Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΥΡΩΚΕΛΟΓΕΣ

 

Με τις ευρωεκλογές ο κόσμος δεν έγινε λιγότερο χαοτικός ούτε και περισσότερο επικίνδυνος. Είναι βέβαιο το λιγότερο παράδοξο αναλυτές και πολιτικοί να εκφράζουν ζωηρή ανησυχία για την άνοδο της ακροδεξιάς, όλο και περισσότερο αποφεύγεται να χαρακτηρίζεται φασιστική, τόση όσο δεν εκφράσανε για κανένα από τους πολέμους, της Ουκρανίας και της σφαγής στη Γάζα. Αν κάτι δείχνει η μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά είναι ότι έχει χαθεί η εμπιστοσύνη στις αστικές κυβερνήσεις, με συκοφάντηση κάθε σοσιαλιστικής εναλλακτικής, με πολλούς ευρωπαίους να είναι απογοητευμένοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι αν τα ακροδεξιά ή φασίζοντα κόμματα κέρδισαν σημαντικό έδαφος σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, ακριβώς γιατί υπόσχονταν  ανατροπή του κατεστημένου πολιτικού συστήματος, 15 χρόνια μετά εκφράζονται, αφού ενσωματώθηκαν ομαλά στο πολιτικό σύστημα,  με μεγαλύτερη μετριοπάθεια και θέλουν να φαίνονται ότι αυτό που υπόσχονται είναι μια σταθερότητα. Περιγράφοντας τους άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, εκτός από τους ίδιους φυσικά, ως διεφθαρμένους και παρηκμασμένους, εκμεταλλευόμενοι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στέλνουν το μήνυμά τους. Συντηρητισμός στα κοινωνικά ζητήματα με ρατσιστικές τάσεις, στοχοποίηση μεταναστών, αντιισλαμισμός, εκτεταμένη χρήση των πιο συντηρητικών στερεοτύπων για αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου, εθνικισμός και κατά περίσταση ευρωσκεπτικισμός χαρακτηρίζουν τα περισσότερα από τα ακροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα. Το πιο ανησυχητικό όμως, που δεν ομολογείται από την ανησυχούσα κυρίαρχη εξουσία, δεν είναι τόσο η  άνοδός τους, αλλά ότι  όλο και ξεθωριάζουν  οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου  με τα ακροδεξιά κόμματα. Είναι που πια η κυρίαρχη εξουσία  σ’ ένα μεγάλο μέρος της έχει υιοθετήσει ακροδεξιά πολιτική.
       Περιμένουμε απότομες τις  αλλαγές, ρηξικέλευθες τις δράσεις, σε μια εποχή και περιοχή που ο έλεγχος της κυρίαρχης εξουσίας επιβάλλεται δια της συναίνεσης. Δεν βγαίνουν πια τα τανκς στους δρόμους, δεν ανακοινώνεται αναστολή άρθρων Συντάγματος. Η μετατροπή των πραγμάτων  γίνεται σταδιακά και σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενα. Κάποια κατάσταση ή θεσμός μοιάζει να κρατεί δεκαετίες και χαρακτηρίζει τη σταθερότητα. Κι όμως με τη σταδιακή φθορά του ή την ανεπαίσθητη βαθμιαία μετατροπή του σε ό,τι πιο συντηρητικό,  στο τέλος βρισκόμαστε μπροστά σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από ό,τι ήμασταν πριν μερικά χρόνια, και μάλιστα με την αποδοχή της πλειοψηφίας.  Όπως συνέβη με τις φασίζουσες ιδέες και πολιτική που από την απαξίωσή τους πριν μια δεκαπενταετία έχουν περάσει, ανεπαισθήτως, στην ενσωμάτωσή τους στην κυρίαρχη πολιτική.  
       Είναι χρόνια τώρα που  η δημοκρατική μας Ευρώπη αποδέχεται τη  συμμετοχή ακροδεξιών σχηματισμών σε κυβερνητικούς συνασπισμούς για να σχηματίσουν πλειοψηφίες, απενοχοποιώντας φασιστικές ιδεολογίες και νομιμοποιώντας φασιστικές πρακτικές, αρκεί να μη χαρακτηρίζονται σαν τέτοιες.  Αυτό  είχε συμβεί στη χώρα μας με τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ, μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τη Ν. Δ, στην κυβέρνηση Παπαδήμου το 2011. Η οποία κληροδότησε στις επόμενες κυβερνήσεις την τριάδα του φασιστικού τόξου, Βορίδη, Γεωργιάδη, Πλεύρη και έφερε στο κέντρο της πολιτικής σκηνής φασίζουσες περιθωριακές ομάδες που ομαλοποίησαν το δρόμο για την άνοδο της δηλωμένης φασιστικής Χρυσής Αυγής. Κι αν ένα  αντιφασιστικό κίνημα στην πραγματικότητα επέβαλλε τον εξοβελισμό από την πολιτική και κοινωνική ζωή ως εγκληματική οργάνωση την Χρυσή Αυγή, όμως  ένα  μεγάλο τμήμα των συστημικών μέσων ενημέρωσης και πολιτικών την προωθούσε ως διέξοδο στην απόγνωση των πρώτων χρόνων των μνημονίων, μετακινώντας το συστημικό πολιτικό σύστημα δεξιότερα, όπου και παραμένει.  
         Κι αν  στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η εκλογική άνοδος του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία ήταν εξαίρεση στην Ευρώπη και αν αργότερα, το 1999, φάνηκε να πανικοβάλλει την Ευρώπη ο κυβερνητικός συνασπισμός στην Αυστρία στον οποίο υπήρχαν εκλεγμένα με το ακροδεξιό κόμμα «Ελευθερία» μέλη, τώρα πια η παρουσία ακροδεξιών περισσότερο χρησιμοποιείται ως  φόβητρο  για συσπείρωση γύρω από την κυρίαρχη πολιτική, την οποία δεν φαίνεται και οι ακροδεξιοί να πολυαμφισβητούν επί της ουσίας όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικές θέσεις. Και ούτε βέβαια αμφισβητούν  τους αντεργατικούς νόμους που ψηφίζονται από τα κόμματα με τις δημοκρατικές ευαισθησίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Τζ. Μελόνι στην Ιταλία που συνεργάζεται άψογα με την Ε.Ε. Και  ο  Ε. Μακρόν, που έχει υιοθετήσει στο μεταναστευτικό και στην καταστολή φασιστικές πρακτικές, δείχνει με ποιο τρόπο εξυπηρετεί η άνοδος της ακροδεξιάς. Με φόβητρο τη νίκη στις επερχόμενες βουλευτικές  εκλογές στη Γαλλία του κόμματος της Μ. Λεπέν ο Γάλλος πρόεδρος υπογραμμίζει την ανάγκη δημιουργίας προοδευτικού δημοκρατικού μετώπου, εγκλωβίζοντας έτσι τους ψηφοφόρους σε δυο πολιτικούς πόλους που επί του πρακτέου δεν διακρίνονται για διαφορές στην άσκηση της πολιτικής. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται η απουσία εναλλακτικής πολιτικής, αλλά και η ανακήρυξη για μια ακόμα φορά ενός φασίζοντος κόμματος ως αντισυστημικού, εμμέσως οδηγώντας σε μια πιο δεξιά διέξοδο,  αφού η αριστερή προοπτική έχει αρκούντως απαξιωθεί  από τα αριστερά υπολείμματα της σοσιαλδημοκρατίας και την κυρίαρχη πολιτική.
         Σταθερή επιδίωξη της κυρίαρχης τάξης είναι με τις εκλογές να καθορίζει τη μορφή της αντιπαράθεσης θέτοντας εκβιαστικά διλήμματα εν είδει απειλής και με φρούδες υποσχέσεις να ακινητοποιεί το ταξικό ένστιχτο και την ιστορική μνήμη της τάξης των εργαζομένων. Θέλοντας, δικαιώνοντας τις εκλογές,  να εξασφαλίζει τη συναίνεση χωρίς ιδιαίτερη αντίδραση, ευνόησε το είδος εκείνο της πολιτικής επικοινωνίας που συνδυάζει εξατομίκευση, μετατροπή σε θέαμα των εκλογικών εκστρατειών, την επαγγελματοποίηση. Γι’ αυτό μοιάζει υποκριτικός ο προβληματισμός για  την προώθηση και επικράτηση στην πολιτική  ατόμων με όρους ψυχαγωγίας, που η  παρουσία τους έγινε  κέντρο ενός θεάματος ή παρουσίαζαν οι ίδιοι θέαμα κλπ. Η εξατομίκευση αντιπροσώπευε μια ρήξη μ’ εκείνο το μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα που βασίζεται σε κόμματα τα οποία αντιπροσωπεύουν συγκεκριμένες ιδεολογίες, γιατί τώρα δίνεται μεγαλύτερη σημασία στις υποτιθέμενες ιδιότητες των προσώπων παρά στα κόμματα. Ο πολλαπλασιασμός των μέσων ενημέρωσης και μάλιστα των ιδιωτικών που εστιάζουν στην ιδιωτική ζωή  των πολιτικών, την προώθηση των οποίων έχουν αναλάβει διαφημιστικές  εταιρείες,  εξασφαλίζει την κυριαρχία της πολιτικής ως θέαμα. Ένας χυλός όλα τα πολιτικά πράγματα, μια απαισιοδοξία ότι οι διαδικασίες της αστικής πολιτικής δεν μεταβάλλουν τίποτε. Κι ύστερα ωρύονται διανοούμενοι και πολιτικοί του συστήματος για τη μεγάλη αύξηση της αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες. Η οποία αποχή επί της ουσίας ουδόλως τους ενδιαφέρει, αφού το πολιτικό σύστημα συνεχίζει και λειτουργεί προς όφελος των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.  
          Κι απόμεινε μόνο το ΚΚΕ να δίνει προτεραιότητα στις συλλογικές αξίες  και να επικεντρώνεται στο πολιτικό διακύβευμα των εκλογών και στις ταξικές αντιθέσεις.  Η εκλογική άνοδος του ΚΚΕ στις τελευταίες βουλευτικές και ευρωβουλευτικές εκλογές ξεκίνησε μετά από μια δεκαετία καθήλωσης σ’ ένα ποσοστό για το οποίο η δημαγωγία του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε ως στόχο τον ευτελισμό της Αριστεράς, έπαιξε καθοριστικό ρόλο.  Μπορεί να μην είναι θεαματική, είναι όμως ελπιδοφόρα, ενδεικτική για την βαθμιαία αλλαγή στις πολιτικές επιλογές και δράσεις των εργαζομένων. Που δεν παρασύρονται από ξεπερασμένα τεχνάσματα κυβερνητικών ανασχηματισμών, όπως   μετά τις ευρωεκλογές με τη μείωση της εκλογικής δύναμης της Ν.Δ  έκανε ο Κ. Μητσοτάκης. Ο οποίος  θεώρησε ότι ένας  ακόμα ανακυκλωμένος ανασχηματισμός είναι η  απάντηση  στην εκφρασμένη λαϊκή δυσαρέσκεια, που δεν επηρεάζει σε τίποτε τη συνολική αντιδραστική πολιτική.   
          Σε όλη αυτή την εκλογική διαδικασία είναι  η ψήφος στο ΚΚΕ που προκρίνει μια πολιτική πρακτική που θα αποδεσμεύεται από τη λογική της εναπόθεσης των ελπίδων στα εκλογικά αποτελέσματα και κινείται  προς την κατεύθυνση των μαζικών αγώνων  σαν το μοναδικό  μέσο επίτευξης των στόχων της εργατικής τάξης, η οποία στοχεύει πολύ πιο πέρα από αλλαγή  στο πολιτικό σκηνικό. Και είναι αυτό ακριβώς που φοβίζει και γι’ αυτό όλο το πολιτικό σύστημα σε αγαστή συμφωνία, προεξάρχοντος του  ΣΥΡΙΖΑ που έχει ξεμείνει πια μ’ αυτόν μόνο το ρόλο, υπονομεύει την αγωνιστικότητα του ΚΚΕ ή και δειλά αρχίζει να καταγγέλλει τη νομιμότητά του (γιατί συμμετέχει σε εκλογές ευρωβουλής αφού είναι εναντίον της ΕΕ). Επειδή πρέπει να εγκαταλειφθεί κάθε ιδέα αντιπαλότητας απέναντι σ’ αυτό το σύστημα μέσα από αγωνιστικές κινητοποιήσεις στο δρόμο και στους χώρους εργασίας, όπως ο αγώνας των εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ.  Όλα πρέπει να είναι  μέσα στη λογική της διαδικαστικής  δημοκρατικότητας, για να θεωρηθούν παρωχημένες έως και ανύπαρκτες οι αντιθέσεις ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους.
G
M
T
Y
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΚΕ

 

Οι Ευρωπαϊκές εκλογές μοιάζει να είναι στην πραγματικότητα μια αντιπαράθεση εθνικών εκλογών για την εκλογή ενός Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου του οποίου η αντιπροσωπευτικότητα και η δημοκρατική λειτουργία είναι εύκολο να αμφισβητηθεί. Παρόλες τις προσπάθειες δημοκρατικού εξωραϊσμού της Ε.Ε και ευσεβών ή παραπλανητικών πόθων των αστικών κομμάτων που διακηρύσσουν τη μετατροπή της ΕΕ σε ένωση των λαών, αυτή παραμένει πάνω από όλα Ένωση καπιταλιστικών κρατών. Παρόλες τις περί αντιθέτου διακηρύξεις της ΕΕ ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της, ακόμα και με όρους αστικής δημοκρατίας  γίνεται εμφανής όταν εξετάζεται η νομοθετική της διαδικασία, που καθίσταται ιδιαίτερη …ευαίσθητη στις ομάδες ειδικών συμφερόντων και καλά οργανωμένων συμφερόντων όπως οι μονοπωλιακοί όμιλοι. 
 Μπορεί λοιπόν το αποτέλεσμα των εκλογών ακόμα κι αν επηρεάσει τη σύνθεση του ευρωκοινοβουλίου να μην είναι καθοριστικό για τη λήψη των αποφάσεων, αφού οι νόμοι προτείνονται από την Επιτροπή και πρέπει να εγκρίνονται από το  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί όμως να τροποποιήσει τους υπάρχοντες συσχετισμούς. Και καθώς η κυρίαρχη εξουσία, εγχώρια και ευρωπαϊκή, χρειάζεται τη συναίνεση  στην επιβολή των πολιτικών επιλογών της αυταρχικότητας,  της στρατιωτικοποίησης, της οικονομικής λιτότητας, ακόμα και η παραμικρή αντίδραση προκαλεί ανασφάλεια στην άσκηση αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής, εφόσον ξεφεύγει από τον έλεγχό της.  Και καθώς  αυτό που την ενδιαφέρει είναι να  αποφευχθεί η αμφισβήτηση του ίδιου του πολιτικού συστήματος κι επειδή έχει γίνει κοινός τόπος η παραδοχή  και από τους αστούς πολιτικούς της δυσλειτουργίας του συστήματος, αυτή  κάθε φορά χρεώνεται είτε στην ανικανότητα των ανθρώπων που το διαχειρίζονται είτε σε παράγοντες εξωτερικούς, σχεδόν φυσικούς,  που δεν σχετίζονται με την ίδια τη λειτουργία του. Γι’ αυτό κάθε φορά τα αστικά κόμματα βλέπουν τη λύση στις εκλογές  και μιλούν για μια νέα σελίδα που πρέπει να γραφεί με στόχο αυτή να ξεπεραστεί με την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού.  
Και βέβαια το σύστημα των εκλογών μπορεί να αποτελεί ένα εργαλείο ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησης το οποίο επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να ενισχυθεί η ηγεμονία της άρχουσας τάξης, όμως συγχρόνως προσφέρεται και ως πεδίο πάλης για τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Γιατί συμβάλλει  στην πολιτική ζύμωση και στην πάλη κατά της παθητικότητας, είναι ένα μέσο που μπορεί να εκμεταλλευτεί η τάξη των εργαζομένων για να οργανωθεί και να απειλήσει την κυρίαρχη τάξη.  Απ’  αυτήν την άποψη, η καθολική ψηφοφορία ουσιαστικά αυτό που κυρίως κάνει είναι να επικυρώνει έναν συσχετισμό δυνάμεων που έχει προηγουμένως επικρατήσει. Το ζήτημα λοιπόν  είναι να μη σταματά η συμμετοχή  της πλειοψηφίας  στη δημόσια ζωή με την ψηφοφορία, αλλά μάλλον να αρχίζει με αυτήν.  Ένας από τους λόγους της πτώσης του κινήματος όλα αυτά τα χρόνια οφείλεται και σ’ ένα  βαθμό και στην εσωτερική καταστολή του από τον ρεφορμισμό της σοσιαλδημοκρατίας που οι αμφισβητούμενες έως ύποπτες δράσεις της κατευθύνονταν να περιορίζουν την όποια δυναμική του σε μετάφρασή της μόνο σε εκλογικά ποσοστά, εκτρέποντάς τη από το πεδίο των αγωνιστικών κινητοποιήσεων.
Οι εκλογές  μπορούν να παίξουν τον διπλό ρόλο, της πολιτικής αγωγής και διαπαιδαγώγησης αφενός, της  πάλης κατά της παθητικότητας των μαζών αφετέρου, χωρίς αυτό να  σημαίνει ότι ο συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων ανάγεται μόνο σε ζήτημα εκλογικών ποσοστών. Όπως το εκλογικά ποσοστά,  αντεστραμμένα, δεν αντικατοπτρίζονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα. Οι αναιμικές συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν. Δημοκρατίας, που δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τον όγκο και τον παλμό της συγκέντρωσης του ΚΚΕ δεν αποδεικνύει την πλειοψηφική κυριαρχία του ΚΚΕ, αλλά το δυναμισμό και την αγωνιστικότητά του, έτσι και μέσα από τις εκλογές  μπορεί να εκφραστεί η δυναμική μιας κοινωνίας ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική.
Κι αυτός είναι ο φόβος του συστήματος. Οι εκλογές να καταλήξουν, από ένα  ισχυρό ιδεολογικό  όπλο του καπιταλιστικού συστήματος μέσω του οποίου χειραγωγεί τη συναίνεση και αναβαπτίζει την νομιμότητά του, να γίνουν εφαλτήριο για την οργάνωση και συσπείρωση ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικές. Γι’ αυτό η καταγραφή της κοινωνικής συσπείρωσης γύρω από το ΚΚΕ μέσα από την άνοδο της εκλογικής του δύναμης είναι σημαντική. Όχι γιατί έτσι θα αποκτήσει άμεσα τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαμόρφωση της πολιτικής των κυρίαρχων κέντρων, αλλά γιατί είναι το πρώτο βήμα για την οργάνωση  και κινητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Γιατί ακόμα κι αν η βασική αντίθεση δεν είναι παρά κεφάλαιο–εργασία, αυτή η αντίθεση πραγματώνεται και λειτουργεί μέσω όλων των κοινωνικών εκφράσεων, και βέβαια μέσω και των εκλογών, που αναδιατάσσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και μέσω των οποίων εκδηλώνεται αυτή η πάλη.
 Με  τη διαρκή οικονομική κρίση που πλήττει τα λαϊκά στρώματα, με την απειλή πολέμου που δεν είναι πια καθόλου θεωρητική, η άρχουσα τάξη επείγεται να τιθασεύσει όλους τους παράγοντες αντίστασης κάτω από τη δύναμη της αστικής δημοκρατίας. Μετά  την κρίση έβγαλε από το μπουκάλι το τζίνι του φασισμού σαν εφεδρεία,  για να εκφοβίσει και να προκαλέσει σύγχυση. Μάλιστα, όσο περισσότερο ενσωματώνονται στην κυρίαρχη πολιτική φασίζουσες  πρακτικές τόσο πιο πολύ κραυγάζει για τον κίνδυνο φασισμού. Στη συνέχεια,  αφού έδειχνε να κονταροχτυπιέται  με το ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζοντάς τον βασικό αντίπαλο, για να ολοκληρώσει εξ αριστερών την καπιταλιστική πολιτική  εγκλωβίζοντας  σε αδράνεια τις λαϊκές αντιστάσεις,  μετατόπισε τη σημασία των εκλογών στη δυνατότητα εναλλαγής προσώπων. Κι επειδή όλα τα αστικά κόμματα διακηρύττουν ότι οι επιλογές στην άσκηση της πολιτικής είναι δεδομένες και δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, γι’ αυτό η εκλογική διαδικασία αν διαιρεί το εκλογικό σώμα αυτό επιδιώκεται να γίνεται πάνω σε πρόσωπα, μόδες και στυλ. Άξιος εκπρόσωπος γι’ αυτό το ρόλο θέλει να είναι ο Σ. Κασσελάκης που συμπυκνώνει τον γελοιοποιημένο εκφυλισμό της πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ. Και βέβαια σε κάθε εκλογική αναμέτρηση οι κλώνοι των αστικών κομμάτων ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται από άκρα δεξιά, Νίκη, μέχρι άκρα αριστερά, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για εκτόνωση της οργής.
Γι’ αυτό η ισχυροποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος σ’ αυτές μάλιστα τις συνθήκες θα είναι καταλυτική. Όχι μόνο γιατί δεν θα επικυρώσουν εκείνον το συσχετισμό δυνάμεων που είναι αποτελεσματικός για τη διατήρηση και προώθηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, ώστε να φαίνεται ότι η πολιτική που εφαρμόζεται στηρίζεται στη συναίνεση της πλειοψηφίας.   
  Θα είναι καταλυτική και   για τη διεύρυνση του μικρόκοσμου μας και τη σύνδεσή του με τη κοινότητα της αγωνιστικής δράσης. Γιατί ο ατομικισμός μας είναι ικανός να δράσει και να μην σημαδεύεται από στειρότητα, αν ενωθεί με τις μεγάλες μάζες που αγωνίζονται. Όπως οι χιλιάδες αγωνιστές του ΚΚΕ όλο αυτόν τον αιώνα που η υπέρβαση του εαυτού τους έδωσε υποδείγματα ζωής  και αγώνα εναντίον της εξουσίας των οικονομικών δυνάμεων που μανουβράρουνε τις ζωές των ανθρώπων.
 Γι’ αυτό λοιπόν ψήφο στο ΚΚΕ. 
Δεν είναι μόνο το αγωνιστικό παρελθόν ενός αιώνα, δεν είναι μόνο η συνέπεια λόγων και έργων, που δεν ωραιοποιεί ούτε κολακεύει,  δεν είναι μόνο  ο αγωνιστικός πυρήνας των μελών του που βρίσκεται παντού όπου απαιτούν τα λαϊκά συμφέροντα. Είναι όλα αυτά  αλλά είναι και η πίστη που εμπνέει σ’ αυτό το όραμα μετασχηματισμού της κοινωνίας, μέσα από αγωνιστική δράση που ποτέ δεν παραιτείται και δεν ομφαλοσκοπεί. Η  αισιοδοξία ότι οι άνθρωποι είναι σε θέση να αλλάξουν τις συνθήκες ζωής τους και μέσω αυτής της αλλαγής να είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος που τελικά θα μεταμορφωθεί δίνει δύναμη και νόημα σε μια ζωή που αλλιώς καταντά μίζερη, γεμάτη μεμψιμοιρία και επαναλαμβανόμενη δυστυχία.