Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ


Τα δημοσιεύματα για την προ ημερών επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ στην Αθήνα εστίασαν στην παραδοχή του προέδρου για την ανάληψη της ηθικής ευθύνης εκ μέρους των Γερμανών για τις πράξεις του ναζιστικού παρελθόντος τους, ζητώντας  κι αυτός συγγνώμη για τις φρικαλεότητες των Γερμανών κατακτητών στην χώρα  μας, μετά την επίσκεψή του στο Χαϊδάρι.
     Δεν είναι ο πρώτος ηγέτης που ζητά συγγνώμη για  παρελθοντικές πράξεις του κράτους που εκπροσωπεί ούτε και η πρώτη φορά που Γερμανός ηγέτης απολογείται για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Γερμανοί στο β παγκόσμιο πόλεμο. Τις τελευταίες δεκαετίες με αυξανόμενη  συχνότητα κυβερνήσεις ζητούν συγγνώμη για ιστορικές αδικίες –ακόμα και ο Μπίλ Κλιντον αναγνώρισε τα λάθη της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα στην επίσκεψή του στην Αθήνα το 1999.
       Σε γενικές γραμμές μια συγγνώμη είναι μια λεκτική πράξη που αποσκοπεί στην προώθηση της συμφιλίωσης μεταξύ των δύο μερών. Αντιπροσωπεύει μια  επίσημη προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων που προκαλούνται από το πλήγμα που δέχτηκε το μέρος που αδικήθηκε,  στοχεύοντας στο σημερινό αλλά και  μελλοντικό ακροατήριο. Με την αναγνώριση της αδικίας η πολιτική ηγεσία αυτών που διέπραξαν την αδικία αναγνωρίζει τον πόνο των θυμάτων και τα βάσανά τους.  Η αποδοχή της αδικίας μοιάζει να απαλλάσσει από την ευθύνη της αδικίας αυτούς που τη διέπραξαν, διαβεβαιώνοντας τα θύματα τους ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία υποστηρίζει ηθικές αρχές που δεν παραβιάζονται και δεσμεύεται να υποστηρίζει ένα νόμιμο και δίκαιο κοινωνικό σύστημα.
       Συγχρόνως όμως η κυβερνητική συγγνώμη για τις ιστορικές αδικίες εμπεριέχει και την επιδοκιμασία για το σημερινό σύστημα της χώρας, γιατί η αναγνώριση ενός ιστορικού λάθους στην τελική τονίζει τη δικαιοσύνη του παρόντος πολιτικού συστήματος. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, καταδικάζοντας τις άδικες πράξεις του παρελθόντος  διαχωρίζεται το παρόν πολιτικό σύστημα από εκείνο που επέβαλλε την αδικία, επιδεικνύοντας και τη δέσμευσή του στη δικαιοσύνη και ανθρωπισμό. Από τη μια λοιπόν  η Δυτική Γερμανία με τον Αντενάουερ συνειδητοποίησε πως για να γίνει  ένα παραγωγικό και ευημερούν κράτος, πρέπει να σφυρηλατήσει στενές σχέσεις με παλιούς εχθρούς, από την άλλη η Ανατολική Γερμανία είδε τον εαυτό της να αντιπροσωπεύει μια διαφορετική Γερμανία, ένα αντιφασιστικό κράτος, εκκαθαρισμένο από τους Ναζί.
        Βέβαια, οι κυβερνητικές συγγνώμες είναι κάθε φορά  πολιτική απόφαση, ακόμα και στο κλασικό παράδειγμα της Γερμανίας που αναφέρεται συχνά ως πρότυπο. Διαδοχικές γερμανικές κυβερνήσεις ζήτησαν συγνώμη και προσέφεραν εκτεταμένες αποζημιώσεις σε εβραϊκά θύματα, αλλά προσέφεραν σχετικά λίγα ή καθόλου στους ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές ή στους Τσιγγάνους, τους οποίους  επίσης είχαν στόχο οι Ναζί να εξαλείψουν. Οι σύμμαχοι πίεσαν τους Γερμανούς να βοηθήσουν τον εβραϊκό λαό, αλλά φαινόταν να μην ενδιαφέρονται για άλλες ομάδες. Πέρα λοιπόν από την όποια ηθική διάσταση της απολογητικής στάσης της Δ. Γερμανίας μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο, ήταν οι ρεαλιστικοί υπολογισμοί κυρίως που καθόρισαν για το τι έπρεπε να κάνει για να γίνει πάλι σεβαστό κράτος. Εξάλλου έτσι ανταποκρινόταν στη πίεση του ΝΑΤΟ και του  ισχυρού εβραϊκού λόμπι στης ΗΠΑ.
         Κι αυτές οι πολιτικές σκοπιμότητες  που δεν απουσίαζαν από τις διάφορες εκφράσεις μετάνοιας των γερμανών εμφανίστηκαν ξεκάθαρα  όταν Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι, αν και προβάλλονταν ως  αντιπολεμικά κόμματα, συναίνεσαν στην πρώτη, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στρατιωτική επίθεση της Γερμανίας στη Γιουγκοσλαβία, με τη  δικαιολογία πως έπρεπε να αποφευχθεί η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση. Μέχρι τότε η Γερμανία διαβεβαίωνε πως κατευθυντήρια αρχή της εξωτερικής της πολιτικής ήταν να μη ξανασυμμετάσχει σε πόλεμο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση της παρέμβασής της η ευθύνη της για το ολοκαύτωμα χρησιμοποιήθηκε με μια ιδιαίτερη ερμηνεία,  για να την δικαιολογήσει. Να διασώσει τους πληθυσμούς της Γιουγκοσλαβίας από μια επανάληψη ενός ολοκαυτώματος από τους Σέρβους.
       Η μετάνοια και  η συντριβή για το ναζιστικό παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί ως κινητήρια δύναμη  πίσω από τις πολιτικές του γερμανικού κράτους, είτε πρόκειται  για ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας δημόσιες πράξεις όπως  η γονυκλισία του Καγκελαρίου Βίλι Μπραντ στο μνημείο του γκέτο της Βαρσοβίας είτε για συμμετοχή σε βομβαρδισμούς  στη Γιουγκοσλαβία, στην  πρώτη απροκάλυπτη στρατιωτική επίθεση της Γερμανίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Και δεν είναι βέβαια σύμπτωση πως μετά το 2000 άρχισε να καλλιεργείται μια διαφορετική διάθεση απέναντι  στους δράστες  και στα θύματα του ναζισμού. Η επικέντρωση στις συμμαχικές βομβιστικές επιθέσεις στις γερμανικές πόλεις μοιάζει μάλλον να γίνεται από πολιτική σκοπιμότητα και λιγότερο από ιστορική  αμεροληψία, ώστε  η αντίληψη πως οι γερμανοί είναι κι αυτοί θύματα να γίνεται ισχυρότερη, ενώ αναζητούνται σε δράσεις αντιστασιακές οι αιτίες των φρικαλεοτήτων που διέπραξαν. 
      Δυτικά κράτη επιλέγουν να υιοθετήσουν πολιτικές που περιλαμβάνουν συγγνώμες για τη δουλεία, εκφράσεις λύπης για την αποικιοκρατία, συντριβή για τις γενοκτονίες  σε μια προσπάθεια διόρθωσης της ιστορίας, που μοιάζει να βοηθά στην αποδοχή της σύγχρονης πολιτικής.  Γιατί η ηθική δικαίωση των θυμάτων δεν ακυρώνει τα οφέλη που αποκομίζουν οι επόμενες γενιές στον κόσμο που κληρονόμησαν απ’ αυτούς που διέπραξαν τα εγκλήματα. Μοιάζουν όλα αυτά κενές χειρονομίες, απλά τεχνάσματα, αφού σπάνια συνοδεύονται από ριζικές αποκαταστάσεις και αποζημιώσεις.
Οι κρατικές εκφράσεις συγγνώμης πάνω απ’ όλα αναφέρονται σε ιστορίες του παρελθόντος, κυρίως τι συνέβη κι ελάχιστα γιατί συνέβη. Κι ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να λειτουργήσουν αυτές οι εκφράσεις λύπης ως ένας τρόπος για τους πληθυσμούς να αμφισβητήσουν το ειδυλλιακό παρελθόν του έθνους τους. Το πρόβλημα όμως είναι πως πάλι όλες αυτές οι συγγνώμες αναπαράγουν το ίδιο πρόβλημα, δίνουν πάλι βήμα έκφρασης στην κυρίαρχη εξουσία, η οποία ερμηνεύει ιστορίες και γεγονότα έτσι που να τη δικαιώνουν για τις παροντικές της επιλογές.
Και μοιάζει μια συγγνώμη να μπορεί να γίνεται μέσον χειραγώγησης, αφού κυρίως χρησιμοποιείται για να μειώσει την απειλή για το σύστημα διαχωρίζοντάς το ρητά από εκείνο που  διέπραξε την αδικία, επειδή νόμοι, αξίες και πεποιθήσεις  θεωρούνται διαφορετικές απ’ αυτές που είναι σήμερα. Κι έτσι να διαιωνίζονται οι ίδιες πολιτικές. Γιατί  αν οι  ναζιστικές ή αποικιοκρατικές φρικαλεότητες μοιάζουν διαφορετικές από τις σημερινές στη Β. Αφρική ή στη Μ. Ανατολή είναι μόνο λόγω απόστασης και συγκάλυψης.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

ΕΚΤΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ;


Κι αν αυτό  που έχει γίνει φανερώνει το πραγματικό του μέγεθος, τη σημασία του και μπορεί να κατανοηθεί αν το δούμε μέσα σ’ ένα σύνολο καταστάσεων, στο οποίο παίρνει κάποια θέση ή χάνεται, αν και όχι  ποτέ εντελώς, τότε αυτή η συγκίνηση από τις αναμνήσεις συγκεκριμένων γεγονότων, μετά από 65 τόσα χρόνια, ποια σημασία  άραγε μπορεί να έχει; Η ανάμνηση ατομικών περιστατικών συγκροτούν μιαν εικόνα του πολιτικού κλίματος μιας εποχής ή μόνο κάποια  άποψη για τις προσδοκίες και τις ανησυχίες που καθόριζαν τις πράξεις;
Μετά από 65 τόσα χρόνια, μια  τουριστικής μορφής επίσκεψη σε μέρη τιμωρίας και βασανισμού, που η αλλαγή χρήσης τους δεν εξαφάνισε το παρελθόν τους, ανέσυρε αναμνήσεις της εφιαλτικής εποχής μετά την ήττα της επανάστασης στην Ελλάδα.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί και τυπική, για εκείνη την εποχή, η περίπτωση του πατέρα πολυμελούς οικογένειας που καταδικάζεται σε θάνατο από στρατοδικείο του ελληνικού βασιλείου την εποχή του εμφυλίου, αφού υποστήριζε τους κομμουνιστές. Και ούτε το γεγονός πως βρέθηκαν ψευδομάρτυρες να υποστηρίξουν ψευδείς κατηγορίες αποτελούσε εξαίρεση εκείνα τα χρόνια των  λυσσαλέων συγκρούσεων, που οξύνθηκαν οι  αντιθέσεις,  όπου τα γεγονότα επέβαλλαν με άτεγκτη σκληρότητα σε όλους να πάρουν θέση  και δοκιμάστηκαν πεποιθήσεις και αξίες, με την ανθρώπινη ζωή να μην αποτιμάται πάντα ως ανώτερη αξία.  Είναι μια τυπική ιστορία που απεικονίζει ένα σύνολο αξιών και συμπεριφορών ως σταθερά στη δεδομένη χρονική στιγμή. Από τη μια  γενναιότητα, αγωνιστικότητα, ανιδιοτέλεια, αξιοπρέπεια κλπ. από την άλλη δειλία, ιδιοτέλεια, χαφιεδισμός, απληστία κλπ.
Οι κακόμοιροι, σε απόλυτη φτώχεια εξαθλιωμένοι χωρικοί, αγράμματοι εύκολα παρασύρονται, ακόμα και χωρίς ίχνος  προσωπικών αντιδικιών, για να μαρτυρήσουν ό,τι τους υπαγορεύουν οι αρχές, και αυτής της έσχατης τάξης του ελληνικού βασιλείου, στέλνοντας στο εκτελεστικό απόσπασμα συγχωριανούς τους. Οι άνθρωποι της στέρησης και της δυστυχίας, που τους περισσεύει ο πόνος και είναι απόκληροι της ζωής, με τη φτώχεια να τους απονεκρώνει την ψυχή,  χωρίς πίστη και όραμα φτάνουν στη τελειωτική εξαθλίωση σπιουνεύοντας και προδίδοντας.
Αδύναμες γυναίκες έμειναν πίσω, αγράμματες, που ήταν του πατρός τους και με το γάμο τους έγιναν του ανδρός τους, στις περισσότερες από τις οποίες η απόδειξη της ισότητάς τους  με τους άντρες στηρίχτηκε στον τιτάνιο αγώνα που έδωσαν να ορθοποδήσει η οικογένεια «χωρίς πατέρα στο σπίτι». Κι έμεινε για τα παιδιά που δεν είχαν πατέρα - χωρίς να έχει πεθάνει, χωρίς να τους έχει εγκαταλείψει- ο απέραντος θαυμασμός πέρα από την αγάπη για τη σιωπηλή κι ανέκφραστη μάνα, που σήκωνε στους ώμους της όλο το σπίτι των παρόντων κι απόντων.
Κι αν οι αναμνήσεις ως ιστορική πηγή σίγουρα δεν είναι οι πιο αξιόπιστες, αφού η διαπλοκή του γνωσιολογικού με το ψυχολογικό πεδίο, που επικρατεί, συνδέει το παρελθόν με το παρόν σε μια σχέση φορτισμένη  συναισθηματικά, όμως διαμορφώνοντας τις ατομικές ζωές στις πιο εσώτερες πτυχές τους  δημιουργούν τη συλλογική μνήμη. 
Κι επειδή  η δυνατότητα της μνήμης να συλλάβει σημασιολογικά το παρελθόν και να το συνδέσει με το παρόν αναδιοργανώνει και τις ατομικές ζωές, η επέμβαση της κυρίαρχης εξουσίας στη συλλογική μνήμη δεν είναι τυχαία. Προσαρμόζει τις κληρονομημένες παραδόσεις στις εκάστοτε συνθήκες του παρόντος, λειαίνοντας και οξύνοντας, προσθέτοντας και αφαιρώντας, καλλιεργεί  την ψευδαίσθηση πως το παρελθόν δικαιώνεται στο παρόν, προβάλλοντας την ανακατασκευασμένη εικόνα του σ’ ένα αμετάβλητο παρόν.
Κι επειδή για δεκαετίες μετά τον εμφύλιο έπρεπε ν’ αντιμετωπιστούν κοινωνικά προβλήματα που δημιουργούσαν στη χώρα η ιμπεριαλιστική εξάρτηση, η οικονομική καθυστέρηση, οι καπιταλιστικές σχέσεις, πρωταγωνιστές και μάρτυρες της εφιαλτικής εποχής σκόνταψαν  σε ό,τι η πάροδος του χρόνου, με την οικονομική  ανάπτυξη  που εδραίωσε το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ζήτησε να αναλώσει, να εξαγοράσει, να ανακατασκευάσει. Και επιπλέον, με την υπεσχημένη ευημερία, η προσπάθεια να διαλυθούν πίκρες που συσσωρεύτηκαν, ρωγμές αμφισβήτησης που ανοίχτηκαν, γινόταν αποτελεσματική.
Κι έτσι το φράγμα της μεταπολίτευσης έκοψε στα δυο τη ροή του ιστορικού χρόνου που σύνδεσε τον μετεμφυλιακό εφιάλτη με το πολιτικό καθεστώς της εποχής πριν από τη μεταπολίτευση, για να παρουσιαστεί μεταπολιτευτικά η αστική μας δημοκρατία αμόλυντη κι επιθυμητή. Και ποιος μπορεί να γίνει τιμητής όλων αυτών,  που, αν και πέρασαν από το σίδερο και τη φωτιά, ξαπόστασαν στον κίβδηλο κόσμο που το ΠΑΣΟΚ πρότεινε, τόσο να μοιάζει όμως με τα οράματα και τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς της επαναστατικής δεκαετίας; Τελικά βέβαια το τίμημα της ευημερίας και των αθετημένων, εκ των υστέρων, υποσχέσεων,  ήταν ακριβό ̇ η εμπέδωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και των αστικών κοινωνικών σχέσεων.
Και κάπως έτσι, εβδομήντα τόσα χρόνια μετά, η ατροφική πίστη στην κομμουνιστική προοπτική γιγαντώνει την κυριαρχία του καπιταλισμού.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ


Στην τραγική υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου γίνεται διάφανος ο ρόλος της δημοσιογραφίας, η θέση της αστυνομίας, η κατάσταση της σιωπηλής πλειοψηφίας. Στα βίντεο που κυκλοφόρησαν, από τη μια φαίνονται οι δυο ιδιοκτήτες να  κλωτσούν βάναυσα τον ανήμπορο νέο, παρόλο που ο ίδιος δεν αντιστέκεται, και από την άλλη μεριά κάποιοι θεατές, που από ό,τι μάθαμε αργότερα εκτός από έναν δεν αντέδρασαν σ’ αυτήν τη βαναυσότητα.
               Κι εκ των υστέρων ξεκίνησε  η κριτική για τη συμπεριφορά των ιδιοκτητών και του σιωπηλού πλήθους, με την τελική επωδό για τον εκφασισμό της κοινωνίας. Μόνο που για τον εκφασισμό της κοινωνίας πρέπει να μιλήσουμε πολιτικά πρώτα και κύρια και μετά να προσθέσουμε τις ψυχολογικές και κοινωνιολογικές μας αναλύσεις, τις παντός καιρού.
Γιατί φαίνεται πως η σταδιακή στροφή σημαντικού τμήματος της κοινωνίας σε ρατσιστικές κι εθνικιστικές αντιλήψεις έχει παρελθόν ενός τέταρτου του αιώνα, αν ορίσουμε ως αφετηρία τα αλήστου μνήμης συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Στοχευμένα, στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης παίχτηκε από τα αστικά κόμματα το παιχνίδι του εθνικισμού και ρατσισμού επιδιώκοντας να δημιουργήσουν δήθεν αίσθημα ασφαλείας, υποδεικνύοντας σαν εχθρό και αίτιο των συμφορών μας το μετανάστη. Στη δεκαετία του ’90 παρουσιάζονταν  σαν απειλή για την ασφάλειά μας οι πρώτοι αλβανοί μετανάστες, μετά κάθε μετανάστης ως υγειονομική βόμβα και στο κέντρο της Αθήνας γίνονταν επιχειρήσεις σκούπας εναντίον των μεταναστών, επί εποχής κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ο Α. Λοβέρδος ως υπουργός Υγείας  για να …προφυλάξει την ελληνική οικογένεια έστηνε ολόκληρο σκηνικό διαπομπεύοντας οροθετικές γυναίκες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εγκλωβίζοντάς τους πρόσφυγες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης τους αφήνει έκθετους στο ρατσιστικό μένος.
Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες για να ενισχυθούν και να τολμήσουν να εκδηλωθούν βάναυσες και χυδαίες συμπεριφορές. Κάτω από την ομπρέλα της αστικής δημοκρατίας, με την ευγενική χορηγία των αστικών κομμάτων απόκτησε ο φασισμός ιδεολογικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο οικοδομούνται κρατικές πολιτικές που επιδιώκουν το διαχωρισμό των εκμεταλλευόμενων (ντόπιοι εναντίον μεταναστών, εργαζόμενοι εναντίον άλλων εργαζομένων), την καταστολή εκείνων που αντιστέκονται και τη διείσδυση φασιστών στους μηχανισμούς καταστολής. Η λεκτική βία, ο ψυχολογικός τραμπουκισμός διευρύνοντας τα όρια του επιτρεπτού προετοίμασαν και τη φυσική βία με την επίδειξη της ωμής δύναμης ως απόδειξη της ισχύος τους.
Κι έτσι προετοιμαζόταν το έδαφος για να δώσει, σ’ ένα οικονομικά επισφαλές περιβάλλον, ο φασισμός στις φοβισμένες, ανασφαλείς, κακομοίρικες  υπάρξεις τα μέσα και το πρόσχημα  για να κλωτσήσουν τον πιο αδύναμο με όλη την αχρειότητα των ανθρώπων που είναι ικανοί γι’ αυτό.
Στα χρόνια της ευμάρειας, οι μικροαστοί, μικροκαταστηματάρχες, μικροϊδιοκτήτες, μικροεπιχειρηματίες κλπ., όσο καιρό η κυρίαρχη τάξη κολάκευε τις επιδιώξεις και πόθους τους να διεισδύσουν στην προνομιούχα μειοψηφία της αστικής τάξης με την κοινωνική κινητικότητα, υποτάσσονταν πρακτικά στις επιταγές της. Στην εποχή όμως των μνημονίων, σ’ έναν συμπυκνωμένο χρόνο, βίωσαν την εκδίωξή τους από τις παραδοσιακές σφαίρες των δραστηριοτήτων τους και την ενίσχυση της  εξάρτησής τους  από το μεγάλο κεφάλαιο που προκάλεσαν την επιδείνωση των συνθηκών  της ύπαρξής τους, τη δημιουργία  απόλυτης αβεβαιότητας για το μέλλον, την αύξηση του φόβου και της ανασφάλειας, τη σταδιακή υποβάθμισή τους στην κοινωνική ιεραρχία. Κι επειδή οι αντιφάσεις της δικής τους κοινωνικής ύπαρξης θεωρούν πως πρέπει να επιλυθούν με τη διατήρηση του status quo που τους εξασφάλιζε τη θέση τους ως μικροϊδιοκτήτες, με την ελπίδα της κοινωνικής αναρρίχησης,  όταν φοβούνται πως  αυτό είναι αδύνατο η μόνη προσφυγή τους είναι να πιέσουν για την άμεση αναδιοργάνωση της κοινωνίας  έτσι που θα απέτρεπε την προλεταριοποίηση τους.
Η καπιταλιστική κρίση προκαλώντας το φόβο ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί, όπως λειτουργούν, δεν έχουν τη δύναμη να αλλάξουν το οικονομικό περιβάλλον και να εξασφαλίζουν την  ευημερία ενθαρρύνει την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Το κυρίαρχο σύστημα λοιπόν είναι έτοιμο να τις προσφέρει και οι μικροαστοί να τις αποδεχτούν.
Γιατί οι ιδιαιτερότητες της ταξικής συνείδησης των μικροαστικών στρωμάτων που καθορίζεται από  την αντιφατική φύση τους κάνει  ασαφή και αναποφάσιστη τη στάση τους με τη θεωρία και την πρακτική του κομμουνισμού. Ο μικροαστός δεν δέχεται τον κομμουνισμό, που καταργεί την ατομική ιδιοκτησία, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να απευθύνεται σε αυτόν, διότι καταργεί το μεγάλο κεφάλαιο και απορρίπτει τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Αφού όμως μεθοδικά  διαστρεβλώθηκε και συκοφαντήθηκε  κάθε απόπειρα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και  οι σοσιαλίζοντες, αριστεροί ή σοσιαλδημοκράτες, φρόντισαν να  απαξιώσουν τις αριστερές λύσεις, με το εργατικό κίνημα σε ύφεση, ο συντηρητισμός γίνεται ο κυρίαρχος παράγοντας της συνείδησης του μικροαστού.
Εξάλλου, επειδή η μάζα των μικροαστών είναι απογοητευμένη από τις ενέργειες των καπιταλιστών πολιτικών να διατηρήσουν το status quo, η κυρίαρχη εξουσία διαμορφώνει νέα όπλα να παραπλανά τους μικροαστούς διατηρώντας τους δεμένους στα συμφέροντά της. Παίζει με διεξόδους που έχουν χαρακτηριστικά φασιστικά, εκμεταλλευόμενη τα προβλήματα και τη δυσαρέσκειά  τους.   Και ο στενός  πολιτικός ορίζοντας των μικροαστών, που τους κάνει να ενδίδουν εύκολα στη δημαγωγία, η οποία  έχει αντικαθεστωτική μορφή,  των πιο αντιδραστικών κύκλων της αστικής τάξης, τους κάνει ευάλωτους στην επίδειξη δύναμης των φασιστών και στις υποσχέσεις για την άμεση αναδιοργάνωση της κοινωνίας που θα απέτρεπε την προλεταριοποίησή τους.
Κι έτσι οι οικονομικές συνθήκες της ζωής θέτουν τη σφραγίδα τους στην ψυχολογία και ιδεολογία της μικροαστικής τάξης.
Οι εικόνες με τους δυο ιδιοκτήτες να κλωτσούν βάναυσα τον ανήμπορο νεαρό και τους αστυνομικούς να συνεχίζουν τις βιαιοπραγίες πάνω στο αναίσθητο σώμα του μοιάζει να έρχονται από το μέλλον. Η ευρεία συνεργία, στη συγκεκριμένη περίπτωση,  ευυπόληπτων  μελών της κοινωνίας, -μικροκαταστηματαρχών, αστυνομίας, εργαζομένων στο ΕΚΑΒ με την ανοχή, όπως φαίνεται, της πολιτικής ηγεσίας- στην επίδειξη βαναυσότητας σηματοδοτεί και την ευρύτητα της αποδοχής της.
Αν παραβλεφθούν τέτοιες αποτρόπαιες υπερβολές, που μπορεί βραχυπρόθεσμα να μη φαίνονται τόσο καταστροφικές ή ακόμα να θεωρούνται και τυχαίες αλλά κυρίως να γίνονται εν μέρει αποδεκτές, μπορεί  η βαθμιαία συσσώρευσή τους να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΑΡΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΒΙΑΙΟΠΡΑΓΩΝΤΑΣ


Στις ειδήσεις για το θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου, από τις πρώτες πληροφορίες, που ανέφεραν αυτοτραυματισμό επίδοξου ληστή από τζαμαρία κοσμηματοπωλείου, μέχρι τις εικόνες από βίντεο, στα οποία καταγράφονται ο άγριος ξυλοδαρμός του ή οι βιαιότητες της αστυνομίας και τα συμπεράσματα της νεκροψίας με την αιτία θανάτου να μένει απροσδιόριστη, θα κάνει πολύ κόπο κάποιος να συναντήσει την αλήθεια. Σ’ αυτή την τραγική υπόθεση όμως γίνεται διάφανος ο ρόλος της δημοσιογραφίας, η θέση της αστυνομίας, η κατάσταση της σιωπηλής πλειοψηφίας.
              Τη δημοσιογραφία που υποκύπτει στις επιθυμίες των χρηματοδοτών της και παρασύρεται σε διαφημιστικές υπερβολές και προβολή πτυχών της πραγματικότητας που εξυπηρετούν σκοπούς τους  αδιαφορώντας για την αξιοπιστία της δεν είναι μόνο στο συγκεκριμένο γεγονός που αναγνωρίζουμε. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται κι εδώ η σκόπιμη και επιλεκτική κατασκευή μιας εικόνας του κόσμου, από κομμάτια της πραγματικότητας με βάση τους στόχους αυτών που ελέγχουν τα μέσα επικοινωνίας. Κι αν από την πλειοψηφία των δημοσιογράφων το συγκεκριμένο γεγονός στην αρχή καταγράφηκε ως ληστεία που προκάλεσε τη δίκαιη οργή του ιδιοκτήτη  αυτό δεν οφείλεται μόνο στην προχειρότητα και αδιαφορία  για διασταύρωση πληροφοριών, αλλά και στη συναίνεσή τους για μια αναπαράσταση του πραγματικού που συναρμολογείται με τις αξίες που προωθούνται –αποθέωση της ιδιοκτησίας, περιφρόνηση του αδύναμου κι επιβολή του ισχυρού. Η πληροφόρηση για το συγκεκριμένο γεγονός όλες αυτές τις μέρες πήρε τη μορφή παζλ που ανέλαβαν να συμπληρώσουν τα κομμάτια του τα ερασιτεχνικά βίντεο αυτοπτών μαρτύρων, τα οποία αποκάλυψαν το έλλειμμα αξιοπιστίας των πληροφοριών που μεταδίδονται από τους επαγγελματίες δημοσιογράφους.  
Κι είναι η  καταπάτηση κανόνων και προτύπων που έχουν θεσμοθετηθεί  για κατοχύρωση του κύρους του δημοσιογραφικού επαγγέλματος που οδήγησε στην απώλεια της εμπιστοσύνης προς τους επαγγελματίες δημοσιογράφους, οι οποίοι στο θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου έδειξαν και πάλι  ολιγωρία στη συλλογή στοιχείων και αρκέστηκαν στις εκδοχές των πρωταγωνιστών του αποτρόπαιου λυντσαρίσματος. Και κάπως έτσι ενισχύεται μια αντίληψη για την ατομική ευθύνη, που προωθεί  όμως  συγχρόνως και μια αίσθηση αυτονομίας και ελευθερίας να δημοσιεύει ο καθένας με τα δικά του κριτήρια, που  μπορεί να τον οδηγήσει πάλι στον ίδιο φαύλο κύκλο αναξιοπιστίας, όχι εξαιτίας της παράβασης κριτηρίων, αλλά εξαιτίας της έλλειψής τους.  
Το συγκεκριμένο γεγονός ανέδειξε τη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία επιλογής και προβολής των ειδήσεων,  πέρα από το μονοπώλιο των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ήταν οι πολίτες σε ρόλο δημοσιογράφων που συνέλεξαν, δημοσίευσαν και σχολίασαν στοιχεία για το συγκεκριμένο γεγονός.  Αυτό αν φαίνεται να παρέχει μια διορθωτική, εναλλακτική άποψη που μπορεί να εκθέτει  το ψέμα, τη διαφθορά, την κατάχρηση εξουσίας κλπ προκαλώντας την κυρίαρχη εξουσία,  όμως  δεν σημαίνει πως αν καθένας μπορεί να θεωρηθεί δημοσιογράφος δεν μπορεί και να χρησιμοποιηθεί σαν  εργαλείο για ποικίλους και άδηλους σκοπούς. Κι επιπλέον,  η ανάληψη δημοσιογραφικού έργου που είναι η παρατήρηση, αναζήτηση, καταγραφή και μετάδοση γεγονότων μας μετατρέπει  από δρώντα υποκείμενα σε απλούς παρατηρητές, που τα γεγονότα εξελίσσονται ερήμην μας.
Φαίνεται λοιπόν πως για την υπεράσπιση του αδύναμου  Ζακ Κωστόπουλου, που εκτός από τους δυο ιδιοκτήτες που τον χτυπούν με λύσσα και ανελέητα, ενώ αυτός δεν αντιστέκεται καθόλου, ασκούν βία και οι αστυνομικοί, ενώ αυτός είναι πληγωμένος και μοιάζει νεκρός, δεν υπήρξε από τους παρευρισκόμενους θεατές  κάποια ιδιαίτερη αντίδραση.
Και καθυστερημένα και μάλλον απλώς για να διατηρήσει τα προσχήματα με φτηνή δημαγωγία, είναι που υποστηρίζει ακόμα η κυβέρνηση πως είναι αριστερή,  η πολιτική ηγεσία διατάσσει ΕΔΕ, για να δείξει πως οι βιαιοπραγίες των αστυνομικών τους κοστίζουν ως προς την νομιμότητα. Ο επιθετικός λόγος όμως του προέδρου της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθήνας Δ. Πάικο που υποστηρίζει πως οι συνάδελφοί του «άσκησαν την απολύτως απαραίτητη βία» προκαλώντας «Σε όποιον αρέσει, σε όποιον δεν αρέσει» σηματοδοτεί τη βεβαιότητά του πως δεν θα υποβληθεί σε αμφισβήτηση η εξουσία  που του έχει παραχωρηθεί.
Η πολιτική υποστήριξη της αστυνομίας στη  βία που ασκεί,  η οποία  αντιμετωπίζεται  με ατιμωρησία, μετασχηματίζει το μονοπώλιο της βίας του κράτους σε ικανότητα να επιβληθεί η  κυριαρχία του σε όποιον αντιδρά. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πολιτική βούληση να ελεγχθούν ακόμα και οι χειρότερες καταχρήσεις εξουσίας της αστυνομίας. Και ούτε βέβαια η  υποτιθέμενη αριστερή κυβέρνησή μας είναι διατεθειμένη να αμφισβητήσει την αστυνομική βία όχι μόνο όπως υπάρχει στις κανονικές λειτουργίες του θεσμού, αλλά ακόμα και στις πιο εντυπωσιακές μορφές της. Και ο φόβος πως  οι βιαιοπραγίες σ’ ένα αναίσθητο σώμα εντάσσονται στις κανονικές λειτουργίες του θεσμού, όσο δεν δημοσιοποιούνται,  ίσως να μην είναι αβάσιμος.
Εν ολίγοις, από την άποψη του κράτους, η βία της αστυνομίας θεωρείται νόμιμη και η βία κατά της αστυνομίας είναι παράνομη. Κι επειδή έχει το κράτος το δικαίωμα να καθορίζει όχι μόνο τη νόμιμη δύναμη, αλλά και τη νόμιμη αντίσταση εναντίον του η αστυνομία που το υπερασπίζεται απολαμβάνει ειδικές προστασίες. Η αστυνομία έχει τη διακριτική ευχέρεια να κρίνει  τα όρια της νομιμότητας, να τα διαστέλλει ή να τα συστέλλει αναλόγως και σύμφωνα με τις επιταγές της εκτελεστικής εξουσίας κι ας δίνεται η εντύπωση, ή καλλιεργείται τεχνηέντως,  πως οι κατασταλτικοί μηχανισμοί λειτουργούν πολλές φορές αυτόνομα.
Σε τελική ανάλυση αυτός που διαστέλλει ή συστέλλει τα όρια της νομιμότητας και της παρανομίας, του κοινωνικού και του αντικοινωνικού δεν είναι στην αστική μας δημοκρατία παρά το αστικό κράτος. Μόνο όταν συσσωρεύεται αγανάκτηση για τη νομιμότητα της αστυνομικής βίας κι υποβαθμίζεται η εμπιστοσύνη προς την αστυνομία, η εκτελεστική  εξουσία αποστασιοποιείται στην προσπάθειά της να τα χειριστεί. Όμως στις πιο πολλές περιπτώσεις οι στόχοι της προσοχής της αστυνομίας - και επομένως και της αστυνομικής βίας - αντικατοπτρίζουν και ενισχύουν τις υπάρχουσες ανισότητες τόσο της  φυλής όσο και της τάξης. Στο  χαρακτήρα της αστυνομικής βίας και στην ιδεολογία που τη στηρίζει αντανακλώνται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.
Χρειάζεται να δούμε την αστυνομική βία πολιτικά - δηλαδή να αναγνωρίζουμε την πολιτική που είναι εγγενής σε αυτήν. Η βία αποτελεί βασική λειτουργία της αστυνόμευσης. Και οι αδικίες της αστυνόμευσης αντανακλούν και αναπαράγουν τις αδικίες της κοινωνίας μας.