Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

«ΠΟΛΙΤΙΚΗΝ ΑΠΡΟΚΑΤΑΛΗΠΤΟΝ»


Τέτοιες μέρες πριν  96 χρόνια άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτό που στην εθνική μας ιστορία χαρακτηρίζεται ως Μικρασιατική Καταστροφή, μετά την αναδίπλωση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων απ’ όλες της γραμμές του Μετώπου. 
 Κι επειδή οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην περιοχή μας συνεχίζουν να είναι επικίνδυνοι για τους λαούς της, η πολιτική προσέγγιση της μικρασιατικής εκστρατείας, ως μέρος των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και των επιδιώξεων της δικής μας άρχουσας τάξης,  από το νεαρό τότε ΣΕΚΕ, το ΚΚΕ, όπως αποτυπώνεται και σ’ ένα άρθρο του Ριζοσπάστη, το «Επίσημον όργανον του Σοσιαλιστικού Εργατικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος  και της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδος» δεν έχει βέβαια  μόνο ιστορικό ενδιαφέρον.
«Ότι  η εκκένωσις της Μικράς Ασίας από τον Ελληνικόν στρατόν, καθ’ όν τρόπον έγινε μάλιστα, έπληξε κυριώτατα τα Αγγλικά συμφέροντα και την Αγγλικήν επιρροήν είναι αναμφισβήτητον. Η δριμεία επίκρισις όλου σχεδόν του Αγγλικού τύπου κατά της κυβερνήσεως του Λόυδ Τζώρτζ δια την χρεωκοπίαν της Ανατολικής του πολιτικής, δια την απότομον λύσιν του Μικρασιατικού δράματος, την αντίστασιν των Μεσοποταμίων και Παλαιστινίων κατά της Αγγλικής εντολής, το αναρριπισθέν γόητρον του Μουσταφά Κεμάλ και την αντιαγγλικήν εξέγερσιν εν Ανατολή αποδεικνύουν οποίας σημασίας ζήτημα εινε για την Αγγλίαν η εκ του ατυχήματος του Ελληνικού στρατού ζημία  της Αγγλικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Όχι μόνον απομακρύνει αυτήν από τα μέρη ένθα έχει τα κύρια αυτής συμφέροντα, αλλά, όπερ και το σπουδαιότερον, μεταθέτει το πεδίον της αντιθέσεως μεταξύ αυτής και των Μπολσεβίκων από την Ανατολής εις την Μεσόγειον. Δύο κόσμοι συγκρούονται αποφασιστικών πλέον. Ο ιμπεριαλισμός της Αγγλίας και ο Μπολσεβικισμός. Η τάσις της απολύτου κυριαρχίας επί της Ανατολής προς εκμετάλλευσιν των λαών και η μονιμοποίησις του αποκλεισμού της Ρωσίας αφ’ ενός, η Αγγλική πολιτική, και η τάσις προς διέξοδον, προς λύσιν του αποκλεισμού, προς ελευθέρωσιν των Ανατολικών λαών η Ρωσική πολιτική,  αφ’ ετέρου.
         Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη είναι τα δύο επίμαχα σημεία. Η Σμύρνη εχάθη πλέον δια τον Αγγλικόν ιμπεριαλισμόν. Μένει η Κωνσταντινούπολις.
         Εκεί στρέφει ολόκληρον την προσοχή του. Αλλά καθώς δια τν Σμύρνην δεν ήτο δυνατόν να τηρηθή η Αγγλική επιρροή δι’ Αγγλικών δυνάμεων, ούτω και δια την Κων/πολιν και τα Στενά επιζητείται η παρένθεσις τρίτου παράγοντος, εμμέσως υπέρ της Αγγλίας ενεργούντος. Άμεσος σύγκρουσις της Αγγλίας προς τον Μουσουλμανισμόν και αδύνατος ίσως, αλλα και επιζημιωτάτη είνε δια την Αγγλίαν. Εντεύθεν τίθεται ζήτημα Θράκης. Και το ζήτημα τίθεται ουχί υπό των Βουλγάρων, ή των  Τούρκων, τίθεται αμέσως υπό του μεγάλου Ευρωπαϊκού τύπου και ιδία του Αγγλικού.
          Ανακύπτει όθεν και πάλιν η κατά το 1912-1913 ανάγκη δια την Αγγλίαν, τότε η διάλυσις, σήμερον η οριστική παρεμπόδισις της αναγεννήσεως της Τουρκίας.
           Και ως τότε μεν η πολιτική εστρέφετο κατά της Γερμανίας, σήμερον στρέφεται κατά της Ρωσίας. Αλλά το πρόβλημα  σήμερον λαμβάνει μορφήν κοινωνικού αγώνος. Κατά της Ρωσίας, κατά της Εργατικής  Επαναστάσεως και του Κράτους των Εργατών και χωρικών  και κατά της Ενσαρκώσεως της ιδέας της απελευθερώσεως των λαών από παντός ιμπεριαλισμού. Θάττον ή βράδιον το ζήτημα θα τεθή  οξύτερον. Η κίνησις της Μικράς Αντάντ, γνωστού οργάνου της Ευρωπαϊκής κεφαλαιοκρατίας υπέρ της Θράκης, είνε χαρακτηριστική κίνησις των προσκόπων της Ευρωπαϊκής πολιτικής κατά της Ρωσσίας.
          Η Ελλάς θα ευρεθή πιθανώς τάχιστα εντός του δικτύου τούτου των αντιμαχομένων συμφερόντων και θα παίξη ίσως τον σπουδαιότερον ρόλον.
            Θα γίνη πάλιν όργανον της Αγγλίας;
         Ναι φωνάζουν οι Βενιζελικοί. Είναι αύτη η ηθελημένη και μελετημένη πολιτική των. Επάνοδος εις τα Συμμαχίας προς Συμμαχικήν πολιτικήν δράσιν μετά της Μικράς Αντάντ εναντίον της Ρωσσίας, αυτή είνε η πολιτική των. Την ήσκησαν ήδη αποδραμόντες κτάτ ης Ουκρανίας, την ήσκησαν μεταβάντες εις Μικράν Ασίαν. Αλλ’ είδομεν όλοι τα αποτελέσματα της και την ανηθικότητα, ήν περιέχει, αντιθέτουσα τους εργάτες και χωρικούς της Ελλάδας κατά της ισχυράς Δημοκρατίας των Σοβιέτ των εργατών και Χωρικών.
              Η τέως κυβέρνησις, χωρίς να το ομολογή, ηκολούθησε και υπό χειροτέρους μάλιστα όρους την Βενιζελικής εξωτερικήν πολιτικήν και είδομεν, πού εφθάσαμεν. Η Ελλάς εθυσιάσθη δια την Αγγλίαν.
             Η νυν κυβέρνησις θα εξακολουθήση την ιδίαν πολιτικήν; Αλλά κατέστη πλέον  φανερόν, ότι η περίφημος αυτοτέλει, εις ήν εμμένουν πάντες οι οπαδοί της «Ηνωμένης» είνε αδύνατος, όταν η ιδία η κυβέρνησης θεωρεί εαυτήν αισμάλωτος της Αγγλικής θαλασσοκρατορίας. Εξ άλλου αυτή η θέσις της Αγγλίς μετβλήθη ήδη εν Μεσογείω.
         Εάν θέλωμεν αληθώς να διασώσωμεν τους Ελληνικούς πληθυσμούς της Θράκης, της Κωνσταντινουπόλεως, τους εναπομείναντας ακόμη πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, ενδεικνύεται πλέον πολιτική Συνενοήσεως με την Σοβιετικήν Ρωσσίαν. Μόνον πολιτική απροκατάληπτος, μακράν των προσωπικών προβλέψεων περί των κοινωνικών ιδεολογιών είνε δυνατόν σήμερον όχι μόνον να σώση την Ελλάδα, αλλά και να ωθήση εις ελευθέραν και δημοκρατικήν ανάπλασιν της πολυπάθου Ανατολής.»
                                Από το  Ριζοσπάστη  της  Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 1922

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

ΕΝΟΧΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΩΝ;


Κι ανάμεσα στις ειδήσεις των ημερών κι εκείνη για την παράδοση 10 τόνων γραμμάτων και δεμάτων, μεγάλο μέρος των οποίων έχει βέβαια καταστραφεί,  που προέρχονταν από  την Ιορδανία, στους παραλήπτες παλαιστίνιους της Δυτικής Όχθης, την οποία  επέτρεψαν μετά από οκτώ χρόνια οι ισραηλινές αρχές.
               Και βέβαια, συγκριτικά με φυλακίσεις, δολοφονίες Παλαιστινίων, κατασκευές υποθαλάσσιων και υπόγειων τειχών που αποκλείουν τους παλαιστίνιους σε στενές λωρίδες γης μετατρέποντάς τες σε γιγαντιαία στρατόπεδα συγκέντρωσης,  αυτή η είδηση θα έμοιαζε και ασήμαντη αν δεν σηματοδοτούσε το μέγεθος της αυθαιρεσίας, του μίσους,  αλλά και του φόβου των Ισραηλινών που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για εξουθενώσουν τους κατοίκους αυτής της γης που τους την άρπαξαν.
               Οι αποφάσεις του ΟΗΕ το 1947 για διχοτόμηση της Παλαιστίνης και της δημιουργίας κράτους του Ισραήλ φάνηκαν σαν συναισθηματική απάντηση στη φρίκη του ολοκαυτώματος. Μόνο που αυτή η αντίδραση, που πατούσε πάνω στην ενοχή των εμπολέμων, ήταν εις βάρος των κατοίκων της Παλαιστίνης, οι οποίοι θα έπρεπε να πληρώσουν για εγκλήματα που διέπραξαν οι ευρωπαίοι, δημιουργώντας το κράτος του Ισραήλ, ένα «προγεφύρωμα της αγγλοαμερικανικής αποικιοκρατίας στην Ανατολή» κατά την έκφραση του Νεχρού. Ουσιαστικά, πριν εβδομήντα χρόνια, μετά τον  πόλεμο με τη κατανομή της περιοχής σε τεχνητά κράτη με νέες συνοριακές γραμμές που καταρτίστηκαν από τις πρώην αποικιακές δυνάμεις, στη Παλαιστίνη  μια μειονότητα εκτόπισε, όχι μόνο πολιτικά αλλά κυρίως φυσικά, τους αυτόχθονες πληθυσμούς μιας περιοχής, εφόσον η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού στην  Παλαιστίνη από τον 7ο αιώνα ήταν αραβική.  Κι όλα αυτά τα χρόνια  της ύπαρξής του, το Ισραήλ δείχνει με την πολιτική του πως προσβλέπει σε μια σχεδόν πλήρη εξόντωση του αραβικού πληθυσμού προσπαθώντας να είναι εξ ολοκλήρου ένα εβραϊκό κράτος, αν και η έννοια της εβραϊκής εθνότητας είναι μια εφεύρεση του 19ου αιώνα.
               Κι αν  οι διωγμοί των Εβραίων για αιώνες στην Ευρώπη κάνουν κατανοητή την επιθυμία για έναν τόπο εγκατάστασης που να είναι κύριοι της τύχης τους, όμως η παραβίαση των δικαιωμάτων των κατοίκων της περιοχής όπου εγκαταστάθηκαν μετέτρεψε αυτήν την εγκατάσταση σε αποικιακή επιχείρηση.  Κι αν μπόρεσαν κι επικράτησαν στην περιοχή, εκδιώκοντας τους ντόπιους κατοίκους για να τους δώσουν «χώρο»,  ήταν μόνο λόγω ανώτερων στρατιωτικών και οικονομικών πόρων. Εξάλλου η  αμερικανική οικονομική βοήθεια προς το Ισραήλ υπήρξε και εξακολουθεί να είναι τεράστια, ενώ η διπλωματική τους  υποστήριξη είναι ο κρίσιμος παράγοντας που επιτρέπει τη συνεχιζόμενη κατοχή των Αραβικών εδαφών από το Ισραήλ.
               Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως στην Παλαιστίνη εφαρμόστηκε ένα είδος αποικιοκρατίας σε μια περίοδο μάλιστα γενικής αποαποικιοποίησης. Με απόφαση του ΟΗΕ, που υποτίθεται δεν ευνοούσε την αποικιοκρατία και προστάτευε τους λαούς, δημιουργήθηκε ένα αποικιακό κράτος, το Ισραήλ, που διαιωνίζει το καθεστώς του ως μια συνεχώς επεκτεινόμενη κατοχή με εξαιρετικά ανώτερη στρατιωτική δύναμη. Έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση των ΗΠΑ  έχει υπό κατοχή, εξαθλιώνοντας, τους πληθυσμούς που ζούσαν εκεί για αιώνες. Η χρήση στρατιωτικής καταπίεσης, που είναι βίαιη όσο και άδικη, δεν έχει τέλος, εφόσον οι Ισραηλινοί έχουν αποκομίσει σημαντικά οφέλη από αυτήν στην πάροδο των ετών, με τη μορφή γης και πολιτικής κυριαρχίας.
               Χρόνια τώρα, όλο και λιγότερο τη διεθνή ειδησεογραφία απασχολεί το μεγάλο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που επιτρέπεται στους Παλαιστίνιους και σ’ αυτό που επιτρέπεται στους Ισραηλινούς. Η μεροληψία της πλειοψηφίας των μέσων ενημέρωσης υπέρ των Ισραηλινών είναι δεδομένη και οι πολιτικές των δυτικών κυβερνήσεων, με τη δική μας κυβέρνηση που φιλοδοξεί να παίξει πετυχημένα τον ιμπεριαλιστικό της ρόλο στην περιοχή να συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτές ως στενός σύμμαχος πια του Ισραήλ, όλο και θέλουν να μας παραπλανούν για την πραγματικότητα της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης. Χρόνια τώρα ο χώρος που δίνεται από τη διεθνή ειδησεογραφία για το ζήτημα της Παλαιστίνης αφορά όλο και περισσότερο μεμονωμένες περιπτώσεις βίας Ισραηλινών που συμψηφίζεται μ’ εκείνη των παλαιστινίων με τις πέτρες και  το όλο ζήτημα κατοχής που επικρατεί εκεί κατακερματίζεται έτσι σε σκόρπιες υποθέσεις που θα πρέπει να βρίσκεται για την καθεμιά μεμονωμένη λύση. Και το συνολικό πρόβλημα μ’ αυτόν τον τρόπο βυθίζεται στο σκοτάδι, για να μπορούν απερίσπαστοι οι Ισραηλινοί να αποκλείουν ανθρώπους σε μια περιοχή  κάτω από τη δεσποτική και θανατηφόρα τους στρατιωτική διοίκηση υψώνοντας τείχη και οχυρώνοντας οικισμούς.   
               Ο αντισημιτισμός αιώνων στην Ευρώπη, που εκμεταλλεύτηκε η ναζιστική Γερμανία για να εφαρμόσει την τελική λύση στους Εβραίους, υποχωρώντας σε εκτεταμένη κλίμακα σαν συνέπεια της ήττας του ναζισμού, αντιστράφηκε με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Το στρατοκρατούμενο κράτος του Ισραήλ επιβάλλει στην περιοχή την κυριαρχία του και χαρακτηρίζει αντισημίτη όποιον υποβάλει σε οποιαδήποτε σοβαρή κριτική το κράτος και επικρίνει την πολιτική του που έχει αφετηρία  αποικιακή  και αποκτά  όλο και περισσότερο  χαρακτηριστικά ρατσιστικά.
               Κι αν για εκατοντάδες χρόνια οι κυρίαρχες τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών τροφοδοτούσαν τον  αντισημιτισμό, κατά τα συμφέροντά τους, προβάλλοντας  τις χρηματικές και τραπεζιτικές δραστηριότητες των εβραίων, καθώς πολλοί απ’ αυτούς εξυπηρετώντας τις άρχουσες τάξεις στην είσπραξη φόρων και στην εκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων ήταν εύκολο κάθε φορά να γίνονται εξιλαστήρια θύματα για εκτόνωση λαϊκής οργής, ο σιωνισμός όμως, σαν πολιτικό κίνημα για τη δημιουργία στην περιοχή της Παλαιστίνης ενός εβραϊκού κράτους, προσκολλημένος στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ έχει μετατρέψει το κράτος του Ισραήλ σε ρατσιστικό που γεννά το δικαιολογημένο  μίσος των γηγενών αράβων κατοίκων της περιοχής. Κι αυτό βέβαια δεν είναι αντισημιτισμός.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ


Σύμπασα η κυβέρνηση και κομματικά στελέχη της κυβερνώσας παράταξης  αγωνίζονται να πείσουν για την αναγέννηση της Ελλάδας μετά το τέλος των προγραμμάτων που επεβλήθησαν στην ελληνική οικονομία από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επισημαίνοντας την ολοκλήρωσή τους ως συμβολικό και πραγματικό τέλος σε  μια καταστροφική οικονομική κρίση.  Μόνο που η έξοδος από τα μνημόνια, που η εφαρμογή τους πέτυχε μία από τις μεγαλύτερες δημοσιονομικές προσαρμογές στον κόσμο, δεν σηματοδοτεί παρά μόνο την ολοκλήρωση των μέτρων που κρίθηκαν αναγκαία να εφαρμοστούν για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, -συρρίκνωση της οικονομίας, εκτίναξη της ανεργίας, φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού- εις βάρος φυσικά των εργαζομένων και τα οποία θα συνεχίσουν να ισχύουν και να προσαρμόζονται κατά τις ανάγκες του. 
               Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που μετατράπηκε στον καλύτερο διαχειριστή της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου,  περηφανεύεται που κληρώθηκε, αφού σφετερίστηκε τη λαϊκή ψήφο, να κλείσει με «επιτυχία» τον κύκλο των μνημονίων που άνοιξε η κυβέρνηση Παπανδρέου το 2010 και συνεχίστηκε από τις κυβερνήσεις του Λ. Παπαδήμου, του  Α. Σαμαρά και βέβαια του Α. Τσίπρα. Η αύξηση των φόρων, η κατάρρευση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με δημόσιο χρήμα ήταν οι συνέπειες των μεταρρυθμίσεων που καθορίστηκαν στις συμφωνίες για το πρόγραμμα χρηματοπιστωτικής βοήθειας και στο μνημόνιο συμφωνίας με ΔΝΤ, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων οκτώ ετών. Όσο για την κριτική  της Ν. Δημοκρατίας και των ποικιλώνυμων κεντροαριστερών που υποτιμούν τα …επιτεύγματα της κυβέρνησης Τσίπρα στηρίζεται εν πολλοίς στη επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν αντιπολίτευση πριν τέσσερα χρόνια, σε μια ψευδο-αντιπαράθεση που τροφοδοτεί το πολιτικό σύστημα των αστικών κομμάτων. Και από κοινού στην τελική  αποδέχονται τις «διαρθρωτικές» μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν  στην καταβαράθρωση του επιπέδου συνθηκών διαβίωσης και εργασίας.
               Εγκλωβίζοντας ο ΣΥΡΙΖΑ το, έστω και αναιμικό, λαϊκό κίνημα μεταξύ της αντιδραστικής δεξιάς  και της «προοδευτικής αριστεράς»  συνέβαλε αποφασιστικά να παγιδευτεί ο μεγάλος όγκος των εργαζομένων στην πρώτη γραμμή άμυνας εναντίον της μειονότητας των κομμουνιστών που υπερασπίζονται την οργανωμένη ταξική πάλη. Οι προσπάθειες του να  συνεχίσει να χρησιμοποιεί ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο, το θράσος του να σφετερίζεται πλαστογραφώντας κάθε ταξικό αγώνα, η φιλοδοξία του να αναδιοργανώσει, μ’ ένα μανδύα προοδευτικότητας, τις ατομικές ζωές διαχωρίζοντας καθημερινή ζωή και πολιτικό βίο (π.χ νομοθετήματα για μορφές συμβίωσης των ατόμων από τη μια και  ενίσχυση αντιτρομοκρατικού νόμου από την άλλη) στοχεύουν στην παραπλάνηση  για τις αιτίες της οικονομικής κρίσης  και στην παραίτηση από κάθε αγώνα των εργαζομένων. Κι ενώ προπαγάνδιζε  ο ΣΥΡΙΖΑ πως μια κυβέρνηση της αριστεράς, σαν μια ειρηνική επανάληψη του παρελθόντος με τις κεντροαριστερές κυβερνητικές εμπειρίες στην Ευρώπη τα τελευταία είκοσι χρόνια, είναι ο τελικός προορισμός κάθε κινητοποίησης που θα σώσει τη χώρα, όταν ως  κυβέρνηση έγινε ο καλύτερος διαχειριστής της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, επέμενε να ισχυρίζεται πως συμβιβάζεται για χάρη των εργαζομένων, συντελώντας στη συκοφάντηση κάθε έννοιας της αριστεράς και στην κατάρρευση οραμάτων κι ελπίδων για μετασχηματισμό της κοινωνίας.
 Κι ενώ ο κυβερνητικός  λόγος υποκρίνεται πως δεν περιφρονεί τον εργαζόμενο, στην πράξη όμως ένα μεγάλο μέρος αυτών έχει εγκαταλειφθεί στην εξαθλίωση ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην ελεημοσύνη των διαφόρων προγραμμάτων μερικής ή εποχικής απασχόλησης. Σε τίποτε δεν υπολογίζουν οι κυβερνώντες  τους εργαζόμενους παρά νοιάζονται μόνο θωπεύοντάς τους λεκτικά ν’ αποφύγουν κάθε σύγκρουση που θα διατάρασσε τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, κατάσταση καταφανούς  κοινωνικής ανισότητας. Για τίποτε άλλο δεν ενδιαφέρονται παρά για την προστασία  του σημερινού συστήματος της κοινωνικής και πολιτικής μεταξύ των εργαζομένων και των κρατουσών τάξεων ανισότητας
               Φαίνεται πως  η τριετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει τόσο αποσυνθετική επίδραση στο ηθικό μεγάλου μέρους του κόσμου των εργαζομένων, που ταυτίζοντας το δημαγωγικό λόγο του μεταμφιεσμένου σε  αριστερά ΣΥΡΙΖΑ με τον κομμουνιστικό  νιώθουν πως δεν υπάρχει διέξοδος. Η ελπίδα που καλλιεργούσε και ο ΣΥΡΙΖΑ πως οι δράσεις μικρής κλίμακας και ο τοπικός ακτιβισμός θα συσσωρευτούν τελικά σε κάποιου είδους ικανοποιητική εναλλακτική πρόταση διαψεύστηκε. Η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ηθικής του αντικρατισμού, η συρραφή κατακερματισμένων στοιχείων από κοινωνικές  θεωρίες που ευνοούν τις πολιτικές της ταυτότητας και απορρίπτουν την ταξική ανάλυση αποδείχτηκαν τρόποι που ούτε λεκτικά πια δεν μπορούν  ν’ αντιπολιτευτούν την εξουσία του κεφαλαίου. Και ο πιο εμφανής  ιδεολογικός ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ τώρα που βρίσκεται στην κυβέρνηση απομένει η συκοφάντηση, η απαξίωση κάθε κομμουνιστικής προοπτικής.
               Γι’ αυτό μοιάζει τεράστιο το έργο που πρέπει να κάνει το ΚΚΕ. Με τους εργαζόμενους  απογοητευμένους και διαψευσμένους στις αυταπάτες τους να μοιάζει να μένουν στην πλειοψηφία τους απαθείς δεν είναι εύκολο να εμπνευστούν από τα κομμουνιστικά οράματα, να πιστέψουν και να ελπίσουν. Στην απογοήτευση και παραίτηση προσκρούουν όλες οι προσπάθειες  από τους κομμουνιστές για αντίδραση στην εφαρμοζόμενη πολιτική.  Σαν να μη θεωρούν οι εργαζόμενοι δική τους υπόθεση το ζήτημα της αποσόβησης των κινδύνων που απειλούν ακόμα και την επιβίωσή τους. Σαν να είναι το ζήτημα του αγώνα και της πάλης ιδιωτική υπόθεση κάποιων ανθρώπων γύρω από το ΚΚΕ που είναι όμως υποχρεωμένοι να αγωνίζονται, που οφείλουν να αγωνίζονται για όλους εκείνους οι οποίοι  υιοθετώντας την κυρίαρχη ιδεολογία  προσποιούνται τους αδύναμους  για αγώνες.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

ΚΟΜΠΑΣΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Με απελάσεις ρώσων διπλωματών, με σκληρές ανακοινώσεις για τη Ρωσία πως  «πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας» του υπουργείου εξωτερικών μοιάζει η κυβέρνηση όχι απλώς να ευθυγραμμίζεται με τις επιλογές της πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά να καταβάλλει προσπάθειες για διευκόλυνση επίλυσης ζητημάτων που αποτελούν προτεραιότητες στην περιοχή μας για τις ΗΠΑ. Η εξασφάλιση στις ΗΠΑ ισχυρής Νατοϊκής παρουσίας στα Βαλκάνια έχει γίνει ο κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η πλήρης σύμπλευση της κυβέρνησής μας  με τις ΗΠΑ αποτυπώνεται και στην αναβάθμιση  των σχέσεων με το Ισραήλ. Και σ’ όλες αυτές τις κινήσεις αφήνεται να διαφανεί  από την κυβέρνηση η ύπαρξη κάποιου σχεδιασμού που δικαιολογώντας αυτές τις πολιτικές επιλογές θα μας πείσει για την ορθότητά τους στη διαφημιζόμενη εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος.
                Κι όλο και πιο απειλητική μοιάζει η κατάσταση στη γειτονιά μας. Η αστάθεια αυξάνεται, κι αν οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα την ηγεμονία στρατιωτικά αυτό δε σημαίνει πως η Ρωσία με το πυρηνικό της οπλοστάσιο δε συνεχίζει να παραμένει μείζονα διπλωματική δύναμη που το μέγεθος του πληθυσμού της και οι φυσικοί της πόροι δεν της εξασφαλίζουν οικονομική ανάπτυξη. Οι ανταγωνισμοί τους λοιπόν στη γειτονιά μας που δημιουργούν ρευστές και λιγότερο προβλέψιμες συνθήκες κάνουν δυσδιάκριτους το ρόλο και τη σημασία παραγόντων που μπορεί να φαίνονται ευνοϊκοί για την κυρίαρχη πολιτική της χώρας μας, που ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον.  Μοιάζει τα νέα μοντέλα  συμμαχιών που προκύπτουν, Τουρκίας και Ρωσίας, να  προκαλούν αντιπαλότητες μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας στην προσπάθεια της χώρας μας να ηγηθεί των νατοϊκών συμφερόντων στην περιοχή μας. Κι ενώ έχει φανεί πως τα τελευταία χρόνια ακόμα και μεγάλα κράτη δεν μπορεί παρά να λειτουργούν μέσα σ’ ένα δίκτυο διασύνδεσης και αλληλεξάρτησης που επηρεάζει τη δυνατότητά τους για αυτόνομη δράση, ο έλληνας υπουργός εξωτερικών Ν. Κοτζιάς με κομπασμό και φρασεολογία εφήβου δηλώνει πως πέρασε η εποχή που «θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα». Και για να το υποστηρίξει  προειδοποιεί τη Ρωσία πως δεν ««μπορεί να αγνοήσει τα εθνικά συμφέροντα άλλου  κράτους επειδή αισθάνεται ότι είναι ισχυρότερη». Σ΄ έναν πόλεμο λέξεων η Αθήνα βρυχάται περισσότερο για να την ακούσει η Ουάσιγκτον και να εκτιμήσει τις προσπάθειες που κάνει για να εμποδίσει  ενέργειες της Ρωσίας να ανατρέψει την επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια,  παρά γιατί πιστεύει πως θα φοβίσει τη Μόσχα.
                Οι κυρίαρχες τάξεις όλων των χωρών μπαίνοντας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν τα κράτη τους για άσκηση αυτής της πολιτικής που τους συμφέρει, πάντα με επίκληση του εθνικού συμφέροντος. Με την  ενσωμάτωσή τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα γυρεύουν να λύσουν τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης με  μεγαλύτερη διείσδυση στις γύρω περιοχές επιδιώκοντας οικονομική επέκταση κατά το δυνατό σε βάρος των άμεσων ανταγωνιστών, αλλά και αύξηση της έντασης  εκμετάλλευσης των εργαζομένων όπου γης.  Κι έτσι η άρχουσα τάξη παγκόσμια είναι συγχρόνως και  ενιαία και διασπασμένη. Ενιαία με ταυτόσημη πολιτική απέναντι στους εργαζόμενους και τις διεκδικήσεις τους και διασπασμένη από τις διαφορετικές θέσεις που καταλαμβάνουν τμήματά της στην πυραμίδα της παγκόσμιας οικονομίας. Κι αν η απελευθέρωση εντάσεων και συγκρούσεων από την  οικονομική εκμετάλλευση των εργαζομένων για να μην προκαλεί μεγάλες πιέσεις ευνοείται από τον κυρίαρχο λόγο να λοξοδρομεί παίρνοντας τη μορφή εθνικών αιτημάτων, συγχρόνως όμως,  όταν χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί η βία μεταξύ κρατών, τότε το βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης της πατρίδας εμπλέκει τους λαούς στους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών.
             Και η δική μας κυρίαρχη τάξη  συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς,  στην τωρινή συγκυρία μέσω της πολιτικής της εκπροσώπησης με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοιάζει να επιλέγει την απόλυτη σύμπλευση με τις ΗΠΑ, με πολιτικές που φαίνεται πως δεν λαμβάνουν υπόψη την αστάθεια στόχων, που άλλοτε επικαλύπτονται και αλληλοσυνδέονται κι άλλοτε φαίνονται αντιφατικοί και αντίθετοι  και οδηγούν σε ανακατατάξεις συμμαχιών.  Ολοκληρώνοντας η κυβέρνηση  το πρόγραμμα  της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης,  που πριν οκτώ χρόνια ξεκίνησε με πρόσχημα το ξεπέρασμα της  οικονομικής κρίσης,  φιλοδοξεί με συμμαχίες και συγκρούσεις  να εξασφαλιστεί στο διεθνή ανταγωνισμό το εγχώριο κεφάλαιο.   Γι’ αυτό το λόγο  και επιδιώκει μέσω της απόλυτης πρόσδεσής της  στο άρμα των ΗΠΑ να μετατραπεί το ελληνικό κράτος  σε περιφερειακή δύναμη που ελέγχει την περιοχή του.
                Κι αν η  διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας έχει πυροδοτήσει αγώνες για κοινωνική απελευθέρωση και ανάπτυξη  των υποτελών τάξεων με βάση τις προτεραιότητές τους, η επίκλησή τους από τις κυρίαρχες τάξεις  δεν γίνεται παρά για να μεταμφιέσουν τα ταξικά τους συμφέροντα  σε εθνικά παρασύροντας στους σχεδιασμούς της τους λαούς των χωρών τους.