Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

 

Αυτήν την εποχή  ο αριθμός των τραγικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει σχεδόν το σύνολο του πλανήτη, φαίνεται να πολλαπλασιάζεται κάθε μέρα και μοιάζουν αμυδρές οι προοπτικές για την υιοθέτηση οποιωνδήποτε πραγματικών λύσεων που να ανακουφίζουν τις μεγάλες μάζες των ανθρώπων. Η ανεργία είναι η χειρότερη εδώ και δεκαετίες και  στον ανεπτυγμένο κόσμο, το χρέος είναι ανεξέλεγκτο, οι συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο συνεχίζουν να αυξάνονται και το φυσικό περιβάλλον μοιάζει να τραβά το ενδιαφέρον μόνο για προώθηση νέων επιχειρηματικών σχεδίων. Οι προσδοκίες για μια ειρηνική και ευημερούσα εποχή στην ανθρώπινη ιστορία που η μεταπολεμική αισιοδοξία υποσχόταν φαίνεται να διαψεύδονται συνεχώς εδώ και δεκαετίες, σ’ έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο βίαιος, μ’ ένα εργατικό δυναμικό  στο οποίο όλο και λιγότεροι περιλαμβάνονται. Και η κυρίαρχη τάξη με τους πολιτικούς της βασίζει τις οικονομικές πολιτικές της που εφαρμόζει  στην τυφλή πίστη που πρέπει να έχουμε σ’ αυτές.  
           Έτσι η ελεύθερη αγορά, παρόλο που στην πράξη δεν δικαιώνει τις προσδοκίες για προώθηση της κοινής ευημερίας, έχει ανακηρυχτεί σε καλό από μόνη της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες, φτάνοντας στο σημείο ακόμα και να αμφισβητούνται, γιατί μοιάζει  εφικτό στον κυρίαρχο λόγο να μετατρέπει τα γεγονότα σε απλές απόψεις.  Κι αυτό γίνεται γιατί, χρόνια τώρα, ο τρόπος σκέψης που διαμορφώνεται αντιτίθεται στην αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας, αποδομώντας τη διάκριση μεταξύ αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας, παρελθόντος και παρόντος, πραγματικότητας και επιφαινόμενου. Εκθειάζεται η διαφορά, η ετερογένεια, η απροσδιοριστία, ο κατακερματισμός, για να διασωθεί η ίδια η αστική κυριαρχία που δεν δικαίωσε τις ελπίδες για την απελευθέρωση και χειραφέτηση του ανθρώπου με τον εξορθολογισμό της γνώσης, την ανάπτυξη και πρόοδο των επιστημών, όπως υποσχόταν, γιατί  ταύτιζε την εγκυρότητα του ορθολογισμού και της επιστήμης με τις επιλογές της. Και η κατάληξη είναι η ακύρωση της ύπαρξης  θεμελιωδών αρχών και αξιών, ενώ όλες οι λεγόμενες μεγάλες αφηγήσεις για ερμηνεία και κατανόηση του κόσμου  να εξισώνονται, εκτός απ’ αυτό της αστικής κυριαρχίας που ταυτίζεται με φυσικό φαινόμενο. 
          Αυτή η αντίληψη ευνοεί την κυνική προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος, κατακερματισμένου και ασυνεχούς, που η αποσπασματικότητά του δικαιώνει  παροντικές επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας. Τέτοιες  σκόπιμες προσπάθειες για αναθεώρηση της ιστορίας είναι εμφανείς στην ιστορία  του β παγκοσμίου πολέμου, όπου επιβάλλεται η θέση της εξίσωσης της ευθύνης του ναζιστικού καθεστώτος και της Σοβιετικής Ένωσης για τον πόλεμο. Κι έτσι δικαιολογείται  και  το  ψήφισμα που εγκρίθηκε,  στις 19 Σεπτεμβρίου του 2019, από  το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στο οποίο η Σοβιετική Ένωση και η ναζιστική Γερμανία είχαν την ίδια ευθύνη για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού καλύπτει τον αντικομμουνισμό και τον φόβο για την αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας. Η   επέτειος της συντριβής του ναζισμού, 9 Μαίου 1945,  από τον κόκκινο στρατό εξαφανίζεται  πίσω από  την επέτειο της διακήρυξης του Ρ. Σουμάν  για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα  που εορτάζεται ως ημέρα της Ευρώπης, για να ξεχαστεί η σύνδεση του ναζισμού με την αστική κυριαρχία και ο αντιφασιστικός αγώνας μέχρι εσχάτων των κομμουνιστών. Και είναι αυτός ένας από τους τρόπους για  μια  συστηματική πολιτική παραποίησης και παραμόρφωσης της ιστορίας που οδηγεί στην αναθεώρηση των συνεπειών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.  Δηλ. στην  υποτίμηση, ακόμα και σε  διαστρέβλωση, του ρόλου και της θέσης της ΕΣΣΔ στη νίκη του ναζισμού και του φασισμού κι επομένως στη συκοφάντηση του κομμουνισμού για να πάψει να εμπνέει τους εργαζόμενους.
          Και δεν είναι μόνο το παρελθόν που μ’  αυτόν τον τρόπο,  που διαφημίζεται για  αντιδογματικός και κριτικός,   μπορεί να προσαρμοστεί στα καλούπια των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, αλλά και η ίδια η βιωμένη πραγματικότητα. Η αντιμετώπιση της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης άλλο ένα παράδειγμα που το αποδεικνύει. Η απαξίωση κάθε ερμηνείας του φαινομένου του ναζισμού και του ιμπεριαλισμού  που τα συνδέει με τον καπιταλισμό και την αστική τάξη καθιστά ακατανόητη  τη γενικότερη πολιτική του Ισραήλ, γιατί εστιάζοντας μόνο στις διώξεις των Εβραίων μ΄ ένα περίσσευμα συναισθηματικότητας και ενοχής κάθε κριτική του θεωρείται αντισημιτισμός. Το Ολοκαύτωμα αποκομμένο από τα ιστορικά συμφραζόμενα χρησιμοποιείται ως το τελευταίο επιχείρημα υπέρ του σιωνισμού, για να μένει στο απυρόβλητο το κράτος του  Ισραήλ. Ο ιμπεριαλισμός  προσπαθεί να δικαιολογείται διαρκώς μέσω προσαρμοστικών στρατηγικών που αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου και δικαιολογούν ακόμη και πολιτικές απαρτχάϊντ όπως αυτές του Ισραήλ.  Κι αυτές τις μέρες, που ξανά το Ισραήλ δολοφονεί Παλαιστίνιους με σταθερό στόχο να τους εκδιώξει από την  Ιερουσαλήμ και άλλες περιοχές, η περίφημη διεθνής κοινότητα,  η δημοκρατική δύση, δεν έχει άλλο λόγο να αρθρώσει από  εκκλήσεις για συγκράτηση και των δυο πλευρών.   
           Και υποστηρίζεται ότι η αποδοχή του εφήμερου, του χαοτικού, του κατακερματισμένου,  που απορρίπτει την αντικειμενικότητα κι ένα σταθερό σημείο ερμηνείας πως ευνοεί την ανοχή, πολλαπλότητα και διαφορετικότητα της κοινωνίας.  Μόνο που  τελικά αποδεικνύεται, με την οικονομική και υγειονομική κρίση, πως η  ανάδειξη της πολλαπλότητας και ετερογένειας εξοικειώνει με τη διάβρωση κοινωνικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων, την αβεβαιότητα που βιώνεται από τις ευέλικτες εργασιακές δομές που καταργούν τη μονιμότητα της εργασίας και την αποδοχή της διαφορετικότητας σε εθνικό, πολιτιστικό, ταξικό κλπ. επίπεδο με την προϋπόθεση της ενσωμάτωσης της στην καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Κι αν τα μεγάλα αφηγήματα, η αναζήτηση των αιτιών που μπορεί να ερμηνεύσουν τον κόσμο αμφισβητείται με τον ισχυρισμό της έλλειψης αξιοπιστίας τους, καταδικάζοντας τα ερμηνευτικά σχήματα, δηλ. το εξής ένα, τον μαρξισμό, πως οδηγούν στον  ολοκληρωτισμό, είναι γιατί έτσι απομένει μόνο κι ασυναγώνιστο το κυρίαρχο σύστημα του καπιταλισμού. Και η προσπάθεια  για να αποσυνδεθούν αποφάσεις και δράσεις από  μεγάλης κλίμακας περιβάλλοντα, η εμμονή πως αφορούν συγκεκριμένες συγχρονικές καταστάσεις απωθούν στο ημίφως τον καπιταλισμό να μην ευθύνεται για τίποτα, ενώ  είναι το υπόβαθρο σε όλα,  κάτι σαν τη φύση.

              

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2021

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΥ

 

Ο εορτασμός της  εργατικής Πρωτομαγιάς, της δεύτερης σε καιρό πανδημίας, που εορτάζεται με απεργία στις 6 Μαΐου, με επίκεντρο το εργασιακό νομοσχέδιο του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστή Χατζηδάκη αναδεικνύει το χάσμα που χωρίζει την εργατική τάξη από το κεφάλαιο. Βέβαια ο υπουργός δεν σταματά να υποστηρίζει πως με το νομοσχέδιο του δεν καταργείται το 8ωρο και η πενθήμερη εργασία, αλλά η ευελιξία  στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, που  γίνεται κατόπιν συμφωνίας εργαζόμενου και εργοδότη, δίνει δυνατότητα για καλύτερη ρύθμιση της κατανομής του χρόνου του εργαζομένου, ενώ προστατεύονται τα δικαιώματά του από τις αυθαιρεσίες κακών εργοδοτών με την καθιέρωση της ψηφιακής κάρτας απασχόλησης. Γιατί, όπως ισχυρίζεται,  αυτή η διευθέτηση έχει ως βάση το οκτάωρο και όσοι αντιδρούν υποστηρίζουν «αραχνιασμένα δόγματα του ’50 και του του ΄60». Γι’ αυτό βέβαια και προωθούνται η κατάργηση ασφαλιστικών δικλείδων για τις απολύσεις, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας, ο περιορισμός της λειτουργίας των συνδικάτων, η ηλεκτρονική ψήφος για πραγματοποίηση της απεργίας. Μ’ αυτά τα μέτρα επιτυγχάνεται ο στόχος, όπως δηλώνει ο υπουργός, «να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων».            
       Μόνο που υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ της ρητορικής και της πραγματικότητας. Η κυβέρνηση προσπαθεί με έναν φιλεργατικό λόγο, που εστιάζει στη δυνατότητα ρύθμισης εξατομικευμένων προγραμμάτων στην εργασία, να πείσει για τις ωφέλειες που θα έχουν οι εργαζόμενοι με την εφαρμογή τους.  Αυτή η έννοια των εξατομικευμένων προγραμμάτων, μέρος του λεξιλογίου που σχετίζεται με το χρόνο εργασίας, έχει γνωρίσει πολλά συνώνυμα, όπως ευλύγιστο ή ευέλικτο ή και  ελεύθερο ωράριο, που αναφέρονται σε χαρακτηριστικά εξατομικευμένων προγραμμάτων τα οποία προβάλλονται  από το κεφάλαιο, υποστηρίζοντας πως  ευνοούν την επιλογή του υπαλλήλου για αύξηση του  ελέγχου των χρονικών ορίων στη δουλειά, επιτρέποντάς του μια προσωπική αυτονομία.  Σε μια τέτοια προσπάθεια εξωραϊσμού της επέκτασης του εργασιακού χρόνου ο υπουργός χρησιμοποίησε το παράδειγμα με τις ελιές που μπορεί ο εργαζόμενος να μαζέψει στο κτήμα του με άδεια  πληρωμένη, αφού σε άλλο χρόνο θα την έχει δουλέψει με υπερωρίες.    
          Κι αν στη δεκαετία του ’70 με τα εξατομικευμένα προγράμματα καλλιεργούνταν η ελπίδα για μια αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των χρονικών ορίων της εργασίας χωρίς ένα άκαμπτο γραφειοκρατικό πλαίσιο, σαν μια απελευθέρωση από τα δεσμά των χρόνων της βιομηχανικής δουλειάς και μια σύνδεση με το άτομο και τις ανάγκες του, η συνέχεια δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή για τον εργαζόμενο. Γιατί αυτό  το πλαίσιο εργασίας που καθιερώνεται προκύπτει  εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και επιβράδυνσης της ανάπτυξης σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας, την οικονομική παγκοσμιοποίηση, την επιδίωξη κερδοφορίας με την  εντατικοποίηση του ανταγωνισμού που σχετίζεται και με νέες μορφές παραγωγικής οργάνωσης. Στην πραγματικότητα λοιπόν αποκλείεται η ατομική επιλογή του εργαζομένου κι αυτά τα εξατομικευμένα προγράμματα τελικά συσχετίζονται με εργασία μερικής απασχόλησης, επέκτασης ωραρίου, απλήρωτων υπερωριών και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε οι επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης του εργαζομένου ούτε οι δικές του επιλογές. 
         Η ευελιξία και η διαφοροποίηση στο χρόνο εργασίας, με την υπόσχεση της διαχείρισης από τους εργαζόμενους των χρονικών πλαισίων της εργασίας σε συμφωνία με τον εργοδότη, χρησιμοποιήθηκε στην τελική για να οδηγήσει στο ξεπέρασμα της τυποποίησης των χρονικών κανόνων που επικρατούσαν μεταπολεμικά.  Αυτή η τυποποίηση των ωρών εργασίας, δηλ. περίπου 40 την εβδομάδα, 8 ώρες την ημέρα με εβδομαδιαία ανάπαυση δυο συνεχόμενων ημερών, ένα μήνα ετήσιας άδειας και νομικές εγγυήσεις γι’ αυτά,  χρειάστηκε πάνω από έναν αιώνα για να θεσμοθετηθούν μετά από δύσκολους και αιματηρούς αγώνες των εργαζομένων. Κι αν διαφημίζονται αυτά τα εξατομικευμένα προγράμματα πως ευνοούν τον εργαζόμενο, είναι όμως που ο εργοδότης στην τελική τα επιβάλλει, εκτρέποντας την ατομική επιλογή του εργαζομένου προς όφελος της επιχείρησης.  Ο καπιταλισμός έχει μάθει, γιατί του κοστίζει λιγότερο,  να μη γίνεται βίαιος πριν εξαντλήσει όλα τα μέσα για να κλέψει τη συναίνεση του εργαζομένου με φρούδες ελπίδες και μάταιες υποσχέσεις. Κι αυτή  η υπόσχεση της ατομικής επιλογής γίνεται  το μέσο για να κερδηθεί η συναίνεση των εργαζομένων, που χωρίς συλλογικές συμβάσεις και με υψηλή ανεργία δεν έχουν άλλη επιλογή από εκείνη του εργοδότη, αν θέλουν να διατηρήσουν την δουλειά τους.  Γι’ αυτό και το επιχείρημα για μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι αβάσιμο και  παραμένει άνευ ουσίας.
        Ήδη από τις δεκαετίες του ’80 και ’90 είχαν ξεκινήσει τα σχέδια για καταστρατήγηση του οκτάωρου και  στο τραπέζι των συλλογικών διαπραγματεύσεων γινόταν λόγος  για συμβιβασμό, αντιπαραθέτοντας την αυξημένη ευελιξία στη μείωση του χρόνου εργασίας. Οι μειωμένες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, με την αντίστοιχη μείωση μισθού βέβαια, αρχίζουν να αντιμετωπίζονται σαν ένας τρόπος για δημιουργία θέσεων εργασίας, ώστε να αποφεύγονται οι απολύσεις, καθώς οι εργοδότες επιδιώκουν ευέλικτες ώρες εργασίας για να αυξήσουν την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις διακυμάνσεις της ζήτησης. Σ’ αυτές τις απαιτήσεις του κεφαλαίου  οι κυβερνήσεις εμπλέκονται ενεργά, αλλάζοντας τη νομοθεσία.
           Μ’ αυτό το νομοσχέδιο λοιπόν επιδιώκεται η παγίωση στην εργατική νομοθεσία  στοιχείων που βασίζονται στους κανόνες του ανταγωνισμού  και της κερδοφορίας του κεφαλαίου εις βάρος των εργαζομένων και των συνθηκών εργασίας.  Κι αν μοιάζει τέτοια νομοσχέδια να αποκλίνουν τελείως από αυτήν την αρχή που υποστηριζόταν πως το αστικό κράτος ενστερνίζεται με τους κανόνες του εργατικού δικαίου, δηλ.  την προστασία του αδύνατου πόλου της εργασιακής σχέσης που είναι ο  εργαζόμενος, είναι γιατί ποτέ ο καπιταλισμός δεν προστάτευε τις δυνάμεις της εργασίας. Είναι οι εργατικοί αγώνες και ο φόβος του αντίπαλου δέους, της Σοβιετικής Ένωσης, που επέβαλλαν αυτό που θεωρήθηκε μεταπολεμικά ως μοντέλο εργασίας με τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τις απολαβές και τα δικαιώματα των εργαζομένων.
      Με την καπιταλιστική κρίση και με τον σοσιαλιστικό κόσμο νικημένο και το  εργατικό κίνημα αδύναμο, ο καπιταλισμός αισθάνεται αρκετά σίγουρος για να επιβάλλει τους όρους του στην εργατική τάξη, όπως έκανε στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της επικράτησής του. Γι’ αυτό και στην αυριανή κινητοποίηση πρέπει να  συμμετέχει η μεγάλη πλειοψηφία του εργατικού κόσμου, μαζί με το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ, το μόνο που μπορεί να εμπνεύσει και να οργανώσει την αντίσταση στην καπιταλιστική λαίλαπα. Γιατί τη δύναμη την έχει ο κόσμος της εργασίας.  

              

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2021

ΤΟ ΑΚΑΤΑΔΙΩΚΤΟ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

 

Η τροπολογία σχετικά με το ακαταδίωκτο και την απαγόρευση εξέτασης ως μαρτύρων των μελών τριών επιτροπών, ( της Εθνικής Επιτροπής Δημόσιας Υγείας,  της Επιτροπής Αντιμετώπισης Έκτακτων Συμβάντων και της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, εκ των οποίων η πρώτη δεν είναι γνωμοδοτική αλλά κυβερνητικό όργανο λήψης αποφάσεων), με τις ψήφους της κυβερνώσας παράταξης έχει γίνει πια νόμος του κράτους. Ένας νόμος του οποίου η διακηρυγμένη σκοπιμότητα έχει αμφισβητηθεί, αφού η κυβερνητική επιχειρηματολογία επικεντρώνεται στην προστασία, από τη δικομανία των αρνητών της επιδημίας, των επιστημόνων στις επιτροπές, οι οποίες όμως έχουν γνωμοδοτικό χαρακτήρα.

            Με τέτοιες πολιτικές αποφάσεις υπονομεύεται η εμπιστοσύνη τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην επιστήμη, εφόσον προκαλούνται υποψίες για  προώθηση πολιτικών κερδών και   χειραγώγηση επιστημονικών προτάσεων.  Ακόμα κι αν οι συστάσεις από την επιστημονική κοινότητα για την πανδημία δεν αμφισβητούνται έντονα, η χρησιμοποίησή τους από την πολιτική ηγεσία για δικαιολόγηση αποφάσεων της  προκαλεί δυσπιστία προς αυτές και δημιουργεί σκεπτικισμό σχετικά με τα κίνητρα στα οποία βασίζονται οι πολιτικές αποφάσεις των κυβερνώντων. Γιατί πολλές απ’ αυτές τις  αποφάσεις  οφείλονται σε προηγούμενες καταχρήσεις εξουσίας από αυτούς  που τώρα επικαλούνται καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για να ανταποκριθούν στην πανδημία. Η αύξηση της αστυνομικής βίας σε πλατείες και δρόμους, κυνηγώντας με πρόστιμα τον κορωνοϊό,  είναι το πιο εμφανές παράδειγμα.

               Και είναι διαπιστωμένο, πως όπου υπάρχει δυσπιστία είτε  προς την κυβέρνηση είτε στην επιστήμη, κινδυνεύει η ροή αξιόπιστων πληροφοριών και η λογοδοσία, γιατί η  κυβέρνηση για να επιβληθεί επιδιώκει να περιορίσει τη διάδοση πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σχετικά με την  COVID-19, οι οποίες θα μπορούσε να θεωρηθούν ότι σπέρνουν αμφιβολίες για την απόδοσή των μέτρων προς  περιορισμό της πανδημίας. Από την άλλη και οι επιστήμονες πρέπει να έχουν επίγνωση των πρακτικών επιπτώσεων που έχουν οι συμβουλές τους για τη δημόσια υγεία στην διαβίωση των ανθρώπων και να έχουν το σθένος να διαχωρίζουν τη θέση τους από αποφάσεις της κυβέρνησης όταν χρησιμοποιεί την πανδημία ως πρόσχημα  και την επιστήμη ως δικαιολογία για να τις επιβάλλει.

Για την κυβέρνηση κάθε αντίρρηση στις πολιτικές της βαφτίζεται ανορθολογισμός και χρεώνεται στις επιδράσεις των θεωριών συνωμοσίας. Γιατί στην τελική φαίνεται πως πρωτίστως γι’ αυτήν οι θεωρίες συνωμοσίας είναι χρήσιμες, εκμεταλλευόμενη την υστερία τους προς όφελός της. Αποσπά έτσι την προσοχή από τις δικές της εγκληματικές ενέργειες, όπως π.χ. την άρνησή της να ενισχύσει το σύστημα υγείας, στρέφει την οργή σε αποδιοπομπαίους τράγους, π.χ. αρνητές κορωνοϊού (πόσοι είναι πια αυτοί;) καθιστώντας τους  υπεύθυνους, αρκεί να μην αναλάβει η ίδια την ευθύνη, για τη πορεία της πανδημίας.

               Και είναι αυτή η περίοδος της πανδημίας που οι κυβερνητικές ενέργειες αποκαλύπτουν πως στο σύστημα της φιλελεύθερης συνταγματικής μας δημοκρατίας, η οποία επαίρεται για τις θεσμικές δικλείδες της, που εξασφαλίζει και προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολιτών διαθέτοντας μηχανισμούς διόρθωσης των λαθών, δεν είναι ο αδύναμος που προστατεύεται από την κρατική εξουσία. Και ο νέος νόμος για το ακαταδίωκτο των επιτροπών το αποδεικνύει, με την εκτελεστική εξουσία να  νομοθετεί την άρση της λογοδοσίας της, και να μετατρέπει όργανά της σε ανεύθυνες αρχές, κόντρα στην ορθολογική χρήσης της κρατικής εξουσίας που πρεσβεύουν στα λόγια.

               Με τα αλλεπάλληλα κλειδώματα, τις  απαγορεύσεις κυκλοφορίας, την επιβολή προστίμων χωρίς επαρκείς δικαιολογίες όλον αυτόν τον καιρό της πανδημίας δοκιμάστηκε η λογική μας, ενώ απέτυχε η αστική μας δημοκρατία να σχεδιάσει ορθολογικά τρόπους που ανακουφίζουν τα ανθρώπινα δεινά των λιγότερο τυχερών πολιτών της, που ισχυρίζεται πως επιδιώκει. Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα η αστική δημοκρατία μεγιστοποιώντας τον επίσημο  ορθολογισμό που προσανατολίζεται στη λογιστική και την κερδοφορία του κεφαλαίου, παράγει ουσιαστικά «παράλογες» συνέπειες που υπονομεύουν τον κοινωνικό ιστό.

               Και καθώς με τέτοιες αποφάσεις, συσσωρευτικά, η δυσπιστία στις αρχές  μπορεί να  αυξάνει σε εθνικό επίπεδο αφήνοντας ένα κρίσιμο κενό  και θέτοντας σε κίνδυνο τις προσπάθειες για συγκράτηση της COVID-19 και για την επανεκκίνηση των υπονομευμένων οικονομιών,  η κυβερνητική προπαγάνδα στα μέσα ενημέρωσης διαμορφώνει μια πλασματική πραγματικότητα για να χειραγωγήσει τους πολίτες της.

Και νόμοι που ψηφίζονται όπως αυτός για το ακαταδίωκτο των επιτροπών, που πρωτίστως αφορά κυβερνητικά όργανα κι ας επιμένει η κυβέρνηση να αναφέρεται μόνο στους επιστήμονες, υπονομεύουν την αντίληψη για το κράτος δικαίου για το οποίο οι αστοί πολιτικοί υπερηφανεύονται. Γιατί αποδεικνύεται πως το δίκαιο γίνεται αντιληπτό μόνο με την τυπική έννοια και το αστικό κράτος μπορεί να είναι κράτος της νομιμότητας αλλά όχι της ουσιαστικής δικαιοσύνης. Με τέτοιες νομοθετικές πρωτοβουλίες γίνεται εμφανές πως στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έννομης τάξης  η δικαιοσύνη και το τυπικό δίκαιο ταυτίζονται στο μέτρο που εξυπηρετούν πρωτίστως την κυρίαρχη τάξη για την οποία το κράτος δικαίου είναι ταυτόχρονα και δίκαιο κράτος. Για τους υπόλοιπους, λειτουργεί ως δίκαιο κράτος μόνο αν τα συμφέροντά τους δεν διαχωρίζονται από εκείνα της κυρίαρχης τάξης.