Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΖΩΝΤΑΝΗ Η ΜΝΗΜΗ



Οι επέτειοι του πραξικοπήματος στην Κύπρο, της τουρκικής εισβολής σ’  αυτή, της πτώσης της δικτατορίας στην Ελλάδα  –τόσα γεγονότα που φαίνονται  το ένα απόρροια του άλλου- αναδεικνύουν πτυχές του παρελθόντος μας που γενικά μοιάζουν να μην είναι καινούργιες, αν και κάθε φορά γίνεται προσπάθεια να απαντηθούν διαφορετικά ερωτήματα για τα ίδια ζητήματα. Κι έτσι  προτείνεται  μια συγκεκριμένη εικόνα και ερμηνεία  για το παρελθόν, που αφήνει αναπόφευκτα να διαφανούν πτυχές της ιδεολογίας του παρόντος. Κάθε φορά οι δυνάμεις που βρίσκονται στην κεντρική σκηνή της πολιτικής διαπάλης τυποποιούν πρόσωπα και γεγονότα, σκιαγραφούν το χαρακτήρα αυτών των γεγονότων κατασκευάζοντας μοντέλα  για την ερμηνεία τους. Κι αυτό σημαίνει ότι επιχειρούν να χειραγωγήσουν  ένα παρελθόν που οι συνέπειές του βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη.  
               Η μεταπολιτευτική περίοδος που στηρίχτηκε σε μια ευρεία δημοκρατική συναίνεση ευνόησε την κατασκευή της επικρατούσας εικόνας για το καλοκαίρι του 1974. Η μεταπολίτευση γινόταν το κομβικό σημείο στο οποίο θα έπρεπε να βρουν όλοι τη δικαίωσή τους, αστοί, δεξιοί  αριστεροί,  και κομμουνιστές, ενώ στην  αποκατάσταση της δημοκρατίας προσδόθηκε μια λειτουργική  και αποτελεσματική κοινωνική σημασία που δικαίωνε  το πολιτικό σύστημα. Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες προσανατόλισαν την κυρίαρχη οπτική σε μια προσπάθεια αποκατάστασης ιστορικών γεγονότων, αντίσταση κι εμφύλιο,  στο πνεύμα της συναίνεσης και συμφιλίωσης, αναδεικνύοντας εκείνο  το ιδεολογικό και πολιτικό στοιχείο που ήθελαν να βρίσκει  την ολοκλήρωσή  του στη μεταπολίτευση –σταθεροποίηση αστικής δημοκρατίας δυτικού τύπου. Αυτή η οπτική συνέβαλε στη στερέωση συλλογικής συνείδησης ικανής να ενοποιήσει διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις, παρακάμπτοντας ταξικές συνειδήσεις.
 Γι’ αυτό  και από τη μεταπολίτευση και  εντεύθεν,  οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και οικονομικές δυνάμεις εξέφραζαν πάντα τη βδελυγμία τους για το πραξικόπημα, την τούρκικη εισβολή, ενώ ταυτόχρονα, οι πολιτικοί  προσδιόριζαν, πέρα από τους συνταγματάρχες,  και ως αίτιους για όλα τα δεινά μας  τον ξένο παράγοντα, δηλ. την υπερδύναμη των ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβουν στον κυρίαρχο λόγο εθνική περηφάνια, δημοκρατική ευαισθησία, αριστερές διεκδικήσεις.
Βέβαια η κληρονομιά της δικτατορίας  πέρασε, χωρίς στην ουσία βέβαια να την αποποιηθεί  η κυρίαρχη τάξη μας, και στην αποκατεστημένη μας δημοκρατία. Είναι στην περίοδο της δικτατορίας  που το κεφάλαιο  ήταν απαλλαγμένο από όποια πίεση θα μπορούσαν να ασκήσουν κοινωνικά στρώματα και τάξεις που ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης  -εργαζόμενοι- και  το κράτος  είχε τεθεί κάτω από το συνοπτικό του έλεγχο, γι’ αυτό και  ήταν εύκολο να προωθηθούν προς το συμφέρον του οι απαραίτητες αναπροσαρμογές –χωρίς να λείπουν βέβαια οι εσωτερικοί μέσα σ’ αυτό ανταγωνισμοί. Βέβαια, στις  πολιτικές συνθήκες των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης μ’ ένα εργατικό κίνημα που ανασυντασσόταν δυναμικά  καλλιεργήθηκε η ιδέα της συμμετοχής μας σε κέντρα αποφάσεων που θα εγγυάται και θα εξασφαλίζει ευνοϊκές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες για την πλειοψηφία των εργαζομένων. Φτάσαμε η ίδια η κυρίαρχη οικονομικοπολιτική τάξη ασκώντας ψευδεπίγραφη  σοσιαλιστική πολιτική να παρουσιάζει τη μονο­πωλιακή της κυρίαρχη θέση σαν υπερασπιστή των υποτελών τάξεων, παραποιώντας τις αξίες του σοσιαλισμού και αποπροσανατολίζοντας τους λαϊκούς αγώνες.
Ενώ το κυπριακό μένει μετέωρο στη σκέψη και τη συνείδηση. Η Κύπρος, ως κρατική οντότητα δεν είναι παρά κληρονόμος  ιμπεριαλιστικών επιλογών του προηγούμενου αιώνα και ταυτόχρονα είναι δημιουργός και μιας νέας κατάστασης με τις ΑΟΖ και τις πηγές ενέργειας. Και γι’  αυτό παρά την πολυπλοκότητα της κατάστασης κι ακόμα και της άγνοιάς της σε βασικά της στοιχεία δεν είναι αυθαίρετη η πεποίθηση πως αυτή η κληρονομιά που συνεχίζει να κουβαλά εισβάλλει παντού, στις αντικρουόμενες απόψεις για τις συνομιλίες,  στις κατηγορίες για το ναυάγιό τους, στις συμμαχίες για οριοθέτηση ΑΟΖ, στις γεωτρήσεις από τις κοινοπραξίες πολυεθνικών,  στις απειλές κλπ. και είναι αυτή που καθορίζει τα πάντα.
Σαράντα τρία χρόνια από κείνο το καλοκαίρι, επτά χρόνια με το αστικό μας κράτος να μας δείχνει τα δόντια του, δεν έχουμε γίνει σοφότεροι σχετικά μ’   εκείνα τα γεγονότα σε βασικά τους στοιχεία. Οι λεπτομέρειες που έρχονται στο προσκήνιο μάλλον αποδυναμώνουν το σύνολο, προσανατολίζοντας σε ερμηνευτικά σχήματα όπου θέση έχουν οι καλοί και κακοί ηγέτες και οι λανθασμένες πολιτικές επιλογές τους. Η προσέγγιση της πολυπλοκότητας  των γεγονότων εκείνων των χρόνων που γίνεται μέσα από  υποτιθέμενες ακριτομυθίες πολιτικών παραγόντων της εποχής, αποκαλυπτικά αρχεία κλπ., με τον περίφημο φάκελο της Κύπρου να κλείνει πριν καλά καλά ανοίξει πριν τριάντα χρόνια (που τώρα παραδίδεται στην κυβέρνηση της Κύπρου με τις ίδιες μεγαλοστομίες), με μαρτυρίες σποραδικές και προσωπικές,  όλα προσφέρονται για κατασκευή  μιας εικόνας κατά το δοκούν της κυρίαρχης εξουσίας, όπου δεν έχει θέση η ερμηνεία των γεγονότων μέσα από ταξική ματιά στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και  των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων.
Και κάπως έτσι η κυρίαρχη εξουσία θέλει να  αφεθούμε σε μια λήθη που ισοδυναμεί με καθ’ ομοίωση με τα νέα πρότυπα του καπιταλισμού  που επιβάλλονται.
     Η ζωντανή όμως μνήμη είναι απαραίτητη για να μην πάρουν όλοι συγχωροχάρτι και ξεμπερδέψουν με την ιστορία όπως επιχειρείται να γίνει, να μη νομιμοποιηθούν οι επιλογές του ντόπιου αστισμού.  Η συλλογική μνήμη δεν πρέπει να απωθήσει τα εγκλήματα της δικτατορίας, την οδύνη που προκάλεσε η ιμπεριαλιστική πολιτική. Είναι αναγκαίο να τα διατηρήσουμε στη μνήμη μας, να τα κατανοήσουμε για να αναγνωρίσουμε τις ίδιες αιτίες και σκοπιμότητες στις σύγχρονες πραγματικότητες, από το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας μέχρι την καταστροφή της Συρίας, στις πραγματικότητες που προσβάλλουν τον ανθρωπισμό που θρασύτατα ευαγγελίζονται  οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. 

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ



Απορρίφτηκε από το Εφετείο Αναστολών το αίτημα αποφυλάκισης της Ηριάννας Β.Λ  και του Περικλή και ο υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Σ. Κοντονής από το βήμα της Βουλής χαρακτήρισε την απόφαση «δυσάρεστη έκπληξη» δικαιολογώντας τους δικαστές για την απόφασή τους, γιατί είναι κι αυτοί άνθρωποι και «ως άνθρωποι κάνουν λάθη», ενώ το τμήμα δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, του κόμματος που περιστασιακά ξεχνά  πως βρίσκεται στην κυβέρνηση, σε ανακοίνωσή του καταφέρεται εναντίον της απόφασης του δικαστηρίου, υπενθυμίζοντάς μας πως «η δικαιοσύνη  δεν είναι ουδέτερη» αλλά έχει «τη δική της μεροληπτική κοινωνική και ταξική ματιά» και διαβεβαιώνοντας «πως μια μάχη χάσαμε» αλλά « έρχονται άλλες, θα τις κερδίσουμε».
               Σίγουρα θα την  κερδίσει την επόμενη μάχη  ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε μέσα από παρέμβαση του ίδιου του υπουργείου δικαιοσύνης είτε μέσα από απόφαση του Εφετείου Αναστολών με άλλη σύνθεση στην επόμενη αίτηση της Ηριάννας Β.Λ. Κι έτσι θα δικαιώσει τα ad hoc «κινήματα», τόσο δίνοντας σ’ αυτά, αλλά και γενικότερα,  την ψευδαίσθηση μιας δυναμικής που αυτά δεν έχουν  όσο και καλλιεργώντας την εντύπωση ενός συστήματος που αφουγκράζεται κοινωνικές ανησυχίες. Προσωπικά βέβαια για την Ηριάννα Β.Λ η αίσια έκβαση της οδυνηρής της περιπέτειας θα είναι ευεργετική για τη ζωή της και σίγουρα σημαντική η συμβολή γι’ αυτό  του κινήματος  αλληλεγγύης που οργανώθηκε για να την υποστηρίξει. Μόνο που θα συνεχίσει να ισχύει ο τρομονόμος, οι  δικαστικές αποφάσεις να στηρίζονται σε επιστημονικά πορίσματα ερμηνευόμενα αυθαιρέτως από τους δικαστές, οι προβληματισμοί να εστιάζονται στις αποφάσεις του ενός ή άλλου δικαστή για να μπορεί η κυβέρνηση, είτε της αριστεράς ή της δεξιάς να επιδεικνύει ένα φιλολαϊκό ή σκληρό προφίλ, αναλόγως συνθηκών ή σκοπιμοτήτων.
               Η υπόθεση της Ηριάννας Β.Λ αν αφορά γενικά την κοινωνία είναι γιατί  θέτει επί τάπητος  και πάλι σχεδόν όλα τα ζητήματα για τη λειτουργία της δικαιοσύνης στο αστικό κράτος. Είναι από τη μια, για άλλη μια φορά, η εφαρμογή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, η οποία στο άρθρο 187Α  βαφτίζει σαν “τρομοκρατική ενέργεια” ακόμα και μια διαδήλωση ή απεργία αν αυτή κρίνεται ιδιαίτερα βλαπτική για το κράτος ή τους διεθνείς οργανισμούς, που μπορεί να καταδικαστεί κάποιος  ακόμα και αν τύχει να έχει προσωπικές σχέσεις και «παρέχει κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία …ανεξάρτητα από τη διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος» με άτομα που θεωρούνται τρομοκράτες, που επιτρέπεται  η συγκρότηση δικτύου κοινωνικής παρακολούθησης και καταγραφής κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Με τους αντιτρομοκρατικούς νόμους ανά την  Ευρώπη εξοπλίζεται η αστική δικαιοσύνη για να πολεμηθούν όσοι βαφτίζονται  εχθροί της δημόσιας ασφάλειας, πάει να πει και όσοι στρέφονται εναντίον της αστικής εξουσίας. Τέτοιες δίκες εφαρμογής τρομοκρατικής νομοθεσίας τροφοδοτούν  την αμφισβήτηση για την  ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και στους πιο καλοπροαίρετους θιασώτες της,  αποδεικνύοντας πως εφόσον  η κρατική εξουσία  στην ταξική κοινωνία ανήκει στην κυρίαρχη τάξη είναι επόμενο το δημιουργούμενο ή επικυρούμενο από την εξουσία δίκαιο να έχει κι αυτό ταξικό χαρακτήρα και να ευνοεί την κυρίαρχη τάξη.
               Το καινούργιο σ’ αυτήν τη δίκη είναι ο προβληματισμός για τη χρήση, ως ισχυρού αποδεικτικού στοιχείου ενοχής, γενετικού υλικού και γενικότερα για τον  τρόπο που χρησιμοποιούνται ή  ερμηνεύονται επιστημονικά πορίσματα από δικαστικές αρχές και όχι μόνον.
 Η επιστημονική δραστηριότητα δίνει  νέες γνώσεις, δηλ. μπορεί να οδηγήσει σε ριζική αλλαγή σε όλους του τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, κι αυτή όμως θα εξαρτάται από την κατεύθυνση και το είδος της σχέσης της με την πρακτική που αναπτύσσεται στη συγκεκριμένη κοινωνία. Η  εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστήμης δεν οδηγεί σε λύση μόνο των γνωστικών  αλλά και των κοινωνικών-πρακτικών προβλημάτων. Κι αν οι επιστήμες έχουν με τον ένα ή άλλο τρόπο τις ιστορικές ρίζες τους στην πρακτική εμπειρία, στην πορεία της ανάπτυξής τους  αποσπώνται από την εμπειρική βάση τους, αναπτύσσονται θεωρητικά, αλλά επανέρχονται στην εμπειρία στη σφαίρα της πρακτικής τους εφαρμογής. Γι’ αυτό και η κάθε επιστήμη συνδέεται  με τους κοινωνικούς θεσμούς, διεισδύοντας στη βιομηχανία, την αγροτική οικονομία, στην πολιτική και στρατιωτική σφαίρα. Επομένως στον καπιταλισμό, στις συνθήκες  των ανταγωνιστικών  κοινωνικών σχέσεων και της επιδίωξης κέρδους, οι επιτεύξεις της επιστήμης χρησιμοποιούνται τόσο  για την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων όσο και για την απόσπαση  υπερκέρδους από τους καπιταλιστές. Γιατί το βάθεμα  των δεσμών της επιστήμης   με όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής  και η  ενίσχυση του κοινωνικού της ρόλου την αναδεικνύουν σπουδαιότατο στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας και κινητήρια δύναμη της εξέλιξής της, αφού παίζει αποφασιστικό ρόλο  στη δημιουργία της υλικοτεχνικής βάσης αλλά και στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρητικής αξιολόγησης.
Ενδεικτικό παράδειγμα της χρησιμοποίησης του επιστημονικού λόγου για δικαίωση κοινωνικών επιλογών της άρχουσας τάξης είναι οι αντιλήψεις περί  ομοφυλοφυλίας  στα χρόνια της αυστηρής οικογενειακής ηθικής που ενίσχυαν το αστικό καθεστώς, αποτρέποντας οποιαδήποτε ελάχιστη κριτική του. Σε βιβλίο χαρακτηριζόμενο «σύγχρονος οικογενειακός σύμβουλος», στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 μπορούσε κανείς να διαβάσει συμβουλές γιατρού, που υπέγραφε με το όνομά του, σε έφηβο, τον οποίο κατατρόμαζε για τις ολέθριες συνέπειες του αυνανισμού, πάντα επιστημονικά μιλώντας.
            Αν λοιπόν σε δικαστικές αποφάσεις, τα επιστημονικά πορίσματα μπορούν να τις δώσουν κύρος και αντικειμενικότητα μπορούν όμως και να χρησιμοποιηθούν, όπως στη δίκη της Ηριάννας Β.Λ., για να καλύψουν ανεπάρκειες της δικαστικής εξουσίας ή καταφανείς σκοπιμότητες. Κι είναι αυτός ένας ορατός κίνδυνος που ανέδειξε η δίκη της Ηριάννας Β.Λ. ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του αιτήματός της.  

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΠΑΛΙΟ ΚΡΑΣΙ ΣΕ ΝΕΕΣ ΦΙΑΛΕΣ



Από τη μια  ο  καθηγητής του Yale, κατά δήλωσή του, Στ. Καλύβας,  όταν άρθρο του που δικαιώνει τη δικτατορία και προκαλεί θύελλα αντιδράσεων,  επανέρχεται με διευκρινίσεις, θέλοντας να πείσει πως δεν υπερασπίστηκε τη δικτατορία, αλλά  προβληματισμούς έθεσε ως ακαδημαϊκός βέβαια. Από την άλλη, έτερος καθηγητής, του ΕΚΠΑ αυτήν τη φορά, ο Αρ. Χατζής, σε δημοσίευσή του στο διαδίκτυο χαρακτηρίζει τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης την Ελλάδα, κι όταν οι αποδοκιμασίες για το σκεπτικό του πολλαπλασιάζονται το υπερασπίζεται χαρακτηρίζοντάς το χιουμοριστικό, ένα τρολάρισμα ήταν, κι όσοι  δεν το κατάλαβαν αποδεικνύουν το «λειτουργικό αναλφαβητισμό» τους.
                Οι υπαναχωρήσεις των δυο αυτών καθηγητών από τις βασικές θέσεις που υποστήριξαν δεν τις αναιρούν, απλώς αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο οικοδομείται ο ιδεολογικός λόγος της κυρίαρχης τάξης. Και οι δυο πανεπιστημιακοί τον ίδιο στόχο έχουν, να δικαιώσουν  τον καπιταλισμό, θεωρώντας τον δεδομένο ως φυσικό φαινόμενο,  όπως και το   κράτος που βρίσκεται στα χέρια της  αστικής τάξης που κατέχει τα μέσα παραγωγής.  Στο «χιουμοριστικό» μάλιστα άρθρο του Α. Χατζή με …αφέλεια ταυτίζεται ο κομμουνισμός γενικά με τον κρατισμό, παραβλέποντας πως η χώρα μας είναι καπιταλιστικό κράτος, ότι το κράτος είναι στα χέρια της κυρίαρχης τάξης των αστών εργαλείο ταξικού ελέγχου.
 Ο μεν ένας λοιπόν, με …επιστημονική αντικειμενικότητα,  υποστηρίζοντας πως η δικτατορία επιτάχυνε τον εκσυγχρονισμό του εγχώριου καπιταλισμού  αποδέχεται τις όποιες αποκλίσεις του αστικού κράτους,  θεωρώντας  πιθανόν σαν  …παράπλευρες απώλειες  τον περιορισμό ατομικών ελευθεριών,  την περιστολή κοινωνικών δικαιωμάτων, επιβολή στρατιωτικού νόμου κλπ. υπονοώντας πως δεν έχει σημασία το ισχύον πολιτικό καθεστώς, αρκεί το κράτος να βρίσκεται στα χέρια της κυρίαρχης αστικής τάξης. Ενώ ο άλλος, διαπρύσιος κήρυκας  του φιλελευθερισμού που βεβαίως αναδεικνύει ατομικότητα και ελευθερία, με ύφος ειρωνικό και …επιστημονική έπαρση, εστιάζει  στην  έλλειψη οικονομικής ελευθερίας στη χώρα μας, επιδιώκοντας να  χλευάσει  τον κομμουνισμό και να δικαιώσει  το καπιταλιστικό σύστημα. Κι αν θέλει μ’ αυτόν τον τρόπο να πείσει πόσο καλύτερα λειτουργεί η οικονομία όταν δεν παρεμβαίνει σ’ αυτή το κράτος και όλα λειτουργούν καλύτερα σε ιδιωτικό πλαίσιο δεν είναι  γιατί υποστηρίζει την κατάργηση του αστικού κράτους. Απλούστατα τη συρρίκνωση έως  εξαφανίσεως  του κοινωνικού κράτους  θέλει να δικαιολογήσει τώρα που ανατράπηκε ο σοσιαλισμός και το εργατικό κίνημα μοιάζει αδύναμο. Γιατί βεβαίως δεν αμφισβητείται ο ρόλος του  αστικού κράτους στη νομοθετική λειτουργία, στην περιφρούρηση της εφαρμογής των νόμων με τις δυνάμεις καταστολής ή στην απονομή δικαίου με τα δικαστήρια. Οι συγκρούσεις με τους διαδηλωτές στο Αμβούργο, στη σύνοδο των G20, δουλειά του αστικού κράτους ήταν που επιφορτίζεται με την καταστολή των ταξικών αντιπάλων,  δικαστικές αποφάσεις όπως  του Αρείου Πάγου στα καθ’ ημάς ότι ««η μη καταβολή δεδουλευμένων δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας», αν δεν συνδέεται  και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει τον εργαζόμενο σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σε αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης, εντάσσονται στις λειτουργίες του αστικού κράτους που ρυθμίζει την οικονομική δραστηριότητα προς όφελος της κυρίαρχης τάξης. Οι διασώσεις των τραπεζών από το κράτος έγιναν, δηλ. τη φορολογία των πολιτών.
                Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να γίνει αντιληπτό, πως από τέτοιες δημοσιεύσεις όχι απλώς προκύπτει μια εντελώς ειδική ανάγνωση της ιστορίας προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, αλλά και παγιώνονται  συλλογισμοί στηριγμένοι   πάνω στη διαδικασία επικοινωνίας  μέσα από την οποία επιβάλλονται  τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που δικαιώνουν την κυρίαρχη πολιτική της αστικής τάξης.  Δεν αποκαλύπτουν τέτοιες δημοσιεύσεις  παρά την πονηρή και έμμεση προσπάθειά της κυρίαρχης τάξης να κρατηθούν ναρκωμένες οι συνειδήσεις, γιατί  το κατεξοχήν πεδίο ανάπτυξης των μηχανισμών του κεφαλαίου για εναρμόνιση της σκέψης των εργαζομένων με την οικονομική δομή του είναι η πνευματική και πολιτισμική ζωή μιας κοινωνίας.
Κι αν οι δημοσιεύσεις  των δυο αυτών πανεπιστημιακών γίνονται αντικείμενο κριτικής δεν είναι για τις καινοφανείς ιδέες τους ή στοχεύσεις τους, αλλά περισσότερο γιατί είναι ενδεικτικές της προσπάθειας ο λόγος της  διανόησης να μην  αφομοιώνεται απλώς από το λόγο της κυρίαρχης εξουσίας αλλά να  γίνεται ο λόγος της.
                Δεν είναι βέβαια συμπτωματικό πως καθηγητές πανεπιστημίου, καλλιτέχνες και λοιποί διανοούμενοι όλα αυτά τα χρόνια των μνημονίων, εκτός από κάποιες κραυγές που μόνο τον θόρυβο αύξησαν πριν την ανάληψη της κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχουν αρθρώσει τον ελάχιστο λόγο αμφισβήτησης, συμπράττοντας κι αυτοί στην εκ των άνω επιδέξια κατασκευασμένη συναίνεση.
                Από  τον εμφύλιο, με  την ήττα της επανάστασης και τον αποκλεισμό των συναινετικών κοινωνικών λύσεων, μέχρι την πτώση της δικτατορίας πλειοψηφίες των γραμμάτων και της τέχνης εκείνης της περιόδου θεωρούνταν αριστερές έστω και με ελάχιστη αμφισβήτηση,  αναγκαστικά μιας και το ταξικό κράτος φοβισμένο, γι’  αυτό και σκληρό, απαγορεύει την πρόσβασή τους σ’ αυτό, προσπαθώντας να ελέγξει όλες τις δομές, ώστε να μην κινδυνεύσει ξανά –προωθείται ένας τύπος ανάπτυξης στηριγμένος όχι στα νέα αστικά στρώματα που περιλαμβάνουν και τη διανόηση, αλλά στα παλιά μικρομεσαία και μεταπρατικά  στρώματα. Από τη μεταπολίτευση και μετά, με αποκορύφωμα το ΠΑΣΟΚ, περνάμε από τον αποκλεισμό από το κράτος  στην ολοκληρωτική εισβολή των διανοουμένων σ’  αυτό. Κι αν οι  καλλιτέχνες και  διανοούμενοι  συνεχίζουν στην πλειοψηφία τους να δηλώνουν  αριστεροί,  είναι όμως συναινετικοί προς το αστικό κράτος μιας και θεωρείται πως μπορεί πλέον να αλωθεί εκ των ένδον και να γίνει δικό τους. Ανεβαίνουν  κοινωνικά κι απομακρύνονται από τη βάση που τους ανέδειξε και από όπου αντλούσαν τις εμπνεύσεις τους.
                Η ενσωμάτωσή τους στην κυρίαρχη τάξης δεν σπάζει ούτε και στα χρόνια των μνημονίων, αν και υπάρχει ένταση ταξικών ζητημάτων. Μοιάζει λοιπόν τέχνη και διανόηση να φτάνει σε υπαρξιακό αδιέξοδο και καταλήγουν σε  λύσεις που δείχνουν περισσότερο την χρεοκοπία τους –συντήρηση των κεκτημένων, αντιγραφή ή ολοταχώς προς τα πίσω. Εμφανίζονται διανοούμενοι και καλλιτέχνες  φιλελεύθεροι, υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απαιτούν μεταρρυθμίσεις και αλλαγές του υπάρχοντος συστήματος, μόνο που δεν εννοούν αλλαγή των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων βέβαια, αλλά την τιθάσευση τους που περνά  μέσα από τη χρησιμοποίηση του υπάρχοντος κράτους   και τη μεταρρύθμιση  εκείνων των δομών του που από την πίεση των εργαζομένων θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υπέρ τους. Για να πείσουν λοιπόν τώρα σε καιρό ανέχειας και συγκρούσεων  προσπαθούν να παρουσιάσουν παλιές ιδέες σαν νέες, να εφεύρουν νέες ανάγκες, απ’ όπου ν’ αντλούνται πολιτικές αγωνίες, ελπίδες και πολιτικές ουτοπίες συμβατές με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. 
Και  οι δυο αυτοί  καθηγητές, όπως και άλλοι βέβαια,  είναι ενδεικτικά παραδείγματα μιας  τέτοιας προσπάθειας. Στην ουσία  να γεμίσουν με νέο κρασί παλιές φιάλες.  Δεν αποτελούν αυτοί όπως και άλλοι  απλώς έναν καθρέφτη της κυρίαρχης τάξης απ’ όπου εξαρτώνται,  αλλά επιφορτίζονται με στόχο διαμορφωτικό και διαπλαστικό της κοινωνίας.  Και  ο ίδιος στόχος παραμένει όπως στο μετεμφυλιακό κράτος: να εξουδετερωθεί αυτό που πρέπει να αποκλεισθεί σαν επικίνδυνο, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, για να γίνει δυνατό το σύνολο της κοινωνίας, πέρα από τάξεις,   να αποτελέσει  ένα ομοιογενές ιδεολογικά σύνολο ταυτιζόμενο με την άρχουσα τάξη και τα συμφέροντά της.  

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΝΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΙΩΝΤΑΣ

Η άρχουσα τάξη και οι πολιτικοί που την εκπροσωπούν και εξυπηρετούν τα συμφέροντά της με την πολιτική που εφαρμόζουν, σε αναζήτηση ιδεολογίας και θεωρίας, που θα πείθει και θα εξασφαλίζει τη συναίνεση πλειοψηφίας των εργαζομένων, σκοντάφτουν πάντα σε διαστρεβλώσεις τσιτάτων που αποδίδονται σε Μαρξ και Λένιν. Με άλλοθι λοιπόν παραποιημένες φράσεις τους προσπαθούν να καταξιώσουν την πολιτική τους από τη μια, αλλά κυρίως φιλοδοξούν να τους αχρηστεύσουν παρουσιάζοντάς τους να δικαιολογούν το κυρίαρχο σύστημα και τους κομμουνιστές ανίδεους που δεν τους κατανοούν.  Και ενδεικτικό παράδειγμα  δεν είναι μόνο  ο αρχηγός  της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ. Μητσοτάκης που  με την «αθλιότητα» της δικής του φιλοσοφίας θέλει να παραπλανά, ανάλογα σε ποιο ακροατήριο ή σε ποιο τμήμα του εκλογικού σώματος απευθύνεται, αλλά και οι οπορτουνιστές «αριστεροί» και ένα μεγάλο μέρος μιας διανόησης συγχωνευμένης στην κυρίαρχη εξουσία που επιμένουν να τεκμηριώνουν τις απόψεις τους με μια διαστρεβλωμένη ανάγνωση όχι μόνο της ιστορίας αλλά και των κλασικών του  επιστημονικού σοσιαλισμού. Πέρα από την όποια άγνοια μπορεί να τους καταλογιστεί, το βασικό είναι ο στόχος τους  να  τους μετατρέψουν σε ιδεολογικά στοιχεία αναπαραγωγής του καπιταλισμού, που φανερώνει τον καλυμμένο φόβο τους γι’ αυτούς, αφοπλίζοντας ιδεολογικά και πολιτικά το εργατικό κίνημα.      
Και κάπως έτσι να συνεχίζουμε ακόμα και μέσα στην εξαθλίωσή μας να καθορίζουμε τα δικά μας συμφέροντα, των εργαζομένων, με τα κριτήρια της άρχουσας τάξης. Η «αριστερή» μας κυβέρνηση λοιπόν, χρησιμοποιώντας και τις μαρξιστικές της γνώσεις,   ήθελε  να μας πείσει πως μπορούσε να καταφέρει με τους αστικούς θεσμούς της δημοκρατίας τη χαλάρωση της αντίθεσης των δυο ταξικών αντιπάλων, άρχουσας τάξης –εργαζομένων, και τη μετατροπή της σε αρμονία. Μόνο που τελικά, αν και λυπάται,  η κρίσιμη κατάσταση της οικονομίας  επιβάλλει μια πανεθνική προσπάθεια και σχέδιο που έχει επίκεντρο την ανάπτυξη και τις  μεταρρυθμίσεις εις βάρος των εργαζομένων, αφού δεν υπάρχει άλλη οδός. Γι’ αυτό και στην προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή για τη β αξιολόγηση και την οικονομία, κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση διασταύρωσαν τα ξίφη τους για όλα όσα δεν αφορούσαν την οικονομική πολιτική που επιβάλλεται και ενστερνίζονται αμφότεροι.
                Και κάπως έτσι η υπουργός Γεροβασίλη με έγγραφο στις δημόσιες υπηρεσίες αναφέρει τα μέτρα «για προστασία υγείας υπαλλήλων λόγω συνθηκών καύσωνα», όπου υπενθυμίζεται πότε θεωρείται δικαιολογημένη η «μη προσέλευση στην υπηρεσία εκείνων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες όπως αναφέρονται στην υπ’ αρ. πρωτ. ΔΙΑΔΠ/20-07-11 εγκύκλιο του Υπουργείου». Μόνο που στην πράξη η εργαζόμενη οδοκαθαρίστρια με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, Ντανιέλλα Πρελορέντζου, 62 ετών, στο δήμο Ζωγράφου κλήθηκε στο ίδιο 24ωρο να δουλέψει στη νυχτερινή βάρδια μετά την πρωινή, με συνέπεια το θάνατό της εν ώρα υπηρεσίας. Γι’ αυτό τα εργατικά ατυχήματα και οι θάνατοι στη δουλειά εξαφανίζονται πίσω από υποκριτικές συμπαραστάσεις στους οικείους του εκλιπόντα και υποσχέσεις  για αναζήτηση ευθυνών, που μένουν πάντα στο στάδιο των υποσχέσεων όταν δεν υπάρχει ισχυρό οργανωμένο  εργατικό κίνημα. 
                Και κάπως έτσι, επειδή η αστική τάξη δεν προσαρμόστηκε σ’ ένα άκαμπτο πρότυπο συμπεριφοράς,  εξαιτίας των ταξικών αγώνων των προηγούμενων δεκαετιών, και πρόσφερε στους εργαζομένους την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας στο προϊόν της εργασίας τους και τη συνακόλουθη αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών προς όφελός τους, δίχασε και προσεταιρίστηκε εργαζόμενους,  που πιστεύοντας ακόμα και τώρα  πως θα ξεφύγουν από την εξαθλίωση που τους επιβάλλει, συνειδητά την υπηρετούν κολακεύοντάς την. Μόνο που τώρα πια η αποκάλυψη και ο ρόλος των   ενσωματωμένων επαγγελματιών συνδικαλιστών που συνεργάζονται με τους διαχειριστές της εξουσίας για χειραγώγηση των εργαζομένων δεν μπορεί να καλυφτεί πίσω από έναν λόγο που υποκρίνεται πως υπερασπίζεται τους εργαζόμενους, όπως του προέδρου της ΠΟΕ-ΟΤΑ Ν. Τράκα ο οποίος σε δήλωσή του, εκθειάζοντας το ζήλο και ευσυνειδησία της εργαζόμενης που πέθανε, βρήκε την ευκαιρία να στραφεί εναντίον της απεργίας «Αυτοί είναι οι εργάτες της καθαριότητας. Εργάτες της δουλειάς και όχι των απεργιών. Αυτό μόνο ζητάνε. Εργασία για ζωή.»
                Και κάπως έτσι μια ακόμα απεργία μπήκε στο στόχαστρο και των άλλων εργαζόμενων που πλήττονταν απ’  αυτή. Με την κυβέρνηση που ήθελε να φαίνεται πως αναζητεί λύση στο πρόβλημα των συμβασιούχων με υποσχέσεις που παρέπεμπαν το πρόβλημα στον επόμενο χρόνο και διάφορους δημάρχους να θέλουν να επιδείξουν αποφασιστικότητα, σταθερότητα, αυστηρότητα κλπ. δηλ. αρχηγικές ικανότητες ισάξιες αυτών της κεντρικής πολιτικής σκηνής συμπράττοντας μαζί της,  με επικεφαλής σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό το δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Γ. Μπουτάρη και τις απειλές του για ανάθεση της αποκομιδής σκουπιδιών σε ιδιώτη. Γιατί σε κάθε απεργία το διακηρυγμένο χαρτί της εργοδοσίας είναι το τσάκισμα των απεργών, που δεν περιλαμβάνει μόνο την οικονομική τους ανέχεια και την απειλή της ανεργίας, αλλά και την απομόνωσή τους από την κοινωνία και άλλους εργαζόμενους με την επιστράτευση του κοινωνικού αυτοματισμού.
                Πολιτικές συμπεριφορές, μέσα ενημέρωσης ή κοινωνικής δικτύωσης, λόγοι θεωρητικών  αντανακλούν, καθρεφτίζουν αλλά κυρίως επιβάλλουν μια συγκεκριμένη εικόνα για την κοινωνική ζωή και για μας και  διαμορφώνουν το βλέμμα μας. Κι αν σήμερα στον καπιταλισμό η μόνη κλίμακα αξιών  και συγκινήσεων που θέλουν να διαμορφώνουν το βλέμμα μας στον κόσμο είναι αυτή του ανταγωνισμού και κέρδους, υπάρχει πάντα το όραμα μιας άλλης κοινωνίας  στη οποία το βλέμμα μας  στον κόσμο προσδιορίζεται  από συγκινησιακές ολοκληρώσεις και αξίες που σέβονται τον άνθρωπο και την εργασία του. Και είναι η κομμουνιστική.