Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2021

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

 

Τους τελευταίους μήνες οι  καταγγελίες γυναικών για σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση και  οι  φόνοι γυναικών από τους άντρες συντρόφους τους, η χρησιμοποίηση μάλιστα του όρου γυναικοκτονία αναδεικνύει τις δολοφονίες αυτές ως εγκλήματα μίσους κατά των γυναικών με βάση το φύλο,  θεωρούνται προφανείς αποδείξεις ότι υπάρχει ανδρική κυριαρχία ακόμη και σήμερα. Μία από τις ιδιαιτερότητες αυτής της σχέσης δύναμης είναι ότι συχνά παραπλανεί, γιατί καλύπτεται από ένα πέπλο αγάπης και ρομαντισμού. Γι’ αυτό και το ζευγάρι είναι συχνά ο χώρος όπου η αρσενική κυριαρχία μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες μορφές βίας και μερικές φορές ακόμη και σε θάνατο.   
       Είναι προφανές ότι συνεχίζουμε και  το 2021 να ζούμε σε μια πατριαρχική κοινωνία, δηλ. καταπίεση των γυναικών ακριβώς επειδή είναι γυναίκες,  με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Μόνο που αυτή η καταπίεση δεν είναι ανεξάρτητη από το ίδιο το  καπιταλιστικό σύστημα και θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε το μερίδιο ευθύνης του καπιταλισμού όσον αφορά τις ανισότητες των φύλων.  
         Αν και η πατριαρχία και ο ρατσισμός προϋπήρχαν του καπιταλισμού, ο τελευταίος επιτρέπει στην κυρίαρχη  τάξη να παγιώσει την κυριαρχία της με την οργάνωση κι εκμετάλλευση αυτής ή εκείνης της διαφοράς, όπως χρώμα, φύλο, εθνικότητα κλπ. προς όφελός της. Η καταπίεση των γυναικών προηγήθηκε του καπιταλισμού. Αλλά κι αυτός την άλλαξε βαθιά, γιατί αντικαθιστώντας, σε μεγάλο βαθμό, την παραγωγή σε μικρή κλίμακα γεωργικών και βιοτεχνικών προϊόντων με βιομηχανία μεγάλης κλίμακας, διαχώρισε τον τόπο παραγωγής της εργατικής δύναμης (εργοστάσιο, επιχείρηση) από τον τόπο αναπλήρωσης της (οικογένεια) αναθέτοντας στις γυναίκες το ρόλο του διαχειριστή του σπιτιού.  Γι’ αυτό και ο  καπιταλισμός και η πατριαρχία είναι μορφές κυριαρχίας τόσο αλληλένδετες που φαίνονται αδιαχώριστες. Γιατί οι  βιολογικές διαφορές των δύο φύλων χρησιμοποιήθηκαν  για να εξορθολογιστεί η  ιεραρχική κοινωνική σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών,  αναγνωρίζοντας αυτόματα μια ανισότητα στην αποδοχή της διαφοράς.
            Βέβαια,  τα δικαιώματα των δυτικών γυναικών έχουν επεκταθεί σημαντικά υπό την επήρεια της ανάπτυξης του καπιταλισμού, σαν συνέπεια της λογικής της κερδοφορίας δηλ. ότι  θα πρέπει να είναι σε θέση να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη χωρίς την άδεια των συζύγων και να καταναλώνουν ελεύθερα,  αλλά επίσης και κυρίως χάρη στους αγώνες τους. Οι γυναίκες εδώ και δύο αιώνες δεν έπαψαν να παλεύουν συλλογικά, και μάλιστα στα πλαίσια των κοινωνικών αγώνων για μετασχηματισμό της κοινωνίας,  για να διεκδικήσουν το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα στην εργασία, την ελεύθερη μητρότητα, την πλήρη ισότητα στην εργασία, στην οικογένεια, την κοινωνία.
           Η καταπίεση που υφίστανται οι γυναίκες ως γυναίκες από τους άνδρες αναπαράγεται με πολλούς τρόπους, πέρα ​​από την αυστηρά οικονομική πτυχή, όπως μέσω της γλώσσας, των σχέσεων, των στερεοτύπων, των θρησκειών, του γενικότερου πολιτισμού  που δικαιολογούν άνισες σχέσεις μεταξύ των φύλων απέναντι στη δικαιοσύνη, στην εργασία, στην καθημερινή ζωή κι αυτή η καταπίεση έχει πολύ διαφορετικές μορφές, σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο.  Είναι ένα συνεκτικό σύστημα που διαμορφώνει όλους τους τομείς της συλλογικής και ατομικής ζωής. Η συγκεκριμένη συμβολή του καπιταλισμού ήταν αναμφίβολα η θεσμοθέτηση της υποτίμησης των γυναικών και του έργου τους. Η υποτιμημένη ή ακόμη και μη αμειβόμενη οικιακή εργασία, η έννοια της νοικοκυράς που τη συνοδεύει, καθώς και οι επαγγελματικοί διαχωρισμοί βρίσκουν την προέλευσή τους τη στιγμή που ο καπιταλισμός σταδιακά αντικατέστησε το μεσαιωνικό φεουδαρχικό σύστημα. Γι’ αυτό είναι  ανάγκη να αντιμετωπίζεται ο καπιταλισμός όχι ως ένα σύνολο νόμων και καθαρά οικονομικών μηχανισμών, αλλά μάλλον ως μια πολύπλοκη και αρθρωτή κοινωνική οργάνωση, που περιέχει μέσα της σχέσεις εκμετάλλευσης, κυριαρχίας και αποξένωσης. Η εξέγερση λοιπόν ενάντια στην καταπίεση ή την αντιληπτή εκμετάλλευση των γυναικών δεν οδηγεί αυτοδικαίως στην αμφισβήτηση της πατριαρχίας, αν δεν απαλλαγούμε, περιοριζόμενοι σ' αυτές,  από τις πιο κοινές εξηγήσεις είτε βιολογικής (π.χ. διαφορετική σεξουαλικότητα ή εγκέφαλος) είτε ψυχολογικής έμπνευσης ( π.χ. χαρακτήρας ή ανατροφή) και να οδηγηθούμε στην πολιτική κριτική της πατριαρχίας στα πλαίσια του καπιταλισμού, ως ένα δυναμικό σύστημα ισχύος, ικανό να διαιωνίσει τον εαυτό του, και το οποίο αντιστέκεται σε οποιαδήποτε μεταμόρφωση του κεντρικού πυρήνα του, δηλ.  την υπεροχή των ανθρώπων. 
          Επομένως, η τάση του καπιταλιστικού συστήματος να αναδιοργανώσει την οικονομία σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελός του έχει άμεσες επιπτώσεις στις σχέσεις μεταξύ των φύλων. Δηλ. το καπιταλιστικό σύστημα τρέφεται από ένα προϋπάρχον σύστημα καταπίεσης, την πατριαρχία και, συγχρόνως,  δείχνει και τα χαρακτηριστικά του. Η καταπίεση των γυναικών γίνεται ένα ακόμα  εργαλείο που επιτρέπει στους καπιταλιστές να διαχειρίζονται ολόκληρο το εργατικό δυναμικό προς όφελός τους, δίνοντας τους τη δυνατότητα να δικαιολογούν τις πολιτικές τους. Πχ. όταν  οι καπιταλιστές χρειάζονται εργασία, αναζητούν γυναίκες και τις πληρώνουν λιγότερο από τους άνδρες, που συντελεί στη μείωση γενικά των μισθών,  και το αστικό  κράτος τότε πιέζεται να παρέχει υπηρεσίες που κάνουν τα πράγματα λίγο πιο εύκολα για τις γυναίκες ή τις επιτρέπει να απελευθερωθούν από ορισμένες ευθύνες. Αλλά εάν δεν χρειάζονται πλέον τη γυναικεία εργασία, οι συνθήκες για τις γυναίκες επιδεινώνονται, η μητρότητα γίνεται αρνητικός παράγων στην εξεύρεση εργασίας για να περιοριστούν στα σπίτια τους, όπου εξ ανάγκης επιστρέφουν στην « «πραγματική τους θέση» σύμφωνα με την πατριαρχία. Εν ολίγοις, για να διαχειριστεί το ζήτημα της γυναικείας εργασίας, ο καπιταλισμός θα βασιστεί στην πατριαρχία, θα τη χρησιμοποιήσει ως μοχλό για τους στόχους του και θα την ενισχύσει. Κι έτσι εξηγείται γιατί ο καπιταλισμός, ενώ προωθεί, στο όνομα των κερδών, κάποια χειραφέτηση των γυναικών, παραμένει ωστόσο ακόμα προσκολλημένος τόσο στον παραδοσιακό οικογενειακό θεσμό, αφού η οικογένεια παίζει ρόλο ρυθμιστή της αγοράς εργασίας και είναι ένας σχετικά ευέλικτος θεσμός με μορφές που μπορεί να διαφοροποιούνται προς όφελος του καπιταλισμού, αλλά και στο ρόλο της γυναίκας σαν σεξουαλικό αντικείμενο, ακριβώς γιατί  μπορεί να γίνεται πηγή κέρδους.
           Αυτό το σύστημα είναι εξαιρετικά δυναμικό και ευκαιριακό, ικανό να προσαρμοστεί, να βρει κενά και νέες ευκαιρίες για κέρδος. Οι κρίσεις χρησιμοποιούνται για να το τροφοδοτούν. Οι ισχύουσες κοινωνικές σχέσεις είναι ευκαιρίες για εμπορευματοποίηση και κέρδος. Γι’ αυτό δεν είναι αντιφατικό από τη μια να εκθειάζεται επισήμως η ισότητα των φύλων ή να καταδικάζεται η έμφυλη βία (παράδειγμα η παρέμβαση της προέδρου της Δημοκρατίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) ενώ συγχρόνως παντού σε χώρους εργασίας ή στα ΜΜΕ να υποτιμάται η γυναίκα με όλους τους τρόπους (παράδειγμα όλα τα ριάλιτι της τηλεόρασης που αναπαράγουν, εμπορευματοποιώντας τα, όλα τα στερεότυπα σεξουαλικής προώθησης  της γυναίκας, (όπως the batchelor).
          Στην ουσία, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να βοηθήσει στην κατάργηση των ανισοτήτων. Χρειάζεται ουσιαστικά την απαλλοτρίωση της δουλειάς, του σώματος των γυναικών  μαζί με  εκείνων των τάξεων και στρωμάτων  που εκμεταλλεύεται καθώς επεκτείνεται για την παραγωγή κερδών. Είναι επομένως απατηλό να πιστεύουμε ότι μπορεί να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες μεταξύ των φύλων, χωρίς να καταπολεμήσουμε από κοινού τον καπιταλισμό και τις άλλες κοινωνικές σχέσεις που συνδέονται στενά με αυτόν.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021

ΟΠΟΥ ΚΑΠΝΟΣ…

 

Όλον αυτόν τον καιρό της πανδημίας αποδείχτηκε ότι οι αρχές του κράτους  στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης διαθέτουν εξαιρετικά εργαλεία καταστολής με όλους τους περιορισμούς στις δημόσιες ελευθερίας να συνοδεύονται από αυξημένη παρακολούθηση του πληθυσμού. Εν ονόματι της προστασίας της υγείας εκμαιεύεται η συναίνεση των πολιτών για τον περιορισμό της άσκησης δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως η ελευθερία κινήσεων, η ελευθερία του συνέρχεσθαι, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, που υποτίθεται πως υποστηρίζονται από την αστική δημοκρατία. Και ενάμιση χρόνο μετά την πρώτη καραντίνα τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μάλλον μεταλλάσσονται παρά καταργούνται, με βάσιμες υποψίες πως τελικά κάποια απ’ αυτά θα υιοθετηθούν, ανεξάρτητα από την υγειονομική κρίση.
        Αφού για μήνες οι αρχές σε διάφορες χώρες της ΕΕ μιλούσαν για προαιρετικό εμβολιασμό, προϊόντος του χρόνου καταλήγουν με τους περιορισμούς και τα πρόστιμα να επιβάλλουν το εμβόλιο σχεδόν στο σύνολο του πληθυσμού, επεκτείνοντάς το μάλιστα και στους  ανήλικους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία ή απλώς χρονική σύμπτωση οι σχεδόν ταυτόσημες ανακοινώσεις από τον δικό μας πρωθυπουργό και από τον πρόεδρο της Γαλλίας πριν από λίγες μέρες. Γιατί, ο σχεδιασμός της πολιτικής αντιμετώπισης της πανδημίας από όλα τα καπιταλιστικά κράτη χαράσσεται στη ίδια λογική του κέρδους,  της διάσωσης της καπιταλιστικής οικονομίας και της χειραγώγησης και ελέγχου των αντιδράσεων σ’ αυτήν.
               Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης  στο μήνυμα της 12ης Ιουλίου διαχωρίζει τη χώρα από τους κατοίκους της «Γιατί δεν κινδυνεύει η Ελλάδα, αλλά οι ανεμβολίαστοι Έλληνες», ωραιοποιεί καταστάσεις για την Πολιτεία που  «Θωράκισε το Σύστημα Υγείας», στοχοποιεί αυτούς που δεν εμβολιάζονται ότι «δεν θα οδηγήσουν τον τόπο σε καθολικές απαγορεύσεις»,  επιβραβεύει τους εμβολιασμένους με μια σειρά ρυθμίσεων που θα τους «αποδώσουν τα δικαιώματά τους», ενώ  συγχρόνως τους κολακεύει πως «δρουν με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία». Ανακηρύσσει τον εαυτό του, με τις αποφάσεις του που  «αποδίδουν ελευθερίες σε εκείνους που τις δικαιούνται», κριτή στην απονομή αυτονόητων δικαιωμάτων και προτρέπει ο καθένας να βάλει την υπογραφή του στο «τελευταίο κεφάλαιο της υγειονομικής κρίσης», με την προϋπόθεση « στο ένα μπράτσο να έχει το εμβόλιο της Ελευθερίας», σε μια ατυχή διατύπωση, στην πολλοστή προσπάθεια για λογοτεχνίζουσες εκφράσεις.

             Η χώρα μας, και όχι μόνο,  αυτή τη στιγμή χαρακτηρίζεται στο εμβολιαστικό θέμα από διχασμό, μεροληψία και διαβρωτική εμπιστοσύνη του κοινού σε κυβερνητικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών δημόσιας υγείας που είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία της αδειοδότησης και της διανομής εμβολίων. Η  σημασία της επίδρασης  της πειθούς σε βασικά ακροατήρια για να γίνουν κατανοητές οι  ανησυχίες, αξίες, στάσεις, και αντιλήψεις σχετικά με τον εμβολιασμό,  ακυρώνεται από  το τρέχον κλίμα πολιτικής και οικονομικής διαίρεσης, με την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, την αύξηση περιορισμών και εισαγωγής νέων διακρίσεων που δημιουργούν ένα φορτισμένο περιβάλλον το οποίο μάλλον αυξάνει παρά μειώνει τις ανησυχίες.

Η πολιτική  θα έπρεπε να ενημερώνεται από μια ηθική δημόσιας υγείας που να εστιάζεται στο κοινό καλό. Θα έπρεπε να στοχεύει στην ενίσχυση της υγείας της κοινότητας προστατεύοντας εκείνους που είναι πιο ευάλωτοι στην COVID-19, όχι να παγιώνει τις υπάρχουσες ανισότητες που επιδεινώνουν αυτές τις ευπάθειες ή να απαξιώνει τις όποιες ανησυχίες ως συνολικά ανορθολογικές, χωρίζοντας κάθετα την κοινωνία σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους. 

  Δεν φαίνεται να υπάρχει συμφωνία για τον πρωταρχικό σκοπό του προγράμματος των εμβολιασμών. Οι κυβερνήσεις συνήθως μιλάνε γι 'αυτούς ως ένα μέσο ανοίγματος των οικονομιών, τα άτομα ως μέσο για να επανέλθουν στην κανονική ζωή, οι  εμπειρογνώμονες στη δημόσια υγεία, ως μέσο μείωσης των μεταδόσεων. Κι αν φαίνονται αυτοί οι στόχοι να ευθυγραμμίζονται, η αδυναμία να ξεκαθαριστούν προτεραιότητες εξηγεί τις αντιφατικές αποφάσεις, όπως το άνοιγμα στον τουρισμό με σύγχρονη αυστηροποίηση των διακρίσεων στους ντόπιους με βάση το εμβόλιο. Ενώ μένει στον αέρα υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να δικαιολογηθεί η άνιση πρόσβαση σε βασικούς τομείς της ζωής.

            Από τη δημιουργία τους, τα εμβόλια κατέστησαν δυνατή την εξάλειψη ενός μεγάλου αριθμού μεταδοτικών ασθενειών, ιδίως αυτών που προσβάλλουν τα παιδιά. Η πολιτική εμβολιασμού μιας χώρας αποτελεί επομένως ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής της για την υγεία.  

Από την έναρξη της κρίσης για την υγεία της  covid-19, το εμβόλιο έχει προταθεί ως η μόνη θεραπεία ενάντια σε αυτήν την ασθένεια που θα μας επέτρεπε να ανακτήσουμε τη ζωή όπως πριν. Μετά από πολλούς μήνες έρευνας, ένα πρωτότυπο εμβόλιο από διάφορες εταιρείες, σε μικρό χρονικό διάστημα  ήταν έτοιμο να διατεθεί στο εμπόριο. Η ταχύτητα της δημιουργίας αυτού του εμβολίου εκπλήσσει και συγχρόνως ανησυχεί, και σωστά, μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης υπαγόρευσε την χρήση ενός εμβολίου που παρουσιάζεται ως η μόνη θαυματουργή λύση, χωρίς να παρέχεται ασφαλή εγγύηση, γιατί το επείγον δεν είναι πάντα καλός σύμβουλος. Εξάλλου, η ύπαρξη φαρμακευτικών σκανδάλων και πολιτικών για την υγεία που οδήγησαν σε σκάνδαλα υγείας είναι λόγοι για νόμιμους φόβους. Επομένως αποφάσεις κυβερνητικές που δεν προσπαθούν να πείσουν, αλλά να φοβίσουν και  που στοχεύουν στην επιβολή χρήσης εμβολίου υπό αυτές τις συνθήκες, δεν προάγει την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει το κοινό σε αυτό το αντίδοτο.  Και όταν μάλιστα επεκτείνεται ο εμβολιασμός στα ανήλικα παιδιά τα οποία η εμπειρία των προηγούμενων μηνών έδειξε πως δεν κινδυνεύουν. Κι επιπλέον όταν ο εμβολιασμός χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για αλλαγή εργασιακών όρων, όπως αποδεικνύουν οι δηλώσεις της υφυπουργού εργασίας Δ. Μιχαηλίδου σχετικά με τη σύνδεση εμβολίου και απόλυσης, ανεξάρτητα αν ακολούθησαν αργότερα διορθωτικές διευκρινήσεις, η καχυποψία δεν μειώνεται.   

               Όλες λοιπόν οι επιφυλάξεις, υποψίες, αντιρρήσεις προς τις αποφάσεις των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας, στις οποίες και επιστημονικά κέντρα έχουν ενταχτεί, δεν μπορεί να μπαίνουν κάτω από την ομπρέλα του ανορθολογισμού για να μην υπάρχει υποχρέωση λογικής αντιμετώπισής τους. Είναι  σε  ένα μεγάλο βαθμό η έλλειψη εμπιστοσύνης σε αποφάσεις της κυρίαρχης εξουσίας, την οποία ο φασιστικός λόγος με δημαγωγικό τρόπο εκμεταλλεύεται, που αντανακλάται στις αντιδράσεις στα μέτρα για την υγεία. Γιατί  είναι η ίδια η κυρίαρχη εξουσία των καπιταλιστικών κρατών, που δεν ενδιαφέρεται για την ενίσχυση των συστημάτων υγείας, που εξαθλιώνει τους εργαζομένους για να εξασφαλίσει τα κέρδη των καπιταλιστών, που δεν σταματά την προπαγάνδα για να εξουδετερώσει οποιαδήποτε εναλλακτική λύση, η οποία αυξάνει την καχυποψία για τις προθέσεις της. 

    Όλα αυτά είναι  ο καπνός που δείχνει πως υπάρχει φωτιά και φοβίζει, έστω και ενστικτώδικα, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η προπαγάνδα λοιπόν  εναντίον της Κούβας με τις παραποιημένες φωτογραφίες για να αποδειχτεί το μέγεθος των αντιδράσεων εναντίον της κουβανικής κυβέρνησης, η χρησιμοποίηση του εμβολιασμού ως κριτήριο αναστολής της εργασίας με ανοιχτή την εκδοχή της απόλυσης, η απαξίωση ως ανορθολογικών και κοινωνικά ανεύθυνων όλων των αντιδράσεων βρίσκονται στην ίδια λογική,  δεν αποτυπώνουν παρά τα ιδεολογικά μέσα  χειραγώγησης που χρησιμοποιεί η κυρίαρχη εξουσία. Είναι που μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να κατευθύνει τον καπνό προς ψεύτικες εστίες φωτιάς και όχι σ’ αυτήν που οι καπνοί της μας πνίγουν, δηλ του καπιταλισμού.
 Ώστε, μέρα με τη μέρα να αφήνεται ο εκφοβισμός να εξαπλωθεί, μέρα με τη μέρα να αφήνεται ο φόβος να εξαπλωθεί, μέρα με τη μέρα να αφήνεται το μίσος να εξαπλωθεί και  ήσυχα, να διεμβολίσουν την καθημερινότητά μας, και οι περισσότεροι να μην βρίσκουμε κανένα λάθος σ’ αυτό, υποταγμένοι στη λογική της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας χωρίς διέξοδο.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2021

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΟΜΟΙΟΓΕΝΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΔΥΝΑΜΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ

 

Στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση, στο άρθρο 85 ορίζεται πως για την κατανομή των μαθητών στα τμήματα, με απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων, τα κριτήρια  δεν είναι πια η αλφαβητική σειρά. Αντίθετα είναι πέρα από την « ποσοτική αναλογία μαθητών/τριών», οι «ειδικότερες μαθησιακές ανάγκες των μαθητών/τριών και η «διαμόρφωση ομάδων με στόχο τη διευκόλυνση της κοινωνικής ένταξης και μαθησιακής προόδου των μαθητών/τριών». Η απόφαση λαμβάνεται από το Σύλλογο των διδασκόντων και σε περίπτωση άρνησής του η απόφαση βαρύνει τον Διευθυντή ή Προϊστάμενο της σχολικής μονάδας, ενισχύοντας έτι περαιτέρω το ρόλο τους.    
       Ο βομβαρδισμός μας με τα ιδεολογήματα της αξιοκρατίας και αριστείας φαίνονται τώρα ιδιαιτέρως χρήσιμα, αφού δικαιολογούν αρκούντως  κατά τον κυρίαρχο λόγο, όχι μόνο τον πολλαπλασιασμό των προτύπων σχολείων, αλλά και  την κατηγοριοποίηση στο ίδιο το σχολείο των μαθητών με  την κατανομή στα τμήματα ανάλογα με την επίδοση και τις μαθησιακές ανάγκες. Για να δικαιωθεί έτσι ο καταμερισμός εργασίας, που γίνεται με τη βοήθεια των σχολικών μηχανισμών, με άμεση συνέπεια την αναπαραγωγή κοινωνικών κατηγοριών   που κάθε μια έχει  αναλάβει ένα δικό της  ρόλο στην παραγωγή. Και να αποκαλυφθεί πως παρόλα όσα λέγονται για την αποδοχή της διαφορετικότητας στεγανοποιούνται κοινωνικές διακρίσεις, αφού σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η ««δημιουργία ισόρροπων, ομοιογενών και ισοδυνάμων τμημάτων».
       Για δεκαετίες η μονόγραμμη διάρθρωση του σχολικού μας συστήματος θεωρήθηκε πως λειτούργησε έτσι, ώστε, τουλάχιστον σ’ ένα θεσμικό επίπεδο, να διευκολυνθεί η κοινωνική άνοδος και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Και ήταν λιγότερο η δημοκρατικότητα του συστήματος και περισσότερο η αδυναμία,  σ’ ένα νεοσύστατο κράτος με μια αστική τάξη που προσπαθεί να συγκροτηθεί  και ν’ αποκτήσει ερείσματα σ’ αυτό, να ευδοκιμήσει κάποιο ιδιαίτερο για τους προνομιούχους  σχολικό δίκτυο όπως συνέβη στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν η διάχυτη εντύπωση  ότι το σχολικό μας σύστημα ως κριτήριο επιλογής δεν είχε και δεν έχει την κοινωνική προέλευση, αλλά την προσωπική ικανότητα. Μόνο που αυτό εν μέρει αληθεύει, γιατί στην πραγματικότητα, όλες αυτές τις δεκαετίες η επιλογή σε μεγάλο βαθμό, αν και αθόρυβα, γινόταν με κριτήρια κοινωνικά, παρόλα τα ιδεολογικά κηρύγματα για κοινωνική ισότητα, δημοκρατικοποίηση της Εκπαίδευσης, ισότητα ευκαιριών κλπ. Και δεν είναι μόνο, όπως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα,  η δυσκολία πρόσβασης στο σχολείο για τα παιδιά  των αγροτών  ή  η διαφορά  μορφωτικού  περιβάλλοντος για τα παιδιά της εργατικής τάξης  που δυσκόλευε την προσαρμογή τους στο σχολικό περιβάλλον, αλλά και το αυξανόμενο οικονομικό κόστος τότε και στις μέρες μας για σπουδές ιδιαίτερα στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κι όμως ο κυρίαρχος λόγος επιμένει πως η επιτυχία στο σχολείο επηρεάζεται αποφασιστικά μόνο  από τα φυσικά προτερήματα, όπως ευφυία, ικανότητα μάθησης, ειδικά ταλέντα,  ενδιαφέροντα και την επιμέλεια, τον κόπο ή τα  κίνητρα. 
           Με το συγκεκριμένο άρθρο του νομοσχεδίου στην πραγματικότητα έχουμε ξεκάθαρα και στο σχολείο την αναπαραγωγή της κοινωνικής δομής, δηλ. τον τρόπο της τακτοποίησης των ατόμων σε κοινωνικά προκαθορισμένες θέσεις ή ρόλους Γιατί η λειτουργία του σχολείου έχει σκοπό  να επηρεάσει τους  μαθητές με τέτοιο τρόπο, ώστε να  αναγνωρίσουν τις υπάρχουσες πολιτικές σχέσεις, να τις αποδεχτούν και να συμπεριφερθούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους. Και μέσα σ’ αυτή την λειτουργία υπάρχει η ιδεολογία της επίδοσης, που νομιμοποιεί την άνιση κατανομή των αγαθών.  Η ανισότητα δικαιολογείται ως αποτέλεσμα της διαφορετικής προσπάθειας που καταβάλλει κάποιος, καθώς και των διαφορετικών ταλέντων που διαθέτει. Είναι μέσα στις υποχρεώσεις του σχολικού  συστήματος να πείσει τους μαθητές ότι η αξιολόγησή τους έγινε με βάση την απόδοσή τους. Ο μαθητής ταξινομεί τον εαυτό του και καθημερινά του γίνεται γνωστό  ότι οι διαφορές οφείλονται στην ατομική προσπάθεια. Το σχολείο γίνεται ένα χώρος ανταγωνισμού. Μέσα του ενισχύεται ένας ατομικός προσανατολισμός ανόδου. Το σχολείο ξυπνά σε όλους την προσδοκία ν’ αποκτήσει ο καθένας υψηλή βαθμολογία, κατά συνέπεια την επιθυμία ανόδου σε υψηλές θέσεις και όποιος μπορέσει και αντέξει.
          Με το νομοσχέδιο που νομιμοποιεί ενέργειες διάκρισης και διαχωρισμού εντός του σχολείου ταυτόχρονα νομιμοποιεί και κοινωνικές ρυθμίσεις εκτός σχολείου, αφού το σχολικό σύστημα παρουσιάζει τις ίδιες δομικές τάσεις με την κοινωνία, δηλ. την ιεράρχηση της επίδοσης και της αμοιβής. Καθώς μάλιστα το σχολείο περιλαμβάνεται στους πολύμορφους μηχανισμούς κοινωνικοποίησης των νέων η  διαπλαστική επίδραση σ’ αυτούς είναι σημαντική. Από την πλευρά του σχολείου εγείρονται αξιώσεις, ώστε ο μαθητής να προσαρμοστεί στον τρόπο δουλειάς και συμπεριφοράς που απαιτείται, ενώ θα πρέπει κάθε φορά να εξομαλύνονται αντιθέσεις και να λύνονται προβλήματα που δημιουργούνται στη σχολική κοινότητα με τις τόσες διαφορετικές προσωπικότητες μαθητών, κι επομένως να ενισχύονται οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συμμαθητών,  να αναπτύσσονται αισθήματα αλληλοβοήθειας, εμπιστοσύνης, συνεργασίας. Οι μαθητικές τάξεις όμως  αρίστων με περιορισμένη ποικιλομορφία συμπεριφορών, εστιασμένες κατά βάση στην επίδοση και τον ανταγωνισμό συμβάλλουν στη οικοδόμηση αντίστοιχων προσωπικοτήτων σ’ ένα περιβάλλον τεχνητό με ελεγχόμενες αντιφάσεις. Και από την άλλη μαθητικές τάξεις με χαμηλές επιδόσεις που η ένταξή τους σ’ αυτές περιθωριοποιεί μαθητές, περιορίζουν και μόνο με την κατάταξή τους τις δυνατότητες τους  και ακυρώνουν προσδοκίες. Εφαρμόζοντας αυτούς τους διαχωρισμούς δεν ενισχύεται παρά η αποδοχή αντίστοιχων κοινωνικών διαχωρισμών και εσωτερικεύονται τα κανονιστικά πρότυπα του κοινωνικού συστήματος  συντελώντας στην σταθεροποίησή του.
          Καθώς το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα  υπηρετεί κοινωνικές ανάγκες, κατατάσσεται  με τον τρόπο λειτουργίας του και  τις παιδαγωγικές αρχές που κάθε φορά υιοθετεί στους θεσμούς εκείνους  που ολοκληρώνουν τη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης και μέσω του οποίου προσαρμόζεται το άτομο στις μορφές οργάνωσης του κοινωνικού βίου που είναι αναγνωρισμένες απ’ αυτόν ως ορθές. Κι επειδή τα τελευταία χρόνια οξύνονται οι ταξικές διαφορές και η κοινωνία διαμορφώνεται σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς, με κέντρο τις επιχειρήσεις, είναι επόμενο πως κυριαρχεί το πνεύμα του επιχειρηματία και προωθείται μια αντίστοιχη εκπαίδευση. Το είδος και η μορφή της θα καθορίζεται από τις ανάγκες και τις δυνατότητες της αγοράς η οποία απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις που σχετίζονται με την εργασία του ατόμου για καταρτισμένο προσωπικό παρά από το αίτημα για γενικότερη και συνολική μόρφωση των ατόμων, που  θα εξασφαλίζει σχεδόν αποκλειστικά η κυρίαρχη τάξη για τα μέλη της.