Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

ΚΟΜΠΑΣΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Με απελάσεις ρώσων διπλωματών, με σκληρές ανακοινώσεις για τη Ρωσία πως  «πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας» του υπουργείου εξωτερικών μοιάζει η κυβέρνηση όχι απλώς να ευθυγραμμίζεται με τις επιλογές της πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά να καταβάλλει προσπάθειες για διευκόλυνση επίλυσης ζητημάτων που αποτελούν προτεραιότητες στην περιοχή μας για τις ΗΠΑ. Η εξασφάλιση στις ΗΠΑ ισχυρής Νατοϊκής παρουσίας στα Βαλκάνια έχει γίνει ο κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η πλήρης σύμπλευση της κυβέρνησής μας  με τις ΗΠΑ αποτυπώνεται και στην αναβάθμιση  των σχέσεων με το Ισραήλ. Και σ’ όλες αυτές τις κινήσεις αφήνεται να διαφανεί  από την κυβέρνηση η ύπαρξη κάποιου σχεδιασμού που δικαιολογώντας αυτές τις πολιτικές επιλογές θα μας πείσει για την ορθότητά τους στη διαφημιζόμενη εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος.
                Κι όλο και πιο απειλητική μοιάζει η κατάσταση στη γειτονιά μας. Η αστάθεια αυξάνεται, κι αν οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα την ηγεμονία στρατιωτικά αυτό δε σημαίνει πως η Ρωσία με το πυρηνικό της οπλοστάσιο δε συνεχίζει να παραμένει μείζονα διπλωματική δύναμη που το μέγεθος του πληθυσμού της και οι φυσικοί της πόροι δεν της εξασφαλίζουν οικονομική ανάπτυξη. Οι ανταγωνισμοί τους λοιπόν στη γειτονιά μας που δημιουργούν ρευστές και λιγότερο προβλέψιμες συνθήκες κάνουν δυσδιάκριτους το ρόλο και τη σημασία παραγόντων που μπορεί να φαίνονται ευνοϊκοί για την κυρίαρχη πολιτική της χώρας μας, που ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον.  Μοιάζει τα νέα μοντέλα  συμμαχιών που προκύπτουν, Τουρκίας και Ρωσίας, να  προκαλούν αντιπαλότητες μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας στην προσπάθεια της χώρας μας να ηγηθεί των νατοϊκών συμφερόντων στην περιοχή μας. Κι ενώ έχει φανεί πως τα τελευταία χρόνια ακόμα και μεγάλα κράτη δεν μπορεί παρά να λειτουργούν μέσα σ’ ένα δίκτυο διασύνδεσης και αλληλεξάρτησης που επηρεάζει τη δυνατότητά τους για αυτόνομη δράση, ο έλληνας υπουργός εξωτερικών Ν. Κοτζιάς με κομπασμό και φρασεολογία εφήβου δηλώνει πως πέρασε η εποχή που «θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα». Και για να το υποστηρίξει  προειδοποιεί τη Ρωσία πως δεν ««μπορεί να αγνοήσει τα εθνικά συμφέροντα άλλου  κράτους επειδή αισθάνεται ότι είναι ισχυρότερη». Σ΄ έναν πόλεμο λέξεων η Αθήνα βρυχάται περισσότερο για να την ακούσει η Ουάσιγκτον και να εκτιμήσει τις προσπάθειες που κάνει για να εμποδίσει  ενέργειες της Ρωσίας να ανατρέψει την επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια,  παρά γιατί πιστεύει πως θα φοβίσει τη Μόσχα.
                Οι κυρίαρχες τάξεις όλων των χωρών μπαίνοντας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν τα κράτη τους για άσκηση αυτής της πολιτικής που τους συμφέρει, πάντα με επίκληση του εθνικού συμφέροντος. Με την  ενσωμάτωσή τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα γυρεύουν να λύσουν τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης με  μεγαλύτερη διείσδυση στις γύρω περιοχές επιδιώκοντας οικονομική επέκταση κατά το δυνατό σε βάρος των άμεσων ανταγωνιστών, αλλά και αύξηση της έντασης  εκμετάλλευσης των εργαζομένων όπου γης.  Κι έτσι η άρχουσα τάξη παγκόσμια είναι συγχρόνως και  ενιαία και διασπασμένη. Ενιαία με ταυτόσημη πολιτική απέναντι στους εργαζόμενους και τις διεκδικήσεις τους και διασπασμένη από τις διαφορετικές θέσεις που καταλαμβάνουν τμήματά της στην πυραμίδα της παγκόσμιας οικονομίας. Κι αν η απελευθέρωση εντάσεων και συγκρούσεων από την  οικονομική εκμετάλλευση των εργαζομένων για να μην προκαλεί μεγάλες πιέσεις ευνοείται από τον κυρίαρχο λόγο να λοξοδρομεί παίρνοντας τη μορφή εθνικών αιτημάτων, συγχρόνως όμως,  όταν χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί η βία μεταξύ κρατών, τότε το βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης της πατρίδας εμπλέκει τους λαούς στους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών.
             Και η δική μας κυρίαρχη τάξη  συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς,  στην τωρινή συγκυρία μέσω της πολιτικής της εκπροσώπησης με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοιάζει να επιλέγει την απόλυτη σύμπλευση με τις ΗΠΑ, με πολιτικές που φαίνεται πως δεν λαμβάνουν υπόψη την αστάθεια στόχων, που άλλοτε επικαλύπτονται και αλληλοσυνδέονται κι άλλοτε φαίνονται αντιφατικοί και αντίθετοι  και οδηγούν σε ανακατατάξεις συμμαχιών.  Ολοκληρώνοντας η κυβέρνηση  το πρόγραμμα  της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης,  που πριν οκτώ χρόνια ξεκίνησε με πρόσχημα το ξεπέρασμα της  οικονομικής κρίσης,  φιλοδοξεί με συμμαχίες και συγκρούσεις  να εξασφαλιστεί στο διεθνή ανταγωνισμό το εγχώριο κεφάλαιο.   Γι’ αυτό το λόγο  και επιδιώκει μέσω της απόλυτης πρόσδεσής της  στο άρμα των ΗΠΑ να μετατραπεί το ελληνικό κράτος  σε περιφερειακή δύναμη που ελέγχει την περιοχή του.
                Κι αν η  διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας έχει πυροδοτήσει αγώνες για κοινωνική απελευθέρωση και ανάπτυξη  των υποτελών τάξεων με βάση τις προτεραιότητές τους, η επίκλησή τους από τις κυρίαρχες τάξεις  δεν γίνεται παρά για να μεταμφιέσουν τα ταξικά τους συμφέροντα  σε εθνικά παρασύροντας στους σχεδιασμούς της τους λαούς των χωρών τους.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

ΔΩΡΕΕΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ


Και στο περιθώριο της τραγωδίας των πυρκαγιών στην  Αττική, ξανάρθε στο προσκήνιο η πληροφορία   για  την υποχρεωτική στελέχωση από το Πυροσβεστικό σώμα περιφερειακών αεροδρομίων που παραχωρήθηκαν στη Fraport,  ενώ γνωστοποιήθηκαν αρκούντως οι ειδήσεις  για τον  ιδιοκτήτη του  Ολυμπιακού Βαγγέλη Μαρινάκη που έδωσε εντολή να διατεθεί άμεσα ένα εκατομμύριο ευρώ στους πληγέντες από τις καταστροφικές πυρκαγιές, και για  το ο ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος που σε ανακοίνωσή του  «ως κοινωφελής οργανισμός, το ΙΣΝ δεν μπορεί ούτε επιδιώκει να υποκαταστήσει το έργο της Πολιτείας, παρά προσπαθεί, στο μέτρο των δυνατοτήτων του να συμβάλλει σ’ αυτό» αποφάσισε να στηρίξει το έργο του Πυροσβεστικού Σώματος Ελλάδας με δωρεά ύψους 25 εκατομμύρια ευρώ».
               Οι πληροφορίες αυτές είναι ενδεικτικές για τη σχέση του αστικού κράτους της Ελλάδας με την  …ελεύθερη αγορά και τους επιχειρηματίες.
Από τη μια η ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων δεν επιφέρει μόνο μεγάλη κερδοφορία στη γερμανική κρατική  εταιρεία, που θα λείψουν βέβαια από τα ελληνικά κρατικά ταμεία, αλλά με βάση τη σύμβαση που υπογράφηκε πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος να αποζημιώνει για διάφορους λόγους την Fraport το ελληνικό κράτος για τα σαράντα χρόνια που θα έχει μισθωμένα τα αεροδρόμια.
Από την άλλη επιχειρηματίες που κατηγορούνται για εμπλοκή σε φορτίο τόνων ηρωίνης ή ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα που ισχυρίζονται πως κάνουν δωρεά στο κράτος ένα «Πολιτιστικό Πάρκο», που  όμως με τη σύμβαση που υπογράφηκε το δημόσιο υποχρεώνεται να χρηματοδοτεί και απευθείας το Κέντρο αλλά και μέσω του των κρατικών ιδρυμάτων που φιλοξενούνται εκεί με δικαίωμα επιστροφής του ποσού που δαπάνησε το ΙΣΝ σε περίπτωση που αυτό δεν λειτουργεί ικανοποιητικά,   προχωρούν σε δωρεές για εδραίωση ενός κοινωνικού προφίλ. Είναι κι αυτός ένας εναλλακτικός τρόπος προβολής, πολύ αποτελεσματικότερος από την όποια διαφήμιση.
               Οι σύγχρονοι επιχειρηματίες με τις δωρεές τους μοιάζει να επενδύουν στη δημιουργία συμβολικού κεφαλαίου, συμβάλλοντας έτσι  όχι μόνο στη διαμόρφωση και θεμελίωση των σχέσεων κυριαρχίας μεταξύ άρχουσας τάξης και εργαζομένων, αλλά και στην αναπαραγωγή αυτής της κυριαρχίας μέσω της θεώρησής της ως νόμιμης και φυσιολογικής, προς ανάπτυξη του …υλικού κεφαλαίου.
               Κι αφού το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας, με τη ρητορική ταξικού εξισωτισμού, δεν εξυπηρετεί πια τις ανάγκες του κεφαλαίου( διαχείριση της δυσαρέσκειας και αντίδρασης μέρους του προλεταριάτου), η κατεύθυνση που δίνεται από τον κυρίαρχο λόγο είναι η ιδιωτική διαχείριση των προβλημάτων, ενώ επί του πρακτέου προωθείται η απόσυρση του αστικού κράτους από την προνοιακή πολιτική. Κι έτσι ανοίγεται λαμπρό πεδίο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε τομείς δημοσίων αγαθών που από βελτιωτικές για την υπάρχουσα κατάσταση επιλογές προωθούνται πια ως αποκλειστικοί τρόποι επιβίωσής τους. Δωρεές και ευεργεσίες που αναπληρώνουν  λειτουργίες του κράτους, διαμορφώνουν  το κατάλληλο έδαφος για να γίνει αποδεκτή η ανάληψή τους  από ιδιώτες.
               Κάθε άλλο παρά καινοφανές είναι το γεγονός πως κάθε είδους εύποροι-έμποροι και βιομήχανοι, εφοπλιστές και επιχειρηματίες- επενδύουν στο κοινωνικό και συμβολικό κεφάλαιο της ευεργεσίας, δωρεών ή χορηγιών προς το κράτος ή κοινωνικούς τομείς, χωρίς αυτό να είναι αποτρεπτικό της σύνδεσής τους με παράλληλα οφέλη που αποβλέπουν μέσω αυτών, αλλά και με παράπλευρες απώλειες που μπορεί να αποφύγουν, εντάσσοντας τις δωρεές  ως ένα βαθμό στα επιχειρηματικά τους σχέδια. Ακόμα κι αν η σύγκριση  της αξίας της δωρεάς σε σχέση  με το οικονομικό μέγεθος που καταλαμβάνει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει  στην εκδήλωση, στην κοινή γνώμη,  αμφιβολιών περί των αγαθών προθέσεών τους, αυτές δεν αναιρούν τη δυνατότητα που δίνεται στους επιχειρηματίες να επιβάλλουν τις βουλήσεις τους δια της τεθλασμένης οδού. Ο δωρητής μέσω στοχευμένων προσφορών του, εισχωρώντας και σε περιοχές που φαίνονται επικερδείς, σκοπεύει στην εξαργύρωση τους όσον αφορά στα επιχειρηματικά του σχέδια, με το αναβαθμισμένο κοινωνικό του προφιλ. Και καταλήγει ό,τι περιγράφεται ως δωρεά προς το δημόσιο  να είναι μια σχέση ανταλλακτική που όμως οι όροι της ανταλλαγής σπάνια είναι εμφανείς.
               Στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον του καπιταλισμού, όπου όλα εμπορευματοποιούνται, ποσοτικοποιούνται και μετριούνται οι δωρεές από επιφανείς καπιταλιστές διαφημίζονται ως εξαίρεση σ’ αυτό, προβάλλοντας ως μόνο επιζητούμενο αντίδωρο γι’ αυτές την τιμή, ευγνωμοσύνη και υστεροφημία τους. Μόνο που ακόμα και η υψηλή απόδοση σε καλή φήμη και δημοσιότητα επιτυγχάνει, μετασχηματίζοντας οικονομικό κεφάλαιο σε κοινωνικό, την περαιτέρω συσσώρευση οικονομικού κεφαλαίου.
               Κι είναι αρκετά απλοϊκό ο κυρίαρχος λόγος να επικαλείται κριτήρια οικονομικά, χαμηλή ανταποδοτικότητα, ζημιογόνα λειτουργία κλπ.  για να δικαιολογηθούν περικοπές σε δημόσια αγαθά όπως υγεία ή παιδεία και την ίδια στιγμή να θεωρείται πως επιχειρήσεις στον καπιταλισμό χρησιμοποιούν κριτήρια εξωοικονομικά π.χ. ηθικά ή κοινωνικά για την προσφορά δωρεών στο κοινωνικό σύνολο, διαφημίζοντας τη δωρεά ως μια αλτρουϊστική πράξη προσφοράς.  Είναι που, και στην καλύτερη περίπτωση,  δεν γίνεται άμεσα εμφανές πώς η αίγλη που αποκτά ο επιχειρηματίας από τη σύνδεσή του με τις ανάγκες της κοινωνίας του εξασφαλίζει μια σειρά συμβολικών και άυλων πλεονεκτημάτων με μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη.
               Όσο αμβλύνεται η κρατική μέριμνα  ο κυρίαρχος λόγος προωθεί την ιδέα περί κοινωνικής ευθύνης των εταιρειών και των πλούσιων επιχειρηματιών δικαιώνοντας επιλογές τους και …καθαγιάζοντας την ελεύθερη αγορά, που απομένει η μόνη για να χρηματοδοτεί και να επενδύει σε δημόσια αγαθά –που παύουν βέβαια να είναι προσβάσιμα  στις υποτελείς τάξεις. Γι’ αυτές απομένει η …φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της κυρίαρχης τάξης.

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

ΑΞΙΑ ΓΗΣ

Μια βδομάδα από την μεγάλη τραγωδία της φωτιάς στην Αττική, αρχίζει η αναζήτηση, δειλά είναι η αλήθεια, εκείνων των αδυναμιών που στη συνάντησή τους με τον κίνδυνο της φωτιάς προκάλεσαν την καταστροφή. Κι επειδή οι συνέπειες των φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών είναι πολυάριθμες και επηρεάζουν όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής, εφόσον συντελούν στην απότομη διακοπή της κανονικότητας, πάντα υπάρχει ο φόβος να ακολουθήσουν πολιτικά γεγονότα που μπορεί να αποτελέσουν την αφορμή ή ακόμη και την αιτία για μια πολιτική κρίση. Γι’ αυτό κάθε φορά οι κυβερνώντες προσπαθούν να ελέγξουν τις λαϊκές αντιδράσεις, αναδεικνύοντας την ικανότητά τους να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν, να σχεδιάσουν και να υποσχεθούν πολιτικές δράσεις σε κρίσιμες καταστάσεις, αν και πολλές φορές αντιμετωπίζουν την καταστροφή περισσότερο με επικοινωνιακούς όρους, όπως κατηγορείται πως συμβαίνει με την κυβέρνηση των ΑΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Γι’ αυτό κι αποκτά τέτοια βαρύνουσα σημασία πότε ο πρωθυπουργός πληροφορήθηκε την ύπαρξη νεκρών στην περιοχή της πυρκαγιάς. 
          Σε συνεντεύξεις τους υπουργοί της κυβέρνησης υποδεικνύουν ως μια αιτία της καταστροφής την αυθαίρετη δόμηση. Ο υπουργός άμυνας Π. Καμμένος σε συνέντευξή του στο BBC χαρακτηρίζει έγκλημα από το παρελθόν την άναρχη δόμηση στο Μάτι και σε όλη την ακτογραμμή, όπου οικοδομήθηκαν οι περισσότερες κατοικίες χωρίς την απαραίτητη άδεια. Και ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρ. Σπίρτζης, πρώην πρόεδρος του ΤΕΕ, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ διαβεβαιώνει για το ίδιο θέμα πως «το έγκλημα δεκαετιών ολόκληρων –διότι περί εγκλήματος πρόκειται- δεν θα συνεχιστεί» και ότι ήρθε η ώρα τροποποίησης των οικισμών, για να είναι ασφαλείς, να έχουν επαρκείς οδούς διαφυγής, καθαρισμένα ρέματα, πολεοδομικό σχεδιασμό. Μοιάζει για την κυβέρνηση επικοινωνιακά να είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμη η επίρριψη της ευθύνης για την καταστροφή σε μια χρόνια, πραγματική κατάσταση, για την οποία από τη μια θεωρεί πως η ίδια δεν ευθύνεται και από την άλλη εμμέσως μπορεί να συμπεριλάβει και όλο τον πληθυσμό που ανέχτηκε αλλά και εκμεταλλεύτηκε αυτή την κατάσταση. Όλοι υπεύθυνοι, κανένας υπεύθυνος.
             Είναι αλήθεια πως τις ανάγκες στέγασης των, με ραγδαίους ρυθμούς, αστικοποιούμενων πληθυσμών, μέχρι τη δεκαετία του 1970, κάλυψε η αυθαίρετη δόμηση εκτός σχεδίου. Η δόμηση αυτή ευνοήθηκε πολύ από τα κενά της πολεοδομικής νομοθεσίας και την ανοχή των διοικητικών μηχανισμών. Έτσι, αποτέλεσε ουσιαστικά έναν βασικό άξονα της κρατικής κοινωνικής πολιτικής για την κατοικία και κύριο μηχανισμό ανάπτυξης του αστικού χώρου. Από τη δεκαετία του 1970, η κατάσταση ως προς την αυθαίρετη δόμηση διαφοροποιείται ποιοτικά. Το μεγάλο ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης ανακόπτεται και οι κυρίως ενδιαφερόμενοι δεν είναι πια, σε μεγάλο βαθμό, εξαθλιωμένοι εσωτερικοί μετανάστες, όπως στο προηγούμενο διάστημα. Τώρα πια κατασκευάζονται περισσότερο αυθαίρετα εκτός σχεδίου για κατοικία - συνήθως δεύτερη - αλλά και για κέντρα διασκέδασης, επαγγελματικούς χώρους κ.ο.κ., από άτομα κάθε εισοδηματικού επιπέδου, που δεν στερούνται πρώτης κατοικίας και εκμεταλλεύονται τη νομοθεσία, τους διοικητικούς μηχανισμούς αλλά και ένα είδος «ηθικής δικαίωσης» που καλύπτει την αυθαίρετη δόμηση για πρώτη κατοικία των υποτελών τάξεων. 
              Θα μπορούσαμε δηλ. να πούμε πως οι πολεοδομικές παροχές προς τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα επιτελούσαν εν μέρει την αποστολή που θα μπορούσε να είχε το διαφημιζόμενο κράτος πρόνοιας, αν δεν ήταν κάκιστης ποιότητας, παρέχοντας δια της παραλήψεως την δυνατότητα στις κατώτερες τάξεις να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες με παράλληλη όμως πρόσδεσή τους στην πολιτική συναλλαγή. Αυτού του είδους η ιδιορρυθμία έδωσε στις υποτελείς τάξεις την δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά γης και στα κέρδη που αυτή παρέχει και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και στη συναίνεσή μεγάλου τμήματος στην ισχύουσα πολιτική τάξη πραγμάτων. 
                  Εν ολίγοις, η κρατική πολιτική στο ζήτημα της κατοικίας του αστικοποιημένου πληθυσμού δεν ήταν προϊόν αμέλειας ή άγνοιας, αλλά μάλλον μια προσπάθεια τα οφέλη που θα αποκομίσουν εκκολαπτόμενοι μικροαστοί να λειτουργήσουν εξισορροπητικά απέναντι στην φορολογία που υφίστανται, ενώ συγχρόνως η συγκεκριμένη πρακτική τροφοδοτούσε την παραοικονομία με μεγάλες υπεραξίες και η παράνομη δόμηση με τεράστια αφορολόγητα εισοδήματα σε όλους τους κλάδους της οικοδομής και των κατασκευών. 
                 Επομένως, αν για να εξαχθεί κέρδος από τη γη τα ζητούμενα είναι η ιδιοκτησία γης και το κεφάλαιο, στην χώρα μας απροκάλυπτα μεσολαβεί ο πολιτικός παράγοντας και οι κοινωνικές σχέσεις σαν φορείς που πραγματώνουν την ιδιοκτησία και το κεφάλαιο που αποτελεί ακριβώς πολιτική επιλογή του ελληνικού κράτους, και οι καταπατήσεις δημόσιων και ιδιωτικών εδαφών, η εκτός σχεδίου δόμηση αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της επιλογής. Η περιαστική και αγροτική γη που μετατρέπεται σε αστική μέσω της οικοπεδοποίησης και της αυθαίρετης δόμησης από την οποία επωφελούνται κατά καιρούς, έστω και λίγο, όλες οι κοινωνικές τάξεις, εξισορροπώντας την απουσία κρατικής πρόνοιας απέναντι στις κατώτερες τάξεις με βάση την ανοχή και την καλλιέργεια της παρανομίας από το ίδιο το κράτος, είναι πολιτική επιλογή της κυρίαρχης τάξης που κυβερνά. Η αξία γης, η γαιοπρόσοδος, αναδεικνύεται το ισχυρότερο μέσο ανέλιξης που διέθετε κανείς, το δέσιμο με τη γη γίνεται κομμάτι της προσωπικότητας του καθενός, ταυτισμένο με την αυτοεκτίμηση και η οικονομική εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας γίνεται αυτοσκοπός για την κοινωνική αναγνώριση. Όλη αυτή η κατάσταση πηγάζει από την ίδια την μορφή των οικονομικών σχέσεων και της συναλλαγής μεταξύ των τάξεων στον ελληνικό χώρο, είναι ένα φαινόμενο εκτεταμένο σε ολόκληρη χώρα, σε μια προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να κερδίσει τη συναίνεση των υποτελών τάξεων, παρέχοντας ένα κράτος πρόνοιας με «αλά καρτ» παροχές.
            Και κάπως έτσι όταν μας βρίσκουν οι καταστροφές αναζητώντας τους υπεύθυνους αυτοί μας λένε, με εύσχημο τρόπο, να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναλωθούμε σε μια ατέλειωτη ενδοσκόπηση, ένας τρόπος κι αυτός για να περιοριστεί η οργανωμένη διεκδίκηση από συνειδητοποιημένη εργατική τάξη.

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ


Ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας επικαλέστηκε ασύμμετρα φαινόμενα για την φωτιά που προκάλεσε τη μεγάλη τραγωδία στην Αττική, κήρυξε τριήμερο πένθος, επέμενε στην ενότητα για αντιμετώπιση της τραγωδίας, υποσχέθηκε αναζήτηση των αιτιών σε πιο κατάλληλο χρόνο. Ο τομεάρχης εξωτερικών της Ν. Δημοκρατίας Γ. Κουμουτσάκος προσπαθεί να επαναφέρει τον ευρωβουλευτή του ίδιου κόμματος Γ. Κύρτσο στη γραμμή εθνικής ενότητας που ακολουθεί σ’ αυτήν την περίσταση επίσημα το κόμμα τους.  Ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας  του Πολίτη Ν. Τόσκας χαρακτηρίζει την περιοχή «ένα τεράστιο αυθαίρετο» και υπόσχεται κι αυτός μελλοντικό καταλογισμό  ευθυνών. Η σκέψη των εφοπλιστών είναι «κοντά στα θύματα της εθνικής τραγωδίας», το παραλήρημα του μητροπολίτη Καλβρύτων Αμβρόσιου, που στις φωτιές της Αττικής αναγνωρίζει την οργή του θεού γιατί είναι άθεος ο πρωθυπουργός, χαρακτηρίζεται από την αρχιεπισκοπή Αθηνών έκφραση «αποκλειστικά και μόνο» προσωπικών απόψεων.
               Η κυρίαρχη τάξη με το πολιτικό προσωπικό της προσπαθεί με όποιο τρόπο διαθέτει να βρει το δρόμο για να περάσει τα μηνύματά της στα κεφάλια μας, να διαμορφώσει τη σκέψη μας κατά τα συμφέροντά της για να επιτύχει και σ’ αυτήν την τραγωδία τη συναίνεσή μας. Μοιάζει να  θέλει να γίνει δεκτή η ιδέα των ακραίων φαινομένων, με την κλιματική αλλαγή να κουμπώνει άνετα,  ως βασική αιτία της τραγωδίας.
               Αν όμως θεωρείται δεδομένη η ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στην εκδήλωση ενός φυσικού φαινομένου, οι συνέπειές του όμως κατά ένα μεγάλο ποσοστό εξαρτώνται από την ικανότητα των  ανθρώπινων μηχανισμών να τις ελέγξουν. Κι επειδή στα πλαίσια της αστικής διακυβέρνησης και με τους αγώνες των υποτελών τάξεων η κυρίαρχη τάξη υποχώρησε στην ανάπτυξη αυτού που ονομάσαμε κράτος πρόνοιας, το σύνολο σχεδόν  της κοινωνίας, θεωρώντας το ίδιο το αστικό κράτος εκφραστή του καθολικού και εγγυητή του γενικού συμφέροντος, προσδοκά απ’ αυτό να διαθέτει τους μηχανισμούς του για την επιτυχημένη αντιμετώπιση των καταστροφών και την ανακούφισή του  απ’ αυτές. Κι επειδή πολλές φορές οι φυσικές ή και ανθρωπογενείς καταστροφές μπορεί να έχουν ως συνέπεια σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, ανατροπή πολιτικών, αφού επηρεάζουν σημαντικά όλες τις πτυχές της ζωής των ανθρώπων, το πολιτικό κατεστημένο είναι πολύ προσεχτικό στην μικροπολιτική εκμετάλλευση τέτοιων τραγωδιών. Σε τέτοιες περιόδους κρίσης το κράτος έχει υποχρέωση να ικανοποιεί το συντομότερο όλες τις βασικές ανάγκες και οποιαδήποτε καθυστέρηση υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Γι’ αυτό και οι υποσχέσεις δεν λείπουν.
               Η κυβέρνηση, και με την ανοχή της αστικής αντιπολίτευσης, προσπαθεί με επικοινωνιακά τεχνάσματα, κάποια υπερβολικά απλοϊκά και κακοστημένα, να εξασφαλίσει την  εμπιστοσύνη των πολιτών που είναι η πιο θεμελιώδης στάση απέναντι στην κυβέρνηση και η οποία πιθανόν να μην αλλάξει γρήγορα, αλλά όμως μπορεί να μεταβληθεί αργότερα ακόμα και από ένα πιο ασήμαντο πολιτικό πρόβλημα. Εν ολίγοις, η αποτυχημένη διαχείριση καταστροφών μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κρίση που μπορεί να επηρεάσει έντονα το πολιτικό σύστημα. Κι  αυτός ο φόβος των αστών πολιτικών  για αρνητικές πολιτικές  επιπτώσεις μετά από την καταστροφή  μεγαλώνει επειδή έχει σημασία  η στιγμή εκδήλωσης της, όταν  έχει ήδη συσσωρευτεί θυμός και αγανάκτηση από την οκταετή πολιτική λιτότητας.
               Η ασκούμενη πολιτική αυτήν την οκταετία όχι μόνο δεν αύξησε την ικανότητα αντιμετώπισης τέτοιων καταστροφών, αλλά μεγέθυνε την τρωτότητα μας, αφού το οικονομικό κόστος που απαιτείται κάθε άλλο παρά ήταν στις πολιτικές προτεραιότητες είτε της εγχώριας διακυβέρνησης είτε της ευρωπαϊκής, που ενδιαφέρονται για την καπιταλιστική αναδιάρθρωση εις βάρος των εργαζομένων.
               Δηλ.  στην τελική, η υπερβολική έμφαση στη φυσικότητα τέτοιων γεγονότων, ως αιτία μεγάλων καταστροφών δεν είναι απόλυτα πειστική,  εφόσον η σύγχρονη τεχνολογία μέχρις ενός βαθμού μπορεί  να προλάβει η να προστατέψει από τις συνέπειές τους, αρκεί ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας μιας κοινωνίας να μην αποβλέπει στην εξυπηρέτηση συμφερόντων  που επιδιώκουν μόνο το οικονομικό κέρδος.  Θεωρώντας τη φύση κύρια υπεύθυνη για τις καταστροφές (στις πυρκαγιές του 2007 ήταν ανίκητος ο «στρατηγός άνεμος» στις τωρινές οι κλιματολογικές αλλαγές) συγκαλύπτονται τα πολιτικά χαρακτηριστικά των καταστροφών και οι ευθύνες του καπιταλισμού που αδιαφορεί για τις ζωές των ανθρώπων.
                Διαβάζοντας σχετικά με  τη διαχείριση των φυσικών καταστροφών, πως αποτελείται από δυο φάσεις που λαμβάνουν χώρα πριν συμβεί η καταστροφή, την πρόληψη των καταστροφών  και την ετοιμότητα αντιμετώπισης τους, δυσκολεύεται κανείς να τις αναγνωρίσει στις πληροφορίες που κυκλοφορούν σχετικά με την τραγωδία στην Αττική.   Και φυσικά οι ελπίδες είναι πολύ μικρές για τις τρεις φάσεις που λαμβάνουν χώρα μετά την επέλευση της καταστροφής, την ανακούφιση από την καταστροφή, την αποκατάσταση και την ανασυγκρότηση. Γιατί βέβαια δεν αρκεί η κοινωνική αλληλεγγύη η οποία  εκδηλώθηκε σε τέτοιο εύρος, χωρίς την οργανωμένη πολιτεία, που όμως υπάρχει ο φόβος χωρίς τη λαϊκή πίεση να συνεχίσει να έχει ως  προτεραιότητες τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς της.  

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΟΥΝΤΙΑΛ



Ένα ακόμα Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου ολοκληρώνεται  με πολλές εκπλήξεις. Αναμφισβήτητα,  σε όλες αυτές τις  διοργανώσεις που δίνουν την ευκαιρία για  συναρπαστικό, πολλές φορές, θέαμα, 22 αντρών που αγωνίζονται για 90 λεπτά, υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό που βλέπει το μάτι μας.
                Είναι προβληματισμοί για διαφθορές στη διαιτησία, για στημένα παιχνίδια, για τον τρόπο λειτουργίας της FIFA, για την κρυμμένη, για το συνηθισμένο ανυποψίαστο παρατηρητή,  πολιτική στο Παγκόσμιο Κύπελλο, για την επιλογή αυτών που το φιλοξενούν  και πολλά άλλα που είναι δύσκολο να ν’ απαντηθούν τεκμηριωμένα. Το βέβαιο πάντως είναι πως πρόκειται για μια πολλών δισεκατομμυρίων επιχείρηση  μ’ όλες τις αντιφάσεις της και τα παράδοξα.
Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο έχει επηρεαστεί σημαντικά από  την παγκοσμιοποίηση και  εμπορευματοποίηση, ιδιαίτερα στην πλούσια Δυτική Ευρώπη, όπου οι επενδύσεις σ’ αυτό ανοίγουν μεγάλες πολιτικές και οικονομικές προοπτικές. Μόνο που χώρες φτωχές αποτυχαίνουν να επενδύσουν οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους στον αθλητισμό και γι’ αυτό βλέπουμε στο Μουντιάλ  την Αφρική να καταποντίζεται. Κι ενώ οι καλύτερες ομάδες του κόσμου προσελκύουν παίκτες από την Αφρική, οι αφρικανικές χώρες δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά να δημιουργήσουν τις δικές τους εθνικές ομάδες.
Δυσθεώρητο είναι το ποσό των χρημάτων που εμπλέκεται στη βιομηχανία του ποδοσφαίρου που λειτουργεί με τους νόμους του καπιταλισμού. Μικρές ομάδες καταβροχθίζονται από μεγάλες, οι καλύτεροι παίκτες παγκοσμίως αλιεύονται από μεγάλες ομάδες με τον καλύτερο πλειοδότη να κερδίζει.
Γι’ αυτό και η μετανάστευση των ποδοσφαιριστών είναι θεμελιώδους σημασίας για το σύγχρονο παιχνίδι, με τους καλύτερους αθλητές από τα φτωχότερα περιφερειακά πρωταθλήματα να κατευθύνονται στον πλούσιο πυρήνα του ποδοσφαίρου στην Ευρώπη, κάτι αντίστοιχο με τη δυτική οικονομία που χρησιμοποιεί τη μετανάστευση για να εκμεταλλευτεί φτωχότερες χώρες και τους ανθρώπινους και φυσικούς τους πόρους. Οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ απασχόλησης σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και σε αφρικανικά συμβάλλουν στη μετανάστευση του επαγγελματία της Αφρικής προς τις ευρωπαϊκές ομάδες. Στις φτωχές αφρικανικές χώρες υπάρχει η αντίληψη ότι παίζοντας επαγγελματικό ποδόσφαιρο στο εξωτερικό είναι ένας ρεαλιστικός τρόπος για τους νέους να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Οι μετανάστες ποδοσφαιριστές, όπως και οι υπόλοιποι μετανάστες, ακολουθούν τις περισσότερες φορές καθιερωμένα μονοπάτια μετανάστευσης που έχουν χαράξει οι αποικιακές σχέσεις των αφρικανικών χωρών με αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Κι αυτά τα μονοπάτια κατασκευάζονται και συντηρούνται από έναν ολόκληρο κόσμο  που εκμεταλλεύεται την «μεταναστευτική βιομηχανία» και  αποκομίζει υψηλά οικονομικά οφέλη. Η διεθνής ποδοσφαιρική μετανάστευση χρησιμεύει για τη διαιώνιση της υπανάπτυξης στο εσωτερικό αφρικανικό ποδόσφαιρο, την αποδυνάμωση του εργατικού δυναμικού του αφρικανικού ποδοσφαίρου με παίκτες που εξαρτώνται από τη χρηματοδότηση και την κατάρτιση από το εξωτερικό, μια μικρογραφία των σχέσεων της οικονομικοπολιτικής ζωής, όπου ο ποδοσφαιρικός μετανάστης αντιμετωπίζεται ως ένα οικονομικό εμπόρευμα.
Ένα αποτέλεσμα της  παγκοσμιοποίησης του αθλητισμού και εμπορευματοποίησης των αθλητικών ταλέντων είναι η άρση των εμποδίων για τους εξειδικευμένους μετανάστες  με ταλέντα και η δυνατότητα αναζήτησης υψηλότερων μισθών και βιοτικού επιπέδου στο εξωτερικό. Βέβαια, στην παγκόσμια ποδοσφαιρική οικονομία αυτοί οι αθλητές δεν είναι παρά το αντίστοιχο των φυσικών πόρων που εξάγονται και πωλούνται με κέρδος, όπως οι κόκκοι καφέ ή τα διαμάντια, μόνο που οι αφρικανοί παίκτες έχουν επαναληπτική αξία, αξιολογούνται ως περιουσιακό στοιχείο για την επίτευξη του μέγιστου κέρδους, ένα εμπόρευμα από το οποίο αναπτύσσονται αλυσίδες προστιθέμενης αξίας. 
Στο Μουντιάλ βλέπουμε πολύ συγκεκριμένα τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης που τις προηγούμενες δεκαετίες οι ιδεολόγοι της ήθελαν να μας πείσουν για τις προοπτικές που έδινε και στις φτωχότερες χώρες δίνοντάς τους πρόσβαση σε πόρους. Μόνο που στην πραγματικότητα, τελικά υπερίσχυσαν τα μητροπολιτικά κέντρα του καπιταλισμού υφαρπάζοντας ανθρώπινους και φυσικούς πόρους. Το ίδιο συμβαίνει  και στο ποδόσφαιρο, και το παγκόσμιο Κύπελλο αντικατοπτρίζει ακριβώς τις αντιφάσεις στην παγκόσμια οικονομία. Οι εισοδηματικές ανισότητες ανάμεσα στις  χώρες από τις οποίες αναδύονται οι ομάδες  τείνουν να αντανακλώνται στην κατάταξή τους στο παγκόσμιο κύπελλο.
Ένα παράδειγμα για τις συνέπειες της ροής ανθρώπινου δυναμικού προς την Ευρώπη που απογύμνωσε ομάδες της Αφρικής είναι και η Σενεγάλη, που το 2002 αποκλείει την κάτοχο κυπέλλου(1998) Γαλλία, η οποία ενσωματώνοντας στην ομάδα της παίκτες από τις αποικίες ή και αλλού φτάνει στον τελικό τώρα.
Την ίδια στιγμή, ενώ θεωρείται πως στο Μουντιάλ γιορτάζεται και ανταγωνίζεται η διαφορετικότητα των διαφόρων  εθνικών σχολών ποδοσφαίρου με τους θεατές ν’ αναζητούν τον μικρόσωμο Δαυίδ που θα κατατροπώσει ισχυρούς Γολιάθ, η αντίφαση είναι πως η ποδοσφαιρική μετανάστευση και η υπερίσχυση χρυσοφόρων επαγγελματικών συλλόγων της Δύσης  ομογενοποίησε το ποδόσφαιρο και κάνει αδύνατη την ύπαρξη ιδιαιτερότητας στο παιχνίδια. Π.χ. η Βραζιλία πια δεν παίζει σαν Βραζιλία. Επικρατώντας η  ευρωπαϊκή αντίληψη, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει είναι η νίκη με όλες τις συνέπειες στο οικονομικό επίπεδο, παρά η διαδικασία του παιχνιδιού. Και ίσως αναζητώντας τη διαφορετικότητα που μπορεί να συναρπάσει  εστιάζεται περισσότερο το ενδιαφέρον στην ανάδειξη συγκεκριμένων παικτών, αφού οι ομάδες και το παιχνίδι τους τείνουν να είναι ίδιες. Κι έτσι αμφισβητείται πως οι καλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες έχουν σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, παίζουν μεταξύ τους και η προσωπική λάμψη του κάθε παίκτη υποτάσσεται στο κοινό καλό της ομάδας.
Κι αν θεωρείται το Μουντιάλ ένα κάλεσμα  για ενότητα και συναδέλφωση,  κι αν το παγκόσμιο κύπελλο στις οθόνες όλου του κόσμου θέλει να θυμίζει ότι είμαστε ένας λαός, μια φυλή είναι η επιχειρηματική λογική  που αποβλέπει στο κέρδος  που το ελέγχει, συντηρεί και προωθεί.