Κυριακή 19 Απριλίου 2026

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΙ

 

Μέρες τώρα μοιάζει το κύριο πρόβλημα που απασχολεί τη χώρα να είναι το ανύπαρκτο πτυχίο ενός υφυπουργού, που στην εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναδείχτηκε άξιος υπερασπιστής της πολιτικής γραμμής  της κυβερνώσας παράταξης της Ν.Δ. Τόσο επιτυχημένα μάλιστα που στον πρώτο αναγκαστικό ανασχηματισμό, πάλι εξαιτίας το ΟΠΕΚΕΠΕ,  να τον ανταμείψει με υπουργείο ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης. Και τόσο επιτυχημένη η αντιπολιτευτική αντίδραση που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο Μ. Λαζαρίδης.
           Ο προβληματισμός που ανακύπτει απ’ αυτό το ζήτημα δεν έχει να κάνει με τη συγκεκριμένη ενέργεια της αστικής αντιπολίτευσης, η οποία και φυσικά οφείλει να αναδεικνύει την αναξιοπιστία, όταν μάλιστα τα τεκμήρια είναι τόσο οφθαλμοφανή, ενός υπουργού που αντανακλά και την αναξιοπιστία, το λιγότερο,  της κυβέρνησης. Μόνο που η αντιπολίτευση για άλλη μια φορά κατανάλωσε όλη της την αντιπολιτευτική …ικανότητα στην περιπτωσιολογία και περιορίστηκε σ’ αυτήν. Η αστική αντιπολίτευση εμποδίζει με όσους τρόπους ξέρει τον ιδεολογικό μετασχηματισμό των λαϊκών μαζών, νεκρώνει τις ελπίδες διαψεύδοντάς τες συνεχώς, εκχυδαϊζει τις λαϊκές ευαισθησίες καθοδηγώντας τες σε κατασκευασμένες  συγκυρίες, τις μετατρέπει σε ποσοστά και τις κινητοποιεί σε μια αντιμητσοτακική ρήξη που δεν αγγίζει καμιά δομή του συστήματος.
 Επτά χρόνια διακυβέρνησης της Ν. Δημοκρατίας που έχουν διαλύσει όσα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα γλύτωσαν από τις μεταρρυθμίσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που έχουν προσανατολίσει εξ ολοκλήρου την παραγωγική βάση της χώρας σε τομείς άμεσης κερδοφορίας για το κεφάλαιο, που έχουν εμπλέξει τη χώρα σε τυχοδιωκτικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής άμεσης ωφέλειας για την κυρίαρχη τάξη   και όλα αυτά τα χρόνια οι αντιπολιτευτικές κορώνες εστιάζουν στα ελάσσονα, χωρίς μάλιστα να τα συνδέουν με την ευρύτερη άσκηση της πολιτικής της κυβέρνησης. Είναι που όλη η αστική αντιπολίτευση ακολουθεί μια ενιαία πολιτική, ελάχιστα διαφοροποιημένη μόνο στο ύφος της άσκησής της, που φυσικά και δεν επιφέρουν ούτε καν κραδασμούς στο επίπεδο ανοχής και αντοχής των πολιτικών δομών.  Και κάθε φορά  μοιάζει να επαναλαμβάνεται η αδρανοποίηση, με αντάλλαγμα ελάχιστες παραχωρήσεις, εκείνων των κοινωνικών κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κυβερνητικό αφήγημα των προσδοκιών, που η διάψευσή τους ελευθερώνει συναισθήματα οργής και θυμού, απαιτώντας τότε από την αντιπολίτευση επιθετικούς τόνους σε λεκτικό επίπεδο που τους καθησυχάζουν, για να το παίζει αντισυστημική ακόμα και η Ζωή Κωνσταντοπούλου.
             Κι ενώ με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση και τα συμφέροντα των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων θα έπρεπε να υπάρχει σαφής αντιστοιχία μεταξύ ταξικών αντιθέσεων και πολιτικών επιλογών, παρατηρούμε ότι κοινωνικά στρώματα κάνουν πολιτικές επιλογές με κριτήρια που δεν μοιάζουν να συνδέονται με τα ταξικά τους συμφέροντα. Και αυτό ίσως συμβαίνει, γιατί ο τρόπος που αλληλοεπηρεάζονται οι οικονομικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί προσδιορισμοί στη διαμόρφωση της συνείδησης των κοινωνικών στρωμάτων δημιουργεί πολύπλοκες συναρμογές, που στο πολιτικό πεδίο καθορίζουν ισορροπίες και αντιφάσεις που δεν αντιστοιχούν πάντα στην αρχική ύλη των κοινωνικοοικονομικών προσδιορισμών. Και αυτό γίνεται γιατί  η μορφωτική, θεσμική και ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας  τάξης, με όλα τα μέσα που διαθέτει βρίσκει κάλλιστα το δρόμο να εγκατασταθεί στα κεφάλια των ανθρώπων κι έτσι  να διαμορφώνει υπέρ της τον συσχετισμό δυνάμεων στην ταξική σύγκρουση.
           Χρησιμοποιείται μια περίτεχνη ιδεολογική παραπλάνηση. Σε όλη την μεταπολίτευση στην πραγματικότητα είναι ένα αστικό κόμμα που παίζει το παιχνίδια της εναλλαγής με ένα άλλο κόμμα και διαχειρίζεται τον καπιταλισμό. Εκείνο όμως που  γίνεται  είναι να εμφανίζεται είτε με το προσωπείο του σοσιαλιστικού κόμματος παλιότερα, όταν έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα σοσιαλιστικά κράτη με την ΕΣΣΔ, είτε του φιλελεύθερου και πραγματιστή στις μέρες μας, για να εγκλωβίζει ψηφοφόρους και να ευνουχίζει διεκδικητικούς αγώνες, με ισχυρισμούς  για πολιτική αλλαγή που ποτέ δεν συμβαίνει.  
        Κι από κοντά ακολουθεί η συκοφάντηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, όχι μόνο με τα παλιά επιχειρήματα που ανασύρονται από την μετεμφυλιακή εποχή, αλλά με καινούργια που το απαξιώνουν σαν υποταγμένο στην αστική πολιτική. Το παράδοξο να κατηγορείται το Κομμουνιστικό Κόμμα ως εγγεγραμμένο στα κατεστημένα θεσμικά πλαίσια ως προς την προπαγάνδα και τις αξίες που πρεσβεύει από όλους αυτούς που υποστηρίζουν τα αστικά κόμματα δείχνει την εκ του πονηρού αμφίσημη αντιμετώπιση των πολιτικών προσανατολισμών και της προοπτικής των λαϊκών κινητοποιήσεων. Σ’ ένα θεωρητικό επίπεδο πολλοί …προοδευτικοί αστοί υποκρίνονται τους αντικαπιταλιστές, καθότι τρόποι ζωής, ανάγκες, κοινωνικές προσδοκίες κατασκευάζονται στη μήτρα των καπιταλιστικών σκέψεων και δυνάμεων παραγωγής που πρέπει βέβαια να γίνουν πιο ανθρώπινες, αλλά βέβαια επί του πρακτέου  δεν χρειάζεται γι’ αυτό οργάνωση των εργαζομένων  και κόμμα. Αν όμως  αναγνωρίσουμε ότι ο καπιταλισμός έχει αρνητικές επιπτώσεις, τι πρέπει να κάνουμε γι' αυτό; Όσο επικριτικοί κι αν είναι μερικές φορές απέναντι στον καπιταλισμό οι αντικομμουνιστές αντικαπιταλιστές, στην πραγματικότητα υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και ότι τίποτα δεν μπορεί ή δεν πρέπει να γίνει εναντίον του.
Στη χώρα μας μοιάζει να είναι βασικό τους μέλημα   να περιμένουν στη γωνία ν’ ανακαλύψουν κάποια αστοχία του κόμματος, να μετρούν σημεία στίξης και λέξεις στις ανακοινώσεις του αναζητώντας εναγωνίως λάθη διατύπωσης, να  διϋλίζουν κάθε τοποθέτηση μελών του κόμματος ή βουλευτών σε τηλεοπτικά πάνελ, με προτιμώμενη πάντα τη Λιάνα Κανέλλη που υπήρξε παλιά μέλος της ΟΝΝΕΔ. Με άλλα λόγια, καλλιεργώντας μια εμφάνιση ριζοσπαστισμού οικειοποιούνται την  ίδια τη δραστηριότητα της κριτικής μέσα σε μια φιλοδυτική, φιλελεύθερη και γλυκά αντικομμουνιστική ιδεολογία. Γιατί αν  η αναγκαία κριτική οδηγεί στην αμφισβήτηση κάθε μορφής οργάνωσης καταλήγει να υπερασπίζεται τον ίδιο τον καπιταλισμό, που φυσικά παραμένει ανίκητος.  
             Η προσήλωση σε μια αντικομματική  προσέγγιση μηδενίζει την αναγκαιότητα για τους εργαζομένους της οργάνωσης μιας δομής, του κόμματος, παραβλέποντας κατάφωρα ότι στο μέτρο που στην αντίπερα όχθη υπάρχουν δομές και οργανώσεις πανίσχυρες, η αδυναμία των εργαζομένων να είναι οργανωμένοι και να διαθέτουν το δικό τους κόμμα, για να απαντούν  και να  αντιτίθενται στην κρατική βία της αστικής τάξης τους μόνο ευάλωτους τους κάνει.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ

 

Από τη μια η  σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά τη λήξη του β’ παγκοσμίου πολέμου με τις σοσιαλδημοκρατικές παρεμβάσεις που ενίσχυσαν τις αυταπάτες για το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού και από την άλλη η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης που προπαγανδίστηκε δεόντως σαν η ταφόπλακα στην ανάγκη των κοινωνικών αγώνων και της κοινωνικής επανάστασης δημιούργησαν αυτά τα ωστικά κύματα που ως τις μέρες μας επηρεάζουν ακόμα τους  λαούς της Δύσης. Παρόλο που οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν ποτέ και οι ταξικές αντιθέσεις όλο και πολώνονται οι μεγάλες πλειοψηφίες στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη επιμένουν να κλείνονται στο μικρόκοσμό τους. Ακόμα και  τώρα με τον πόλεμο που μαίνεται στη Μ. Ανατολή και την αντίσταση του Ιράν, που χρησιμοποιώντας την ενέργεια σαν μέσο πίεσης κάνει αισθητές τις συνέπειες του πολέμου και στη Δύση, οι μεγάλες πλειοψηφίες φαίνεται να μη μπορούν να ξεφύγουν από εκείνη την αδράνεια που τις καθιστά ακίνδυνες.
       Το τελεσίγραφο του Τραμπ που είχε απειλήσει να εξοντώσει ολόκληρο τον πολιτισμό του Ιράν και οι εικόνες με τους Ιρανούς σε γέφυρες και διάφορες υποδομές  ανακάλεσαν στη μνήμη την επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας στα 1999, όταν η διεθνής έννομη τάξη στην Ευρώπη μεταπολεμικά καταστράφηκε. Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί να προοιωνίζει τίποτε καλό για το μέλλον το γεγονός ότι ΗΠΑ και Ισραήλ δεν προσποιούνται καν ότι νοιάζονται για έννομη τάξη ή διεθνές δίκαιο. Η αυτοκρατορία των ΗΠΑ γίνεται όλο και πιο τολμηρή στο να εκθέσει την πραγματική τυραννική φύση της, νιώθοντας όλο και λιγότερη ανάγκη να κατασκευάσει συναίνεση πριν εμπλακεί σε μαζική στρατιωτική σφαγή
        Και ο δικός μας πρωθυπουργός  K. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στο CNN βρήκε τη λέξη  «αντιπαραγωγική» (counter productive) ως την πιο κατάλληλη για να χαρακτηρίσει τη δολοφονική επίθεση  του Ισραήλ στο Λίβανο εναντίον αμάχων, ουσιαστικά υιοθετώντας την οπτική γωνία του εγκληματικού κράτους, ότι δηλ. στρατιωτικά και στρατηγικά είναι αυτές οι δολοφονίες επιζήμιες για το Ισραήλ, επειδή θεωρεί ότι υπονομεύουν τους δικούς του στόχους. Είναι μια αποτυχημένη απόπειρα να ισορροπήσει ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ανησυχίας για την παραβίαση της εκεχειρίας χωρίς όμως  ούτε μια στιγμή να ξεχνά τη στρατηγική εταιρική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, την οποία διαφημίζει πάντα με ικανοποίηση σαν θωράκιση της χώρας απέναντι στην Τουρκία. Σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις είναι που αποδεικνύεται με πολύ ξεκάθαρο τρόπο ότι οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και ότι όλα τα ηχηρά για εθνικά συμφέροντα, διεθνές δίκαιο και ανθρωπισμό λέγονται απλώς για παραπλάνηση.
        Κανένας βέβαια από την ηγεσία σε μια  αστική δημοκρατία δεν παραδέχεται ότι υπηρετεί άλλα συμφέροντα από τα λαϊκά. Και όταν η πραγματικότητα κάποιες φορές συγκρούεται με την εικόνα που οι λέξεις των κυβερνώντων προσπαθούν να κατασκευάσουν, τότε επιστρατεύονται επιχειρήματα, αρκεί να μοιάζουν λογικοφανή, για να δικαιολογήσουν  αυτή τη διάσταση. Όπως συνέβη πριν μερικές εβδομάδες με τις μεγαλόστομες δηλώσεις,  που τόνιζαν το αξιόμαχο των Ελλήνων, του υπουργού Άμυνας Ν. Δένδια για την κατάρριψη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία και αρνιόταν βέβαια την πραγματικότητα της εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο του Ιράν.
        Όπως τις προηγούμενες μέρες σύσσωμη η κυβέρνηση, με προεξάρχοντα τον πρωθυπουργό, αρνιέται την πραγματικότητα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν προσπαθεί μόνο να μειώσει την αποκάλυψη της έκτασής του,  αλλά κατασκευάζοντας μια εικονική πραγματικότητα επιχειρεί  να αποδώσει τις ευθύνες γι’ αυτό σε παράγοντες  έξω από τις δικές της δράσεις.
        Ο πρωθυπουργός μάλιστα σε τηλεοπτικό του μήνυμα για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εν μέσω υποσχέσεων και δικαιολογιών, αποκάλυψε, για τη διασπάθιση των εκατομμυρίων με τη βοήθεια πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος της Ν.Δ.,  και τον κύριο φταίχτη. Είναι το «βαθύ κράτος» και   δήθεν η συγκυρία του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται αφετηρία μάχης για την ήττα του.
         Αυτή η καταγγελία για  το βαθύ κράτος δεν είναι αποκλειστικότητα του Κ. Μητσοτάκη. Στις μέρες μας η χρήση του από τον Ντ. Τραμπ αποτέλεσε ρητορικά ένα αποτελεσματικό  όπλο αντιπολιτικής ορθότητας που αναδείκνυε την αντίσταση των ηγεσιών της διοίκησης στις λαϊκές επιθυμίες που υποτίθεται υπηρετεί ο πρόεδρος. 
          Ο όρος «βαθύ κράτος» φέρει μαζί του την ιδέα ενός παράλληλου δικτύου λήψης αποφάσεων και, τελικά, την πίστη ότι η πραγματική εξουσία βρίσκεται σε ένα παράλληλο, και πάνω απ' όλα, κρυφό, νευραλγικό κέντρο, μια μορφή ανεπίσημης εξουσίας που είναι  απίθανο να λογοδοτήσει. Εν ολίγοις, κάτι σαν χαστούκι στη δημοκρατία και τη διαφάνεια που απαιτείται από το κράτος δικαίου. Ένα βαθύ κράτος που δεν ήλεγχε, κι έτσι αθωωνόταν και ο ίδιος,  υπονοούνταν  με τη ρήση «επιτέλους ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» που αποδιδόταν από φίλους και οπαδούς στον  Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο μετά τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, για να αποστασιοποιηθεί απ’ αυτήν.   Μέχρι όμως πρόσφατα, αυτή η έκφραση σπάνια έμπαινε στη σφαίρα μιας πολιτικής συζήτησης ή στις νόμιμες σφαίρες εξουσίας. Συναντιόταν πολύ πιο συχνά στις πολιτικές συζητήσεις στην καθημερινή ζωή,  στον περίπλοκο και συχνά αδιαφανή κόσμο των θεωριών συνωμοσίας παρά στα στόματα προσωπικοτήτων γνωστών για την πολιτική τους σκέψη ή τη χάραξη πολιτικής. Ο Κ. Μητσοτάκης όμως υιοθέτησε αυτόν τον αμφιλεγόμενο όρο σε μια προσπάθεια, όπως ο Ντ. Τραμπ, να παρουσιαστεί μαχητής για τα λαϊκά συμφέροντα.
          Δεν είναι βέβαια σαφές τι ακριβώς ο δικός μας πρωθυπουργός εννοεί με τέτοιους ασαφείς όρους, που επιτρέπει όμως σε όποιον θέλει να φανταστεί το χειρότερο. Στο τελευταίο του μήνυμα μοιάζει από τα συμφραζόμενα ν’  αναφέρεται στη γραφειοκρατία και σε ομάδες ενσωματωμένες στον κρατικό μηχανισμό, σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με τις οποίες ένα κόμμα εξουσίας όπως του Κ. Μητσοτάκη θέλει να παριστάνει ότι δεν έχει καμιά σχέση.   Κι έτσι ανακινεί σκέψεις σχετικά με τη λαϊκή κυριαρχία, η οποία καταπατείται από τον καλολαδωμένο μηχανισμό αυτής της παράλληλης και κρυφής εξουσίας, που δεν προέρχεται από τον λαό, όπως ο πρωθυπουργός και οι βουλευτές του.  
          Περιγράφοντας μ’ αυτόν τον όρο ένα υποτιθέμενο μυστικό δίκτυο μη εκλεγμένων κυβερνητικών αξιωματούχων, πρακτόρων πληροφοριών, γραφειοκρατών που εργάζονται για να επηρεάσουν ή να ανατρέψουν την εκλεγμένη ηγεσία και τη δημόσια πολιτική δίνεται ένα αξιοσημείωτο άλλοθι στους κυβερνώντες και στις αντιλαϊκές πολιτικές τους, αναγνωρίζοντας συγχρόνως  το κεντρικό ρόλο του κράτους στη δομή και ρύθμιση των κοινωνιών. Αρνούμενοι την ταξική διάσταση της αστικής μας δημοκρατίας και με αδυναμία δικαιολόγησης δράσεων και ενεργειών τους, που ξεκάθαρα στρέφονται ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, όταν αυτές προκαλούν λαϊκή δυσαρέσκεια, η επιστράτευση αυτού του ασαφούς όρου θέλει να συσπειρώσει κυβερνώντες και λαό ενάντια σ’ αυτούς  που υποτίθεται  ελέγχουν ή υπονομεύουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αποδυναμώνοντας κάθε λαϊκή αντίδραση.  Στην αναζήτηση βέβαια του βαθέος κράτους,  ποτέ δεν υπονοείται η κυρίαρχη τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής.  Χρησιμοποιώντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο  ο πρωθυπουργός αυτόν τον όρο φιλοδοξεί να δείξει την πρόθεσή του για συνεννόηση, για  να ξεσκεπάσει παράγοντες μη κατονομαζόμενους προκειμένου να διευκολυνθεί στη συνεργασία πέρα από κομματικές διαφορές.
         Στην πραγματικότητα, το να θέλει να πείσει ένας πρωθυπουργός ότι το βαθύ κράτος είναι πραγματικό το κάνει για να αποδυναμώσει κάθε λαϊκή αντίδραση. Γιατί έτσι η πολυπλοκότητα του κόσμου εξαφανίζεται ακαριαία και ο ανορθολογισμός θριαμβεύει.  Η ταξική πάλη,  η ελευθερία,  η αντίσταση, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, τίποτα από αυτά δεν έχει πια σημασία. Εφόσον  ο κόσμος κυβερνάται από το βαθύ κράτος υπάρχει πάντα το αόρατο που δεν το βλέπει κανείς πίσω από το ορατό, που συνεχώς μεταμφιέζεται και δεν αναγνωρίζεται, δεν συγκρούεται αλλά καταβροχθίζει και αποστραγγίζει από κάθε ζωτικότητα ό,τι αντιστέκεται. Καθοδηγεί και ελέγχει τα πάντα, αποτρέπει κάθε αντίφαση και ακυρώνει κάθε εξέγερση, εκμηδενίζει κάθε απελευθέρωση, ενσταλάζει άγχος και φόβο για να τους κάνει όλους υπάκουους και πού ν’ αντισταθείς;

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΤΟ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΣΩΜΑ

 

Μέρες Μεγάλης Εβδομάδας και ο συμβολισμός του εσταυρωμένου Ιησού δεν είναι  για να εμπνέει παρηγοριά ή ανακούφιση. Ο σταυρός ως πολιτικό σύμβολο ισοδυναμεί με την άρνηση της ουδετερότητας απέναντι στη καταπίεση, ισοδυναμεί με την ενσαρκωμένη αλληλεγγύη προς τους αποκλεισμένους, τους βασανισμένους, τους φιμωμένους, τους απόκληρους. Η πολιτική επανοικειοποίηση της σταύρωσης μετατρέπει τη θεολογική εικόνα του πάσχοντος Χριστού στο σταυρό σε σύμβολο αντίστασης και ταξικής καταπίεσης.  
          Όπως ήταν και οι έξι χιλιάδες σκλάβοι με τον Σπάρτακο που πολεμούσαν δυο χρόνια τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μετά την ήττα τους σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού σε μήκος 200 χιλιομέτρων. Τα πτώματά τους καταξεσκισμένα, καταφαγωμένα, σαπισμένα παρέμειναν ένα μακάβριο θέαμα για χρόνια μετά τη μάχη, επειδή ο Ρωμαίος νικητής Κράσσος δεν διέταξε ποτέ την απομάκρυνσή τους.  Γιατί η ιστορία αυτών των άθλιων της γης που  ξεσηκώνονται με τα όπλα στο χέρι και προκαλούν τη μία ήττα μετά την άλλη στους στρατούς της μεγαλύτερης δύναμης του κόσμου είναι ένα από τα πιο εξαιρετικά και συγκινητικά γεγονότα στην ανθρώπινη ιστορία. Για τους Ρωμαίους η ιστορία αυτής της εξέγερσης των σκλάβων ήταν μια έντονη προειδοποίηση: σήμαινε ότι μια κοινωνία που χτίστηκε πάνω σε σκλάβους ή υποταγμένους πληθυσμούς θα μπορούσε να ανατραπεί από αυτούς
               Η Αρχαία Ρώμη χρησιμοποίησε τη σταύρωση για να εξευτελίζει και να ταπεινώνει εκείνους τους ανθρώπους που δεν τους αναγνώριζε καν την ανθρώπινη υπόστασή τους. Ήταν ένας αργός θάνατος από ασφυξία και ντροπή που προορίζονταν για σκλάβους, αντάρτες και όποιον τολμούσε ν’ αμφισβητήσει την αυτοκρατορία, με  τα πτώματα καρφωμένα στις πύλες της πόλης να υπενθυμίζουν στους περαστικούς για την κατάληξη όσων αντιστέκονταν. Δεν ήταν μόνο ο θάνατος, ήταν η ταπείνωση και εξευτελισμός. Γυμνά σώματα, πλήθη που χλευάζουν, ώρες ή ημέρες μεγάλου πόνου. Όμως αυτά τα σαπισμένα σώματα  πάνω στο σταυρό των σκλάβων που εξεγέρθηκαν παραμένουν ακόμα και σήμερα σύμβολο της δύναμης των καταπιεσμένων μαζών ενάντια στους καταπιεστές τους. Και ο σταυρός,  αυτό το αρχαίο εργαλείο βασανιστηρίων από όργανο του τρόμου έγινε λάβαρο μιας νέας πίστης που δεν έθαψε την ντροπή της, την διακήρυξε και επαναπροσδιόρισε τη σημασία αυτού του συμβόλου της καταπίεσης.
Μέσα στην αχανή αυτοκρατορία για τους φτωχούς  και τους άθλιους της γης ο χριστιανικός ισχυρισμός ότι ένας σταυρωμένος άνθρωπος είναι ο κύριος του κόσμου γίνεται το σύμβολο της δικής τους επανάστασης. Αυτό που έμοιαζε με ήττα μετατράπηκε στην πραγματικότητα σε νίκη. Η εξουσία της Ρώμης αφαίρεσε την αξιοπρέπεια του Ιησού, του έσπασε το σώμα, την τελευταία λέξη όμως δεν την είπε η αυτοκρατορία και ο θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς και εκκολάφθηκε μια νέα θρησκεία, που βέβαια «δεν οφείλει την ύπαρξή της στον ουρανό αλλά στη γη» αφού  «… κάθε θρησκεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια φανταστική αντανάκλαση στα κεφάλια των ανθρώπων, εκείνων των εξωτερικών δυνάμεων που κυριαρχούν πάνω τους στην καθημερινή ζωή τους, αντανάκλαση στην οποία οι γήινες δυνάμεις παίρνουν τη μορφή υπεργήινων»
Και τέσσερις  αιώνες μετά,  ο θεός για τους ανθρώπους της αυτοκρατορίας  κρεμόταν από τον λαιμό τους σ’ έναν σταυρό, που από όπλο τρόμου έγινε πηγή ελπίδας και επαναπροσδιόρισε τη δύναμη. Γιατί «Η θρησκεία είναι, πράγματι, η αυτοσυνείδηση ​​και η αυτοεκτίμηση του ανθρώπου που είτε δεν έχει ακόμη κατακτήσει τον εαυτό του, είτε έχει ήδη χάσει τον εαυτό του ξανά. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι ένα αφηρημένο ον που βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου - κράτος, κοινωνία. Αυτό το κράτος και αυτή η κοινωνία παράγουν τη θρησκεία, η οποία είναι μια ανεστραμμένη συνείδηση ​​του κόσμου, επειδή είναι ένας ανεστραμμένος κόσμος», όπως αναφέρεται σε απόσπασμα από την Εισαγωγή στην Κριτική της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ τουΜαρξ το 1844. Και τι άλλο είναι το να μην εκφράζει ο Χριστός πάνω στο σταυρό πλέον πόνο και ταπείνωση αλλά δόξα, τι άλλο είναι η πίστη ότι κάθε άτομο έχει την ίδια σημασία ενώπιον ενός θεού που δεν περιφρόνησε τους πιο ταπεινούς, παρά « ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και η ψυχή των άψυχων συνθηκών»;