Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ



Η ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας εκτιμά στα 1,6%  του ΑΕΠ το ρυθμό της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2017, ενώ πρότερη εκτίμησή της  έκανε λόγο  για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%, αλλά η υποχώρηση της αναπτυξιακής δυναμικής αποδίδεται στην «καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της β αξιολόγησης και στη συνακόλουθη έξαρση της αβεβαιότητας που οδήγησε σε μείωση των επενδύσεων».
 Χρόνια ολόκληρα η ανάπτυξη κι ο εκσυγχρονισμός προσφέρονται από το κυρίαρχο σύστημα ως στόχοι που οι εργαζόμενοι πρέπει να επιτύχουν. Δηλώνεται πως όλες οι επιλογές και στόχοι αποβλέπουν στην επίτευξη της ανάπτυξης, πάντα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής, που θα φέρει την ευημερία. Γιατί φυσικά δεν είναι τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης  που καταδικάζουν σε απόλυτη φτώχεια τμήματα των εργαζομένων, αλλά η αδύναμη ανάπτυξη και η ανικανότητα των εργαζομένων. Κι έτσι έχουμε σύγκλιση των κοινωνικών δομών των διαφόρων χωρών που ευνοούν την καπιταλιστική ανάπτυξη. Κι αν ο ρυθμός της κοινωνικής αλλαγής  ποικίλλει από χώρα σε χώρα όμως το είδος του εκσυγχρονισμού, κατεύθυνσης της  ανάπτυξης και αλλαγής θεσμών  είναι σταθερά για όλες τις χώρες – μείωση αμοιβής εργαζομένων, αύξηση κερδών των καπιταλιστών. Η ανάπτυξη θα επέλθει με την εκτεταμένη διάχυση κοινωνικών αξιών οι οποίες θα ενισχύουν το επιχειρησιακό πνεύμα και την καινοτομία. Συγκρούσεις συμφερόντων, ταξική πάλη, σχέσεις πολιτικής κυριαρχίας και οικονομικής εξάρτησης δεν μένουν απλώς στο ημίφως, αλλά μοιάζει να μην υπάρχουν, για το σημαντικό λόγο ενίσχυσης της σταθερότητας και της ιδεολογικής ενσωμάτωσης όλων των κοινωνικών τάξεων στο κυρίαρχο σύστημα και τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Η διάχυση ιδεών και αξιών που ενισχύουν το επιχειρηματικό πνεύμα και την τεχνολογική πρόοδο προς την κατεύθυνση  της  αύξησης του κέρδους, αποβλέπουν στην ενίσχυση της κυρίαρχης τάξης και την εξάλειψη κάθε οράματος για κοινωνικό μετασχηματισμό δηλ. στην ολοκληρωτική αποδοχή  του καπιταλιστικού συστήματος.
Στην προσπάθεια να πειστούμε για την πολιτική διαρκούς λιτότητας που επιβάλλεται, επιμένει ο κυρίαρχος λόγος στην αλλαγή του  θεσμικού πλαισίου, και αφορά πρωτίστως και κυρίως στις κοινωνικές παροχές προς ευάλωτες ομάδες,  επειδή θεωρείται πως ευνοεί την ατελή λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς και  δεν αφήνει τον δυναμικό τομέα της οικονομίας να συμπαρασύρει τον καθυστερημένο τομέα, παγιδεύοντάς μας όλους σε συνεχές τέλμα.  Η έλλειψη πλέγματος σύγχρονων αξιών και κινήτρων συμπεριφοράς που έχουν να κάνουν με ανταγωνιστικότητα, περιορισμό έως εξαλείψεως κοινωνικών παροχών, αποδοχή των όρων εργασίας που επιβάλλει η εργοδοσία, προβάλλεται ως βασική αιτία που παγιδεύει την οικονομία σε χαμηλό επίπεδο.
Κι ενώ μοιάζει  η παγκόσμια οικονομία σαν ένα παγκόσμιο σύστημα οικονομικών ανταλλαγών χωρίς κεντρική εξουσία, όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι χώρες παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις ,όπως ΗΠΑ ή Γερμανία, έχουν διαμορφώσει περισσότερο ή λιγότερο ισχυρές κρατικές δομές που θέτουν σε κίνηση και μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικές πολιτικές  στη χώρα τους ή και αλλού, οι οποίες ευνοούν τα επιχειρησιακά τους συμφέροντα.
Κι αν η δημιουργία της στρατιωτικής συμμαχίας με τη μορφή του Οργανισμού Βορειοαντλαντικού Συμφώνου ξεκίνησε μ΄ έναν φανατικό αντικομμουνισμό που πίσω του κρυβόταν η επιθυμία οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ,  στις μέρες μας φαίνεται απροκάλυπτα πως το ΝΑΤΟ εξυπηρετεί σκοπιμότητες ιμπεριαλιστών. Η καταστροφή του κράτους της Λιβύης  είναι μια κερδοφόρα επιτυχία για τους ιμπεριαλιστές που τώρα λεηλατούν το λιβυκό πετρέλαιο, περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου και το ίδιο προσπαθούν να κάνουν με τη Συρία.
 Και όπως παγκόσμια οι «αριστεροί» φαίνεται να λειτουργούν κάτω από μια μεταμφίεση προοδευτικότητας  που δαιμονοποιεί κοινωνικές τάξεις που αντιτάσσονται σε ιμπεριαλιστικά σχέδια, το ίδιο και στη χώρα μας οι αριστεροί του ΣΥΡΙΖΑ προωθούν καινούργιες συμμαχίες κι επιτρέπουν στον ιμπεριαλισμό να αποκτά ένα προοδευτικό έμβλημα ελευθερίας και δημοκρατίας. Στην τριμερή συνάντηση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ στη Θεσσαλονίκη, και οι τρείς ηγέτες έδωσαν έμφαση στη συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, δεν ξέχασαν βέβαια και την αναφορά στη ναζιστική θηριωδία της «τελικής λύσης».  Η μικρομέγαλη ελληνική αστική τάξη, από κοντά και η ελληνοκυπριακή, προσπαθεί με την όψιμη συνεργασία με το Ισραήλ να εξασφαλίσει  όποια συμφέροντά της καταφέρει.
Συγχρόνως, ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας, ενώ ασκεί πολιτική που εξαθλιώνει πρωτίστως την εργατική τάξη,  της πουλά δικαιοσύνη και κοινωνική ισότητα. Στο συνέδριο του Economist δηλώνει πως δεν είναι βιώσιμη επιλογή ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα που περιλαμβάνει συρρίκνωση μισθών, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, εξάλειψη κάθε μορφής κοινωνικής προστασίας και  ανερυθριάστως επιμένει ότι βάση της στρατηγικής της κυβέρνησής του είναι «να ξεδιπλώσουμε όχι γενικά το όραμά μιας αναπτυξιακής πορείας, αλλά  το όραμα της δίκαιης ανάπτυξης, η οποία θα έχει θετικό αντίκτυπο συνολικά στην ελληνική κοινωνία». Συνεχίζοντας έτσι τις  προσπάθειες παγίδευσης  του εργατικού κινήματος, επαναλαμβάνοντας λεκτικά την αντίθεση  των εργαζομένων στην κυρίαρχη πολιτική  μόνο και μόνο για να την εγκαταλείψει στην πράξη. Και επιβεβαιώνοντας  πως η σοσιαλδημοκρατία απέτυχε να προσφέρει τίποτε άλλο στον καταπιεσμένο από περισσότερη καπιταλιστική μιζέρια και ιμπεριαλιστικό πόλεμο. ¨Όπως και με τους υπόλοιπους «αριστερούς»  και σοσιαλιστές της Ευρώπης είναι αποφασισμένοι και οι δικοί μας «αριστεροί» να «σώσουν» την ΕΕ των κεφαλαίων, παρά το γεγονός ότι είναι ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων.  Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι άλλη μια μεγάλη  απάτη, που κατασκευάστηκε από την άρχουσα τάξη και πραγματοποιείται από τους μικροαστούς «αριστερούς» υπηρέτες της που έρχονται σε ενίσχυση της αστικής τάξης.
Το αντιιμπεριαλιστικό διήμερο λοιπόν της προηγούμενης εβδομάδας και το συλλαλητήριο-πορεία  κατά της ανεργίας στην Πάτρα δεν ήταν χάππενιγκ ούτε  αγωνιστικοί  …περίπατοι οργανώνουν την εργατική δύναμη, διαμορφώνουν συνειδήσεις, κατευθύνουν τον αγώνα στον στόχο του – στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό.

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

ΨΙΧΟΥΛΑ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ

Δηλώσεις επί δηλώσεων πολιτικών της περιφερειακής και κεντρικής πολιτικής σκηνής με αφορμή την απεργία των συμβασιούχων στην αποκομιδή των σκουπιδιών στους δήμους και γενικότερα στα πολιτικά πεπραγμένα ξεκαθαρίζουν ρόλους και στόχους της κυρίαρχης τάξης.
      Εν πρώτοις, πολιτικοί προσδιοριζόμενοι «προοδευτικοί» και «αριστεροί» φαίνεται πως θεωρούν ότι ολοκληρώθηκε ο ρόλος τους να προκαλέσουν σύγχυση των εργαζομένων με σκέψεις και επιχειρήματα που προσποιούνταν ότι δεν απέβλεπαν να τους πείσουν να παραιτηθούν από κάθε αγωνιστική κινητοποίηση και αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τον πραγματικό στόχο τους, -να δεχόμαστε την εκδοχή των κυρίαρχων τάξεων για τα γεγονότα και να πειστούμε να ενωθούμε με τους καταπιεστές μας σε αυτήν την περίοδο της παγκόσμιας κρίσης, …πόνου και …δυστυχίας. 
             Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γ. Μπουτάρης με θρασύ λόγο –θεωρείται ο αντίποδας του ξύλινου πολιτικού λόγου- κατηγορεί το ΚΚΕ πως προσπαθεί με την απεργία των συμβασιούχων να επιβάλει την άποψή του και πως στο «νταηλίκι» του ΠΑΜΕ ανταπαντά με το δικό του «νταηλίκι» και δεν υποχωρεί, απειλώντας με ανάθεση σε ιδιώτες την αποκομιδή των σκουπιδιών με προϋπολογισμό του δήμου 192.000 ευρώ. 
            Ο πρόεδρος της Ν. Δημοκρατίας εκτός από τα βουκολικά σκηνικά που έστησε για να δείξει το ενδιαφέρον του για τα αγροτικά προβλήματα, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ολίσθησή του στη γελοιότητα, αθωώνει τη Χρυσή Αυγή σε δηλώσεις του στην εφημερίδα Politico, στη διάρκεια της επίσκεψής του στις Βρυξέλλες, αναφέροντας ότι η Χρυσή Αυγή «υπήρξε τόσο εξτρεμιστική και χυδαία» ώστε περιθωριοποιήθηκε, προσθέτοντας ότι σήμερα «είναι σαν να μην υπάρχει». 
              Δηλώσεις που εντάσσονται στο σύστημα καθοδήγησης της κυρίαρχης τάξης το οποίο διαμορφώνει τέτοιες αντιλήψεις και συνειδήσεις, ώστε να κατανοούμε και να ερμηνεύουμε όσα βιώνουμε κατά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό όσο η αστική δημοκρατία λειτουργεί είναι απαραίτητο να κατασκευάζει τη συναίνεση για να είναι υπάκουοι οι πολίτες της και ένα δημοκρατικό σύστημα είναι πολύ σημαντικό να διαθέτει αποτελεσματικά μέσα χειραγώγησης. Όταν αποτυγχάνει αυτή η προσπάθεια και ο κανόνας γίνεται η ισχύς και η βία τότε δεν θα είναι απαραίτητο να ασχολείται με το τι σκέπτονται οι άνθρωποι. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνουν λοιπόν τους στόχους της αστικής τάξης –απαξίωση κι εξαφάνιση του κομμουνιστικού κόμματος που μπορεί να οργανώσει τον ταξικό αγώνα και συμπόρευση με το φασισμό όταν η συναίνεση δεν θα αποδίδει. 
                Και η παρέμβαση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα με τις «βελτιωμένες» προτάσεις προς τους απεργούς συμβασιούχους και οι αποφάσεις δικαστηρίων σε οικονομικά ή πολιτικά ζητήματα εντάσσονται σ’ αυτό το σύστημα καθοδήγησής μας. Η εργατική τάξη με αποδοχή της «φυσικής» της θέσης στην κοινωνία, ως αυτής που δεν έχει δύναμη, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ικετεύει όσους βρίσκονται στην εξουσία για ψίχουλα, είτε στηριζόμενη στη μεγαθυμία των πολιτικών αρχόντων είτε στο δικαιοσύνη των δικαστηρίων. Η άρχουσα τάξη με εκλογές, δημοψηφίσματα, συνομιλίες κλπ. αποσπά την προσοχή των εργαζομένων από τη συνολική εικόνα όπου εντάσσονται τα επιμέρους προβλήματα και τα βάζει εμπόδια στην ταξική συνείδηση. 
               Θα ήταν άξιον απορίας, γιατί θα έπρεπε να γίνει η συνάντηση με τον πρωθυπουργό για να διατυπωθούν οι βελτιωμένες προτάσεις στους συμβασιούχους των δήμων, αν όλη αυτή η διαδικασία δεν εντασσόταν στην προσπάθεια να υποταχτεί, κάθε φορά που αντιδρούν οι εργαζόμενοι, ο πραγματικός ταξικός αγώνας και να απαιτηθεί από τους εργαζόμενους να καταθέσουν τις ελπίδες τους σε φανταστικές στην πραγματικότητα αντιθέσεις μεταξύ μόνο ελαφρώς διαφορετικών αποχρώσεων της κυρίαρχης τάξης. Αυτές οι φανταστικές αντιθέσεις είναι ο λόγος που οι εργαζόμενοι μετακυλούν την υποστήριξή τους από το ένα αστικό κόμμα στο άλλο, που ευελπιστούν για επίλυση των προβλημάτων τους από την πολιτική ιεραρχία. Ακόμα και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που πολλές φορές όσο πιο κατάφωρα συγκρούονται όχι απλώς με το κοινό περί δικαίου αίσθημα αλλά και με την ίδια τη νομοθεσία, που ερμηνεύεται αρκετά διασταλτικά, τόσο περισσότερο αποκαλύπτουν πως είναι μέρος της ίδιας στρατηγικής και ότι όλα εξυπηρετούν την ίδια άρχουσα τάξη. 
              Τις τελευταίες μέρες η απόφαση δικαστηρίου που επέβαλε ποινή 13 ετών χωρίς αναστολή στην Ηριάννα Β. Λ. για συμμετοχή στη "Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς", με ανεπαρκή όπως σχολιάζεται στοιχεία, συσπείρωσε σε διαμαρτυρία και αλληλεγγύη ένα μεγάλο μέρος του κόσμου και θύμισε άλλες διαμαρτυρίες για παραβιάσεις νομοθεσίας, όπως αυτή του Κ. Σακκά (παράνομη παράταση της προφυλάκισής του) ή για διεκδίκηση δικαιωμάτων του Ν. Ρωμανού (πρόσβαση στην εκπαίδευση). Η ατομική δικαίωσή τους, με υποχώρηση της εξουσίας στα αιτήματά τους, όπως μεθοδεύεται μοιάζει περισσότερο μακροπρόθεσμα να ωφελεί την εξουσιαστική αρχή. Η εστίαση δεν γίνεται αυτονόητα στον τρόπο χρησιμοποίησης θεσμών από τις διάφορες μορφές αστικής εξουσίας προς όφελός της, είτε εκφοβίζοντας ή απειλώντας, αλλά στις δυνατότητες ad hoc κινημάτων να επηρεάσουν την εξουσία και κάπως έτσι χτίζονται ψευδαισθήσεις με συνέπεια να αποδεχόμαστε τις αρχές του καπιταλιστικού κράτους. Πιστεύοντας λοιπόν πως το καπιταλιστικό κράτος διαθέτει δομές που ευνοούν την πάλη μας μ’ αυτό ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπούν αυτές σε δομές με ουσιαστικό στόχο την μετά βίας επιβίωσή μας σ’ αυτό. Και κάπως έτσι ευνοείται η αποσπασματικότητα, εξυμνείται η ανεξαρτησία των ομάδων ακόμα και με κοινό στόχο, αγκαλιάζουμε ομάδες και συλλογικότητες δίχως ιδεολογικές ή στρατηγικές διακρίσεις και εύκολα μετά γινόμαστε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Διαμορφώνεται έτσι η αντίληψη αντί να αγωνιστούμε συλλογικά εντάσσοντας συγκεκριμένα αιτήματα σ’ ένα στρατηγικό σχεδιασμό, οργανώνοντας μια σαφή πορεία, να εκλιπαρούμε τους κυρίαρχους αστούς με συλλογές υπογραφών, ψηφίσματα κλπ. ατομικά και μεμονωμένα ψίχουλα επιείκειας.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΕΣ



Στην Κυριακάτικη Καθημερινή ο Στάθης Καλύβας που υπογράφει ως καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale σε άρθρο του για την επτάχρονη  δικτατορία των συνταγματαρχών απαριθμεί τα οφέλη από την επικράτησή της, (οικονομική άνοδος και αισιοδοξία, αστικοποίηση, οικοδομική δραστηριότητα, επέκταση οδικού δικτύου, ολοκλήρωση εξηλεκτρισμού, ξένες επενδύσεις, άνθηση τεχνών, προσέγγιση στα δυτικά πρότυπα ζωής από τη νεολαία), ενώ μοιάζει «οι αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος» να θεωρούνται από τον συγγραφέα σαν παράπλευρη …συνέπεια. Και το σημείο που αποκαλύπτεται ο λόγος συγγραφής  αυτού του άρθρου βρίσκεται ακριβώς  στο κατά βάσιν ρητορικό του ερώτημα αν υπήρχε τότε εναλλακτική διαδρομή. Στην απάντηση που διαφαίνεται μέσα από έναν επίπλαστο προβληματισμό, επιρρίπτονται ευθύνες για την εκτροπή  στην «αδυναμία των πολιτικών ελίτ να λειτουργήσουν συναινετικά» και άρα στο ανέφικτο του  ομαλού  εκδημοκρατισμού χωρίς δικτατορία. Και ο συγγραφέας συνδέοντας τη μεσαία τάξη, την νέα που τότε αναδείχτηκε με τη δικτατορία, που απαίτησε «όταν ήρθε η στιγμή, τον απογαλακτισμό της από το καθεστώς που την ανέδειξε» δικαιώνει τελικά τη δικτατορία που επιτάχυνε τις διαδικασίες του πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού.
               Την επόμενη μέρα δημοσίευσης του άρθρου πραγματοποιήθηκε η συναυλία «Ολη η Ελλάδα για τον Μίκη -1000 φωνές», που μοιάζει ο τελευταίος απόηχος  από τη δικτατορία, η οποία ένωσε τμήμα των αστών με τους κομμουνιστές στον αγώνα για εκδημοκρατισμό της χώρας. Στην πραγματικότητα, στο Καλλιμάρμαρο, οι χιλιάδες κόσμου που συγκινήθηκαν, επευφήμησαν και χειροκρότησαν τον Θεοδωράκη αποχαιρέτησαν μαζί του και το ιδεολόγημα της συναίνεσης και της πεποίθησης για εξανθρωπισμένο καπιταλισμό. Ο Μίκης Θεοδωράκης εμβληματικό μέλος μιας γενιάς που η πολιτικοποίησή της δεν είχε μόνο θεωρητικές πηγές, αλλά πήγαζε κυρίως από βιώματα σκληρά γραμμένα στο κορμί της,  συμπύκνωσε στη μεταπολίτευση στο πρόσωπό του ό,τι, ιδιαίτερα στα χρόνια της χούντας, χαρακτηριζόταν προοδευτικό και ταυτιζόταν μ’ εκείνη την  Ελλάδα που θεωρούνταν πέρα από τάξεις και  αγωνιζόταν για δημοκρατία και ελευθερία, ένα σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα. Γι’ αυτό και την ημέρα της συναυλίας ήταν σχεδόν αυτονόητο να παρευρεθούν πολιτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα με προεξάρχοντα τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρόεδρο της Βουλής, ενώ πλήθη κόσμου να χειροκροτούν τον γέροντα Μίκη που από το αναπηρικό καροτσάκι διηύθυνε το μελοποιημένο ποίημα του Σεφέρη «Άρνηση».
               Αυτή η συναυλία του Μίκη βρίσκεται στην άλλη άκρη, του ίδιου όμως νήματος,  εκείνης που έγινε μετά τη μεταπολίτευση, με το στάδιο να φωνάζει «δώστε τη χούντα στο λαό», την εποχή που η  πλειοψηφία των αστών εμφανιζόμενη ιδεολογικά ανανήψασα κι εμβαπτιζομένη στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ της δικτατορίας εξασφάλιζε εχέγγυα δημοκρατικότητας και ελευθερίας συνολικά για την αστική τάξη και τη δημοκρατία της, επιτυγχάνοντας τη συναίνεση. Αυτή η συναυλία δεν ήταν μόνο ένας αποχαιρετισμός στη Μίκη, αλλά και σε ό,τι μεταπολιτευτικά η πολιτική του διαδρομή συμβόλιζε, από το περίφημο «Καραμανλής ή τανκς», σύμπραξη με ΚΚΕ,  μέχρι τη συνεργασία του με την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη. Ο Μίκης της μεταπολίτευσης δεν αποτελούσε πλέον συγκρουσιακό πρόσωπο, δεν απορρίπτονταν ως πολιτική παρουσία για κανένα κομμάτι των αστών.
               Και κάπως έτσι έγινε πιστευτό πως η άρχουσα τάξη δεν έχει συμφέροντα που συγκρούονται με των εργαζομένων. Κινήματα αναπτύχθηκαν για διάφορες υποκειμενικότητες και ατομικά δικαιώματα, ων ουκ έστι αριθμός, που προσποιούμενα αδιαφορία για ταξικές διαφοροποιήσεις και μπερδεύοντας ιδεολογικά κριτήρια προοδευτικότητας αποπροσανατόλισαν, εκφυλίζοντας τις ταξικές συγκρούσεις και στερεώνοντας την πεποίθηση πως ο  καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο.
               Η εποχή των μνημονίων με την επιβαλλόμενη εξαθλίωση των εργαζομένων διέλυσε τα μυθεύματα της μεταπολίτευσης αναδεικνύοντας την ταξική διάσταση της κρίσης. Κι αν μεγάλο τμήμα των εργαζομένων επιμένει  στη συνειδητή ή ασυναίσθητη υποστήριξη των θέσεων της κυρίαρχης ιδεολογίας, η ίδια η κυρίαρχη τάξη οργανώνει και την ιδεολογική της επίθεση στην οποία ο Στ. Καλύβας πρωτοστατεί με το Ν. Μαραντζίδη και την αναθεώρηση της ιστορίας με το βιβλίο τους «Εμφύλια πάθη». Στο άρθρο λοιπόν  για τη δικτατορία του Στ. Καλύβα συνοψίζονται επιχειρήματα δικαίωσης των πολιτικών της αστικής τάξης, με κυρίαρχο αυτό της αναγκαιότητας για κάθε επιλογή της. Μάλιστα, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει το άρθρο του, σε διευκρινιστική του ανάρτηση παρομοιάζει, σε μια …κορύφωση της επιστημονικής σκέψης,  τη χούντα με αρρώστια που είναι «πολύ κακά πράγματα» αλλά «συμβαίνουν στη ζωή, όπως και οι αρρώστιες».  Έτσι όμως  δικαιώνονται και  στο παρόν οι επιλογές μνημονίων, ακόμα και οι προσεχείς συρρικνώσεις  αστικών ελευθεριών, έτσι θεωρείται ο καπιταλισμός φυσικό φαινόμενο. Δεν ξεπλένει μόνο λοιπόν στο άρθρο του τη δικτατορία αποσιωπώντας βασανιστήρια και διώξεις, αλλά   επιχειρηματολογεί και  γιατί  το «πραξικόπημα ήταν αναπόφευκτο». Βεβαίως ακόμα δεν τολμά να υποστηρίξει απροκάλυπτα την επιβολή μιας δικτατορίας και γι’ αυτό αντλεί επιχειρήματα για την αναγκαιότητά της από το πεδίο των αστικών ελευθεριών που η ίδια ακυρώνει. Σε μια ιδιότυπη διαλεκτική προτείνει εμμέσως τον περιορισμό έως ακυρώσεως της αστικής δημοκρατίας για να επισπευθεί η επικράτησή της. Και ο ίδιος ο συγγραφέας και όσοι αστοί πανεπιστημιακοί και λοιποί έσπευσαν να επιδοκιμάσουν τον προβληματισμό του, να επαινέσουν την τόλμη του να εφαρμόσει επιστημονική σκέψη σε ζέοντα προβλήματα, επιμένουν να δηλώνουν πως οι πεποιθήσεις τους είναι δημοκρατικές, φιλελεύθερες πιο συγκεκριμένα, η οπτική τους αντικειμενική, επιστημονική πιο συγκεκριμένα. Συνεχίζει να ενσταλλάζεται, με διάφορες μεταμφιέσεις,  στη σκέψη μας η ιδεολογία την καθεστηκυίας κοινωνίας για να συνεχιστεί η άνευ αντιδράσεως  προσχώρηση στον τρόπο ζωής που η κυρίαρχη τάξη επιβάλλει.
               Εξάλλου η  κυρίαρχη τάξη μετά τη χούντα δεν έκανε τίποτε διαφορετικό από ό,τι ο Γ. Παπανδρέου στην απελευθέρωση όταν συναινούσε και στη λαοκρατία ενώπιον λαού που το απαιτούσε. Υποκρίνονταν μπροστά στο πλήθος και το πάθος ενός ρακένδυτου λαού τον συμπαραστάτη του. Μόνο που τότε εκείνος ο λαός είχε και όπλα. Στη μεταπολίτευση αρκούσε μέσα από συναινετικές διαδικασίες να ναρκωθεί ευτυχισμένος που καταναλώνει.
               Αν λοιπόν η συναυλία του Μίκη στο καλλιμάρμαρο σηματοδοτεί αυτή τη συναίνεση που χτίστηκε από τη  μεταπολίτευση, είναι όμως η ιστορική μνήμη που φοβίζει την κυρίαρχη τάξη. Γιατί στη χώρα μας η εμβληματική φυσιογνωμία του επικού μουσικού μας σφυρηλατήθηκε στα χρόνια της ταξικής σύγκρουσης και της επανάστασης. Γιατί στη χώρα μας συνεχίζει να υπάρχει το κόμμα που ήταν πρωτοπόρο στη ματωμένη δεκαετία του ‘40 για να οργανώνει την εργατική τάξη, να παλεύει για τα ταξικά συμφέροντα, το ΚΚΕ. Γιατί σ’ αυτή τη δεκαετία και ο Μίκης αναφέρθηκε,  στην εκδήλωση στο Αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης, όπου πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη Τύπου από όσους ανέλαβαν να υλοποιήσουν την παράσταση «Ολη η Ελλάδα για τον Μίκη». Ο ίδιος  απουσίασε και έστειλε γραπτό μήνυμα που κατέληγε με στίχους που έγραψε στη Μακρόνησο το 1948 
«“Χτύπα - χτύπα στο στήθος π’ ανάβει
Χτύπα - χτύπα τον νου που φωτά
Στα χτυπήματα θεριεύουν οι σκλάβοι
Κάτω μας σπρώχνεις μα πάμε ψηλά!”.
Λες και δεν πέρασε ούτε μία μέρα από τότε…».

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΕΝΤΟΣ ΚΙ ΕΚΤΟΣ ΑΝΑΛΩΣΙΜΟΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ



Εν μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων στο Ιράν, απροσδόκητων  εκλογικών αποτελεσμάτων στη Βρετανία, ανεξάντλητων προαπαιτούμενων για κλείσιμο της αξιολόγησης στα καθ’ ημάς, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλοί ασχολήθηκαν με τη δήλωση του ηθοποιού Κ. Καζάκου που ανασύρθηκε από το παρελθόν, και στην οποία  χαρακτήριζε προδοσία τη μετανάστευση των νέων. Κι επειδή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αν  δεν αποτελούν κοινωνικό βαρόμετρο σίγουρα όμως, ακόμα κι αν ποικιλοτρόπως κι εκτεταμένα χειραγωγούνται,  καθρεφτίζουν τάσεις ενός μέρους της κοινωνίας, γι’  αυτό και οι αντιδράσεις που πυροδοτήθηκαν απ’ αυτή τη δήλωση γίνονται ενδιαφέρουσες για την κατανόηση αυτής της κοινωνίας.
               Η απορία για το ξαφνικό ενδιαφέρον για τη δήλωση του ηθοποιού βρίσκει την απάντησή της στα αποτελέσματα που παρήγαγε η αναδημοσίευσή της και ο σχολιασμός της.  Όλες αυτές τις μέρες έγινε φανερό πως ο στόχος ήταν το ΚΚΕ, του οποίου ο Κ. Καζάκος είχε υπάρξει βουλευτής, και η απαξίωσή του στο επίπεδο τουλάχιστον της ιδεολογίας.  Η  χρησιμοποίηση της λέξης προδοσία πυροδότησε έντονες αντιδράσεις με τη μεγεθυμένη υπερβολή της, ενώ το ίδιο το πρόβλημα της μετανάστευσης των νέων, και μάλιστα των μορφωμένων, αντιμετωπίστηκε περισσότερο με συναισθηματικούς όρους χωρίς η εστίαση να γίνεται στις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου που την επιβάλλει.
               Δεκαετίες τώρα έχουμε εκπαιδευτεί την μετανάστευση στα χρόνια της ευρωπαϊκής ενοποίησης να τη θεωρούμε κινητικότητα του ανθρώπινου δυναμικού, που ο εκθειασμός της και η προώθησή της και μέσα από κοινοτικά κονδύλια διαμορφώνουν μια αντίληψη συνεταιρισμού των εργαζομένων με την αστική τάξη, η οποία τους παρέχει κίνητρα για καλύτερους όρους ζωής. Έτσι στα θετικά της  οικοδόμησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης  συμπεριλήφθησαν οι περίφημες τέσσερις ελευθερίες, δηλ. η ελευθερία στην κίνηση των κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και εργατικού δυναμικού.
 Μόνο που τελικά το σύνθημα ανοιχτά σύνορα, που είχε ιδεολογικά ερείσματα σε αντιλήψεις και προσδοκίες που διαμορφώθηκαν από τη δεκαετία του ’60  με τον καλοκαιρινό νομαδισμό της εξερεύνησης του κόσμου και της «διαφώτισης» του εσωτερικού ψυχισμού, στον καιρό της κρίσης αποκαλύπτεται πως περιλαμβάνεται στις πρακτικές  και τα λαϊκίστικα ιδεολογήματα της αστικής τάξης με τα οποία μεθόδευσε την συναίνεσή μας στην απαίτησή της για όξυνση του ανταγωνισμού μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης. Η συνεχής και αβέβαιη περιπλάνηση των νέων εντός της ΕΕ, εκεί όπου έχει ανάγκη το κεφάλαιο, δεν τους εξασφαλίζει με βεβαιότητα τίποτα, γιατί  ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού οι νέοι θα υφίστανται τους σκληρούς όρους εργοδοσίας και τις ευέλικτες μορφές εργασίες.
Και στη δεκαετία του ’60, αλλά και στα χρόνια μας, η μετανάστευση εκτονώνει την πίεση των κεφαλαιοκρατών πάνω στην εργατική τάξη σε περιόδους κρίσης με τη μετακίνηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, διαιρεί  και αποδυναμώνει το εργατικό κίνημα, έχοντας την ευχέρεια η εργοδοσία να χρησιμοποιήσει τον εθνικισμό και την διαστρωμάτωση των εργαζομένων προς όφελός της. Στις μέρες μας όμως η μετανάστευση δεν περιορίζεται μόνο «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές»   αλλά επεκτείνεται και σε τράπεζες, επιχειρήσεις, νοσοκομεία κλπ. της ΕΕ και τότε η μετανάστευση ταυτίζεται με την ανοδική κοινωνική και οικονομική κινητικότητα ενός μεγάλου τμήματος του νέου επιστημονικού δυναμικού του τόπου.  Κι έτσι η  μετατροπή του εργαζόμενου σε απασχολήσιμο που βιώνει τον εφιάλτη των ελαστικών σχέσεων εργασίας μέσα σε συνθήκες συνεχούς ανασφάλειας, στον τόπο του και στο χώρο μετανάστευσης,  επενδύεται με υποσχέσεις και προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης όταν περιλαμβάνονται στα προσόντα του γνώσεις, νέες ιδέες, εξειδίκευση, ταλέντο, δημιουργικότητα κλπ. Μόνο που όλα αυτά τα προσόντα, ταλέντο και δημιουργικότητα αποκομμένα από τα συμφραζόμενα ενός συγκεκριμένου πολιτιστικού και κοινωνικού περιβάλλοντος υποτάσσονται απόλυτα στην εργαλειακή λογική της αγοράς που διαποτίζει στην τελική και τους ίδιους τους νέους επιστήμονες. Σ’ αυτόν λοιπόν τον κόσμο του καπιταλισμού με την εργασιακή επισφάλεια και ανταγωνισμό οφείλουν να προσαρμοστούν και να διαμορφώσουν την επιστημονική τους πορεία και την εργασιακή τους σταδιοδρομία, προσαρμόζοντας τα ατομικά σχέδια ζωής σε μια κατεύθυνση προσαρμογής στο δοσμένο περιβάλλον. Διαφορετικά θα αναγνωρίσουν την ατομική τους αποτυχία και θα οδηγηθούν στις στρατιές των ανέργων.
Από την  άλλη,  ο ανειδίκευτος και με χαμηλά προσόντα εργαζόμενος μένει ευάλωτος στις πιέσεις του κεφαλαίου, βιώνει τον εφιάλτη των ελαστικών σχέσεων εργασίας ζώντας σε συνθήκες συνεχούς ανασφάλειας, με εξευτελιστικές εργασιακές συνθήκες και μισθούς πείνας,  με ατέλειωτες στρατιές ανέργων να εποφθαλμιούν τη θέση του, επηρεάζοντας καθοδικά τη διακύμανση των μισθών σε παγκόσμια κλίμακα.  
Δεν υπάρχει λοιπόν προδοσία στην κυρίαρχη πολιτική που διαμορφώνει συνθήκες ευνοϊκές για τη μετανάστευση, Στο στάδιο της παγκοσμιοποίησης της παραγωγής, των επενδύσεων και της κατανάλωσης,  με  τη μετανάστευση  αναζητείται από την κυρίαρχη τάξη  φτηνό εργατικό δυναμικό από τις φτωχότερες χώρες με στόχο την μείωση κόστους, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και βέβαια την αύξηση του κέρδους των καπιταλιστών. Σ’ ένα λοιπόν παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον το πρόβλημα δεν είναι η φυγή επιστημόνων από μια χώρα αλλά η χρησιμοποίησή τους από την άρχουσα τάξη προς όφελός της και εις βάρος των αναλώσιμων και εμπορεύσιμων εργαζομένων.
Αυτοί λοιπόν που μεταναστεύουν προέρχονται, ή τουλάχιστον το πιστεύουν, από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και το πρόβλημα  είναι κατά πόσον  αισθάνονται τους εαυτούς τους ως μέρος κάποιου εργατικού κινήματος,  με κοινή συλλογική αγωνιστική μνήμη για την επίτευξη της αγωνιστικής ενότητας. Γιατί όπως είπε ο  ΓΓ. του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα σχολιάζοντας τη δήλωση του Κ. Καζάκου «Είναι και αγώνας δικός μας, ο αγώνας που κάνουν και στις χώρες που βρίσκονται είτε είναι εδώ οι νέοι, είτε βρίσκονται σε άλλες χώρες της Ευρώπης και σε όλο τον κόσμο"

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ



Κι όλες αυτές τις μέρες ο τρόπος  της επικοινωνιακής αξιοποίησης  από τον κυρίαρχο λόγο του τραυματισμού του Λ. Παπαδήμα από το παγιδευμένο γράμμα,  του θανάτου του σχεδόν αιωνόβιου Μητσοτάκη, των διαφόρων δηλώσεων, αλλοδαπών κι εγχωρίων, σχετικά με τις συνομιλίες για το ελληνικό χρέος, δείχνει πως ο τρόπος  που βιώσαμε και βιώνουμε γεγονότα της ιστορίας  δεν συμπίπτει με τον τρόπο που τα περιγράφει ή αξιολογεί ο λόγος της κυρίαρχης εξουσίας.
               Οι αγιογραφίες του Κ. Μητσοτάκη δεν συγκρούονται μόνο με τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα που βιώθηκαν τραυματικά αλλά πλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό κόντρα στην συλλογική μνήμη την αλλοιώνουν αν δεν την ακυρώνουν. Κι αν στη μακραίωνη ιστορία τα λαϊκά στρώματα μέσα από τα τραγούδια, μύθους ή παραδόσεις εκδήλωναν τα αισθήματά τους για ιστορικά πρόσωπα ή εξέφραζαν την κρίση τους γι’ αυτά, στη σύγχρονη εποχή των ΜΜΕ ο κυρίαρχος λόγος της άρχουσας τάξης μπολιάζει με τη δική του οπτική τον τρόπο να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε τα ιστορικά συμβάντα, χωρίς ν’  αφήνει περιθώριο διαφοροποίησης απ’ αυτόν. Είναι που στα χρόνια μας η κυρίαρχη τάξη δεν μας αφήνει απλώς στη μοίρα μας, αλλά επεμβαίνει να μας εντάξει σ’ όλα τα επίπεδα στη δική της μοίρα, αλλά στη θέση και με τον τρόπο που αυτή καθορίζει. Έτσι, η  αφομοίωση της δικής μας οπτικής μ’ αυτήν της κυρίαρχης τάξης νοθεύει, προς όφελός της,  τον πολιτικό βίο και τις δικές μας συλλογικές συμπεριφορές.
 Παλιότερα οι ιστορικές παραμορφώσεις αφορούσαν τους λίγους και όχι την πλειοψηφία ενός λαού που η ιστορική κληρονομιά του μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά μέσα από την προφορική παράδοση, τις γιορτές και τελετουργίες του, την τέχνη του. Από την εποχή όμως που οι λαϊκές τάξεις έδειξαν τις δυνατότητές τους και τη δύναμή τους  η προσπάθεια να κερδηθεί η εμπιστοσύνη τους και να ενσωματωθεί στα κριτήριά τους η κυρίαρχη ιδεολογία έγινε μεθοδευμένα και μ’ …επιστημονικό τρόπο. Ο κυρίαρχος λόγος  έχοντας καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια με τόσα θέματα έχει πλουτίσει το υλικό των ιδεών του ή μάλλον καλύτερα το ρεπερτόριο των λέξεών του, χωρίς βέβαια να έχει αλλάξει ο πυρήνας τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να διαστρεβλώσει εκείνους τους κοινωνικούς όρους ύπαρξης των λαϊκών στρωμάτων που μπορεί να  τροφοδοτήσουν έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, με κίνδυνο να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, και να αλλοιώσει τις ιστορικές μνήμες των στρωμάτων αυτών που συνδυάζονται με αγώνες και οδηγούν σε μια πολιτική ριζοσπαστικότητα.
               Το γεγονός λοιπόν πως  αστοί πολιτικοί και διανοούμενοι καταβάλλουν τόση προσπάθεια για να πείσουν για το πολιτικό ανάστημα του εκλιπόντος πρώην πρωθυπουργού δεν θα είχε τόση σημασία, στο κάτω-κάτω την τάξη του υπηρέτησε με συνέπεια, αν μέσα από αυτή την αγιοποίηση δεν διαστρεβλώνονταν τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, οι σκοπιμότητες των πρωταγωνιστών τους και τα συμφέροντα που διακυβεύονταν. Οι αγιογραφίες αυτές απευθύνονται στην πλειοψηφία του λαού που αντιμετωπίζεται σαν παιδί. Γιατί το παιδί καταλαβαίνει καλά μόνο τους μεμονωμένους ανθρώπους, δεν καταφέρνει να δει καθαρά την πλοκή των συλλογικών ανθρωπίνων σχέσεων ούτε βέβαια τα αντικρουόμενα συμφέροντα, γι’ αυτό και έχει  την τάση να αποδίδει στην ιστορική  και πολιτική κρίση το μέτρο της ατομικής κρίσης  και  να ανάγει τα πάντα  στις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, στις αρετές και τις ατέλειες των μεμονωμένων ατόμων. Ο καλός βασιλιάς και ο κακός βασιλιάς από πρόσωπα των παραμυθιών γίνονται πρωταγωνιστές της αληθινής ιστορίας, γι’  αυτό και στις αγιογραφίες αυτές η δικαίωση των πολιτικών δικαιώνει και την ασκούμενη πολιτική τους.
               Οι ίδιες σκοπιμότητες αναγνωρίζονται και στις κραυγές εναντίον αυτών που σχολίασαν αρνητικά, ακόμα και χωρίς να ξεπερνιούνται τα όρια της κοινωνικής ευπρέπειας, τον πολιτικό βίο του τραυματισμένου Λ. Παπαδήμου, με αποκορύφωμα την καταγγελία του  Γ. Στουρνάρα για τις απειλές, στα όρια της φαιδρότητας, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που κινητοποίησε εισαγγελικές υπηρεσίες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος ενοχοποίησης των αισθημάτων αγανάκτησης και θυμού που εκφράζονται, ακίνδυνα μάλιστα, μέσα από το πληκτρολόγιο. Όπως αλλοιώνεται η συλλογική μνήμη, και η θητεία του Λ. Παπαδήμου στον πρωθυπουργικό θώκο μόνο πέντε χρόνια απέχει, ενοχοποιούνται ακόμα και τα συναισθήματα που υπάρχει φόβος να ενεργοποιήσουν σκέψεις και δράσεις εναντίον της κυρίαρχης τάξης.
               Οι γνώσεις της κυρίαρχης τάξης  έχουν επεκταθεί  σημαντικά πάνω σε ό,τι αφορά τη βοσκή του εκλογικού κοπαδιού, την εκμετάλλευσή του και τον εκφυλισμό του. ¨Ολοι ετούτοι που υπηρετούν  αυτόν τον σκοπό έχουν επιφορτιστεί  να μας πείσουν για κορυφαίες αλήθειες που γι’ αυτές οφείλουμε να καταστραφούμε ως το τέλος. Η δυνατή φωνή του κυρίαρχου λόγου πρέπει να γιομίσει τα αυτιά του κόσμου. Ακόμα και οι  μεταξύ των διαφόρων εκπροσώπων της αστικής τάξης  απέχθειες σταματούν μπροστά στον κοινό εχθρό: τις εργαζόμενες μάζες.
               Για να καταστραφεί   η βαθιά αίσθηση του λαϊκού κόσμου για την αγωνιστικότητα και αντίσταση, την κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή αλληλεγγύη. Η εργατική τάξη πρέπει να  λησμονήσει τον εαυτό της και να προσπαθήσει  να μοιάσει το παραφθαρμένο είδωλο που κατασκεύασε γι’  αυτήν η κυρίαρχη τάξη.
 Κι αν ξεγυμνώθηκαν οι  αυταπάτες μας και δεν τις  αναγνωρίζουμε θα συνεχίζουμε να ελπίζουμε σ’ αυτές;  Ωραία η ελπίδα και τι ψηλά που μας λικνίζει, για να κατακρημνιστούμε…