Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Μισός αιώνας μας χωρίζει από την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών του 1967, και με την ύστερη γνώση που αποκτήθηκε όλα αυτά τα χρόνια και με το παρόν εκείνης της περιόδου να έχει κρυσταλλωθεί σε παρελθόν, γίνεται προσπάθεια να κατανοηθούν συνθήκες, σκοπιμότητες, στόχοι εκείνης της εποχής που ταλανίζουν το δικό μας παρόν. Η κατανόηση εκείνης της περιόδου είναι ζήτημα μιας περίπλοκης διαδικασίας και  η ύστερη γνώση συμβάλλει ώστε ακόμα και γεγονότα απλά ή αυτονόητα στην ερμηνεία τους να πάρουν άλλη διάσταση μέσα στο πολιτικά προσδιορισμένο χρόνο, που η επιμονή στην  ιστορική αποτίμηση της δικτατορίας κυρίως μέσα από  κατάθεση προσωπικών εμπειριών δεν βοηθά. Μέσα από τις ατέλειωτες προσωπικές αφηγήσεις μένει κανείς με την εντύπωση πως η πολιτική διάσταση στην ουσία αναιρείται ως το ζητούμενο και θέμα γίνονται πλέον οι περιπέτειες μιας παρέας ή ενός προσώπου.
               Η δικτατορία των συνταγματαρχών ήταν ο επίλογος του μετεμφυλιακού κράτους που οργανώθηκε από δοσίλογους, μαυραγορίτες, ταγματασφαλίτες,  εκπατρισμένους ή …αποστασιοποιημένους  κατά την κατοχή πολιτικούς, νικητές στην ένοπλη ταξική σύγκρουση με τη βοήθεια της ανερχόμενης υπερδύναμης των ΗΠΑ. Στον μεταπολιτευτικό κυρίαρχο λόγο υπερτονίστηκε ο ρόλος του παρακράτους εκείνης της τριακονταετίας σχεδόν αθωώνοντας την αστική  πολιτική ηγεσία που σε ρόλο Πιλάτου αναφωνούσε το περίφημο «ποιος επιτέλους κυβερνά αυτόν τον τόπο». Αν στη χώρα μας τόσο απροκάλυπτα η πολιτική ηγεσία δρούσε διαμορφώνοντας συμπεριφορές και εφαρμόζοντας νόμους που συγκρούονταν ακόμα και με την αστική περί δικαίου αντίληψη ήταν γιατί αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε ήταν η διατήρηση και σταθεροποίηση της εξουσίας της.
 Στην Ελλάδα, όλη την μεταπολεμική πολιτική στα πρώτα τριάντα  καθόρισε το ύψιστο συμφέρον της αστικής τάξης που ήταν κυρίως και πρωτίστως η επιβίωσή της. Η τρίχρονη σύγκρουσή της  με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και η νίκη της με τη βοήθεια της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ κατατρόμαξε την αστική μας τάξη, που σύσσωμη συμμετείχε στην συντριβή παντοιοτρόπως όλων όσοι, με όποιο τρόπο, όχι μόνο πολέμησαν μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, αλλά και συμμετείχαν στον αντιστασιακό αγώνα του μέσα από τις οργανώσεις του ΕΑΜ. Μέχρι το 1955 συνεχίζονταν οι  εκτελέσεις καταδικασμένων σε θάνατο αριστερών πολιτών και τα έκτακτα στρατοδικεία λειτουργούσαν για 13 χρόνια μετά την ήττα, μέχρι το 1962, ενώ το μέτρο της εκτόπισης συνέχισε να διατηρείται (με χρονικό όριο τους 48 μήνες), μέχρι που ενεργοποιήθηκε δραστικά από την δικτατορία.   Και πρωθυπουργοί όλη αυτήν την περίοδο δεν ήταν μόνο από την …επάρατο Δεξιά π.χ. ο «γέρος της Δημοκρατίας» ο  Γ. Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός επί  Δεκεμβριανών, ενώ επί πρωθυπουργίας του Ν. Πλαστήρα, που το κόμμα του ΕΠΕΚ (Εθνική Πολιτική Ενωσις Κέντρου) σχημάτισε κυβέρνηση σε συνεργασία με το κόμμα των  Φιλελευθέρων του Σ. Βενιζέλου,  εκτελέστηκε ο Ν. Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του.  
Πενήντα λοιπόν χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας φαίνεται ότι λησμονιέται πως αυτή δεν υπήρξε μια παρένθεση ή ανορθογραφία στην ιστορία μας, αλλά πως είχε βαθιές ρίζες στην αστική τάξη, στον τρόμο της από τη δεκαετία του ’40  και στην εξάρτησή της από την ιμπεριαλιστική δύναμη των ΗΠΑ, ενώ  βρήκε γόνιμο έδαφος στο αυταρχικό κράτος που οικοδομήθηκε μετά τον εμφύλιο. Δεν προέκυψε λοιπόν απλώς από συνωμοτικές δράσεις πρακτόρων, και γι’  αυτό περισσότερο αστυνομικό ενδιαφέρον έχουν όλες αυτές οι εκδοχές για μικρές ή μεγάλες χούντες. Οι δικτάτορες ήταν οι εκτελεστές, ο τελευταίος κρίκος μιας προπαρασκευής συστηματικής όλα αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια, που άμεσα, χωρίς προσχήματα, μ’ έναν αρνητικό τρόπο,  σταθεροποίησαν τα όρια στα οποία θα κινείται έκτοτε η αστική δημοκρατία μας, ενώ συγχρόνως η εμφανιζόμενη αντιπαλότητά τους με  μεγάλο τμήμα  της αστικής μας τάξης λειτούργησε γι’ αυτήν ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για ανάκτηση του χαμένου κύρους και  μετατόπισε τη διαχωριστική γραμμή πολύ δεξιότερα. Κι αν εμφανίστηκε να ανακόπτει μια φιλελευθεροποίηση του μετεμφυλιακού καθεστώτος, που η αστική τάξη σε συνεργασία με μικροαστικά στρώματα είχε ανάγκη για τον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό, αυτό ήταν προσωρινό και μακροπρόθεσμα την ωφέλησε, γιατί νομιμοποίησε την κυριαρχία της και στα λαϊκά στρώματα. Το αίτημα της δημοκρατικής ομαλότητας, που ταυτίστηκε με την αστική δημοκρατία,  έγινε επιτακτικό και κοινό παίρνοντας διαταξική διάσταση. Και  το κομμουνιστικό κίνημα, στην ολοκλήρωση της συρρίκνωσης του οποίου η δικτατορία προσέφερε τα μάλα, βρέθηκε υποχρεωμένο να λειτουργήσει ως αντιδικτατορική δύναμη και όχι ως δύναμη κοινωνικής ανατροπής υιοθετώντας πιο επιτακτικά τώρα το αίτημα της δημοκρατικής αποκατάστασης μαζί με ένα σημαντικό τμήμα του αστικού κόσμου. Κι αν ένα τμήμα των αστών, που ήθελε να επιβάλει  ένα δυναμικό αναπτυξιακό πρότυπο καπιταλιστικής εξέλιξης, φάνηκε να συγκρούεται με τη χούντα, είναι όμως χάρη σ’  αυτή  που παγιώθηκε η ολοκληρωτική τους νίκη και μετατοπίστηκε η διαχωριστική γραμμή πολύ δεξιότερα.
Κι έδωσε έτσι η δικτατορία την ευκαιρία στους αστούς να μπερδέψουν την τράπουλα. Τρομοκρατημένοι από την δυναμική των λαϊκών τάξεων που με νύχια και με δόντια για τρία χρόνια πολεμούσαν εναντίον τους, αφού εξάντλησαν την εκδικητικότητα του νικητή απέναντι στο νικημένο και με την δικτατορία, εξόρκισαν το δικαιολογημένο περασμένο φόβο τους που δεν έλεγε να κοπάσει  οικειοποιούμενοι την ένοπλη αντίσταση. Εμφανίζονται λοιπόν αστικές δυνάμεις και οργανώσεις, όπως το ΠΑΚ  που ίδρυσε  ο Α. Παπανδρέου από το εξωτερικό, να επιμένουν στην αναγκαιότητα του ένοπλου αγώνα, περισσότερο όμως σαν ένα παιχνίδι με τα όπλα και σαν σχεδιασμούς επί χάρτου, που το πολύ να καταλήγουν σε μεμονωμένες βομβιστικές ενέργειες. Κι έτσι πριν λεηλατηθούν τα συνθήματα της αριστεράς στην μεταπολίτευση,  ευτελίζουν οι αστοί και τον ίδιο τον ένοπλο αγώνα με την αφέλεια που αναφέρονται σ’  αυτόν, σαν κάτι εύκολο να πραγματοποιηθεί, χωρίς προϋποθέσεις, στόχο και στρατηγική, χωρίς να κάνουν καμιά προσπάθεια να αναπτυχθεί μια τέτοια πολιτική δράση που να συνδέει τον ένοπλο αγώνα με το μαζικό κίνημα.
Οι αστοί τριάντα χρόνια μετά παρουσιάζονται να φαντασιώνονται ένοπλη επανάσταση, ενώ η κομμουνιστική αριστερά εμφανίζεται απρόθυμη για ένοπλο αγώνα –και κάπως έτσι η ταξική ένοπλη σύγκρουση του ’46-49 χάνει τα ταξικά της χαρακτηριστικά. Πριν λοιπόν επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ συμφιλιωθούν οι αντίπαλοι του εμφυλίου, επί δικτατορίας μετατράπηκε σε αστική φαντασίωση η ένοπλη σύγκρουση, ενώ η ήττα σε βίωμα της κομμουνιστικής αριστεράς. Κι είναι αυτό ιδεολογικοπολιτικό  γνώρισμα της μεταπολίτευσης, κληρονομιά της δικτατορίας, και  μας κρατά ακόμα εγκλωβισμένους.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ



Κι αν έγιναν επαναστάσεις ενάντια στο αστικό καθεστώς, κι αν έγιναν κριτικές στις αστικές συνθήκες ζωής, όμως στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα μοιάζει να μην έχουμε κατορθώσει να συλλάβουμε όλο το σύστημα στην αθλιότητά του, συνεχίζοντας να το αντιμετωπίζουμε σαν συνεχώς ανανεωνόμενο, συμπαγές κι αμετάβλητο στον πυρήνα του, με τις κοινωνικές δυνάμεις –την εργατική τάξη- που πίστεψαν στην κατάλυσή του κι εναντιώθηκαν για να το καταλύσουν να δείχνουν συμβιβασμένες, αν όχι ηττημένες. Μπροστά μας έχουμε ένα σύστημα υλικών και πνευματικών δεσμών, που προσδιορίζεται από  τις ανάγκες και τους τρόπους παραγωγής εκείνους που είναι σύμφυτοι των αστικών κοινωνικών δυνάμεων, το οποίο στηρίζεται σε νομιμοποιημένους θεσμούς με ιδεαλιστικές και θρησκευτικές διακοσμήσεις και  μαζί με όλη τη ιδεολογική συγκρότηση  επιβάλλει, παραπλανά κι αποκοιμίζει.
Θρησκευτική ενίσχυση του κυρίαρχου πολιτικού λόγου ήταν κι  ο λόγος του αρχιεπίσκοπου  στο Σύνταγμα κατά την περιφορά του επιταφίου, ο οποίος ανέτρεξε στην ερμηνεία του εβραϊκού Πάσχα για να συνδέσει τη διάβαση της ερυθράς θάλασσας με τη δική μας διάβαση από αντιθετικές καταστάσεις, που τις χαρακτήρισε με λέξεις συμβολικές αλλά ρητώς υπονοώντας τις σημερινές κοινωνικοπολιτικές περιστάσεις. Κι αν μίλησε για δικές μας προσπάθειες ήταν για να τις συνδέσει με τη χάρη του θεού για να γίνει το θαύμα και να μας προτρέψει να εργαστούμε μαζί με σύμπνοια και ενότητα.
Και κάπως έτσι κι αυτή η εξαθλίωσή μας εξιδανικεύεται κι εκχριστιανίζονται οι όποιες προσπάθειες για το ξεπέρασμα της.  Και κάπως έτσι ο παραμυθητικός λόγος της θρησκείας περιλαμβάνει   στις  απώλειες και συμφορές που ο άνθρωπος δεν ελέγχει και  την εκμετάλλευσή  του και την αλλοτρίωσή του από την κυρίαρχη τάξη,  Και κάπως έτσι μοιάζει αυτονόητο ο εκκλησιαστικός λόγος να τέμνεται με τον πολιτικό στο σημείο που μεταλλάσσεται σε μεταφυσική. Πόσο διαφορετική είναι η θεία χάρις του αρχιεπισκόπου που θα ευοδώσει τις όποιες προσπάθειες του ανθρώπου από την καινοτομία ή  επιχειρηματικότητα των αστών  που θα στέψουν με επιτυχία όποια δράση του ανθρώπου στον καπιταλισμό; Έννοιες ασαφείς, αφαιρετικές, εξωχρονικές που θέλουν ν’ αποκτούν νόημα ανεξάρτητα από την ολότητα στην οποία εντάσσονται. Όπως και ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός δεν αναγνωρίζει τη δυνατότητα του υποκειμένου να ταυτίζεται κάθε φορά  με μορφές πολιτισμού με τις οποίες εκδηλώνεται σε μια ορισμένη ιστορική περίοδο και ούτε αναγνωρίζει ουσιαστικά καμιά ιστορική θεώρηση και σε ζητήματα δράσης, τρόπου οργάνωσης παραγωγής κλπ. σε συνάρτηση με την κοινωνική ολότητα και τη φάση της ιστορικής εξέλιξης στην οποία εντάσσονται. Με λίγα λόγια όπως θεωρείται  άχρονος ο χριστιανισμός το ίδιο και ο καπιταλισμός. Κι είναι ακριβώς ο λόγος της εκκλησίας που μας έχει ασκήσει σ’ αυτού του είδους τη μεταφυσική, ώστε ακόμα κι αν στις μέρες μας μοιάζει φιλελεύθεροι αστοί ν’ αδιαφορούν για τα θεολογικά ζητήματα ν’ αποφεύγουν επί της ουσίας να συγκρουστούν μαζί της.
Πόσες κατηγόριες εκτοξεύτηκαν από τους κυρίαρχους της πολιτικοοικονομικής ζωής εναντίον των εργαζομένων για τεμπελιά κι ανευθυνότητα χρεώνοντάς τους τις κρίσεις του καπιταλισμού, ακριβώς όπως στη θρησκεία για  το κακό που πηγάζει  από τη σκοτεινή πλευρά της  εσωτερικής ζωής του ανθρώπου! Το συμπέρασμα αμφοτέρων είναι πως η σωτηρία θα έλθει με την εσωτερική, ηθική μας αλλαγή –ν’ αλλάξουμε νοοτροπία μας προτρέπουν για να αποδίδουμε περισσότερο. Τα μνημόνια μάλιστα εμφανίζονται ακόμα και σαν ένα είδος τιμωρίας για την αφροσύνη που δείξαμε τα προηγούμενα χρόνια της ευμάρειάς μας, όπως ο πόνος γίνεται το μέσο λύτρωσης για τον θρησκευτικό άνθρωπο που τον φέρνει κοντά στο θεό συνειδητοποιώντας την ύπαρξή του. Και στην τελική, σ’ αμφότερους τους λόγους διακρίνεται η αντίθεση σε κάθε προσπάθεια  να αγωνιστεί ο άνθρωπος για να απελευθερωθεί από την ταπείνωση και εξαθλίωση, καλλιεργώντας σκοπίμως μια «δουλική ψυχολογία», ασκώντας μας στην υπομονή κι εγκαρτέρηση.
Κι αν η θρησκεία «είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά του  άκαρδου κόσμου» είναι καιρός πια αυτός ο άκαρδος κόσμος ν’  αλλάξει. Σαν να πισωγυρίσαμε και να μην κάνουμε κάτι άλλο από το να δείχνουμε απλώς  την καταπίεση και τη μιζέρια του εργατικού κόσμου που είναι εξαθλιωμένος και μοιάζει απροστάτευτος, τη στιγμή που πρέπει να δείχνονται οι αιτίες που γεννούν την εξαθλίωση, οι  κοινωνικές δυνάμεις –αστική τάξη-  που εκμεταλλεύονται τον εργαζόμενο, ενώ οι  δυνάμεις αυτές –αυτός ο εργατικός κόσμος- που μπορούν να επιφέρουν  την ανατροπή αυτής της αλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης οδηγείται στην απαξίωση και το περιθώριο.  Δεν αρκεί πάλι και πάλι να μη θίγει κανείς τις καταπιεστικές τάξεις στα συμφέροντα και την ιδεολογία τους. Όταν δείχνουμε απλώς την εκμετάλλευση των εργαζομένων και την αλλοτρίωσή τους χωρίς να παίρνουμε θέση για το ξεπέρασμά τους στην ουσία είναι  μια διαμαρτυρία που μπορεί σχετικά να διακανονιστεί από την ίδια την κυρίαρχη τάξη που τις προκαλεί και μπορεί  να συνεχίσει  με διάφορες μορφές να τις  διαιωνίζει.

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΕΧΟΥΣΙ ΓΝΩΣΙΝ ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ

Με το 20ο συνέδριο του ΚΚΕ οι κριτικές, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο αναλόγως οπτικής και σκοπιμοτήτων, ένθεν κακείθεν επικεντρώνονται στη συστημικότητά του και το ρόλο του στο αστικό καθεστώς. Είναι το κομβικό σημείο όπου συναντώνται αστοί και υπερεπαναστάτες, οι μεν για να επαινέσουν τη σύνεση του κόμματος ( π.χ. άρθρο του Μ. Κοττάκη στη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ «Συστήνω σε συντηρητικούς πολίτες να μελετήσουν την ομιλία Κουτσούμπα στο 20ό Συνέδριο του Κόμματος. Θα εντυπωσιαστείτε, αγαπητοί, με τη συμφωνία σας σε βασικές θέσεις του ΚΚΕ),  οι δε για να το κατηγορήσουν για την έλλειψη επαναστατικότητας (π.χ από τον Εργατικό Αγώνα,Η μεγάλη τραγωδία είναι, πως ένα τέτοιο κόμμα, με τη γνωστή ηρωική ιστορία του, διασύρεται με αυτήν την πρακτική της ηγετικής ομάδας του, ευνουχίζεται και διαρκώς συρρικνώνεται και με τις ανεδαφικές και αδιέξοδες θέσεις του, όπως για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι να έρθει ο σοσιαλισμός!!! κλπ, δεν μπορεί να παίξει τον ιστορικό του ρόλο υπέρ του λαού»).  
            Στα κοινωνικά δίκτυα οι κριτικές παίρνουν ένα πιο φιλοσοφικό χαρακτήρα αναλύοντας την τροτσκιστική στροφή του ΚΚΕ. Γενικά όμως, εντυπωσιάζει η ρηχότητα των υπαινιγμών, (π.χ. από ρεπορτάζ της ΕφΣυν, «τρία μέχρι πρότινος μέλη της Κ.Ε. «μετακόμισαν» στην ΚΕΟΕ» ή «Στο συνέδριο έλαβαν τον λόγο 70 σύνεδροι, επτά λιγότεροι σε σχέση με το 19ο Συνέδριο») η ευκολία στην ανάλυση, ( π.χ. από το ΠΡΙΝ «Στην εισήγηση του Δ. Κουτσούμπα, το πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η υποτίμηση της καπιταλιστικής κρίσης και της διεθνούς της διάστασης») η κοινοτοπία στο συμπέρασμα, («Εντύπωση προκαλεί και η δήλωση ότι το ΚΚΕ «έχει μελετήσει σχέδιο δράσης και πρότασης» για το ενδεχόμενο αποπομπής από το ευρώ και ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας, με διεκδικήσεις για άμεση ανακούφιση και ανάκτηση απωλειών. Το ερώτημα είναι γιατί στη σημερινή εξαθλίωση πλατιών λαϊκών στρωμάτων δεν αντιστοιχεί κάτι ανάλογο, παρά μόνο κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και «οικονομία δυνάμεων»), η  λογική που  λαχανιασμένα προσπαθεί να συνδέσει και να γεφυρώσει  τα χάσματα που δημιουργεί η σκόπιμη επιλεκτικότητα στην ανάδειξη θέσεών του ΚΚΕ και  η διαστρέβλωση τους (από το ΙΣΚΡΑ π.χ. «Αναρωτιούνται πολλοί στον κομμουνιστικό αριστερό χώρο αν άξιζε τον κόπο να διεξάγει το ΚΚΕ ένα ολόκληρο Συνέδριο αφιερωμένο, περίπου, στη ”μάχη” ενάντια στους οπορτουνιστές (βλέπε ΛΑ.Ε) και ιδιαιτέρως στην κατατρομοκράτηση του λαού με το ενδεχόμενο εθνικού νομίσματος. Διότι, δυστυχώς, σε αυτές τις δυο κατευθύνσεις αφιερώθηκε στην πραγματικότητα το 20ο Συνέδριο».)
           Αν  διυλίζονται λοιπόν οι αποφάσεις, αλλά και τα πάντα γύρω από το συνέδριο, είναι γιατί  όλες αυτές οι απόψεις γεμάτες ταυτολογίες,  όπου το ζητούμενο εκλαμβάνεται ως δεδομένο, που αναπτύσσονται  με συστηματικό τρόπο έχουν στόχευση συγκεκριμένη: Η επιδοκιμασία του ΚΚΕ για τη σύνεσή του από τους ταξικούς του αντιπάλους είναι ο έμμεσος τρόπος εξουδετέρωσής του καθιστώντας το αναξιόπιστο, ενώ οι κατηγορίες από τους αυτοαποκαλούμενους συμμάχους πως το ΚΚΕ δεν συλλαμβάνει  σωστά και έγκαιρα τις ανάγκες της ιστορικής στιγμής για μεγαλύτερη επαναστατικότητα πετυχαίνει το ίδιο. Οι …ανυπόμονοι επαναστάτες προτείνουν ρήξεις εδώ και τώρα χωρίς προβληματισμό ούτε για τις προϋποθέσεις ούτε για το στόχο, ενώ αυτές οι ρήξεις (π.χ. έξοδος από ευρώ)  χωρίς το λαό οργανωμένο μαζικά σε ταξικό  κοινωνικό-πολιτικό κίνημα που να τις επιβάλλει με  τους όρους του,  στην τελική θα εξυπηρετήσουν την κυρίαρχη τάξη ή τμήματά της.
            Γι’ αυτό κι όλες αυτές οι κατηγόριες, που προσπαθούν να πάρουν τη μορφή κριτικής,  εκφρασμένες με φραστικές καινοτομίες ή συναισθηματικές κορώνες, έχουν  μόνο δευτερεύουσα σημασία. Πριν και πίσω από όλα αυτά,  προέχει η πολιτική ιδεολογία και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί, γιατί οι αιτίες μιας σύγκρουσης πολλές φορές δεν ταυτίζονται  με το πεδίο στο οποίο αυτή διεξάγεται. Μοιάζει λοιπόν στην πραγματικότητα  η σύγκρουση με το ΚΚΕ  να μην είναι η διαφωνία με κάποιες του  αποφάσεις, αλλά να είναι διαφωνία με το ίδιο το ΚΚΕ ως κόμμα της εργατικής τάξης και με τον τρόπο οργάνωσής του και λειτουργίας του, ακυρώνοντας την ίδια την ύπαρξή του· κι έτσι  τορπιλίζεται η προσπάθεια ανάπτυξης ταξικής συνείδησης και οργάνωσης συλλογικών μορφών δράσης με ταξικό προσανατολισμό. Για να μη  δημιουργηθεί ένα ευρύ πολιτικό-κοινωνικό κίνημα με μεγάλη επιρροή και ριζωμένο στο λαό, απλωμένο σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, συνδεδεμένο στενά με τις λαϊκές μάζες στον αγώνα για διεκδίκηση καλύτερης ζωής και μπολιασμένο με το όραμα του σοσιαλισμού –όπως στη δεκαετία του ’40. Στην πραγματικότητα δηλ. συνεχίζεται η προσπάθεια για  το ξερίζωμα του ΚΚΕ από την ελληνική κοινωνία, με όποιον τρόπο. Στρατιωτικό  στον εμφύλιο, πολιτικό στα μετεμφυλιακά χρόνια και ιδεολογικό στη μεταπολίτευση.
            ΄Εχουσι τὴν γνῶσιν οἱ φύλακες…

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

ΜΕΘΟΔΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ



Και πάλι, με τα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη, η ίδια η ιστορία. Αστοί που θέλουν να χαρακτηρίζονται αριστεροί ή και φιλελεύθεροι και προοδευτικοί  εγκωμιάζουν τον αγωνιστή Μπελογιάννη στο βαθμό που είναι μια ατομική περίπτωση και στον βαθμό που προσφέρεται η ιστορία του για να καταγγελθεί η ηγεσία του ΚΚΕ και ο ίδιος ο κομμουνισμός –αδιάφορο αν ο ίδιος ο αγωνιστής ήταν κομμουνιστής και στέλεχος του κόμματος. Κι ενώ μοιάζουν οι απόψεις τους σαν να υπερίπτανται των κοινωνικών συστημάτων βάζοντάς τα στο ίδιο καλάθι, στην πραγματικότητα  στρέφουν τα πυρά ενάντια σ’ ένα και μόνο για να το καταπολεμήσουν, τον κομμουνισμό. Παρουσιάζονται σαν να ξέρουν στην εντέλεια τι είναι κομμουνισμός και σαν να είναι αρμόδιοι να του καθορίσουν τις σημερινές και μελλοντικές του όψεις. Για όσους δεν συμμερίζονται τις βεβαιότητές τους νιώθουν μια περιφρόνηση, συγκαταβατική στην καλύτερη περίπτωση. Δεν βλέπουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας παρά μόνο στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, τερματίζοντας έτσι την λεκτική υπεράσπιση του καπιταλισμού που πάντα υπονοείται ως το αντίπαλο απόλυτο καλό. Για τον κομμουνισμό έχουν την αυστηρότητα και περιφρόνηση που τους δίνει η θριαμβευτική σιγουριά πως έχουν δίκιο και η ιστορία τους δικαίωσε. Κι έτσι η κυβέρνηση Πλαστήρα και οι μεθοδεύσεις  της για την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του μένουν στη σκιά.
 Η αστική τάξη και της χώρας μας έχει  μάθει πολλά για τις διαδικασίες κοινωνικής και ιδεολογικής μας ενσωμάτωσης και γνωρίζει τι σημαίνει  συσχετισμός δυνάμεων, όπως γνωρίζει μέχρι και πού μπορεί να πάει, με τι ρυθμό και τι ευκαιρίες σε ιδεολογικό επίπεδο μπορεί να εκμεταλλευτεί, ώστε να υποταγούμε στην αστική πολιτική, εσωτερικεύοντας την προπαγάνδα της και τις αξίες που πρεσβεύει.  Παρουσιάζεται λοιπόν ν’ αναγνωρίζει τη γενναιότητα του Μπελογιάννη, αλλά είτε  για μια χαμένη –κι ευτυχώς- υπόθεση ή για γενικές κι αόριστες ιδέες δημοκρατίας κι ελευθερίας.  Και ο Α. Τσίπρας αυτόν τον στόχο εξυπηρετούσε όταν  απέδιδε μεν τιμές στον ήρωα αποχαρακτηρίζοντας όμως τον αγώνα του και αλλοιώνοντας την ιδεολογία του.  
Και βέβαια,  επειδή οξύνονται οι ταξικές διαιρέσεις με την οικονομική εξαθλίωσή μας, το αστικό καθεστώς εκκολάπτει και τις φασίζουσες ή και  φασιστικές  φωνές για να ταυτιστούν ιδεολογικά μαζί τους οι απόκληροι του συστήματος καταδεικνύοντας τον εχθρό, τον κομμουνισμό. Κι έτσι τα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη ήταν μια καλή ευκαιρία για ατάκες σχετικά με την κομμουνιστική δικτατορία (Κ. Τασούλας της Ν. Δημοκρατίας) ή τα εγκλήματα του «αρχισφαγέα του κομμουνιστικού κόμματος (Π. Ηλιόπουλος της Χ.Α.).
               Κι αν το αστικό μας καθεστώς δεν καταφέρνει μ’ αυτά και με κείνα να εξασφαλίσει ένα minimum συναίνεσης, συγκατάθεσης και αποδοχής μας και οι ισχύουσες διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας δεν καταφέρνουν να συντηρήσουν και να αναπαράγουν αυτή τη συναίνεση, τότε αναζητούνται πιο κατάλληλες μεθοδεύσεις για την απόσπαση, έστω παραπλανώντας και εκβιάζοντας, αυτής της συναίνεσης πριν τη καταφυγή και στη βία.
         Γιατί η σύγχρονη αστική μας  δημοκρατία αντιστοιχεί στην παρούσα καπιταλιστική οικονομία, εφόσον η δομή και λειτουργία της προσαρμόζονται στις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Γι’ αυτό και παρατηρούμε την ατελέσφορη  λειτουργία του κοινοβουλίου, την υποχώρηση της διάκρισης των εξουσιών μπροστά στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και γενικά την επιστράτευση του συνόλου των μηχανισμών, κατασταλτικών και ιδεολογικών, της κρατικής εξουσίας.
          Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο αυτό που διακηρύττει το αστικό κράτος  πως θεωρεί πρώτιστο καθήκον, δηλ. τη δημιουργία μιας δικαιακής τάξης, στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις, χωρίς προσχήματα μάλιστα, δεν τηρείται. Τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται στον τομέα της δικαιοσύνης, όπου η εξασφάλιση του δικαίου και η ανεξαρτησία της απονομής της δικαιοσύνης δοκιμάζονται απροκάλυπτα, έστω και μέσα στα αστικά πλαίσια. Ενδεικτικές κάποιες περιπτώσεις.
          Η περίφημη δίκη της Χ.Α κλείνει σχεδόν δυο χρόνια κι αυτή η αναβλητικότητα τόσο για τη διεξαγωγή της όσο και για  την ολοκλήρωσή της  όσες δικαιολογίες κι αν εφευρεθούν αποδυναμώνονται  μπροστά στην αποφασιστικότητα που πριν 14 χρόνια επέδειξε η εκτελεστική και δικαστική εξουσία  για τη δίκη της  Ε.Ο της 17 Νοέμβρη. Στην προσπάθεια της εξουσίας να μην αποφυλακιστούν οι κατηγορούμενοι η πρώτη δίκη ολοκληρώθηκε σε 10 μήνες,αντίθετα η ολιγωρία για τη διεξαγωγή της δίκης της Χ.Α επέτρεψε ακόμα και τον κατηγορούμενο για τη δολοφονία του Π. Φύσσα, τον Γ. Ρουπακιά, να κυκλοφορεί ελεύθερος.
        Και μοιάζει να μην αντέχει στη λογική η απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου στα 2013 σχετικά με την ύπαρξη των 600 δις του Α. Σώρρα -«Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε η ανυπαρξία του ανωτέρω χρηματικού ποσού ή η πλαστότητα των τίτλων, που το ενσωματώνουν». Εκτός κι αν  οι αποφάσεις δικαστηρίων είναι στην υπηρεσία παραπλάνησης για αξιοποίηση κάθε διόδου ανώδυνης διοχέτευσης της λαϊκής οργής. Και μόνο όταν τα ερωτηματικά γι’  αυτήν την απόφαση πολλαπλασιάστηκαν, τέσσερα χρόνια μετά  η ίδια η δικαιοσύνη του επιβάλλει, ερήμην,  ποινή φυλάκισης οκτώ ετών μετά τη μήνυση που υπέβαλαν ο πρώην συνεργάτης του και ο κουμπάρος του για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Για τον Τάσο Θεοφίλου όμως,  τον αναρχικό που τον υπέδειξε για ένοχο ένα ανώνυμο τηλεφώνημα και που καταδικάστηκε με αποδεικτικό στοιχείο το DNA που βρέθηκε σε ένα καπέλο το οποίο είχε εντοπιστεί εκ των υστέρων, σε 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και για ληστεία, η εισαγγελία άσκησε έφεση και τώρα διεξάγεται η δίκη σε δεύτερο  βαθμό.
               Και δεν έχουν περάσει ούτε έξι χρόνια από τότε που οδηγήθηκε στη φυλακή  ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όταν το σκάνδαλο του Βατοπεδίου ήταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου ήθελε να μας πείσει για το ήθος και εναλλακτικότητά της, και αυτή τη φορά το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας  αθώωσε όλους τους κατηγορούμενους στην υπόθεση των ανταλλαγών του Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου.
               Κι αν το ενδιαφέρον εντοπίζεται στη δικαιοσύνη είναι γιατί στη σύγχρονη μορφή της αστικής μας δημοκρατίας είναι το νομικό σύστημα που επιφορτίζεται με τη διευθέτηση των κοινωνικών σχέσεων και είναι στη δικαστική σφαίρα το πεδίο όπου επιτρέπεται η έκφραση των κοινωνικών συγκρούσεων νομιμοποιώντας τες με τους όρους όμως της κυρίαρχης τάξης.
                Κάθε φορά λοιπόν που οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας μπορεί να διευκολύνουν αντικειμενικά τις διεκδικήσεις, οργάνωση, ανάδειξη των συμφερόντων των εργαζομένων εις βάρος της κυρίαρχης τάξης, τότε οι κρατούντες αναζητούν μεθοδεύσεις που καταλήγουν ακόμα και σε νόθευση και διαστρέβλωσή τους, όταν δεν φτάνουν ως την απάρνηση και κατάλυση τους.

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ



Γιορτάστηκε μια ακόμα επέτειος της επανάστασης του 1821, που αποτελεί το εναρκτήριο σημείο της νεότερης ελληνικής ιστορίας και που πτυχές της εντάσσονται στον προβληματισμό για τη θέση της Ελλάδας στο σημερινό κόσμο. Το νεοσύστατο κράτος ιδρύθηκε υπό τη σκέπη των Μεγάλων Δυνάμεων, ένα τέλειο ευρωπαϊκό προτεκτοράτο, με στενή πολιτική και οικονομική εξάρτηση απ’ αυτές. Στο πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 αποκαλύπτεται το είδος της ευρωπαϊκής προστασίας, που ορίζει «η ελληνική κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική  και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας». Αυτό που δεν πέτυχε ο Μέτερνιχ με την έκρηξη της επανάστασης μεθοδεύτηκε από τις αυτοαποκαλούμενες προστάτιδες δυνάμεις που πετυχαίνουν σε θεσμικό  μάλιστα επίπεδο τον έλεγχο στο νεοϊδρυθέν κρατίδιο με τη δοτή βασιλική εξουσία  Κι είναι με τη βοήθειά τους που αναβιώνει η παλιά ολιγαρχική  κοινωνία που συνθέτει την πελατεία των κέντρων εξουσίας της Ευρώπης. Στο παιχνίδι των ισορροπιών και των συνεργασιών της εποχής σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η Μ. Βρετανία, όπως στον επόμενο αιώνα, 1944, πάλι η Μ. Βρετανία  στα πλαίσια άλλων σχεδιασμών θα επιβάλλει με τον Σκόμπυ την τάξη στην Αθήνα. Κι είναι από τότε ο διακαής πόθος της αναδυόμενης αστικής μας τάξης να ανήκομεν εις την Δύσιν δηλ. στην Ευρώπη των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Κι είναι μόλις το 1947 που αλλάξαμε …προστάτη, τις ΗΠΑ. Κι αν η επανάσταση τελικά πνίγηκε στη μέγγενη των τριών προστάτιδων δυνάμεων είναι τα αλλεπάλληλα συντάγματα του αγώνα που διακρίνονται για το δημοκρατικό πνεύμα των πρωτεργατών του ξεσηκωμού που όριζε προσδοκίες κι επέβαλλε υποχρεώσεις σ’ ένα λαό ο οποίος  καμάρωνε για τον αγώνα του και έκανε πράξη τα οράματά του.
               Στο σήμερα, τα μηνύματα των πολιτικών αρχηγών για την επέτειο δεν αντικατοπτρίζουν παρά το είδωλο της κυρίαρχης τάξης και άλλο στόχο δεν έχουν παρά να δικαιώσουν τη σημερινή κυρίαρχη οπτική στα πράγματα ενσωματώνοντας σ’ αυτήν τις παλαιότερες ή και διαφορετικές οπτικές. Ο πρωθυπουργός δηλώνει «με τα ειρηνικά έργα του σήμερα, τον αγώνα για την ανόρθωση του τόπου, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των κοινωνικών κατακτήσεων, τιμάμε την Επανάσταση του 1821», που πάει να πει πως πιστεύει ότι η δική του πολιτική κινείται σ’  αυτούς τους άξονες κι επομένως δικαιώνεται. Ο  αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δηλώνει πως  χωρίς να εγκλωβιζόμαστε μόνο στο παρελθόν  «χρέος της δικής μας γενιάς, είναι να πετύχουμε μία καινούργια εθνική επανεκκίνηση», που πάει να πει πως αυτό θα επιτευχθεί με την ανάδειξή του σε νικητή στις επόμενες εκλογές.   
              Γιατί είναι οι  ταξικές ιδεολογικές συντεταγμένες πολιτικών και ιστορικών που  επηρεάζουν την αξιολόγηση της επανάστασης και των καταστάσεων που απ’ αυτήν προέκυψαν. Και γι’  αυτό σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει να είναι.. διακριτική η ιστορική αναδρομή  στην Επανάσταση, στις προθέσεις της, στην εξέλιξή της, που αν αναγνωρίζεται ότι πέτυχε την νίκη της εθνικής ιδέας, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως πέτυχε τη νίκη των οραμάτων και ιδανικών του λαού που πολέμησε.
Ο Κ. Βάρναλης σημειώνει
« (…) Για τους ματεριαλιστές η κοινωνική πραγματικότητα γεννά κάθε φορά τις χρειαζούμενες ιδέες· κι αυτές επιδρούνε στην κίνησή της προς τα εμπρός. Επιδρούνε όμως μοναχά σαν είναι ζωντανές κι αληθινές, δηλαδή σαν είναι γεννήματα της ανάγκης κι όχι αποκυήματα ξαναμμένης φαντασίας· κι όταν το κοινωνικό γίγνεσθαι βρίσκεται στη δημιουργική του περίοδο κι όχι στην καταστροφική –που τότε καταντούνε (οι επίσημες ιδέες) εμπόδιο στην προοδευτική εξέλιξη της πραγματικότητας.
  Με τη ματεριαλιστική αυτήν ερμηνεία της ιστορίας θέλησα να δείξω, πως ο απόλυτος Λόγος της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας του 18ου αιώνα, που «εν ονόματί» του γενήκανε όλες οι «εθνικές» επαναστάσεις στην Ευρώπη, είχε καταντήσει με τον καιρό  αντιδραστικός. Αρνιέται την παραπέρα εξέλιξη του κόσμου. Καταδικάζει κάθε κίνηση των μαζών για οικονομική και πολιτική τους χειραφέτηση. Ο απόλυτος Λόγος στις διάφορες μορφές του, τις «θυγατέρες του Θεού», τα «αιώνια» και «καθολικά» ιδανικά του, είχε καταντήσει από κίνητρο ελευθερίας μάσκα για τις ατιμίες των ληστών της Διεθνούς Κεφαλαιοκρατίας. Μ’ άλλα λόγια οι «αλήθειες», που ξεσηκώσανε τις επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα στην Ευρώπη είχανε καταντήσει «ψέματα» στις αρχές του 20ου.
Απάνου σε τέτοια «ψέματα» θελήσανε να στηρίξουνε τον τελευταίο ληστρικό τους πόλεμο οι ιμπεριαλιστές του κόσμου. Για την «Ελευθερία», για το «Δίκαιο», για τον «Πολιτισμό», για το «Πνεύμα», να γιατί έγινε ο παγκόσμιος πόλεμος! Έξω από τους αστράτευτους της ζώνης εσωτερικού, από τα όργανα της πολεμικής προπαγάνδας, όλοι όσοι πήγανε στο μέτωπο ξέρανε, πως τους πήγανε με το ζόρι, πώς ήταν θύματα ξένων συμφερόντων. Δεν είχαν ιδανικό! Και σε πρώτη ευκαιρία σηκώσανε τα όπλα ενάντια στους δημίους των (όπως ο ρούσικος στρατός κι ο ρούσικος λαός, οι Γερμανοί ναύτες στο Κίελο, οι Γάλλοι ναύτες στη Μαύρη Θάλασσα) ή τα ρίξανε τα όπλα και φύγανε, όπως οι Ρωμιοί στη Μικράν Ασία.
(…)¨Οσο κι αν καταδικάζουμε τους πολέμους, γιατί ο συνηθισμένος σκοπός τους είναι η αρπαγή και γιατί στηρίζονται στην «υψηλή» αρχή της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, ωστόσο αναγνωρίζουμε, πως σε δυο περιπτώσεις ο πόλεμος είναι ηθικά δικαιωμένος: Όταν ένας λαός  παίρνει μοναχός τους (σχηματική έκφραση) τα όπλα στο χέρι για να υπερασπίσει τη λευτεριά του, που κιντυνεύει να τηνε χάσει ή που την έχασε και θέλει να την αναχτήσει. Μ’ άλλα λόγια η άμυνα ενάντια στον ξένο επιδρομέα (όπως σήμερα των Κινέζων και των Αβησυνών) και η άμυνα ενάντια στον ξένο καταχτητή (εθνική επανάσταση) ή τον ντόπιο εκμεταλλευτή (κοινωνική επανάσταση), έχουνε ηθική δικαίωση, έχουνε φωτιά του ιδανικού. Όταν οι λαοί  εξαναγκάζονται να σκοτώνονται για το χατήρι των εκμεταλλευτών τους, τότες αυτουνού του πολέμου του λείπει η ηθική δικαίωση και φωτιά του ιδανικού.
Η επανάσταση του ’21 ήτανε αυθόρμητη, θεληματική εξέγερση του λαού (όχι με… υποχρεωτική θητεία!) ενάντια στον ξένο καταχτητή κι ενάντια στον ντόπιο σύμμαχο του καταχτητή, τον κοτζάμπαση. Είχε λοιπόν  όλη του την ηθική δικαίωση. Είχε ιδανικό. Είχε το κατάλληλο ψυχολογικό πλαίσιο για ηρωισμούς. ¨Όπως όλες οι επαναστάσεις, εθνικές ή κοινωνικές.» (Κ. Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, εκδ. Κέδρος, 1981)
                  Κι είναι η επανάσταση του ’21 μισοτελειωμένη, εκεί στα 1825 έμεινε στα μισά του δρόμου,  που δεν έκλεισε με τα Πρωτόκολλα και τις Συνθήκες, και συνεχίζεται κόντρα στις όποιες νέες ιερές συμμαχίες, για να μην μείνει ο μόνος ηττημένος ο λαός.