Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΓΝΩΣΤΑ


Κατά την περιοδεία του ανά την Ελλάδα στην Άρτα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζητά ισχυρή εντολή για να κάνει η Ελλάδα «μια μεγάλη φυγή στο μέλλον» με τη ΝΔ η οποία  «μπορεί να εκφράσει αυτό το κύμα πολιτικής αλλαγής» που το βλέπει παντού στη χώρα. Οι υποσχέσεις του για μείωση της φορολογίας  θέλει να έχουν παραλήπτη την περίφημη μεσαία τάξη, που κατηγορεί την κυβέρνηση Τσίπρα πως «ξετίναξε». Από την άλλη ο πρωθυπουργός από τη Ρόδο τονίζει ένα από τα διλήμματα  των εκλογών που είναι οικονομική ανάπτυξη με ασφάλεια στην εργασία ή αντίθετα με εργοδοτική αυθαιρεσία και παραβατικότητα. Οι δικές του υποσχέσεις βεβαιώνει πως αφορούν τους «πολλούς», στους οποίους οι προηγούμενοι φόρτωσαν τα βάρη της κρίσης.
       Τα δυο κόμματα εξουσίας εναγωνίως προσπαθούν να πείσουν για τις ικανότητές τους να ανταποκριθούν στις προσδοκίες σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό εκλογέων, με υποσχέσεις για οικονομική ανάπτυξη και εργασία, μετά την ολοκλήρωση εφαρμογής  των μνημονίων. Συγχρόνως, η  χρησιμοποίηση εννοιών όπως «μεσαία τάξη» και «πολλοί»  με την αοριστία τους και το νεφελώδη προσδιορισμό τους συσκοτίζει ταξικές διαφορές και συγκρούσεις, φιλοδοξώντας να απευθύνεται στην πλειοψηφία  του εκλογικού σώματος.
        Με τη ρητορική της υπεράσπισης της μεσαίας τάξης ή των πολλών ενώ φαίνεται πως η κυρίαρχη ιδεολογία βρίσκεται σε διάζευξη, όμως και οι  δύο πολιτικές εκφράσεις καταλήγουν να στηρίζουν την κυρίαρχη πολιτική των αστικών συμφερόντων  στο τέλος της ημέρας, αφού προηγουμένως όμως έχουν παραπλανήσει τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Κάπως έτσι οι τρόποι παραπλάνησης με υποσχέσεις προς όλους και σε κανένα από πολιτικούς και κόμματα ανανεώνονται σε κάθε εκλογική περίοδο.
      Στην τελευταία δεκαετία της κρίσης κόμματα και κομματίδια, παραφυάδες της κυρίαρχης πολιτικής, παραπλανούν συστηματικά την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος με την ύπαρξή τους και μόνο, συμβάλλοντας στην απόκρυψη της ταξικής διάστασης της οικονομικής κρίσης και στην αποδοχή των μέτρων λιτότητας
        Αρχής γενομένης από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου στις εκλογές του 2009, όταν αναζητώντας οι εκλογείς τον καλύτερο διαχειριστή υπερψήφισαν το ΠΑΣΟΚ με διαφορά 10.5% από τη ΝΔ, επιλέγοντας τον Γ. Παπανδρέου ο οποίος έπεισε πως για τις δυσκολίες των επόμενων χρόνων τα βάρη θα αφορούν αυτούς που « έχουν και κατέχουν», χρησιμοποιώντας κι αυτός νεφελώδεις χαρακτηρισμούς απόκρυψης των ταξικών διαφορών. Μόνο που  μετά τις προεκλογικές υποσχέσεις για μισθολογικές αυξήσεις, αύξηση δημόσιων επενδύσεων, αναμόρφωση φορολογικού συστήματος κλπ. με τη διαβεβαίωση πως υπάρχουν χρήματα,  οδήγησε τη χώρα στο μηχανισμό στήριξης με τις συνέπειες αυτής της ενέργειας ανεξάντλητες να καθορίζουν το μέλλον. Μια δεκαετία μετά, το εκλογικό σώμα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, μετά το γιό και εγγονό πρωθυπουργού μοιάζει να πείθεται από γόνο έτερου πρωθυπουργού πως θα διασφαλίσει τη μετάβαση στην καπιταλιστική κανονικότητα η οποία  θα μας επιστρέψει στο παρελθόν της ευμάρειας και θα εξασφαλίσει οικονομικές επιτυχίες. Είναι που η  ανάθεση στο ΣΥΡΙΖΑ, νικητή στην πλειοδοσία υποσχέσεων, να αποκαταστήσει τον καπιταλισμό της εποχής του ΠΑΣΟΚ με αριστερές ευαισθησίες, δεν στέφθηκε  από την αναμενόμενη επιτυχία και η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, οι μη προνομιούχοι, οι πολλοί, η μεσαία τάξη και όποιο όνομα παίρνουν, νιώθοντας προδομένοι, ξαναγυρνούν σε παλιές αστικές αξίες –ΝΔ και Μητσοτάκη. Κι έτσι μικροαστικά στρώματα διαψευσμένα και νιώθοντας προδομένα από το ΣΥΡΙΖΑ καταλήγουν σε ένα συντηρητισμό που απειλεί να εκτρέψει και να σταθεροποιήσει φασισμούς, με ποικίλα ορθώς πολιτικά όμως ονόματα.
          Από τις παρηγοριές των πρώτων χρόνων των μνημονίων με προτάσεις για δικαστικές λύσεις στο χρέος της χώρας που χαρακτηρίζονταν επαχθές, επονείδιστο, μη βιώσιμο από μια  αριστερά που σφετερίστηκε τους  λαϊκούς αγώνες, μετά από μια δεκαετία είμαστε πάλι έτοιμοι ν’ αρπαχτούμε από κενές υποσχέσεις για κανονικότητα ενός καπιταλισμού που δεν θα μας συνθλίψει, έχοντας επιστρέψει σ’  ένα πολιτικό σκηνικό αντίστοιχο  σχεδόν μ’ αυτό της προ κρίσης εποχής. Δέκα χρόνια άγριας καπιταλιστικής επίθεσης και δεν μπορούμε να αποσχιστούμε  από το ιδεολογικό πλέγμα του καπιταλισμού.
        Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών φαίνεται πως η εξαθλίωση και η ανασφάλεια που όλη αυτή τη δεκαετία απειλεί την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος το στρέφουν προς τη ΝΔ. Η επιστροφή στο παραδοσιακό συντηρητικό κόμμα της μεταπολίτευσης, που στον καιρό της κρίσης εμπλουτίστηκε με κάθε ακροδεξιό και φασιστικό στοιχείο, μοιάζει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των μικροαστών εκλογέων για νόμο, τάξη, ασφάλεια, ηρεμία πάνω στα οποία οικοδομεί τον προεκλογικό της λόγο.
Στην εποχή της ανάπτυξης και της άνθησης του καπιταλισμού, τα μικροαστικά στρώματα, παρά τις εστίες δυσαρέσκειας τους που μπορεί να υπάρχουν, γενικά ακολουθούν και  υπακούουν  στην καπιταλιστική δύναμη. Άλλωστε δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, από τη στιγμή που δεν την αμφισβητούν. Σε  συνθήκες όμως  της καπιταλιστικής ύφεσης και αδιεξόδου στην οικονομική κατάσταση, τα μικροαστικά στρώματα επιδιώκουν  και  προσπαθούν να χαλαρώσουν τα δεσμά της κυρίαρχης εξουσίας που νιώθουν να στρέφεται εναντίον τους. Για να στραφούν προς την εργατική τάξη που δεινοπαθεί κι αυτή και να συμμαχήσουν μαζί της θα πρέπει να αποκτήσουν τη βεβαιότητα πως έχει την ικανότητα να οδηγήσει σε ένα νέο δρόμο, να αντισταθεί στις επιθέσεις της κυρίαρχης πολιτικής με προοπτική επιτυχίας. Δεκαετίες όμως τώρα η σοσιαλδημοκρατία, σε όλες της τις εκφάνσεις,  επικέντρωσε όλες της τις προσπάθειες για να απομακρυνθεί από τη συνείδηση των εργαζομένων η ιδέα της ταξικής, ανεξάρτητης από την κυρίαρχη τάξη πολιτικής, για να απαξιωθεί κάθε αγωνιστική  και προς το συμφέρον τους δράση, για να εμφυτευτεί η πίστη στην αιωνιότητα του καπιταλισμού, ώστε  το εργατικό κίνημα να υπονομεύεται και  χάνει τη δύναμή του. Έτσι  οι μικροαστοί βλέποντας ένα εργατικό κίνημα σε ύφεση χωρίς δυνατότητα επιβολής, του γυρνούν την πλάτη, αρνούνται να συνδέσουν μαζί του τη μοίρα τους κι έχοντας αισθανθεί και προδομένοι από τα πολιτικά πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ, που απαξίωσε την Αριστερά, κατευθύνονται στη σιγουριά του γνωστού, την παλιά Δεξιά της ΝΔ.
            Γι’ αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη για υπερψήφιση του ΚΚΕ. Γιατί η πάλη για την πολιτική κυριαρχία ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη διεξάγεται και μέσα από τα αντίστοιχα πολιτικά κόμματα. Το ΚΚΕ φορέας της κομμουνιστικής ιδεολογίας που προκαθορίζει  τις κύριες αρχές της πολιτικής του δεν διαφωτίζει μόνο αλλά και οργανώνει την εργατική τάξη προσδίδοντας  στις δράσεις και ενέργειες οργανωμένο χαρακτήρα και ταξικό προσανατολισμό.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΒΙΑ, ΕΝΑ ΟΠΛΟ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ


Κι ενώ είχαν προαναγγελθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργού εκλογές για την 7η Ιουλίου, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με πυρετώδεις ρυθμούς έφερνε τις τελευταίες μέρες νομοσχέδια στη Βουλή τακτοποιώντας εκκρεμότητες της και συμβάλλοντας κι αυτός με ιδιαίτερο ζήλο στην ενίσχυση  του νομοθετικού οπλοστασίου του κράτους.  
Έτσι στη Βουλή, λίγες μέρες πριν τη διάλυσή της για τις εκλογές,  υπερψηφίστηκαν από το  ΣΥΡΙΖΑ και ΠΟΤΑΜΙ τα νομοσχέδια του υπουργείου Δικαιοσύνης για τον νέο Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ανάμεσα σε άλλα, οι αλλαγές στο άρθρο 187 του Π.Κ, το οποίο  με τις γενικόλογες διατάξεις του επιτρέπει τη διεσταλμένη ερμηνεία του για να χαρακτηριστούν εγκληματικές οργανώσεις διάφορες ομάδες με ταξικό ή φυλετικό πρόσημο και το οποίο ως αντιπολίτευση ανάμεσα στα άλλα ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υποσχεθεί την κατάργησή του, θεωρείται πως ενισχύουν τον σκληρό πυρήνα των κατασταλτικών μέτρων. Επισημαίνεται  πως διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου και  θεσπίζεται η ποινικοποίηση της στρατολόγησης, ενώ  η μείωση του πλαισίου ποινής για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης φαίνεται να ευνοεί ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής που δικάζονται στην ατέρμονη δίκη της. Υπογραμμίζεται μάλιστα πως ποινικοποιούνται οι συμπαραστάσεις αλληλεγγύης σε άτομα ή οργανώσεις χαρακτηριζόμενες τρομοκρατικές.
Βέβαια, επειδή  το επικοινωνιακό ενδιαφέρον εστιάστηκε στο άρθρο 336 περί βιασμού  με τις αντιδράσεις από φεμινιστικές οργανώσεις και τη Διεθνή Αμνηστία, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δίστασε να κάνει επίδειξη …αριστερής ευαισθησίας, ενόψει εκλογών κιόλας, στις κοινωνικές αντιδράσεις τροποποιώντας την επίμαχη διάταξη.  
Η σεξουαλική βία περιλαμβάνοντας τα πάντα, από τη σεξουαλική επίθεση των παιδιών μέχρι το  βιασμό των συνεργατών, από τη σεξουαλική παρενόχληση έως τη σεξουαλική εκμετάλλευση, μπορεί να δημιουργήσει ένα κλίμα βίας και φόβου απειλώντας κρίσιμες κοινωνικές δομές. Ο βιασμός δεν αφορά τη σεξουαλική επιθυμία, μάλλον είναι η απόλυτη έκφραση της εξουσίας, του ελέγχου και της υπεροχής πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο ον, με την πλειοψηφία των θυμάτων να είναι γυναίκες και των δραστών βιασμού άνδρες. Το παράδειγμα των αμερικανών γυναικών στρατιωτών που συμμετείχαν στο σεξουαλικό  εξευτελισμό των αντρών φυλακισμένων στη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ, στο Ιράκ, δείχνει πώς ο βιασμός και η σεξουαλική κακοποίηση είναι ουσιαστικά μια έκφραση εξουσίας. Όπως και ο βιασμός ανηλίκων από ιερείς  σε θέσεις εξουσίας που συστηματικά καλύπτεται από την ιεραρχία της καθολικής εκκλησίας. Χρησιμοποιείται η  σεξουαλική κακοποίηση με ένα πολύ συνειδητό τρόπο για να εκφοβίσει και να υποτάξει.
Τις μέρες που στη Βουλή ψηφίζονταν οι επίμαχες διατάξεις περί βιασμού, στα  Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης περίσσεψαν οι αφηγήσεις εμπειριών με θέμα την σεξουαλική βία, που έμειναν περισσότερο σ’ ένα προσωπικό γυναικείο επίπεδο ή το πολύ επεκτείνονταν στην αντρική καταπίεση χωρίς να  αγγίζουν ευρύτερα διαρθρωτικά προβλήματα  στην κοινωνία.
Η μαζική ένταξη των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, έστω και ως φθηνότερη εργατική δύναμη,  τις τελευταίες δεκαετίες υπονόμευσε τις καθυστερημένες ιδέες για τη πατριαρχική οικογένεια κάνοντας αποδεκτή την ισότητα ανδρών και γυναικών. Η  καπιταλιστική κρίση όμως με την καταστροφή των θέσεων εργασίας πλήττει  ιδιαίτερα τις γυναίκες που η κυρίαρχη πολιτική της λιτότητας με την προπαγάνδα της, που μοιάζει σεξιστική και ξεπερασμένη, ψάχνει τρόπους να δικαιολογήσει. Αυτός ο  νέος λοιπόν σεξισμός που προωθείται από την εξαιρετικά κερδοφόρα βιομηχανία της ομορφιάς και του σεξ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση παλιομοδίτικων αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες η εκτίμηση για τις γυναίκες  εστιάζεται στην εμφάνισή τους και στην καταξίωσή τους από τον θαυμασμό των αντρών. Έχοντας όμως απορροφήσει κι ενσωματώσει την ιστορία και τη γλώσσα των αγώνων για τη γυναικεία χειραφέτηση, μιλώντας για το δικαίωμα διεκδίκησης σεξουαλικών αναγκών και επιθυμιών,  έχει  πετύχει την εμπορευματοποίηση του φύλου αλλά με  τη  συμμετοχή κι αποδοχή από εκατομμύρια γυναίκες. Ακόμα και η  βιομηχανία της πορνογραφίας, η οποία γενικά απευθύνεται στους άνδρες και επικεντρώνεται σε μια πολύ στενή, αρσενική και συχνά λανθασμένη αντίληψη των γυναικών, της σεξουαλικότητας και του φύλου των γυναικών, συνδέει όλο και περισσότερο το σεξ και τη βία. Η συνεχής  χρήση λοιπόν του φύλου, ιδιαίτερα της γυναικείας μορφής σώματος, στη διαφήμιση και σε άλλους μηχανισμούς πολιτιστικής παραγωγής έχει βέβαια  προκαλέσει μεγαλύτερη αποδοχή του ερωτικού, αλλά και  μια τυποποίηση της επιθυμίας για το ερωτικό που συνοδεύεται συγχρόνως  από αύξηση της  αποδοχής από τους άνδρες αλλά και από όλο και περισσότερες γυναίκες για να επιδιώξουν αυτές τις επιθυμίες.
Συνεπώς, η εμπορευματοποίηση του φύλου δημιουργώντας  μια αγορά για τη  βιομηχανία  του σεξ στηρίζεται με ποικίλους τρόπους στο γυναικείο φύλο και το σεξ, ενισχύει την αποδοχή για την ερωτική επιθυμία αλλά  ενισχύει και  τη διάκριση  μεταξύ των δύο φύλων των γυναικών ως σεξουαλικών αντικειμένων και των ανδρών ως αγοραστών του προϊόντος. Κι αυτή  η διαίρεση παγιδεύει τις γυναίκες σε μια άρνηση των δικών τους σεξουαλικών αναγκών όταν δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες που διαφημίζονται και  τους άνδρες στην πεποίθηση ότι οι γυναίκες είναι σώματα που πρέπει ή να γίνονται αντικείμενο πόθου  ή να αγοράζονται. Επιπλέον, στο πλαίσιο της προώθησης στον  καπιταλισμού της ιδέας της ατομικής ευθύνης και του ατομικισμού, υποβαθμίζονται τα κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα τα οποία μπορούν να τροφοδοτούν αντιλήψεις δικαιολόγησης βιασμού.
Κι αν λοιπόν η θεσμική θωράκιση μπορεί να συμβάλει σε κάποιο βαθμό στον περιορισμό της σεξουαλικής βίας,  από τη στιγμή που αυτή σχετίζεται  με τη μορφή οργάνωσης της  κοινωνίας κι αντανακλά  τις δομές του οικονομικού συστήματος ο δραστικός περιορισμός της σεξουαλικής βίας φαίνεται να εξαρτάται από αντίστοιχο μετασχηματισμό της κοινωνίας.    

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ


Τα δυο βασικά χαρακτηριστικά των εκλογών  για την ευρωβουλή και αυτοδιοίκηση, η υπερψήφιση της Ν.Δ και η υψηλή αποχή που έφτασε τη δεύτερη Κυριακή το 56%,  μοιάζει να σηματοδοτούν τον προσανατολισμό μεγάλου μέρους της κοινωνίας μετά από δέκα σχεδόν χρόνια λιτότητας. Το εκλογικό σώμα, επηρεασμένο από επιλεγμένες επαναλαμβανόμενες πληροφορίες με διαψευσμένες τις ελπίδες του από δημαγωγούς της αριστεράς, απογοητευμένο από τα κόμματα εξουσίας που επέβαλλαν τις πολιτικές λιτότητας,  αλλά  και  φοβισμένο για το μέλλον, μετατοπίζεται σε πιο εθνικιστικές κι αυταρχικές θέσεις. Η υπερψήφιση λοιπόν της ΝΔ μοιάζει μονόδρομος, ακριβώς γιατί η ΝΔ ολισθαίνει σε όλο και πιο ακροδεξιές θέσεις, που προϊόντος του χρόνου και του εκφασιζόμενου εκλογικού σώματος θα απορροφήσει πιθανόν και τις φασιστικές εκφάνσεις της πολιτικής σκηνής.    
Αν οι αστικές δημοκρατίες έμοιαζαν όλες αυτές τις προηγούμενες δεκαετίες μετά τον πόλεμο να λειτουργούν με αρκετά αποτελεσματικούς θεσμούς ακόμα και για τις υποτελείς τάξεις, ήταν γιατί η απειλή από το  αντίπαλον δέος, την ΕΣΣΔ, και από ένα  ισχυρό κίνημα έκανε επιτακτική την ανάγκη  η οικονομική ανάπτυξη να συνδυαστεί με κάποια μορφή κρατικής ευημερίας και προστασίας για τους πιο ευάλωτους, με έναν βαθμό κοινωνικής ισότητας και πρόσβασης σε δικαιοσύνη. Κι όταν έλειψε το αντίπαλον δέος του υπαρκτού σοσιαλισμού, ολόκληρος ο κόσμος ενσωματώθηκε σε έναν ενιαίο επιταχυνόμενο παγκόσμιο καπιταλισμό, με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη μόνη οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη σε παγκόσμια κλίμακα. Η σοσιαλιστική εναλλακτική λύση όχι απλώς  υποτιμήθηκε, αλλά κατασυκοφαντήθηκε.  Ο κόσμος έγινε μονοδιάστατος, με δυνατότητες εκτός του καπιταλισμού και της μαγείας της αγοράς αδιανόητες.
 Η καπιταλιστική όμως κρίση, με την αυξανόμενη κοινωνική και οικονομική ανισότητα, με την καταστροφή των δικτύων κοινωνικής ασφάλισης, περιθωριοποίησε όλο και περισσότερους ανθρώπους, χωρίς δουλειά και με περιορισμένη πρόσβαση στα υλικά αγαθά του καπιταλισμού. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν περιττοί κι ανίκανοι να την αντιμετωπίσουν, ενώ η ασφάλεια των παραδοσιακών αξιών, η συμβατική οικογένεια και η θρησκεία έχουν υπονομευθεί από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό που πια δεν τα έχει ανάγκη. Κι όλες αυτές οι ανασφάλειες που προκάλεσε η αβεβαιότητα της καπιταλιστικής κρίσης οδήγησαν τους ανθρώπους να αναζητήσουν εύκολες λύσεις σε δημαγωγούς, ή αυταρχικούς ηγέτες και  ασφαλή λιμάνια στα παραδοσιακά, το  έθνος, την οικογένεια ή και θρησκεία.
Η αστική δημοκρατία δεν ανταποκρίνεται πια στις προσδοκίες  που καλλιέργησε στους εργαζόμενους. Ο σοσιαλισμός έχει συκοφαντηθεί αρκούντως ώστε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού να γίνει κυνικό όσον αφορά την αξία της ως πολιτικό σύστημα, ελάχιστα αισιόδοξο  για το ότι μπορεί να αλλάξει η κυρίαρχη  πολιτική και πιο πρόθυμο επομένως να εκφράσει την υποστήριξή του για αυταρχικές εναλλακτικές λύσεις. Κι επειδή ακόμα και ο κευνσιασμός, πόσο μάλλον ο σοσιαλισμός, συνδέεται με κάποια ανακατανομή πλούτου και υπηρεσιών στις υποτελείς τάξεις και τις ανυπόστατες μειονότητες μικροαστοί και μεσοαστοί φοβισμένοι για την κοινωνική τους θέση γίνονται οι καλύτεροι σύμμαχοι της άρχουσας τάξης αντιδρώντας με όλη τους τη δύναμη σε μια τέτοια προοπτική. Κι έτσι η πόλωση ενθαρρύνεται και η πεποίθηση πως αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο και καλύτερο τμήμα του εθνικού λαού τους κάνει να είναι επιρρεπείς στη μισαλλοδοξία ενάντια των μειονοτήτων, ανυπόμονους  με  τις θεσμικές νομιμότητες και να προσανατολίζονται προς την αυταρχική επιβολή των θέσεών τους, προς δόξαν της κυρίαρχης τάξης.
Μοιάζει πια να έχουμε ξεπεράσει, ακόμα και σε ιδεατό επίπεδο,  τις αντιλήψεις για μια δημοκρατία που βασίζεται σε διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς μεταξύ συμφερόντων των πολιτών, που στηρίζεται στην πεποίθηση για την αποτελεσματικότητα της επιχειρηματολογίας στην αλλαγή νοοτροπίας. Απροκάλυπτα πια θεωρίες συνωμοσίας, ψεύτικα μηνύματα, πλαστές αφηγήσεις, κατασκευασμένη  μνήμη,  έχουν αναλάβει στη δημόσια σφαίρα να δικαιολογήσουν και να επιβάλλουν την κυρίαρχη πολιτική. Κι επειδή  η κυριαρχία  δημοσιογράφων,  λαϊκιστών πολιτικών στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τους επιτρέπει να σπρώχνουν θετικές αναπαραστάσεις ακόμη και από αποτυχημένες πολιτικές  φαίνεται αυτές να πετυχαίνουν βραχυπρόθεσμα. Εξάλλου ακόμα και ο νόμος απροκάλυπτα γίνεται μέσο που δεν μεσολαβεί πλέον στις κοινωνικές σχέσεις ή προστατεύει τους λιγότερο ευνοημένους, αλλά χρησιμοποιείται από τους λίγους ως εργαλείο για να ευνοήσει τους κοντά στην εξουσία.
Συγχρόνως ένθεν κακείθεν καταφέρονται εναντίον του ΚΚΕ –είτε ταυτίζοντας τον κομμουνισμό με το ναζισμό, είτε κατηγορώντας το κόμμα  για μικροαστισμό και προδοσία του κομμουνισμού, είτε θεωρώντας ανέφικτη ουτοπία την κομμουνιστική προοπτική- επιχαίροντας για τα εκλογικά του ποσοστά. Και τελικά σε αγαστή συμφωνία, υπαινικτικά ακόμα,  ευελπιστούν  στην κατάργηση του  κομμουνιστικού κόμματος, που  οργανώνει και συσπειρώνει ταξικά, ώστε  αγωνιστικές δράσεις και ενέργειες διακριτές και παράλληλες να μη μπορούν να συναρθρωθούν,  να μη συνδέονται με ταξικά συμφέροντα, να μην έχουν προοπτική  μετασχηματισμού της κοινωνίας Μέσα από φραστικούς εξωραϊσμούς ή ρητορικά σχήματα, όταν δεν επαναλαμβάνουν επιχειρήματα της μετεμφυλιακής εποχής, αποφαίνονται πως ο κομμουνισμός  έπαψε ν’ αποτελεί την απελευθερωτική προοπτική της εργαζομένης ανθρωπότητας, το κομμουνιστικό κόμμα εξάντλησε εδώ και δεκαετίες την επαναστατική του ενέργεια, ενώ η εργατική τάξη έπαψε να αποτελεί τον αποφασιστικό και αναντικατάστατο αντίπαλο του Κεφαλαίου. Στην καλύτερη περίπτωση για όσους αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί,  το μόνο που μένει πια είναι κάποιες άλλες πολιτικές δυνάμεις να αναλάβουν το βάρος του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Κι εδώ δειλά μπαίνει η …αριστερή επαναστατικότητα που ξαναθυμάται  τον Δ. Κουφοντίνα σαν επαναστάτη, όταν τα τρυκάκια του Ρουβίκωνα εξαντλούν την επιρροή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Μοιάζει το παρόν σκοτεινό κι απαισιόδοξο, ακριβώς για να επικρατήσει η μοιρολατρία. Γιατί η  απαισιοδοξία δεν οδηγεί σε κίνηση και αλλαγή. Απαιτείται αισιοδοξία. Η πίστη στη δύναμη και τη σημασία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας  πρέπει να συμπληρωθεί από τον αγώνα των εργαζομένων. Το ΚΚΕ απομένει η μόνη δύναμη που  αγωνίζεται για την ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης, που τα μέλη του δεν απογοητεύονται και ακολουθούν με πείσμα κάθε αγωνιστική προοπτική που διανοίγεται, έστω και με αμφίβολα αποτελέσματα.
 Η αισιοδοξία  και η πίστη στην κομμουνιστική προοπτική της κοινωνίας οδηγεί σε δράση, ενώ  η απαισιοδοξία και η παραδοχή για την αιωνιότητα του καπιταλισμού  οδηγεί στην ακροδεξιά –το σύγχρονο όνομα του φασισμού.  

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Δεν ζούμε πια την ένταση, με την αγανάκτηση και το θυμό των πρώτων ετών της καπιταλιστικής κρίσης. Έχουμε προσαρμοστεί με τους καινούργιους όρους ζωής, αποφεύγουμε να κοιτάξουμε καταπρόσωπο τους φόβους που μας συνθλίβουν και δεχόμαστε το μοιραίο της οικονομικής εξαθλίωσης και την εξήγησή της σαν φυσικό φαινόμενο. Μαντρωμένοι από τον καπιταλισμό της Ευρώπης  μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που σαν να είμαστε κοπάδια διαχειρίζεται την εξαθλίωσή μας χωρίς να σκεφτόμαστε ούτε καν την απόδραση, γραπωνόμαστε από ψήγματα ελπίδας για τις προοπτικές μας, ενώ περιμένουμε την ώρα που θα μας διαθέσει κατά το συμφέρον της. Στο ενδιάμεσο, υπερασπιζόμενοι τα …ιερά δικαιώματα του ανθρώπου, διαμαρτυρόμαστε μ’ επικεφαλής ευαίσθητα κοριτσάκια για την κλιματική αλλαγή και ψηφίζουμε για την αντιπροσώπευσή μας σε κοινοβούλια που νομιμοποιούν αποφάσεις των καπιταλιστικών κέντρων εξουσίας.
         Κι αν βέβαια οι τάσεις της κοινωνίας και οι διεργασίες που υπάρχουν  στο κοινωνικά υποκείμενα είναι αδύνατο να εκφραστούν στο εκλογικό επίπεδο στις πραγματικές τους διαστάσεις, αφού το κοινοβουλευτικό παιχνίδι δεν είναι το βασικό πεδίο δράσης για κινήματα και αντιστάσεις, όμως ορισμένες πλευρές  των εκλογών μπορεί να έχουν σημασία και να αντικατοπτρίζουν τάσεις κι αντιλήψεις της κοινωνίας.
            Αναζητώντας την έκφραση της δυσφορίας για την εγκαταστημένη πια οικονομική λιτότητα στο εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών βρίσκει κανείς φασισμό και απολιτικοποίηση, όπως όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης.
Στο Ευρωκοινοβούλιο το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, που ιστορικά κυριαρχούσαν, δεν θα διαθέτουν πλέον την πλειοψηφία, οι φιλελεύθεροι με τους Πράσινους ενισχύθηκαν σημαντικά όπως και τα ποικιλώνυμα φυτώρια φασισμού στην Ευρώπη που καταγράφονται ως ακροδεξιά. Στα καθ’ ημάς έγινε η συνήθης μετατόπιση από το ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ όπως πριν τέσσερα χρόνια είχε γίνει η αντίστροφη, από ΝΔ σε ΣΥΡΙΖΑ, σε αντικατάσταση του ΠΑΣΟΚ, ενώ οι φασίστες τσιμεντώνουν τα ποσοστά τους συνολικά σε όλους τους κλώνους τους με τις διάφορες επωνυμίες.  
Από τις προηγούμενες ευρωεκλογές, η ανάγνωση των αποτελεσμάτων χρέωνε στην οικονομική κρίση της Ευρώπης με τις ανερχόμενες και διευρυνόμενες ανισότητες την άνοδο των ποικιλώνυμων φασιστικών κομμάτων που δίνουν ελπίδες ότι θα καλύψουν τις ανησυχίες των ψηφοφόρων, με την υπόσχεση της αποκατάστασης της εθνικής κυριαρχίας στο όνομα του λαού. Για να κατανοηθεί η άνοδός τους όμως δεν αρκεί να επισημανθούν οι τρόποι με τους οποίους κάνουν πιο ελκυστικό το μήνυμά τους σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού και να θεωρηθεί πως η επιτυχία τους αντικατοπτρίζει απλώς τη βούληση του λαού.
Τα ακροδεξιά κόμματα έχουν αποδείξει πως είναι σε θέση να προσαρμόσουν το μήνυμά τους για να επεκτείνουν την υποστήριξη πέρα από τη στενή βάση των οπαδών τους, που είναι αγανακτισμένοι λευκοί χριστιανοί σε επισφαλή απασχόληση με χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης. Κι έτσι δίνουν την εντύπωση πως απομακρύνονται από τον φασισμό, ώστε να φαίνονται νόμιμοι σε ένα φάσμα ψηφοφόρων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θα ένιωθαν άβολα επιλέγοντας ένα ρητά ρατσιστικό κόμμα.  
Ακόμα και στα καθ’ ημάς, η Ελληνική Λύση του Κ. Βελόπουλου, όπως και η ακροδεξιά διεύρυνση της Ν.Δ προσφέρει στέγη σε τμήμα των φασιστών που δεν θέλουν να ταυτίζονται με την  εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής, η οποία φαίνεται να παραδίδει τη φασιστική σκυτάλη σε νομιμοποιημένους πολιτικούς σχηματισμούς.
Αυτό που κάνει τα ακροδεξιά κόμματα επιτυχή είναι ακριβώς το εθνικιστικό τους μήνυμα - πιο συγκεκριμένα, οι τρόποι με τους οποίους δικαιολογούν την οικονομική εξαθλίωση ή  τον αποκλεισμό από την ευμάρεια.  Αυτό δεν συμβαίνει αποκλειστικά με κριτήρια βιολογικά (όπως χρησιμοποιούνται από φασιστικά συμβατικά ακροδεξιά κόμματα), αλλά γίνεται μέσω των πολιτικών διακρίσεων - επιδιώκοντας να αποκλείσουν όσους υποτίθεται ότι δεν υιοθετούν τις «αξίες μας», της δημοκρατίας και της ανοχής. Μέσω αυτής της πολιτικής-εθνικιστικής αφήγησης τα ονομαζόμενα ακροδεξιά κόμματα εξομαλύνουν τον αποκλεισμό, εξαφανίζοντας τις ταξικές του διαστάσεις και   προσφέροντας λύσεις στις πολλαπλές ανασφάλειες των ψηφοφόρων, χωρίς να αγγίζουν τον πυρήνα της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Χρησιμοποιούν μια ρητορική που αποκλείει μια ποικιλία πληθυσμιακών ομάδων, όπως είναι γενικά οι πρόσφυγες και μετανάστες ή οι μουσουλμάνοι με τις μαντήλες και το κοράνι,  με βάση ότι αποτελούν απειλή για την κοινωνική συναίνεση και, ως εκ τούτου, τη σταθερότητα και ευημερία. Η υιοθέτηση αυτής της μορφής του αστικού εθνικισμού, η οποία αποκλείει επί τη βάσει των ιδεολογικών και όχι βιολογικών κριτηρίων του έθνους  που ανήκουν, μπορεί  με πολλούς τρόπους να θεωρηθεί  η νέα 'συνταγή της επιτυχίας', για  τα ακροδεξιά κόμματα, η οποία τα επιτρέπει να προσελκύσουν ένα ευρύ φάσμα των κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά κοινωνικά  υπόβαθρα και προτιμήσεις.
Κι έτσι μ’ επιτυχία  η άκρα δεξιά εκμεταλλεύεται προς όφελός της τη δυσπιστία στην ικανότητα της αριστεράς να πετύχει τους στόχους της με  την απαξίωση της  από τους  σοσιαλδημοκράτες, όπως σε μας από τον ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίπο συμπορεύτηκαν με την κυρίαρχη πολιτική στη συκοφάντηση του κομμουνιστικού λόγου  και στην εφαρμογή της οικονομικής λιτότητας. Καθώς χρεοκόπησε κάθε εναλλακτική πολιτική αφήγηση στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν μένει άλλη εκτός απ’ αυτήν του αναβαπτίσματος κι εξυγίανσης του φασισμού Κι έτσι η άνοδός φασιστικών κομμάτων διευκολύνει την κυρίαρχη τάξη, όπως φαίνεται από την αυξανόμενη συναίνεση κι άλλων κομμάτων  πως για να τα υπερκεράσουν και να έχουν εκλογικά κέρδη θα πρέπει να τα μιμηθούν.
Η καπιταλιστική κρίση έχει σίγουρα μεγάλη σημασία στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για να ανθίσουν ακροδεξιά –φασιστικά   πολιτικά κόμματα. Μπορεί να είναι καταλύτης σ’ αυτή τη διαδικασία, όμως δεν αρκεί από μόνη της για τον εκφασισμό της κοινωνίας. Οι σπόροι του αυταρχισμού, του εθνικισμού, του ρατσισμού, τη ξενοφοβίας είχαν φυτευτεί από την κυρίαρχη εξουσία στις αστικές δημοκρατίες πολύ πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης πριν από μια δεκαετία. Αποκλείοντας κάθε διέξοδο από τον καπιταλισμό που φρόντισε γι’ αυτό εδώ και δεκαετίες με τη συκοφάντηση κι απαξίωση της κομμουνιστικής προοπτικής και εξίσωσή της με το φασισμό γίνονται ελκυστικά τα ακροδεξιά κόμματα. Και η απειλή που μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται επικίνδυνη είναι η προοπτική μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού σ’ όλη την Ευρώπη να συνηθίσουν σταδιακά στις αντιδημοκρατικές, αυταρχικές και  βίαιες συμπεριφορές της εξουσίας. Ο φασισμός με τις νέες μορφές του νομιμοποιείται.