Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Η ΣΥΜΠΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Ο Κ. Μητσοτάκης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μοιάζει να επαίρεται που «Κατοχυρώνουμε συνταγματικά το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, δηλαδή το δίχτυ ασφαλείας για τους πιο αδύναμους», ενώ δεν παραλείπουν πηγές της Ν.Δ, κατά την ειδησεογραφία,  να τονίζουν πως  με την πρότασή της στα πλαίσια της συνταγματικής αναθεώρησης για κατοχύρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος  στο Σύνταγμα, αποδεικνύεται στην πράξη, και όχι στα λόγια, ότι η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός νοιάζονται πραγματικά για τους κοινωνικά πιο ευάλωτους συμπολίτες μας. 
        Η ιδέα του εγγυημένου  εισοδήματος, με διάφορες μορφές,  είναι παλιά όσο η ίδια η βιομηχανική  επανάσταση. Έχει σαν στόχο να κάνει κοινωνικά πιο ανεκτή την εξάπλωση της ανεργίας και της φτώχειας, να αναδειχθεί ως  πολιτική απάντηση στο πρόβλημα της συνεχιζόμενης υπερπροσφοράς εργατικού δυναμικού, που είναι όμως ένα απαραίτητο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, και της επισφάλειας και της φτώχειας που συνδέεται με αυτό.  
        Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, προωθήθηκε από την κυρίαρχη εξουσία ως λύση στα συμπτώματα και τις πληγές του καπιταλιστικού συστήματος, πολλαπλασιάζοντας τα ερωτήματα για τις αιτίες που απέκτησε τέτοια εξέχουσα θέση και κυρίως ποιους στην πραγματικότητα ωφελεί. Στο βαθμό που δημιουργεί μια εναλλακτική λύση στην μισθωτή εργασία, ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θεωρείται συχνά από προοδευτικούς υποστηρικτές ως εργαλείο για να υπονομεύσει την διαπραγματευτική δύναμη του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, αναγκάζοντας βελτιώσεις στις αμοιβές και τις συνθήκες εργασίας, ή ακόμα και προκαλώντας τον ίδιο τον καπιταλισμό. Για όσους μάλιστα δηλώνουν αριστεροί, σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλίζοντες το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα προτείνεται ως προοδευτικό αίτημα, ενώ  και εξέχοντες αστικοί οικονομολόγοι όπως ο Μ. Φρήντμαν έχουν κάνει παρόμοιες προτάσεις.  
Στη θεωρία, η ιδέα πίσω από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι ότι θα σπάσει τη σχέση εργασίας και αμοιβής, παρέχοντας  αφενός σε  εργαζομένους που έχουν απολυθεί εξ αιτίας της  αυτοματοποίησης της εργασίας ένα δίχτυ ασφαλείας για να μπορούν να  επιβιώνουν και να  προσφέρουν την εργασία τους όποτε το σύστημα τους χρειάζεται, επιτρέποντας ταυτόχρονα τη μετάβαση από τις απαρχαιωμένες βιομηχανίες σε νέους, πιο παραγωγικούς τομείς. Και  αφετέρου  επιτρέπει στους καπιταλιστές να επενδύσουν στην αυτοματοποίηση και τη νέα τεχνολογία χωρίς τη μεγάλη ανησυχία για την αύξηση στρατιών ανέργων. Κι ήταν κι αυτός ένας τρόπος ώστε οι τροχοί του καπιταλισμού να λιπανθούν,  οι επενδύσεις ν’ ανέβουν,   όπως και η αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ οι εργαζόμενοι  να μπορούν να μετακινούνται ομαλά από τη μια θέση στην άλλη για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Στην πραγματικότητα, η  παραγωγική επένδυση είναι σε χαμηλά επίπεδα λόγω των τεράστιων επιπέδων υπερπαραγωγής που πιέζει την παγκόσμια οικονομία. Οι καπιταλιστές δεν επενδύουν για παροχή θέσεων εργασίας ή για την κάλυψη αναγκών ή για ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά μόνο για αύξηση των κερδών. Εάν όμως τα αγαθά δεν μπορούν να πουληθούν επειδή οι αγοραστές δεν έχουν χρήματα τότε οι επενδύσεις θα παγώσουν. Κι επειδή οι καπιταλιστές μπορούν να έχουν περισσότερα κέρδη  από δέκα εργαζόμενους που εκμεταλλεύονται παρά από ένα μηχάνημα, είναι προτιμότερο γι’ αυτούς να  στρατολογούν από τις τάξεις αυτών που αναζητούν απεγνωσμένα μια δουλειά παρά να επενδύουν σε μηχανήματα που μειώνουν πραγματικά την ανάγκη για εργασία. Η   εργασία από την αμοιβή τείνει να αποσυνδεθεί, με αρνητικό πρόσημο για τους εργαζόμενους, ενώ παραμένουν στάσιμοι οι πραγματικοί μισθοί παρά την αύξηση του ΑΕΠ και η εβδομάδα εργασίας όλο και αυξάνεται. Η εγγύηση ενός μίνιμουμ επιβίωσης, ενώ συγχρόνως σταδιακά καταργείται  κάθε άλλη μορφή κοινωνικής προστασίας, είναι προϋπόθεση για να μπορεί η αγορά εργασίας να λειτουργήσει χωρίς εμπόδια, και να μπορεί να διοχετεύεται και ο όγκος των παραγομένων προϊόντων
 Γι’ αυτό και το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ασκεί έλξη σε φιλελεύθερους καπιταλιστές που κηρύσσουν τις μετασχηματιστικές δυνάμεις της δημιουργικής καταστροφής. Και το όνειρό τους,  να παρέχεται ένα πρωτογενές δίχτυ ασφαλείας, να εξαλείφονται τα εμπόδια στη δημιουργία θέσεων εργασίας όπως είναι ο ελάχιστος μισθός ή οι συλλογικές συμβάσεις, να αφήνεται η αγορά ελεύθερη για να καταστρέφονται βιομηχανίες και θέσεις εργασίας χωρίς να σχεδιάζεται ή να προσφέρεται εκπαίδευση ή επανεκπαίδευση στους εργαζόμενους, γίνεται εφιάλτης για την εργατική τάξη. Οι φανατικοί μάλιστα της ελεύθερης αγοράς υποστηρίζουν ακόμα και ένα κάπως υψηλότερο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, υπό τον όρο ότι οι ενοχλητικές κοινωνικές δημόσιες υπηρεσίες, όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση να διαλυθούν,  δηλαδή να ιδιωτικοποιηθούν με στόχο το κέρδος.
Και καταλήγει, από τις κατακτήσεις μέσα από αγώνες των προηγούμενων γενεών για τη βελτίωση των όρων εργασίας και διαβίωσης, η κατοχύρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος να γίνεται το φύλο συκής  για την άγρια καπιταλιστική επίθεση, προκειμένου να μειωθεί ο αντίκτυπος της χαμηλής αμοιβής και των επισφαλών συνθηκών εργασίας αλλά  και της ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών και να ενισχύεται η καπιταλιστική αγορά αντί να την εξασθενήσει.
Η απαίτηση για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θέλει να εμφανίζεται σαν η τελευταία ουτοπική  πρόταση από ένα υποτιθέμενα αφελές στρώμα προοδευτικών  που φαντάζεται ότι η λιτότητα είναι ιδεολογική και ότι μπορούμε  με κάποιο τρόπο να πείσουμε τους πλούσιους να προσφέρουν ευγενικά και ήσυχα χρήματα για το καλό της κοινωνίας. Γιατί  αυτό κατά βάση είναι που υποστηρίζουν και ελπίζουν οι υποστηρικτές του, τη φιλανθρωπία των καπιταλιστών και των πολιτικών που τους εκπροσωπούν. Γιατί ακριβώς αποσιωπάται ότι έχουν πάρει το δικό τους πλούτο από τους εργαζόμενους, για να τους δώσουν ελάχιστα πίσω, εν είδει μάλιστα μεγάθυμης προσφοράς.
Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μια τέτοια μεταρρύθμιση θα μπορούσε να είναι προς όφελος των εργαζομένων θα ήταν  αν δεν διαχωρίζονταν από το ζήτημα της ταξικής πάλης,  αν οι καπιταλιστές αισθάνονταν απειλημένοι, δηλαδή εάν ο ταξικός αγώνας είχε τόσο οξυνθεί, ώστε οι κυβερνώντες να προσέφεραν μεταρρυθμίσεις από πάνω για να αποτρέψουν την απώλεια περισσότερων προνομίων τους από κάτω.  
Διαφορετικά, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στον αλτρουισμό των πλουσίων και στη συμπόνια του καπιταλιστικού κράτους. Γι’ αυτό και το ΚΚΕ καταψήφισε το άρθρο 21 παρ. 1 για την εγγύηση του κράτους σε ένα «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης» για όλους, γιατί «προωθείται η συνταγματοποίηση της στρατηγικής που σαρώνει εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα για την ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, περιορίζεται μόνον σε ορισμένα ανεπαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων φτώχειας και λειτουργεί ως εργαλείο συμπίεσης προς τα κάτω του λαϊκού εισοδήματος και των παροχών».

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

ΜΕΤΩΠΑ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ


Σε χώρες της Ν. Αμερικής όπως Χιλή και Βολιβία, σε χώρες της Μ. Ανατολής όπως Λίβανο και Ιρακ χιλιάδες λαού διαδηλώνουν με τις δυνάμεις καταστολής να μη διστάζουν να πυροβολούν εναντίον τους και η περίφημη διεθνής κοινότητα, δηλ. τα δυτικά καπιταλιστικά κράτη είτε να στοιχίζονται στην υπεράσπιση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων είτε να ψελλίζουν παραινέσεις για δημοκρατικές διαδικασίες.
          Για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό  στη Νότια Αμερική είναι απαράδεκτο μια κυβέρνηση  να ασκήσει την κυριαρχία της και να αμφισβητήσει την ηγεμονία των ΗΠΑ που επιβλήθηκε από τις αρχές του 20ου αιώνα. Μια θεμελιώδης αιτία αυτής της επιθετικότητας  των ΗΠΑ είναι η επιθυμία να αναλάβει τον έλεγχο του τεράστιου φυσικού πλούτου των χωρών. Γι’ αυτό,  η μεταδοτική επίδραση μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να αυτονομηθεί και να ασκήσει μια φιλολαϊκή πολιτική και  περιορίζει έστω και ελάχιστα την απόλυτη φτώχεια αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί πραγματική απειλή για τα σχέδια κυριαρχίας από την Ουάσινγκτον. Παρόλο βέβαια που αυτές οι κυβερνήσεις δεν έχουν καμιά σχέση όχι μόνο με τον κομμουνισμό αλλά όπως στην περίπτωσης της Βολιβίας ή του Ισημερινού απορρίπτουν το μαρξισμό ως εργαλείο ανάλυσης ή και ως βάση χάραξης πολιτικής. Κι αν έμοιαζε  η ιδεολογία του Ούγκο Τσάβες να είναι  ένα μίγμα μαρξισμού και εθνικισμού που συνδέεται με τη σκέψη του Σιμόν Μπολιβάρ, ο Κορρέα και ο Μοράλες απέφευγαν τις ταξικές διαιρέσεις, αντιπαραθέτοντας μια «επανάσταση του πολίτη» ενάντια σε μια διεφθαρμένη κομματική ολιγαρχία και μια πολιτιστικά καταπιεσμένη ινδική κοινότητα των Άνδεων εναντίον μιας «ευρωπαϊκής ολιγαρχίας».
           Στη Νότιο Αμερική, την πίσω αυλή των ΗΠΑ, τις τελευταίες δεκαετίες η βασική σταθερά που καθόριζε την πολιτικοοικονομική ζωή των χωρών ήταν ο αγώνας ανάμεσα στις αμερικανικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και των λαϊκών κινημάτων.  Σ’ αυτόν τον  ιμπεριαλιστικό πόλεμο αναπτύσσονται από τις ΗΠΑ όλες οι πιθανές στρατηγικές. Όπως, το εμπάργκο  ή  ο οικονομικός πόλεμος, το πραξικόπημα με παραβίαση των δημοκρατικών κανόνων, η αυτοανακήρυξη ηγετών, η παραστρατιωτική υποκίνηση στα σύνορα,  απειλές και εκβιασμοί υπερεθνικών οργανώσεων όπως ο ΟΑΣ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών), μαριονέτα των ΗΠΑ,  η προώθηση βίας στους δρόμους, η στήριξη και χρηματοδότηση ομάδων πραξικοπήματος, ενθάρρυνση σύγκρουσης με τους θεσμούς και τη νομιμότητα, παραβίαση του διεθνούς δικαίου στις συμφωνίες και τα ψηφίσματά κατά των παρεμβάσεων στις υποθέσεις μιας κυρίαρχης χώρας, ο πόλεμος των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οι κατασκευασμένες ειδήσεις.  Οι ΗΠΑ αποτελούν τον  μέγιστο παράγοντα που δρα στην περιοχή  διαθέτοντας ισχυρούς πόρους και  βασιζόμενος στους στενούς δεσμούς του με τις μεγάλες στρατιωτικές και οικονομικές δυνάμεις της περιοχής.
Κι αν μοιάζει η οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ στον 21ο αιώνα αρκετά μειωμένη σε σχέση με την σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η στρατιωτική της όμως δύναμη χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση εν μέρει της οικονομικής της υποβάθμισης. Οι ΗΠΑ φαίνεται να θέλουν να  επιβεβαιώνουν συνεχώς την παγκόσμια ηγεσία τους μέσα από νέους πολέμους ή πραξικοπήματα.
Εξάλλου τα φιλολαϊκά καθεστώτα της περιοχής με αριστερό προσανατολισμό, λόγω της ίδιας της φύσης των αναπτυξιακών στρατηγικών που ακολουθούν,  αποδεικνύονται  ευάλωτα. Εξαρτώνται οικονομικά από πολιτικές εξαγωγών γεωργικών προϊόντων ή ορυκτών που βασίζονται σε ξένες αλλά και εγχώριες οικονομικές δυνάμεις και στη διακύμανση της παγκόσμιας ζήτησης  και είναι πραγματικός άθλος η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, ενώ δεν φαίνεται εφικτή ή να επιδιώκεται η απόκτηση της κυριότητας και του ελέγχου των στρατηγικών οικονομικών τομέων. Και η επέκταση της κοινωνικής βοήθειας για να μετριαστεί το χειρότερο της φτώχειας, δεν προσφέρει λύσεις στις βασικές αιτίες του προβλήματος, παρόλο που  φέρνει ανακούφιση σε εκατομμύρια εξαθλιωμένων.
Στη Βολιβία εξελίσσεται ένα πραξικόπημα που κατάφερε να ανατρέψει τον νόμιμα και δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Βολιβίας Evo Morales, που έρχεται μετά από περισσότερο από μία δεκαετία αμερικανικής παρέμβασης και αποβλέπει στην αποσταθεροποίηση της Βολιβίας. Αυτό που η δεξιά αντιπολίτευση που υποστήριξε οι ΗΠΑ δεν μπόρεσε να επιτύχει στην κάλπη, τελικά επιτεύχθηκε μέσω βίας και στρατιωτικής πίεσης. Το πραξικόπημα προκάλεσε μια έκρηξη βίαιου ρατσιστικού μίσους που στρέφεται εναντίον των ιθαγενών κατοίκων της Βολιβίας. Κι αυτό που μαθαίνουμε για τη μακρινή αυτή χώρα είναι πως στον 21ο αιώνα  η Βολιβία εξακολουθεί να είναι μια πολωμένη χώρα και σημαντικά τμήματα της κοινωνίας της, οι πλούσιοι, προνομιούχοι και λευκοί, δεν δέχονται σε μεγάλο βαθμό ότι ένας αυτόχθονος θα μπορούσε να είναι ο πρόεδρός τους. Κι από κοντά δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης βοηθούν κι αυτά ενεργά το πραξικόπημα διαδίδοντας παραπληροφόρηση, ψέματα, με τη συντριπτική τους πλειονότητα να δείχνει πως δεν καταφέρνει να περιγράψει με ακρίβεια την κατάσταση στη Βολιβία  και  αποφεύγει σχολαστικά να αποδώσει το χαρακτηρισμό του πραξικοπήματος στα γεγονότα, με το ρόλο της αμερικανικής παρέμβασης να αποκρύπτεται επιμελώς. Ενώ οι νεκροί από τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που συνεχίζονται και αποφεύγεται να προβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης αυξάνονται.  
Γι’ αυτό, όταν ακόμα και η διαμαρτυρία γίνεται ζήτημα ζωής ή θανάτου,  είναι ακόμα και άδικο να προβαίνουμε σε συνοπτικές κρίσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά της θεωρίας και πρακτικής που δημιουργήθηκαν στην Νότιο Αμερική μέσα από προσπάθειες κυβερνήσεων κεντροαριστερών ή πιο ριζοσπαστικών, όπως του Μαδούρο ή του Μοράλες, επειδή οι πολιτικές και ιδεολογικές πρόοδοι τους απέτυχαν να μετατραπούν σε μετασχηματισμό των ταξικών δομών ή γιατί οι εξεγέρσεις στις χώρες αυτές φαίνεται αδύναμες για να ωριμάσουν σε θριαμβευτική αντικαπιταλιστική επανάσταση.
Αυτό που συμβαίνει εκεί δεν είναι κάτι που απλά θα προσφέρουμε την αλληλεγγύη μας, αλλά είναι ένας συλλογικός αγώνας που μας εμπλέκει όλους. Τον αγώνα τους τον βλέπουμε ως ένα από τα μέτωπα όπου αντιμετωπίζεται ο ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός και γίνεται έμπνευση για τους δικούς μας αγώνες στη δική μας χώρα.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

46ος ΕΠΕΤΕΙΑΚΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ


Η φετινή επέτειος του Πολυτεχνείου συμπίπτει, και όχι τυχαία, με τις επιχειρήσεις της ελληνικής αστυνομίας σε κτίρια του πανεπιστημίου με την κυβέρνηση της Ν.Δ να υπεραμύνεται αυτής της επιλογής της, επικαλούμενη την ασφάλεια των πολιτών και την εφαρμογή του νόμου. Ο υπουργός της μάλιστα Μ. Βορίδης δικαιολογώντας τη βιαιότητα της αστυνομίας στα επεισόδια με τους φοιτητές  δήλωσε πως «Η άσκηση νόμιμης βίας (…) είναι αυτό που κάνει η αστυνομία προκειμένου να εφαρμόσει τον νόμο»
               Σαραντέξι χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου με τη βίαιη καταστολή του και η κυρίαρχη εξουσία φαίνεται πως δεν έχει κανένα ενδοιασμό ούτε να παραδεχτεί πως έχει το δικαίωμα να επιβάλλει τις επιλογές της με τη βία ούτε να χρεώσει, εμμέσως και δια ποικίλων φωνών, στο Πολυτεχνείο ακόμα και την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.  
               Όλη αυτή τη δεκαετία της καπιταλιστικής επίθεσης,  που παγιώθηκε πια, ιδέες κι έννοιες αμφίσημες και συγκεχυμένες κατέληγαν δυσνόητες και απροσπέλαστες στη λογική σκέψη που έμοιαζε να καταρρέει. Παραδείγματα: Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός του πρώτου μνημόνιου που υπογράφηκε Γ. Παπανδρέου σε μήνυμά του για την επέτειο του 2011 συγκρίνει γενιές για να παροτρύνει τη σύγχρονη γενιά «να πράξει με την ίδια αυταπάρνηση, για να βγει η Ελλάδα από την κρίση», τονίζοντας πως «το διακύβευμα παραμένει πάντα η δημοκρατία». Στις  δηλώσεις του  για την επέτειο το 2013,  όχι ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς, ο Γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της κυβερνώσας  Νέας Δημοκρατίας του δεύτερου μνημονίου Α. Παπαμιμίκος τιμά τους  «αγώνες της νέας γενιάς για Παιδεία και Δημοκρατία» και συγχρόνως τονίζει σαν δίδαγμα «την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας, μακριά από άκρα και ακρότητες». Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργός το 2017 Α. Τσίπρας που μετά από δημοψηφίσματα και διαπραγματεύσεις κατέληξε σε αποδοχή ενός ακόμα μνημονίου,  σε μήνυμα για την επέτειο εστιάζει στα αιτήματα για «εμπέδωση και διεύρυνση της δημοκρατίας στην χώρα, αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, που περιορίστηκε ασφυκτικά τα τελευταία χρόνια από το καθεστώς της επιτροπείας».
         Δημοκρατία, ελευθερία, Παιδεία, λέξεις που επανέρχονταν δεκαετίες τώρα σε όλα τα μηνύματα πολιτικών των κομμάτων εξουσίας κι επιστρατεύονταν για να καλύψουν δράσεις κι ενέργειες που στρέφονταν ακριβώς εναντίον του λαϊκού παράγοντα. Κι όλοι αναφέρονται σε αγώνες. Έχοντας διαστρεβλώσει αυτή τη  λέξη, δεν έχουν ούτε την ειλικρίνεια να την απαρνηθούν, αλλά ασυστόλως συνεχίζουν να την προδίδουν εξακολουθώντας  να χαρακτηρίζουν  ως αγώνες τις δράσεις τους που σταθεροποιούν την εξουσία τους, εξαθλιώνοντας τους εργαζόμενους. Κι από κοντά, μεγάλα μικροαστικά στρώματα που μέσα από το φόβο τους και την αχνή ελπίδα για διατήρηση ή επαναφορά του προμνημονιακού status quo αποδέχτηκαν ή και υποστήριξαν όλες τις κυβερνήσεις που πειθήνια ψήφισαν ή εφάρμοσαν κι εφαρμόζουν τα μνημόνια που επιβλήθηκαν από την Ε.Ε. Και καθώς στην εφαρμογή αυτών των επιταγών γίνεται η συνάντησή τους με την ταξική πραγματικότητα, από τη σκοπιά όμως της διαχείρισης του αστικού καθεστώτος, αποκαλύπτονται τα συντηρητικά χαρακτηριστικά  τους  και οι αντιδραστικές καταβολές τους.  Έτοιμοι να πιστέψουν πως η διαχείριση της κρίσης και η ανάκαμψη της οικονομίας απαιτεί υπευθυνότητα από τους εργαζόμενους, πάει να πει υποταγή στις επιταγές των εργοδοτών, λεπτούς χειρισμούς από την κυβέρνηση, πάει να πει επιλογές που στρέφονται εναντίον των λαϊκών στρωμάτων.
               Κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση κι ιδιαίτερα ως  κυβέρνηση συνέβαλε ορισμοί κι έννοιες να έχουν χάσει τη σημασία τους, συλλογισμοί να μην εκφράζουν ή συγκεκριμενοποιούν ένα στοχασμό, με τη θεωρητική δικαιολογία την αποφυγή σε εγκλωβισμούς δογματισμού, η Νέα Δημοκρατία βρήκε πρόσφορο έδαφος για να επαναφέρει σε έννοιες αμφίσημες και συγκεχυμένες τις παλιές γνώριμες σημασίες. Δεν διστάζει να υπερθεματίζει την κρατική βία ασκώντας την, να στοχοποιεί γειτονιές και σχολές  με την υπόσχεση της ασφάλειας, να πριμοδοτεί την εργοδοσία για χάριν της εργασίας.
               Στην πραγματικότητα όμως αυτό που συνεχίζουμε να  βιώνουμε με ένταση δεν είναι παρά πως χρειάζονται τράπεζες  κι εταιρείες να  καταβροχθίζουν τα δικά μας  δισεκατομμύρια για να σωθούν, η εργατική δύναμη έλεγχο με εκβιαστικά διλήμματα, οι διαμαρτυρόμενοι δακρυγόνα και ΜΑΤ και γενικά η  διαχείριση της κρίσης και η επιστροφή στην …κανονικότητα αστυνομικές μεθόδους, έλεγχο στην ενημέρωση, ψυχολογική και πραγματική βία κλπ.
               Και είναι ακριβώς επειδή φοβάται η κυρίαρχη εξουσία  το λαϊκό παράγοντα που, 46 χρόνια  μετά, η  εξέγερση του Πολυτεχνείου ακόμα φοβίζει.  
Αφού από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης χρησιμοποιήθηκε ο εορτασμός της επετείου για να υπογραμμιστεί ο ενωτικός  χαρακτήρας αντίστασης στη χούντα που,  κολακεύοντας και ξεπλένοντας, περιλάμβανε το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, έφτασε στις μέρες μας να αμφισβητείται και να απαξιώνεται σχεδόν πια απροκάλυπτα. Κι αυτό, γιατί φοβίζει η ίδια η εξέγερση, η παρακαταθήκη που αφήνει,  η δυναμική που μπορεί να αποκτήσει ένα λαϊκό κίνημα. Κι επιπλέον,  είναι ο τρόπος εορτασμού της επετείου που το υπενθυμίζει, που δεν έχει μετατραπεί  σε απλή μουσειακή, εορταστική εκδήλωση, αλλά κάθε φορά μπορεί να συνδέεται και να εκφράζει υπαρκτές κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις. Η διαδήλωση, 46 χρόνια τώρα, άλλοτε μεγαλύτερη άλλοτε μικρότερη, αλλά πάντα παρούσα, είναι το βασικό όχημα του εορτασμού. Και ποιος μπορεί ποτέ να ξέρει πώς θα εξελιχθεί μια διαδήλωση από τη φύση της δυναμική κι ανεξέλεγκτη;

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ


Σύγκλητος που αποφασίζει κλείσιμο πανεπιστημίου, κυριολεκτικά με λουκέτο,  αστυνομικοί των ΜΑΤ που …περιφρουρούν το κλειστό κτίριο της ΑΣΟΕΕ, φοιτητές που διαμαρτύρονται, αστυνομικοί των ΜΑΤ που κάνουν έφοδο στο κτίριο εγκλωβίζοντας σ’ αυτό φοιτητές, συγκρούσεις και αστυνομική βία, είναι το συνοπτικό χρονικό της πρώτης πρόβας για την εφαρμογή στην πράξη της άρσης του πανεπιστημιακού ασύλου.
               Αστυνομικοί που κάνουν έφοδο σε κέντρο διασκέδασης με συμπεριφορά τρομοκρατική που φοβίζει και πανικοβάλλει καθιερώνουν το βίαιο τρόπο των αστυνομικών ελέγχων.
               Και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στ. Πέτσας δηλώνει πως είναι θέμα ημερών η δημοσιοποίηση των κυβερνητικών σχεδιασμών για «οριοθέτηση» των κινητοποιήσεων στο κέντρο της Αθήνας, για να δοθεί «περισσότερο ελεύθερος χώρος στους πολίτες»
               Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ολοκληρώνει τους χειρισμούς των προηγούμενων κυβερνήσεων, και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβανομένης, για απροκάλυπτη αστυνομοκρατία που τρομοκρατεί και καταστέλλει. Το αστικό κράτος ως ταξικό ενισχύεται νομοθετικά και οργανώνεται πρακτικά για να διατηρήσει την υποταγή των εργαζομένων και καταπιεσμένων ανθρώπων στην εξουσία του.
               Όλες αυτές οι θεατρικές παραστάσεις των τελευταίων ημερών, σχεδόν σε απευθείας σύνδεση, επίδειξης βίας και αυθαιρεσίας  της αστυνομίας που πότε εμφανίζεται να εξαρθρώνει επικίνδυνη τρομοκρατική οργάνωση που δυσκολεύεται κανείς να θυμηθεί τη δράση της, πότε να επιδίδεται σε κυνήγι ναρκωτικών με την ισχνή λεία μερικών γραμμαρίων, πότε να προστατεύει το πανεπιστήμιο εγκλωβίζοντας και βιαιοπραγώντας σε φοιτητές, δεν σκοπεύουν παρά να διαφημίσουν την εξουσία της αστυνομίας.
               Η βιαιότητα της αστυνομίας δεν είναι, όπως θέλει η κυβερνητική εξουσία να την εμφανίζει, μια απάντηση σε κάποια αύξηση της εγκληματικότητας, ούτε βέβαια οδηγεί σε νέες μεθόδους για την αντιμετώπισή της. Αυτή η βία δεν είναι παρά η απάντηση της κυρίαρχης εξουσίας στην απειλή, που μπορεί να γίνει επικίνδυνη γι’ αυτήν, του πλήθους που στρέφεται εναντίον της και γι’ αυτό βέβαια συνδυάζεται με τους περιορισμούς για τις διαδηλώσεις.  
Εξάλλου και ιστορικά, το ότι η αστυνομία στην Αγγλία και ΗΠΑ εφευρέθηκε σε διάστημα μόλις μερικών δεκαετιών, περίπου μεταξύ 1825 και 1855, για αντιμετώπιση κινητοποιήσεων εργαζομένων, απεργίες στην Αγγλία, ταραχές στις ΗΠΑ ή και απειλές για εξεγέρσεις σκλάβων, αποκαλύπτει το ρόλο της στον καπιταλιστικό κόσμο. Με την βιομηχανική επανάσταση, την ανάπτυξη των πόλεων, η κοινωνική πόλωση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό τους προκάλεσε νέες εκδηλώσεις αγώνων από την εργατική τάξη. Η άρχουσα τάξη λοιπόν χρειαζόταν νέους θεσμούς για να έχει τον έλεγχο, μετά  την κατάρρευση των παλαιών μεθόδων με συνεχή προσωπική επίβλεψη του εργατικού δυναμικού. Η χρησιμοποίηση λοιπόν της αστυνομίας ήταν ένα μόνο μέρος της κρατικής προσπάθειας για διαχείριση και χειραγώγηση του εργατικού δυναμικού μέρα τη μέρα, όπως ήταν τα συστήματα ρύθμισης της αγοράς εργασίας ή και τα συστήματα δημόσιας εκπαίδευσης για ρύθμιση του μυαλού των εργαζομένων. Και βέβαια ελέγχονται και οι δρόμοι, οι σύγχρονοι περιορισμοί της διαδήλωσης με διάφορα προσχήματα αυτό επιδιώκουν,  που μπορούν να γίνουν το έδαφος όπου οι εργαζόμενοι δείχνουν τη δύναμή τους είτε πρόκειται για μια απεργία ή διαδήλωση. Και η αστυνομία στο δρόμο  ενεργεί  ως αντίρροπη δύναμη κάθε φορά που η εργατική τάξη δείχνει τη δύναμή της.
Η αστυνομία αποτελεί ένα από τα όργανα καταστολής του κράτους που μαζί με τα δικαστήρια και το στρατό επιφορτίζεται και με την ευθύνη υπεράσπισης του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος από δράσεις που το αμφισβητούν και το απειλούν. Έχουν την εξουσία να τιμωρούν και να καταστέλλουν και με τη χρήση βίας που νομιμοποιείται. Κι αν η άρχουσα τάξη προτιμά, όταν δεν απειλείται,  να κυριαρχεί μέσω της πειθούς, είναι όμως η ικανότητα του αστικού κράτους να χρησιμοποιεί τη βία που της δίνει απόλυτη εξουσία. 
Και καθώς  αυτή η δεκαετία της καπιταλιστικής επίθεσης με την αναδιάρθρωση της κοινωνίας που συνδυαζόταν με λιτότητα, οδήγησε σε εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων από τα φόβο της ανεργίας, μεγάλο τμήμα των εργαζομένων, μικροαστών που είτε πούλαγαν εμπορεύματα που παρήγαγαν οι ίδιοι είτε προσέφεραν υπηρεσίες, προσπάθησε να αποφύγει  τις σκληρές ταξικές συγκρούσεις. Η  ανασφάλεια  όμως και  φόβος όταν δεν αμφισβητούνται από την εμπειρία της συλλογικής πάλης μπορούν να κινητοποιηθούν με ρατσιστική κατεύθυνση και συγχρόνως η απειλή κατάρρευσης της κοινωνικής θέσης να οδηγήσει σε μια πιο σκληρή θέση για να διατηρηθεί η ισχύουσα κατάσταση, σε σύμπραξη με την κυρίαρχη τάξη.  
Συνεπώς, σ’  αυτό το τμήμα των εργαζομένων ο λόγος για τάξη και ασφάλεια, για εκκαθάριση γειτονιών, για προστασία του πανεπιστημίου βρίσκει ευήκοα ώτα. Ενδίδοντας στην δημαγωγία των πιο αντιδραστικών κύκλων της αστικής τάξης που κολακεύουν τον ατομικισμό του και του υπόσχονται είσοδό του στην προνομιούχα μειοψηφία επιδοκιμάζει αυτές τις ενέργειες της κυβέρνησης. Εγκαταλείπεται λοιπόν η αλληλεγγύη για τους αδύναμους, γίνεται επιστροφή σε αυστηρότερες ιδέες για ηθική, πολιτισμό και συμπεριφορά και ο φασισμός υφέρπων εγκαθίσταται.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ


Στην απολογία του ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής Ν. Μιχαλιολάκος  προσπαθεί να αποσείσει κάθε ευθύνη για τις εγκληματικές δράσεις της ναζιστικής οργάνωσης που η ψήφος των εκλογέων για επτά χρόνια, από το 2012, την έκανε μέρος του ελληνικού κοινοβουλίου. Για το μπάρμπεκιου με χοιρινό και αλκοόλ που οργανώνει η οργάνωση «ενωμένοι Μακεδόνες» έξω από το κέντρο φιλοξενίας στα Διαβατά Θεσσαλονίκης, ένας από τους διοργανωτές ισχυρίζεται πως είναι τρόπος διαμαρτυρίας  για να αναδειχτεί ο υποβιβασμός και γκετοποίηση  της περιοχής, θεωρώντας πως οι ίδιοι είναι ανθρωπιστές και δημοκράτες. Η Ντόρα Μπακογιάννη διαφωνεί με την ενέργεια κι αρνείται πως μπορεί βουλευτής της Ν.Δ να υποστηρίζει «την έλλειψη ανθρωπιάς», ενώ ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη Γ. Κουμουτσάκος συμφωνώντας μαζί της χαρακτήρισε τις ενέργειες γραφικότητες.  
               Από τον Μιχαλιολάκο μέχρι το βουλευτή Κυρανάκη που κατηγορεί συγκεκριμένα συστήματα που «θέλουν να μου κολλήσουν την ταμπέλα του ρατσιστή, του ακροδεξιού», όλοι αποκηρύσσουν τη φασιστική ιδεολογία, χωρίς να έχουν πρόβλημα όμως να την αναβιώνουν με τις δράσεις τους.
               Ο κυνισμός της πολιτικής, που με την ψήφο των εκλογέων νομιμοποιείται,  επιτρέπει στον κυρίαρχο λόγο να μην εκφράζει ανοιχτά τους στόχους του, αλλά να χρησιμοποιεί μια πιο κωδικοποιημένη γλώσσα που να δικαιολογεί ακόμα και φασιστικές επιλογές, χωρίς όμως να φαίνεται πως  στρέφεται ενάντια στις βασικές αρχές της αστικής δημοκρατίας. Δεν έχει πρόβλημα να υιοθετεί ποικίλα στοιχεία, όπως τη φυλετική διάκριση, την πολιτική ταυτότητας, την υπεροχή και την αριστεία του  έθνους, τη μισαλλοδοξία έναντι άλλων εθνών καθώς και το ρατσισμό και τη ξενοφοβία. Βασίζεται στον κοινωνικό δαρβινισμό και ισχυρίζεται ότι τα έθνη και οι θρησκείες βρίσκονται σε συνεχή αγώνα μεταξύ τους. Χρησιμοποιεί τη συναισθηματική χειραγώγηση ακόμα και κατασκευασμένες ειδήσεις για να κατευθύνει την οργή  σε στόχους που δεν απειλούν τη βάση του καπιταλισμού. Ακόμα και το συνταγματικό πλαίσιο μιας χώρας αναμορφώνεται γι’ αυτό το σκοπό. Εξαλείφονται οι έλεγχοι και οι ισορροπίες, χειραγωγείται  η δικαστική εξουσία, καθοδηγούνται οι εκλογές, εξαπλώνεται η προπαγάνδα, παράγεται πληθώρα νόμων που γίνονται εργαλείο για απόκτηση και διατήρησης της εξουσίας χωρίς έλεγχο. 
               Απ’ αυτήν την άποψη η θέση της ΕΕ είναι αντιπροσωπευτική, γιατί στο λόγο της συγκεκριμενοποιείται ο κυνισμός και η υποκρισία της πολιτικής της. Από τη μια δεν παραλείπει να εκφράζει την οδύνη της σε κάθε ναυάγιο με πρόσφυγες, ενώ μεθοδεύει την κατάρρευση του δικού της  συστήματος δικαιοσύνης της για το άσυλο, με τους πολιτικούς της να μιλούν όλο και πιο συχνά γι’ αυτούς που αιτούν άσυλο ως μια επικίνδυνη ομάδα.
               Στην ίδια λογική και ο  λόγος της  Ντ. Μπακογιάννη, όπως και του Γ.  Κουμουτσάκου.  Οι δηλώσεις τους, ενδεδυμένες με ανθρωπιστικό περίβλημα που δεν συγκεκριμενοποιείται επί του πρακτέου και βέβαια  δεν απορρίπτει επί της ουσίας ενέργειες και λόγια ρατσιστικά βουλευτών του κόμματος που ανήκουν, είναι ενδεικτικές του κυρίαρχου λόγου που δεν εκφράζει ανοιχτά στόχους και προθέσεις. Κανείς από  τους πολιτικούς που ασκεί πολιτική αποκλεισμού δεν παραδέχεται ανοικτά πως αντιμετωπίζει τους πρόσφυγες ως υπανθρώπους ή ότι παραβιάζονται σ’ αυτούς τα περίφημα ανθρώπινα δικαιώματα που κόπτεται πως υπερασπίζεται. Τέλειο παράδειγμα κυνισμού και υποκρισίας της νομοθετημένης κυρίαρχης εξουσίας  είναι η αντιμετώπιση, συνήθως με ανοχή ή αδιαφορία και πιο σπάνια με φραστική αποδοκιμασία, αυτών που ωμά παραδέχονται και εφαρμόζουν πολιτικές χωρίς τα προσχήματα ανθρωπιάς της κυρίαρχης εξουσίας, την οποία όμως υπηρετούν, εισάγοντας στην καθημερινότητά μας την φυσικότητα του αποκλεισμού των προσφύγων.
               Επειδή η κτηνωδία του ναζισμού απονομιμοποίησε την επίκληση στο φασισμό, γι’ αυτό ακόμα κι όταν πολιτικές μοιάζει να έχουν την σφραγίδα του σπεύδουν οι εμπνευστές τους  να αρνηθούν κάθε σχέση μ’ αυτόν, ακόμα κι ο αρχηγός του ναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Κανένα λοιπόν από τα φασίζοντα κόμματα της  ακροδεξιάς ή ακόμα και συντηρητικά που ενσωματώνουν φασίζοντα στοιχεία, όπως η Ν.Δ, δεν τολμά τα εναντιωθεί στις αρχές ή τη ρητορική  της αστικής δημοκρατίας. Δεν παραλείπουν όμως μαζί με την καπιταλιστική κρίση και την πολιτική που στρέφεται ενάντια στους εργαζόμενους να εργάζονται σκληρά για να πείσουν για τον εσωτερικό εχθρό που υπονομεύει τον δημοκρατικό τρόπο ζωής μας. Η αναβάθμιση του Ισλαμ σε καθεστώς δημόσιου εχθρού της Δύσης  δεν ήταν αρκετός, αφού έμοιαζε αρκετά αφηρημένος για να φοβίσει επαρκώς και να συσπειρώσει, μειώνοντας και κατευθύνοντας σε άλλους στόχους τις αντιδράσεις για την καπιταλιστική επίθεση. Ο καλύτερος λοιπόν τρόπος για να επαναφορτιστεί η διάκριση φίλου –εχθρού ήταν μια φυσικά ενσωματωμένη παρουσία στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Κι αυτός ήταν ο πρόσφυγας και μετανάστης.
               Ανησυχώντας λοιπόν για το φασισμό, το πραγματικό μάθημα από τη δεκαετία του 1930 είναι να εξετάσουμε τις συνθήκες που του έδωσαν ώθηση,  συγκρίνοντας με τις δικές μας. Στις μέρες μας, δεκαετίες ιμπεριαλιστικών πολέμων που δημιουργούν τους πρόσφυγες, γενικές πολιτικές οικονομικής λιτότητας που εξαθλιώνουν τους ντόπιους  λειαίνουν το έδαφος ώστε πρόθυμοι φασίστες, ευελπιστώντας σε διακρίσεις, να προωθούνται από ελίτ εξουσίας σε μια προσπάθεια να ελέγξουν αντιδράσεις. Η κυρίαρχη τάξη για να επιβάλλει την πολιτική προς όφελός της, έχει από καιρό καταλάβει πως αυτό μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά με ένα πλήρως υποκριτικά λαϊκιστικό πρόσχημα, αναμειγνύοντας σε μια μάζα τα πάντα: επέκταση της αγοράς σε όλους τους τομείς, σε συνδυασμό με την έξυπνη στοχοθετημένη ανακατανομή, με κοινωνικά προγράμματα που ανακατανέμουν την εξαθλίωση, όλα ένα συνονθύλευμα, μαζί με έκκληση για υπεράσπιση των δημοκρατικών αξιών αλλά και  εκφοβισμό με τη δαιμονοποίηση των ξένων.
               Κι ο καπιταλισμός καλά κρατεί.