Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ


Η παραίτηση, εξαιτίας της συμφωνίας των Πρεσπών,  του Π. Καμμένου από την κυβέρνηση Τσίπρα, με τις εκατέρωθεν ευχαριστίες και ευγενείς φιλοφρονήσεις, στάθηκε αφορμή για τα ΜΜΕ να μιλήσουν για στημένο σώου και θεατρική παράσταση. Σ’ αυτήν την σκηνοθετημένη πολιτική πράξη λοιπόν, ο πρωταγωνιστής, πρώην υπουργός Άμυνας, και τα ΜΜΕ, τα οποία μεταφέρουν στο κοινό πληροφορίες και γνώμες στήνοντας θεατρικά σκηνικά, μοιάζει να συνεργάζονται θαυμάσια για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Να μην μένουν περιθώρια να σκεφτούμε, πνιγμένοι από λέξεις χωρίς νόημα και εικόνες σκηνοθετημένες. Τόση προσπάθεια για να μη βρούμε καμιά επαφή με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό λέξεων και εικόνων που μας έχει σκεπάσει. Για να  εστιάζουμε στην  αναπαράσταση της πραγματικότητας που θορυβεί για να πείσει για την αυθεντικότητά της.
               Κι ενώ την  οικονομικοπολιτική πραγματικότητά μας έχει σφραγίσει, τα τελευταία οκτώ χρόνια, μια σειρά μέτρων λιτότητας που φτωχοποίησε μεγάλο τμήμα των εργαζομένων, και η επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών για την υγεία, εκπαίδευση και κοινωνικές υπηρεσίες, η αναπαράστασή της από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο τονίζει τον αναγκαστικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών που η ολοκλήρωσή τους οδηγεί σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Σ’ αυτό το μέλλον προστέθηκε εδώ και μερικούς μήνες και η επίλυση του ονοματολογικού στη διένεξή μας με τη γείτονα χώρα.                        
Κι αν οι μεταρρυθμίσεις που μονιμοποιούν τη λιτότητα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και  σ’ όλη την Ευρώπη,  έγιναν στο όνομα της ανταγωνιστικότητας με σκοπό την επανασχεδίαση πλήρως των εργασιακών σχέσεων και των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, η συμφωνία των Πρεσπών, που φέρνει την ευρωατλαντική ενσωμάτωση της γείτονος χώρας, δεν μπορεί να αξιολογηθεί παραγκωνίζοντας την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική. Γιατί δεν μπορεί να ξεχαστεί ο ρόλος της στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αρχής γενομένης από  την αποφασιστικότητα της Γερμανίας για αναγνώριση ανεξαρτησίας της Σλοβενίας και Κροατίας, για να προκύψουν κράτη και προτεκτοράτα, μικρά κι αδύναμα, και γι’ αυτό πιο εύκολα ελέγξιμα.  
Τα Βαλκάνια είναι γνωστά για την τραγική τους ιστορία και είναι ο τόπος της πιο αιματηρής σύγκρουσης στην Ευρώπη από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. ΗΠΑ και Ευρώπη δεν είναι οι μόνοι παίκτες στην περιοχή, αφού η Ρωσία έχει καταστήσει σαφή την πρόθεσή της για παρεμβάσεις εάν απειλούνται τα συμφέροντά της.
 Γι’ αυτό και δεν είναι περίεργο που  οι διάφορες προσεγγίσεις στο Μακεδονικό ζήτημα περιπλέκουν σε αντιφάσεις συνηγόρους και αντιπάλους της συμφωνίας των Πρεσπών.
Με τη συμφωνία θα μπορούσε να έχει βάση ο ισχυρισμός πως παραβιάζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αφού το όνομα δεν θα προσδιορίζεται από τους κατοίκους του κράτους, αλλά θα  υπαγορεύεται  από παραμέτρους που θεωρεί αποδεκτές  ένας πιο ισχυρός γείτονας. Μόνο που και αυτός ο σχετικά ισχυρός γείτονας παίζει μέσα στα όρια που του επιτρέπουν οι ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί στους οποίους είναι ενταγμένος και με τους οποίους δεν έρχεται σε αντίθεση. Γι’ αυτό και το όνομα δεν είναι απλώς θέμα γεωγραφικού ή ιστορικού προσδιορισμού.  Κυριολεκτικά, γίνεται ζήτημα πολιτικής ή και μικροπολιτικής – αρχής γενομένης από Αντώνη Σαμαρά.
Στα Βαλκάνια όμως τα πολιτικά ζητήματα συχνότατα μετατρέπονται σε γεωπολιτικά. Κι αυτό, γιατί η περιοχή αποτελείται από αμοιβαία ανταγωνιστικά κράτη, που είναι εύκολα θηράματα για τον ιμπεριαλισμό. Το ζήτημα του ονόματος λοιπόν  δεν αποτελεί εξαίρεση.
Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η επιθετική επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια υπήρξε κεντρική στρατηγική των ΗΠΑ και των ευρωπαίων συμμάχων τους. Εκτός από την αναπτυσσόμενη αντίδραση μιας ακόμη αρκετά  αποδυναμωμένης Ρωσίας, μερικά από τα πιο δύσκολα εμπόδια για τη συνολική επιτυχία αυτής της στρατηγικής εντοπίζονται στα Βαλκάνια, όπου κάποιες χώρες δεν έχουν ακόμη προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ. Αυτά τα εμπόδια επικεντρώθηκαν στη Σερβία, η οποία είχε βομβαρδιστεί  από το ΝΑΤΟ το 1999. Κι ένα άλλο βασικό εμπόδιο ήταν η πΓΔΜ, δηλ. το βέτο της Ελλάδας για τη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ λόγω της διαφωνίας για το όνομα. Η στρατηγική λοιπόν της διεύρυνσης στα Βαλκάνια, που κατευθύνεται από ΗΠΑ, επαναδραστηριοποιήθηκε  με αίσθημα επείγουσας ανάγκης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, με τελευταίο να εντάσσεται στο ΝΑΤΟ το 2017 το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο.
Επομένως και  η συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αξιολογηθεί παραγκωνίζοντας την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική.
               Εξάλλου, η ιμπεριαλιστική διάσταση του μακεδονικού ζητήματος φαίνεται από το ίδιο το ερώτημα του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ  που συνέδεε τη συμφωνία  με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και ΕΕ. Οι πρωθυπουργοί των δυο κρατών, Τσίπρας και Ζάεφ στην υπηρεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
               Ακόμα όμως κι αν προσεγγιστεί η συμφωνία διαχωρίζοντάς τη από γεωπολιτικά συμφέροντα, πως είναι απλά μια συμφωνία της Ελλάδος-Μακεδονίας, η οποία «επιλύει» μια μακρόχρονη τοπική διαμάχη και η οποία μπορεί να διεκδικήσει και προοδευτική πιστοποίηση, η παρέλαση τόσων αξιωματούχων σε Ελλάδα και πΓΔΜ, ιδιαίτερα την εποχή του δημοψηφίσματος, από ΗΠΑ και ΕΕ δεν σου επιτρέπει να απομονώσεις το γεγονός.
 Η συμφωνία ανοίγει την πόρτα για  στρατιωτική επέκταση του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Μακεδονία και στα Βαλκάνια. Και η απόδειξη είναι πως  το ΝΑΤΟ χρειάστηκε λιγότερο από ένα μήνα από την ημερομηνία της τελετής υπογραφής της συμφωνίας στις Πρέσπες για να καλέσει επίσημα τη Βόρεια Μακεδονία να συμμετάσχει στη συμμαχία.
               Στην  Ελλάδα που είναι γονατισμένη οικονομικά,  με εθνικιστικές κορώνες ή υποσχέσεις ευημερίας αναπαριστά ο κυρίαρχος λόγος  μια εικονική πραγματικότητα που παραπλανά ή εφησυχάζει. Το βέβαιο όμως είναι πως στα επόμενα χρόνια ο λαός της θ’ αγκομαχά εξαιτίας της συνεχούς και μόνιμης λιτότητας, ενώ η  κυρίαρχη τάξη προσδεμένη στο άρμα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών θα προσπαθεί να τον παρασύρει, ήδη σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει.
               Η Βόρεια Μακεδονία ένα τέταρτο του αιώνα αναζητά ταυτότητα σε εθνικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά που να συνδυάζονται σε μια συλλογική ταυτότητα για τις διάφορες ομάδες των κατοίκων της,  ανατρέχοντας για τις  ρίζες της σύγχρονης μακεδονικής ταυτότητας ακόμα και στην αρχαία Μακεδονία. Το βέβαιο είναι πως η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ θα τους υποχρεώσει να βγάλουν το απαραίτητο 2% του ΑΕΠ για μια στρατιωτική συμμαχία στην οποία η φωνή τους θα μετράει ελάχιστα και τα συμφέροντά τους ακόμα λιγότερο.
               Στο τέλος,  την όποια  προσπάθεια διαχωρισμού της συμφωνίας από την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική θα την διαψεύσουν τα γεγονότα. Η πραγματικότητα είναι πάντα πιο ισχυρή από τους  εκφραζόμενους ευσεβείς πόθους –όπως διατυπώνονται μάλιστα στην εκδήλωση «Το στοίχημα  της συμφωνίας των  Πρεσπών», μια προσπάθεια για νεκραναστάσεις.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

ΔΑΡΒΙΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Τραγικό θάνατο, πέφτοντας από ψηλά,  βρήκε πριν λίγες μέρες 60χρονος εργάτης που εκτελούσε εργασίες, σε συνθήκες παγετού, στο υπό κατασκευή γήπεδο της ΑΕΚ. Λίγες μέρες πριν, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, 27χρονος επαγγελματίας διανομέας βρήκε τραγικό θάνατο σε δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα, ενώ εκτελούσε διανομή. Δυο θάνατοι των τελευταίων ημερών, που προστίθενται κοντά στα άλλα θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα, φέρνουν πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα του ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. Συγχρόνως, η ηλικία του σκοτωμένου εργάτη προκαλεί προβληματισμούς για  τις συνέπειες, την πιο τραγική,  του νέου  ασφαλιστικού.  
               Το  επιχειρηματικό μοντέλο του παγκόσμιου καπιταλισμού, το οποίο περιπλανιέται ανά τον κόσμο αναζητώντας το χαμηλότερο κόστος παραγωγής, το πιο ευάλωτο εργατικό δυναμικό και τις πιο αδύναμες και πιο συμμορφούμενες κυβερνήσεις, δεν περιορίζεται μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και Αφρικής. Ο αντίκτυπος του άγριου καπιταλισμού ακόμα και σε χώρες της Δύσης με  εργατική νομοθεσία και εργατικά δικαιώματα υπονομεύει την ασφάλεια των εργαζομένων. Είναι γιατί στην πράξη η πίεση στις συνθήκες εργασίας και τα δικαιώματα των εργαζομένων πλήττει όλους τους χώρους εργασίας ανά τον κόσμο, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, που βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για να παράγουν τα υψηλότερα κέρδη για τις πολυεθνικές εταιρείες. Όσο αυξάνεται ο στρατός των ανέργων και εντείνεται η επίθεση των εργοδοτών στους εργαζόμενους, τόσο το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων υποβαθμίζεται,  με τους ίδιους να το ανέχονται με το φόβο απώλειας της εργασίας. Η εργοδοσία, ακόμα και του μικροεπιχειρηματία που επικαλείται την επιβίωση του ή και που φαντασιώνεται επέκταση της επιχείρησής του, τις περισσότερες φορές αδιαφορεί για τις μη ασφαλείς συνθήκες εργασίες των μισθωτών της.
               Η αύξηση της ασφάλειας και η μείωση των κινδύνων στο χώρο εργασίας τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με την εκτίμηση του κόστους. Το κόστος βέβαια αυτό δεν βγαίνει από τα κέρδη, αλλά στην τελική καλύπτεται από τις υψηλότερες τιμές προϊόντων ή από τους χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων. Ακόμα κι όταν  οι βελτιώσεις στην ασφάλεια, επειδή είναι άνευ ή αμελητέου κόστους, μπορούν να θεωρηθούν ότι μπαίνουν αμέσως σε εφαρμογή, γιατί  η μη αποδοχή τέτοιων βελτιώσεων αποβαίνει πιο δαπανηρή όσον αφορά τη ζημία που μπορεί να προκαλέσουν,  δεν είναι βέβαιο ότι  θα έχουν διάρκεια.
Οι εργοδότες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τους εργαζόμενους όχι μόνο όταν δεν τηρούνται τα μέτρα προστασίας, αλλά κι όταν πιέζουν τους εργαζόμενους να παρακάμπτουν τις ασφαλείς διαδικασίες εργασίας για να αυξηθεί η παραγωγή. Κι είναι εύκολο να απορρίπτουν οι εργοδοσίες τις ανησυχίες των εργαζομένων σχετικά με την ασφάλειά τους, γνωρίζοντας πως ο φόβος της απόλυσης επαρκεί για να εξαναγκαστούν να μη συνεχίσουν να τις εκφράζουν. Αυτό σημαίνει πως οι εργαζόμενοι δεν  μπορούν να υπερασπίζουν τις ζωές τους στην εργασία τους ατομικά και μεμονωμένα, αλλά μέσω της οικοδόμησης  συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, με την καπιταλιστική επίθεση,  στις αστικές μας δημοκρατίες οι νόμοι για τις εργασιακές σχέσεις και το δικαίωμα στην απεργία αποδυναμώνουν το κύριο μέσο που οι εργαζόμενοι έχουν, τη συνδικαλιστική οργάνωση. Γιατί με τους συνδικαλιστικούς αγώνες έχουν πετύχει εφαρμογή υποχρεωτικών κανονισμών ασφαλείας,  διεκδίκηση καλύτερων μισθών και συνθήκες εργασίας ώστε να προστατεύεται  η ασφάλεια στο χώρο εργασίας και ως εκ τούτου η ίδια τους η ζωή.
Κι αν στον κατασκευαστικό τομέα, με εργολάβους που προσλαμβάνουν και απολύουν εργαζόμενους κατά βούληση, ο κίνδυνος για ατυχήματα αυξάνει λόγω και της εγγενώς επικίνδυνης φύσης της εργασίας,  είναι ακόμα πιο απαραίτητος ο περιορισμός των μεταβλητών που συμβάλλουν σ’ αυτό, με την  αυστηρή εφαρμογή των κανονισμών ασφαλείας.       
Το Συνδικάτο Οικοδόμων Αθήνας που καταγγέλλει την εργοδότρια εταιρεία ΕΡΜΩΝΑΣΣΑ για το θάνατο του 60χρονου, θυμίζει και την απεργία που πραγματοποιήθηκε στο εργοτάξιο τον περασμένο Οκτώβριο για την υπογραφή ΣΣΕ και με αιτήματα που περιλάμβαναν και τη διεκδίκηση μέτρων για την Υγεία και Ασφάλεια, αλλά και τη θέση της εταιρείας που «διατυμπάνιζε ότι “δεν θέλουμε τα συνδικάτα εδώ, γιατί όλοι είμαστε μια οικογένεια”. Εταιρείες που κατασκευάζουν ένα δαρβινικό περιβάλλον εργασίας, υποκρίνονται την ενωμένη οικογένεια με τους εργάτες που σκοτώνονται στη δουλειά.  
Κι όσο το εργατικό κίνημα αποδυναμώνεται, πέρα από την κρατική μηχανή που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να εξυπηρετεί απροκάλυπτα  τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιοκτητών επιχειρήσεων, τα ΜΜΕ σπεύδουν σε βοήθεια της στο επικοινωνιακό κομμάτι. Και  κινητοποιούνται ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων, εμμέσως και ευθέως,  μη χάνοντας ευκαιρία να δαιμονοποιούν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ υποβαθμίζουν την έκθεση των θανατηφόρων ατυχημάτων στο χώρο εργασίας σε μικρά αποσπάσματα ειδήσεων. Κι από κοντά η δικαιοσύνη που όλο και περισσότερο δικαιώνει εργοδότες και τα συμφέροντά τους. Πρόσφατη η απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε υπερβολικά τα ποσά αποζημιώσεων, που «κρίνονται συναισθηµατικώς διογκωµένα» προς συγγενείς των θυμάτων που είχαν καεί σε υποκατάστημα της τράπεζας Marfin κατά τη διαδήλωση το 2010,  αναιρώντας την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κατά τον Άρειο Πάγο επιβαρύνει ««υπέρµετρα τον εργοδότη».
Κι αν οι τεχνολογικές εξελίξεις και η αύξηση του λιγότερου επικίνδυνου τριτογενούς τομέα δεν  μειώνουν, όπως θα έπρεπε,  το ίδιο ταχύτατα και τον αριθμό των θανατηφόρων ατυχημάτων στον τόπο εργασίας, είναι γιατί οι επιχειρήσεις εστιάζουν πρωτίστως και κυρίως σε άμεσα κέρδη με αναλώσιμο εργατικό δυναμικό. Για τα υπόλοιπα, δικαιώματα εργαζομένων και όροι εργασίας, υπάρχει η παρότρυνση για παραπομπή κάθε εργαζόμενου σε δικαστήρια κι επιθεωρήσεις εργασίας για να τα διεκδικήσει …όπως και όποτε.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΕΡΔΟΣ


Το επεισόδιο με την πτήση της  Ryanair, που αδυνατώντας να προσγειωθεί εξαιτίας καιρικών συνθηκών στην Θεσσαλονίκη κατευθύνθηκε  στην Τιμισοάρα με συνεπαγόμενη την ταλαιπωρία των επιβατών, μπορεί να θεωρηθεί κι ένα ενδεικτικό παράδειγμα τόσο για τις υπηρεσίες που προσφέρονται από ιδιωτικές εταιρείες όσο και για το ρόλο που επιφυλάσσει για τον εαυτό της η πολιτική ηγεσία.
               Μια αεροπορική εταιρεία, μια εταιρεία διαχείρισης αεροδρομίων κι ένας υπουργός κρατικής κυβέρνησης με τις δράσεις κι ενέργειές τους έδειξαν τον τρόπο που η ιδιωτική επιχειρηματικότητα και η κρατική διακυβέρνηση συνεργάζονται.
               Κι ενώ θεωρείται πως η ιδιωτικοποίηση δημόσιων εταιρειών τις βελτιώνει μέσω του ανταγωνισμού, γιατί, επειδή χάνουν την κρατική προστασία,  αναγκάζονται να προσαρμοστούν στην αγορά παρέχοντας καλύτερες υπηρεσίες ή προϊόντα για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. Η Ryanair ενδιαφέρεται για το κόστος σχεδόν αποκλειστικά, παρά για τις υπηρεσίες που προσφέρει, όπως φαίνεται από το καταστατικό της.  Η εταιρεία Fraport Greece για τις καθυστερήσεις, εκτροπές ή ακυρώσεις πτήσεων εξαιτίας της χαμηλής νέφωσης που επικρατεί στο αεροδρόμιο εμμέσως πλην σαφώς, αφού είναι αποτέλεσμα των αποφάσεων των πιλότων, τις χρεώνει στις αεροπορικές εταιρείες.  Γεννάται βέβαια η απορία γιατί  στα πλαίσια του ανταγωνισμού η εταιρεία δεν ενδιαφέρθηκε   να υπάρχει ραδιοβοήθημα κατηγορίας 2 και πάνω  στο νότιο διάδρομο του αερολιμένα. Ο  υπουργός Σπίρτζης, που συμμετέχει στην κυβέρνηση η οποία δεσμεύτηκε με την υπογραφή του 3ου μνημονίου στην παραχώρηση 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη Fraport, βρίσκει ευκαιρία για δημαγωγίες περί ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής ευθύνης. Και στο τέλος της ιστορίας, έρχεται το δημόσιο –η φορολογία των πολιτών- να πληρώσει τις επιλογές ιδιωτικών εταιρειών, φύλακας των κερδών τους, αλλά και προστάτης τους από την οργή των πελατών τους.
 Μεταπολεμικά, με το εργατικό κίνημα ισχυρό και το αντίπαλο δέος της ΕΣΣΔ  να φοβίζει, μια μορφή κοινωνικής ειρήνης στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας εξασφαλιζόταν με την υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να παρέχει αγαθά και υπηρεσίες σε όλους τους πολίτες, μεριμνώντας και γι’ αυτούς που είχαν περιπέσει σε κατάσταση ανάγκης. Το κοινωνικό κράτος θεωρήθηκε σαν πολιτική λύση των αντιθέσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες, αφού κατηγορήθηκε το κοινωνικό κράτος για τα εμπόδια που φέρνει στις δυνάμεις της αγοράς να λειτουργήσουν αποτελεσματικά,  η εμπορία όλων των υπηρεσιών ενίσχυσε ιδιώτες μεταφέροντας σ’ αυτούς δημόσιο πλούτο. Και το αστικό κράτος περιορίζεται σε φορέα προώθησης  και υποστήριξης αποφάσεων που εξυπηρετούν πολυεθνικές επιχειρήσεις,  δείχνοντας ξεκάθαρα τον ταξικό του χαρακτήρα.
Γι’ αυτό και  ένα βασικό χαρακτηριστικό των τριών μνημονίων συνεννόησης που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων οκτώ χρόνων με τους πιστωτές της χώρας - ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα- είναι η απαίτηση για τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών. Αυτή η απαίτηση βασίζεται στην υπόθεση πως στην οικονομία της αγοράς ο ιδιωτικός τομέας, στα πλαίσια του ανταγωνισμού,  μπορεί να παραδώσει αγαθά και υπηρεσίες πιο αποτελεσματικά και οικονομικά από τον δημόσιο τομέα. Μόνο που σπανίως αυτή η υπόθεση επαληθεύεται. Σπάνια υπάρχουν πολλοί ανταγωνιστικοί πωλητές των ίδιων αγαθών και μάλιστα κι αυτοί που υπάρχουν τις περισσότερες φορές είναι αλληλοεξαρτώμενοι, ενώ η κυβέρνηση –δηλ. οι φορολογούμενοι πολίτες- μπορεί να είναι  ο μόνος αγοραστής, με συνέπεια να ακυρώνεται η θεωρία της αγοράς που απαιτεί πολλούς ανεξάρτητους αγοραστές για κέρδη αποδοτικότητας. Κι έτσι στην τελική απομένει η επιδίωξη για αύξηση των κερδών, ενώ η καινοτομία και η βελτίωση των υπηρεσιών που θεωρητικά ενθαρρύνει ο ανταγωνισμός σχεδόν πάντα παραμένουν ζητούμενα, ενώ βεβαίως η λογοδοσία για το επίπεδο υπηρεσιών το πολύ να περιορίζεται σ’ ένα συγγνώμη σε κάθε …αστοχία.  Εξάλλου, η διαμόρφωση μιας κατά βάση κοινής ενιαίας τιμής με ελάχιστες διαφορές και παραπλήσιων προσφερόμενων υπηρεσιών ανάμεσα σε πολλές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο ενισχύει την υποψία, ακόμα κι όταν δεν αποδεικνύεται, για συμφωνία και σύμπραξη μεγάλων εταιρειών με σκοπό την αποφυγή του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Άλλωστε,  πολλές περιπτώσεις αποδεικνύουν πως η ιδιωτικοποίηση δεν καταφέρνει ν’ ανταποκριθεί στην υπόσχεσή της. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις είναι ένας δαπανηρός και αναποτελεσματικός τρόπος χρηματοδότησης των υποδομών και των υπηρεσιών, καθώς αποκρύπτει το δημόσιο δανεισμό ή αποζημίωση, παρέχοντας μακροπρόθεσμες κρατικές εγγυήσεις για κέρδη σε ιδιωτικές εταιρείες, όπως π.χ οι κρατικές αποζημιώσεις προς την   Fraport για αλλαγή νομοθεσίας, για  ατυχήματα ακόμα και για απεργία.
               Για να διασφαλίσουν οι εταιρείες ότι βελτιώνουν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά τους, προκειμένου να μειώσουν το κόστος τους και να αυξήσουν τα κέρδη τους, έχουν όλη την ελευθερία να επιδιώξουν τα δικά τους συμφέροντα, ακόμα κι αν  ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους καταναλωτές. Επιπλέον, επειδή πάντα οι αξιολογήσεις των επιτυχιών των δημόσιων υπηρεσιών εστιάζονται μόνο στις τιμές και την αποτελεσματικότητα, δίνεται  πολύ λιγότερη προσοχή στις επιπτώσεις της ιδιωτικοποίησης στην απασχόληση, τις εργασιακές σχέσεις και τις συνθήκες εργασίας.  
Το συγκεκριμένο λοιπόν περιστατικό με την αεροπορική εταιρεία της Ryanair  έδειξε ότι το οικονομικό μοντέλο στις ιδιωτικές εταιρείες είναι έτσι δομημένο, ώστε η βελτίωση της εξυπηρέτησης να ενδιαφέρει μόνο αν η αύξηση του κέρδους είναι αντιστρόφως ανάλογη με το κόστος.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

ΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΚΕ

Τη χρονιά που τελείωσε, το ΚΚΕ, τιμώντας με πολλές εκδηλώσεις τη συμπλήρωση ενός αιώνα αγώνων και δράσης του, έδωσε ευκαιρία, πέρα από προβληματισμούς κι αναστοχασμούς για το παρελθόν και το μέλλον, σε άσπονδους φίλους και εχθρούς ν’ αναπτύξουν κάθε είδους επιχειρηματολογία η οποία οδηγεί στην απώλεια εμπιστοσύνης για το κομμουνιστικό κόμμα ως συλλογικού  καθοδηγητή, που συνδέει τις ταξικές συγκρούσεις με στόχο την  κατάργηση των συνθηκών καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
           Βεβαίως η επιχειρηματολογία που απαξιώνει το κομμουνιστικό κόμμα, είτε ως προδότη του ρόλου του και ως ενσωματωμένο στο αστικό πολιτικό σύστημα από …ρομαντικούς της κομμουνιστικής επανάστασης είτε ως αναχρονιστικό, ανίκανο για ταξική ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας από  αριστερούς που καταδικάζουν τον αυταρχισμό και λατρεύουν τους αυτοπροσδιορισμούς, στην τελική οδηγεί  στο ίδιο συμπέρασμα, ή και ευχή, στην κατάργηση του κόμματος.
           Κι είτε έτσι είτε αλλιώς αιωρούνται ερωτήματα, όχι προβληματισμού, αλλά  υπονομευτικά του κομμουνιστικού κόμματος: Το ΚΚΕ μήπως δεν είναι αρκούντως επαναστατικό; Μήπως η ύπαρξή του περισσότερο υπονομεύει παρά ενισχύει τους  παντός είδους αγώνες; Τα κόμματα που καθοδηγούνται από τον μαρξισμό μήπως ξεπέρασαν το σκοπό τους; Η  δομή της οργάνωσής τους εξακολουθεί να είναι απαραίτητη στον σύγχρονο κόσμο; Μήπως οι όροι του αγώνα άλλαξαν, έτσι ώστε νέες μορφές ν’ αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης;
            Κι αφού από  τις δεκαετίες του ’70 και ’80 μεγάλα τμήματα της αριστεράς, ρεφορμιστές και οι συν αυτοίς, είχαν πείσει ότι η μορφή και λειτουργία των κομμουνιστικών κομμάτων δεν ήταν πλέον επαρκείς για τις αριστερές φιλοδοξίες διαλύοντάς τα, η αριστερή πολιτική  περιελάμβανε πια μια διαρκώς διευρυνόμενη σειρά θεμάτων και ταυτοτήτων στο έδαφος του κοινωνικού, πολιτιστικού και όλο και περισσότερο του προσωπικού. Και όλα αυτά ξεδιπλώνονταν στο πλαίσιο ενός καπιταλισμού στον οποίο δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Πιο συγκεκριμένα, οποιαδήποτε εναλλακτική λύση για τον τερματισμό  της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, δεν θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα οργανωμένου αγώνα ή αριστερής στρατηγικής αλλά εμμέσως, οργανικά, ως αποτέλεσμα της ίδιας της εξέλιξης του καπιταλισμού.
       Η έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης έθεσε τέλος στις ψευδαισθήσεις για προοδευτική τροποποίηση του καπιταλισμού, για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο μέσα από μακροχρόνιες μεταρρυθμιστικές βελτιώσεις του. Ως εκ τούτου, παρά τη συκοφάντηση, μοιάζει πια πως άλλη δυνατότητα για  να διασφαλιστεί η μονιμότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού δεν υπάρχει από την προσπάθεια υλοποίησης του σοσιαλισμού ή το τέλος της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.  
Αλλά αν αυτός ο στόχος πρόκειται να επιτευχθεί χρειάζεται ένα κομμουνιστικό κόμμα. Μόνο αυτό το είδος κόμματος είναι αφιερωμένο στην πραγματοποίηση των καθηκόντων που είναι απαραίτητα για να τερματιστεί η αλλοτριωτική επιρροή του κεφαλαίου. Αυτό το κόμμα επιδιώκει να αναπτύξει μια επαναστατική συνείδηση μέσα στην εργατική τάξη και  ενεργεί για να αναπτύξει λαϊκούς αγώνες για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.  Το κόμμα δεν είναι ο πολιτικός εγγυητής των αυθόρμητων διεκδικήσεων της εργατικής τάξης,  είναι η συλλογική θέληση που διαχειρίζεται ιδεολογικά και πολιτικά την ιστορική προοπτική  της εργατικής τάξης, την οποία όμως μόνο αυτή η ίδια  μπορεί να πραγματώσει. Γιατί αν η σοσιαλιστική προοπτική αφεθεί να προκύψει  αυθόρμητα από τις ταξικές συγκρούσεις, τότε θα χάνεται και θα επανέρχεται τυχαία και περιστασιακά. 
          Στην εργατική τάξη και σε άλλες  κοινωνικές δυνάμεις είναι η αντίθεση με το κυρίαρχο  κοινωνικό σύστημα και οι συγκρούσεις σε διάφορα  επίπεδα με την κυρίαρχη τάξη και το κράτος που διαμορφώνουν τόσο την ταξική συνείδηση, όσο και την ανάγκη υπέρβασης  των οικονομικών  και κοινωνικών σχέσεων που επιβάλλει  η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, που γίνεται με την παρεμβολή του κόμματος ως συλλογικού οργανωτή της ταξικής πάλης, γίνεται ιστορικά εφικτή  η σοσιαλιστική προοπτική. Το Κομμουνιστικό Κόμμα και τα μέλη του, οπλισμένοι με μια μαρξιστική θεωρία, μπορούν να δουν το μακροπρόθεσμο στόχο της πολιτικής εξουσίας και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
           Κι ενώ μοιάζει να αναλώνεται η κριτική για το ΚΚΕ στην αμφισβήτηση της  οργανωτικής του μορφής και της σχέσης του με την κοινωνική του βάση και γενικότερα με την κοινωνία, στην πραγματικότητα όμως στοχεύει στο ανεδαφικό ή απαρχαιωμένο της  σύνδεσης της σοσιαλιστικής προοπτικής και της αντικαπιταλιστικής πάλης από το ΚΚΕ. Επιπλέον, κατηγορώντας το ΚΚΕ πως παραμορφώνει την πραγματική εικόνα του κόσμου και μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον κόσμο σε κατηγορίες καθαρά λογικές, απαιτείται ένα ιδεατό, ανύπαρκτο κομμουνιστικό κόμμα έξω από τη συγκεκριμένη κοινωνία που σφραγίζει την ύπαρξή του και λειτουργία του, υποπίπτοντας η κριτική στα ίδια σφάλματα για τα οποία κατηγορείται το ΚΚΕ.
Κι αν μέρος της κριτικής  για τις εκδηλώσεις των εκατό χρόνων τόνιζε τον παρελθοντικό χρόνο των δράσεων και αγώνων του, ήταν γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο απαξίωνε το κόμμα στον παρόντα χρόνο, χωρίς ν’ αναγκάζεται, και να δίνεται έτσι η εντύπωση αντιπαλότητας,  να απαξιώνει τους ίδιους τους αγώνες.  Κι επειδή  σ’ όλη  την εκατοντάχρονη ιστορία του το ΚΚΕ αναδεικνύει την κομμουνιστική προοπτική και αποκαθιστά τη φερεγγυότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η απαξίωσή του συμπαρασύρει τις πιο πολλές φορές και κάθε προσπάθεια για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
             Και φαντάζει σε αριστερούς, αστούς και …ρομαντικούς επαναστάτες, οι  διάφοροι επιμέρους αγώνες που επιμένουν στην αποσπασματικότητά τους και τον αυτοπροσδιορισμό τους, δεόντως επαναστατικοί και μόνο από το γεγονός ότι αντικαθίσταται ο ανταγωνισμός της ταξικής πάλης με την πολυπλοκότητα και την ποικιλία, με πολιτικό αποτέλεσμα την αποτυχία της  οικοδόμησης  μιας συμπαγούς  πολιτικής δύναμης. Αντ’ αυτής,  οι μικρές μάχες, οι επιμέρους πολιτικές επιλογές, οι πολιτιστικές παρεμβάσεις, νίκες που μπορούν να απορροφηθούν και ήττες που μπορούν να ξεχαστούν, εκθειάζονται και επιδιώκονται, με συνέπεια ο πολλαπλασιασμός των ζητημάτων να διασκορπίζει δυνάμεις και να τις αποδυναμώνει. Κι ενώ το κόμμα είναι κατάλληλο για μια τέτοια διαδικασία σύνδεσης των πολλαπλών επιμέρους αγώνων μεταξύ τους και με το στρατηγικό στόχο, απορρίπτεται η απαιτούμενη πειθαρχία και οργάνωση ως εξαναγκασμός και  έλλειψη ελευθερίας. Παρόλο που το Κόμμα προσφέρει μια πολιτική μορφή που καλύπτει πολλά επίπεδα και τομείς και κλιμακώνεται σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο. Εξάλλου, υποβαθμίζεται, αν δεν ακυρώνεται,  το γεγονός πως το Κόμμα είναι φορέας κι εκείνης της  πολιτικής γνώσης που έρχεται με την εμπειρία. Προσφέροντας μια γνώση που ξεπερνά ό,τι μπορεί να γνωρίζει ένα άτομο, το κόμμα παίρνει θέση σ’ αυτή τη γνώση, διαμορφώνει το όραμα για το οποίο θα αγωνιστεί. 
         Στην τελική, μοιάζει η εξ αριστερών κριτική να τοποθετείται πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω από αγώνες και από πολιτική, θαυμάζει κάθε εντυπωσιακό, αλλά   παρατηρεί με πνεύμα επικριτικό ο,τι προέρχεται από το ΚΚΕ και  κυρίως αυτούς που δρουν και κινητοποιούνται, για  ν’ αναδεικνύει η ν’ ανακαλύπτει μόνο λάθη και παραλείψεις σε κάθε δράση τους

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ


Στον καπιταλιστικό κόσμο, τον  σκληρό κι ανταγωνιστικό, όπου όλα πωλούνται κι αγοράζονται και το κέρδος είναι η ύψιστη αξία,  η σχεδόν απόλυτη εμπορευματοποίηση και των θρησκευτικών εορτών και εθίμων είναι η φυσική συνέπεια. Γιατί όπως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν διαμορφώνονται εν κενώ, έτσι και  οι θρησκευτικές εκδηλώσεις και έθιμα άμεσα συνδέονται με  τις πολύ υλικές βάσεις της ζωής μας.
            Κι αν στα χρόνια μας οι άνθρωποι κατά κύριο λόγο υιοθετούν τη θρησκεία του περιβάλλοντός τους, αφού η θρησκεία καθορίζεται συμπτωματικά και όχι από το περιεχόμενό της, και την ασπάζονται για να ανταποκριθούν στο περιβάλλον που ζουν, στην αυγή του χριστιανισμού και πριν αυτός γίνει αναγνωρισμένη κρατική θρησκεία οι οπαδοί του επιλέγουν και υπερασπίζονται την χριστιανική πίστη αν και περιφρονούνται και γίνονται αντικείμενο έκτακτων νόμων.
 Ο Φρ. Ενγκελς στο «Σχετικα με την ιστορία του πρώτου χριστιανισμού» σημειώνει:
«Η ιστορία του πρώτου Χριστιανισμού έχει σημαντικά σημεία ομοιότητας με το σύγχρονο εργατικό κίνημα. Όπως το τελευταίο, ο χριστιανισμός ήταν αρχικά ένα κίνημα  των καταπιεζομένων: πρωτοεμφανίσθηκε σαν θρησκεία των δούλων και των χειραφετημένων δούλων, του φτωχού λαού που είχε στερηθεί  κάθε δικαιώματος, των λαών που είχαν υποταχθεί ή διασκορπιστεί  από τη Ρώμη. Τόσο ο χριστιανισμός όσο και ο εργατικός σοσιαλισμός κηρύσσουν την προσεχή σωτηρία από τη δουλεία και την αθλιότητα ̇ ο Χριστιανισμός τοποθετεί αυτή τη σωτηρία σε μια ζωή στο υπερπέραν, μετά το θάνατο, στον ουρανό̇̇͘͘  ο σοσιαλισμός την τοποθετεί σε τούτο τον κόσμο, σε μια μεταβολή της κοινωνίας.(…)
           Τι είδους άνθρωποι ήσαν οι πρώτοι στρατολογημένοι Χριστιανοί; Κύρια είχαν στρατολογηθεί από τους «εργαζόμενους και επιβαρυμένους», μέλη των κατώτερων στρωμάτων του λαού, που είχαν γίνει επαναστατικό στοιχείο. Και τι αποτελούσαν; Στις πόλεις φτωχευμένους ελεύθερους ανθρώπους, ανθρώπους κάθε είδους, σαν τους «άθλιους λευκούς» στις νότιες πολιτείες που διατηρούσαν τη δουλεία και τους Ευρωπαίους αλήτες των λιμανιών και τυχοδιώκτες στα αποικιακά και Κινέζικα λιμάνια, ύστερα χειραφετημένους δούλους και, πάνω απ’ όλα, πραγματικούς δούλους  ̇ στα μεγάλα κτήματα στην Ιταλία, Σικελία και Αφρική δούλους, καις στις αγροτικές περιοχές των επαρχιών μικρούς χωρικούς που είχαν πέσει όλο και περισσότερο στη δουλεία από χρέη. Δεν υπήρχε απόλυτα κοινός δρόμος χειραφέτησης για όλ’ αυτά τα στοιχεία. Για όλους αυτούς ο παράδεισος είχε χαθεί πίσω τους ̇ για τους καταστρεμμένους  ελεύθερους ανθρώπους ήταν η πρώην π ό λ ι ς, η πόλη και το κράτος εκείνου του καιρού, όπου οι προπάτορες τους ήσαν ελεύθεροι πολίτες  ̇ για τους δούλους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι  στον πόλεμο, ο χρόνος της ελευθερίας προ της υποταγής και αιχμαλωσίας τους ̇ για τους μικροχωρικούς το κοινωνικό σύστημα  του γένους και η κοινοτική  γαιοκτησία, που είχαν καταργηθεί. Όλα αυτά τσακίστηκαν  από την ισοπεδωτική σιδερένια γροθιά της καταχτήτριας Ρώμης. Η φυλή και η ένωση  συγγενικών φυλών ήταν η πιο πλατειά κοινωνική ομάδα όπου έφτασε η αρχαιότητα ̇ ανάμεσα στους βαρβάρους, η συγκέντρωση  σε ομάδες βασιζόταν σε συμμαχίες  ανάμεσα σε οικογένειες και ανάμεσα στους πολεοϊδρυτές Έλληνες και Ιταλούς στην π ό λ ι ν που την αποτελούσαν  μια ή περισσότερες συγγενικές φυλές. Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος δόσανε στην Ελληνική χερσόνησο πολιτική ενότητα, αλλά δεν οδήγησε  στο σχηματισμό Ελληνικού ένθους. Τα έθνη έγιναν δυνατά  μονάχα από την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αυτή η κυριαρχία τερμάτισε  μια για πάντα  τις μικρότερες ενώσεις·  η στρατιωτική δύναμη, η Ρωμαϊκή δικαιοδοσία και ο μηχανισμός είσπραξης φόρων διάλυσαν ολότελα την παραδοσιακή εσωτερική οργάνωση. Στην απώλεια της ανεξαρτησίας της χωριστής οργάνωσης προστέθηκαν η βίαιη λεηλασία από στρατιωτικές και πολιτικές αρχές που άρπαζαν τους θησαυρούς των υποδουλωμένων κι ύστερα τους δάνειζαν τους ίδιους τους θησαυρούς τους με τοκογλυφικό τόκο για να τους αποσπάσουν  ακόμα πιο πολλά.  Η φορολογική πίεση και η ανάγκη για χρήματα που προκαλούσε  σε περιοχές όπου κυριαρχούσε μονάχα ή κυρίως η φυσική οικονομία, βύθιζε τους χωρικούς σ’ ακόμα βαθύτερη δουλεία στους τοκογλύφους, δημιουργούσε μεγάλες περιουσιακές διαφορές, που έκαναν τον πλούσιο πλουσιώτερο και απογύμνωνε τέλεια το φτωχό. Κάθε απόπειρα αντίστασης απομονωμένων μικρών φυλών ή πόλεων, στη γιγαντιαία Ρωμαϊκή παγκόσμια δύναμη ήταν χωρίς ελπίδα. Πού υπήρχε η διέξοδος, η σωτηρία, για τους υπόδουλους, τους καταπιεζόμενους και εξαθλιωμένους, μια διέξοδος κοινή για όλες αυτές τις ανθρώπινες ομάδες που   τα συμφέροντά τους ήσαν αμοιβαία ξένα ή κι ακόμα αντιτιθέμενα; Κι όμως έπρεπε να βρεθεί ένα μεγάλο επαναστατικό κίνημα που να τους αγκαλιάσει όλους αυτούς.
        Η διέξοδος είχε βρεθεί πράγματι. Αλλά όχι σ’ αυτόν  τον κόσμο. Στην κατάσταση που βρισκόντουσαν τα πράγματα μπορούσε να υπάρξει μονάχα μια θρησκευτική διέξοδος. Τότε αποκαλύφθηκε ένας καινούργιος κόσμος. Η συνέχεια της ζωής της ψυχής ύστερ’ από τον θάνατο του σώματος, αναγνωρίστηκε σιγά-σιγά, άρθρο πίστης σ’ ολάκερο τον Ρωμαϊκό κόσμο. Ένα είδος ανταμοιβής ή τιμωρίας των πεθαμένων ψυχών για τις πράξεις τους όσο ήταν στη γη έπαιρνε επίσης ολοένα και μεγαλύτερη αναγνώριση. Όσον αφορά την ανταμοιβή, οι προοπτικές δεν ήταν τόσο καλές: η αρχαιότητα ήταν πάρα πολύ  αυτόματα υλιστική  για να μην αποδίδει απεριόριστα πολύ μεγαλύτερη αξία στη ζωή πάνω στη γη από όσο στη ζωή στο βασίλειο των σκιών·  τη ζωή ύστερ’ από το θάνατο οι Έλληνες τη θεωρούσαν, πιο πολύ, σαν δυστύχημα. Ύστερα ήρθε ο Χριστιανισμός, που πήρε την ανταμοιβή και τη  τιμωρία στον άλλο κόσμο στα σοβαρά και δημιούργησε τον ουρανό και τον άδη, και βρέθηκε μια διέξοδος που θα οδηγούσε τους εργαζόμενους και ταλαιπωρημένους από το λιβάδι του οδυρμού  στον αιώνιο παράδεισο. Και στην πραγματικότητα μονάχα με τη προοπτική  μιας ανταμοιβής στον άλλο κόσμο μπορούσε  η στωϊκοφιλονική απάρνηση του κόσμου και ο ασκητισμός να υψωθεί  στη βασική ηθική αρχή μιας καινούργιας παγκόσμιας θρησκείας που θα μπορούσε να εμπνεύσει τον ενθουσιασμό στις καταπιεζόμενες μάζες(…)»
         Φρ. Ενγκελς   « Σχετικά με την ιστορία του πρώτου Χριστιανισμού» μετ. Γ. Βιστάκη, εκδ. Αναγνωστίδη