Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ(!)



Την προηγούμενη εβδομάδα η υπουργός εργασίας Ε. Αχτσιόγλου σε νομοσχέδιο για τη διαστημική πολιτική κατέθεσε τροπολογία σύμφωνα με την οποία απαιτείται για κήρυξη απεργίας απόλυτη πλειοψηφία  των οικονομικά ενεργών μελών πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενώ με τον ισχύοντα νόμο απαιτείται το 20%, την οποία προσωρινά απέσυρε. Η υπουργός υποστηρίζει σε συνέντευξη στο ραδιοφωνικό της ΕΡΑ πως δεν συρρικνώνεται το δικαίωμα της απεργίας και ότι «« το νόημα είναι η ουσιαστική συμμετοχή». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο ΣΕΒ σε ανακοίνωσή του, μετά τη διαμαρτυρία  που πραγματοποίησαν μέλη του ΠΑΜΕ στα γραφεία του, επισημαίνει πως «Η κήρυξη απεργίας, με κριτήριο την αρχή της πλειοψηφίας, ευθυγραμμίζει τον τρόπο λήψης των αποφάσεων με τα ισχύοντα σε κάθε συλλογικό όργανο, που δρα δημοκρατικά, οπουδήποτε στον κόσμο».
               Η επιχειρούμενη από την κυβέρνηση, με ολοπρόθυμη αστική αντιπολίτευση,  τροπολογία για περιστολή του δικαιώματος της απεργίας, ένα από τα προαπαιτούμενα της αξιολόγησης γι’ αυτό και θα κατατεθεί ξανά και …καλύτερα επεξεργασμένη, δεν στοχεύει παρά στον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επικράτηση της κυρίαρχης πολιτικής. Κι ενώ οι υπερασπιστές αυτής της πολιτικής κραυγάζουν υπέρ της ιδιωτικοποίησης των πάντων καταφεύγουν όμως στο δικό τους κράτος για να τους εξασφαλίσει τα μέσα να την επιτύχουν. Η κρατική παρέμβαση στον τρόπο λήψης αποφάσεων στα σωματεία, η επιβολή απόψεων της κυβέρνησης πως πρέπει να οργανώνεται και να λειτουργεί το συνδικαλιστικό κίνημα πάνω σε  ποιο πρόσχημα δημοκρατίας στηρίζεται;
               Θωρακίζεται και  νομικά η κυρίαρχη τάξη για να αποτρέψει κάθε προσπάθεια των εργαζομένων να οργανώνονται σε συνδικάτα για να αγωνίζονται ενάντια στις αυθαιρεσίες και επιθέσεις της εργοδοσίας. Και δεν είναι η πρώτη φορά –η τροπολογία θυμίζει το περίφημο άρθρο 4 του ν.1365/1983 του τότε υπουργού εθνικής οικονομίας  Γ. Αρσένη, όταν εκβιαζόταν η κοινωνική συναίνεση γύρω από την έννοια της κοινωνικοποίησης σύμφωνα με  τις αντιλήψεις του ΠΑΣΟΚ.  
Στα χρόνια μας, χρόνια ατέλειωτης οικονομικής κρίσης, έχει γίνει πια εμφανές ότι τα πολιτικά και οικονομικά αιτήματα είναι ενιαία και πως το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα οφείλουν να έχουν ταξικό χαρακτήρα και διεκδικήσεις για μετεξέλιξη της κοινωνίας. Περιορίζοντας σε βαθμό κατάργησης τη δυνατότητα ταξικών αγώνων με το νόμο, επιδιώκεται να μπει φραγμός στους κοινωνικούς αγώνες και  ο εργαζόμενος χωρίς δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της απεργίας να μείνει άοπλος στον αγώνα του. Μόνο που αυτά τα δικαιώματα δεν χαρίστηκαν στους εργαζόμενους αλλά τα κέρδισαν με αγώνες και αίμα και η κρατική παρέμβαση για κατάλυσή τους διαχωρίζει πια  ξεκάθαρα τους ταξικούς αντίπαλους.
               Αφού για χρόνια ολόκληρα καλλιεργήθηκε η  απαξίωση των κοινωνικών αγώνων, όπως και η απαισιοδοξία και ηττοπάθεια και η αποδοχή της μοίρας, η κυρίαρχη εξουσία  με εύσχημα προσχήματα φροντίζει να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη εφαρμογή της πολιτικής της υποκρινόμενη δημοκρατική ευαισθησία. Και φυσικά αρνείται πως ανήκει στις προθέσεις της ο περιορισμός της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας.  Έτσι στα άμεσα επιχειρήματα υπέρ της τροπολογίας  περιλαμβάνεται και η μέριμνα για παροχή κινήτρου στις συνδικαλιστικές οργανώσεις για την ενεργοποίηση όλων των εργαζομένων και κατά συνέπεια   ο σεβασμός στην αρχή της απόλυτης πλειοψηφίας. Και για όσους αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης μπορεί εδώ να ανακαλύψουν και μια εφαρμογή  της άμεσης δημοκρατίας. Υποστηρίζεται λοιπόν πως εξασφαλίζεται  η μαζικότητα και η δημοκρατικότητα όπως  βεβαίως θα εξασφαλίζονταν ακόμα περισσότερο αν εφαρμοζόταν και η αρχή της ομοφωνίας… Ακόμα και ο ΣΕΒ αναφέρεται σε δημοκρατικά συλλογικά όργανα. Είναι βέβαια που κι αυτοί ενδιαφέρονται μέσα στη συνδικαλιστική διαδικασία για δημοκρατικό διάλογο, για αυξημένη συμμετοχή, ώστε να μη  λαμβάνονται αποφάσεις από μια μειοψηφία. Είναι επομένως  το ενδιαφέρον για την επιτυχία των απεργιών όπως εν ολίγοις ανερυθριάστως ο πρώην υπουργός Εργασίας και νυν αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος προβάλλει για να υπερασπιστεί την αλλαγή διατάξεων για την κήρυξη μιας απεργίας. Πουθενά αλλού σε άλλες δράσεις και λειτουργίες δεν επιδιώκεται η ενεργοποίηση της εργαζομένων και η αυξημένη πλειοψηφία αλλά μόνο στις απεργίες, όπου τελικά και οι απόντες θα προσμετρώνται στις αρνητικές ψήφους όπως και οι αδιάφοροι, ακριβώς γιατί έτσι εξυπηρετεί την κυρίαρχη εξουσία, όταν στις βουλευτικές εκλογές το αποτέλεσμα μετρά επί  των εγγύρως ψηφισάντων και όχι επί των  εγγεγραμμένων.
 Η πάλαι ποτέ «σιωπηλή πλειοψηφία» …νομοθετημένη έρχεται και πάλι στο προσκήνιο και προστίθεται στους απεργοσπάστες –κατά την ορθώς πολιτική ορολογία μη απεργοί.   Και ξαναγυρνάμε στο  πρότυπο που οικοδομείται και αναπαράγεται, από μηχανισμούς αλλά και ασυνείδητα, του ανήμπορου ανθρωπάκου, του στραμμένου στον εαυτό του, με διαχειρίσιμη  φτώχεια και αδυναμία αντίδρασης. Ο καθένας με το  πρόβλημά του, να πιστεύει ότι είναι μια ελεύθερη προσωπικότητα και ότι με διάφορους τρόπους μπορεί σε ατομικό επίπεδο να ξεφύγει, είτε με τις ικανότητές του που θ’ αναγνωριστούν, είτε με την τύχη είτε με την απώλεια της αξιοπρέπειάς του, είτε με το ζαρώνει στο χώρο του για να γίνεται αόρατος και να ελπίζει.     
               Κι αν κάτι θετικό υπάρχει σ’ αυτό το ενδιαφέρον για νομοθέτηση του περιορισμού του δικαιώματος της απεργίας είναι πως αποδεικνύεται περίτρανα ότι οι λοιδωρούμενες παλιές μορφές πάλης των εργαζομένων ούτε ξεπερασμένες είναι ούτε κι ακίνδυνες για το σύστημα, ιδίως όταν υπάρχει μαζικότητα.
               Η αυριανή απεργία πρέπει να γίνει το μέτρο που θα αποκαλύψει τη δική μας αποφασιστικότητα αντίδρασης.  

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ



Και εκτός από την τροπολογία, προσωρινά σε …απόσυρση, για περιστολή του δικαιώματος της απεργίας, εκτός από τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, μας προέκυψε και η επίσκεψη Ρ. Ερντογάν, αφορμή για απορίες και για υπενθύμιση της άγνοιάς μας σχετικά με τους σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή μας, όπου η Παλαιστίνη  πάλι φλέγεται μετά την ανακοίνωση του Ντ. Τραμπ για αναγνώριση της Ιερουσαλήμ σαν πρωτεύουσας του Ισραήλ.
               Καμιά κρίση στο κυπριακό, καμιά όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού δεν γίνεται στο κενό. Κάθε αντιπαλότητα και σύγκρουση καθορίζεται  από το συγκεκριμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο οι κάθε φορά αντίπαλοι  ζούν και αναπτύσσονται. Αν αναφερθεί κανείς στις διαμάχες Ελλάδας και Τουρκίας χωρίς να πάρει υπόψη του  τις αλλαγές μέσα στις ίδιες τις χώρες και τις συνδέσεις τους με το διεθνές τους περιβάλλον πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει σε ρατσιστικές απόψεις – για την αιώνια ελληνική φυλή και τους αγώνες της ενάντια στους βαρβάρους.  Γι’ αυτό και χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της διαμάχης που να είναι ιστορικά προσδιορισμένη σε κάθε περίοδο, εξετάζοντας συγχρόνως  και τις αλλαγές στις κοινωνική δομή  των δυο χωρών και  τη σύνδεσή τους με τη δυναμική του διεθνούς περίγυρου. Κι αν πίσω από τις διαμάχες αυτές κρύβονται ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, είναι εξίσου σημαντικό πως η κυρίαρχη τάξη σε Ελλάδα και Τουρκία ανταγωνιστικά  διεκδικούν το ρόλο του πιο σημαντικού κράτους  σε μια από τις πιο δύσκολες περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει, ακόμα κι αν ο τούρκικος επεκτατισμός υποκινείται -τουλάχιστο μέχρι πρόσφατα- ή ενθαρρύνεται  από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, ότι  η ελληνική αντίσταση στα ιμπεριαλιστικά σχέδια  περνά από την Άγκυρα ούτε και ότι ο  αντιτούρκικος σωβινισμός μ’ αυτόν τον τρόπο φορά προοδευτικό μανδύα. Ο αγώνας δρόμου ανάμεσα στον τούρκικο και ελληνικό καπιταλισμό  για την ανάδειξή τους σε ηγεμονική τοπική δύναμη στην περιοχή καθορίζει παζαρέματα, απειλές, ανταλλάγματα, οξύνσεις, πιέσεις και προσεγγίσεις για να βολευτούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. 
Κι αν ξορκίζεται ο αντιιμπεριαλισμός, κι αν έχουμε φτάσει μαζί με την κυρίαρχη εξουσία και μεγάλο μέρος του πληθυσμού να διεκδικούμε μεγαλύτερη ενσωμάτωση στη διεθνή οικονομία, είναι όμως που  απομονώνουμε κάθε φορά το πρόβλημα που παρουσιάζεται για να φουντώνει ο εθνικισμός, ώστε πρόθυμα να συγκρουστούμε με κάθε ανταγωνιστή που μπαίνει εμπόδιο σ’ αυτήν τη διαδικασία. Οι εγχώριοι καπιταλιστές μας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν ένα κράτος με προσανατολισμό τη διεθνή οικονομία που μπορεί να εξασφαλίσει με διάφορα μέτρα, οικονομικά, πολιτικά ιδεολογικά, ακόμα και στρατιωτικά, τη στήριξη του εγχώριου κεφαλαίου στη συμμετοχή του στον διεθνή ανταγωνισμό εξισορροπώντας τις  αντιθέσεις που υπάρχουν.  Για να επιτευχθεί αυτή η πολιτική,  προϋπόθεση είναι  η σχέση του συγκεκριμένου κράτους με τη γύρω περιοχή, ποιος θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για την εκπλήρωση των σχεδίων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Γι’  αυτό και ο ανταγωνισμός με την Τουρκία της Ελλάδας. Η κυρίαρχη τάξη στην Τουρκία προσπαθώντας να αναβαθμίσει το ρόλο της στη Μ. Ανατολή και να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού κράτους συσφίγγει τις  σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται πια να συσφίγγει τις σχέσεις  με το Ισραήλ συμπλέοντας με το …μεγάλο μας σύμμαχο τις ΗΠΑ. Και οι απορίες παραμένουν.                                  
               Κι είναι αλήθεια πως η εθνική ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα μπορούσε να είναι πάλη ενάντια σε εδαφικές προσαρτήσεις και σε βλέψεις ελέγχου των ιμπεριαλιστών, ακόμα να είναι  πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση των καταπιεσμένων αλλά και αγώνας  για επίτευξη μιας κοινωνικής ανάπτυξης με βάση τις προτεραιότητες των αναγκών του λαού και όχι των ιμπεριαλιστών. Γι’ αυτό και  ο εθνικισμός της μεταπολίτευσης φαινόταν  περισσότερο σαν αντιμπεριαλιστική ιδεολογία και είχε μέσα του και στοιχεία ανατρεπτικά ακόμα και αντικαπιταλιστικά, παρόλο που κινδύνευαν να χαθούν στις βασικές μετωπικές επιλογές. Τώρα πια όμως ξεκάθαρα και  ο εθνικισμός  δεν είναι παρά μια άλλη μορφή ταύτισης με την κρατική εξουσία σε όλες τις επιλογές της, στους εξοπλισμούς και ανταγωνισμούς με άλλα κράτη για τον έλεγχο της περιοχής και για την καλύτερη εξυπηρέτηση ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που ευνοούν τα συμφέροντα της ντόπιας κυρίαρχης τάξης. Αλλά και η  παγκοσμιοποίηση και η αλληλεξάρτηση της οικονομίας των διαφόρων χωρών οδηγεί στην όλο και περισσότερο σύσφιγξη σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων. Σε μια τέτοια περίοδο όπου όλοι εξαρτώνται από όλους οι διεθνείς ανταγωνισμοί βρίσκονται σε παροξυσμό. Αυτό σημαίνει πως οι τοπικοί πόλεμοι που είναι   προνομιακό πεδίο των ιμπεριαλισμών μπορεί να γίνουν και επιλογή και τρόπος λύσης των διαφορών  κάθε κράτους που βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική αλυσίδα με την ευγενική χορηγία των μεγάλων ιμπεριαλιστών. 
               Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι ένα δίδυμο που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην περιοχή, που εκφράζεται με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, ενώ προσπαθούν και οι δυο να εμπορευτούν  τη στρατηγική σημασία τους, σ’ έναν αγώνα δρόμου για την εξασφάλιση της συγκριτικά ανώτερης  στρατιωτικής τους σημασίας. Διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία όχι μόνο στρατιωτικά  αλλά και οικονομικά, με πεδίο δράσης τους που συμπίπτει όχι μόνο τα Βαλκάνια αλλά και τη Μ. Ανατολή.  Η διπλωματία τους συγκρούεται  στις αυλές των ισχυρών της Δύσης, ενώ οι στόχοι τους ξεπερνούν κατά πολύ  την συνοριακή ή εδαφική  διευθέτηση και αποβλέπουν  σε δυνατότητες πέρα από την  οικονομική διείσδυση και στη διπλωματική υπεροχή στην περιοχή που εξασφαλίζει πρωτοκαθεδρία στην άρχουσα τάξη τους. Η ελληνοτουρκική διαμάχη  δεν μπορεί να αναχθεί σε υπόθεση  μόνο εδαφικού επεκτατισμού. Αντίθετα οι διεκδικήσεις έχουν σαν στόχο αυξημένη επιρροή και στρατηγική υπεροχή για την ανάδειξη της μιας ή άλλης χώρας σε πιο δυνατό παίκτη της περιοχής. Από κεί και πέρα δεν αλλάζει το χαρακτήρα της σύγκρουσης, ποιος είναι επιθετικός ή αμυντικός, ποιος καλύπτει  τις διεκδικήσεις του με ιστορικά επιχειρήματα. Και οι φόβοι για εμπλοκή σε τοπικές συρράξεις δεν κοπάζουν.
               Μέσα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον τα μικρότερα κράτη, στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τις αντιφατικές πιέσεις που δέχονται από τους μεγάλους, αλλά και την αρπακτικότητά τους απέναντι στους ανταγωνιστές της ίδιας ή κατώτερης κατηγορίας, χαράσσουν μια πολιτική που μοιάζει πολυδιάστατη ή και αντιφατική. Το γαϊτανάκι για ανταλλάγματα που διεκδικεί κάθε πλευρά πριν δώσει τη συγκατάθεσή της για το επόμενο βήμα βάζει όμως στο παιχνίδι και τους λαούς. Γι’ αυτό, κι αν απ’ όλα αυτά η εργατική τάξη δεν έχει να κερδίσει τίποτε, κι αν το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιπαραθέσει τη δικιά του ταξική αλληλεγγύη δεν μπορεί όμως να αδιαφορήσει για τις πολεμοχαρείς  κραυγές και τα ανταλλάγματα των καπιταλιστών που καθορίζουν και το ίδιο.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ ‘44

Η γνώση (πυρά της αστυνομίας προς το άοπλο πλήθος που διαδήλωνε και  σήμανε την έναρξη της ένοπλης ιμπεριαλιστικής επέμβασης των άγγλων) και κατανόηση των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 1944, από τις πιο σημαντικές και οδυνηρές στιγμές της νεώτερης ιστορίας μας, βοηθά να ερμηνεύσουμε σωστά τη μεταπολεμική μας μοίρα που ο απόηχός της φτάνει μέχρι την εποχή των μνημονίων. Οι συνέπειες της σύγκρουσης εκείνης μας κυνηγούν ακόμα και τώρα. Και δεν είναι τυχαίο που όλο και επανέρχεται στο προσκήνιο εκείνη η εποποιία του ΕΑΜ της κατοχής μαζί με απόψεις που βουτηγμένες σε κάθε ποιότητας αντιδραστικό φαρμάκι θέλουν να παραπλανούν και να ξαναγράφουν την ιστορία για να δικαιώνουν τις παρούσες επιλογές.
Τα Δεκεμβριανά δεν αποτελούν παρά τον καρπό της αγαστής συμμαχίας της ντόπιας αστικής αντίδρασης  και του βρετανικού ιμπεριαλισμού, ενώ οι φιλελεύθεροι καλούμενοι πολιτικοί της εποχής τα κάλυψαν και τα στήριξαν όχι μόνο με τη σιωπή τους αλλά και τη συνεργασία τους. Η πανικόβλητη και στην ουσία συντριμμένη τότε ντόπια αστική τάξη και ο βρετανικός ιμπεριαλισμός οδήγησαν τη χώρα στη σύρραξη κι από εκεί στον αφοπλισμό και στη συντριβή των λαϊκών δυνάμεων.
              Το ΕΑΜ σ’ όλα τα χρόνια της γερμανικής κατοχής στάθηκε στο πλευρό του λαού και όσο περισσότερο οι σκοποί του συνειδητοποιούνταν και αγκάλιαζαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, τόσο περισσότερο περίτρομη η αστική ηγεσία δολοπλοκούσε  για να ανατρέψει  τη λαϊκή συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους στην ελευθερωμένη Ελλάδα. Τη  δημιουργία της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, όπου συμμετείχαν έξι υπουργοί του ΕΑΜ, την επέβαλλε στα παραδοσιακά αστικά κόμματα και στους Άγγλους η σχεδόν καθολική λαϊκή υποστήριξη του εαμικού κινήματος και η ένοπλη λαϊκή δύναμη ο ΕΛΑΣ. Από την πλευρά του ΕΑΜ υπήρχε προσήλωση στην ανάγκη αναίμακτης εθνικής πορείας προς μια νέα ανεξάρτητη, δημοκρατική Ελλάδα. Από πλευράς ολιγαρχίας όμως ο πανικός τους να μη χαθεί γι’ αυτούς το μονοπώλιο της εξουσίας κατηύθυνε τους αστούς υπουργούς της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με πρωτεργάτη τον αναξιόπιστο πρωθυπουργό της Γ. Παπανδρέου, πιστό συνεργάτη των Αγγλων, σε ενέργειες που θα απέτρεπαν να πραγματοποιηθούν οι ίδιες οι επαγγελίες της κυβέρνησης εθνικής ενότητας για ειρηνική διευθέτηση του μεταπολεμικού ελληνικού προβλήματος. Την ίδια στιγμή που το ΠΓ του ΚΚΕ δήλωνε πως «Υποστηρίζουμε την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, γιατί οι προγραμματικοί της σκοποί συμπίπτουν με τους άμεσους σκοπούς του αγώνα μας”(...) Την υποστηρίζουμε υπό τη προϋπόθεση ότι θα πάρει όλα τα μέτρα πρακτικής εφαρμογής των προγραμματικών διακηρύξεων της”.
     Κι επειδή οι αναθεωρητές της ιστορίας αρέσκονται να μιλούν για διάσταση ηγεσίας ΚΚΕ και λαού, για λάθη της κομμουνιστικής ηγεσίας εντοπίζοντάς τα στην έλλειψη συνδιαλλαγής της,  αντίθετα το   λάθος της ήταν πως εμπιστεύτηκε τους  αστούς πολιτικούς και την ιμπεριαλιστική Μ. Βρετανία, πως πίστεψε ότι μπορούσαν να συνυπάρξουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα εγγλέζικα στρατεύματα μαζί με τη λαϊκή εξουσία του ΚΚΕ-ΕΑΜ μέσα σε πλαίσιο πολιτικής ενότητας. Ήταν  το ΚΚΕ που προσπαθούσε να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες, για να αποφύγει την ένοπλη σύγκρουση και ιδιαίτερα την επέμβαση του βρετανικού στρατού, με την πεποίθηση  πως δεν θα τολμούσαν, αστική ηγεσία και άγγλοι,  να τα βάλουν με το σύνολο των λαϊκών δυνάμεων  που το υποστήριζε, κι ενώ οι συνθήκες φαινόταν πως έδιναν τη δυνατότητα για  επιλογή της επαναστατικής τακτικής. Το ΚΚΕ είχε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι είχε την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του, τον ένοπλο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ που  πέρα από  αντιστασιακό ήταν και κοινωνικό-πολιτικό κίνημα βαθιά ριζωμένο στο λαό.
 Όλο  αυτό το  διάστημα, από την απελευθέρωση μέχρι τα Δεκεμβριανά, με τη βοήθεια των άγγλων ανασυγκροτείται το μοναρχοφασιστικό κράτος, αντί να εκκαθαρίζεται  ο  κρατικός μηχανισμός και τα σώματα ασφαλείας από συνεργάτες των γερμανών και φασίστες. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας δεν ήταν παρά ένας τρόπος  για να κερδηθεί χρόνος από τις αντιδραστικές δυνάμεις, ώστε να  έρθουν οι φιλικές τους στρατιωτικές δυνάμεις στην Αθήνα (όπως η Ορεινή ταξιαρχία), να ανασυγκροτηθεί η Αστυνομία, να οργανωθούν και να εξοπλιστούν οι ταγματασφαλίτες, οι Χίτες του Γρίβα, γενικά οι φασιστικές ομάδες. Οι προσπάθειες συμβιβασμού που φαινόταν πως έκανε ο Γ.  Παπανδρέου δεν απέβλεπαν, με τη σύμφωνη γνώμη και των Βρετανών, παρά στην αποφυγή πρόωρης κυβερνητικής κρίσης πριν να είναι η αντίδραση έτοιμη να την αντιμετωπίσει. Πίσω από τις  υπαναχωρήσεις του Παπανδρέου με την καθοδήγηση του στρατηγού Σκόμπι και του πρεσβευτή Λίπερ, βρίσκεται στην πραγματικότητα η προσχεδιασμένη απόφαση της Αγγλικής κυβέρνησης αλλά και των αστικών δυνάμεων, να εξωθήσουν τα πράγματα στα άκρα, στη σύγκρουση, επιλέγοντας οι ίδιοι τη στιγμή γι’ αυτό.  Ο κύριος στόχος είναι να αφοπλιστεί το λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα με τη διάλυση του ΕΛΑΣ, να εξοπλιστεί το υπό ανασυγκρότηση αστικό κράτος, να αναδιοργανωθεί ο κρατικός διοικητικός μηχανισμός και να ξηλωθούν όλες τις δομές της νέας λαοκρατικής εξουσίας που είχαν δημιουργηθεί από το λαό μέσα στην κατοχή. Η  πολιτική των άγγλων, στην προστασία των οποίων προσέφευγε η αστική μας τάξη,   εξωθούσε μεθοδευμένα τα πράγματα στα άκρα, στη χωρίς όρους παράδοση του ΕΛΑΣ και  στη στρατιωτική επέμβαση για τη συντριβή του ΕΛΑΣ και την πολιτική ήττα του ΕΑΜ και ΚΚΕ.
Η στρατιωτική σύγκρουση λοιπόν επιβλήθηκε από την ιμπεριαλιστική βρετανική δύναμη και την ντόπια αστική ηγεσία, μάλιστα σε μια περίοδο  που  ακόμα δεν είχε τελειώσει ο αντιναζιστικός πόλεμος. Και σ’ εκείνες τις συνθήκες σύμμαχος στρατός στράφηκε, απροκάλυπτα με όπλα,  εναντίον αντιστασιακού κινήματος, του μεγαλύτερου στην Ευρώπη μαζί με αυτό της Γιουγκοσλαβίας, σε μια μόλις απελευθερωθείσα χώρα.
 Γιατί βεβαίως πάντα η αστική τάξη φοβάται το ένοπλο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα, την πολιτική χειραφέτηση των λαϊκών στρωμάτων και πρωτίστως ενδιαφέρεται για τα ταξικά και μόνο συμφέροντά της.

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

“ΣΕΡΝΑΜΕΝΟΙ” ΚΙ ΑΝ ΕΙΜΑΣΤΕ…



Είτε ακούει κανείς τον πρωθυπουργό σε τηλεοπτικό διάγγελμα, όπως αυτό πριν  δυο βδομάδες που ανακοίνωσε πώς θα διανεμηθεί το κοινωνικό μέρισμα, είτε τη συζήτηση στη Βουλή για την υπόθεση  πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία που συρρικνώθηκε στο αγωνιώδες ερώτημα αν ήταν μεσάζων ή εκπρόσωπος της Σαουδικής Αραβίας ο Β. Παπαδόπουλος, είτε τις  κυνικές δηλώσεις για τον πόλεμο στην Υεμένη από το διευθυντή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστα Ζαχαριάδη ο αστικός πολιτικός λόγος δεν παρουσιάζει  νέας ποιότητας προβληματισμό, το πολύ-πολύ να είναι απλά μεγεθυσμένες κατά εκθετικό τρόπο οι προσπάθειες για τις  συγκινησιακές του απηχήσεις. Η ρητορική των αστών πολιτικών μας  προβλέψιμη, προδιαγεγραμμένης σκοπιμότητας, μικρού ενδιαφέροντος, μηδενικής πληροφόρησης επί της ουσίας δεν λέει απολύτως τίποτε, ενώ το πλήθος των αφορμών για νέας κατηγορίας πολιτικό λόγο η έντασή τους και το χρονικό βάθος των συνεπειών τους αυξάνονται τεραστίως  Η κενότητα που υποκρίνεται ότι καλύπτει με οξυδέρκεια και εμβρίθεια τα πάντα, ενώ δεν λέει τίποτε και για τίποτε συνεχίζεται  στη βουλή, στα διαγγέλματα, στις ανακοινώσεις, στις πολιτικές αναλύσεις.
             Αλλά βέβαια  αυτού του είδους ο πολιτικός λόγος διαμορφώνει εκείνη την επιχειρηματολογία που δικαιώνει  την πολιτική απέναντι σε μια συγκεκριμένη διαχείριση  της  περιόδου κρίσης προς όφελος της άρχουσας τάξης. Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προβάλλει με εντυπωσιακή βεβαιότητα, ακόμα και σε σύγκρουση με την πραγματικότητα,  ως δήθεν στόχο τη μεταβολή της κατανομής των πόρων προς όφελος των εργαζομένων. Μοιράζοντας ψιχία εν είδει φιλανθρωπικού σωματείου θέλει να πείσει για την  διαφορετική κυβερνητική  πολιτική που καταφέρνει από τη «δημοσιονομική υπεραπόδοση»  να  κατανέμει μέρισμα «δίκαια, στους πολίτες που το έχουν περισσότερο ανάγκη. Με προτεραιότητα στους άνεργους, τους νέους, τους χαμηλοσυνταξιούχους». Και  επιπλέον μεταξύ άλλων στοχεύει στον περιορισμό, κατά το διάγγελμα του Α. Τσίπρα «της διαφθοράς, της διασπάθισης δημόσιου χρήματος αλλά και της φοροδιαφυγής».
    Ζώντας, το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων, με την οικονομική αφαίμαξή τους χρόνο το χρόνο αυξάνεται, στην ένδεια και ανασφάλεια η προσφορά χρηματικών βοηθημάτων,  στους πιο εξαθλιωμένους, μια αρωγή εντελώς ανεπαρκής, στοχεύει να κάνει υποφερτή την αθλιότητα καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση για την προσωρινότητα της κατάστασης που θα ανατρέψει  η οικονομική ανάπτυξη. Μήνα το μήνα, χρόνο το χρόνο, μεροδούλι μεροφάι, σχεδόν οκτώ χρόνια σέρνουμε τις ζωές μας σε εργασίες  με όρους δουλικούς και ταπεινωτικούς που μπορούν να αποτελειώνουν τη συντριβή και των πιο περήφανων ψυχών, όταν η άγνοια και ο φόβος δεν συσπειρώνει σε οργανωμένους αγώνες, αλλά  χωρίς πυξίδα  και κέντρο σπαταλούνται οι  δυνάμεις μας στις  απαιτήσεις και στις ποταπές ταπεινώσεις της καθημερινής δουλειάς και τις ελεημοσύνες που μοιράζει με θριαμβευτική αυταρέσκεια η  πολιτική ηγεσία.
   Ο αρχηγός πάλι της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μια προσπάθεια αναζητήσεων για οριοθέτηση του δικού του χώρου, που επειδή  δεν φτάνουν στη επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε την ανυπαρξία τους όταν απουσιάζει εντελώς οποιαδήποτε ρήξη με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, δεν βγάζει στην επιφάνεια παρά μόνο προβλήματα που συνδέονται με τις μεταξύ τους αντιπαλότητες στα πλαίσια μικροσυμφερόντων.
    Εκεί όμως  που ο λόγος όλων αυτών γίνεται σαφής είναι στην συκοφάντηση οραμάτων, στην απαξίωση αγώνων του κομμουνιστικού κινήματος,  στοχεύοντας είτε να μολύνουν τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του είτε να απαλλοτριώσουν τις δόξες του. Με ευκαιρία μάλιστα την  εκατονταετηρίδα της Οκτωβριανής επανάστασης περίσσεψε, στην καλύτερη περίπτωση όταν ευθέως δεν καταφέρονται εναντίον της σε αντιδιαστολή με τα γεγονότα του Φεβρουαρίου, η δυσαρέσκεια και η πικρία για την προδοσία της. Και όσοι απ’ αυτούς  δείχνουν πως  τιμούν την επέτειο της ρωσικής επανάστασης είναι περισσότερο για να τονιστεί το ανέφικτο της πετυχημένης επανάστασης. Γιατί ο βασικός στόχος είναι να κατασκευάζονται συκοφαντικά οι αποτυχίες των κομμουνιστών, ώστε να αποτραπούν οι εργαζόμενοι  από το να προσπαθήσουν ποτέ  να επαναλάβουν την επαναστατική δράση.
       Κι απομένει μόνο ο κομμουνιστικός λόγος  όχι μόνο για να κρατηθεί ζωντανό το όραμα για μετασχηματισμό της κοινωνίας αλλά και για να πραγματοποιηθεί. «(...)Η εργατική τάξη έχει αποδείξει ότι μπορεί, έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα ως μοναδική πραγματικά επαναστατική τάξη να υλοποιήσει την ιστορική της αποστολή, να ηγηθεί της κοσμογονίας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού – κομμουνισμού (…) Γι' αυτό σήμερα προτεραιότητά μας είναι η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος από τη φάση της υποχώρησης που βρίσκεται. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι να συνειδητοποιούν καθημερινά ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος κα ι πού πρέπει να στραφεί η πάλη τους. Προτεραιότητά μας είναι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι να παίρνουν μέρος στην οργάνωση της πάλης, για να περάσει το κίνημα σε αντεπίθεση, να προετοιμαστεί, για την αναμέτρηση με το κεφάλαιο και την εξουσία του.Συνεχίζουμε να δίνουμε τη μάχη, ως εκείνη η πρωτοπόρα δύναμη που αντιλαμβάνεται την ανάγκη συνολικής ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας και επιδιώκει η πάλη να κατευθύνεται προς αυτόν το στόχο(…)» (από το λόγο του γγ του ΚΚΕ στο ΣΕΦ για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση)
     Κι αν αυτό που υπερασπιστήκαμε έπαθε μια ήττα, αυτό δεν είναι ανεπανόρθωτη δυστυχία αν δεν τη δεχτούμε αυτήν την ήττα. Ξέροντας ποιο είναι  σωστό κι αυτό που πρέπει να γίνει, ξέρουμε πως αυτό θα γίνει.
    «Σερνάμενοι» κι αν είμαστε θα ξανασταθούμε στα πόδια μας

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ «ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ»



Απωθώντας την ιστορία μας είναι σίγουρο ότι αμελούμε την κατανόησή της και γι’  αυτό στην  παρεμβολή της με τη μορφή  επετείων ο κυρίαρχος λόγος σπεύδει να δώσει το επιθυμητό περιεχόμενο, για να μη μετατραπεί σε δίδαγμα η ιστορία. Και στη φετινή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου η σύνδεση της για άλλη μια φορά με καταστροφικές  δράσεις των αποκαλούμενων αναρχικών προσανατολίζει τη σκέψη σε συγκεκριμένα μονοπάτια που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και στην απαξίωσή του.
 Στη φετινή επέτειο κυριάρχησε  το βίντεο με τη φωτοβολίδα που καρφώθηκε στο πόδι της δικηγόρου Αναστασίας Τσουκαλά στα επεισόδια στα Εξάρχεια μετά την πορεία του Πολυτεχνείου. Τις ημέρες που ακολούθησαν ομάδες αναρχικών αντιπαρατίθενται η μια στην άλλη με κατηγορίες για τέτοιου είδους δράσεις που προσβάλουν και συκοφαντούν το «κοινωνικό και ελευθεριακό κίνημα». Είχε προηγηθεί η κατάληψη του πολυτεχνείου από ομάδα αυτοαποκαλούμενων αντιεξουσιαστών, οι οποίοι προχώρησαν σε αυτή την κίνηση για τον αποκλεισμό των πολιτικών και κομματικών οργανώσεων, «που καπηλεύονται την εξέγερση» η οποία έληξε την επόμενη μέρα μετά από παρέμβαση μιας ομάδας 300 αναρχικών.
Οκτώ σχεδόν χρόνια από την έναρξη  της πολιτικής της σκληρής λιτότητας, με τα μνημόνια που έθεσαν σκληρότερους  όρους της πολιτικοοικονομικής οργάνωσης, οι ψευδαισθήσεις που διαπερνούσαν αντιλήψεις και συμπεριφορές σωρεύοντας αδιέξοδα η μια μετά την άλλη διαλύονται. Οι εμπειρίες που αποκτήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια αυξάνουν την αυτογνωσία μας αποκαλύπτοντας τρόπους λειτουργίας και στόχους των κινημάτων που χαρακτηρίζονται αναρχικά, αυτόνομα, ελευθεριακά κλπ. Και μπορεί  οι αντιδράσεις, αντιλήψεις και διαθέσεις ανθρώπων που συμμετέχουν σ’  αυτά να μην είναι ταυτόσημες, όμως αυτό που τους ενώνει είναι η διαλαλούμενη έλλειψη φορέα, η  έλλειψη οργανωτικού και ιδεολογικού σχήματος και η αντίθεσή τους τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον υπαρκτό σοσιαλισμό της ΕΣΣΔ. Αυτές οι αντιλήψεις, έχοντας μεγάλη  ακτινοβολία και ισχυρή προωθητική δύναμη από τα χρόνια της  μεταπολίτευσης  ιδιαίτερα στους νέους, επιβάλλουν το επίπεδο σύγκρουσης με την αστυνομία σχεδόν ως τεκμήριο επαναστατικότητας, ενώ κατηγορείται το ΚΚΕ πως επωμίζεται την καταστολή σαν ουρά του συστήματος. Αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα άμεσης, εδώ και τώρα, οργάνωσης αντικαπιταλιστικού αγώνα  σε κάθε επίπεδο, που μεταφράζεται σε  σύγκρουση με κρατικές δυνάμεις καταστολής, με κριτήριο της αποτελεσματικότητας των δράσεων τη   θεαματικότητα και εντυπωσιασμό. Το πολυτεχνείο γίνεται ο προνομιακός  χώρος δράσης και η πλατεία Εξαρχείων από τον κυρίαρχο λόγο τους χρεώνεται σαν η επικράτειά τους.
                Κι όλος αυτός ο αναρχοαυτόνομος χώρος εφάπτονταν ή και περιλάμβανε τους κάθε φορά μετασχηματισμούς της αναθεωρητικής αριστεράς. Κοινά σημεία μέσα στον ιδεολογικό χυλό δεν ήταν δύσκολο να αναδειχτούν, με πρώτο και κύριο την αναγνώριση της  κρίσης του μαρξισμού και την απόρριψη του σοβιετικού μοντέλου που άνοιγαν το δρόμο και για αμφισβήτηση  διαφόρων θεωρητικών ζητημάτων, αλλά κυρίως την αντίθεση με το λενινιστικό μοντέλο οργάνωσης. Τα  κινήματα αυτά αναπτύσσονταν και αναδεικνύονταν ταυτόχρονα με την αμφισβήτηση των λενινιστικών θεωρητικών δεδομένων για τις σχέσεις κόμματος-μαζών, ηγεσίας-βάσης. Οι προβληματισμοί εστιάζονταν στην απόρριψη της κομματικής ιεραρχίας κι αναζητούνταν  μορφές οργάνωσης βασισμένες στα πλαίσια  της άμεσης δημοκρατίας, όρος που σαγηνεύει κυρίως τους νέους. 
               Ακόμα και τώρα οι θεωρίες αυτές θεαματικά καταναλώνονται, επικεντρώνοντας σε γενικές αντικαπιταλιστικές και ιδιαίτερα αντιεραρχικές  αντιλήψεις και προσφέρονται για ιδεολογικές επενδύσεις διαφόρων μικροαστών που παίζουν το ρόλο του επαναστάτη.  Δράσεις σπασμωδικές, βίαιες, αποκομμένες από  την ίδια την εργατική τάξη, εμπλουτίζονται με μερικά μαρξιστικά-λενινιστικά ή τροτσκιστικά, ανάλογα με την περίπτωση, για να μεταμορφωθούν σε επαναστατικές. Κι αν περιορίζονται τα περισσότερα στο χώρο των πανεπιστημίων ή της διανόησης, γιατί φυσικά με γενικότητες και αφορισμούς είναι αδύνατο να πείσεις περί του πρακτέου ανθρώπους της δουλειάς, όμως ο έλεγχος όλων αυτών των κινημάτων, λιγότερο ή περισσότερο, από μηχανισμούς ή άτομα που παίζουν το ρόλο του ηγέτη αλλά  και από τους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς δεν είναι δύσκολος. Η ομφαλοσκόπηση που είναι η φυσική κατάληξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς και πολιτικής αντίληψης διακόπτεται  από τις δράσεις της αστυνομίας που επαναφέρουν στην επικαιρότητα κάθε ομάδα και γκρουπούσκουλο δίνοντάς του πολιτική υπόσταση σ’ έναν φαύλο κύκλο –διαδήλωση, επεισόδια, επίθεση αστυνομίας, συλλήψεις, διαδήλωση διαμαρτυρίας, δίκες, διαδήλωση και ούτω καθεξής. Και πώς να ξεχωρίσει κανείς πού σταματά η αφέλεια και πού αρχίζει η προβοκάτσιαq
Και κάπως έτσι με τη βοήθεια και του κυρίαρχου λόγου στήνεται το μοντέλο δράσης των επίδοξων επαναστατών. Και στα χρόνια του μνημονίου οι πάλαι ποτέ ανένταχτοι, ανεξάρτητοι, αυτόνομοι, αναρχικοί, αναθεωρητές κλπ. παρουσιάζονται σε συνεχή αναζήτηση, θεωρητική και οργανωτική,  μόνοι τους ή  συσπειρωμένοι στοιχειωδώς σε ομάδες, -γειτονιάς ή ενδιαφερόντων ανάλογα. Η σύμπλευση όλων αυτών από ένα σημείο και πέρα, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια του μνημονίου, αποδείχτηκε καθαρά ταχτική πολιτικάντικη επιλογή ενταγμένη στα πλαίσια του αγώνα για ανεύρεση νησίδων επιβίωσης και δυνατοτήτων εξόρυξης πολιτικής ηγεμονίας.  Πάσχοντας βέβαια από  αθεράπευτη αναποτελεσματικότητα από την πίεση κάθε φορά αναγκαιοτήτων  για άμεσες δραστηριότητες, που, όταν δεν αφορούσαν προβλήματα μεμονωμένα σχεδόν ατομικά αφορούσαν απάντηση σε κρατική τρομοκρατία, οδηγούνταν σε θεαματικές δράσεις είτε βίας είτε θεατρικότητας, που δίνει στην κυρίαρχη εξουσία άλλοθι για τελειοποίηση των κατασταλτικών και προπαγανδιστικών της μηχανισμών (Η επικέντρωση του πολιτικού λόγου της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο «γκέτο των Εξαρχείων», συνεισφέρει στη χάραξη διαχωριστικών γραμμών στα αστικά κόμματα και στην επίφαση αντιπαλότητας μεταξύ τους)  
Στην τελική, η βασική διαφοροποίησή τους εντοπίζεται στη διαφημιζόμενη ανεξαρτησία τους από οργανωτικούς μηχανισμούς κομμάτων, ενώ η θεωρητική τους ανεπάρκεια προβάλλεται ως αέναη θεωρητική αναζήτηση, σε αντιδιαστολή με τη δογματικότητα του ΚΚΕ, και η οργανωτική τους αδυναμία ως χειραφέτηση. Κι όλη αυτή η συμπεριφορά δεν καταδεικνύει άλλον από αντίπαλο παρά το ΚΚΕ που η οργανωτική του αποτελεσματικότητα, ο θεωρητικός του εξοπλισμός καταγγέλλονται ως τροχοπέδη του εργατικού κινήματος.  
Κι αν μοιάζει όλος αυτός ο χώρος να χαρακτηρίζεται από μια κατάσταση θεωρητικού και πολιτικού κενού που το οδηγεί και στο αντίστοιχο οργανωτικό κενό ο ρόλος του, εκών άκων, είναι προβοκατόρικος. Να δημιουργεί άλλοθι στην κρατούσα εξουσία, να δημιουργεί καταστάσεις που την ευνοούν απαξιώνοντας και περιθωριοποιώντας το εργατικό κίνημα.