Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ


Διαφημίζοντας ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Γ. Βρούτσης  τη νέα ασφαλιστική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Μητσοτάκη υποστηρίζει πως ο νέος ασφαλιστικός νόμος, που στην ουσία θωρακίζει νομικά και συμπληρώνει τον προηγούμενο του Κατρούγκαλου, «δημιουργεί ένα ελκυστικό, ανταποδοτικό ασφαλιστικό σύστημα, που καλλιεργεί την ασφαλιστική συνείδηση σε όλους», ενώ  στα θετικά του νέου νόμου περιλαμβάνεται η «γενναία μείωση των ασφαλιστικών εισφορών». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τολμά ακόμα ξεκάθαρα να  αμφισβητήσει τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, ενώ στην πραγματικότητα επιμένει στο συνταξιοδοτικό σύστημα των τριών πυλώνων,  με έναν πυλώνα  την πενιχρή εθνική σύνταξη που εγγυάται το κράτος, έναν δεύτερο τα επαγγελματικά ταμεία  και έναν τρίτο τις ιδιωτικές εταιρείες ασφάλισης.  
            Κι έτσι σιγά –σιγά αντικαθίσταται η κοινωνική ασφάλιση με ένα ιδιωτικό σύστημα ατομικών λογαριασμών συνταξιοδότησης. Γίνεται ατομική ευθύνη του καθενός η ασφάλιση, προς επίρρωση μιας αφηρημένης ελευθερίας που επιτρέπει τους εργαζόμενους εντός του καπιταλισμού να αρπάζουν τις ευκαιρίες που τους παρουσιάζονται, με το όνειρο του πλουτισμού. Έχοντας  λοιπόν …την απαράμιλλη ελευθερία οι εργαζόμενοι να επενδύουν στα καπιταλιστικά προϊόντα που επιλέγουν, το τελικό επίδομα συνταξιοδότησης θα εξαρτιέται αποκλειστικά από το μέγεθος των εισφορών τους, αφού οι συντάξεις τους θα εξαρτώνται από τις συσσωρεύσεις των προηγούμενων εξοικονομήσεων, και την επιτυχία του επενδυτικού σχεδίου τους, που μπορεί να περιλαμβάνει χρηματιστήριο, ομόλογα κλπ.
        Η ανάγκη για δραστική μεταρρύθμιση του δημόσιου και υποχρεωτικού συνταξιοδοτικού συστήματος, με  το πρόσχημα της  οικονομικής μη βιωσιμότητας του εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και τις ανισορροπίες στην κοινωνική ασφάλιση, είναι ένα ζήτημα που άρχισε να παρουσιάζει σημαντική δημοσιότητα στις αρχές της δεκαετίας του '90. Χρησιμοποιήθηκαν και στη χώρα μας τέτοιες δικαιολογίες για να γίνει αποδεκτή η μείωση των παροχών που εγγυάται το δημόσιο, δρομολογώντας από τότε  -όταν με το νόμο του  Δ. Σιούφα στην κυβέρνηση του Κων. Μητσοτάκη διαφοροποιούνται τα ασφαλιστικά δικαιώματα ανάλογα με τη χρονολογία της πρώτης ασφάλισης και  χειροτερεύουν οι όροι συνταξιοδότησης γι΄ όλους- τη μετάβαση σε ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
               Αυτό συνεπάγεται την εγκατάλειψη ενός διανεμητικού συστήματος βασισμένου στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, όπου οι ενεργοί εργαζόμενοι πληρώνουν για τις συντάξεις των πρώην εργαζομένων που συνέβαλαν στην ανάπτυξη, την εκπαίδευσή τους και τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής για την εργασία τους. Αντί γι’ αυτό κάθε εργαζόμενος είναι αυτοδύναμος, εξοικονομώντας ένα χρηματικό ποσό για να εξασφαλίσει επαρκή συνταξιοδοτική κάλυψη. Η πρόθεση αυτή δικαιολογείται πάντοτε από την ιδέα της μη βιωσιμότητας του δημόσιου συστήματος, που συνδυάζεται με τα υποτιθέμενα «αποδεικτικά στοιχεία», ότι η αγορά είναι μακροπρόθεσμα πιο αποδοτική από το δημόσιο σύστημα παροχής και βέβαια συνδυάζεται και με τη μείωση γενικά της κοινωνικής πρόνοιας υπέρ της ιδιωτικοποίησης της παροχής δημόσιων υπηρεσιών όπως είναι η υγειονομική περίθαλψη.
Αυτό που αποφεύγεται όμως να λέγεται είναι πως  η οικονομική δύναμη των συνταξιοδοτικών ταμείων είναι τέτοια, που όποιος έχει πρόσβαση σ’ αυτό το τεράστιο χρηματικό ποσό θα έχει πρόσβαση σε τεράστια οικονομική και πολιτική εξουσία. Αν λοιπόν με την ιδιωτικοποίηση της συνταξιοδότησης στην καπιταλιστική Δύση καταλήξουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία χρηματιστηριακά προϊόντα να τα διαχειρίζονται μια χούφτα τράπεζες, το αποτέλεσμα δεν θα είναι βέβαια να δημιουργείται πλούτος όπως διαφημίζουν, αλλά απλώς η αναμόχλευσή του προς όφελος του κεφαλαίου.
         Όταν το αστικό προλεταριάτο γέμιζε τα εργοστάσια του δέκατου ένατου αιώνα, χιλιάδες τραυματίες, άρρωστοι και ηλικιωμένοι εργάτες είχαν ανάγκη από βοήθεια για να επιβιώσουν. Η οργάνωσή τους σε συνδικάτα με πρωτοπόρους κομμουνιστές και σοσιαλιστές τους έδωσε δύναμη να απαιτήσουν συντάξεις για εκείνους που «είναι πολύ ηλικιωμένοι για να εργαστούν και είναι πολύ νέοι για να πεθάνουν». Προσπαθώντας το κεφάλαιο να εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη πότε με σιδερένια γροθιά πότε με παραχωρήσεις, ανάλογα με την πίεση και τη δυναμική του εργατικού κινήματος, αναγκάστηκε να  θεσπίσει συντάξεις για το εργατικό δυναμικό και  μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο και υπό την πίεση του  αντιστασιακού κινήματος και της αίγλης της Σοβιετικής Ένωσης, προπαγάνδιζε ως καπιταλιστική παραχώρηση το κράτος πρόνοιας.  
        Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος το κυρίαρχο σύστημα είδε την ευκαιρία να μετατρέψει την κρατική εγγύηση της  κοινωνικής ασφάλειας σε ένα παιχνίδι μετοχών με τη συνταγή της ιδιωτικοποίησής της που θα εξασφαλίσει νέα πεδία κερδοφορίας στο κεφάλαιο. Κι είναι λοιπόν αυτό το σύστημα της καπιταλιστικής απληστίας που με λογιστικές μελέτες και επιστημονικοφανή συμπεράσματα για το δημογραφικό πρόβλημα δηλώνει αδυναμία να διατεθούν οι πόροι που απαιτούνται για την επαρκή στήριξη των ηλικιωμένων, την εκπαίδευση των παιδιών, την περίθαλψη των εργαζομένων.
             Κι ενώ  η φύση της εργασίας αλλάζει καθιστώντας την οκτάωρη εργασία παρωχημένη, γιατί  η αυτοματοποίηση κάνει πραγματικότητα  τη συρρίκνωση του χρόνου εργασίας χωρίς να περιορίζεται ο πλούτος που παράγεται, η κερδοφορία του κεφαλαίου επιμένει στην απομύζηση των εργαζομένων που όταν δεν έχουν σημασία για την παραγωγή απορρίπτονται όπως και από  άλλες πτυχές της κοινωνίας.
            Για  όλους τους εργαζόμενους σε κάποια στιγμή της ζωής τους η ανεργία, η έλλειψη στέγης, η φτώχεια, η ασθένεια κλπ. πάντα υπάρχει ο κίνδυνος από απειλή να γίνουν πραγματικότητα. Γι’ αυτό όλοι χρειάζονται το δίχτυ της κοινωνικής ασφάλισης, γι’ αυτό εργαζόμενοι  και συνταξιούχοι θα πρέπει να αγωνιστούν για την κοινωνική ασφάλιση που προστατεύει από τις αναπόφευκτες κρίσεις που βιώνουμε στα καπιταλιστικά συστήματα. 
         Μπορούμε λοιπόν να απουσιάζουμε από τις αυριανές κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό;
              

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ


Η κυβέρνηση της ΝΔ με επικεφαλής τον Κ. Μητσοτάκη ανακοινώνει δια στόματος κυβερνητικού εκπροσώπου Σ. Πέτσα πως «ακολουθεί διαφορετική πολιτική στο Προσφυγικό-Μεταναστευτικό ζήτημα» που ουσιαστικά, πέρα από διακηρύξεις δεοντολογικού χαρακτήρα όπως επιτάχυνση διαδικασιών ασύλου ή φύλαξη συνόρων,  εντοπίζεται στη δημιουργία ελεγχόμενων κλειστών δομών. Και είναι μόνο γι’ αυτή την πολιτική επιλογή που η κυβέρνηση έσπευσε σε έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για την επίταξη ακινήτων και εκτάσεων που απαιτούνται για τη δημιουργία των κλειστών δομών που είναι η μετονομασία, σύμφωνα με το ορθώς πολιτικό λεξιλόγιο, των παραδοσιακών στρατοπέδων συγκέντρωσης.
           Επιφανειακά,  αυτά τα κλειστά κέντρα κράτησης δεν φαίνονται να ταιριάζουν σε έναν ορισμό των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως χώρων κράτησης ανθρώπων χωρίς δίκη με βάση μια ομαδική ταυτότητα, είτε φύλου είτε εθνικότητας κλπ. γιατί επίσημα οι πρόσφυγες και μετανάστες κρατούνται λόγω του καθεστώτος μετανάστευσης και όχι κάποιας ομαδικής τους ταυτότητας. Μόνο που και η κυβέρνησή μας το δηλώνει σε όλους τους τόνους πως η χώρα μας δεν πρέπει να παρέχει ένα ασφαλές καταφύγιο για τους εκτοπισμένους του πολέμου και της ανέχειας. Ενδεικτικές  είναι οι δηλώσεις του υπουργού Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδη πως «πρέπει να σταλεί ένα μήνυμα ότι οι μετανάστες δεν είναι ευπρόσδεκτοι».  Οι άθλιες λοιπόν  συνθήκες στα κέντρα κράτησης δεν είναι οι τραγικές συνέπειες ενός συστήματος που έχει φτάσει στα όριά του, αλλά είναι προϊόντα ενός συστήματος που λειτουργεί ακριβώς όπως έχει σχεδιαστεί. Οι απάνθρωπες συνθήκες είναι μια πολιτική, η οποία σκοπό έχει να αποθαρρύνει τους αναζητούντες στη χώρα μας άσυλο. Δηλ. στην τελική η κυρίαρχη πολιτική αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους με την ομαδική τους ταυτότητα, είναι οι αλλοδαποί του τρίτου κόσμου  που είναι απειλή για την ευρωπαϊκή κουλτούρα και την αστική δημοκρατία της Δύσης.  Κι αν στο ναζιστικό παρελθόν οι άνθρωποι κλείστηκαν σε στρατόπεδα λόγω της εβραϊκής ταυτότητάς τους, οι πρόσφυγες και μετανάστες σήμερα στερούνται επίσης το άσυλο λόγω του ιστορικού τους που περιλαμβάνει το χρώμα τους, τη θρησκεία τους, την προέλευσή τους.
Εξάλλου,  τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είναι μόνο συνώνυμα με τη ναζιστική τρομοκρατία, αλλά  έχουν βαθιές ρίζες στον πολιτισμό και την πολιτική της Αγγλοσαξωνικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, αφού ο όρος «στρατόπεδο συγκέντρωσης» χρονολογείται από τον πόλεμο των Μπόερς στην αυγή του 20ου αιώνα και οι ΗΠΑ δημιούργησαν κι αυτοί τέτοια στρατόπεδα κατά τη διάρκεια του πολέμου των Φιλιπίννων την ίδια περίοδο. Δηλ. στον ευρωπαϊκό μας πολιτισμό η ναζιστική θηριωδία των στρατοπέδων ήταν η απώτατη κατάληξη μιας αποικιοκρατικής πρακτικής.
Δεν είναι λοιπόν υπερβολή η αναγνώριση ομοιοτήτων ανάμεσα στην κατάσταση των Εβραίων στην Ευρώπη του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα στο ναζιστικό καθεστώς μ’ αυτήν των αιτούντων άσυλο στη σύγχρονη Ευρώπη του 21ου αιώνα. Και τότε και τώρα δαιμονοποιήθηκαν ευάλωτες ομάδες που η κυρίαρχη εξουσία αποθήκευσε σε απομονωμένους καταυλισμούς και σκόπιμα υπέβαλε σε απάνθρωπη μεταχείριση  για να προωθηθεί μια ρατσιστική αντίληψη για το τι είναι εθνικά καλό.
Στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι άνθρωποι, που καταλήγουν εκεί από απελπισία επειδή δεν μπορούν να ζήσουν όπου γεννήθηκαν,  δεν έχουν κανένα έλεγχο στη ζωή τους, αντιμετωπίζονται ως κατώτεροι και γίνεται προσπάθεια κανείς να μην ταυτιστεί μαζί τους  και έτσι να παγιώνεται η ρατσιστική αντίληψη. Βασικά έχουν σχεδιαστεί για να χωρίσουν μια ομάδα ανθρώπων από μια άλλη, επειδή οι δημιουργοί του στρατοπέδου θεωρούν τους ανθρώπους που τοποθετούν εκεί ως επικίνδυνους ή ανεπιθύμητους με κάποιο τρόπο. Γι’ αυτό και ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών ο παραλληλισμός τους με τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής και τη ρατσιστική αντιμετώπιση τους από πολλούς γηγενείς.
             Η ανακοίνωση της δημιουργίας των νέων στρατοπέδων συγκέντρωσης, όποιο όνομα και αν τους δίνεται, είναι το σημείο καμπής εκφασισμού της κοινωνίας μας.  Από τη στιγμή που συζητάμε για στρατόπεδα συγκέντρωσης ο εφιάλτης του φασισμού ξαναεπιστρέφει με νομοθετικές ρυθμίσεις της αστικής μας δημοκρατίας. Αυτές  οι κλειστές δομές είναι στρατόπεδα συγκέντρωσης ακόμα κι αν δεν είναι Νταχάου ή Άουσβιτς, ακόμα κι αν υπάρχει ισχυρή αντίσταση στη χρήση του όρου, γιατί έχει λάβει ένα συγκεκριμένο συναισθηματικό νόημα μετά το Ολοκαύτωμα.
            Κι αν δεν είναι ίδια λοιπόν τα κέντρα κράτησης  μ’ εκείνα τα στρατόπεδα που διαχειρίζονταν οι Ναζί, κι αν καμία απ’ αυτές τις καταστάσεις τότε και τώρα  δεν είναι ίδια στις λεπτομέρειές της, όμως και μόνο η συζήτηση για αμφισβητούμενους όρους και μόνο οι διαψεύσεις για τη σκοπιμότητα αυτών των κέντρων δείχνει τη θλιβερή μας κατάσταση. Γιατί η προσπάθεια πολιτικών αξιωματούχων να δικαιολογήσουν τέτοιου είδους πολιτικές αποφάσεις αρνούμενοι οποιαδήποτε σύγκριση με τη ναζιστική πρακτική στηρίζεται στο σκεπτικό πως οι μετανάστες που κρατούνται σήμερα είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο άξιοι της ανησυχίας μας, επειδή οι ιδιαιτερότητες της κατάστασής τους είναι διαφορετικές από τα θύματα του παρελθόντος.
             Μόνο που το μάθημα του Ολοκαυτώματος μας έμαθε πως είναι δυνατό οι φρικαλεότητες να συμβαίνουν ακριβώς κάτω από τις μύτες των «αξιοπρεπών» ανθρώπων και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση ανά πάσα στιγμή, γιατί είμαστε συνένοχοι ακόμα και μόνο με την σιωπή μας.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ


Το αδιέξοδο στη διαχείριση με ανθρωπιστικό πρόσημο του προσφυγικού ζητήματος αγκιστρώνει την κυβέρνηση στις ΜΚΟ στην προσπάθειά της να αποσείσει τις ευθύνες από πάνω της. Είναι κι αυτός, του αναχώματος,  ένας από τους ρόλους που έχουν αναλάβει οι ονομαζόμενες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Στις δηλώσεις ο υπουργός του νεοσυσταθέντος υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής Ν. Μηταράκης καταφεύγει με …κομψό τρόπο στο συνήθη διαχωρισμό  μεταξύ αυτών που λειτουργούν «υποδειγματικά» κι εκείνων «που δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις συνεργασίας». Αφήνει στον αναπληρωτή υπουργό του  Γ. Κουμουτσάκο να δαιμονοποιήσει τις ΜΚΟ μιλώντας για «βαθιά και σκοτεινά δίκτυα συμφερόντων με ΜΚΟ», για να ικανοποιήσει το ακροατήριό του που ψάχνει συνωμοσίες και σκοτεινά κέντρα τα οποία επιβουλεύονται την αθάνατη ελληνική φυλή.
               Μόνο που αν  κάθε επίδοξος υπερασπιστής της καθαρότητας της ελληνικής φυλής αναμασά σχεδόν ανακλαστικά την τελευταία εκδοχή του επικίνδυνου εχθρού του ελληνισμού, η κυρίαρχη εξουσία με τους πολιτικούς της εκπροσώπους έχουν πλήρη συνείδηση της  διαδικασίας κατασκευής του.
               Γνωρίζουν λοιπόν πολύ καλά ότι  οι πολλαπλασιαζόμενες ΜΚΟ έχουν γίνει πλέον βασικό στοιχείο του πολιτικού τοπίου, ήδη από τη δεκαετία του ’80, στον καπιταλιστικό κόσμο, ακριβώς επειδή συμβάλλουν τα μέγιστα, και είναι αυτός ο στόχος τους,  στην εξαφάνιση κάθε εναλλακτικού μέλλοντος πέρα από το καπιταλιστικό παρόν.
Οι ΜΚΟ υπονομεύουν, εκτρέπουν και προσπαθούν να αντικαταστήσουν κάθε  μαζική οργάνωση, παρεισφρέοντας στα κινήματα με πολλές παραλλαγές δράσης. Κάποιες απ’ αυτές υιοθετούν προοδευτικά ιδανικά, όπως οι οικολογικές,  άλλες εμφανίζονται πολιτικά ουδέτερες, όπως φιλοζωικές ή πολιτιστικές, άλλες με ανθρωπιστικούς στόχους βοηθούν στη διαχείριση της δυσαρέσκειας από την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών εκπαίδευσης ή υγείας και όλες,  παρά τις διακηρύξεις για ουδετερότητα, υποστηρίζουν σιωπηρά το  status quo.
               Το κεντρικό τους σημείο παραμένει η υπονόμευση της μαζικής πάλης, η αντικατάστασή της από θεσμικά όργανα της άρχουσας τάξης  και η εκτροπή της σε ρεφορμιστικά αδιέξοδα. Κι έτσι αντί να οργανώνονται οι  μάζες για να πολεμήσουν για τα συμφέροντά τους κατασκευάζονται ΜΚΟ που τις χρησιμοποιούν για δικό τους όφελος. Για να μη  δημιουργηθεί ένα μαζικό κίνημα, οι ΜΚΟ διαχειρίζονται τη δημόσια αγανάκτηση. Κι έτσι μέσα από την πάλη του αγώνα δεν διαμορφώνονται αγωνιστές, αλλά οι ΜΚΟ κατασκευάζουν αμειβόμενους και  αναποτελεσματικούς «ακτιβιστές» μαζί με παθητικούς αποδέκτες βοήθειας. Με αποτέλεσμα,  οι αγωνιστές  που αναλαμβάνουν τον αγώνα από την οπτική των συμφερόντων της εργατικής τάξης  και με την επιθυμία να αλλάξουν τον κόσμο να περιθωριοποιούνται.
      Οι ΜΚΟ προστρέχουν ως οργανισμοί βοήθειας, που χρηματοδοτούνται από τους καπιταλιστικούς θεσμούς, για να αναλάβουν βασικές λειτουργίες που αναλάμβανε το αστικό κράτος την εποχή που το εργατικό κίνημα ήταν εύρωστο και το αντίπαλο δέος, ο υπαρκτός σοσιαλισμός,  ακόμα ήταν απειλή. Ο τωρινός μαρασμός των κοινωνικών κρατικών προγραμμάτων δεν σημαίνει καθόλου πως τα αστικά κράτη έχουν γίνει αδύναμα. Απλώς σημαίνει ότι πια μπορούν να αφιερώσουν περισσότερους από τους πόρους τους στην καταστολή και συσσώρευση και πολύ λιγότερους στην υγειονομική περίθαλψη, τροφή, νερό, στέγη, εκπαίδευση κλπ. όσο για να κρατείται ελεγχόμενη η μαζική δυσαρέσκεια.
               Εξάλλου, ένας λόγος που ευνοεί την γρήγορη αναπαραγωγή τους είναι και πως έχουν γίνει βασική επιλογή επιβίωσης για άνεργους πτυχιούχους, που σε μια αγορά περιορισμένης εργασίας έχουν λίγες επιλογές για καλές θέσεις εργασίας. Οι ΜΚΟ προσφέρουν μια διέξοδο, μια ελκυστική  προοπτική απασχόλησης, ειδικά για την μικροαστική τάξη, που τη βοηθά να ξεφύγει από την προλεταριοποίηση και την ταξική πάλη, προσφέροντας μάλιστα και την ψευδαίσθηση ότι βοηθά στην αλλαγή του κόσμου.
             Και βέβαια ο ρόλος των ΜΚΟ στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς δεν είναι κρυφός.  Όπως παλιότερα οι ιεραπόστολοι, οι ΜΚΟ χρησιμοποιούνται για να διεισδύουν σε μια περιοχή και  να προετοιμάζουν ευνοϊκές συνθήκες, εμπλεκόμενες ενεργά  στο έργο της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Το παράδειγμα των γερμανικών, ισπανικών, ελληνικών ΜΚΟ  που δραστηριοποιήθηκαν στον πόλεμο  της Γιουγκοσλαβίας, στη δεκαετία της διάλυσής της,  είναι ενδεικτικό.
  Όταν λοιπόν χορηγούνται σε ΜΚΟ κονδύλια της ΕΕ επιτρέποντας την ασύδοτη δράση τους, η όψιμη στοχοποίησή τους από την κυβέρνηση, που μάλιστα έσπευσε και να νομοθετήσει ανεφάρμοστες προϋποθέσεις λειτουργίας τους, μόνο υποκριτική μπορεί να είναι, αφού είναι πολιτική επιλογή η ανυπαρξία ή ελαχιστοποίηση κρατικών δομών με υποστελέχωση των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, ιδρυμάτων πρόνοιας κλπ.
Η προώθηση επομένως της καταπολέμησης των χειρότερων επιπτώσεων του καπιταλισμού μέσω των ΜΚΟ κρύβει την κεντρική σύγκρουση του καπιταλισμού, δηλαδή του κεφαλαίου και της εργασίας και συσκοτίζει  τις ευθύνες της κυρίαρχης εξουσίας. Με επιδιωκόμενο στόχο το κεφάλαιο να μη χρειάζεται να χρησιμοποιεί πια βία ούτε να αναλώνεται σε προσπάθειες να διεισδύσει σε μαζικά κινήματα, αφού μπορεί  να χρησιμοποιεί τις ποικιλώνυμες ΜΚΟ που τις χρηματοδοτεί, για να τα καθοδηγούν και να τα οργανώνουν.
Κι επιμένουν ακόμα πολλοί που προσδιορίζονται αριστεροί κι επαναστάτες να καταφέρονται εναντίον του ΚΚΕ υποστηρίζοντας  αυτονομία, αυτοοργάνωση κλπ. του κινήματος, όταν ο καπιταλιστής  καραδοκεί να …κεφαλαιοποιήσει  κάθε λαϊκή κινητοποίηση και όχι μόνο με τις ΜΚΟ;

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΗΣ

Στις 27 Ιανουαρίου, τιμήθηκε η παγκόσμια ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος με παρουσία ηγετών από 50 χώρες στην τελετή που έγινε στο Άουσβιτς, με αφορμή την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τον Κόκκινο Στρατό. Και σ’ αυτή την επέτειο οι ηγέτες δεν παραλείπουν να εκφράσουν από τη μια τον αποτροπιασμό για τα ναζιστικά εγκλήματα κι από την άλλη να υποσχεθούν την υπεράσπιση της δικαιοσύνης και της ειρήνης, από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Α. Γκουντέρες μέχρι τον δικό μας πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη.  Και απ’ όλους υπογραμμίζεται η ανάγκη να μη ξεχάσουμε ποτέ, να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη για την ανείπωτη φρίκη των στρατοπέδων θανάτου.
              Για τους επιζώντες και τα θύματα, η μετατροπή των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης σε μνημεία ήταν ένας τρόπος να μην ξεχαστεί το έγκλημα και ήδη από το 1947 η πολωνική βουλή ψήφισε νόμο για ίδρυση Κρατικού Μουσείου Άουσβιτς – Μπίρκεναου.
Θεωρώντας  λοιπόν πως η ιστορία όταν βιώνεται υποκειμενικά από τους ανθρώπους μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα,  οι επισκέψεις σ’ αυτά τα μνημεία είναι ένας τρόπος συναισθηματικής εμπλοκής με το παρελθόν, ένας από τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν μπορεί να ενεργοποιηθεί στο εδώ και τώρα. Ο δηλωμένος σκοπός των επισκέψεων σ’ αυτά τα μνημεία  είναι να αναγνωριστούν οι φρικτές πράξεις που σημειώθηκαν σ’ αυτές τις τοποθεσίες, να τιμηθούν και να μνημονευτούν τα θύματα που δολοφονήθηκαν εκεί, να περάσει το μήνυμα στις μελλοντικές γενιές να μην επιτρέψουν να ξανασυμβούν ποτέ πια. Για τους ανθρώπους από όλο τον κόσμο που επισκέπτονται αυτούς τους χώρους, θα πρέπει η φρίκη του ολοκαυτώματος να  γίνεται πραγματικά αποτρόπαια και το μήνυμα να επιβεβαιώνεται σε βαθύ συναισθηματικό επίπεδο.
Με το πέρασμα όμως του χρόνου και όσο η ζωντανή μνήμη χάνεται και  το ναζιστικό καθεστώς γίνεται όλο και λιγότερο πρόσφατη ιστορία, τα πρώην στρατόπεδα συγκέντρωσης γίνονται τουριστικά αξιοθέατα, σημαντικά στοιχεία της τουριστικής βιομηχανίας. Τοποθεσίες όπου τα στοιχεία της ναζιστικής κουλτούρας και οι μηχανισμοί του πολέμου και της γενοκτονίας έχουν διατηρηθεί ως μνημεία μοιάζει να προωθούνται περισσότερο σαν τουριστικά αξιοθέατα που προκαλούν ένταση συναισθημάτων και έξαρση συγκινήσεων, μέρος του τουριστικού πακέτου. Και  ο προβληματισμός για τη μετατροπή αυτών των τόπων μαζικής δολοφονίας σε τουριστικούς χώρους δεν έχει  να κάνει απλώς με το γεγονός πως τοποθεσίες όπου έλαβαν χώρα οι χειρότερες πράξεις απάνθρωπης συμπεριφοράς ενός εγκληματικού καθεστώτος είναι τόσο δημοφιλείς και συνεπώς δημιουργούν σημαντικά εισοδήματα για τον τοπικό τουριστικό τομέα κι έτσι φαίνεται πως τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου γίνονται πηγή εσόδων και  η μνήμη εμπορευματοποιείται. Το επικίνδυνο είναι πως η μετατροπή τους σε ένα τουριστικό αξιοθέατο όσο περνούν και τα χρόνια και χάνονται οι ζωντανές μαρτυρίες της φρίκης και το ολοκαύτωμα γίνεται μακρινή ιστορία,  μπορεί να τα ισοπεδώσει στο ίδιο επίπεδο με την Ντίσνευλαντ, ως αποτέλεσμα κορεσμού από τη διαχείρισή του από τα ΜΜΕ, της απευαισθητοποίησης στη βία, αποτυγχάνοντας έτσι να μεταδοθεί το μήνυμα για το οποίο αυτοί οι τόποι έγιναν μνημεία. Κάνοντας έναν τόπο πιο προσιτό στους τουρίστες το μήνυμα της ιστορίας του στρατοπέδου απλουστεύεται ή και διαλύεται, η αυθεντικότητα διακυβεύεται από την ανάγκη κατασκευής τουριστικών δομών.
Ακόμα λοιπόν κι αν δεν θεωρείται πως επαρκεί για την ιστορική κατανόηση η ανακατασκευή του παρελθόντος με ιστορικό υλικό που εμπλέκει συναισθηματικά θρυμματισμένα ιστορικά γεγονότα  στο παρόν, οι προβληματισμοί παραμένουν.
Ποιες τοποθεσίες επιλέγονται να συμβολίζουν το Ολοκαύτωμα στο μυαλό μας, ποια  θύματα επιλέγονται να θυμηθούμε, πώς επιλέγεται η αναπαράσταση της ιστορίας; Οι αλλαγές στο χώρο  των μνημείων τα «απολυμαίνουν» από την αυθεντική ιστορική ουσία, αποκτούν μια ιστορικά μεροληπτική εικόνα;.
Η διαμόρφωση και διατήρηση της  συλλογικής μνήμης είναι πολιτική επιλογή. Ακόμα και οι εκδηλώσεις μνήμης που γίνονται τα τελευταία χρόνια από τις κυρίαρχες ηγεσίες  σ’ αυτές τις τοποθεσίες μοιάζει να ενσωματώνονται στο πακέτο του τουριστικού αξιοθέατου, μαζί με την πολλαπλασιαστική θέσπιση  ιστορικών  επετείων με νέο περιεχόμενο πανευρωπαϊκά, όπως 5 Μαϊου αλλά και 29 Αυγούστου κλπ. και την ίδρυση μουσείων και ιδρυμάτων. Δίνεται η εντύπωση πως αυτές οι πολιτικές μνήμης  της κυρίαρχης ηγεσίας της Ενωμένης Ευρώπης περισσότερο παραπέμπουν σε πολιτικές λήθης, που ενισχύουν αναγνώσεις της ιστορίας προς το συμφέρον της. Είναι ένας τρόπος επωφελούς διαχείρισης, για την κυρίαρχη εξουσία, συμβολικών συγκρούσεων σχετικά με την ιστορία στο δημόσιο χώρο με δίαυλο τα ΜΜΕ ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κι έτσι υποβάλλεται και επιβάλλεται η ιστορική εκδοχή της κυρίαρχης εξουσίας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίες οι διάφορες ιστορικές διαστρεβλώσεις, όπως για παράδειγμα  δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της πρεσβείας  των ΗΠΑ στη Δανία που αναφέρει ως απελευθερωτές του στρατοπέδου του Άουσβιτς τους αμερικανούς στρατιώτες.
Η υποκατάσταση της ιστορικής πραγμάτευσης του παρελθόντος από μαρτυρίες και καταγραφές τραυματικών  βιωματικών εμπειριών αποκόπτουν το ιστορικό γεγονός από τα ιστορικά του συμφραζόμενα, υπερφορτίζουν συναισθηματικά την μνήμη, συρρικνώνουν το ιστορικό νόημα. Αποκομμένος ο ναζισμός από τις  οικονομικοπολιτικές συνθήκες και τις σχέσεις του με το μονοπωλιακό κεφάλαιο σαν η πιο αντιδραστική έκφρασή του,γίνεται μια εξαίρεση στην ευρωπαϊκή ιστορία και  κλείνεται σε παρένθεση. Γι’ αυτό μπορεί και ο Α. Γεωργιάδης χωρίς να αποκηρύττει τις φασιστικές του ιδέες, πέρα από μια συγκεχυμένη αποκήρυξη του αντισημιτισμού που αφορά στην ουσία το παρελθόν, να προτείνει την επίσκεψη στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
          Και κάπως έτσι η δημοκρατική μας Ευρώπη λειαίνει το έδαφος, ώστε οι σύγχρονες ενσαρκώσεις του φασισμού να γλιστρούν μέσα στις αστικές δημοκρατίες και να  διαβρώνουν την κοινωνία. Και κάπως έτσι  αποσπώντας  τη συναίνεση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, τα τελευταία χρόνια, ρατσιστικοί και ξενοφοβικοί νόμοι επανεμφανίζονται στα δημοκρατικά καθεστώτα μέσω δημοκρατικών διαδικασιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Και κάπως έτσι  αυτές οι διαδικασίες γίνονται δυνητικά πιο επικίνδυνες από τους σωζόμενους θύλακες του φασισμού της μορφής του μεσοπολέμου, επειδή η κυρίαρχη εξουσία στην αστική μας δημοκρατία τείνει όχι απλώς  να αγνοεί αλλά κυρίως και να τις στηρίζει.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

ΔΟΚΙΜΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ


Κι αφού η πολιτική μας ηγεσία  με αυστηρά μηνύματα στην Τουρκία, επισκέψεις στις ΗΠΑ, προσκλήσεις πολέμαρχων από τη διαλυμένη Λιβύη προσπάθησε να μας πείσει για την απογείωσή της στη διεθνή σκακιέρα του ενεργειακού παιχνιδιού, προσγειώθηκε σ’ αυτό που είναι λιγότερο επικίνδυνο για την ίδια, την επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτικής της. Περιμένοντας περαιτέρω οδηγίες από τα  καπιταλιστικά κέντρα του ιμπεριαλισμού αναλαμβάνει να διαμορφώσει κατάλληλα το περιβάλλον για την αποδοχή τους. Αφού εξουθενώθηκε οικονομικά ένας ολόκληρος λαός με απειλές, εκβιασμούς και ενοχές, η καταστολή κάθε κινητοποίησής του είτε βίαια είτε νομοθετημένα μοιάζει σαν φυσική συνέπεια. Κι επιστρατεύονται η πολυλογία η κενή περιεχομένου, οι ηχηρές λέξεις με τον αντίστοιχο γδούπο τους, οι  συναισθηματικές κορώνες για να δικαιολογηθούν οι  επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου λόγου είναι η ομιλία, σε μορφή σχολικής έκθεσης ιδεών,  του πρωθυπουργού  στην προπαγανδιστικής έμπνευσης εκδήλωση για θύματα τρομοκρατίας στο αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου.
               Ξανά έρχεται στο προσκήνιο αυτή η συγκεχυμένη έννοια της  τρομοκρατίας, που θα πρέπει να ενώσει εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους, αποδεχόμενοι οι τελευταίοι την εκδοχή της κυρίαρχης τάξης που τη χρησιμοποιεί για να δικαιολογηθούν η περιστολή δικονομικών δικαιωμάτων  και οι δρακόντειοι περιορισμοί προσωπικών ελευθεριών. Συνδέοντας ο Κ. Μητσοτάκης αυθαιρέτως τρομοκρατία με ριζοσπαστικοποίηση, αναγγέλλει ίδρυση τμήματος στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη,  που θα στοχεύει στην πρόληψη της βίας «με αιχμή του ενδιαφέροντος του την ριζοσπαστικοποίηση που τροφοδοτεί την τρομοκρατία» και τη δρομολόγηση ιδεολογικής εκστρατείας «αποδόμησης αυτού που θα αποκαλούσαμε το «οπλοστάσιο ιδεών» του αίματος», για να μη γίνει «η γόνιμη νεανική αμφισβήτηση (…) τάση ή μόδα της βίας».
               Η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να κλείσει στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα κάθε ρωγμή απ’ όπου θα μπορούσε να ξεπηδήσει η παραμικρή αντίδραση στην πολιτική της, κατασκευάζοντας εχθρούς για να αποπροσανατολίσει τις λαϊκές αντιδράσεις.
               Δεν είναι τυχαία η προσπάθεια του Κ. Μητσοτάκη και του Ν. Χρυσοχοϊδη να ξαναθυμίσουν τη δράση της 17Ν κατασκευάζοντας γιορτές μνήμης. Με πρόσχημα την τρομοκρατία επιδιώκεται να δικαιολογηθεί περιστολή, έτι περαιτέρω, ελευθεριών, ακόμα κι αυτή της έκφρασης ιδεών,  ενώ  προβάλλοντας σαν χώρο  παραβατικότητας τα Εξάρχεια τα μετατρέπουν σε δοκιμαστήριο της καταστολής. Το πρόβλημα δεν είναι αυτοί που βαφτίζονται τρομοκράτες ή αναρχικοί ή περιθωριακοί, αλλά ο βαθμιαίος  μιθριδατισμός της κοινής γνώμης στις πιο βάρβαρες μορφές αστυνομικής καταστολής. Κι αν λίγα χρόνια πριν, μικρότερης έκτασης παραβιάσεις των συνταγματικών δικαιωμάτων προκαλούσαν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, κύμα διαμαρτυριών, μαζικές εκδηλώσεις κλπ. σήμερα μοιάζει πως ακόμα και  το Σύνταγμα ποδοπατείται μέσα σε μια ένοχη σιωπή. Οι στόχοι της καταστολής,  τα τελευταία χρόνια, είναι προσεκτικά επιλεγμένοι, ώστε το δηλητήριο της  να μπαίνει στον κοινωνικό οργανισμό σιγά σιγά, χωρίς μεγάλες αντιδράσεις και η επέκτασή της να γίνεται ευθέως ανάλογη με τη δεκτικότητα του οργανισμού. Τα ΜΑΤ με πρωτοφανή βιαιότητα ισοπεδώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους ή επεμβαίνουν  καθυστερημένα και επιλεκτικά σε επεισόδια βίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του γερμανού δημοσιογράφου  Τομά Ζακόμπι που δέχτηκε επίθεση από φασίστες στο συλλαλητήριο για το Μακεδονικό στο Σύνταγμα.  
 Η ένταση πυροδοτείται ή γίνεται ανεκτή συνειδητά, τα επεισόδια αποτελούν συνειδητή επιλογή  των δυνάμεων καταστολής σε μια επίδειξη δύναμης και διάχυσης του φόβου. Με τις επιχειρήσεις  στα Εξάρχεια η κυβέρνηση  δεν προσπαθεί μόνο βραχυπρόθεσμα να αποκομίσει εκλογικά οφέλη και κυρίως συναίνεση στη ευρύτερη πολιτική της πείθοντας συντηρητικά στρώματα ότι είναι το κόμμα της τάξης, της ησυχίας και της πειθαρχίας. Περισσότερο είναι που μακροπρόθεσμα επιδιώκει να επιβάλλει μοντέλα συμπεριφοράς που συνάδουν με  την πολιτική της, εξαφανίζοντας κάθε ιδεολογική, κοινωνική τάση που αντιστρατεύεται τις ιδεολογικές βάσεις αναπαραγωγής τους. Κι επειδή η κυρίαρχη μυθολογία που υπάρχει για τα Εξάρχεια, για τα ευρύτερα στρώματα της κοινής γνώμης, ως χώρος διακίνησης ναρκωτικών, οργίων βίαιων αναρχικών, νομιμοποιεί στα μάτια τους την αστυνομική καταστολή ως αναγκαία κοινωνική άμυνα, γι’ αυτό επικεντρώνεται η προσοχή τους κυρίως σ’ αυτά. Κι έτσι, στο βαθμό που η κοινή γνώμη θα εθίζεται με την καταστολή αυτή, μπορεί να βγαίνει και από τον χώρο των Εξαρχείων εκεί που κάθε φορά θα κρίνει αναγκαίο η κυβερνητική εξουσία.  
               Η αστική μας δημοκρατία ως το ιδανικό της προόδου που υπερβαίνει τα οικονομικά συστήματα και τάξεις μοιάζει όλο και περισσότερο πια με μύθο. Η οικονομική κρίση που έχει μόνιμα εγκατασταθεί αποκαλύπτει όλα τα ψέματα και η  ψευδαίσθηση της δυτικής ευημερίας που παρουσιάστηκε ως αιώνια μοιάζει στην πραγματικότητα να έχει πεθάνει. Είναι η ιδεολογική προπαγάνδα των ΜΜΕ που την κρατά ζωντανή σαν βρικόλακα με ψέματα και φόβους. Τα ατέλειωτα χρόνια κρίσης οδηγούν σε αυξανόμενες εντάσεις εντός της άρχουσας τάξης τόσο διεθνώς όσο και εσωτερικά σε κάθε εθνικό κεφάλαιο, με  αποτέλεσμα, η αστική τάξη να  πρέπει να κάνει ελιγμούς σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ποτέ. Γι’ αυτό, για να διατηρήσει την κυριαρχία της και την επιβίωση του συστήματος θα στηριχτεί στην κατασταλτική και στρατιωτική της δύναμη.
               Και σ’ όλη την ΕΕ πληθαίνουν  τα  παραδείγματα για το πόσο λίγο η αστική τάξη τηρεί τα δημοκρατικά της ιδεώδη, ενώ η προπαγάνδα για να χρησιμεύσουμε τροφή για τα κανόνια της υποστηρίζοντας δήθεν τη δημοκρατία και όχι τα συμφέροντα καπιταλιστών όλο και πυκνώνει.