδικασία υπαγωγής του στο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια αν δεν εξαφανιστούν, θα περιοριστούν όμως κατά πολύ το καθεστώς της οικογενειακής γεωργίας και της μικρής εμπορευματικής παραγωγής. 

Οι νέες πολιτικές, οι οποίες αποτελούν μέρος της ευρωπαϊκής πράσινης συμφωνίας που στοχεύει να καταστήσει την Ευρώπη κλιματικά ουδέτερη έως το 2050, θα περιλαμβάνουν την υποχρέωση των αγροτών να αφιερώνουν τουλάχιστον το 4% της καλλιεργήσιμης γης σε μη παραγωγικά χαρακτηριστικά. Πρέπει επίσης να πραγματοποιούν αμειψισπορές και να μειώσουν τη χρήση λιπασμάτων κατά τουλάχιστον 20%. Ωστόσο, πολλοί αγρότες υποστηρίζουν ότι αυτά τα μέτρα θα καταστήσουν τον ευρωπαϊκό γεωργικό τομέα λιγότερο ανταγωνιστικό έναντι των εισαγωγών.

 Το μοντέλο των συγκεντρωμένων και άκρως εξειδικευμένων παραγωγικών μονάδων μοιάζει να κερδίζει έδαφος με τη δικαιολόγηση της πράσινης ανάπτυξης. Απαιτείται  όλο και πιο εντατική χρήση νέων τεχνολογιών και αναγκάζονται οι  αγροτικοί επιχειρηματίες να καινοτομούν για να ανταποκριθούν στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και τις κοινωνικές προσδοκίες για  να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό. Γινόμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας διαδικασίας εξορθολογισμού, σύμφωνα με τις επιταγές της Ε.Ε, της αγροτικής παραγωγικής δραστηριότητας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή προϊόντων για άλλες χρήσεις εκτός των τροφίμων, όπως  ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η σχέση της αγροτικής παραγωγής με το χρηματοπιστωτικό σύστημα αναγκαστικά  εξελίσσεται. Αυτός ο σημαντικός μετασχηματισμός της γεωργίας αποτελεί μέρος μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει μεταρρυθμίσει την Κοινή Αγροτική Πολιτική από το 1992, οδηγώντας τους αγρότες να συμμορφωθούν με τα μηνύματα της αγοράς.

Ο θυμός και η οργή φυσικό είναι να τροφοδοτούνται από τις αντιφάσεις της κυρίαρχης πολιτικής γύρω από το αγροτικό τομέα, όταν από τη μια ζητείται βιώσιμη καλλιέργεια και από την άλλη η παραγωγή να είναι όσο το δυνατό φθηνότερη, με χαμένους τους αγρότες που καλλιεργούν τη γη, προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται το μόχθο τους.