Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ, ΜΙΣΘΩΤΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ


Κατά την ειδησεογραφία, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών στηρίζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών με υπογραφές σε κείμενα, όπου η συμφωνία θεωρείται πως αντιτίθεται στο σκοταδισμό και εθνικισμό και χαρακτηρίζεται ως παρήγορο γεγονός για την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού.
        Δεν είναι το πρώτο κείμενο υποστήριξης κυβερνητικών επιλογών από ομάδες ανθρώπων που θα χαρακτηρίζαμε διανοούμενους. Σ’ αυτή την οκταετία της καπιταλιστικής επίθεσης, κατά διαστήματα  εμφανίζονταν υπογραφές ακαδημαϊκών, ανθρώπων της τέχνης, σε κείμενα που σε γενικές γραμμές ήθελαν να μοιάζουν υπερταξικά και απολίτικα κατευθύνοντας προς επιδοκιμασία της κυρίαρχης πολιτικής.
        Στην αρχή της κρίσης, το 2011, κυκλοφόρησε διακήρυξη με τον τίτλο «Τολμήστε»  μιας ομάδας διανοουμένων που προτρέποντας σε ομοψυχία και τονίζοντας την ανάγκη για ηγεσία  ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης εμμέσως επικροτούσαν την πολιτική των μνημονίων. Πριν τέσσερα χρόνια 300 διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί από όλον τον κόσμο υπέγραψαν κείμενο υποστήριξης στον ελληνικό λαό και το ΣΥΡΙΖΑ. Το 2017, 370 διανοούμενοι υπέγραψαν σε κείμενο υποστήριξης του ΔΟΛ, για συνέχιση της έκδοσης των εφημερίδων του και περιοδικών, με ρύθμιση των χρεών του. 
        Αν έχουν κάποια σημασία αυτές οι διακηρύξεις κι ανακοινώσεις είναι γιατί οι διανοούμενοι θεωρούνται ειδικοί στην παραγωγή και διάδοση των ιδεών. Αποτελούν ένα αισθητήριο της σύγχρονης κοινωνίας, ένα σημείο σύγκλισης όπου εμφανίζονται οι ιδεολογίες για να λάβουν συστηματική μορφή και στη συνέχεια να διαχυθούν μέσω του πολιτικού σώματος. Η διανόηση σ’ ένα βαθμό γίνεται ο μικρόκοσμος της καπιταλιστικής κοινωνίας, αντανακλώντας, και συχνά με διαστρεβλωμένο τρόπο, τις πραγματικές συγκρούσεις του κόσμου γύρω τους.
        Ουσιαστικά, οι διανοούμενοι, όπως τους γνωρίζουμε, είναι δημιούργημα της καπιταλιστικής κοινωνίας, στην οποία οι καινοτομίες –από έντυπα βιβλία και φτηνές εφημερίδες μέχρι τα σύγχρονα ηλεκτρονικά- πολλαπλασιάζουν τα μέσα για κυκλοφορία των ιδεών και για  δημόσιες συζητήσεις, που φτάνουν πια στο σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Από κοινωνική άποψη, οι διανοούμενοι απολαμβάνουν ένα ορισμένο κύρος στην αστική κοινωνία, αν και  οικονομικά μπορεί να  υπόκεινται στις ίδιες αντιξοότητες με τις μεσαίες τάξεις. Οι διανοούμενοι που απολαμβάνουν την υψηλότερη εκτίμηση και επιρροή μεταξύ των κυβερνώντων της κοινωνίας είναι πιο συχνά αυτοί που τους εξυπηρετούν με πιο έντονο τρόπο από εκείνους των οποίων οι πνευματικές ικανότητες και επιτεύγματα μπορεί να είναι και μεγαλύτερα. Κι είναι σ’ αυτούς που  πηγαίνουν οι προεδρίες, οι καθηγητικές έδρες και τα ερευνητικά ιδρύματα.
        Οι διανοούμενοι είναι εξαιρετικά ετερογενείς στην κοινωνική τους σύνθεση, που μπορεί να έχουν διαφορετικές κοινωνικές καταβολές, φιλοδοξίες και δεσμεύσεις. Βασικά δεν αποτελούν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη, αν και  κάθε τάξη έχει τους δικούς της διανοούμενους. Οι διανοούμενοι της κυρίαρχης τάξης συμβάλλουν στην  κυριαρχία της,  γιατί εξασφαλίζουν τη συναίνεση μέσω της πειθούς και διαπαιδαγώγησης. Ανήκουν στα κοινωνικά στρώματα που τουλάχιστον στο παρελθόν εξασφάλιζαν μια  σταθερή θέση στην κοινωνική ιεραρχία και μακροχρόνιες σχέσεις με άλλες ομάδες και τάξεις.
         Κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου η διανόηση, κυρίως ανθρωπιστές, περιελάμβανε ένα σχετικά μικρό τμήμα της κοινωνίας που απολάμβανε την σημαντική  ανεξαρτησία της παραγωγής. Σ’ αυτήν την εποχή της στερέωσης της αστικής τάξης, που ως νέα προοδευτική κοινωνική τάξη εξοβέλιζε τους προηγούμενους ευγενείς, ο διανοούμενος  της αστικής τάξης προσδιοριζόταν από την παρέμβασή του στο πεδίο της πολιτικής. 
      Επειδή μάλιστα η πνευματική παραγωγή  δεν συμμετείχε άμεσα στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, ο χαρακτήρας της εργασίας του έμοιαζε αντιπαραγωγικός. Με το να παραμείνει ο διανοούμενος μακριά από την βιομηχανικά οργανωμένη παραγωγή και ταυτόχρονα να είναι ο ίδιος κύριος των «εργατικών εργαλείων» του, δεν αποξενώθηκε από την ατομική παραγωγή του που αποτέλεσε το βασικό περιεχόμενο της κοινωνικά χρήσιμης δραστηριότητάς του. Αυτή η αυτογνωσία του πνευματικού ανθρώπου ως ελεύθερου δημιουργού, χρήσιμου κοινωνικά, τον ανυψώνει στα μάτια του, αναθέτοντας για τον εαυτό του μια ανώτερη κοινωνική θέση, θεωρώντας πως είναι  αποκαθαρμένος από υλικά κίνητρα και ταξικά συμφέροντα που επηρεάζουν τους συμπολίτες του. Αυτές οι ρομαντικές αντιλήψεις των αστών διανοουμένων του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου τους τροφοδοτούσαν με το απατηλό συναίσθημα της δύναμης και ανεξαρτησίας, τους έδινε την αίσθηση της υπεροχής, την ελιτίστικη διάθεση που άλλοτε τους πετούσε στα οδοφράγματα στο όνομα της αλήθειας, ενώ πιο συχνά τους κρατούσε μακριά από τους πραγματικούς ανθρώπους.
         Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει.  Η ανεπάρκεια των αμιγώς οικονομικών μοχλών που ωθούν την εργατική μάζα να υποστηρίξει τις υφιστάμενες σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής και η ανάγκη να ασκηθεί μια άμεση, «επιστημονικά» οργανωμένη επιρροή στη συνείδηση αυτής της μάζας, ( με διαφημίσεις, ταινίες, τηλεόραση, Τύπο, «μαζική» λογοτεχνία, κοινωνιολογικές έρευνες κ.ο.κ.) έχουν οδηγήσει στην εμφάνιση μιας βιομηχανίας πολιτισμού οργανωμένης στο πρότυπο της βιομηχανικής παραγωγής, που  εξυπηρετείται από άτομα τα οποία παραδοσιακά ανήκαν στην κατηγορία των διανοουμένων.
       Κι έτσι δημιουργήθηκε μια αύξηση του άλλοτε μικρού τμήματος των διανοουμένων που μετατράπηκαν  σε μια σταθερά αναπτυγμένη κοινωνική ομάδα, ενώ συγχρόνως τροποποιήθηκε ο  χαρακτήρας της πνευματικής εργασίας και η  κοινωνική κατάσταση των διανοουμένων. Ο διανοούμενος από  μέλος μιας  ελίτ, μιας κλειστής ομάδας από  «ελεύθερους επαγγελματίες», έχει γίνει ένας υπάλληλος μιας μεγάλης καπιταλιστικής εταιρείας, ένας μισθωτός εργάτης που εργάζεται συχνά μόνο κατά παραγγελία και συχνά εις βάρος της κλίσης του
        Αφού έπαψε λοιπόν να είναι ένας μοναχικός τεχνίτης και έχει στερηθεί των εργαλείων της εργασίας του, ο διανοούμενος  έχει χάσει την προηγούμενη έστω και περιορισμένη, δύναμη πάνω στον εαυτό του, το δικαίωμα να ελέγχει τη δική του δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό καθιστά την κατάσταση του διανοούμενου στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες αντιφατική, και τον φέρνει πολύ κοντά στην κατάσταση που παραδοσιακά αποδίδεται στην μικροαστική τάξη. Αφού οι διανοούμενοι δεν λειτουργούν ως παράγοντες στην καπιταλιστική οικονομία αλλά ως μέρος κοινωνικών θεσμών που απορρέουν απ’ αυτή, η εξάρτησή τους απ’ αυτούς τους οδηγεί να παραμένουν πιστοί στην τάξη που τους υποστηρίζει, δηλ. την κυρίαρχη τάξη.
          Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως διανοούμενοι που να προβάλλουν τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων και να τις βοηθούν να αποκτήσουν συνείδηση της αποστολής τους στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πεδίο είναι λίγοι και ακόμα λιγότεροι αυτών που η φωνή ακούγεται.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΣΕΙΣ ΜΕ ΦΑΣΙΣΜΟ


Όλα αυτά τα ευτράπελα, που σε εικόνες και ειδήσεις πλημμύρισαν ιδιαίτερα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, από τα τεκταινόμενα στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία στο Σύνταγμα, αποσπούν την προσοχή μας από το μείζον: ο φασισμός, ήδη δειλά  νομιμοποιημένος  από τα έργα και ημέρες των κομμάτων εξουσίας της τελευταίας οκταετίας, με πρόσχημα εθνικά ζητήματα καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Κι επομένως ο προβληματισμός μήπως η αφ’ υψηλού κριτική, οι περιφρονητικοί χαρακτηρισμοί και χλεύη για το πλήθος που συγκεντρώθηκε διευρύνει την ανοχή και εν πολλοίς και επιδοκιμασία στους ακροδεξιούς και φασίστες δημαγωγούς δεν στερείται δεδομένων.
        Από τα τέλη του 20ου αιώνα, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και όσο η οικονομική κρίση παρατείνεται, αντιμετωπίζεται ένα ιστορικό παράδοξο. Από τη μια η οικονομία, η πολιτική ακόμα και η πολιτιστική έκφραση στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου μοιάζει να έχουν ομογενοποιηθεί όσο ποτέ, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης κυριαρχίας του παγκόσμιου κεφαλαίου, από την άλλη παρατηρείται μια αύξηση κινητοποιήσεων εθνικιστικού χαρακτήρα. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την άνοδο τέτοιων κινητοποιήσεων ως ένα είδος αντίδρασης στην αυξανόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας και του πολιτισμού, έναν αγώνα ενάντια στην απειλή της ομογενοποίησης. Ωστόσο, μια τέτοια εξήγηση μοιάζει  να μην μπορεί να καταγράψει την εξαιρετική ποικιλομορφία του φαινομένου. Έτσι στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η άνοδος του εθνικισμού συνοδεύεται από την αποδοχή της οικονομικής κι επομένως πολιτικής εξάρτησης από το δυτικό κεφάλαιο  από πολλούς από εκείνους που υιοθετούν έναν επιθετικό εθνικισμό που καταλήγει ρατσισμός. Στη Δυτική Ευρώπη πάλι, η άνοδος ενός ξενοφοβικού εθνικισμού  δεν κατευθύνεται τόσο σε βάρος άλλων δυτικοευρωπαϊκών εθνών κι ούτε σε μεγάλο βαθμό εναντίον του σχεδίου του ενοποιημένου οικονομικά και πολιτικά κεφαλαίου, όσο κατά των μεταναστών εργαζομένων από Ασία και Αφρική, ακόμα κι αυτών που εργάζονταν εδώ και 20 ή 25 χρόνια χωρίς να προκαλούν τις ίδιες αντιδράσεις.  
       Κι αν είναι εμφανής η σκοπιμότητα  της κυρίαρχης τάξης που  προωθεί την εθνικιστική ιδεολογία της αταξικής εθνικής συνεργασίας και της εθνικής ενότητας δεν είναι πάντα εμφανείς οι λόγοι που σε μεγάλες μάζες εργαζομένων αυτή η ιδεολογία βρίσκει ανταπόκριση.
         Ίσως λοιπόν για να κατανοηθεί η αύξηση εθνικών αναμοχλεύσεων, που παίρνουν διαφορετικές μορφές σε διάφορες χώρες, θα πρέπει να μην αποσυνδεθούν από την ταξική πάλη. Γιατί το έθνος κράτος, δημιούργημα της καπιταλιστικής τάξης, είναι προϊόν της ταξικής πάλης, δηλ. του αγώνα της συγκεκριμένης τάξης κατά της φεουδαρχίας και άλλων προ-καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Και επειδή οι  κύριες τάξεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – αστοί και προλεταριάτο - αναπτύσσονται και ωριμάζουν μέσα στα έθνη, ο ταξικός αγώνας υπό τον καπιταλισμό γενικά παίρνει μια εθνική μορφή. Τα έθνη είναι το έδαφος της ταξικής πάλης στην καπιταλιστική εποχή. Γι’ αυτό το λόγο και  το εθνικό ζήτημα είναι σημαντικό για τον αγώνα της εργατικής τάξης για σοσιαλισμό.
          Και καθώς η κινητήρια δύναμη της εθνικής καταπίεσης είναι η ίδια η καπιταλιστική σχέση, η οποία είναι τόσο εκμεταλλευτική όσο και επεκτατική, η αστική τάξη των πιο ανεπτυγμένων εθνών εκμεταλλεύεται το εργατικό δυναμικό, τις πρώτες ύλες και τις αγορές άλλων λιγότερο αναπτυγμένων. Η εθνική αντιπαλότητα και η εθνική καταπίεση είναι επομένως εγγενείς στον καπιταλισμό. Η εθνική καταπίεση είναι αναπόφευκτη υπό τον καπιταλισμό και δεν μπορεί να τερματιστεί απλώς μέσω των καταπιεσμένων εθνών που κερδίζουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Κι αν γίνεται υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, είναι γιατί τίποτε όσο η εθνική αδικία δεν ενισχύει την αλληλεγγύη της προλεταριακής τάξης.
  Δεν είναι βέβαια εξαίρεση και η δημιουργία  κρατών που δεν συμπίπτουν με τα έθνη, π.χ. πρώην αποικιακά κράτη Αφρικής ή και Ασίας,  και  αποτελούνται από ποικίλες εθνοτικές και φυλετικές ομάδες, οι οποίες συναθροίζονται σε βίαια τεχνητά κράτη ως αποτέλεσμα των αυθαίρετων εδαφικών διαιρέσεων που επιβάλλουν ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Τα κράτη και προτεκτοράτα που προέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με πληθυσμούς που αφού αλληλοσκοτώθηκαν πασχίζουν μετά να συμβιώσουν, είναι εν πολλοίς συνέπεια των εκκολαπτόμενων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή, πίσω από τα οποία στοιχίζεται αναφανδόν  η κυρίαρχη τάξη τους.
Κι έτσι ο εθνικισμός καλλιεργείται όσο οι ανερχόμενες αστικές τάξεις των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, σε ομοσπονδίες όπως η Γιουγκοσλαβία, επεδίωκαν σε σχετικά προηγμένα έθνη να κόψουν τους δεσμούς με τις πιο φτωχές και καθυστερημένες περιοχές, προκειμένου να διατηρήσουν τους πόρους για τους εαυτούς τους και να ενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην ενοποιημένη αγορά της Δυτικής Ευρώπης (όπως π.χ η Σλοβενία, Κροατία, Δημοκρατία της Τσεχίας). Κι έρχονται ξανά στο προσκήνιο οι μειονότητες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδιοπομπαίος τράγος στον σκόπιμο και κυνικό χειρισμό των λαϊκών φόβων και των εθνικών συναισθημάτων από τις νεοπαγείς ελίτ για να κρατήσουν την εξουσία.
Συνεπώς, με τις σοσιαλιστικές ιδέες και αξίες να συκοφαντούνται και να περιθωριοποιούνται, η ιδέα του διεθνούς προλεταριάτου και της κουλτούρας της εργατικής τάξης αντικαταστάθηκε σταδιακά από την εθνική ιδεολογία. Δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο, γιατί δεν υπήρχε άλλη αντίπαλη πολιτική ιδεολογία με τόσο ισχυρή παράδοση και με τέτοιες μακροχρόνια εδραιωμένες ρίζες στη λαϊκή κουλτούρα όσο ο εθνικισμός, συχνά σε συνδυασμό με τη θρησκεία. Στις μεγάλες μάζες του πληθυσμού η κυρίαρχη ιδεολογία του φιλελεύθερου ατομικισμού, αν και είναι ελκυστική στους διανοούμενους και την τάξη επιχειρηματιών, λιγότερο τις προσελκύει. Απόκληροι λοιπόν της ζωής και φτωχοποιημένοι  εργαζόμενοι οι οποίοι υπόκεινται καταπίεση που απορρέει από τη στρέβλωση και την ανατροπή της οικονομικής τους κατάστασης εξαιτίας αποφάσεων που θεωρούν πως επιβάλλουν ξένοι, καταφεύγουν στους δημαγωγούς του εθνικισμού, ακροδεξιοί και φασίστες σε πρώτο πλάνο,  που υπόσχονται τερματισμό της οικονομικής υποταγής.  Γι’ αυτό και ο εθνικισμός ανάμεσα στις μεγάλες μάζες που καταπιέζονται μπορεί να είναι μια παραμορφωμένη έκφραση της εξέγερσης, όπως συχνά συμβαίνει και με τη θρησκεία.  
Η χλεύη και περιφρόνηση λοιπόν όλων αυτών δεν τους περιορίζει, αντίθετα μάλλον διευρύνει την ανταπόκριση του φασιστικού λόγου που προβάλλεται ως εθνική δύναμη που τους υπερασπίζεται. Ο χλευασμός της αγωνίας και του φόβου πολλών εργαζομένων που εκφράζονται μ’ έναν παραμορφωμένο τρόπο προς τον εθνικισμό, δεν αναπτύσσει τη δυσπιστία των μαζών  προς τα εθνικιστικά επιτεύγματα της κυρίαρχης τάξης ούτε είναι αντίσταση στην ενότητα και την αλληλεγγύη των καπιταλιστών στην αστική ιδεολογία του εθνικισμού.  
             Και πώς θα οργανωθούν ανεξάρτητα από τους αστούς και μικροαστούς εθνικιστές οι μάζες των εργαζομένων χωρίς το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ;

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ


Η παραίτηση, εξαιτίας της συμφωνίας των Πρεσπών,  του Π. Καμμένου από την κυβέρνηση Τσίπρα, με τις εκατέρωθεν ευχαριστίες και ευγενείς φιλοφρονήσεις, στάθηκε αφορμή για τα ΜΜΕ να μιλήσουν για στημένο σώου και θεατρική παράσταση. Σ’ αυτήν την σκηνοθετημένη πολιτική πράξη λοιπόν, ο πρωταγωνιστής, πρώην υπουργός Άμυνας, και τα ΜΜΕ, τα οποία μεταφέρουν στο κοινό πληροφορίες και γνώμες στήνοντας θεατρικά σκηνικά, μοιάζει να συνεργάζονται θαυμάσια για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Να μην μένουν περιθώρια να σκεφτούμε, πνιγμένοι από λέξεις χωρίς νόημα και εικόνες σκηνοθετημένες. Τόση προσπάθεια για να μη βρούμε καμιά επαφή με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό λέξεων και εικόνων που μας έχει σκεπάσει. Για να  εστιάζουμε στην  αναπαράσταση της πραγματικότητας που θορυβεί για να πείσει για την αυθεντικότητά της.
               Κι ενώ την  οικονομικοπολιτική πραγματικότητά μας έχει σφραγίσει, τα τελευταία οκτώ χρόνια, μια σειρά μέτρων λιτότητας που φτωχοποίησε μεγάλο τμήμα των εργαζομένων, και η επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών για την υγεία, εκπαίδευση και κοινωνικές υπηρεσίες, η αναπαράστασή της από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο τονίζει τον αναγκαστικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών που η ολοκλήρωσή τους οδηγεί σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Σ’ αυτό το μέλλον προστέθηκε εδώ και μερικούς μήνες και η επίλυση του ονοματολογικού στη διένεξή μας με τη γείτονα χώρα.                        
Κι αν οι μεταρρυθμίσεις που μονιμοποιούν τη λιτότητα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και  σ’ όλη την Ευρώπη,  έγιναν στο όνομα της ανταγωνιστικότητας με σκοπό την επανασχεδίαση πλήρως των εργασιακών σχέσεων και των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, η συμφωνία των Πρεσπών, που φέρνει την ευρωατλαντική ενσωμάτωση της γείτονος χώρας, δεν μπορεί να αξιολογηθεί παραγκωνίζοντας την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική. Γιατί δεν μπορεί να ξεχαστεί ο ρόλος της στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αρχής γενομένης από  την αποφασιστικότητα της Γερμανίας για αναγνώριση ανεξαρτησίας της Σλοβενίας και Κροατίας, για να προκύψουν κράτη και προτεκτοράτα, μικρά κι αδύναμα, και γι’ αυτό πιο εύκολα ελέγξιμα.  
Τα Βαλκάνια είναι γνωστά για την τραγική τους ιστορία και είναι ο τόπος της πιο αιματηρής σύγκρουσης στην Ευρώπη από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. ΗΠΑ και Ευρώπη δεν είναι οι μόνοι παίκτες στην περιοχή, αφού η Ρωσία έχει καταστήσει σαφή την πρόθεσή της για παρεμβάσεις εάν απειλούνται τα συμφέροντά της.
 Γι’ αυτό και δεν είναι περίεργο που  οι διάφορες προσεγγίσεις στο Μακεδονικό ζήτημα περιπλέκουν σε αντιφάσεις συνηγόρους και αντιπάλους της συμφωνίας των Πρεσπών.
Με τη συμφωνία θα μπορούσε να έχει βάση ο ισχυρισμός πως παραβιάζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αφού το όνομα δεν θα προσδιορίζεται από τους κατοίκους του κράτους, αλλά θα  υπαγορεύεται  από παραμέτρους που θεωρεί αποδεκτές  ένας πιο ισχυρός γείτονας. Μόνο που και αυτός ο σχετικά ισχυρός γείτονας παίζει μέσα στα όρια που του επιτρέπουν οι ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί στους οποίους είναι ενταγμένος και με τους οποίους δεν έρχεται σε αντίθεση. Γι’ αυτό και το όνομα δεν είναι απλώς θέμα γεωγραφικού ή ιστορικού προσδιορισμού.  Κυριολεκτικά, γίνεται ζήτημα πολιτικής ή και μικροπολιτικής – αρχής γενομένης από Αντώνη Σαμαρά.
Στα Βαλκάνια όμως τα πολιτικά ζητήματα συχνότατα μετατρέπονται σε γεωπολιτικά. Κι αυτό, γιατί η περιοχή αποτελείται από αμοιβαία ανταγωνιστικά κράτη, που είναι εύκολα θηράματα για τον ιμπεριαλισμό. Το ζήτημα του ονόματος λοιπόν  δεν αποτελεί εξαίρεση.
Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η επιθετική επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια υπήρξε κεντρική στρατηγική των ΗΠΑ και των ευρωπαίων συμμάχων τους. Εκτός από την αναπτυσσόμενη αντίδραση μιας ακόμη αρκετά  αποδυναμωμένης Ρωσίας, μερικά από τα πιο δύσκολα εμπόδια για τη συνολική επιτυχία αυτής της στρατηγικής εντοπίζονται στα Βαλκάνια, όπου κάποιες χώρες δεν έχουν ακόμη προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ. Αυτά τα εμπόδια επικεντρώθηκαν στη Σερβία, η οποία είχε βομβαρδιστεί  από το ΝΑΤΟ το 1999. Κι ένα άλλο βασικό εμπόδιο ήταν η πΓΔΜ, δηλ. το βέτο της Ελλάδας για τη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ λόγω της διαφωνίας για το όνομα. Η στρατηγική λοιπόν της διεύρυνσης στα Βαλκάνια, που κατευθύνεται από ΗΠΑ, επαναδραστηριοποιήθηκε  με αίσθημα επείγουσας ανάγκης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, με τελευταίο να εντάσσεται στο ΝΑΤΟ το 2017 το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο.
Επομένως και  η συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αξιολογηθεί παραγκωνίζοντας την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική.
               Εξάλλου, η ιμπεριαλιστική διάσταση του μακεδονικού ζητήματος φαίνεται από το ίδιο το ερώτημα του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ  που συνέδεε τη συμφωνία  με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και ΕΕ. Οι πρωθυπουργοί των δυο κρατών, Τσίπρας και Ζάεφ στην υπηρεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
               Ακόμα όμως κι αν προσεγγιστεί η συμφωνία διαχωρίζοντάς τη από γεωπολιτικά συμφέροντα, πως είναι απλά μια συμφωνία της Ελλάδος-Μακεδονίας, η οποία «επιλύει» μια μακρόχρονη τοπική διαμάχη και η οποία μπορεί να διεκδικήσει και προοδευτική πιστοποίηση, η παρέλαση τόσων αξιωματούχων σε Ελλάδα και πΓΔΜ, ιδιαίτερα την εποχή του δημοψηφίσματος, από ΗΠΑ και ΕΕ δεν σου επιτρέπει να απομονώσεις το γεγονός.
 Η συμφωνία ανοίγει την πόρτα για  στρατιωτική επέκταση του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Μακεδονία και στα Βαλκάνια. Και η απόδειξη είναι πως  το ΝΑΤΟ χρειάστηκε λιγότερο από ένα μήνα από την ημερομηνία της τελετής υπογραφής της συμφωνίας στις Πρέσπες για να καλέσει επίσημα τη Βόρεια Μακεδονία να συμμετάσχει στη συμμαχία.
               Στην  Ελλάδα που είναι γονατισμένη οικονομικά,  με εθνικιστικές κορώνες ή υποσχέσεις ευημερίας αναπαριστά ο κυρίαρχος λόγος  μια εικονική πραγματικότητα που παραπλανά ή εφησυχάζει. Το βέβαιο όμως είναι πως στα επόμενα χρόνια ο λαός της θ’ αγκομαχά εξαιτίας της συνεχούς και μόνιμης λιτότητας, ενώ η  κυρίαρχη τάξη προσδεμένη στο άρμα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών θα προσπαθεί να τον παρασύρει, ήδη σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει.
               Η Βόρεια Μακεδονία ένα τέταρτο του αιώνα αναζητά ταυτότητα σε εθνικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά που να συνδυάζονται σε μια συλλογική ταυτότητα για τις διάφορες ομάδες των κατοίκων της,  ανατρέχοντας για τις  ρίζες της σύγχρονης μακεδονικής ταυτότητας ακόμα και στην αρχαία Μακεδονία. Το βέβαιο είναι πως η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ θα τους υποχρεώσει να βγάλουν το απαραίτητο 2% του ΑΕΠ για μια στρατιωτική συμμαχία στην οποία η φωνή τους θα μετράει ελάχιστα και τα συμφέροντά τους ακόμα λιγότερο.
               Στο τέλος,  την όποια  προσπάθεια διαχωρισμού της συμφωνίας από την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική θα την διαψεύσουν τα γεγονότα. Η πραγματικότητα είναι πάντα πιο ισχυρή από τους  εκφραζόμενους ευσεβείς πόθους –όπως διατυπώνονται μάλιστα στην εκδήλωση «Το στοίχημα  της συμφωνίας των  Πρεσπών», μια προσπάθεια για νεκραναστάσεις.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

ΔΑΡΒΙΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Τραγικό θάνατο, πέφτοντας από ψηλά,  βρήκε πριν λίγες μέρες 60χρονος εργάτης που εκτελούσε εργασίες, σε συνθήκες παγετού, στο υπό κατασκευή γήπεδο της ΑΕΚ. Λίγες μέρες πριν, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, 27χρονος επαγγελματίας διανομέας βρήκε τραγικό θάνατο σε δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα, ενώ εκτελούσε διανομή. Δυο θάνατοι των τελευταίων ημερών, που προστίθενται κοντά στα άλλα θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα, φέρνουν πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα του ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. Συγχρόνως, η ηλικία του σκοτωμένου εργάτη προκαλεί προβληματισμούς για  τις συνέπειες, την πιο τραγική,  του νέου  ασφαλιστικού.  
               Το  επιχειρηματικό μοντέλο του παγκόσμιου καπιταλισμού, το οποίο περιπλανιέται ανά τον κόσμο αναζητώντας το χαμηλότερο κόστος παραγωγής, το πιο ευάλωτο εργατικό δυναμικό και τις πιο αδύναμες και πιο συμμορφούμενες κυβερνήσεις, δεν περιορίζεται μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και Αφρικής. Ο αντίκτυπος του άγριου καπιταλισμού ακόμα και σε χώρες της Δύσης με  εργατική νομοθεσία και εργατικά δικαιώματα υπονομεύει την ασφάλεια των εργαζομένων. Είναι γιατί στην πράξη η πίεση στις συνθήκες εργασίας και τα δικαιώματα των εργαζομένων πλήττει όλους τους χώρους εργασίας ανά τον κόσμο, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, που βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για να παράγουν τα υψηλότερα κέρδη για τις πολυεθνικές εταιρείες. Όσο αυξάνεται ο στρατός των ανέργων και εντείνεται η επίθεση των εργοδοτών στους εργαζόμενους, τόσο το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων υποβαθμίζεται,  με τους ίδιους να το ανέχονται με το φόβο απώλειας της εργασίας. Η εργοδοσία, ακόμα και του μικροεπιχειρηματία που επικαλείται την επιβίωση του ή και που φαντασιώνεται επέκταση της επιχείρησής του, τις περισσότερες φορές αδιαφορεί για τις μη ασφαλείς συνθήκες εργασίες των μισθωτών της.
               Η αύξηση της ασφάλειας και η μείωση των κινδύνων στο χώρο εργασίας τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με την εκτίμηση του κόστους. Το κόστος βέβαια αυτό δεν βγαίνει από τα κέρδη, αλλά στην τελική καλύπτεται από τις υψηλότερες τιμές προϊόντων ή από τους χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων. Ακόμα κι όταν  οι βελτιώσεις στην ασφάλεια, επειδή είναι άνευ ή αμελητέου κόστους, μπορούν να θεωρηθούν ότι μπαίνουν αμέσως σε εφαρμογή, γιατί  η μη αποδοχή τέτοιων βελτιώσεων αποβαίνει πιο δαπανηρή όσον αφορά τη ζημία που μπορεί να προκαλέσουν,  δεν είναι βέβαιο ότι  θα έχουν διάρκεια.
Οι εργοδότες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τους εργαζόμενους όχι μόνο όταν δεν τηρούνται τα μέτρα προστασίας, αλλά κι όταν πιέζουν τους εργαζόμενους να παρακάμπτουν τις ασφαλείς διαδικασίες εργασίας για να αυξηθεί η παραγωγή. Κι είναι εύκολο να απορρίπτουν οι εργοδοσίες τις ανησυχίες των εργαζομένων σχετικά με την ασφάλειά τους, γνωρίζοντας πως ο φόβος της απόλυσης επαρκεί για να εξαναγκαστούν να μη συνεχίσουν να τις εκφράζουν. Αυτό σημαίνει πως οι εργαζόμενοι δεν  μπορούν να υπερασπίζουν τις ζωές τους στην εργασία τους ατομικά και μεμονωμένα, αλλά μέσω της οικοδόμησης  συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, με την καπιταλιστική επίθεση,  στις αστικές μας δημοκρατίες οι νόμοι για τις εργασιακές σχέσεις και το δικαίωμα στην απεργία αποδυναμώνουν το κύριο μέσο που οι εργαζόμενοι έχουν, τη συνδικαλιστική οργάνωση. Γιατί με τους συνδικαλιστικούς αγώνες έχουν πετύχει εφαρμογή υποχρεωτικών κανονισμών ασφαλείας,  διεκδίκηση καλύτερων μισθών και συνθήκες εργασίας ώστε να προστατεύεται  η ασφάλεια στο χώρο εργασίας και ως εκ τούτου η ίδια τους η ζωή.
Κι αν στον κατασκευαστικό τομέα, με εργολάβους που προσλαμβάνουν και απολύουν εργαζόμενους κατά βούληση, ο κίνδυνος για ατυχήματα αυξάνει λόγω και της εγγενώς επικίνδυνης φύσης της εργασίας,  είναι ακόμα πιο απαραίτητος ο περιορισμός των μεταβλητών που συμβάλλουν σ’ αυτό, με την  αυστηρή εφαρμογή των κανονισμών ασφαλείας.       
Το Συνδικάτο Οικοδόμων Αθήνας που καταγγέλλει την εργοδότρια εταιρεία ΕΡΜΩΝΑΣΣΑ για το θάνατο του 60χρονου, θυμίζει και την απεργία που πραγματοποιήθηκε στο εργοτάξιο τον περασμένο Οκτώβριο για την υπογραφή ΣΣΕ και με αιτήματα που περιλάμβαναν και τη διεκδίκηση μέτρων για την Υγεία και Ασφάλεια, αλλά και τη θέση της εταιρείας που «διατυμπάνιζε ότι “δεν θέλουμε τα συνδικάτα εδώ, γιατί όλοι είμαστε μια οικογένεια”. Εταιρείες που κατασκευάζουν ένα δαρβινικό περιβάλλον εργασίας, υποκρίνονται την ενωμένη οικογένεια με τους εργάτες που σκοτώνονται στη δουλειά.  
Κι όσο το εργατικό κίνημα αποδυναμώνεται, πέρα από την κρατική μηχανή που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να εξυπηρετεί απροκάλυπτα  τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιοκτητών επιχειρήσεων, τα ΜΜΕ σπεύδουν σε βοήθεια της στο επικοινωνιακό κομμάτι. Και  κινητοποιούνται ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων, εμμέσως και ευθέως,  μη χάνοντας ευκαιρία να δαιμονοποιούν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ υποβαθμίζουν την έκθεση των θανατηφόρων ατυχημάτων στο χώρο εργασίας σε μικρά αποσπάσματα ειδήσεων. Κι από κοντά η δικαιοσύνη που όλο και περισσότερο δικαιώνει εργοδότες και τα συμφέροντά τους. Πρόσφατη η απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε υπερβολικά τα ποσά αποζημιώσεων, που «κρίνονται συναισθηµατικώς διογκωµένα» προς συγγενείς των θυμάτων που είχαν καεί σε υποκατάστημα της τράπεζας Marfin κατά τη διαδήλωση το 2010,  αναιρώντας την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κατά τον Άρειο Πάγο επιβαρύνει ««υπέρµετρα τον εργοδότη».
Κι αν οι τεχνολογικές εξελίξεις και η αύξηση του λιγότερου επικίνδυνου τριτογενούς τομέα δεν  μειώνουν, όπως θα έπρεπε,  το ίδιο ταχύτατα και τον αριθμό των θανατηφόρων ατυχημάτων στον τόπο εργασίας, είναι γιατί οι επιχειρήσεις εστιάζουν πρωτίστως και κυρίως σε άμεσα κέρδη με αναλώσιμο εργατικό δυναμικό. Για τα υπόλοιπα, δικαιώματα εργαζομένων και όροι εργασίας, υπάρχει η παρότρυνση για παραπομπή κάθε εργαζόμενου σε δικαστήρια κι επιθεωρήσεις εργασίας για να τα διεκδικήσει …όπως και όποτε.