Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ


Ο μισός και παραπάνω αιώνας που μας χωρίζει από την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών δεν φαίνεται να ήταν αρκετός για μια οπτική στις αιτίες της, που δεν θα περιορίζεται να την αντιμετωπίζει μόνο ως μελέτη περίπτωσης επέμβασης ξένου παράγοντα, των ΗΠΑ στην προκειμένη περίπτωση, αλλά και ως συνέπεια μακροπρόθεσμων οικονομικών και κυρίως ταξικών εξελίξεων.
         Η δικτατορία των συνταγματαρχών επιβλήθηκε κάτι λιγότερο από 20 έτη μετά την στρατιωτική ήττα του λαϊκού κινήματος. Μετά την νίκη της η άρχουσα τάξη επέβαλε ένα ομοίωμα κοινοβουλευτικού καθεστώτος που αν εξασφάλιζε το δικαίωμα ψήφου, όμως πέρα από τον συστηματικό ταξικό αποκλεισμό, με ένα σύνολο νόμιμων και παράνομων μηχανισμών καταστολής που θεσμοθέτησε, απέκλεισε, εκτός από το Κομμουνιστικό Κόμμα που ήταν εκτός νόμου, μεγάλο τμήμα των λαϊκών δυνάμεων από την πολιτική δραστηριότητα.  Κι αν η αστική τάξη είχε επιβάλλει την κυριαρχία της και δεν υπήρχε καμιά πραγματική απειλή ανατροπής της ούτε και του  καπιταλιστικού  τρόπου παραγωγής, όμως συνέχιζε να είναι υπαρκτή, αν και  τις περισσότερες φορές παθητική, η  γιγαντιαία πίεση  από τον ηττημένο και βασανισμένο λαό. Γι’ αυτό,  αν περνούσε κάποια κρίση η άρχουσα τάξη αυτή μάλλον είχε να κάνει με την πολιτική, για τον τρόπο ελέγχου των μαζών που υφίσταντο τις συνέπειες της καπιταλιστικής πορείας. Η επιλογή που εμφανιζόταν ήταν είτε η ενσωμάτωση τους μέσω της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είτε με τον έλεγχο τους άμεσα από τον στρατό. Κι αν μοιάζει η δικτατορία των συνταγματαρχών σαν αποτέλεσμα συγκρούσεων μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων της άρχουσας τάξης για το είδος του καθεστώτος που απαιτείται για την πραγματοποίηση της πολιτικής της, αυτό δε σημαίνει πως οι επιπτώσεις της δεν ήταν ολέθριες για τις λαϊκές μάζες.
           Μετά τον εμφύλιο, στην πραγματικότητα επιβλήθηκε δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα, όπου η διόγκωση των κατασταλτικών μηχανισμών, η βίαιη αστυνόμευση της ιδιωτικής ζωής, η βάναυση επέμβαση για την απαγόρευση και  καταστολή  των εργατικών αγώνων είναι όχι παθογόνα στοιχεία του συνολικού κρατικού συστήματος, αλλά αποτελούν  δομικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος. Το έργο μάλιστα της εγγύησης  αυτού του καθεστώτος είχε αναλάβει ο ίδιος ο στρατός. Κι αν θεωρούνταν πως την πολιτική εξουσία είχε το κοινοβούλιο, και επικεφαλής μάλιστα του κράτους υπήρχε μια …υπερκομματική μοναρχία, στην πραγματικότητα όμως ήταν  ο στρατός, που επιδίωκε να ελέγχει πάντα η  μοναρχία,  που διαδραμάτιζε τον κεντρικό ρόλο στη διατήρηση όλης της κατασταλτικής κατασκευής του κράτους, με πυρήνα πάντα ομάδες αντικομμουνιστών στο στράτευμα. Οι αντιπαλότητες ανάμεσα  στη μορφή της αστικής τάξης που προέκυψε από την ταξική ένοπλη σύγκρουση και των αλλαγών που έπρεπε να υποστεί ο ελληνικός καπιταλισμός, ώστε να μπορέσει να εκσυγχρονιστεί και να παραμείνει ανταγωνιστικός, μοιάζει να κορυφώνονται και να λύνονται με την επιβολή και την πτώση  της δικτατορίας αντίστοιχα. Δεν ήταν λοιπόν ξένο σώμα η δικτατορία των συνταγματαρχών στην πολιτική ζωή της χώρας, αλλά η κατάληξη του μετεμφυλιακού κράτους που οργανώθηκε έτσι για να ολοκληρωθεί η συρρίκνωση έως εξαφανίσεως ενός κομμουνιστικά προσανατολισμένου λαϊκού κινήματος και να συμφωνηθεί συνολικά από την αστική τάξη η γενική στρατηγική για τον καπιταλισμό, που ποτέ κανένα τμήμα της σοβαρά δεν αμφισβήτησε. Κι ύστερα μπορούσε να έρθει ο εκσυγχρονισμός.
            Και κάπως έτσι δικαιολογείται γιατί  στα χρόνια που ακολούθησαν, μέσα από απλοποιήσεις και γενικεύσεις,  στις καθιερωμένες αφηγήσεις σχετικά με τη χούντα, τα επτά χρόνια της θεωρούνται περισσότερο ως ιστορικό  …ατύχημα ή μια παρέκκλιση κατά την οποία η ανάπτυξη της χώρας πάγωσε. Κι αυτή η οπτική, να θεωρείται ξένο σώμα ακόμα και της  αστικής τάξης η δικτατορία, ενισχύεται από την  επιμονή για σχολιασμούς σχετικά μ’ αυτήν που βλέπουν τα πάντα υποκειμενικά και τεκμηριώνουν οτιδήποτε, αντλώντας από καθαρά προσωπικές εμπειρίες, με την τάση μάλιστα να τις ανάγουν σε κανόνες γενικής εφαρμογής. Επιπλέον η ταύτιση μεταπολιτευτικά της δημοκρατικής ομαλότητας με την αστική δημοκρατία, παίρνοντας διαταξική διάσταση πρόσφερε και κύρος σε μεγάλο τμήμα της αστικής τάξης που αντιστάθηκε στη χούντα, νομιμοποιώντας την εξουσία της, αφού ακριβώς ο εκπεσμός των αστικών αξιών επισημάνθηκε από τους ίδιους εκπροσώπους της κυρίαρχης τάξης.    
              Θεωρώντας πως η επτάχρονη δικτατορία ανήκει σε μια κατηγορία καθεστώτων με ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, το ενδιαφέρον δεν εστιάζεται στο γεγονός της καπιταλιστικής της βάσης αλλά επικεντρώνεται στις αυθαιρεσίες και αντισυνταγματικότητα του χουντικού καθεστώτος εξαιτίας της δραστηριότητας επίορκων αξιωματικών κι  ελάχιστα στη σύνδεση του φασισμού με τα ντόπια και διεθνή καπιταλιστικά συμφέροντα.  
Τελικά, για τη δικτατορία  των συνταγματαρχών, πόσο οι αναφορές μας σ’ εκείνα τα χρόνια συμβάλλουν στην ουσιαστική γνώση των αιτιών και της φύσης της δικτατορίας; Είναι η αναγκαιότητα αποδοχής της αστικής δημοκρατίας που  μας κάνει να παραβλέπουμε το φασισμό που εκείνη η επταετία διαπότισε τον πολιτικό βίο της χώρας; Σε ποια νομιμότητα αναφερόμαστε όταν αγνοούμε την κυρίαρχη εξουσία που με τον κρατικό της μηχανισμό είναι σε θέση να αναπαράγει με διάφορες μορφές τις οποιεσδήποτε επταετίες αν ξαναχρειαστεί;

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ


 Η φωτιά στην Παναγία των Παρισίων έδωσε αφορμή για κρίσεις κι επικρίσεις σχετικά με την προστασία μνημείων, για προβληματισμούς στον τρόπο που χρησιμοποιείται η πολιτιστική κληρονομία στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης,   για αμφισβητήσεις της σπουδαιότητας των μνημείων που περιλαμβάνονται στην λίστα των μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
          Με τη Σύμβαση του 1972 για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, η UNESCO δημιούργησε τον κατάλογο των τόπων που θεωρούνταν εξαιρετικής αξίας, για να υπογραμμίσει ότι οι ιδιότυπες πολιτιστικές εκφράσεις μπορούν να έχουν μια παγκόσμια αξία. Κι αν φαίνεται πως τέτοιες πρωτοβουλίες ενώνουν τους ανθρώπους σε μια κοινή προσπάθεια για την προστασία μιας  κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς, στην πραγματικότητα όμως μπορεί συχνά να προκαλούν αγώνες εξουσίας ή ακόμα και ανοιχτές συγκρούσεις, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και η έννοια  της πολιτιστικής  κληρονομιάς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οικονομικούς, πολιτικούς ή γεωπολιτικούς σκοπούς. Έτσι,  μπορεί η έννοια της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς να εκτραπεί από τον επίσημο σκοπό της και να χρησιμοποιείται για την προώθηση του τουρισμού ή ακόμα και δικαιολόγηση πολιτικών δράσεων με ιμπεριαλιστικούς στόχους. Από την άλλη,  δεδομένου του δυσανάλογου ρόλου των αξιωματούχων και εμπειρογνωμόνων από τις δυτικές χώρες στο έργο της πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, ο οργανισμός θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι επιβάλλει ένα δυτικό όραμα της κληρονομιάς σ’ όλες τις χώρες του κόσμου.
           Κι επειδή ο κατάλογος βέβαια αυτός δεν οδηγεί αυτόματα στη χρηματοδότηση για την προστασία αυτών των τοποθεσιών περισσότερο δίνει κύρος, εφόσον οι χώρες που επιθυμούν να προωθήσουν τα ιστορικά και φυσικά τους πλεονεκτήματα εξασφαλίζουν μια θέση στην παγκόσμια σκηνή.
Η εμφάνιση νέων μορφών εμπορευμάτων και εμπορικών σχέσεων περιλαμβάνει και την πολιτιστική κληρονομιά που εμπλέκεται σε πολλούς τομείς  της οικονομίας, όπως στον τουρισμό. Η τουριστική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών έδωσε νέες αξίες και νέα ζωή σε στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς, που καταλήγει να  χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την προσθήκη νέων αξιών σε αντικείμενα. Ο καπιταλισμός αποδεικνύει πως μπορεί να  ανακυκλώνει όλα τα απομεινάρια άλλων εποχών  και τα ερείπια της βιομηχανικής κοινωνίας μέσω της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς και μετατροπής της  σε εμπόρευμα. Κι ενώ στα χρόνια μας αναπτύσσονται καλύτερες μέθοδοι για την αποκατάσταση και διατήρηση ιστορικών χώρων, πολιτιστικών μνημείων, δεν εξασφαλίζονται όμως οι πόροι για την κατάλληλη φροντίδα τους. Κι αν στα χρόνια της ακμής της η αστική τάξη υποστήριζε την αποκατάσταση των αρχαίων χώρων, διακρίνοντάς τα από τα «σκοτεινά» χρόνια της  φεουδαρχικής αποσύνθεσης, για σκοπούς εκπαίδευσης και απόλαυσης, κατά την περίοδο των τελευταίων δεκαετιών τείνουν να  θεωρούνται απλές πηγές κερδοσκοπίας.
Επιπλέον, ενδεικτικό του πόσο στενά συνδέονται τα θέματα της πολιτιστικής κληρονομιάς με οικονομικά ζητήματα είναι οι προβληματισμοί για εκτροπή των πόρων από την προστασία και συντήρηση πολιτιστικών και ιστορικών κτηρίων, μνημείων αντικειμένων σε άλλους στόχους, όπως π.χ για αύξηση εξοπλιστικών δαπανών. Καθώς λοιπόν  μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες για συντήρηση των μνημείων, τα επιχειρησιακά και ιδιωτικά συμφέροντα συμμετέχουν όλο και περισσότερο στις προσπάθειες συντήρησης τους, καθιστώντας μεγαλύτερες τις απαιτήσεις τους σε αντάλλαγμα για τα χρήματα που προσφέρουν. Οι προσφορές εκατομμυρίων για την αποκατάσταση της Παναγίας των Παρισίων από πάμπλουτους επιχειρηματίες, κατά τους δημοσιογράφους, συνοδεύονται και από γενναιόδωρες φοροελαφρύνσεις.
         Το θέμα της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι τεράστιο, αφού συμβάλλει τα μέγιστα  στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης, της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας. Με τη μετατροπή της σε τουριστικό προϊόν τοπικές κι εθνικές κοινωνίες  έχουν εκθέσει τις παραδόσεις τους, έχουν μετατρέψει τις λαϊκές τους αναμνήσεις σε τουριστικές εκδηλώσεις, έχουν εφεύρει νέα ιστορία αναμειγνύοντας ιστορία, θρύλους και τις πιο διάσημες τοπικές τους προσωπικότητες, ανανεώνουν και  προωθούν τουριστικά τοποθεσίες ιστορικές, δίνοντάς τους νέο νόημα,  εντάσσουν σε τουριστικές περιηγήσεις τις παλιές περιοχές τους. Εν ολίγοις, μετατοπίζουν  την κοινωνική αξία της κληρονομιάς σε οικονομική αξία. Για την  αποτίμηση  των υλικών ή άυλων στοιχείων του πολιτισμού  ως μέρους της κληρονομιάς προστίθεται τώρα η αξία της κατανάλωσής τους ως εμπόρευμα.
      Και η μετατροπή της  πολιτιστικής κληρονομιάς  σε οικονομικό αγαθό ρίχνει φως στο παράδοξο που είναι εγγενές στο σύγχρονο καπιταλισμό. Η πολιτιστική κληρονομιά γίνεται μεν βιώσιμη, αλλά  χρησιμοποιείται ως εμπόρευμα και όλο και περισσότερο μ’ αυτή τη μορφή εντάσσεται στην πραγματική ζωή των ανθρώπων,  με κίνδυνο, αν τελικά δεν καταστραφεί, να αλλοιωθεί πλήρως, υποβιβαζόμενη σε μια κατασκευή που φέρνει χρήματα χρησιμοποιώντας ψεύτικες παραδόσεις, μύθους και σύμβολα.                    

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ


Η σύλληψη στην πρεσβεία του Εκουαδόρ, κατόπιν άδειας της κυβέρνησης του, από τη βρετανική αστυνομία του Τζούλιαν Ασάνζ, έφεραν πάλι στο προσκήνιο ζητήματα που αναφέρονται στο δημοσιογραφικό καθήκον, στην ελευθερία της πληροφόρησης και  των μέσων ενημέρωσης, στην ασφάλεια του διαδικτύου, αλλά και στις συνέπειες από τη  διαρροή εμπιστευτικών κυβερνητικών εγγράφων.  
           Το WikiLeaks βασίζεται στην ιδέα σύμφωνα με την οποία επιδιώκεται  η έκθεση της διαφθοράς ανθρώπων της εξουσίας, διασφαλίζοντας ότι οι πηγές του θα διατηρούν απόλυτη ανωνυμία. Ο Ασάνζ είναι ο εκδότης του ανώνυμης προέλευσης υλικού που κυκλοφορεί στον ιστότοπό του και γι’ αυτό  είναι ευάλωτος σε κατηγορίες πως  το υλικό έχει δοθεί από ρώσους πράκτορες και χάκερ ή και κινέζους, που εργάζονται για λογαριασμό αντίστοιχων  συμφερόντων.
               Κι ενώ η περίπτωση των WikiLeaks δίνει την εντύπωση πως η  χρησιμοποίηση της νέας τεχνολογίας μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη της αλήθειας για την κυρίαρχη πολιτική, την ίδια στιγμή δεν λείπουν οι προβληματισμοί για σκοπιμότητες στις αποκαλύψεις και  για τον τρόπο εκμετάλλευσης τους από την ίδια την κυρίαρχη εξουσία. Για παράδειγμα, πριν επτά χρόνια η ίδια η Διεθνής Αμνηστία καλωσόριζε και τα WikiLeaks, μαζί με τον Guardian,  ως καταλύτες της αραβικής άνοιξης, που η κατάληξή της είναι εμφανής σ’ αρνητικά αποτελέσματα σε χώρες όπως η Αίγυπτος και κυρίως βέβαια η Λιβύη. Κι εκείνο  το απόρρητο  στρατιωτικό βίντεο των ΗΠΑ το οποίο έδειχνε μια επίθεση με ελικόπτερα Απάτσι που προκάλεσε τον θάνατο δώδεκα ανθρώπων στη Βαγδάτη, παίρνοντας μορφή θεάματος έμοιαζε μάλλον με εκτροπή κι όχι ενταγμένο στην «κανονικότητα» των πολεμικών επιχειρήσεων,  έτσι που   μετριάζεται η πραγματική έκταση τους.
 Κι αν ο Julian Assange παρουσιάζεται ως ο ατρόμητος δημιουργός ενός πολιτικού μέσου που οι άνθρωποι της ηλεκτρονικής εποχής μπορούν να εκθέσουν την καταπίεση και τη διαφθορά της κρατικής και επιχειρηματικής εξουσίας, είναι συγχρόνως κι αυτός που διαπραγματεύτηκε συμφωνία για έκδοση επιλεκτική των διοχετευομένων εγγράφων με εφημερίδες και περιοδικά  όπως Guardian και  Der Spiegel. Κι έτσι δίνεται η εντύπωση πως μια ριζοσπαστική πράξη, αυτή της έκδοσης  μυστικών κρατικών εγγράφων, από τον ίδιο τον εκδότη των WikiLeaks βρίσκει τους παραδοσιακούς δρόμους για να ενταχθεί στον κυρίαρχο ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο.
Κι αν δίνεται η εντύπωση πως μέσα από τα μυστικά έγγραφα οι κακοί είναι οι αμερικανοί πολιτικοί και διπλωμάτες που χειραγωγούν κι εξευτελίζουν επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα, συγχρόνως όμως αποστολή των WikiLeaks είναι να εκτεθούν και τα καταπιεστικά καθεστώτα σε Ασία και Αφρική. Κι έτσι στη δαιμονοποίηση  κρατών κυρίως του τρίτου κόσμου,  άμεσου ενδιαφέροντος για τη Δύση, προστίθεται και η κριτική για την αμερικανική υπερδύναμη και το ΝΑΤΟ για «ισορροπία» κι ίσως εξίσωση ιμπεριαλιστικών πολιτικών με καταπιεσμένα έθνη, βοηθώντας τους πρώτους. Εξάλλου, φαίνεται πως δεν αποδεικνύεται κάποιο βαθύ χάσμα μεταξύ του «δημόσιου προσώπου» των ΗΠΑ και των συμπεριφορών και επιδιώξεων αυτών που εφαρμόζουν την πολιτική τους πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Κι αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ αισθάνθηκε υποχρεωμένη να δηλώσει δημόσια πως οι αποκαλύψεις έβλαψαν τα αμερικανικά συμφέροντα, ενώ κατά τις δημοσιογραφικές πληροφορίες αμερικανοί αξιωματούχοι δηλώνουν ιδιωτικά πως η ζημιά από τη μαζική διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων είναι περιορισμένη, αυτό μάλλον γίνεται προκειμένου να ενισχυθούν οι νομικές προσπάθειες για κλείσιμο του ιστότοπου  του  WikiLeaks, εφόσον οι πληροφορίες που αποκαλύπτει είναι εξαιρετικά χρήσιμες όσον αφορά την παροχή αποδεικτικών στοιχείων για τις νομικές αναζητήσεις και την ευθύνη της κυβέρνησης.
Κι αν οι αποκαλύψεις εστιάζουν σε κακούς στην κορυφή της εξουσίας που κρύβουν την αλήθεια και επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα και όχι  στο είδος  εξουσίας στον καπιταλισμό που διαπερνά και καθορίζει τον τρόπο δράσης, σκέψης και συμπεριφοράς, αυτό δείχνει και τον τρόπο που βλέπουμε ή υποβάλλεται να δούμε τα πράγματα μέσα στον καπιταλισμό. Μ’ αυτήν την οπτική ο εκδότης των WikiLeaks εντάσσεται ως ένδοξο κεφάλαιο στον αγώνα για την ελευθερία των πληροφοριών και το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν. Κι όπως το «κακό» περιορίζεται σε εκτροπές συμπεριφορών ατόμων το ίδιο και το «καλό». Το άτομο, ο δημοσιογράφος, ο ερευνητής έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει σκάνδαλα, να αποκαθιστά, πρωτεργάτης, τη δικαιοσύνη. Σ’ όλα αυτά τελικά δεν αμφισβητείται η δημοκρατική και φιλελεύθερη διαμόρφωση του αγώνα κατά των υπερβολών της διαφθοράς και της παρεκτροπής. Ο στόχος είναι να εκδημοκρατιστεί ο καπιταλισμός, να επεκταθεί ο δημοκρατικός έλεγχος στην οικονομία μέσω πίεσης των μέσων ενημέρωσης, κοινοβουλευτικών ερευνών, σκληρότερων νόμων, ειλικρινών αστυνομικών ερευνών κ.ο.κ. Αλλά η θεσμική οργάνωση του αστικού δημοκρατικού κράτους με την καπιταλιστικά οργανωμένη παραγωγή δεν αμφισβητείται ποτέ.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στην πραγματικότητα αν υπάρχει κάτι εκπληκτικό  στις αποκαλύψεις του WikiLeaks είναι ότι δεν περιέχουν εκπλήξεις. Στην ουσία μαθαίνουμε με λεπτομέρειες ό,τι περιμέναμε να μάθουμε.
Και φαίνεται εδώ να εντοπίζεται το πρόβλημα. Δεν υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης, αντίθετα είμαστε υπερφορτωμένοι με πληροφορίες για τη φρίκη του καπιταλισμού, δημοσιογράφοι κι ερευνητές καταγγέλλουν διεφθαρμένους τραπεζίτες, επιχειρήσεις όπου δουλεύουν παιδιά σαν σκλάβοι κλπ. Αυτό  που κάνουν τα Wikileaks είναι να προσθέτουν λεπτομέρειες σε νέες εκδοχές εγκλημάτων του ιμπεριαλισμού. Δεν ήταν λοιπόν η έλλειψή τους που μας επέτρεπε να προσποιούμαστε πως δεν ξέρουμε ούτε η δημοσιοποίηση αυτών που όλοι υποθέτουν ή κατ’ ιδίαν γνωρίζουν μοιάζει να αλλάζει τα πάντα.
Και βέβαια οι αποκαλύψεις από διαρροές μυστικών εγγράφων δεν σταματούν στα WikiLeaks.  Οι απόρρητες  πληροφορίες από την NSA που  διοχετεύτηκαν  από τον Σνόουντεν, το 2013, σχετικά με τα προγράμματα μαζικής παρακολούθησης τα οποία εφαρμόζουν οι αμερικανικές και βρετανικές κυβερνήσεις, τα περισσότερα από 11 εκατομμύρια αρχεία, τα αποκαλούμενα Panama Papers,   που αποκτήθηκαν από ανώνυμη πηγή της γερμανικής εφημερίδας  Suddeutsche Zeitung που διέρρευσαν το 2016 από τη Διεθνή Κοινοπραξία  Ερευνητικών Δημοσιογράφων, κι αποκαλύπτουν τις μεθόδους με τις οποίες η άρχουσα τάξη του κόσμου χρησιμοποιεί τους υπεράκτιους φορολογικούς παραδείσους για απόκρυψη περιουσιακών τους στοιχείων, θεωρήθηκαν συγκλονιστικά γεγονότα για κάποιο διάστημα κι ύστερα φαίνεται σαν να ξεχάστηκαν.
Εξάλλου, οι αποκαλύψεις από διαρροές εμπιστευτικών εγγράφων με τον υπερβολικά μεγάλο όγκο πληροφοριών φτάνουν και πάλι στις μεγάλες μάζες με τη διαμεσολάβηση των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφων και αν δεν μοιάζουν περισσότερο με θεαματικές επιθέσεις σε σύμβολα της εξουσίας μάλλον καταλήγουν σε αντιθέσεις εσωτερικές της άρχουσας τάξης.
Αναζητώντας λοιπόν τον σκοπό αυτών των αποκαλύψεων σίγουρα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι μάλλον περιορίζεται στο να  δυσχεράνει όσους βρίσκονται στην εξουσία εκτός κι αν είναι δυνατό να απελευθερώσει μια τόσο περίπλοκη αλυσίδα αποτελεσμάτων που δεν θα έχουν πλέον σημασία οι προθέσεις αυτών που τα διαρρέουν, εφόσον συμβάλλουν στην κινητοποίηση των μαζών  για να επιτύχουν μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας. 

Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ


Στη χώρα μας, όπως και στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οικονομική κρίση η καπιταλιστική εξουσία πετυχαίνει να επιβάλλει την  τάξη προς όφελός της και να πραγματοποιήσει την αναδιάρθρωση  των παραγωγικών σχέσεων τόσο πιο εύκολα, όσο οι αμυντικές γραμμές των εργαζομένων εξασθενούν, ιδιαίτερα όταν η συνδικαλιστική μαχητικότητα εξουδετερώνεται για μια μακρόχρονη περίοδο. Από την κυρίαρχη εξουσία πάντα γίνεται προσπάθεια η συνδικαλιστική πάλη, παραμένοντας κάτω από τον έλεγχο της, να εκφυλίζεται και να εξασθενεί έτσι ώστε να μην οξύνονται οι αντιθέσεις. Κατά συνέπεια,  μόνοι κι εκτεθειμένοι στην καπιταλιστική επίθεση  οι εργαζόμενοι, εξαντλημένοι από μακροχρόνιες προσπάθειες χωρίς απτά αποτελέσματα, μπορούν πιο εύκολα να χρησιμοποιηθούν για την αναδιάρθρωση που χρειάζεται και επιβάλλει το κυρίαρχο σύστημα εις βάρος τους.   
               Είναι οι συνθήκες εκμετάλλευσης που ωθούν τους εργαζόμενους να αγωνιστούν συλλογικά και έτσι να ισχυροποιήσουν τον εαυτό τους ως τάξη με συμφέροντα χωριστά και αντίθετα με αυτά του κεφαλαίου. Μέσω των συνδικάτων, οι εργαζόμενοι βελτιώνουν τις πιθανότητες προστασίας τους από τις απαιτήσεις των εργοδοτών τους. Το κάνουν αυτό με δράσεις που λαμβάνονται από κοινού και προς όφελος όλων των μελών τους. Από την άλλη οι εργοδότες πρέπει να βασίζονται όλο και περισσότερο στο κράτος για υποστήριξη σε συγκρούσεις με τους εργαζόμενους. Αυτό απαιτεί οι εργαζόμενοι να δρουν σε δύο μέτωπα, ένα που αντιμετωπίζει την καπιταλιστική επιχείρηση και ένα άλλο που  αντιμετωπίζει το καπιταλιστικό κράτος. Δηλ. οι εργαζόμενοι είναι ανάγκη να συμμετέχουν  σε πολιτικό αγώνα παράλληλα με τον αγώνα για βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους. Αυτή η επέκταση του αγώνα επιτρέπει στους εργαζόμενους να παρεμβαίνουν και στο επίπεδο της κοινωνίας και πολιτικής  που σχεδιάζεται κατά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και όχι μόνο στο χώρο εργασίας. Ομοίως, η ανάπτυξη συνδικαλιστικών οργανώσεων σε μεγαλύτερες οργανώσεις, που λειτουργούν σε εθνική κλίμακα, αντανακλά την ανάγκη των εργαζομένων να αυξήσουν την δύναμή  τους επεκτείνοντας την ταξική αλληλεγγύη τους. Η  ανάπτυξη λοιπόν των συνδικάτων αντικατοπτρίζει και αναζωπυρώνει την ταξική συνείδηση.
Κι αν οι  αγώνες από ένα ακμαίο εργατικό κίνημα επέβαλλαν μεταπολεμικά  την ύπαρξη των συνδικάτων ως μόνιμες οργανώσεις στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος που προσπαθούσε να εξουδετερώσει κάθε κομμουνιστική επιρροή, αυτό δεν σήμαινε πως οι καπιταλιστές δεν τα φοβόντουσαν και δεν τα πολεμούσαν στην πραγματικότητα. Εξάλλου αυτή η ανοχή του καπιταλισμού για τα συνδικάτα ως …κατώτερους εταίρους οφειλόταν στην αναγνώριση του καπιταλισμού της ανάγκης για κοινωνική σταθερότητα, που οι ταξικοί αγώνες απειλούσαν.
               Κι έτσι οι ίδιες οι συνθήκες που έκαναν αναγκαία τα συνδικάτα, ισχυροποιώντας τους εργαζόμενους,  οι ίδιες αυτές συνθήκες χρησιμοποιούνται από τους εργοδότες για να δημιουργούν ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων, ν’ αναπτύσσουν τον ατομικισμό και την παθητικότητα, για να αυξάνει η δεκτικότητά τους στην ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, με τις κυβερνήσεις να επιδιώκουν την άσκηση ασφυκτικού ελέγχου, από τη βάση μέχρι την κορυφή,  στο συνδικαλιστικό κίνημα προσπαθώντας να το διασπάσουν.  Αυτές οι τάσεις, ισχυροποίηση συνδικαλισμού και έλεγχός του από την εξουσία, δεν εξουδετερώνουν η μια την άλλη, αλλά δίνουν στον ταξικό αγώνα μια πορεία με προόδους και υποχωρήσεις, με περιόδους αυξανόμενης ταξικής συνείδησης και περιόδους «κοινωνικής ειρήνης» και παθητικότητας.       
Τις τελευταίες δεκαετίες, με κατασυκοφαντημένη την κομμουνιστική προοπτική, απαξιωμένους τους εργατικούς αγώνες, χωρίς το αντίπαλον δέος της ΕΣΣΔ, ο καπιταλισμός αισθάνεται δυνατός για  να μην επιτρέπει να υπάρχει τίποτε που μπορεί να απειλεί το κεφάλαιο, χωρίς να είναι αναγκαίο να ασκεί άμεση καταπίεση. Αναλόγως λοιπόν με το τι συμφέρει στην αξιοποίηση του κεφαλαίου περιθωριοποιεί, εξαφανίζει ή ενσωματώνει  θεσμούς, κόμματα, οργανώσεις κλπ. Έτσι έχοντας αναγκαστεί να αποδεχτεί  τη μονιμότητα των συνδικάτων ως κοινωνικών θεσμών προσπαθεί αυτά να γίνουν μέρος του κεφαλαίου, ευνοώντας  την αυτονομία των θεσμικών οργάνων από τους εργαζόμενους, την ανάπτυξη ιεραρχικών κι αυταρχικών στάσεων και σχέσεων που διαφοροποιούν τα συμφέροντα των εκπροσώπων απ’ αυτά της εργατικής τάξης ως συνόλου.
               Όλες λοιπόν αυτές οι ενέργειες της ΓΣΕΕ σχετικά με τη διεξαγωγή του συνεδρίου της δεν αντικατοπτρίζουν παρά το ρόλο που θέλει η κυρίαρχη τάξη να διαδραματίζουν τα συνδικάτα,  με συνδικαλιστές να συμπλέουν με την κυβέρνηση και να θέτουν σε πρώτη μοίρα τα συμφέροντά τους από εκείνα των εργαζομένων. Η ΓΣΕΕ  ελεγχόμενη από την κυρίαρχη εξουσία, με επίφαση δημοκρατικότητας, συνομιλεί με την κυβέρνηση και την εργοδοσία για την οικονομική πολιτική των εργαζομένων χωρίς όμως ουσιαστικά να τους εκπροσωπεί, παρά μπλοκάροντας όποια κινητοποίηση και συμβάλλοντας στην υλοποίηση της αντεργατικής πολιτικής.
 Η κινητοποίηση του  ΠΑΜΕ για ματαίωση  του συνεδρίου της ΓΣΕΕ «συνέδριο –παρωδία με νόθους αντιπροσώπους και ιδιοκτήτες Ανωνύμων Εταιρειών», για να πραγματοποιηθεί πραγματικό εργατικό συνέδριο, υπερασπίζεται το δικαίωμα των εργαζομένων να «έχουν οργανώσεις ανεξάρτητες από την παρέμβαση της εργοδοσίας και του κράτους». Γι’ αυτό και η «χυδαία επίθεση» από τη Ν.Δ  στο ΚΚΕ και στον Γενικό του Γραμματέα μ’ ένα αποκαλυπτικό των στόχων της αντικομμουνισμό, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ υποκρίνεται τον αμερόληπτο κι αμέτοχο κριτή, προσπαθώντας να κρατήσει ίσες αποστάσεις, για να ταυτίσει δράσεις του ταξικού κινήματος μ’ εκείνες των γραφειοκρατών συνδικαλιστών,  εργοδοσίας, φασιστών.
               Κι αν δέχτηκε τέτοια σφοδρή επίθεση το ΠΑΜΕ από την ΓΣΕΕ, που μιλά για «μεθόδους κομματικής μαφίας», είναι γιατί στα γεγονότα της Ρόδου για άλλη μια φορά αποδείχτηκε πως η  σημαντικότερη πρακτική επίδοση των κομμουνιστών στον αγώνα των εργαζομένων έγκειται ακριβώς στην οργάνωση εκείνων των μέσων πάλης που κάθε φορά  είναι τα κατάλληλα για αυτούς τους αγώνες.
               Τα διαδραματιζόμενα λοιπόν στο επιχειρούμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ αποδεικνύουν και πάλι την αναγκαιότητα ύπαρξης του Κομμουνιστικού Κόμματος, που οργανώνει τους εργαζόμενους και συσπειρώνει τα πλέον αγωνιστικά στοιχεία.  Γιατί μόνο μέσα από τον ενωμένο και συντονισμένο  αγώνα των εργαζομένων είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η επίθεση που αυτοί δέχονται.