Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ


Η Τουρκία κατέλαβε το Αφρίν στη ΒΔ Συρία που εκκενώθηκε από τους κατοίκους κι εγκαταλείφθηκε από τους Κούρδους μαχητές του, η Τουρκία αντιπαρατίθεται με τη χώρα μας  στο ζήτημα της Κυπριακής ΑΟΖ και των ερευνών για ανακάλυψη κι εξόρυξη  υδρογονανθράκων, η Τουρκία προφυλακίζει  στα σύνορα στον Έβρο έλληνες στρατιωτικούς που αποπροσανατολίστηκαν και μπήκαν σε τούρκικο έδαφος –και συνεχίζει ένας ακόμα γύρος  από παζαρέματα και απειλές, ανταλλάγματα και πιέσεις, οξύνσεις και προσεγγίσεις, και πώς να βολευτούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ κι από κοντά, εκτός των άλλων,  και  το αλληλοεξαρτώμενο μικρομέγαλο δίδυμο Ελλάδας και Τουρκίας. 
               Και ξανά οι ανταγωνισμοί και τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα  σ’ ένα περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης  οικονομίας   παίρνουν τη μορφή ανταγωνισμών ανάμεσα σε εθνικά κράτη και υπάρχει ο κίνδυνος να παρασύρουν λαούς σε πολεμικές συγκρούσεις. Και πάλι θα είναι βασικό επιχείρημα η υπεράσπιση της  πατρίδας απέναντι σε κάποιαν άλλη πατρίδα, κι έτσι να δικαιολογούνται βία και εγκλήματα που θα συμβαίνουν. Αλλά όμως και  πολλοί  προβληματισμοί για τη στάση των εργατικών και λαϊκών τάξεων σε τέτοια περίπτωση μοιάζει να κινούνται σ’ ένα δημαγωγικό αντιιμπεριαλισμό που αποφεύγει ν’ αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη κατάσταση.  Γιατί αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη είναι πως ο εθνικισμός προσαρμοζόμενος και μεταβαλλόμενος στις νέες κάθε φορά συνθήκες συγχωνεύεται με τον πατριωτισμό, την αγάπη και αφοσίωση στην πατρίδα, την επιθυμία υπηρέτησης των συμφερόντων της με συγκεκριμένες πράξεις, δίνοντας  απαντήσεις σε ερωτήματα ταυτότητας και καλλιεργώντας το αίσθημα της κοινότητας και του ανήκειν σε κάτι διαρκές μέσα στο χρόνο, ιδιαίτερα στις λαϊκές μάζες.
               Ο πατριωτισμός είναι σίγουρα ένα ιστορικό φαινόμενο, του οποίου το περιεχόμενο  ποικίλει ανάλογα με την εποχή. Ήδη από την αρχαιότητα έχουν διαμορφωθεί στοιχεία πατριωτισμού με  τη μορφή της αφοσίωσης στην πατρική γη, τη γλώσσα και τις παραδόσεις. Στην ταξική βέβαια κοινωνία κάθε τάξη καθορίζει τη στάση της  απέναντι στην πατρίδα με βάση τα δικά της συμφέροντα. Στην εποχή ανόδου του καπιταλισμού και  του σχηματισμού των εθνοτήτων, όταν η αστική τάξη παραμερίζοντας το φεουδαρχικό στοιχείο έβαζε τέλος στην κατακερμάτιση σε φέουδα συγκεντρώνοντας  και ενοποιώντας τα έθνη, ο πατριωτισμός γινόταν αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης αποκτώντας ιδιαίτερη σημασία, με την αστική τάξη να παρουσιάζεται σαν ο μοναδικός εκπρόσωπος του έθνους. Όσο όμως οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνονται και η αστική τάξη κυρίαρχη πια παγιώνει την εξουσία της, ο πατριωτισμός δεν αντανακλά τα πανεθνικά στοιχεία, όπως συνέβαινε στην πάλη με τη φεουδαρχία, αλλά συγχωνεύεται  με τον εθνικισμό και σωβινισμό και καταλήγει στην εξυπηρέτηση, πάνω από τα συμφέροντα του λαού και της πατρίδας του, εκείνων του κεφαλαίου.
               Στο τέλος πατριώτες μένουν μόνο οι εργαζόμενοι, κι αυτοί στην ουσία αποτελούν το σύνολο του έθνους που αποδεικνύονται συνεπείς υπερασπιστές της εθνικής ανεξαρτησίας, ακόμα κι αν η άρχουσα τάξη τη χρησιμοποιεί σαν παγίδα για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Μόνο που επειδή στα  πατριωτικά ιδανικά περιλαμβάνεται η απελευθέρωση της πατρίδας από σκλαβιά, εκμετάλλευση και καταπίεση, γι’ αυτό  και ο αγώνας γι’ αυτά  μπορεί να διαμορφώνει και τη δυναμική  για διεκδίκηση των συνθηκών για  πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπων που εργάζονται και αγωνίζονται για την πατρίδα.
               Κι αν πολλοί στις θέσεις του ΚΚΕ διαβλέπουν απεμπόληση της  λενινιστικής θέσης που απαιτεί  σε περίπτωση πολέμου επιδίωξη της ήττας της χώρας του και μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε  εμφύλιο για την κατάργηση του αστικού καθεστώτος είναι γιατί παραβλέπουν την άλλη πολύ σημαντική θέση «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης».
  Γιατί αν  η συμμετοχή στο γαϊτανάκι των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων θεωρείται από την αστική τάξη της χώρας μας εθνικός στόχος, σίγουρα το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να δεχθεί πως η  εκπλήρωσή του πέφτει στην πλάτη του, χωρίς όμως εκ παραλλήλου ν’ αγωνιστεί για να μην υποστεί  τις συνέπειές  του. Μ’ ένα εργατικό κίνημα σε ύφεση, με το κομμουνιστικό όραμα απαξιωμένο σε ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων, η πατρίδα για άνεργους, ημιαπασχολούμενους, επισφαλείς εργαζόμενους είναι το οικείο, γνωστό  περιβάλλον που η κοινή γλώσσα και παράδοση  προσφέρει την αίσθηση της κοινότητας  στα όρια της οποίας  ο αγώνας μπορεί να πάρει συγκεκριμένη μορφή, να αντιπαρατεθεί  στα πλαίσιά της η εργατική τάξη στην τάξη των αστών. Η μετακίνηση μάλιστα των εργαζομένων στην καπιταλιστικά ενωμένη Ευρώπη, που μοιάζει ανάλγητη και ανεξέλεγκτη όταν δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης, κάνει την πατρίδα να φαντάζει σαν το μόνο καταφύγιο  στη ζωή τους, ακόμα κι αν το αστικό κράτος της πατρίδας τους δεν λειτουργεί παρά σαν μηχανισμός καταπίεσής τους.
Κι αν λοιπόν «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», όμως «καθώς το προλεταριάτο, προκειμένου να καταλάβει την πολιτική εξουσία, είναι υποχρεωμένο  να οργανωθεί σε εθνική τάξη και να συγκροτηθεί και το ίδιο  ως έθνος, διατηρεί στην αρχή κατ’ ανάγκη τον εθνικό χαρακτήρα του, αν και επ’ ουδενί με την έννοια που δίνει  στον όρο η αστική τάξη
Όταν λοιπόν φλέγεται για χρόνια η γειτονική μας περιοχή στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών  και αυξάνονται επεισόδια επίδειξης ισχύος Ελλάδας με την Τουρκία,  τα οποία δεν μοιάζουν απλώς συγκυριακά, εύλογο είναι ν’ αναρωτιέται κανείς μήπως η καπιταλιστική στρατηγική αναζητήσει διέξοδο  σ’ έναν πόλεμο και στην περιοχή μας. Και τότε όλες αυτές οι ιδέες για έθνος, πατρίδα, υπεράσπιση συνόρων δεν θα προμηθεύουν απλώς προβληματισμούς για ευχαρίστηση της μεγαλόψυχης και άνετης διανόησης που δεν ριψοκινδυνεύει τίποτε, αλλά θα  επιβάλλουν αποφάσεις ζωής ή θανάτου.
Με τη  θέση του ΚΚΕ όπως αποτυπώνεται στο πρόγραμμά του «...σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής - λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας» δεν απεμπολείται ούτε ο διεθνιστικός  και ταξικός του χαρακτήρας, αλλά παίρνοντας την πρωτοβουλία «της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής - λαϊκής πάλης» σ’ έναν εθνικό αγώνα  αντίστασης να κατορθώσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού που θα παλέψει για τη δική του απελευθέρωση από τα καπιταλιστικά δεσμά.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

«ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ»


Και μια που αύριο είναι η επέτειος της ελληνικής επανάστασης του 1821  και οι προβληματισμοί με το παρελθόν  έχουν ουσιαστικά τις ρίζες τους στο εκάστοτε παρόν, ένα κείμενο, που γράφτηκε πριν 61 χρόνια,  του Κ. Βάρναλη για τους εθνικούς αγωνιστές, μοιάζει να μην έχει  χάσει την επικαιρότητά του. Ίσως γιατί τα προβλήματα που θέτει η εποχή μας φαίνονται να είναι προέκταση  των προβλημάτων της εποχής του Βάρναλη, ακόμα κι αν φαντάζουν πιο περίπλοκα, κι ίσως γιατί δεν έχει αλλάξει και πολύ ο τρόπος που ο κυρίαρχος λόγος θέλει να ανακατασκευάζει  το παρελθόν για να ελέγχει το παρόν.
               « Αυτές οι γιορτές (οι κατ’ ανάγκην του ημερολογίου!) για τα 200 χρόνια του Ρήγα και τα εκατό του Σολωμού θέλ’ η  δημοκρατία της Ολιγαρχίας να τις περιορίσει σε δυο άτομα και με «βαλτούς»  ρήτορες να τους «αποχρωματίσει», μα είναι αδύνατο  να το πετύχει. Οι γιορτές αυτές για τον πρόδρομο και πρωτομάρτυρα της Ελευθερίας και για το βάρδο της Επανάστασης δεν μπορεί να κλειστούνε μέσα στα στενά φράγματα δυο βιογραφιών. Φουντώνουνε, σπάζουνε τα φράγματα και ξεχύνονται σ’ όλην την Ελλάδα. Αγκαλιάζουνε τις δυο εθνεγερσίες του Εικοσιένα και του Σαρανταένα και ξεσηκώνουν όλο το Έθνος όρθιο να συνεχίσει τον Αγώνα.
               Έτσι  δίπλα με τη σκιά του Ρήγα και τη σκιά του Σολωμού, ανασταίνονται οι σκιές όλων των αγωνιστών–ηρώων της Επανάστασης εναντίον των Τούρκων και της Εθνικής Αντίστασης εναντίον των Ναζήδων.
               Πώς θα τα βολέψει το κράτος της εθνικής αξιοπρέπειας να τα βγάλει πέρα με τόσους  νεκρούς; Τους ζωντανούς ξέρει να τους βολεύει· μα τους νεκρούς, όσο και να ξέρει δεν μπορεί. Γιατί οι νεκροί είναι ανίκητοι. Δεν τους πιάνει σφαίρα, δεν τους πνίγει κρεμάλα, δεν τους κλείνει  σιδερένιο κλουβί· δεν τους εξοντώνει πείνα κι αρρώστεια.
               Απ’  όσα κάνουνε και λέγουν ως σήμερα οι πολιτικοί και πνευματικοί δεσμώτες του έθνους, γίνεται φανερό, τι θα κάνουνε και θα πούνε και τώρα. Κι αυτά τους τα έργα και τα λόγια δεν προορίζονται, βέβαια, για τους πεθαμένους, παρά για τους ζωντανούς. Ποιους ζωντανούς; Το λαό! Ποιο λαό; Ο λαός ξέρει την Αλήθεια κι ούτε πιστεύει κι ούτε ακολουθεί τους Ψεύτες. Το λαό θα το κρατήσουνε μακριά. Θα τα πούνε «συναμεταξύ τους». Θα τα πουν οι βαλτοί ρήτορες σε κείνους, που θα τους βάλουνε να ρητορέψουν.
               Αλλά τότε θα χυμήξουν μέσα στην αίθουσα οι σκιές των αγωνιστών του λαού που δώσανε τόσες φορές ως τώρα τη ζωή τους για το σάρωμα των ξένων καταχτητών απ’ τα’ άγια χώματα της Πατρίδας. Θα χυμήξουν (και κανένας δε θα μπορέσει να τις συγκρατήσει), οι σκιές των εθνικών αγωνιστών –τα θύματα της ντόπιας Αντίδρασης και της ξένης Προστασίας: των «χριστιανών πασάδων» και των Εγγλέζων, που οργανώσανε τότε τον εμφύλιο πόλεμο, για να θάψουνε την ελευθερία του λαού.
               Και πρώτη πρώτ’ η σκιά του μεγαλύτερου παληκαριού της Ρούμελης, του Δυσσέα, μ’ ένα σκοινί στο λαιμό (το σκοινί που τον έπνιξε) και μ’ ένα χαρτί στο χέρι (την πρώτη ιατροδικαστική έκθεση του ελληνικού κράτους και πρώτο ψεύτικο έγγραφο, αυτού του είδους!). Ύστερα η σκιά του Καραϊσκάκη με την τεράστια πληγήν αίματος στην πλάτη (ελληνικό πιστόλι, ξενικό το χέρι !)˙ ύστερα η σκιά του Γέρου του Μοριά, με την καταδίκη του σε θάνατο «επί προδοσία», η τυφλή σκιά του Νοταρά με το δίσκο του ζητιάνου στο χέρι! Και χιλιάδες σκιές των αγωνιστών της ελευθερίας από το Εικοσιένα ως τα σήμερα –σκιές σκοτωμένων, κρεμασμένων, ψημένων στο φούρνο, σκιές προδομένου λαού.
               -Τι την κάνατε την ελευθερία, που γι’ αυτήν δώσαμε (ή μας πήρατε) τη ζωή μας; Πώς τιμωρήσατε του Νενέκους του έθνους και τους ξένους «βοηθούς»; Ποιοι είσαστε σεις που φλυαρείτε ώρες εις βάρος μας, προσπαθώντας να μας παραστήσετε γι’  αγωνιστές δικούς σας;
               -Δεν σας γνωρίζουμε. Και δεν συζητάμε με… αγνώστους!»
                                              (Κ. Βάρναλης: Σολωμικά, εκδ. Κέδρος, 1957)

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΧΟΚΙΝΓΚ


Ο θάνατος του  βρετανού θεωρητικού φυσικού Στήβεν Χόκινγκ που εξαιτίας ανίατης νευρολογικής νόσου από τη νεαρή του ηλικία στερήθηκε τη δυνατότητα κίνησης και ομιλίας δεν συμπεριλήφθηκε μόνο στα σημαντικά θέματα της ειδησεογραφίας, αλλά απασχόλησε και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό που τον έκανε γνωστό και σε ανθρώπους που δεν τους απασχολούσαν ζητήματα του επιστημονικού του αντικειμένου δεν ήταν μόνο η εκλαΐκευση που είχε καταφέρει με τα βιβλία του, όσο η αναπηρία του που δεν στάθηκε εμπόδιο στην επιστημονική του εξέλιξη. Στο πρόσωπό του αναγνώριζαν όλοι το θρίαμβο της θέλησης, τη νίκη του πνεύματος πάνω στην ταλαίπωρη σάρκα, το φωτεινό παράδειγμα για τους ανθρώπους με «ειδικές ανάγκες» πως η ζωή τους όχι μόνο μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα αλλά αξιόλογη και ξεχωριστή. Μπορούσε δηλ. να λειτουργήσει ως το πιο πετυχημένο παράδειγμα εφαρμογής της αριστείας στο συγκεκριμένο πεδίο.  
               Ο Χόκινγκ σε άρθρο του στην εφ. Γκάρντιαν σχετικά με το Brexit, στο οποίο θεωρεί πως πρέπει να επανεξεταστεί ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο πλούτος –και μ’  αυτό βέβαια δεν εννοεί τη μαρξιστική οπτική, αλλά μάλλον την φιλάνθρωπη διαχείριση της φτώχειας από τους προνομιούχους- παραδέχεται πως θα ήταν πολύ ανόητο να αγνοηθεί ο ρόλος που ο πλούτος παίζει στη ζωή, γιατί τα χρήματα είναι σημαντικά, επειδή είναι απελευθερωτικά για τα άτομα κα ομολογεί πως «στην περίπτωσή μου, τα χρήματα  βοήθησαν όχι μόνο να καταστήσω τη σταδιοδρομία μου δυνατή αλλά και κυριολεκτικά με κράτησαν ζωντανό».
               Κι είναι ακριβώς μέσα από τα λόγια του που αναδεικνύεται η αναπηρία ως οικονομικό πρόβλημα στην καπιταλιστική μορφή παραγωγικής οργάνωσης,  που ενώ έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις  για ικανοποίηση των  βασικών αναγκών ολόκληρου του πλανήτη αυτό εμποδίζεται από τους όρους διαιώνισης του συστήματος εκμετάλλευσης. Η τοποθέτηση των αναπήρων μέσα στις επικρατούσες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, ο αποκλεισμός τους από την εργατική δύναμη συμβάλλει στην περιθωριοποίηση και καταπίεσή τους στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας, γιατί  ο τρόπος με τον οποίο στον καπιταλισμό οι άνθρωποι επικοινωνούν και παράγουν  την κοινωνική ταυτότητά τους, τις ανάγκες τους   είναι κυρίως και πρωτίστως μέσα από τη διαδικασία παραγωγής. Είναι που  μέσω αυτής ενσωματώνονται  στις νέες ανάγκες που παράγει ο καπιταλισμός και στις διαρκείς μετατροπές τους μέσα στην αγορά τις οποίες δεν μπορούν να παρακολουθήσουν  ομάδες που βρίσκονται  έξω από τους χώρους όπου συντελείται η καπιταλιστική ανάπτυξη και οι ανασυνθέσεις της συνείδησης. Από τη στιγμή λοιπόν που κατά τη βιομηχανική επανάσταση  το εργατικό δυναμικό ταξινομήθηκε με κριτήριο την ικανότητα για εργασία, με την επιβολή του πρότυπου του αρτιμελούς και αποδοτικού εργάτη,  κι εστιάστηκε το ενδιαφέρον στην κανονικοποίηση των ατόμων, για να διευκολυνθεί η αποκατάσταση μικρών βλαβών και να αφομοιωθούν στο εργατικό δυναμικό, και η αναπηρία δεν μπορεί παρά να βιώνεται σαν μορφή κοινωνικής καταπίεσης. Κι αυτή η καταπίεση γίνεται ακόμα περισσότερο έντονη όταν κρύβεται πίσω από μια κοινωνική πρόνοια που ακολουθεί πρακτικές φιλανθρωπίες και  δεν αποτρέπει την εγκατάλειψη και περιθωριοποίηση εκείνων που δεν μπορούν να αποδώσουν  τόσο όσο απαιτεί το σύστημα.
               Και περιπτώσεις όπως του αστροφυσικού Χόκινγκ είναι επιβεβαίωση του τρόπου που ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει την αναπηρία. Η ιδιοφυία του Χόκινγκ σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα της  αναπηρίας του ενσωματώθηκε στους νόμους της αγοράς από τη στιγμή που έγινε πηγή κερδοφορίας. Η αναπηρία του λοιπόν αποδείχτηκε το κατάλληλο πεδίο για να εισβάλλουν άνθρωποι από πολλούς τομείς και από επιχειρήσεις,  για να επενδύσουν με στόχο επιπλέον  μια υψηλή απόδοση σε καλή φήμη και δημοσιότητα, πέρα από το άμεσο κέρδος.
               Κι αν ο καπιταλισμός επαίρεται για τις ευκαιρίες ανέλιξης που δίνει στα άτομα, με την ευθύνη για την εκμετάλλευσή τους να χρεώνεται στα ίδια τα άτομα, οι ανάπηροι δεν αποτελούν εξαίρεση. Γίνονται αποδεκτοί μόνο όσοι ξεχωρίζουν σε κάποιο τομέα, όσοι έχουν  πετύχει οικονομική αυτάρκεια -και οι παραολυμπιακοί αγώνες το επιβεβαιώνουν- οι υπόλοιποι είναι άξιοι μόνο για να διαφημίζει  η γενναιόδωρη αστική τάξη τη φιλανθρωπία της. Εξωραϊσμένος κοινωνικός δαρβινισμός.
               Όσοι λοιπόν από λαϊκά στρώματα που ανήκουν στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες αποδέχονται  αυτό το ιδεολόγημα της προόδου και αριστείας, σύμφωνα με το οποίο η σκληρή δουλειά και  η επιμονή  οδηγεί αναπόδραστα στην επιτυχία, όταν δεν τα καταφέρνουν, αποδεχόμενοι τις θεσμοθετημένες ανισότητες της κοινωνίας, ενοχοποιούν τον εαυτό τους και σύρονται, από αδυναμία, να γίνουν …βορά της αναλγησίας ή της φιλανθρωπίας της άρχουσας τάξης –αναλόγως. Ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας δεν αφήνει περιθώρια για συμπόνια του αδύνατου παρά μόνο αν  είναι να γίνει πηγή κερδοφορίας και απαιτεί από τον αδύναμο, στο σώμα ή στο πνεύμα, να παλέψει μέχρις εσχάτων για μια αξιοπρεπή ζωή .
 Πριν από κάποιες  μέρες σε εκπομπή της ΕΡΤ «Το μαγικό των ανθρώπων» αυτοβιογραφείται μια νεαρή κοπέλα που γεννήθηκε με κινητικά προβλήματα. Η  παραδοχή της, πως ήθελε να είναι άριστη στις σπουδές της γιατί έμοιαζε γι’ αυτήν να είναι το «μοναδικό διαβατήριο για να διεκδικήσει κάτι»  κι έτρεμε  μη χάσει το δέκα, αφού ήταν « Ο μοναδικός τρόπος ν’ αναγνωρίσει κάποιος ότι κάτι αξίζει κι αυτή»,  δείχνει τον αγώνα της με την  αναγκαστική  προσαρμογή στους όρους του καπιταλισμού. Αυτός ο αγώνας για διάκριση είναι  που στο καπιταλιστικό σύστημα  θα εξασφαλίσει για τους ανθρώπους με αναπηρία  την αξιοπρεπή διαβίωση, απαιτώντας  την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων τους –κι όταν αυτές όμως είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες;
Η ταξική διαίρεση στο καπιταλιστικό σύστημα με την καταπίεση των υποτελών τάξεων περιλαμβάνει, μεγεθυμένη μάλιστα,  και τους ανάπηρους. Κι αν επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον σε απαράδεκτες νοοτροπίες και συμπεριφορές προς αυτούς η αιτία δεν βρίσκεται στην απόρριψη του διαφορετικού που είναι το επιφαινόμενο,  όσο στην αποδοχή της αξίας κάθε ανθρώπου αναλόγως με την ανταπόκρισή του στην απόδοση που απαιτεί απ’ αυτόν το καπιταλιστικό σύστημα.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ



Σχετικά με την υπόθεση της μη διεξαγωγής του αγώνα της Κυριακής 25 Φεβρουαρίου ΠΑΟΚ-ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ, η Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ εξέδωσε απόφαση, μετά 10 ώρες διάσκεψης, σύμφωνα με την οποία  επιστρέφονται στον ΠΑΟΚ οι βαθμοί που του είχαν αφαιρεθεί πρωτοδίκως και διαγράφεται η ποινή του αποκλεισμού της έδρας του για δυο αγώνες. Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι οπαδοί του ΠΑΟΚ διαμαρτύρονταν με εισβολή σε στούντιο της ΕΤ3, συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια κλπ. Η νέα απόφαση, που στο μεγαλύτερο μέρος ανατρέπει την πρωτόδικη, προκάλεσε τις πρώτες αντιδράσεις από το διευθυντή επικοινωνίας της ΠΑΕ Ολυμπιακός Κ. Καραπαπά που με ποστ του στο facebook κάνει λόγο για «απόφαση που θυμίζει άλλες εποχές» και  για «αδίστακτους που την κυβερνούν σε συμφέροντα αμφιβόλου προέλευσης», καταφερόμενος εναντίον της κυβέρνησης, ενώ ο Ι. Σαββίδης, ο κατέχων το πλειοψηφικό πακέτο  των μετοχών του ΠΑΟΚ,  καλεί τον κόσμο του ΠΑΟΚ να γίνει η ασπίδα «εναντίον οποιασδήποτε προβοκάτσιας».
               Και για άλλη μια φορά στο  επαγγελματικό ποδόσφαιρο καθρεφτίζεται ο τρόπος λειτουργίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δομημένος με όρους δύναμης και επιβολής, ακόμα και στις παρυφές του νόμιμου. Οι υποψίες για ίντριγκες,  παρασκηνιακές παρεμβάσεις, σκοτεινές οικονομικές δοσοληψίες σπάνια θα γίνουν συγκεκριμένες και θ’ αποκαλυφθούν, εφόσον  δεν είναι  μόνο τα κέρδη που οι μεγαλομέτοχοι των ΠΑΕ αποκομίζουν από το άθλημα, αλλά κυρίως είναι η εξουσία που αποκτούν, και δεν περιορίζεται στο οικονομικό επίπεδο,  με τη συγκέντρωση τεράστιας δύναμης σε μερικούς συλλόγους. Στο μονοπωλιακό καπιταλισμό το ποδόσφαιρο παρέχει σε όλους τους επιχειρηματίες που ασχολούνται μ’ αυτό, -και γύρω απ’ αυτό, όπως αεροπορικές, μεταφορικές, βιομηχανίες αθλητικών ειδών ειδησεογραφικές, εκδοτικές και άλλες,- απεριόριστη έκταση δυνατοτήτων εξαγωγής οικονομικού κέρδους διευκολύνοντας τους και για  τη νομιμοποίηση  άλλων κερδοφόρων δραστηριοτήτων. 
               Το ποδόσφαιρο λοιπόν έχει μεταλλαχτεί από λαϊκό άθλημα σε εμπορευματική επιχείρηση προσοδοφόρα, με δόλωμα το ίδιο το παιχνίδι, και άλλοθι  για τους επιχειρηματίες που το ελέγχουν να προωθούν και να επιβάλλουν, χρησιμοποιώντας τη δημοτικότητα των ομάδων, τα δικά τους συμφέροντα. Δεν είναι συμπτωματικό που στον ελληνικό χώρο  Βαγγέλης Μαρινάκης, Ιβάν Σαββίδης, Δημήτρης Μελισσανίδης, Γιάννης Αλαφούζος, είναι  τέσσερις επιχειρηματίες που είναι βασικοί μέτοχοι στις τέσσερις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες της χώρας με τους περισσότερους και φανατικότερους οπαδούς και συγχρόνως συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τα ελληνικά ΜΜΕ.
               Βέβαια,  η οικονομική διάσταση του ποδοσφαίρου περιλαμβάνει και τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές με  τις υπέρογκες αμοιβές τους, που σηκώνουν το βάρος της παραγωγής θεάματος. Κι επειδή επικεντρωνόμαστε στο ύψος των αμοιβών δεν αναγνωρίζουμε πως στις μεταγραφές παικτών αναβιώνει η ξεπερασμένη μορφή αγοραπωλησίας ανθρώπων, εξαρτημάτων της προσοδοφόρας βιομηχανίας ποδοσφαίρου.    Ο ποδοσφαιριστής στην πραγματικότητα δεν παράγει κάτι συγκεκριμένο, η παραγωγικότητά του υπάρχει για τον καπιταλιστή μόνο μέσα από την κατανάλωσή της –εισιτήρια, διαφημίσεις κλπ.  από τους θεατές. Κι επειδή στο χώρο ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος θα επικρατήσει αυτός που θα παράγει το καλύτερο θέαμα. Και τους κανόνες γι’ αυτό τους επιβάλλουν αυτοί που το ελέγχουν. Κι επειδή πια και στο ποδόσφαιρο δεν βασιλεύει ο ατομικός ανταγωνισμός κι επομένως η ατομική φαντασία του κάθε παίκτη, αλλά με τη συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης και της ανάπτυξης του σχεδιασμού αυξάνουν οι ανάγκες των ποδοσφαιρικών ομάδων για οργανωμένη σχεδιοποίηση του τρόπου που παίζουν, του τρόπου ανάπτυξης των συστημάτων που εφαρμόζουν στο γήπεδο, αυξάνει και ο  ασφυκτικός  έλεγχος πάνω στον ποδοσφαιριστή που επεκτείνεται και πάνω στη ζωή του.
               Το ποδόσφαιρο, μέρος της  παραγωγής θεάματος, εξάγει πολλαπλά κέρδη σε κάθε επίπεδο για το ίδιο το κυρίαρχο σύστημα. Ακόμα και η  βία που  δεν είναι άγνωστη ούτε  στον αγωνιστικό χώρο ούτε στις κερκίδες  επιχειρείται να ενσωματωθεί  ακίνδυνα κι ανώδυνα στο ποδόσφαιρο, μέρος κι αυτή του θεάματος, ακόμα κι αν αναφλέγονται οι κερκίδες για λόγους πολύ περισσότερο πραγματικούς από το δίκαιο ή άδικο πέναλτυ. Κι αν μέσα στο θέαμα εμφανίζεται η βία της πραγματικής ζωής, όσο δεν συνειδητοποιούνται οι αιτίες που την πυροδοτούν η βία λειτουργεί υπέρ αυτών που δημιουργούν τις αιτίες εμφάνισής της, αν και μπορεί κάποιες φορές  να περιέχει μια δυναμική επικίνδυνη στην εξέλιξή της για την κυρίαρχη εξουσία.
               Και βέβαια δεν είναι μόνο η οικονομική διάσταση του ποδοσφαίρου που ενδιαφέρει τον καπιταλισμό, αλλά και  η χρησιμοποίησή του για άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων. Σε εξαντλητικά εργαζόμενους, άνεργους ή εξαθλιωμένους   το ποδόσφαιρο προσφέρεται για εκτόνωση συμπιεσμένης ενέργειας  που δεν μπορεί  να βρει  διέξοδο προς την επιφάνεια στην καθημερινή ζωή.  Για να περιοριστεί ο κίνδυνος  αυτή η συμπίεση να  δημιουργήσει εκρήξεις που δεν ελέγχονται, προσφέρονται ευκαιρίες φαινομενικής αποσυμπίεσης σε χώρους και χρόνους όπου αυτή επιτρέπεται να εκτονωθεί. Και το ποδόσφαιρο είναι ένα τέτοιο σημείο, όπου μπορούν να εκφραστούν πάθη, ορμές και συναισθήματα, κατευθυνόμενα όμως  προς τα ινδάλματα που αγωνίζονται στη σέντρα ή στους αντίπαλους οπαδούς. Ακόμα και ο συνωστισμός των κερκίδων μόνο ψευδαισθήσεις  ομαδικότητας και επικοινωνίας καλλιεργεί Την ίδια στιγμή η ταύτιση με την εικόνα του  σταρ ποδοσφαιριστή που δίνει στον καθένα την ψευδαίσθηση πως  ο ίδιος σκοράρει, αποκρούει κλπ. και κατά συνέπεια έτσι  γεύεται  τις χαρές της δύναμης, της νίκης, της σύγκρουσης κλπ. συμβάλλει στην ακινητοποίηση και παθητικότητα, γιατί στο γήπεδο μπορείς να υπάρχεις μόνο σαν θεατής, που δεν είναι παρά διαιώνιση και αναπαραγωγή της κοινωνικής του θέσης και κατάστασης.