Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΥΠΟ ΚΑΤΆΡΡΕΥΣΗ

 

Λέγεται χρόνια τώρα, ότι έχουμε μπει σε μια περίοδο αποτελμάτωσης και παρακμής. Δεν ξέρουμε πού να τραβήξουμε, μας φαίνεται αδύνατο να προχωρήσουμε, τα εμπόδια φαίνονται αξεπέραστα και πολιτικοί και οικονομολόγοι μοιάζει να μην έχουν τίποτε να προτείνουν για τις δυσκολίες του καπιταλιστικού συστήματος, παρά μόνο φρούδες ελπίδες στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και απειλές στις υπό εκμετάλλευση περιοχές. Όλο αυτό το σύστημα των ιδεών που υποβαστάζει την κοινωνική τάξη, αυτό το σφιχτοπλεγμένο σύστημα πεποιθήσεων που καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομικές δυνάμεις και αντανακλούν τη θέση της κυρίαρχης τάξης, αυτή η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης μοιάζει να βρίσκεται σε μια διαδικασία αποσύνθεσης. Όσο η ανισορροπία της καπιταλιστικής οικονομίας μονιμοποιεί  τη φτώχεια και αυξάνει τη δυστυχία η κυρίαρχη ιδεολογία αρχίζει να ξεφτίζει. Και η κυρίαρχη τάξη παίρνει τα μέτρα της για να μην αναπτυχτεί καμιά αντίπαλη ιδεολογία που να απειλεί το πρότυπο κοινωνικών σχέσεων που δημιουργεί και που γίνεται αποδεκτό από όλους σα φυσικό και δίκαιο και το οποίο στηρίζει  την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των προνομιούχων και της υποτέλειας των εκμεταλλευομένων τάξεων.
          Όσο λοιπόν οι ιδέες και αρχές του καπιταλισμού διαμορφώνουν τις πεποιθήσεις για τον άνθρωπο και τις κοινωνικές σχέσεις  και δεν αμφισβητείται ο  πυρήνας της εκμετάλλευσης στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής δεν θα πρέπει να εκπλήσσει που  άνθρωποι, οι οποίοι συμμετείχαν πριν δεκαετίες  σε αντιιμπεριαλιστικά ή απελευθερωτικά κινήματα, φυτεύουν σπόρους αμφιβολίας σχετικά με την επιθετικότητα των ΗΠΑ και του Ισραήλ με ανοιχτές επιστολές. Η αναφορά γίνεται στην ανοιχτή επιστολή προς τους πολιτικούς κρατούμενους του Ιράν που δημοσίευσε η εφημερίδα Γκάρντιαν υπογεγραμμένη από άτομα όπως η Άντζελα Ντέιβις, Ζούντιθ Μπατλερ, Γουόλντεν Μπέλο κλπ. Σ’ αυτήν την επιστολή εξισώνονται Παλαιστίνιοι πολιτικοί κρατούμενοι στα μπουντρούμια του  Ισραήλ με τους Ιρανούς πολιτικούς κρατούμενους, για να παρουσιάσουν το ιρανικό κράτος ως εγγενώς κακό και αυταρχικό και άξιο καταστροφής, ώστε να δικαιωθεί ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός για τον πόλεμο που διεξάγει με το Ισραήλ εναντίον του.
           Αυτή η ανοιχτή επιστολή μιας αριστεράς της Αμερικής με τη σεξουαλική επανάσταση, τις οικολογικές ανησυχίες, τις διεκδικήσεις ατομικών δικαιωμάτων είναι άλλη μια απόδειξη του οπορτουνισμού αυτών που χαρακτηρίζονται προοδευτικές δυνάμεις και αποκαλύφτηκαν απλώς ως το αριστερό χέρι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η κεντρική εικόνα στην επιστολή είναι οι «δυο λεπίδες ενός ψαλιδιού», δηλ.  η Ισλαμική Δημοκρατία  του Ιράν από τη μία πλευρά, ο αμερικανικός και ισραηλινός ιμπεριαλισμός από την άλλη, με τον ιρανικό λαό συνθλιμμένο ανάμεσά τους. Εισάγοντας  μια συμμετρία μεταξύ της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης του κόσμου και ενός κράτους που υφίσταται μια αναίτια επίθεση μετά από δεκαετίες οικονομικών κυρώσεων που είχε υποστεί, στην πραγματικότητα  κατασκευάζουν ένα ηθικό επιχείρημα για τον πόλεμο, δικαιώνοντάς τον, για να δημιουργηθεί το πολιτικό έδαφος, να γίνει αποδεκτή όποια ενέργεια των ΗΠΑ, που  δυσκολεύονται να κερδίσουν στρατιωτικά.  Ανακυκλώνουν ένα οικείο λεξιλόγιο, για ψευδείς δίκες, βασανιστήρια, στοχοποίηση μειονοτήτων, χωρίς πηγές και αποδείξεις και θολώνοντας τα νερά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα, σε ποια πλευρά του οδοφράγματος βρίσκονται. Γιατί ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς έντονα με πλευρές της εσωτερικής πολιτικής του Ιράν, αυτό που προέχει τώρα είναι να πάρει κανείς θέση στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
            Αυτή η  ανοιχτή επιστολή είναι σαν να συμπυκνώνει την υποκρισία της ιμπεριαλιστικής  πολιτικής  των ΗΠΑ και Ευρώπης που διακηρύττουν την πίστη τους στην ελευθερία, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και άλλα ηχηρά, ενώ ισοπεδώνουν χώρες και εξοντώνουν λαούς. Σαν τη  πολιτική ηγεσία της χώρας μας που  κομπάζει για τις συμμαχία της με το εγκληματικό κράτος του Ισραήλ και με τον  μικρομεγαλισμό της υποκρίνεται  ότι είναι στη σωστή πλευρά της ιστορίας.
            Το πρόβλημα είναι ότι οι ιδέες και οι αρχές του καπιταλισμού σαν ιδεολογία κυριαρχούν και αποτελούν ολόκληρη τη κοσμοθεωρία  της κοινωνίας, τη θεωρία της για τον άνθρωπο, για τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Κυριαρχεί το πρότυπο που υποστηρίζει  τις οικονομικές αρχές του καπιταλισμού, την επιχειρηματική δραστηριότητα για την κερδοφορία, τον οικονομικό ανταγωνισμό, την επιβίωση του ισχυρότερου.  Με κίνδυνο καμιά επαγρύπνιση να μην υπάρχει για τα  απαίσια κακά που σημαδεύουν κάθε καπιταλιστική ανάπτυξη ή κρίση και τα οποία όταν δεν υπάρχει ρωμαλέο εργατικό κίνημα ούτε καν μετριάζονται.
           Τα τελευταία χρόνια όμως, ακόμα κι αν η επιρροή της μηχανής της κυρίαρχης προπαγάνδας είναι διάχυτη σε όλη την καπιταλιστική δύση, η  φρικιαστική πραγματικότητα φαίνεται ότι έχει αρχίσει  να την εξουδετερώνει, στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο.  Όσο τα  κτηνώδη εγκλήματα του Ισραήλ αποκαλύπτονται και όσο η αλαζονεία των ΗΠΑ γελοιοποιείται  με την αποτυχία στο Ιράν, παρά τις δολοφονίες των ηγετών του, τον οικονομικό πόλεμο εναντίον του, τον αδιάκριτο βομβαρδισμό στις υποδομές του, τη διείσδυσή τους στην Ιρανική κοινωνία με κατασκόπους και σαμποτέρ, όσο αυξάνονται τα φληναφήματα για θυσίες σε επικείμενο πόλεμο, όσο σκληραίνουν οι συνθήκες διαβίωσης της πλειοψηφίας ο κίνδυνος ν’ αρχίζουν να αμφισβητούνται οι αρχές του καπιταλισμού είναι ορατός. 
         Κι αν πριν πενήντα χρόνια, και όταν υπήρχε το αντίπαλο δέος της ΕΣΣΔ, οι αμφισβητήσεις αποστομώνονταν από τις νέες εξελίξεις της ιδεολογίας του καπιταλισμού που μεταμφιέζονταν σε σοσιαλιστική, χωρίς βέβαια την πάλη των τάξεων, από πρόθυμους διανοούμενους με πρόσημο αριστερό και πάντα όμως αντικομμουνιστικό, στα χρόνια μας ξεμείναν με τις θεωρίες δικαιωμάτων που ούτε οι ίδιοι οι καπιταλιστές δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να κρύψουν την καταπάτησή τους στους χώρους εργασίας, στα μέτωπα του πολέμου. Γι’ αυτό, επειδή η σοσιαλδημοκρατία αποδείχτηκε η άλλη πτέρυγα της ιμπεριαλιστικής τάξης,  είναι πια τόσο δύσκολο να πείσουν για να νεκραναστηθούν οι κάθε λογής σοσιαλδημοκράτες, αριστεροί, αναθεωρητές, ανανεωτικοί κλπ.
           Αυτό που μόνο επιδιώκεται από την κυρίαρχη τάξη συστηματικά και ασταμάτητα είναι να μην ανέβη η  πολιτική συνειδητοποίηση των εκμεταλλευομένων τάξεων ως το βαθμό που να μπορούν να γνωρίζουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους για να τα αλλάξουν. Γι’ αυτό και οι κομμουνιστές θεωρούνται τόσο επικίνδυνοι από την κυρίαρχη τάξη. Γιατί σε μια καπιταλιστική κοινωνία διεφθαρμένη και καταστροφική για τον άνθρωπο, σε μια οικονομικοπολιτική τάξη πραγμάτων βασισμένη στην εκμετάλλευση οι κομμουνιστές διακηρύττουν και αγωνίζονται για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, πρωτοπόροι των εργατικών αγώνων.

 

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ

 

Από κρίση σε κρίση είναι καιρός πια να εμπεδωθεί ότι ο καπιταλισμός μας βρίσκεται σε συνεχή κατάσταση κρίσης, εφόσον αυτή είναι μόνιμο μέρος της λογικής του.  Δεν είναι λοιπόν οι κρίσεις του που διαμορφώνουν ένα κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ανάλγητο και εχθρικό για όσους δεν κατέχουν τα μέσα παραγωγής, αλλά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
         Ο καπιταλισμός υπονομεύει τα φυσικά συστήματα της γης και η επιθυμία για κέρδος οδηγεί σε ολοένα και περισσότερη απαλλοτρίωση και υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και γι’ αυτό η διαχείριση των πυρκαγιών  που κάθε καλοκαίρι καταστρέφουν δάση, οικισμούς και περιουσίες δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό το πλαίσιο. Παρά τα όσα ηχηρά κάθε φορά λέγονται από τις κυβερνήσεις, και η τελευταία κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι καθόλου φειδωλή σε υποσχέσεις και κατευνασμούς, δεν υπάρχει καμιά αναστολή στη διαχείριση της γης, και φυσικά των πυρκαγιών,  μπροστά στην εξασφάλιση του  κέρδους. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα εξηγείται η έλλειψη πρόληψης πυρκαγιών, η αδυναμία σχεδιασμού και η ένδεια των μέσων πυρόσβεσης από το αστικό κράτος. Και φυσικά, όχι  όπως ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επέκταση των πυρκαγιών δεν οφείλεται κάθε φορά στην ένταση των καιρικών φαινομένων που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό και κάθε επιχειρησιακή δυνατότητα.
Άλλωστε ο πρωθυπουργός, όπως και οι πολιτικοί των αστικών κομμάτων, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, με μια αδιαφορία για την πειστικότητα του λόγου του επιχειρηματολογεί πάντα με μοναδική έγνοια να δικαιολογεί πολιτικές του και να δικαιώνει δράσεις που εξυπηρετούν την καπιταλιστική κερδοφορία.
Βέβαια,  επειδή ο  καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στο «διαίρει και βασίλευε» οι κυβερνήσεις παίζουν το χαρτί του εθνικισμού ή καταφεύγουν στην ξενοφοβία για να αποδυναμώνουν το εργατικό κίνημα, προσπαθώντας να στρέψουν τους εργαζόμενους τον έναν εναντίον του άλλου. Έτσι και  ο Κ. Μητσοτάκης τα τελευταία χρόνια, με μπροστάρη τον υπουργό Μετανάστευσης Θ. Πλεύρη, προσπαθεί να εκφοβίσει με το μεταναστευτικό και να κάνει επίκεντρο της πολιτικής του την δήθεν προστασία των πολιτών από τους μετανάστες.
Μάλιστα,  ο πρωθυπουργός στο Politico,  με αφορμή τη μεταναστευτική κρίση από τη μαζική εισροή ανθρώπων από το Μαρόκο  στη Θέουτα, βρήκε την ευκαιρία να κινδυνολογήσει για μια νέα μορφή υβριδικής απειλής που υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής μεταναστευτικής διαχείρισης που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρώπη και να προτείνει τη δημιουργία ενός ειδικού ευρωπαϊκού πλαισίου έκτακτης ανάγκης. Δεν παρέλειψε βέβαια, για να διασώσει ένα δημοκρατικό προφίλ, να τονίσει ότι δεν εγκαταλείπονται οι ευρωπαϊκές αξίες, απλώς προσαρμόζονται στις νέες πραγματικότητες.
Και πάλι γίνεται λόγος για άλλη μια  κρίση. Κι αυτή τη φορά  αυτή η μεταναστευτική κρίση προκάλεσε και την έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Εσωτερικών της Ε.Ε, στην οποία συμφώνησαν ανάμεσα στα άλλα στην ανάγκη θωράκισης των εξωτερικών συνόρων και στη βελτίωση του συντονισμού και της επικοινωνίας. Ακροδεξιοί και φασίστες βρήκαν την ευκαιρία, εκμεταλλευόμενοι τα γεγονότα στη Θέουτα, να καταφερθούν εναντίον των μεταναστών και να τους υποδείξουν ως εχθρούς που υπονομεύουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Κανείς όμως από την κυρίαρχη εξουσία δεν αναφέρεται στις καταστάσεις εκείνες που δημιουργούν τους μετανάστες. Γιατί ο  τεράστιος και αναγκαστικός εκτοπισμός ανθρώπων από αναπτυσσόμενες χώρες εξαιτίας της φτώχειας, του πολέμου και των διώξεων είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών πηγών και ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης. Γι’ αυτό  εστιάζεται η προσοχή στις λεγόμενες κρίσεις των συνόρων και δεν εξετάζονται τα βαθύτερα αίτια του εκτοπισμού, της κινητικότητας και μετανάστευσης των ανθρώπων ούτε κατανοείται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού πίσω από τις μεταναστευτικές τραγωδίες της Ευρώπης.
            Οι μεταναστευτικές πολιτικές των αστικών κυβερνήσεων στην εποχή της παγκοσμιοποίησης έχουν τρεις βασικές διαστάσεις. Από τη μια μετατρέπονται σε φρούριο οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ΗΠΑ, Ε.Ε, από την άλλη ευνοείται η επιλεκτική μετανάστευση για εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης, ενώ  χρησιμοποιούνται οι λεγόμενοι παράνομοι μετανάστες ως υπερεκμεταλλευόμενο εργατικό δυναμικό για τομείς της οικονομίας που δεν μπορούν να μετακινηθούν. Για την υπεράσπιση του φρουρίου από την υποτιθέμενη επίθεση αυτών των στρατών των ρακένδυτων φτωχών χρησιμοποιούνται οποιαδήποτε μέσα αποδεικνύονται απαραίτητα.  
Έτσι, η δημιουργία της ζώνης Σένγκεν ενεργοποιεί τη λογική του φρουρίου, που απαιτεί περιορισμό της νόμιμης κυκλοφορίας,  στρατιωτικοποίηση των εξωτερικών συνόρων με τη δημιουργία του οργανισμού Frontex,   περιορισμό και αποκλεισμό των ανθρώπων σε hotspot, ενός ευφημισμού για τα σύγχρονα στρατόπεδα εγκλεισμού. Βέβαια, η Ευρώπη φρούριο δεν σημαίνει το πλήρες κλείσιμο των συνόρων, αλλά τον έλεγχο για την αυστηρά οικονομική επιλεγμένη μετανάστευση που κατευθύνεται προς τομείς με ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ωθώντας στα άκρα την ωφελιμιστική λογική. Αυτή δεν είναι παρά μια κυνική επιλογή να χάσουν οι πιο φτωχές χώρες τους ειδικευμένους εργάτες τους χωρίς οι χώρες υποδοχής να χρειάζεται να επωμιστούν το κόστος  εκπαίδευσης αυτού του πολύπλοκου εργατικού δυναμικού.
          Η νέα λογική της μετανάστευσης μετατοπίζει σε ένα πλαίσιο απελευθέρωσης ολόκληρη την αγορά εργασίας. Κι ίσως η άσκηση συνεχούς πίεσης στους λεγόμενους παράνομους μετανάστες γίνεται για να τους αναγκάσει να αποδεχτούν το ρόλο της υπερεκμετάλλευσης που τους έχει ανατεθεί. Χωρίς δικαιώματα και χωρίς νομικό καθεστώς είναι εξαιρετικά εκμεταλλεύσιμοι και   στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά απουσιάζουν από το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά αντίθετα βρίσκονται στην καρδιά του συστήματος,  εφόσον αναγκάζονται να πουλήσουν την εργασία τους κάτω από την αξία της, προς όφελος βέβαια των καπιταλιστών.  
          Στον καπιταλισμό, η μετανάστευση θα είναι πάντα ένα εργαλείο των καπιταλιστών για τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Όλο το σύστημα εξαρτάται όλο και περισσότερο από την υπερεκμετάλλευση των εξαθλιωμένων εργαζομένων στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Οι  εταιρείες μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε φτωχότερες χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό, σε επικίνδυνες συνθήκες,  για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη,  και η εργατική τάξη στα φτωχότερα έθνη έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος των περιουσιών του παγκόσμιου καπιταλισμού.  Στις δυτικές  χώρες  οι  εργαζόμενοι φοβούνται για τις θέσεις εργασίας, καθώς αυτές συρρικνώνονται. Και είναι μόνο τα ταξικά συνδικάτα στους χώρους εργασίας που υποστηρίζουν ότι η ευθύνη δεν βαρύνει τους μετανάστες εργαζόμενους, αλλά χρησιμοποιούνται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι.    
          Επομένως, οι  σκηνοθετημένες  επιδείξεις πολιτικής βούλησης, όπως του Θ. Πλεύρη, για την απέλαση παράτυπων μεταναστών συγκαλύπτουν αυτή την οικονομική λειτουργία μ’ έναν φασιστικό λόγο που καθησυχάζει φόβους και εκμαυλίζει συνειδήσεις.  Ενώ οι  κατασταλτικές πολιτικές που εφαρμόζονται στοχεύουν περισσότερο στην αποθάρρυνση οποιωνδήποτε προσπαθειών διαμαρτυρίας παρά στην καταπολέμηση, όπως ισχυρίζονται, της λεγόμενης παράτυπης μετανάστευσης. Επιπλέον, συν τω χρόνω, καθιερώνεται ένας διάχυτος πολιτικός και επικοινωνιακός λόγος σχετικά με την ύπαρξη μιας υποτιθέμενης μεταναστευτικής κρίσης, που  χρησιμοποιείται για την παραγωγή συναίνεσης για νέα κατασταλτικά μέτρα.  
Μοιάζει λοιπόν η  κατάστασή των παράτυπων μεταναστών με ένα πείραμα αποκλεισμού του εργαζόμενου από το εργατικό δίκαιο. Κι απ’ αυτό το …πείραμα έως την εφαρμογή του σε μεγάλη κλίμακα, που να περιλαμβάνει και τους εγχώριους εργαζόμενους,  το βήμα δεν θα είναι δύσκολο να γίνει.  Και τι άλλο μένει και πάλι, από  τον κοινό αγώνα μεταναστών και ντόπιων εργαζομένων;