Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορηγίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορηγίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

«ΜΕ ΤΗ ΔΩΡΕΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ»

 

Πολύς ο λόγος και η δημοσιότητα για την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Πάτρας να αφαιρέσει  από τα σχολεία πινακίδες  που διαφημίζονταν  τράπεζες ως χορηγοί του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» που ανακαινίζει και αναβαθμίζει σχολεία. Από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Π. Μαρινάκη που απέδωσε την απόφαση αυτή στην ιδεοληψία του δήμαρχου Πάτρας Κ. Πελετίδη  μέχρι το δημοσιογράφο Κ. Παπαχλιμίντζο στην ΕΤ1 με τις εξυπνακιαδίστικες ατάκες να προτείνει  ο δήμαρχος λίστα αυτών που επιτρέπεται να κάνουν χορηγίες, κοινός παρονομαστής είναι η απαίτηση για έκφραση ευγνωμοσύνης για τις δωρεές και χορηγίες επιχειρήσεων και ομίλων που χρηματοδοτούν δημόσια αγαθά                                                      Κι αναρωτιέται κανείς πόσο αυτή η αντίληψη απέχει από εκείνη του 19ου  αιώνα, που  εύρισκε τη λύση για τις άθλιες συνθήκες που ο καπιταλισμός επεφύλασσε στην εργατική τάξη στη φιλανθρωπία των βικτωριανών βιομηχάνων. Δύο αιώνες από την εποχή του Ντίκενς, που τα κοινωνικά προβλήματα πιστεύονταν ότι λύνονται ή τουλάχιστον βελτιώνονται  από τον καλοσυνάτο πλούσιο  που δίνει γαλοπούλες τα Χριστούγεννα στους φτωχούς, ο κυβερνητικός λόγος και ο υποστηρικτικός της, και όχι μόνο στην Ελλάδα, υποστηρίζει τις καινούργιες μορφές φιλανθρωπίας για να καλύψει την κοινωνική ανισότητα.  
        Στη σύγχρονη εποχή γίνεται λόγος για εταιρική κοινωνική ευθύνη, με τις επιχειρήσεις, τις πολυεθνικές να κάνουν δωρεές, ενώ απομυζούν τους υπαλλήλους τους, με τις τράπεζες να χρηματοδοτούν κοινωνικά προγράμματα, ενώ βγάζουν σε πλειστηριασμούς τα σπίτια των οικονομικά αδύναμων.  
        Σε μια εποχή που το εργατικό κίνημα ψάχνει να ξαναβρεί το βηματισμό του σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον που επιδιώκει πάντα και παντού κερδοφορία, με το κοινωνικό κράτος να έχει διαλυθεί,  η  παιδεία, υγεία, πολιτισμός υποχρηματοδοτούνται, παρόλη τη φορολογία των εργαζομένων. Η  πρακτική λοιπόν  της χορηγίας έρχεται, όχι βασικά να επιλύσει, αλλά να εξωραϊσει σειρά ζητημάτων που αφορούν κυρίως στην εξεύρεση των οικονομικών πόρων για δημόσια αγαθά  από δωρεές χορηγών.  Μόνο που αν εστιάσουμε λίγο πιο προσεκτικά στη χορηγία, μάλλον θα εντοπίσουμε όψεις που της προσδίδουν μια αρνητική χροιά και μονιμοποιούν τις σχέσεις εξάρτησης από τους χορηγούς.
         Γιατί και η χορηγία δεν είναι παρά μια σχέση συναλλαγής, αν και οι όροι της δεν είναι πάντα εμφανείς. Μια τέτοιας μορφής οικονομική στήριξη παροχής δημόσιων αγαθών θεωρείται τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν αναγκαία, αφού η μειωμένη κρατική τους χρηματοδότηση είναι από τα πρώτα μέτρα που λαμβάνονται στις καπιταλιστικές μας δημοκρατίες για χάριν υποτίθεται της ανάπτυξης. 
         Ακόμα όμως κι αν  αποκρύπτονται οι  υπόγειες στοχεύσεις των χορηγών, με όρους που δεν είναι διαυγείς και με κίνητρα αδιευκρίνιστα, σίγουρα έχουν θετικό αντίκτυπο για την επιχείρηση οι φοροαπαλλαγές, η προβολή ενός κοινωνικού προφίλ της χορηγού επιχείρησης, η διασημότητα που αποκτά ο χορηγός και το αναβαθμισμένο κοινωνικό του προφίλ.  Κι επειδή οι επιχειρήσεις φυσικά δεν δίνουν σχεδόν ποτέ χρήματα υπό μορφή χορηγίας με κριτήρια εξωοικονομικά, δηλ. ηθικά ή κοινωνικά, αλλά βασικό τους κίνητρο είναι το οικονομικό, με τις χορηγίες το πιο πιθανό είναι να δημιουργούνται  εξαρτήσεις, ώστε να χρησιμοποιούνται ως μοχλό πίεσης στην κρατική εξουσία. Όσο μάλιστα αυξάνει η εξάρτηση μέσω χορηγιών της προσφοράς δημόσιων αγαθών τόσο αυξάνει και η αδυναμία πραγματοποίησης μακροχρόνιου σχεδιασμού, εφόσον οι χορηγίες συνήθως ορίζονται σε βραχυχρόνιο διάστημα χωρίς συνέχεια. Εξάλλου η εξάρτηση της παροχής δημόσιων αγαθών από αποφάσεις του επιχειρηματικού κόσμου δεν οδηγεί παρά σε έναν ανταγωνισμό,  με αύξηση της πιθανότητας άσκησης πιέσεων και εκβιαστικών πρακτικών,    όπου αυτοί που παίρνουν τελικά τις αποφάσεις  δεν έχουν  ούτε απαραίτητα τη γνώση ή το ενδιαφέρον για ζητήματα που πρέπει να λυθούν. Είναι ενδεικτικά τα  περιστατικά με την πτώση σοβάδων  και  θερμοσίφωνα σε σχολεία της Ηγουμενίτσας που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα ανακαίνισης σχολείων «Μαριέττα Γιαννάκου» 
       Τελικά, η σύγχρονη πρακτική της χορηγίας, ως διελκυστίνδα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, με τη μορφή του εταιρικού, στην πραγματικότητα αντιμετωπίζει και τα δημόσια αγαθά ως μια ακόμα αγορά. Συγχρόνως βέβαια  μετασχηματίζεται το οικονομικό κεφάλαιο σε κοινωνικό, που θα συμβάλει στην περαιτέρω συσσώρευση οικονομικού κεφαλαίου. Κι αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα κρίσιμο για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε πεδία με κακή φήμη, όπως οι τράπεζες.
       Το αξιοσημείωτο είναι  ότι με τις δωρεές στην παιδεία, αυτά τα ψίχουλα ελεημοσύνης από τα αμέτρητα κέρδη τους,  οι τράπεζες αναδεικνύουν κοινωνική δράση που βοηθά στη δημιουργία του ανθρωπιστικού τους προφίλ. Κι έτσι μπορεί  να αξιοποιηθεί η όποια αίγλη από τη σύνδεση με την παιδεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια σειρά συμβολικών και άυλων πλεονεκτημάτων, φήμη, εξασφάλιση εμπιστοσύνης του κοινού, με μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. Οι τράπεζες επιδιώκουν την ενσωμάτωση στην στρατηγική τους της μέριμνάς τους για την παιδεία αλλά και τον πολιτισμό, σε μια προσπάθεια προσέγγισης των καταναλωτών στον απόηχο της οικονομικής  κρίσης και της κακής τους φήμης με την ανακεφαλαιοποίησή τους εις βάρος των εργαζομένων.
        Κάπως  έτσι  λοιπόν η ανάδειξη των εταιρειών ως χορηγών σηματοδοτεί και την αλλαγή στην πρόσληψη των επιχειρήσεων από αποδιοπομπαίους τράγους σε ιερές αγελάδες, που μόνο προσφέρουν στην κοινωνία, γιατί η ευημερία της εξαρτάται απ’ αυτές.  Οι χορηγίες γίνονται το όχημα δημόσιων σχέσεων για τις επιχειρήσεις που αποκτούν κοινωνική ορατότητα και τοποθετούνται και στην αγορά της κοινωνικής προσφοράς,  με τους εργαζόμενους να  πρέπει να είναι και ευγνώμονες γι’  αυτές τις χειρονομίες καλοσύνης.  Που δεν είναι όμως παρά ελεημοσύνες με λογότυπο.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

ΔΩΡΕΕΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ


Και στο περιθώριο της τραγωδίας των πυρκαγιών στην  Αττική, ξανάρθε στο προσκήνιο η πληροφορία   για  την υποχρεωτική στελέχωση από το Πυροσβεστικό σώμα περιφερειακών αεροδρομίων που παραχωρήθηκαν στη Fraport,  ενώ γνωστοποιήθηκαν αρκούντως οι ειδήσεις  για τον  ιδιοκτήτη του  Ολυμπιακού Βαγγέλη Μαρινάκη που έδωσε εντολή να διατεθεί άμεσα ένα εκατομμύριο ευρώ στους πληγέντες από τις καταστροφικές πυρκαγιές, και για  το ο ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος που σε ανακοίνωσή του  «ως κοινωφελής οργανισμός, το ΙΣΝ δεν μπορεί ούτε επιδιώκει να υποκαταστήσει το έργο της Πολιτείας, παρά προσπαθεί, στο μέτρο των δυνατοτήτων του να συμβάλλει σ’ αυτό» αποφάσισε να στηρίξει το έργο του Πυροσβεστικού Σώματος Ελλάδας με δωρεά ύψους 25 εκατομμύρια ευρώ».
               Οι πληροφορίες αυτές είναι ενδεικτικές για τη σχέση του αστικού κράτους της Ελλάδας με την  …ελεύθερη αγορά και τους επιχειρηματίες.
Από τη μια η ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων δεν επιφέρει μόνο μεγάλη κερδοφορία στη γερμανική κρατική  εταιρεία, που θα λείψουν βέβαια από τα ελληνικά κρατικά ταμεία, αλλά με βάση τη σύμβαση που υπογράφηκε πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος να αποζημιώνει για διάφορους λόγους την Fraport το ελληνικό κράτος για τα σαράντα χρόνια που θα έχει μισθωμένα τα αεροδρόμια.
Από την άλλη επιχειρηματίες που κατηγορούνται για εμπλοκή σε φορτίο τόνων ηρωίνης ή ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα που ισχυρίζονται πως κάνουν δωρεά στο κράτος ένα «Πολιτιστικό Πάρκο», που  όμως με τη σύμβαση που υπογράφηκε το δημόσιο υποχρεώνεται να χρηματοδοτεί και απευθείας το Κέντρο αλλά και μέσω του των κρατικών ιδρυμάτων που φιλοξενούνται εκεί με δικαίωμα επιστροφής του ποσού που δαπάνησε το ΙΣΝ σε περίπτωση που αυτό δεν λειτουργεί ικανοποιητικά,   προχωρούν σε δωρεές για εδραίωση ενός κοινωνικού προφίλ. Είναι κι αυτός ένας εναλλακτικός τρόπος προβολής, πολύ αποτελεσματικότερος από την όποια διαφήμιση.
               Οι σύγχρονοι επιχειρηματίες με τις δωρεές τους μοιάζει να επενδύουν στη δημιουργία συμβολικού κεφαλαίου, συμβάλλοντας έτσι  όχι μόνο στη διαμόρφωση και θεμελίωση των σχέσεων κυριαρχίας μεταξύ άρχουσας τάξης και εργαζομένων, αλλά και στην αναπαραγωγή αυτής της κυριαρχίας μέσω της θεώρησής της ως νόμιμης και φυσιολογικής, προς ανάπτυξη του …υλικού κεφαλαίου.
               Κι αφού το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας, με τη ρητορική ταξικού εξισωτισμού, δεν εξυπηρετεί πια τις ανάγκες του κεφαλαίου( διαχείριση της δυσαρέσκειας και αντίδρασης μέρους του προλεταριάτου), η κατεύθυνση που δίνεται από τον κυρίαρχο λόγο είναι η ιδιωτική διαχείριση των προβλημάτων, ενώ επί του πρακτέου προωθείται η απόσυρση του αστικού κράτους από την προνοιακή πολιτική. Κι έτσι ανοίγεται λαμπρό πεδίο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε τομείς δημοσίων αγαθών που από βελτιωτικές για την υπάρχουσα κατάσταση επιλογές προωθούνται πια ως αποκλειστικοί τρόποι επιβίωσής τους. Δωρεές και ευεργεσίες που αναπληρώνουν  λειτουργίες του κράτους, διαμορφώνουν  το κατάλληλο έδαφος για να γίνει αποδεκτή η ανάληψή τους  από ιδιώτες.
               Κάθε άλλο παρά καινοφανές είναι το γεγονός πως κάθε είδους εύποροι-έμποροι και βιομήχανοι, εφοπλιστές και επιχειρηματίες- επενδύουν στο κοινωνικό και συμβολικό κεφάλαιο της ευεργεσίας, δωρεών ή χορηγιών προς το κράτος ή κοινωνικούς τομείς, χωρίς αυτό να είναι αποτρεπτικό της σύνδεσής τους με παράλληλα οφέλη που αποβλέπουν μέσω αυτών, αλλά και με παράπλευρες απώλειες που μπορεί να αποφύγουν, εντάσσοντας τις δωρεές  ως ένα βαθμό στα επιχειρηματικά τους σχέδια. Ακόμα κι αν η σύγκριση  της αξίας της δωρεάς σε σχέση  με το οικονομικό μέγεθος που καταλαμβάνει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει  στην εκδήλωση, στην κοινή γνώμη,  αμφιβολιών περί των αγαθών προθέσεών τους, αυτές δεν αναιρούν τη δυνατότητα που δίνεται στους επιχειρηματίες να επιβάλλουν τις βουλήσεις τους δια της τεθλασμένης οδού. Ο δωρητής μέσω στοχευμένων προσφορών του, εισχωρώντας και σε περιοχές που φαίνονται επικερδείς, σκοπεύει στην εξαργύρωση τους όσον αφορά στα επιχειρηματικά του σχέδια, με το αναβαθμισμένο κοινωνικό του προφιλ. Και καταλήγει ό,τι περιγράφεται ως δωρεά προς το δημόσιο  να είναι μια σχέση ανταλλακτική που όμως οι όροι της ανταλλαγής σπάνια είναι εμφανείς.
               Στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον του καπιταλισμού, όπου όλα εμπορευματοποιούνται, ποσοτικοποιούνται και μετριούνται οι δωρεές από επιφανείς καπιταλιστές διαφημίζονται ως εξαίρεση σ’ αυτό, προβάλλοντας ως μόνο επιζητούμενο αντίδωρο γι’ αυτές την τιμή, ευγνωμοσύνη και υστεροφημία τους. Μόνο που ακόμα και η υψηλή απόδοση σε καλή φήμη και δημοσιότητα επιτυγχάνει, μετασχηματίζοντας οικονομικό κεφάλαιο σε κοινωνικό, την περαιτέρω συσσώρευση οικονομικού κεφαλαίου.
               Κι είναι αρκετά απλοϊκό ο κυρίαρχος λόγος να επικαλείται κριτήρια οικονομικά, χαμηλή ανταποδοτικότητα, ζημιογόνα λειτουργία κλπ.  για να δικαιολογηθούν περικοπές σε δημόσια αγαθά όπως υγεία ή παιδεία και την ίδια στιγμή να θεωρείται πως επιχειρήσεις στον καπιταλισμό χρησιμοποιούν κριτήρια εξωοικονομικά π.χ. ηθικά ή κοινωνικά για την προσφορά δωρεών στο κοινωνικό σύνολο, διαφημίζοντας τη δωρεά ως μια αλτρουϊστική πράξη προσφοράς.  Είναι που, και στην καλύτερη περίπτωση,  δεν γίνεται άμεσα εμφανές πώς η αίγλη που αποκτά ο επιχειρηματίας από τη σύνδεσή του με τις ανάγκες της κοινωνίας του εξασφαλίζει μια σειρά συμβολικών και άυλων πλεονεκτημάτων με μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη.
               Όσο αμβλύνεται η κρατική μέριμνα  ο κυρίαρχος λόγος προωθεί την ιδέα περί κοινωνικής ευθύνης των εταιρειών και των πλούσιων επιχειρηματιών δικαιώνοντας επιλογές τους και …καθαγιάζοντας την ελεύθερη αγορά, που απομένει η μόνη για να χρηματοδοτεί και να επενδύει σε δημόσια αγαθά –που παύουν βέβαια να είναι προσβάσιμα  στις υποτελείς τάξεις. Γι’ αυτές απομένει η …φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της κυρίαρχης τάξης.