Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Δεν ζούμε πια την ένταση, με την αγανάκτηση και το θυμό των πρώτων ετών της καπιταλιστικής κρίσης. Έχουμε προσαρμοστεί με τους καινούργιους όρους ζωής, αποφεύγουμε να κοιτάξουμε καταπρόσωπο τους φόβους που μας συνθλίβουν και δεχόμαστε το μοιραίο της οικονομικής εξαθλίωσης και την εξήγησή της σαν φυσικό φαινόμενο. Μαντρωμένοι από τον καπιταλισμό της Ευρώπης  μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που σαν να είμαστε κοπάδια διαχειρίζεται την εξαθλίωσή μας χωρίς να σκεφτόμαστε ούτε καν την απόδραση, γραπωνόμαστε από ψήγματα ελπίδας για τις προοπτικές μας, ενώ περιμένουμε την ώρα που θα μας διαθέσει κατά το συμφέρον της. Στο ενδιάμεσο, υπερασπιζόμενοι τα …ιερά δικαιώματα του ανθρώπου, διαμαρτυρόμαστε μ’ επικεφαλής ευαίσθητα κοριτσάκια για την κλιματική αλλαγή και ψηφίζουμε για την αντιπροσώπευσή μας σε κοινοβούλια που νομιμοποιούν αποφάσεις των καπιταλιστικών κέντρων εξουσίας.
         Κι αν βέβαια οι τάσεις της κοινωνίας και οι διεργασίες που υπάρχουν  στο κοινωνικά υποκείμενα είναι αδύνατο να εκφραστούν στο εκλογικό επίπεδο στις πραγματικές τους διαστάσεις, αφού το κοινοβουλευτικό παιχνίδι δεν είναι το βασικό πεδίο δράσης για κινήματα και αντιστάσεις, όμως ορισμένες πλευρές  των εκλογών μπορεί να έχουν σημασία και να αντικατοπτρίζουν τάσεις κι αντιλήψεις της κοινωνίας.
            Αναζητώντας την έκφραση της δυσφορίας για την εγκαταστημένη πια οικονομική λιτότητα στο εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών βρίσκει κανείς φασισμό και απολιτικοποίηση, όπως όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης.
Στο Ευρωκοινοβούλιο το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, που ιστορικά κυριαρχούσαν, δεν θα διαθέτουν πλέον την πλειοψηφία, οι φιλελεύθεροι με τους Πράσινους ενισχύθηκαν σημαντικά όπως και τα ποικιλώνυμα φυτώρια φασισμού στην Ευρώπη που καταγράφονται ως ακροδεξιά. Στα καθ’ ημάς έγινε η συνήθης μετατόπιση από το ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ όπως πριν τέσσερα χρόνια είχε γίνει η αντίστροφη, από ΝΔ σε ΣΥΡΙΖΑ, σε αντικατάσταση του ΠΑΣΟΚ, ενώ οι φασίστες τσιμεντώνουν τα ποσοστά τους συνολικά σε όλους τους κλώνους τους με τις διάφορες επωνυμίες.  
Από τις προηγούμενες ευρωεκλογές, η ανάγνωση των αποτελεσμάτων χρέωνε στην οικονομική κρίση της Ευρώπης με τις ανερχόμενες και διευρυνόμενες ανισότητες την άνοδο των ποικιλώνυμων φασιστικών κομμάτων που δίνουν ελπίδες ότι θα καλύψουν τις ανησυχίες των ψηφοφόρων, με την υπόσχεση της αποκατάστασης της εθνικής κυριαρχίας στο όνομα του λαού. Για να κατανοηθεί η άνοδός τους όμως δεν αρκεί να επισημανθούν οι τρόποι με τους οποίους κάνουν πιο ελκυστικό το μήνυμά τους σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού και να θεωρηθεί πως η επιτυχία τους αντικατοπτρίζει απλώς τη βούληση του λαού.
Τα ακροδεξιά κόμματα έχουν αποδείξει πως είναι σε θέση να προσαρμόσουν το μήνυμά τους για να επεκτείνουν την υποστήριξη πέρα από τη στενή βάση των οπαδών τους, που είναι αγανακτισμένοι λευκοί χριστιανοί σε επισφαλή απασχόληση με χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης. Κι έτσι δίνουν την εντύπωση πως απομακρύνονται από τον φασισμό, ώστε να φαίνονται νόμιμοι σε ένα φάσμα ψηφοφόρων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θα ένιωθαν άβολα επιλέγοντας ένα ρητά ρατσιστικό κόμμα.  
Ακόμα και στα καθ’ ημάς, η Ελληνική Λύση του Κ. Βελόπουλου, όπως και η ακροδεξιά διεύρυνση της Ν.Δ προσφέρει στέγη σε τμήμα των φασιστών που δεν θέλουν να ταυτίζονται με την  εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής, η οποία φαίνεται να παραδίδει τη φασιστική σκυτάλη σε νομιμοποιημένους πολιτικούς σχηματισμούς.
Αυτό που κάνει τα ακροδεξιά κόμματα επιτυχή είναι ακριβώς το εθνικιστικό τους μήνυμα - πιο συγκεκριμένα, οι τρόποι με τους οποίους δικαιολογούν την οικονομική εξαθλίωση ή  τον αποκλεισμό από την ευμάρεια.  Αυτό δεν συμβαίνει αποκλειστικά με κριτήρια βιολογικά (όπως χρησιμοποιούνται από φασιστικά συμβατικά ακροδεξιά κόμματα), αλλά γίνεται μέσω των πολιτικών διακρίσεων - επιδιώκοντας να αποκλείσουν όσους υποτίθεται ότι δεν υιοθετούν τις «αξίες μας», της δημοκρατίας και της ανοχής. Μέσω αυτής της πολιτικής-εθνικιστικής αφήγησης τα ονομαζόμενα ακροδεξιά κόμματα εξομαλύνουν τον αποκλεισμό, εξαφανίζοντας τις ταξικές του διαστάσεις και   προσφέροντας λύσεις στις πολλαπλές ανασφάλειες των ψηφοφόρων, χωρίς να αγγίζουν τον πυρήνα της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Χρησιμοποιούν μια ρητορική που αποκλείει μια ποικιλία πληθυσμιακών ομάδων, όπως είναι γενικά οι πρόσφυγες και μετανάστες ή οι μουσουλμάνοι με τις μαντήλες και το κοράνι,  με βάση ότι αποτελούν απειλή για την κοινωνική συναίνεση και, ως εκ τούτου, τη σταθερότητα και ευημερία. Η υιοθέτηση αυτής της μορφής του αστικού εθνικισμού, η οποία αποκλείει επί τη βάσει των ιδεολογικών και όχι βιολογικών κριτηρίων του έθνους  που ανήκουν, μπορεί  με πολλούς τρόπους να θεωρηθεί  η νέα 'συνταγή της επιτυχίας', για  τα ακροδεξιά κόμματα, η οποία τα επιτρέπει να προσελκύσουν ένα ευρύ φάσμα των κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά κοινωνικά  υπόβαθρα και προτιμήσεις.
Κι έτσι μ’ επιτυχία  η άκρα δεξιά εκμεταλλεύεται προς όφελός της τη δυσπιστία στην ικανότητα της αριστεράς να πετύχει τους στόχους της με  την απαξίωση της  από τους  σοσιαλδημοκράτες, όπως σε μας από τον ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίπο συμπορεύτηκαν με την κυρίαρχη πολιτική στη συκοφάντηση του κομμουνιστικού λόγου  και στην εφαρμογή της οικονομικής λιτότητας. Καθώς χρεοκόπησε κάθε εναλλακτική πολιτική αφήγηση στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν μένει άλλη εκτός απ’ αυτήν του αναβαπτίσματος κι εξυγίανσης του φασισμού Κι έτσι η άνοδός φασιστικών κομμάτων διευκολύνει την κυρίαρχη τάξη, όπως φαίνεται από την αυξανόμενη συναίνεση κι άλλων κομμάτων  πως για να τα υπερκεράσουν και να έχουν εκλογικά κέρδη θα πρέπει να τα μιμηθούν.
Η καπιταλιστική κρίση έχει σίγουρα μεγάλη σημασία στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για να ανθίσουν ακροδεξιά –φασιστικά   πολιτικά κόμματα. Μπορεί να είναι καταλύτης σ’ αυτή τη διαδικασία, όμως δεν αρκεί από μόνη της για τον εκφασισμό της κοινωνίας. Οι σπόροι του αυταρχισμού, του εθνικισμού, του ρατσισμού, τη ξενοφοβίας είχαν φυτευτεί από την κυρίαρχη εξουσία στις αστικές δημοκρατίες πολύ πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης πριν από μια δεκαετία. Αποκλείοντας κάθε διέξοδο από τον καπιταλισμό που φρόντισε γι’ αυτό εδώ και δεκαετίες με τη συκοφάντηση κι απαξίωση της κομμουνιστικής προοπτικής και εξίσωσή της με το φασισμό γίνονται ελκυστικά τα ακροδεξιά κόμματα. Και η απειλή που μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται επικίνδυνη είναι η προοπτική μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού σ’ όλη την Ευρώπη να συνηθίσουν σταδιακά στις αντιδημοκρατικές, αυταρχικές και  βίαιες συμπεριφορές της εξουσίας. Ο φασισμός με τις νέες μορφές του νομιμοποιείται.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΕ


Η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του κοινοβουλίου της επιχειρεί να πείσει για το δημοκρατικό χαρακτήρα των θεσμών της, όσον αφορά  στη μορφή διακυβέρνησής της, με την εφαρμογή των τυπικών μηχανισμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Παρόλη όμως την αύξηση, με τις αναθεωρήσεις των συνθηκών, κάποιων αρμοδιοτήτων  του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου το ενδιαφέρον των ψηφοφόρων της ΕΕ για τις εκλογές δεν φαίνεται να είναι σημαντικό. Γι’ αυτό και οι ευρωεκλογές δεν αφορούν πρωτίστως το όργανο που εκλέγεται στην πραγματικότητα, αλλά τόσο οι προεκλογικές εκστρατείες όσο και τα κίνητρα των ψηφοφόρων καθορίζονται  από την πολιτική δυναμική που υπάρχει σε κάθε κράτος μέλος.
 Στα καθ’ ημάς, στην τωρινή  συγκυρία,  χρησιμοποιούνται από τα δυο κόμματα εξουσίας, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, ως πρόκριμα για τις εθνικές εκλογές, ενώ και οι ψηφοφόροι θεωρούν πως αυτές έχουν περιορισμένες επιπτώσεις στην πολιτική εξέλιξη της ίδιας της Ένωσης και ψηφίζουν βάσει εθνικών και όχι ευρωπαϊκών ανησυχιών.
Τις  αυριανές ευρωεκλογές πολλοί, όπως ο Ε. Μακρόν, τις χαρακτηρίζουν τις σημαντικότερες εκλογές στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επισείουν μάλιστα τον κίνδυνο ανόδου ακροδεξιών και φασιστικών δυνάμεων στην σύνθεση του κοινοβουλίου που  θα είναι καθοριστικός για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που ξεχνούν πως το ΕΚ έχει πολύ περιορισμένες αρμοδιότητες, ακόμα και στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας. Μπορεί μόνο να εγκρίνει ή να απορρίψει  τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής, ή να προτείνει τροπολογίες δηλ. δεν έχει καν την εξουσία να κινεί τη νομοθεσία.
Όλη  η αρχιτεκτονική της ΕΕ ευνοεί την εκτελεστική και τεχνοκρατική εξουσία, με το ευρωπαϊκό συμβούλιο των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων, την ευρωπαϊκή επιτροπή κι ένα πλήθος τεχνοκρατών υπαλλήλων,   έναντι της νομοθετικής εξουσίας. Γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό και για την κυρίαρχη εξουσία κάθε κράτους μέλους να μεταφέρει εξουσίες στην ΕΕ, τόσο για να απομονώσει τις οικονομικές πολιτικές από τον έλεγχο και τον περιορισμό που μπορεί να ασκήσουν θεσμοί της αστικής δημοκρατίας με την πίεση λαϊκών στρωμάτων  κάθε κράτους, όσο και για να μειώσουν το πολιτικό κόστος της μετάβασης σε πολιτικές αυταρχισμού. Εκτοπίζοντας την ευθύνη σε εξωτερικούς θεσμούς και παράγοντες, αρκούντως μακρινούς, σκοτεινούς και ακατανόητους, ευελπιστούν στον περιορισμό των λαϊκών πιέσεων,  δικαιολογώντας την πολιτική τους ως βούληση της Ευρώπης, καθιστώντας την έτσι ισχυρότερη. Η πολιτική ιστορία της χώρας μας την τελευταία δεκαετία είναι ακριβώς η εφαρμογή αυτής της αντίληψης.
Τελικά η αποπολιτικοποίηση των ευρωεκλογών δεν είναι μόνο  συνέπεια της μη δημοκρατικής αρχιτεκτονικής της ΕΕ, αλλά και της ίδιας της φύσης της ευρωπαϊκής ένωσης, στην οποία δεν αναγνωρίζονται ταξικά συμφέροντα, δεν υπάρχουν κοινωνικές αποκλίσεις που ν’ αντανακλώνται στην πολιτική αμφισβήτηση στα θεσμικά όργανα. Η  ΕΕ πρωτίστως και κυρίως  λειτουργεί ως ένωση καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική,  αδιαφορώντας  για το επίπεδο ζωής των λαών της όταν απειλούνται χρηματοπιστωτικά και πολυεθνικά συμφέροντα. Με τους νέους νόμους που εκδίδονται κάθε χρόνο οι Συνθήκες της ΕΕ ενσωματώνουν ουσιαστικά τον καπιταλισμό στην πιο ακραία εκδοχή του στον ίδιο τον ιστό της ΕΕ,  κωδικοποιώντας τον και θέτοντας τεράστια εμπόδια σε κάθε παρέμβαση στην οικονομία προς όφελος των εκμεταλλευομένων τάξεων, ενώ απονομιμοποιεί  τον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό ιδεολογικά και κυριολεκτικά. Κι αφού η ΕΕ κατεδαφίζει κάθε αμυντικό προπύργιο της εργατικής τάξης και ξεριζώνει κάθε κατάκτησή της στην εργασία και κοινωνία, με την καπιταλιστική κρίση να την εξουθενώνει και την ανεργία να την εξαθλιώνει, εμφανίζεται ανήσυχη για την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη.
  Η ΕΕ εξασφάλισε τη δημιουργία πολιτικού χώρου για την ανάπτυξη των φασιστών, από τη στιγμή που εξασθένησε τις προοπτικές για μεταρρυθμίσεις και μετακινήθηκαν στο επίκεντρο οι πολιτικές μετανάστευσης και ρατσισμού, στοχοποιώντας τες σαν μια από τις αιτίες της κρίσης. Κι εκεί που ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν κάποια φασιστική παρουσία αυτή αρχίζει να επεκτείνεται ολοένα και βέβαια και στη χώρα μας με την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής.
Την ίδια στιγμή στην καπιταλιστική Ευρώπη των 28 όλο και περισσότερο η κυρίαρχη κι εμφανής πολιτική της  ολισθαίνει πολύ γρήγορα προς αυταρχικότερες οδούς, παρά περί τις αντιθέτου διακηρύξεις. Οι ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις δεν λείπουν. Έτσι, από τη μια το ευρωκοινοβούλιό της κάνει επίδειξη μη ανοχής στην αυταρχικότητα κυβερνήσεων όπως η Ουγγαρία με ψήφισμα του, όπου θεωρεί πως ο λαός της Ουγγαρίας αξίζει την  ελευθερία του λόγου, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη και την ισότητα, ξεχνώντας βέβαια την περίφημη δημοκρατία. Από την άλλη στο Παρίσι στις κινητοποιήσεις των κίτρινων γιλέκων συμμετέχουν στην καταστολή τους  θωρακισμένα οχήματα με τα διακριτικά της ΕΕ. Ενώ ο Μακρόν και η Μέρκελ μιλούν για την αναγκαιότητα  ενός στρατού της ΕΕ, μένοντας αναπάντητα τα ερωτήματα για τον σκοπό του και τη λειτουργία του. Συγχρόνως το ευρωκοινοβούλιο, εν ονόματι των πνευματικών δικαιωμάτων, ψηφίζει οδηγίες που υπονομεύουν τη δυνατότητα των χρηστών του διαδικτύου να μοιράζονται, να παραθέτουν, να κρίνουν υλικό ενημέρωσης και όχι μόνο.
Γι’ αυτό και  η ανησυχία της ΕΕ για την άνοδο του φασισμού μοιάζει υποκριτική, αφού άλλο δεν κάνει κι αυτή παρά να καταστέλλει την αντίσταση των λαών στην καπιταλιστική επίθεση και να επιδιώκει με όλα τα μέσα την υποταγή τους στα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου.
Κι επειδή η ενότητα και οργάνωση των εκμεταλλευομένων τάξεων για να αγωνιστούν για τα συμφέροντά τους χρειάζεται το Κομμουνιστικό Κόμμα, γι’ αυτό και η ΕΕ απαξιώνει, συκοφαντεί  τον κομμουνισμό εξισώνοντάς τον με το ναζισμό και μεθοδεύει την απονομιμοποίησή του και γι’ αυτό και στις ευρωεκλογές η ψήφος στο ΚΚΕ είναι ένα βήμα για ενίσχυση του λαϊκού κινήματος, ένα βήμα προς την κινητοποίηση και την δράση των εργαζομένων.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ


Ελάχιστος χρόνος έμεινε  μέχρι τις εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο και την αυτοδιοίκηση και οι δημοσκοπήσεις που ανοιγοκλείνουν την ψαλίδα ανάμεσα στα δύο κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ γίνονται κουραστικές με την επανάληψή τους και τις αποκλίσεις τους, προκαλώντας αμφισβήτηση της αξιοπιστίας τους. Στην υπόλοιπη Ευρώπη αντίστοιχες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως τα παραδοσιακά κόμματα της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς χάνουν την πολυετή πλειοψηφία των εδρών τους, με τους αντιευρωπαϊστές ακροδεξιούς και φασίστες να κερδίζουν έδρες.
Από τη μια λοιπόν εκλογές για θεσμούς υπερεθνικούς, όπως το ευρωκοινοβούλιο, σε μια ένωση καπιταλιστικών χωρών  που  παρόλη την προσπάθεια απόκτησης δημοκρατικής βιτρίνας, που είναι το κοινοβούλιο, δυσκολεύεται κανείς να τη δει ως μοντέλο δημοκρατίας, εκτός από μια μακρινή γραφειοκρατική μηχανή με περίπλοκες κανονιστικές ρυθμίσεις, που συσκοτίζουν προθέσεις και στόχους εξυπηρέτησης του μεγάλου κεφαλαίου.
Από την άλλη πάλι, εκλογές που αφορούν την αποκέντρωση της εξουσίας και της ευθύνης σε τοπικούς θεσμούς, που σύμφωνα με  τον κυρίαρχο λόγο αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, ως ευκαιρία για άσκηση άμεσης επιρροής στην ηγεσία της τοπικής αρχής και συνεπώς  την ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών. Στην πραγματικότητα με την ανάληψη ή μάλλον την  εκχώρηση εκείνων των πεδίων που σχετίζονται με το καθημερινό και το τοπικό, πολλές φορές διευκολύνεται η κεντρική εξουσία να μην χρεωθεί το πολιτικό κόστος των τοπικών συγκρούσεων ή ακόμα η τοπική εξουσία  μετατρέπεται σ’ ένα πρώτο βήμα  για να επιβληθούν οικονομικά συμφέροντα και να μπορέσουν να εκπροσωπηθούν και σ’ ανώτερους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς.
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές με πληθωρισμό υποψηφίων οι οποίοι φιλοδοξούν, καθώς είναι ευνοϊκό το σύστημα της απλής αναλογικής στις δημοτικές εκλογές,  για μια θέση σε δημοτικά ή περιφερειακά συμβούλια,  έχουν εξανεμιστεί, τουλάχιστον γι’ αυτή την Κυριακή, από τον ανταγωνισμό των δυο κομμάτων για τις ευρωεκλογές και η αναφορά σ’ αυτές περιορίζεται σε μεγάλους δήμους και περιφέρειες που εμπλέκονται σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό.  
Η προηγούμενη βέβαια πενταετία έδειξε πως η τοπική αυτοδιοίκηση ακόμα και στα σημερινά χρόνια μπορεί να γίνει ο τομέας εκείνος της δημόσιας ζωής όπου σ’ ένα μεγάλο βαθμό η κομμουνιστική αριστερά μπορεί να κριθεί πέρα από τα λόγια της και στα έργα της. Αν και οι αντικειμενικές δυνατότητες είναι σίγουρα περιορισμένες, αν και είναι ισχνοί και σε μεγάλο ποσοστό δεσμευμένες από ανελαστικές δαπάνες οι προϋπολογισμοί, αν και συνεχίζεται η εξάρτηση από χορηγήσεις κρατικές ή από πόρους που η κεντρική εξουσία έχει καθορίσει, παραδείγματα κομμουνιστών δημάρχων, όπως του Κ. Πελετίδη στην Πάτρα, είναι ενδεικτικά της αποφασιστικότητάς τους να μην είναι απλοί πληρεξούσιοι του καπιταλιστικού κράτους σε τοπικό επίπεδο, να μην εφαρμόζουν μέσα από τα τοπικά κρατικά όργανα πολιτική υπέρ των μεγαλοεπιχειρηματιών. Δεν περιορίζονται να πραγματώσουν την κρατική εξουσία στο πεδίο της αναπαραγωγής στο τοπικό επίπεδο, αλλά δείχνουν με τη δράση τους πως  και στα πιο στενά περιθώρια που υπάρχουν είναι εφικτές οι πρωτοβουλίες οι οποίες μπορεί να προωθούν μια άλλη αντίληψη δημοτικής διαχείρισης, που μεθοδεύουν τη συμμετοχή των πολιτών στην επεξεργασία της τοπικής πολιτικής και  χρησιμοποιούν συγκεκριμένους τρόπους για το λαϊκό συμφέρον, υπερβαίνοντας το ατομικό ή συντεχνιακό, που κινητοποιούν τη λαϊκή δυναμική βάση για μια άλλη πολιτική. Ακόμα κι αν περιφέρειες και δήμοι λειτουργούν και δρουν με πλαίσιο την κρατική πολιτική, δήμαρχοι και περιφερειάρχες που τολμούν να εναντιωθούν στην πολιτική της κυβέρνησης, στο βαθμό που τους αναλογεί, αγωνίζονται για να δημιουργηθούν οι όροι λύσης για  κάποια λαϊκά προβλήματα.
Και βέβαια τόσο  οι απόπειρες αναφοράς  στον κοινοτισμό του παρελθόντος όσο και οι ουτοπικές προβολές που αποφεύγουν τον σκόπελο της σύγχρονης καπιταλιστικής διοικητικής οργάνωσης δύσκολα δικαιώνουν τη μορφή της σημερινής τοπικής διοικητικής διαίρεσης που αποτελεί τμήμα στην ουσία του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού. Μπορεί βέβαια να δίνεται η εντύπωση πως η αποτελεσματική τοπική διοίκηση μπορεί να διευκολύνει τη συμμετοχή των πολιτών, να βελτιώσει την παροχή υπηρεσιών, να αυξήσει τη δημόσια λογοδοσία των τοπικών αρχόντων. Συγχρόνως όμως αυτή η τοπικότητα μπορεί να οδηγήσει σε αποσπασματικές και κατακερματισμένες υπηρεσίες εξυπηρέτησης, ιδίως στις περιπτώσεις όπου οι αρμοδιότητες που παρέχονται στις τοπικές αρχές ξεπερνούν την ικανότητα των τοπικών αρχών να υλοποιήσουν, όπως μπορεί  να δημιουργήσει και  τοπικά  πολιτικά ή οικονομικά φέουδα στα οποία ασκούνται ανεξέλεγκτες εξουσίες χωρίς πραγματική δημοκρατική εκπροσώπηση ή λογοδοσία. Γι’ αυτό και δεν είναι σύμπτωση το ενδιαφέρον, έμμεσο ή άμεσο,  των επιχειρηματιών για την τοπική αυτοδιοίκηση (παράδειγμα ο Β. Μαρινάκης).
Επειδή όμως και η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί  για αντιπαράθεση με τις πολιτικές επιλογές της κεντρικής πολιτικής σκηνής ξεπερνώντας τη μάλιστα και περιλαμβάνοντας κι άλλες σφαίρες δημόσιας ζωής και να πάρει χαρακτηριστικά σύγκρουσης, γι’ αυτό υποστηρίζεται η ψήφος στους κατά τόπους συνδυασμούς της  Λαϊκή Συσπείρωσης που στηρίζεται από το ΚΚΕ.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

ΕΝΑ ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Στην διακήρυξη που, στο Σίμπιου της Ρουμανίας, υπέγραψαν οι 27 ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 9η Μαΐου, ανακηρυγμένη ως ημέρα της Ευρώπης, πέρα από τις πολλές  υποσχέσεις και τους  αυτοεπαίνους για την εξασφάλιση δημοκρατίας, ελευθερίας, ασφάλειας, ευημερίας κλπ. η αναφορά πως «δεν υπάρχει χώρος για διαιρέσεις που είναι αντίθετες στο συλλογικό μας συμφέρον» συνδέθηκε με τα γεγονότα που συνέβησαν τριάντα χρόνια πριν, όταν «εκατομμύρια άνθρωποι πολέμησαν για την ελευθερία τους και για την ενότητα και γκρέμισαν το Σιδηρούν Παραπέτασμα που είχε διχοτομήσει την Ευρώπη για δεκαετίες».
       Εβδομήντα τέσσερα χρόνια από την νίκη του κόκκινου στρατού της ΕΣΣΔ εναντίον το ναζισμού, με τη Σοβιετική Ένωση να μη υπάρχει πια, η ΕΕ θυμήθηκε πως αυτό που την ενώνει είναι το γκρέμισμα του Σιδηρού Παραπετάσματος. Γι’ αυτό και το  περιεχόμενο της επετείου της  9η Μαΐου η ΕΕ το  αντικαθιστά με μεθοδικό τρόπο και από επέτειο της ολοκληρωτικής στρατιωτικής ήττας του ναζισμού με άνευ όρων συνθηκολόγηση των Γερμανών στα 1945   μετατρέπεται σε ημέρα της Ευρώπης. Την ημέρα που  ο Ρ. Σούμαν το 1950 διάβασε τη διακήρυξη για την ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα Άνθρακα  και Χάλυβα.
          Ο όρος σιδηρούν παραπέτασμα έγινε διάσημος από τον Ουίνστων Τσώρτσιλ από ομιλία του το 1946 σε κολλέγιο στο Fulton του Μισσούρι των ΗΠΑ και χρησιμοποιήθηκε για τα επόμενα 45 χρόνια του ψυχρού πολέμου. Ήταν ένας όρος ο οποίος  βόλευε την δυτική προπαγάνδα η οποία παρουσίαζε τους λαούς των λαϊκών δημοκρατιών της ανατολικής Ευρώπης ως αιχμαλώτους πίσω από ένα αδιαπέραστο φράγμα, χωρίς επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο. Η χρήση του από την ΕΕ εντάσσεται στις προσπάθειές της για παραποίηση της σύγχρονης ιστορίας, συκοφαντώντας τις εμπειρίες του σοσιαλισμού και εξισώνοντας φασισμό με κομμουνισμό, ενώ ολοένα και περισσότερο απαξιώνονται και αποσιωπώνται τα εγκλήματα του ναζιστικού φασισμού.
         Οι καπιταλιστές  της Ευρώπης  επειδή φοβήθηκαν τις νίκες του κόκκινου στρατού, που απελευθέρωναν τα έθνη της ανατ. Ευρώπης από τη φασιστική κατοχή, προσπάθησαν σχεδόν την επαύριο της λήξης του Β παγκοσμίου πολέμου να οργανωθούν εναντίον των κομμουνιστών που είχαν κερδίσει δύναμη και αίγλη κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο. Η δημιουργία του ΝΑΤΟ αυτό το σκοπό εξυπηρετούσε. Φυσικά δεν ενδιαφέρονταν μόνο για να αποτρέψουν μακροπρόθεσμα μια πιθανή επανάσταση, αλλά περισσότερο προσπαθούσαν να καταστείλουν ή να χειριστούν τα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα μέσω του στρατιωτικού και ιδεολογικού πολέμου. Και όσο τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα απομακρύνονταν από τον λενινισμό, η τάση προς υπερεθνική οικονομική  ολοκλήρωση της Ευρώπης κέρδιζε έδαφος με τον ευρωκομμουνισμό να αποδέχεται την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ως μέσο για την οικονομική ανάπτυξη. Παρουσιάζονται διαφορετικές εκδοχές της νέας αριστεράς με απόψεις για  τρίτο δρόμο προς το σοσιαλισμό και  κοινωνικά κινήματα που εστιάζουν το ενδιαφέρον σε προβλήματα ταυτότητας και δικαιωμάτων  τα οποία περιορίζουν την αντίθεσή τους μέσα στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Δημιουργούνται  κοινωνικά φόρουμ, εναλλακτικά κοινωνικά προγράμματα και κινήματα  χωρίς ν’ αμφισβητούν τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής  και  τη θεσμική βάση του συστήματος και η ευφορία για μετεξέλιξη του καπιταλισμού δια της νομοθεσίας κυριαρχεί.
           Αν όμως η εξισορρόπηση δύναμης, που διατηρούσαν η Σοβιετική Ένωση και οι σοσιαλιστικές χώρες ενάντια στον απεριόριστο ιμπεριαλισμό, επέτρεψε σε ορισμένες χώρες και περιοχές να ενεργούν σχετικά ανεξάρτητα από τις επιταγές του ιμπεριαλισμού, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος της πολιτικής επιρροής του σοσιαλισμού πάνω σε κοινωνικά και  απελευθερωτικά κινήματα, τέτοια κινήματα πια εκβιάζονταν σε συμμόρφωση  με ιμπεριαλιστικούς στόχους. Στις τελευταίες μάλιστα δεκαετίες η κυρίαρχη εξουσία επεκτείνει τον ορισμό της απειλής  γι’ αυτήν σε κάθε είδους αστάθεια που προκαλείται από την πολιτική και οικονομική κρίση.
 Ο καπιταλισμός και  ιμπεριαλισμός ανασυγκροτείται τριάντα χρόνια τώρα και σε χώρες και περιοχές όπου είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει. Το ΝΑΤΟ συνεχίζει να οργανώνει αντεπαναστατικές δυνάμεις με στρατιωτικά και ιδεολογικά μέσα  για την εκτέλεση ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Και από κοντά η ΕΕ με τη δημιουργία της δικής της  ιδεολογικής εικόνας για θεμελιώδεις αξίες, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, και της κατασκευής μιας κοινής ιστορικής  μνήμης, που πατά πάνω στην ταύτιση φασισμού –κομμουνισμού, ενδυναμώνει την ταυτότητα και την εσωτερική της συνοχή  της για να ενισχύσει τη δύναμη  των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κέντρων.  
           Καθώς ο ιδεολογικός αγώνας των κομμουνιστών έχει υποχωρήσει οι ιδεολογικές παραστάσεις που δικαιώνουν την πρακτική της άρχουσας τάξης ευνοούν την καπιταλιστική κι ιμπεριαλιστική αποκατάσταση οδηγημένη από το αμερικανοκίνητο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χρησιμοποίηση λοιπόν του όρου «σιδηρούν παραπέτασμα» πάνω στην ανάμνηση του οποίου επιχειρείται να στηριχτεί η ενότητα στη ΕΕ δείχνει και τους φόβους της. Το σιδηρούν παραπέτασμα χρησιμοποιείται για να κρυφτεί η  πραγματικότητα. Πως η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί τις πιο αντιδραστικές αντιλήψεις και παραποιήσεις της σύγχρονης ιστορίας, ενώ προωθεί συμφέροντα πολυεθνικών, επιδιώκει μια πολιτική υπερεθνικών επιθέσεων, εντατικοποιεί την εκμετάλλευση κι επιτίθεται στα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, ενισχύοντας καταπιεστικές τάσεις και πρακτικές περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.           
       Κι έχοντας χάσει την αξιοπιστία τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα νεοεμφανιζόμενα κινήματα ή κόμματα και  αυτοπροσδιοριζόμενα ως αριστερά, εναλλακτικά, ριζοσπαστικά κλπ.  παίρνουν τη θέση τους, όπως στα καθ’ ημάς ο ΣΥΡΙΖΑ, που αίρουν κάθε εμπόδιο στην καπιταλιστική ολοκλήρωση και την ιμπεριαλιστική επέλαση, χειραγωγώντας και παραπλανώντας. Η υπογραφή λοιπόν της αριστερής μας κυβέρνησης σ’ αυτήν τη διακήρυξη είναι απολύτως συνεπής με την πολιτική της διακυβέρνησης αυτά τα χρόνια που δικαιώνει τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης
         Μ’  αυτή τη φλύαρη διακήρυξη της ΕΕ συγκεκριμενοποιείται μια ακόμα άοκνη προσπάθεια της άρχουσας τάξης  για συκοφάντηση κι απαξίωση του κομμουνισμού, για να ποινικοποιηθεί το κομμουνιστικό ιδανικό, να διαγραφεί  η  αποφασιστική συμβολή των κομμουνιστών και του σοσιαλιστικού  συστήματος για την ήττα των ναζιστών και για τις μεγάλες προοδευτικές και επαναστατικές εξελίξεις που επιτεύχθηκαν στον εικοστό αιώνα