Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

Τρομοκρατημένοι μήπως η πραγματικότητά μας εξελιχτεί σε εφιάλτη και σε μας, απογυμνωμένοι από οράματα και ελπίδες νιώθουμε εγκαταλελειμένοι στη μοίρα μας. Η συντριπτική πλειοψηφία των λογής λογής ηγετών και ηγετίσκων που απαίτησαν  αξιώματα στην πολιτική σκηνή, διεκδίκησαν τιμές στο πνευματικό πεδίο μοιάζει με υπεκφυγές, ωραιοποιήσεις και ψεύτικες ελπίδες ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων να το έχουν  οδηγήσει στην παραίτηση από διεκδικήσεις. Πνευματικοί ταγοί, σ’ έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο δύσκολος με τα περιθώρια ελπίδας να στενεύουν, σιωπούν ή γίνονται φερέφωνα της κυρίαρχης εξουσίας. Κι επειδή οι ιδέες της δημοκρατίας, δικαιοσύνης, ελευθερίας κλπ. μετά από τόσους αγώνες έχουν γίνει μέρος της παγκόσμιας συνείδησης κανείς δεν καταφέρεται εναντίον τους. Αυτό που γίνεται είναι να νοθεύονται, πλαστογραφούνται, διαστρέφονται, την ίδια ώρα που οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες κραυγαλέα τις επικαλούνται και λεκτικά τις υπερασπίζονται. Εξισώνοντας τα πάντα και τους πάντες, συκοφαντώντας το όραμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, καλλιεργώντας τη λήθη εν ονόματι μιας συναίνεσης προωθούν κάθε είδους συμβιβασμό και παραίτηση, για να μην ενοχλείται η κυρίαρχη εξουσία.           
          Διανοούμενοι που φαίνεται να υποκλίνονται στην εξουσία, κολακευμένοι από τις  θωπείες των   καταπιεσμένων φιλοδοξιών τους  για διακρίσεις και προβολές δεν κάνουν άλλο από το να την δικαιολογούν υπερασπιζόμενοι ακόμα και τις πασιφανείς απανθρωπιές της. Παραποιούν την μνήμη, νοθεύουν την ιστορία για να αγνοηθούν οι βασικές αιτίες που αναπαράγουν δικτατορίες, βία, πόλεμο. Έχουν αναλάβει να μας εξοικειώσουν με τις αυθαιρεσίες της εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους, για να εξοντωθούμε ηθικά, να εξουδετερωθούμε πολιτικά.  
           Η ασυμφιλίωτη λοιπόν πολιτική  αντίθεση, λαϊκό κίνημα και αντιδραστική εξουσία,  έκφραση της κρυμμένης ταξικής σύγκρουσης, στην οποία ήταν υποταγμένη κάθε δράση και  ενέργεια στην Ελλάδα από το τέλος του εμφυλίου μέχρι την πτώση της χούντας, όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια γίνεται  προσπάθεια ν’ αμβλυνθεί θολώνοντας την εκδήλωσή της, ενώ  στην πραγματικότητα δεν  παύει να υπάρχει. Γι’ αυτό κι ενώ έχει περάσει πάνω  μισός αιώνας από την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών καθηγητές πανεπιστημίου, αφού απαξίωσαν με πονήματά τους την αντίσταση ενάντια στους ναζιστές, επανέρχονται με καινούργιο πόνημα για να λειάνουν τη βία και την αυταρχικότητα  της δικτατορίας των συνταγματαρχών, να ισοπεδώσουν τις αντιθέσεις.
Ο λόγος για το έργο του Στ. Καλύβα  «Big Bang 1970–1973» που εξωραΐζει τη δικτατορία μ’ έναν ύπουλο και κρυφό τρόπο. Στο έργο επιμένει η ματιά  να μετακινείται από τη βαναυσότητα και την καταστολή στη δημιουργία και στην παραγωγή, τη βαφτίζει μάλιστα άνθηση, σαν να ήταν η δικτατορία η γενεσιουργός αιτία τους. Την ανάγκη των καλλιτεχνών να εκφραστούν χρησιμοποιώντας όποιες χαραμάδες ελευθερίας άφηνε το καθεστώς, ο συγγραφέας του βιβλίου την εκλαμβάνει ως «άνθηση» πολιτιστική που συμβαίνει χάρη στο πολιτιστικό περιβάλλον που διαμορφώνει η χούντα. Δεν βλέπει τη σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτά που επιτρέπει η χούντα και στην προσπάθεια των καλλιτεχνών να ξεπεράσουν τις απαγορεύσεις της με μεταμφιέσεις των ιδεολογιών τους, με υπαινιγμούς στους λόγους τους. Δεν ανθίζει καμιά τέχνη εξαιτίας της δικτατορίας, αλλά παρά τη δικτατορία και τις απαγορεύσεις της. Το θέατρο, το τραγούδι μετατρέπονται στην ουσία  σε πολιτικές δραστηριότητες, αυτές που έχουν απαγορευτεί από τη χούντα. Εξάλλου σε δικτατορίες που έχουν επιχειρήσει να περιορίσουν τους καλλιτέχνες, να καταστείλουν το έργο τους, ιδίως μέσω των  απαγορεύσεων και της λογοκρισίας, οι ίδιες αυτές  συνθήκες έχουν αποτελέσει κίνητρο για τη δημιουργία μιας αντί-εξουσίας μέσω της τέχνης. Ανατρέποντας, παίζοντας με τα όρια που επιβάλλονται από όλες τις μορφές αυταρχισμού, παρακάμπτοντας τα και συχνά αυτοσχεδιάζοντας μέσα από τα κενά των απαγορεύσεων και της λογοκρισίας, οι καλλιτέχνες καταφέρνουν να καινοτομήσουν αναδιαμορφώνοντας τη σχέση μεταξύ των ιδεολογικών και αισθητικών μοντέλων της τέχνης.
 Και είναι αυτό το βιβλίο μια ακόμα απόπειρα για να  παραποιηθεί  η μνήμη, να καθαιρεθεί  η πολιτιστική ηγεμονία της αριστεράς, όπως χλευαστικά υποστηρίζεται από την κυρίαρχη εξουσία της διανόησης και πολιτικής,   ώστε στην τελική ακόμα κι αν δεν αθωωθεί, προς το παρόν, η χούντα, η ερμηνευτική αντιστροφή της καλλιτεχνικής έκφρασης της εποχής  να προσφέρει δικαιολογίες για να  γίνει ανεκτή ακόμα και η βία της. Για να απενοχοποιηθεί, ώστε όταν η παρακμιακή κοινοβουλευτική μας απολυταρχία δυσκολευθεί να ανταποκριθεί στους στόχους της  η επιστροφή μιας δικτατορίας,  με καινούργια βέβαια μορφή,  να μην γεννά αντιδράσεις.
Επιπλέον, μ’ αυτό το βιβλίο εξαιτίας του λάθος για το θάνατο του Μ. Χάκκα και της, τουλάχιστον,  επηρμένης αντίδρασης του συγγραφέα όταν του επισημάνθηκε με ανακοίνωση από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, δόθηκε πάλι η ευκαιρία συσπείρωσης κάποιων ανθρώπων της διανόησης γύρω από τον Στ. Καλύβα και κατά συνέπεια γύρω από τις ιδέες που αυτός εκφράζει.   
          Τελευταία, όλο και πιο συχνά  σε κάθε ευκαιρία, που είτε εκ των πραγμάτων αποκαλύπτεται η αναλγησία του καπιταλισμού είτε σκοπίμως συγκαλύπτεται, δεκάδες διανοούμενοι δίνουν το παρόν για να υπερασπιστούν το status quo. Χαρακτηριστική είναι η συσπείρωσή τους γύρω από την υπεράσπιση του Ισραήλ, επικαλούμενοι κάθε φορά αυθαίρετα τον αντισημιτισμό για κάθε καταγγελία των εγκλημάτων του.   Φαίνεται όμως ότι σε ένα πλαίσιο όπου ο καπιταλισμός έχει γίνει ένας ορίζοντας που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτος πολλοί λίγοι είναι οι διανοούμενοι που απομένουν να υπερασπίζονται μια ιδεολογία μετασχηματισμού  της κοινωνίας και απελευθέρωσης του ανθρώπου. Κι αν μοιάζει ο διαχωρισμός σε δυο στρατόπεδα να μην είναι πάντα ευκρινής, όμως οι συσπειρώσεις με αφορμή ζητήματα ιδεολογικά είναι ενδεικτικές των αντιθέσεων που διαπερνούν την κοινωνία και κυρίως των προσπαθειών της κυρίαρχης εξουσίας να κερδίσει στη μάχη των ιδεών ακόμα και με λαθροχειρίες. Μάλιστα, όσο επικρατεί, σχεδόν χωρίς φτιασιδώματα, η πιο άγρια καπιταλιστική λογική, η συσπείρωση διανοούμενων γύρω από ζητήματα κυρίως αναθεώρησης της ιστορίας αρχίζει ν’  αποτελεί ένα διακριτό στρατόπεδο πια.  
        Δεν βρισκόμαστε βέβαια στο μεσοπόλεμο με τις εκφρασμένες έντονα  ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που διέτρεχαν και όλες τις εκφράσεις της τέχνης, με τη δημιουργία διακριτών δυο στρατοπέδων. Από τη μια αυτοί που πίστευαν στην πρόοδο του καπιταλισμού και την ελευθερία της αστικής τάξης, συμμαχώντας με την εξουσία και εδραιώνοντας την προπαγάνδα της και από την άλλη αυτοί που αγωνίζονταν με πάθος για τη διάδοση των μαρξιστικών ιδεών, πεπεισμένοι από την νίκη της επανάστασης στη Ρωσία για τη μετάδοσή της σε όλον τον κόσμο, αλλάζοντας τα πάντα, και μετατρέποντας την τέχνη τους σε όργανο εξέγερσης.
Τώρα, έναν  αιώνα από τότε και βασικά οι ίδιες αντιθέσεις υπάρχουν, η ταξική σύγκρουση συνεχίζεται, μόνο που η πίστη στο όραμα μιας αταξικής κοινωνίας και η ελπίδα για νικηφόρα έκβαση των λαϊκών αγώνων έχουν τρωθεί  και με την ευγενική συμβολή των διανοούμενων υπηρετών της κυρίαρχης εξουσίας.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

«ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ»

 

Το άλμα στο κενό δυο κοριτσιών από την ταράτσα μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα, από τις αντιδράσεις σε κοινωνικά δίκτυα, ακόμα και από ανακοινώσεις φορέων, φαίνεται να συγκλόνισε. Και ίσως, εκτός από τον αβάσταχτο πόνο για το απονενοημένο διάβημα των κοριτσιών, το πιο συνταρακτικό είναι η απήχηση που φαίνεται να έχει στην ελληνική κοινωνία, η οποία σαν να ένιωσε ότι ήταν παραλήπτης του σημειώματος που φέρεται ότι άφησε η μια από τις κοπέλες. Γι’ αυτό και  είδε στην πράξη τους μια σπαρακτική διαμαρτυρία απέναντι στον κόσμο των ενηλίκων, ακόμα κι αν   για πολλούς συρρικνώθηκε στο σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων που υποχρεώνει τους νέους να το υποστούν. Γιατί ίσως να είναι κάπως ευκολότερα διαχειρίσιμο να  πάρει αυτή τη συγκεκριμένη μορφή, των εξοντωτικών πανελληνίων εξετάσεων,   αυτός ο κόσμος ο σκληρός και απαιτητικός που δεν είναι για τους νέους ανθρώπους. Εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες προωθείται η αποσπασματικότητα στην ερμηνεία κοινωνικών συνθηκών, για ν’ αποφεύγεται η εποπτική τους αντιμετώπιση που μπορεί να οδηγήσει σε συνολικές αμφισβητήσεις.
         Φυσικά και  δεν ξέρουμε τι συνέβη στις ψυχές των παιδιών αυτών γι’ αυτό το άλμα στο κενό. Αυτό μόνο που ξέρουμε είναι τι αναμοχλεύσεις  προκάλεσε η πράξη τους στην κοινωνία μας. Από τον κυβερνητικό φορέα, την υπουργό παιδείας Σ. Ζαχαράκη που αισθάνθηκε υποχρεωμένη να βγάλει ανακοίνωση για να εκφράσει την συμπόνια της και να επαναλάβει υποσχέσεις για το χρέος της πολιτείας απέναντι στους νέους, μέχρι τους ανώνυμους ανθρώπους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μαστιγώνουν ή αυτομαστιγώνονται, φαίνεται ν’ αναγνωρίζουν σ’ αυτό το θανατηφόρο άλμα στο κενό αυτό που δεν ομολογείται.  Και είναι αυτό που τώρα αναδύθηκε στην επιφάνεια, δηλ.  αυτός  ο καλά κρυμμένος φόβος  μήπως δεν είναι πια μόνο ατομική υπόθεση το καταθλιπτικό αίσθημα  της χρεωκοπίας αξιών, της ψυχικής διάλυσης, της αισθηματικής νέκρωσης που  μπορεί να γίνει θανατηφόρο όταν προστίθεται σε μια προσωπική εσωτερική κατάρρευση, σ’ έναν πολύ προσωπικό πόνο. Μια κοινωνία έντρομη είδε στην πράξη των δυο παιδιών αυτό που δεν ομολογεί, τη φθορά της.
        Τα χρόνια  μας  είναι εξαιρετικά ταραγμένα και ρευστά. Όλες οι  αξίες  αναθεωρούνται για να υπηρετήσουν την αγορά, τον ανταγωνισμό και την ατομική απόδοση και η αξία  της ζωής ταυτίζεται με παραγωγικότητα, επιτυχία και εισόδημα. Αυτή είναι η κυρίαρχη  ιδεολογία που έχει εγκατασταθεί σε νέους και ενήλικες, οι οποίοι όταν δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας  επιτυχίας νιώθουν παρείσακτοι και προβληματικοί.  
         Αν λοιπόν ο συγκλονισμός από αυτό το άλμα στο κενό των δυο παιδιών φαίνεται να άγγιξε ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι περισσότερο γιατί είδε τον εαυτό της σ’ αυτό το άλμα. Γιατί όταν διαμορφώνεται μια κοινωνία που «όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει», τότε πραγματικά δεν υπάρχει θέση για τα παιδιά σ’ αυτή την κοινωνία.  
          Οι συνέπειες της αναταραχής της οικονομικής κρίσης και οι αναβρασμοί  από τους πολέμους έχουν γίνει σ’ όλους αισθητές. Αλλά έχουν γίνει καθοριστικές για όσους αυτά τα χρόνια αρχίζουν να παίρνουν συνείδηση του εαυτού τους και του περιβάλλοντος, επειδή η διαμόρφωσή τους γίνεται στο συγκεκριμένο περιβάλλον, στο οποίο δεν αντίκρισαν παρά μια επιφανειακή ηρεμία που δεν ήταν ικανή να εδραιώσει το συναίσθημα της αυτοπεποίθησης που  κάνει το νέο να πιστεύει πως βρίσκεται σε γνώριμο και φιλικό περιβάλλον. Η πρώτη λοιπόν άμεση συνάντηση με τη ζωή τους οδηγεί στο σκεπτικισμό για όσα ηχηρά διδάσκονται, αφού βλέπουν να διαψεύδονται καθημερινά. Κι αυτό τους σπρώχνει να πάρουν μια στάση άμυνας απέναντι στους φορείς αυτής της διδασκαλίας, δηλ. αδιάκριτα απέναντι του κοινωνικού συνόλου, που το βλέπουν σαν αντίπαλο. Η συνεχής πίεση να αποδεικνύουν την αξία τους, να τρέχουν σαν άλογα κούρσας για να αριστεύσουν, τους δίνει το αίσθημα της καταπίεσης. Σε μια κοινωνία που μοιάζει παραιτημένη,  καλλιεργείται  η αδυναμία να αντιδράσουν ενεργητικά και ν’ αντισταθούν σε ό,τι τους φαίνεται αδικαιολόγητο, που τους ενισχύει την ιδέα της μειονεκτικότητας. Στρέφονται λοιπόν συνολικά στην άρνηση του περιβάλλοντος. Σ’ ένα περιβάλλον όμως που επικρατεί ο κυνισμός και ο ατομικισμός,  δεν προσφέρεται σαν δυνατότητα  η μεταβολή της άρνησης σε πίστη, αφού κανένα δημιουργικό ιδεολογικά ρεύμα δεν υπάρχει ικανό να τους παρασύρει, για να δώσουν έτσι εξωτερική διέξοδο στο εσωτερικό τους δράμα. Κι έτσι στρέφονται κι αυτοί ολοκληρωτικά στο άτομό τους, θεωρώντας το σαν τη μόνη υπάρχουσα πραγματικότητα. Μόνο που ήδη μέσα τους τσακισμένοι όπως είναι δεν μπορούν να αντλήσουν δύναμη.
          Κι αν αυτή η πράξη των δυο παιδιών έφερε στη επιφάνεια σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού φόβους και ενοχές για το είδος της κοινωνίας που ανέχτηκε να διαμορφωθεί, ο συγκλονισμός από το θάνατό τους δεν αρκεί να εκδηλωθεί  μ’ ένα πένθος ή αυτομαστίγωμα. Αλλά με συμμετοχή σε αγώνες για αλλαγή αυτών των συνθηκών που ζούμε και που σε μεγάλο βαθμό συμβάλλουν στην επικράτηση αυτού του πνεύματος απελπισίας στο οποίο βυθίζονται πολλοί νέοι.
         Ζώντας εν μέσω του απόηχου πολέμων, που φτάνουν στην Ευρώπη από τις οικονομικές επιπτώσεις και από τις εικόνες φρίκης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και  ενημέρωσης, εν μέσω σκανδάλων διαφθοράς που αποκαλύπτουν χρεοκοπία της υπεσχημένης  δικαιοσύνης, εν μέσω βαρύγδουπης ρητορικής για ανάπτυξη που συγκαλύπτει την οικονομική  ένδεια, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας βλέπει τον εαυτό του ολότελα μετέωρο, να συντρίβεται οικονομικά, να διαλύεται ιδεολογικά.
          Όλες οι κοινωνικές ομάδες, η κάθε μια με το δικό της τρόπο και για το δικό της συμφέρον προσπαθούν να κάνουν μια αναπροσαρμογή και να δώσουν διέξοδο στη δημιουργημένη κατάσταση. Η κυρίαρχη τάξη με τις πολιτικές της επιλογές και τις οικονομικές επιταγές της προσπαθεί να εξασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα αδιαφορώντας για τις ολέθριες συνέπειες σε εργαζόμενους και νέους, όσο μπορεί και ελέγχει τις αντιδράσεις τους.  Μ’ ένα μικροαστικό στρώμα  πανικοβλημένο που δεν ξέρει πού να στηριχθεί, μια εργατική τάξη με υποταγμένο ένα μεγάλο μέρος της, μια κυρίαρχη ιδεολογία που επαναλαμβάνει επίμονα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, συκοφαντώντας αυτήν την εναλλακτική, τον κομμουνισμό, που ταυτίζει  με το φασισμό, διαμορφώνεται η απαισιόδοξη ατμόσφαιρα της εποχής μας. Η κυρίαρχη ιδεολογία γενικεύοντας φόβους κι αδυναμίες της άρχουσας τάξης ενσπείρει ηττοπάθεια προωθώντας εκείνη την οπτική που βλέπει το σύνολο των κοινωνικών φαινομένων μέσα από το φακό των δικών της φόβων και φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει κάθε αγώνα μάταιο, γιατί είναι ο αγώνας που προπαρασκευάζει τη δική της εξαφάνιση. Το τραγικό δίλημμα για το αύριο, η αστάθεια του σήμερα, χρόνο το χρόνο παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας σχεδόν πεισιθανάτιας ψυχολογίας.
            Κι όμως το δημιουργικό στοιχείο υπάρχει διάχυτο στην ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης. Ένας ολόκληρος κόσμος γύρω μας αγωνίζεται, παλεύει για το μετασχηματισμό της κοινωνίας, με μικρά βήματα που δεν είναι θεαματικά, αλλά είναι βήματα διαφυγής σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης ξαναμαθαίνει το αλφαβητάρι του αγώνα, και με τους αγώνες της εμπνέει εμπιστοσύνη στη ζωή και στον αγωνιζόμενο άνθρωπο και με τις δικές της δυνάμεις  δημιουργεί στηρίγματα της ζωής. Και μόνο το γεγονός της πάλης κλείνει μέσα του τη δυνατότητα της νίκης και κρατά ζωντανή την ελπίδα για την πραγματοποίησή της, εμπλουτίζοντας τον άνθρωπο και ολοκληρώνοντάς τον.   Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη φθορά των αξιών της ζωής, αλλά και από τον ποικιλότροπο αγώνα ενάντια σ’ αυτή τη φθορά.  

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ΤΟ ΣΦΥΡΟΔΡΕΠΑΝΟ ΣΤΟ ΡΑΙΧΣΤΑΓΚ

 

Και η επέτειος της αντιφασιστικής νίκης της 9ης Μαίου μετατράπηκε σε ημέρα εορτασμού της Ευρώπης. Της Ενωμένης Ευρώπης που θέλει να παρουσιάζεται σαν απάντηση στα «δεινά που υπέστησαν οι λαοί της Ευρώπης από δυο πολέμους και τη ναζιστική τυραννία που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, αλλά και στην επέκταση των ολοκληρωτικών και αντιδημοκρατικών κομμουνιστικών καθεστώτων». Που σε ψήφισμα του κοινοβουλίου της το 2019 εξισώνει τον κομμουνισμό με τον ναζισμό καταδικάζοντας εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν από ναζιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Κι έχει φτάσει πια σε σημείο η Ευρωπαϊκή μας Ένωση να μην κρύβει όχι απλώς τη δυσπιστία, αλλά σχεδόν την εχθρότητά της προς τη λαϊκή κυριαρχία και φροντίζει επανειλημμένως να διαλαλεί την εμπιστοσύνη της σε μια τεχνοκρατική και οικονομικά φιλελεύθερη αντίληψη της πολιτικής, σύμφωνα με την οποία ο καθαρός ανταγωνισμός ρυθμίζει όλα τα προβλήματα. 
    Η στροφή της βέβαια στην πολεμική οικονομία με δεκάδες προσχήματα και επίκληση κατασκευασμένων εχθρών, από τη Ρωσία μέχρι τους «απολίτιστους» ισλαμιστές,   δεν εξυπηρετεί παρά μόνο το κεφάλαιο, αδιαφορώντας για τη ζωή των πολιτών της, που με εντεινόμενη προπαγάνδα προσπαθεί να παρασύρει σε πολέμους για να ξεπεραστούν οι καπιταλιστικές κρίσεις. Οι πολίτες της Ευρώπης αντιμετωπίζονται κυρίως ως  καταναλωτές, υποταγμένοι σε αποφάσεις που δεν έχουν δικαίωμα να ελέγξουν, που τους επιτρέπεται να καταφεύγουν σε ανεξάρτητες αρχές κι επιτροπές για  να υποβάλλουν παράπονα και  αιτήματά σαν τους υπηκόους των παλαιών καθεστώτων προς τον ηγεμόνα τους, πριν  καταλήξουν «κρέας για τα κανόνια της» σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους
        Η  9η Μαΐου  όμως  είναι επέτειος της συντριβής  της ναζιστικής Γερμανίας το 1945 όταν η σοβιετική σημαία με το σφυροδρέπανο κυμάτισε στο Ράιχσταγκ. Και  το γεγονός της νίκης των κομμουνιστών της ΕΣΣΔ στην τιτάνια σύγκρουσή τους με τους ναζιστές της Γερμανίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, παρόλη τη συστηματική προσπάθεια ν’ ξαναγραφτεί η ιστορία, συρρικνώνοντας, μέχρι εξαφανίσεως, τον καίριο ρόλο της ΕΣΣΔ στην άνευ όρων παράδοση της ναζιστικής Γερμανίας. Η σύγχρονη αφήγηση στη Δύση θέλει να δίνει  τα εύσημα για την νίκη κυρίως, και σε λίγα χρόνια ίσως και αποκλειστικά, στους δυτικούς συμμάχους. Με την αναθεώρηση της ιστορίας του β παγκοσμίου πολέμου την αποκόπτουν από τη συνεχιζόμενη ιστορία της ταξικής πάλης και όλα όσα ακολούθησαν ανά τον κόσμο, σχηματισμός ΝΑΤΟ, πόλεμος στην Κορέα, αντιαποικιακοί αγώνες, Βιετνάμ, διάλυση Γιουγκοσλαβίας θεωρούνται άσχετα με το επεισόδιο του β παγκοσμίου πολέμου. Κι όμως δεν υπάρχει  τέλος σ’ αυτή τη σύγκρουση, που συνεχίστηκε και αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν  οι δυτικοί «σύμμαχοι» έκαναν ό,τι μπορούσαν για να φιλοξενήσουν και να στρατολογήσουν ναζί αξιωματούχους και εγκληματίες πολέμου.
         Η αποναζιστικοποίηση έγινε επιφανειακά και αποδεικνύει ότι ο ναζισμός δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο εχθρικός κι ασύμβατος με την αστική δημοκρατία. Αντίθετα, είναι ο αντικομμουνιστικός αγώνας που παρέχει τις δικαιολογίες και προσφέρει τη δυνατότητα γρήγορης επαναχρησιμοποίησης πρώην εγκληματιών πολέμου, Ναζί ή φασιστών, που είχαν «τεχνογνωσία» στον αγώνα κατά του κομμουνισμού. Κι  έτσι στην πραγματικότητα αναδεικνύεται ο κομμουνισμός ως κύριος, και όχι περιστασιακός, εχθρός των φασιστών. Αυτοί οι αμετανόητοι Ναζί ή φασίστες χρησιμοποιήθηκαν από τις μεγάλες δυτικές δημοκρατίες, γαλλικές, βρετανικές ή αμερικανικές, και επέτρεψαν στους ηττημένους, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ιαπωνία,  να επιστρέψουν στον κύκλο των δημοκρατικών κρατών.
         Κι ενώ καταδικάζεται  λεκτικά η διάδοση του ναζισμού, της ξενοφοβίας και της σχετικής μισαλλοδοξίας, σε πολλές χώρες η προπαγάνδα των ναζιστικών αξιών και ιδεών δεν αποτρέπεται, αν δεν διεξάγεται ανοιχτά πολλές φορές, και οι φασίστες σηκώνουν κεφάλι  και συχνά γίνονται οι κύριοι δράστες βανδαλισμού μνημείων του κόκκινου στρατού. Στο Βερολίνο η απαγόρευση για άλλη μια χρονιά της επίδειξης της σημαίας και άλλων συμβόλων της ΕΣΣΔ στις 8 και 9 Μαΐου, στην πραγματικότητα, πέρα από την επίκληση  όποιων δικαιολογιών, εντάσσεται στην προσπάθεια διαστρέβλωσης και εξαφάνισης του ρόλου της ΕΣΣΔ στη νίκη του ναζισμού και φασισμού.  Πάνω από 35 χρόνια από τη διάλυση της πρώτης προσπάθειας ίδρυσης εργατικού κράτους και ο φόβος της κυρίαρχης τάξης  για επανάληψή του καθοδηγεί την προπαγάνδα της και τις δράσεις της.
         Τα αποτελέσματα αυτής της εκστρατείας παραποίησης της ιστορίας της συγκεκριμένης περιόδου, οι κυνικές προσπάθειες ξεπλύματος των εγκληματιών πολέμου και των συνεργών τους, όπως γίνεται στην Ουκρανία, οι σχεδόν βλάσφημες προσπάθειες της κυρίαρχης τάξης σε διάφορες χώρες της Ευρώπης να καταστρέψουν την ιστορική μνήμη μοιάζει να υλοποιούνται, κυριολεκτικά, στην πολύπαθη Παλαιστίνη. Ο ναζισμός αναστήθηκε και οργανωμένα ξαναπόκτησε κρατική υπόσταση  στο Ισραηλινό κράτος, με τη …φιλική συμμετοχή των ΗΠΑ και Ε.Ε, ακόμα κι αν δεν   ομολογείται η ναζιστική ταυτότητά του. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια το Ισραήλ δεν έχει περιοριστεί στις διώξεις και φυλετικές διακρίσεις εις βάρος των Παλαιστινίων, αλλά εκτός από τη γενοκτονία στη Γάζα, σκοτώνει ανθρώπους και ισοπεδώνει περιοχές όπου το ίδιο επιλέγει, όπως στο Λίβανο, χωρίς καμία αιδώ, με τους στρατιώτες του να καμαρώνουν για τα εγκλήματά τους. Και η διεθνής κοινότητα, δηλ. ΗΠΑ και Ε.Ε δεν αρθρώνουν ούτε καν κάποιο λόγο καταγγελίας, εκτός από κάποια σποραδικά ψιθυρίσματα αντιρρησιών που δεν αγγίζουν το Ισραήλ, αφού πρωτίστως και πάντα ενεργούν υπό την ομπρέλα των ΗΠΑ.
        Και η κυβέρνηση της χώρας μας, που σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της Κ. Μητσοτάκη βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, γι’ αυτό προσπαθεί να κρατήσει χαμηλούς τόνους για το ναυτικό  ντρόουν της συμμάχου Ουκρανίας που εντοπίστηκε με εκρηκτικά στη Λευκάδα, συνεχίζει να αντιμετωπίζει το κράτος εγκληματία του Ισραήλ ως στρατηγικό σύμμαχο, όπως δηλώνει πάλι ο πρωθυπουργός, φροντίζοντας να μην διαταραχτούν οι σχέσεις της ούτε με ΗΠΑ ούτε με Ισραήλ. Επικαλείται κάθε φορά που πρέπει να δικαιολογήσει αμφισβητούμενες συμπεριφορές, όπως τον ρόλο του υπουργείου εξωτερικών και του λιμενικού σώματος στην ισραηλινή επιχείρηση στα ανοιχτά της Κρήτης εναντίον των σκαφών του διεθνούς στολίσκου «Global Sumud Flotilla», τον θεσμικό της ρόλο ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή σε αντιδιαστολή πάντα με την Τουρκία, για να χαϊδεύει αυτιά εθνικιστών. Συγχρόνως, προσπαθεί με γενικόλογες ανακοινώσεις των υπουργείων της να πείσει για την ευθυγράμμιση της με το διεθνές δίκαιο, κάνοντας αναφορές σε ανθρωπισμό και Δίκαιο, ενώ στην πραγματικότητα  η μόνη έγνοιά της είναι να διευκολύνει,  με μια δουλική πολιτική, συμφέροντα ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην περιοχή.
        Και είναι οι φασιστικές πολιτικές, συγκαλυμμένες προς το παρόν, που τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα  τα εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο. Γι’ αυτό και χρόνια τώρα οι φασιστικές ιδέες ενσταλάζονται  στις κοινωνίες και με μικρά βήματα διαμορφώνουν θεσμούς και φτάνουν στο σημείο πολλά ευρωπαϊκά κράτη να εξυμνούν απροκάλυπτα τους συνεργάτες των Ναζί, με κραυγαλέο παράδειγμα την Ουκρανία.  
         Και στη χώρα μας η αρχική διστακτική, αποσπασματική  προσπάθεια για αποκατάσταση των συνεργατών των Γερμανών, τα τελευταία χρόνια, με τους μεταγραμμένους στη Ν.Δ φασίστες του ΛΑΟΣ, μεταπήδησε στην κεντρική πολιτική σκηνή και με περίσσιο θράσος είχε την απαίτηση της διαγραφής των αγώνων των κομμουνιστών. Γι’ αυτό και η αποκάλυψη των φωτογραφιών από τους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή ήρθε μ’ ένα πολύ υλικό και συγκεκριμένο τρόπο να υπενθυμίσει τον καταλυτικό ρόλο της κομμουνιστικής ιδεολογίας στην κοινωνία της χώρας μας που ενέπνευσε και εμπνέει αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη και σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.