Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ


Και οι  πολιτικοί αντιπρόσωποι της κυρίαρχης εξουσίας, τόσο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όσο και η κυβέρνηση Ν.Δ, αφού συμφώνησαν πως  «βγήκαμε από τα μνημόνια», ενώ απλούστατα σ’ αυτή τη φάση απλώς ολοκληρώθηκαν, συνεχίζουν να  ρυθμίζουν  την πολιτικοοικονομική ζωή κατά τις επιταγές τους. Για δικαιολόγηση των επιλογών τους επιστρατεύεται ένας δημαγωγικός λόγος που  κολακεύει συναισθήματα ενισχύοντας φόβους και προκαταλήψεις, καθησυχάζει ανησυχίες και  ενεργοποιεί τον κοινωνικό αυτοματισμό. Πρόσφατα παραδείγματα δημαγωγικού λόγου, που έχουν να κάνουν με τον περιορισμό των απεργιών και των διαδηλώσεων, είναι  η συγγνώμη που ο πρωθυπουργός έσπευσε να εκφράσει για την ταλαιπωρία των Αθηναίων από τη στάση εργασίας στο μετρό της Αθήνας, με τα ΜΜΕ να χαρακτηρίζουν με υπερθετικού βαθμού επίθετα την ταλαιπωρία τους, ή το ενδιαφέρον του για «το σεβασμό στο δημόσιο χώρο» όπου δεν «μπορεί να κλείνει ο δρόμος από 50 άτομα».
           Δεκαετία κλείνει η άγρια καπιταλιστική επίθεση κι όμως μοιάζει να μην έχουν γίνει διαφανείς σε μεγάλο μέρος των εκμεταλλευομένων τάξεων οι ταξικές πολιτικές των αστικών κομμάτων, κι όλο ανακαλύπτονται νέες επιμέρους ή ψευδείς συγκρούσεις για να μην φανεί η κύρια ταξική αντίθεση που είναι ανάμεσα στον εργαζόμενο και το κεφάλαιο. Αναδεικνύονται πολλές ισοδύναμες συγκρούσεις, όπως για την καταστροφή του περιβάλλοντος, την απειλή πολέμου, την έμφυλη βία κλπ. όπου η αυτονομία κάθε αντίθεσης επιβάλλει μεμονωμένες και αποσπασματικές δράσεις επί του μερικού. Και ο πρωθυπουργός με τις ανησυχίες του οι οποίες κατασκευάζουν ψευδείς αντιθέσεις ανάμεσα σ’ όσους εργάζονται και σ’ αυτούς που απεργούν ή διαδηλώνουν αυτή τη λογική εφαρμόζει με την οπτική της κυρίαρχης εξουσίας.
 Η οριζοντίως λοιπόν αθροιστική σύλληψη των αντιθέσεων του καπιταλισμού υπαγορεύει την οριζόντια αθροιστική παραθετική σύλληψη δράσεων και ενεργειών και καλλιεργείται η αντίληψη, ότι δεν χρειάζεται συνολική ερμηνεία της πραγματικότητας, κι ακυρώνεται ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος  κι επομένως ένα κόμμα σαν το ΚΚΕ φαίνεται ότι δεν έχει να παίξει κανέναν ρόλο συνολικά απέναντι στην κοινωνία. Μάλιστα, εν ονόματι της αυτονομίας και ελευθερίας επιδιώκεται η δημιουργία κομμάτων και κινημάτων στη βάση αντιθέσεων που θεωρούνται και πιο σημαντικές από την αντίθεση κεφάλαιο –εργασία, μέχρι που ενσωματώνονται στην κυρίαρχη εξουσία ή εκφυλίζονται σε εξωραϊστικά σωματεία. Ιδιαίτερα, σε περιόδους όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων ο κατακερματισμός των ενεργειών και η αποσπασματικότητα των αντιδράσεων, χωρίς αντίληψη των συγγενειών ανάμεσα στα γεγονότα, αδυνατώντας την ανέλκυσή τους από την σύγχυση της αμεσότητας, με τα ιστορικά φαινόμενα αποξενωμένα μεταξύ τους  με αντίπαλο ένα πάνοπλο, ιδεολογικά και υλικά, αστικό κράτος καθιστούν αδύναμο το λαϊκό κίνημα.
Και είναι ο μαρξισμός που με την υλιστική διαλεκτική  απαιτεί να εξετάζονται τα φαινόμενα  στην εξέλιξή τους, στις μεταβολές τους και κάθε κοινωνικό γεγονός και φαινόμενο να κρίνεται  σε σχέση  με την ιστορική πραγματικότητα τις ιστορικές  δηλ. συνθήκες που  το δημιούργησαν. Η ματιά λοιπόν της αστικής εξουσίας βλέπει την οικονομία  ως μια διαδικασία αγοράς και πώλησης μεταξύ ατόμων, που θεωρείται συνώνυμο φυσικού φαινομένου έξω από τα ιστορικά πλαίσια. Η οικονομία όμως καθορίζεται και από τις σχέσεις μεταξύ εκείνων που, μέσω της βίαιης πρωτόγονης συσσώρευσης, ξεκίνησαν με πολλά και εκείνων με πολύ λιγότερα, και γι’ αυτό  οι καπιταλιστές είναι σε θέση να υπαγορεύουν τους όρους με τους οποίους οι προλετάριοι θα συμμετέχουν στην οικονομία. Κατέχοντας λοιπόν οι καπιταλιστές τα μέσα παραγωγής είναι σε μεγάλο βαθμό σε θέση να καθορίζουν μισθούς που πρόκειται να πληρώσουν στους εργάτες, ακόμη και αν αυτό δεν είναι  σύμφωνο με το έργο που εκτέλεσαν και την αξία που δημιουργήθηκε. Κι αυτό οδηγεί στην εκμετάλλευση. Κι αυτή η εκμετάλλευση είναι κρυμμένη από τους περισσότερους ανθρώπους, μέσα από ένα αφηρημένο σύνολο προτύπων και κανόνων που κρύβουν την πραγματική αλήθεια των πολύπλοκων υλικών διαδικασιών της οικειοποίησης και της εκμετάλλευσης, αυτό που χαρακτηρίζεται ως ιδεολογία. Κι αυτή η παραπλάνηση βέβαια συνεχίζεται  με διάφορους τρόπους.
 Ακόμα κι αν ονόματα όπως του Ντεριντά ή Φουκώ ή Λυοτάρ είναι άγνωστα στις μεγάλες μάζες, όμως  οι ιδέες τους διαχέονται και κινούμαστε σε μια οριζόμενη απ’ αυτούς ατμόσφαιρα όπου ευνοείται η ετερογένεια, η διαφορά, η απροσδιοριστία ο κατακερματισμός, όπου κατηγορίες όπως φυλή ή φύλο έχουν μετατραπεί σε εργαλεία σκέψης που μάλλον τη μουδιάζουν αποπλαισιωμένα κι έξω από τον ιστορικό τους χώρο, όπου ο σχετικισμός και η αόριστη κοινωνική δικαιοσύνη διαγράφουν τη σημασία των υλικών όρων που καθορίζουν την κοινωνική μας ύπαρξη.
Έχοντας λοιπόν ο μαρξισμός αποκαλύψει και καθορίσει τη σκέψη και δράση των εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων τάξεων τα τελευταία 150 χρόνια η κυρίαρχη τάξη προσπάθησε να τον αποδομήσει εν ονόματι της αυτονομίας και ελευθερίας. Ο,τι λοιπόν συνοπτικά ονομάζεται μετανεωτερικότητα στέκεται αρνητικά, αν δεν επιτίθεται, στις αφηγήσεις, τις οποίες αντιλαμβάνεται ως πλατιά ερμηνευτικά σχήματα, που κατασκεύασαν και ανέπτυξαν θεωρητικοί και κυρίως ο Μάρξ, καταδικάζοντάς τες ως «ολοκληρωτικές» και εμμένει στον πλουραλισμό και σχετικισμό, που τελικά δικαιώνουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, δηλ. τον καπιταλισμό.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΦΑΣΙΣΜΟΥ


Και για χρόνια, διαβάζοντας την ιστορία της ανόδου στην εξουσία των φασιστικών κομμάτων στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, η απορία πώς πέτυχαν να κερδίσουν  αν όχι την υποστήριξη έστω και την  ανοχή των μεγάλων μαζών για τόσο μεγάλο διάστημα σκόνταφτε πάντα στην κατανόηση της διαδικασίας ανάπτυξης και διάχυσης του φασισμού στην κοινωνία. Μέχρι αυτή την τελευταία δεκαετία της οικονομικής κρίσης, που ακόμα κι αν τις ρίζες του φασισμού δύσκολα τις αντιληφθήκαμε, όμως βιώνοντας γεγονότα  ως συνέπειες διάχυσης φασιστικών συμπεριφορών  μας αποκαλύπτεται, εκ του αποτελέσματος,  και η διαδικασία εκφασισμού μας. Ο οποίος δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες συμπεριφορές μιας ξαφνικής μεταμόρφωσης σε συγκεκριμένους ανθρώπους, αλλά εγκαθίσταται σε  όλο τον κρατικό μηχανισμό με τους θεσμούς και τα όργανά του και  διαπερνά όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Από την εισαγγελική αγόρευση στη δίκη της Χρυσής Αυγής, όπου η εισαγγελέας  Αδαμαντία Οικονόμου επί της ουσίας αθώωσε την εγκληματική οργάνωση απομονώνοντας το περιστατικό της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, μέχρι τα δημοσιογραφικά σχόλια που δικαίωναν, χωρίς έρευνα πέραν των ανακοινωθέντων της αστυνομίας,  την αστυνομική αυθαιρεσία και βία στο περιστατικό στο Κουκάκι, είναι τρόποι που  συμβάλλουν να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να  ευδοκιμήσει ο φασισμός. Κι αυτοί δεν είναι χθεσινοί.
               Η εκλογική και πολιτική ελκυστικότητα της Χρυσής Αυγής από τις εκλογές του ’12 δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο  στο θυμό και τη βούληση να τιμωρηθεί  το πολιτικό σύστημα που θεωρήθηκε  υπεύθυνο για την οικονομική κατάρρευση και τη σκληρή λιτότητα. Η επιλογή για υποστήριξη  της φασιστικής πολιτικής δεν ήταν ποτέ απλά μια συναισθηματική αντίδραση στην κρίση, αλλά στηρίζεται σε ευρύτερες ιδεολογικές και πολιτικές συγγένειες και δεσμούς που οικοδομήθηκαν  τις προηγούμενες δύο ή τρεις δεκαετίες. Ήταν ένα σύνθετο αποτέλεσμα προηγούμενων κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών, ακονισμένο, μεγεθυμένο και επιταχυνόμενο από την τρέχουσα οικονομική ύφεση, στην οποία τα μέχρι τότε κόμματα εξουσίας αποδείχτηκαν αναξιόπιστα. Η σφοδρότητα της καπιταλιστικής κρίσης κατέστρεψε επαγγέλματα και πολιτιστικά πρότυπα, δημιούργησε κύμα μετανάστευσης και  οι φασίστες με τα ονομαζόμενα ακροδεξιά ή εθνικιστικά κόμματά τους υποσχέθηκαν να προστατεύσουν την κοινωνία από την επιρροή των ξένων και των αγορών. Και πολλοί, φοβισμένοι, χωρίς θάρρος να αγωνιστούν, αποπροσανατολισμένοι, χωρίς ταξική συνείδηση,  περιθωριοποιημένοι, έχοντας χάσει οικονομικά πλεονεκτήματα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά τους.
 Η μήτρα όμως  για την υποδοχή του φασισμού είχε ετοιμαστεί χρόνια πριν. Από τη μια  η κυρίαρχη προοδευτική σκέψη οικοδομημένη πάνω σε ένα μεταμφιεσμένο ιδεαλισμό δοξάζει το άτομο με τα υπαρξιακά του αδιέξοδα και τις ιδιαιτερότητές του  πέρα και ανεξάρτητα από τους υλικούς όρους που το καθορίζουν,  με την υπόσχεση  για εξασφάλιση  κάθε ατομικής ελευθερίας και από την άλλη η συντηρητική σκέψη που μηρυκάζει ιδέες περί εθνικισμού και ασφάλειας προσφέρει προστασία σε μια καπιταλιστική κοινωνία θεωρούμενη ως φυσικό δεδομένο και αναλλοίωτο. Κι αμφότεροι δοξάζουν τον καπιταλισμό, με ή χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο, σε αγαστή συμφωνία απαξιώνοντας ταξικούς αγώνες, συνδικαλιστική οργάνωση, κοινωνική αλληλεγγύη, προωθώντας τον ατομικισμό και ανταγωνισμό και προβάλλοντας την οικονομική  επιτυχία και την εκμετάλλευση. Πιο συγκεκριμένα, το ΠΑΣΟΚ με την αριστερή φρασεολογία απαξίωσε κάθε έννοια συνδικαλισμού και μαζί με τη Ν.Δ ευτέλισαν θεσμικά όργανα και εκτελεστική εξουσία της αστικής εξουσίας με κυκλώματα, προμήθειες και εξωχώριες εταιρείες. Η ανάδειξη  του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση ολοκλήρωσε την περιφρόνηση των μαζών στην πολιτική εκπροσώπηση της κυρίαρχης εξουσίας. Συγχρόνως,  η κατασυκοφάντηση του κομμουνισμού για να  απαξιωθεί το όραμά του για δικαιότερη κοινωνία, αλλά και η αδυναμία των εργαζομένων, καθώς διαποτισμένοι από την κυρίαρχη αντίληψη για τη μορφή της κοινωνίας δεν συνειδητοποιούν την ταξική τους θέση, να στρατευτούν με το κομμουνιστικό κόμμα  για ν’ αγωνιστούν για μετασχηματισμό της κοινωνίας αφήνει ελεύθερο το πεδίο στην κυρίαρχη εξουσία με τα πολλαπλά της πρόσωπα. Κι αναπτύσσεται  μια ρητορική που επιβεβαιώνει προϋπάρχουσες προκαταλήψεις, μεγεθύνονται φόβοι και δυσαρέσκειες, κολακεύονται σκοτεινά ένστικτα και  νομιμοποιούνται εκείνες οι ακραίες τάσεις που δικαιώνουν στην πραγματικότητα το status quo. Και κάπως έτσι ο ποικιλώνυμος φασισμός εμφανίζεται σαν εναλλακτική λύση, με τις  αστικές κυβερνήσεις ενώ έχουν κάθε ευκαιρία να περιορίσουν ή να διαλύσουν τα φασιστικά μορφώματα στην αρχική τους εμφάνιση δεν τα  ανέχονται απλώς αλλά εμμέσως και τα ενισχύουν.
Κι επειδή η οργάνωση της αστικής δικαιοσύνης είναι σε τέλεια αρμονία με τα χαρακτηριστικά του αστικού κράτους και οι αποφάσεις των δικαστηρίων του είναι ευνοϊκές για την άρχουσα τάξη, γι’ αυτό και η αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη της Χ.Α είναι σημαντική. Αποκαλύπτει πως οι φασιστικές εναλλακτικές κρύβονται στις άκρες της αστικής πολιτικής, ένα εργαλείο για την άρχουσα τάξη όταν το χρειαστεί. Ανεξάρτητα  λοιπόν από την τελική απόφαση του δικαστηρίου στη δίκη της Χρυσής Αυγής, η αγόρευση της εισαγγελέως, με την επιλογή της να θεωρηθεί η δολοφονία σχεδόν συνέπεια προσωπικών επιλογών, αποχρωματίζει πολιτικά τη δολοφονία Φύσσα κι έτσι αθωώνει το φασιστικό μόρφωμα, που μοιάζει να είναι το επιδιωκόμενο.
Κι από κοντά η εντεινόμενη αστυνομική βία με αστυνομικούς που ενεργούν σαν κακοποιοί δεν κάνουν άλλο από το να επιβάλλουν εντολές της πολιτικής ηγεσίας για μέγιστη βία που φοβίζει και υποτάσσει. Η αστυνομική δραστηριότητα πηγαίνει πέρα από την απλή καταστολή, διαμορφώνει, με την αρωγή των καθεστωτικών ΜΜΕ, την ιδεολογία του καλού και κακού πολίτη που βρίσκεται σε συνάρτηση με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Οι επιλεκτικές εφαρμογές των νόμων επιτρέπουν στις δυνάμεις καταστολής κάθε φορά να στοχεύουν εκείνο το τμήμα του πληθυσμού που, κι αν δεν είναι πιο απειλητικό για την κυρίαρχη εξουσία, μπορεί να λειτουργήσει σαν παράδειγμα με στόχο τον έλεγχο της συμπεριφοράς.
Επιπλέον, σε περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας που προκαλούν οξύτατες αντιδράσεις η προσπάθεια να χρεώνονται, όχι μόνο από την εξουσία αλλά και από πολλούς που  αντιδρούν,  σε προσωπικές συμπεριφορές των αστυνομικών οργάνων αντιμετωπίζει την αστυνομική δράση μεμονωμένα κι αποσπασματικά, υποβαθμίζοντας τις συνέπειές της κυρίως στις εκμεταλλευόμενες τάξεις.  
 Το περιστατικό στο Κουκάκι, όπως και παλιότερα η καταρχήν καταδίκη με τον τρομοκρατικό νόμο της Ηριάννας, επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στις προσωπικότητες των θυμάτων και όχι σ’ αυτές καθαυτές τις αυθαιρεσίες και την κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία.  Κι αυτή η οπτική, απότοκος ακριβώς της αντίληψης για το άτομο και τις ευθύνες του που δρα σε πολιτικό κενό, επιτρέπει να σπάνε ταμπού, να χάνουν το αρχικό τους στίγμα συμπεριφορές στα όρια ή ξεπερνώντας τη νομιμότητα, όσο εμείς αναζητάμε υπερασπιστική γραμμή στο βιογραφικό του θύματος.
 Και η αστυνομοκρατία επεκτείνεται. Και αναστρέφεται η γενική συναίνεση γύρω από τις φιλελεύθερες αξίες που η κυρίαρχη εξουσία συνεχίζει λεκτικά να υπερασπίζεται, ενώ στρώνει το δρόμο για φασιστικές πρακτικές χωρίς να χρησιμοποιεί την ονομασία φασισμός.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

ΒΟΛΙΚΑ ΑΛΛΟΘΙ


Η ειδησεογραφία των ημερών μας πληροφορεί, πέρα από τη νίκη του Μπ. Τζόνσον στη Μ. Βρετανία ή τις αποστολές αυστηρών μηνυμάτων της πολιτικής μας ηγεσίας προς την Τουρκία,  πως χωρίς ουσιαστική συμφωνία, με αόριστες δεσμεύσεις ολοκληρώθηκαν μετά από δυο βδομάδες οι συζητήσεις για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη στο πλαίσιο της  Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα (COP25), που διεξήχθη στη Μαδρίτη.
         Η κλιματική αλλαγή γίνεται αντικείμενο ενός ιδιότυπου  ενδιαφέροντος της καπιταλιστικής εξουσίας, που φαίνεται να εξαντλείται σε προώθηση, στα πλαίσια της πράσινης ανάπτυξης, επενδύσεων σε νέους τομείς  ή στην περιβαλλοντική επιβάρυνση  φτωχότερων χωρών με το μηχανισμό αγοροπωλησίας των ρύπων. Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, με την προβολή απόψεων των  επιστημόνων που την υποστηρίζουν, δεν είναι μόνο συμβατή με την οικονομική ανάπτυξη, αλλά φαίνεται πως αποτελεί κι ένα μέσο για να εξασφαλιστεί η  οικονομική ανάπτυξη στα επόμενα χρόνια.
         Ο συνεχής  βομβαρδισμός μας από παραφυάδες της κυρίαρχης εξουσίας με την απειλή της κλιματικής αλλαγής διαμορφώνει έτσι τη συλλογική αντίληψη για το περιβάλλον, ώστε να γίνεται αποδεκτή η νέα οικονομική ανάπτυξη που ισχυρίζεται πως το προστατεύει. Και σ’ αυτή την περίπτωση, ο καπιταλισμός λειτουργεί σαν ένα κλουβί που, χρησιμοποιώντας κινήματα, οργανώσεις και πολυποίκιλες συλλογικότητες κάτω από ψευδή συνθήματα, μας φυλακίζει με τη συναίνεσή μας σαν κατοικίδια ζώα, εξασφαλίζοντας και βολικά άλλοθι για την εκμετάλλευση ανθρώπων και καταστροφή της φύσης. Τα συνθήματα που χρησιμοποιούνται τόσο από μη κερδοσκοπικά συγκροτήματα όσο και από πολιτικούς της εξουσίας μοιάζουν κοινά και χρησιμοποιούν λέξεις όπως όλοι μαζί, αλλαγή κλπ. για να μας πείσουν πως για να αλλάξουμε τα πάντα, είμαστε όλοι χρήσιμοι. Συμπλέκονται έτσι οι ανησυχίες για το περιβάλλον με τις προσπάθειες να διατηρηθεί ένα οικονομικό σύστημα με νέους τομείς ανάπτυξης.
          Ο σκοπός αυτών των μηνυμάτων είναι πρωταρχικής σημασίας. Είναι ένας διακριτικός τρόπος για τη διαγραφή των ταξικών διαιρέσεων. Δηλ. να μετατοπίζεται  κάθε συζήτηση μακριά από την ανάλυση της ταξικής διαίρεσης, ακόμα  και να εξαλειφτεί το ταξικό ζήτημα εντελώς. Οι αγρότες μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι γνωρίζοντας ότι και η εταιρία που έχει καταλάβει τη γη τους έχει τις ίδιες ανησυχίες για το κλίμα μ’ αυτούς. Τα συμφέροντα αυτών που βρίσκονται στο τιμόνι μιας πολυεθνικής δεν διαφέρουν από τα συμφέροντα των υδραυλικών, των πωλητών ή των εργατών, αφού η κλιματική αλλαγή γίνεται για όλους επικίνδυνη. Είμαστε όλοι ενωμένοι ως ένα. Τα ξεχωριστά όρια μεταξύ της εργατικής τάξης και  της άρχουσας τάξης, που επαναπροσδιορίζεται αποκτώντας ένα ανθρώπινο πρόσωπο που νοιάζεται για το περιβάλλον, συνεχίζουν να είναι σκοπίμως θολά και αδιάκριτα. 
         Συγχρόνως αυτή η οπτική καταφέρνει να προσθέτει και μια επιπλέον τιμωρία στους φτωχούς και την εργατική τάξη, γενικά τους ανθρώπους που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα. Θέτουν ένα αθέμιτο επίπεδο ενοχής στους απλούς ανθρώπους, των οποίων ο αντίκτυπος στο περιβάλλον είναι σχετικά αμελητέος, γι’ αυτό κι ενισχύεται με καμπάνιες ενάντια σε συνήθειες καθημερινότητας όπως τη χρήση πλαστικών σακουλών, σε σύγκριση με την τεράστια καταστροφή που προκαλεί η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, οι επιχειρήσεις εξόρυξης, η παραγωγή πλαστικών και συσκευασιών, η ναυτιλία και το στρατιωτικό βιομηχανικό συγκρότημα. Πότε έγινε αναφορά στους στρατούς των ιμπεριαλιστών και σε στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη χρήση του πετρελαίου και τη διάθεση των χημικών απορριμμάτων ή  τις σοβαρές συνέπειες όλων των σημερινών συνεχιζόμενων πολέμων των ΗΠΑ και των συν αυτώ; Σπάνια λοιπόν θα  αμφισβητηθούν τα βασικά θεμέλια της τρέχουσας οικονομικής τάξης η οποία οδηγεί στον αποδεκατισμό της βιόσφαιρας προς όφελος του κεφαλαίου.
        Η οικονομική ανισότητα και η φτώχεια συνεχίζουν να αυξάνονται καθώς θερμαίνεται, σύμφωνα με επιστήμονες, ο πλανήτης και η λύση που προσφέρεται από την άρχουσα τάξη, και μοιάζει να γίνεται αποδεκτή, είναι τραγική. Το οικονομικό κατεστημένο με τις συναθροίσεις του σε ΟΗΕ, Νταβός κλπ. υπόσχεται να αλλάξει τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας για να  ωφελήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη, και το πιο εξωφρενικό είναι πως καλλιεργείται η αντίληψη ότι οι εξαθλιωμένοι του κόσμου  θα πρέπει να απαιτήσουν τη θεμελιώδη και επείγουσα αλλαγή που χρειάζεται από εκείνους που τους εξαθλιώνουν και καταστρέφουν τον φυσικό κόσμο. Η ιδέα πως ο καπιταλιστής θα εξετάσει το ενδεχόμενο να ενωθεί με τους καταπιεσμένους, φτωχούς και εκμεταλλευόμενους για τη σωτηρία του περιβάλλοντος ή ότι μια τέτοια ένωση θα ήταν επωφελής, αποτελεί προσβολή τόσο για τους πιο ευάλωτους αυτού  του κόσμου όσο και για τους εργαζόμενους.
      Στην τελική, το δήθεν «αυθόρμητο» οικολογικό κίνημα, αν δεν έχει δημιουργηθεί,   έχει καταλήξει να  κυριαρχείται εξ ολοκλήρου και να  καθοδηγείται από ομάδες μεταμφιεσμένων καπιταλιστών που επιδιώκουν απλώς να ωραιοποιήσουν την τάξη των εκμεταλλευτών που καταστρέφουν τον πλανήτη, ανοίγοντας νέα πεδία οικονομικής κερδοφορίας.

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΙ ΤΡΑΓΟΙ


Ο πρώην πρωθυπουργός Α. Σαμαράς, από το βήμα συνεδρίου της ΝΔ, αφού έκανε το χρέος του ως μέλος κυβερνώντος κόμματος να  κατηγορήσει την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για «ναρκοθετημένη γη», εστιάστηκε σ’ αυτό που χαρακτήρισε «λαθρομεταναστευτικό», υποστηρίζοντας στην πραγματικότητα με πιο κυνικό τρόπο την κυβερνητική γραμμή που διαχώρισε πρόσφυγες από  μετανάστες και προκρίνει τη δημιουργία κλειστών κέντρων για μετανάστες.
Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι κατέθεσε Μηνυτήρια αναφορά κατηγορώντας για ξενοφοβικό παραλήρημα την Κιβωτό του Κόσμου καθώς εξέφρασε σε επιστολή της  την απόλυτη αντίθεσή της στη δημιουργία Προαναχωρησιακού Κέντρου Κράτησης Αλλοδαπών (ΠΡΟ.ΚΕ.ΚΑ.) προσφύγων και μεταναστών κοντά στις εγκαταστάσεις του Χωριού Παιδικής Προστασίας της Κιβωτού στο Αίπος. Κι αυτό διότι «θέτει σε άμεσο κίνδυνο το Παιδικό Χωριό της Κιβωτού του Κόσμου», υπογραμμίζοντας τις πολιτισμικές διαφορές με τους μετανάστες και τις παραβατικές συμπεριφορές που έχουν παρατηρηθεί απ’ αυτούς στο παρελθόν.
               Ενδεικτικά λόγια και έργα πολιτικής ηγεσίας και φιλανθρωπικών οργανώσεων που μοιάζει να συγκλίνουν, έστω και αν το σκεπτικό θέλει να δίνει την εντύπωση της διαφοροποίησης, στη στοχοποίηση του  άλλου, του ξένου είτε, κατά το δοκούν, ονομάζεται πρόσφυγας είτε μετανάστης. Κι ενδιάμεσα, ειδήσεις, όπως για την 27χρονη πρόσφυγα από το Αφγανιστάν που σε καταυλισμό προσφύγων στη Λέσβο απανθρακώθηκε από  πυρκαγιά στο κοντέινερ όπου έμενε, προκαλούν μεν εκφράσεις συμπάθειας σ’ ένα λεκτικό επίπεδο, που όμως όλο και περισσότερο βρίσκεται σε διάζευξη από τις ίδιες τις πράξεις.                                                                                       
 Και  το προσφυγικό αναδεικνύεται μείζον θέμα της ελληνικής κοινωνίας, όπως καταγράφουν και οι δημοσκοπήσεις. Κατά τη δημοσκόπηση της Metron Analysis για το ΒΗΜΑ της Κυριακής  στις 23 Νοεμβρίου το προσφυγικό είναι το μείζον θέμα για τους πολίτες με ποσοστό 33%, με την οικονομία  και ανεργία ακολουθούν αντίστοιχα με ποσοστά 28% και 14%, ενώ σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπησή της ίδιας εταιρείας, η ανεργία με ποσοστό 52% θεωρείται το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας κι ακολουθεί το μεταναστευτικό με 40,5%.
               Ενώ λοιπόν  με επιδόματα, υποσχέσεις και ασκήσεις επί χάρτου θέλουν να μας βεβαιώσουν για μια κανονικότητα του καπιταλισμού που σε βάθος χρόνου θα βελτιώνει τη ζωή μας, συγχρόνως μεθοδευμένα στοχοποιείται  ο πρόσφυγας. Ο οποίος  χρησιμοποιείται ως αποδιοπομπαίος τράγος που θα συγκεντρώσει την οργή και το μίσος των εξαθλιωμένων του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου σαν αιτία για την αθέτηση υποσχέσεων  της κυρίαρχης εξουσίας, για τη  διάψευση ελπίδων.
               Τα τελευταία χρόνια οικοδομείται το Φρούριο Ευρώπη. Μέσω της πολιτικής μετανάστευσης και των ολοένα και πιο περιοριστικών μέτρων που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, η ΕΕ μπορεί να θεωρηθεί ότι επαναπροσδιορίζει τα σύνορά της και υφίσταται μια συνεχή διαδικασία χειραγώγησης με αυτές τις φανταστικές πολιτικές γραμμές. Ο δημαγωγικός λόγος, με  συλλογισμούς που οι κυβερνώντες ασμένως υιοθετούν ότι οι μετανάστες δεν χρειάζεται να παραμείνουν στην Ευρώπη, στηρίζεται στην πεποίθηση ότι οι πρόσφυγες είναι ελάχιστοι, πως γενικά είναι ψεύτες οι  αιτούντες άσυλο, οπορτουνιστές και εκπατρισμένοι, όλοι χωρίς έναν πραγματικό και βάσιμο λόγο για να τους χορηγηθεί το καθεστώς πρόσφυγα.
               Η αστυνόμευση αν στην αρχή εντάθηκε, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στους ελέγχους στα σημεία διέλευσης και στα σημεία ελέγχου της μετανάστευσης. Όλα τα σημεία διέλευσης ροών του πληθυσμού, όπως οι δημόσιες οδικές μεταφορές, οι σταθμοί τρένων και λεωφορείων, οι θαλάσσιες μεταφορές, οι χώροι εξυπηρέτησης και οι πλατείες της πόλης θεωρούνται στρατηγικά σημεία διέλευσης. Αυτοί οι χώροι επομένως υπόκεινται σε αυστηρή αστυνόμευση και παρακολούθηση, που επιτρέπεται από τροποποιημένους νόμους και κυβερνητικούς θεσμούς να αντιμετωπίζουν όλους τους ξένους ανθρώπους με καχυποψία και να απαιτούν τεκμηρίωση από αυτούς. Κι αφού το αποδεχτήκαμε αυτό, η επέκταση της αστυνόμευσης, η απορρόφηση του δημόσιου χώρου από την κυρίαρχη εξουσία, είτε με πρόσχημα την ασφάλεια που υποβάλλει σε ελέγχους παράτυπους και παράνομους είτε με πρόσχημα την υγεία που επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές, δεν γνωρίζει όρια.
               Η προσπάθεια για πολιτικές ελέγχου των συνόρων επιβάλλει, με τη δική μας συναίνεση, γενικευμένη στρατιωτικοποίηση και στο εσωτερικό της χώρας, κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της ΕΕ που δημιουργεί τους πρόσφυγες. Κι αν η φασιστική Ευρώπη του μεσοπολέμου  είχε βρει τον αποδιοπομπαίο τράγο της στους εβραίους η διαφημιζόμενη ως  δημοκρατική Ευρώπη ετοιμάζει γι’ αυτόν τον ρόλο τον πρόσφυγα.
Αλλά όταν τόσοι πολλοί επιλέγουν να περάσουν από χίλια κύματα για να μην επιστρέψουν στις καταστάσεις από τις οποίες φεύγουν, όταν η μετανάστευση δεν είναι η προτιμότερη,  αλλά η μόνη επιλογή, υπάρχει σαφώς η ανάγκη για τις κυβερνήσεις αλλά κυρίως για μας να αξιολογήσουμε  κριτικά  τη στάση μας για το προσφυγικό και κατά συνέπεια τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
               Η τραγωδία όλων αυτών των ανθρώπων που πεθαίνουν αναζητώντας προστασία στην Ευρώπη, της οποίας  οι πολιτικές κάνουν αφόρητη τη ζωή στις χώρες τους, είναι ντροπή για την πολιτική συνείδηση του κατοίκου της Ευρώπης, που εκφασίζεται σταθερά και μεθοδευμένα. Όλοι αυτοί οι θάνατοι δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά είναι το θανατηφόρο αποτέλεσμα της οικοδόμησης του φρούριου της Ευρώπης. Η πολιτική για το κλείσιμο των συνόρων, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη νόμιμη μετανάστευση και το άσυλο, η αδυναμία εφαρμογής προγραμμάτων αποκατάστασης προσφύγων δημιουργούν προβλήματα που χρεώνονται στους πρόσφυγες, οικοδομώντας μέρα τη μέρα την εικόνα του επικίνδυνου ξένου, που τον κατάλληλο χρόνο θα τον ανακηρύξουν τον αίτιο όλων των δεινών μας, με τον ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό πάλι στο απυρόβλητο.