Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων στην ανακοίνωσή της,  μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν για την 10ετή ποινή κάθειρξης που επιβλήθηκε σε καθαρίστρια η οποία παρουσίασε πλαστό απολυτήριο δημοτικού σχολείου, ενώ αυτή είχε ολοκληρώσει μόνο την Ε Δημοτικού, προκειμένου να προσληφθεί στο Δήμο ως καθαρίστρια,  επισημαίνει την ανάγκη «εκλογίκευσης των δρακόντειων ποινών που προβλέπει ο ν. 1608/50 και ορθότερης διάκρισης των αδικημάτων», ενώ, ισχυριζόμενη πως οι αποφάσεις πάντα εκδίδονται μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, δικαιολογεί την απόφαση του Εφετείου, επιρρίπτοντας την ευθύνη  για την αναντιστοιχία ποινής και αδικήματος στον ίδιο το νόμο που σχετίζεται με τις ιστορικές συνθήκες που ψηφίστηκε.
               Για άλλη μια φορά, και σε περιπτώσεις με ελάσσονα ενδιαφέρον,  η δικαστική σφαίρα γίνεται το πεδίο όπου την εκδήλωση της ταξικής εκμετάλλευσης προσπαθεί το νομικό μας σύστημα να διευθετήσει προς όφελος του κυρίαρχου συστήματος. Ακόμα και η απουσία νομικής κατάρτισης δεν εμποδίζει  ν’ αναρωτηθεί κανείς  για το κριτήριο που οι δικαστές χρησιμοποίησαν, ώστε να παραπεμφθεί η καθαρίστρια  με το κατηγορητήριο της κατάχρησης δημόσιου χρήματος και όχι  με την κατηγορία παραποίησης πιστοποιητικού, όταν μάλιστα αυτό έγινε με σκοπό τη συντήρηση κι επιβίωσή της, κι όταν  για τις αποδοχές που λάμβανε παρείχε τις αντίστοιχες υπηρεσίες.
             Κι αυτή η περίπτωση έρχεται να προστεθεί στις αρνητικές εμπειρίες και αντιλήψεις σχετικά με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στην αστική πολιτεία, ιδιαίτερα για ανθρώπους των οποίων η κοινωνική θέση βρίσκεται κοντά στο κατώτατο σημείο μιας άνισης δομής. Κι έτσι το σύστημα της δικαιοσύνης αυτοδιαψεύδεται πως είναι ένας θεσμός για την επανόρθωση αδικιών και πως χάρη στη διαβάθμιση των δικαστηρίων σε  ανώτερα δικαστήρια, εφετεία και ούτω καθεξής, διασφαλίζεται η απόλυτη δικαιοσύνη και  ότι ο αριθμός των αποτυχιών απονομής της  δικαιοσύνης μειώνεται στο ελάχιστο.
            Η δικαιοσύνη περιλαμβάνεται μεταξύ των διαφόρων θεσμικών οργάνων του αστικού κράτους που χρησιμεύουν για να καταπιέζουν, αλλά κυρίως σε αστικές εκσυγχρονισμένες δημοκρατίες να  πείθουν, ακόμα και εξαπατώντας  τις εργαζόμενες μάζες. Γι’ αυτό ένα δικαστικό σύστημα είναι θεμελιώδους σημασίας και οι αδικίες που γίνονται αντιληπτές στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης  υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφραστούν σε πεποίθηση ότι το δικαστικό σύστημα στο σύνολό του είναι άδικο. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως μειώνεται η  ικανότητά του να επιβάλλει την υποταγή  στις μεγάλες μάζες,  επειδή εάν δεν πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα αμερόληπτο, ισότιμο, διαφανές και βασισμένο στην αρχή της ισότητας σύστημα που εφαρμόζει το κράτος δικαίου, δεν θεωρούν τους νόμους του αστικού κράτους  ως δικούς τους νόμους. Κι έτσι παύει να είναι ισχυρή η ιδέα του νόμου στα χέρια της κυρίαρχης τάξης για να διατηρεί  μέσω αυτής της ιδέας υπό έλεγχο τις εκμεταλλευόμενες τάξεις.  
               Η αντίληψη πως το κοινωνικό σύνολο ταυτίζεται με το κράτος, το οποίο λειτουργεί  προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, αδιακρίτως ταξικών διαφορών, θεωρεί την εφαρμογή της δικαιοσύνης ως κύρια αρετή και εστιάζει το ενδιαφέρον στη διαμόρφωση αρχών για την ύπαρξη ιδανικών νόμων και δίκαιης ανάθεσης καθηκόντων και απονομής δικαιωμάτων. Όμως  ο τρόπος με τον οποίο παράγουμε τα μέσα διαβίωσής μας εξηγεί τη φύση των οικονομικών θεσμών που έχουμε, γεγονός που εξηγεί τη φύση των πολιτικών θεσμών και ακόμα και  τις ηθικές αντιλήψεις που ενστερνιζόμαστε. Σ’ αυτές αντανακλώνται, όχι πάντα άμεσα και ευθύγραμμα, οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που εμπλέκονται στην παραγωγή, στην οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, με την κυρίαρχη τάξη να εκμεταλλεύεται και να καταπιέζει.
               Σε μια τέτοια ταξική κοινωνία ο νόμος είναι ένα μέσον αυτής της εξουσίας, και είναι εμφανής η έλλειψη αυτονομίας του. Μπορεί να μοιάζει βολικό να μιλάμε για τον νόμο σαν να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις εξωτερικές επιρροές, αλλά ήδη το πρόσφατο παράδειγμα με την καθαρίστρια και τις ενέργειες της ίδιας της δικαστικής εξουσίας, εκ των υστέρων, και της εκτελεστικής εξουσίας, μετά τις αντιδράσεις,  το αναδεικνύει ως ρητορική κενολογία.
Η κριτική στάση λοιπόν απέναντι  στην καπιταλιστική οικονομία από τη σκοπιά της δικαιοσύνης  παρέχει ένα ανεξάρτητο επίπεδο, όπου η εκτίμηση ότι κάτι είναι δίκαιο ή άδικο ξεκινά με μια έννοια του ιδεώδους κράτους, το οποίο θα είναι ακριβώς σύμφωνα με τους νόμους της ιδανικής πολιτείας. Κι έτσι στη συνέχεια ο καπιταλισμός μπορεί να επικριθεί επειδή υπολείπεται απ’ αυτό το ιδεώδες. Μόνο που η φύση του κράτους καθορίζεται από τον τρόπο παραγωγής και δεν υιοθετεί, με τη λειτουργία της δικαιοσύνης,  παρά κανόνες που ταιριάζουν σε μια αποτελεσματική για την άρχουσα τάξη οργάνωση της παραγωγής. Κι αφού λοιπόν ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ιδιοκτησία και κέρδη και η δικαιοσύνη γενικά σ’ αυτόν ορίζεται από την άποψη της συμβατότητας μ’ αυτόν τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής.
Επιπλέον, στην ανακοίνωσή του για την υπόθεση, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με την επισήμανσή του για  πιθανή τέλεση αδικήματος «σε βάρος ενδεχομένως άλλων συνυποψηφίων για την ίδια υπαλληλική θέση», αναδεικνύει την ανταγωνιστικότητα, αν όχι αντιπαλότητα, για εξασφάλιση μέσω εργασίας μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κι αν ακόμα ο καθορισμός κριτηρίων δίνει την εντύπωση της εξασφάλισης ισότητας ευκαιριών και αντικειμενικότητας επιλογής, μη ξεχνάμε ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται για μια θέση εργασίας που εξασφαλίζει την επιβίωση. Τα κριτήρια λοιπόν διορισμού  δεν σχετίζονται με ικανότητες και δεξιότητες  για τη θέση, αλλά είναι προσχηματικά, ώστε να επιτρέψουν μια επιλογή στα πλαίσια της ισότητας ευκαιριών. Κι αυτό αποδεικνύει πως η ισότητα καταλήγει κενό γράμμα, όταν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση για όλους.
Τα αστικό κράτος ως  κράτους δικαίου με την περίφημη ανεξάρτητη δικαιοσύνη του δεν κάνει άλλο παρά να παρέχει τις πολιτικές προϋποθέσεις για την καπιταλιστική παραγωγή - να προστατεύσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία, να αστυνομεύει τις συναλλαγές διαφόρων μελών της άρχουσας τάξης μεταξύ τους, να καταστέλλει τις αντιδράσεις των εκμεταλλευομένων, να νομιμοποιεί και στις υποτελείς τάξεις τον καπιταλιστικό κανόνα.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ


Σαράντα πέντε χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και ξαναγυρνάμε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης που αμφισβητούνταν οι νεκροί του, όπως έκανε με ανακοινώσεις του ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ  Α. Γεωργιάδης,  απαξιώνονταν ο εορτασμός του, ενδεικτική η ανακοίνωση του Συνδέσμου Ιδιωτικών Σχολείων.
               Όλα αυτά τα χρόνια το θέμα του εορτασμού του Πολυτεχνείου εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό, δηλ. τόσο η σημασία των γεγονότων  εκείνου του Νοέμβρη, όσο και ο  χαρακτήρας των εκδηλώσεων που εκ των υστέρων γίνονται. Κι είναι ίσως αυτό μια ένδειξη  πως  δεν έχει μετατραπεί  σε απλή μουσειακή, συγκινησιακή  εκδήλωση, αλλά  κάθε φορά μπορεί να συνδέεται με σύγχρονες αναζητήσεις και υπαρκτές κοινωνικές  και πολιτικές αντιθέσεις. Στον εορτασμό του κάθε χρονιά μάλιστα μπορούμε να ανιχνεύσουμε και προσανατολισμούς της κυρίαρχης πολιτικής. Έτσι από τον ενωτικό εορτασμό που επιδίωκε το ΠΑΣΟΚ όταν ήρθε στην εξουσία, χρίζοντας τον εαυτό του ως αυθεντικό του ερμηνευτή και συνεχιστή των αγώνων του 1973 που δικαιώθηκαν με την εκλογική του νίκη, φτάσαμε στους εορτασμούς των χρόνων της κρίσης που αντικαθιστούν  την ιστορική μνήμη με τη συγκίνηση και το μύθο στην καλύτερη περίπτωση ή την απαξιώνουν στη χειρότερη.
               Για χρόνια η εξέγερση του Πολυτεχνείου χρησιμοποιήθηκε για να μεταβαπτιστεί η παθητική αντίσταση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού σε ενεργητική και, το κυριότερο, για να συμπεριληφθεί και ο αστικός κόσμος στην μάχιμη αντιστασιακή πραγματικότητα, όπου πρωτοστατούσαν αριστεροί, ως σύνολο και όχι μόνο μέσω μεμονωμένων προσωπικών πράξεων αντίστασης. Γι’  αυτό και η κυρίαρχη πολιτική σε κάθε επέτειο, πέρα από τις διαφωνίες για τη δικαίωση του αγώνα, σ’ αυτή τη μονοσήμαντη ανάγνωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κατεύθυνε προβάλλοντας την ενότητα στόχων της εξέγερσης. Και κάπως έτσι δικαιώνονταν ιδεολογικά και οι εξουσίες του αστικού  κράτους που  οικοδομούνταν μεταπολιτευτικά. Και μ’ αυτόν τον ιδεολογικό μηχανισμό, της αντίστασης σύσσωμου του ελληνικού λαού, από κομμουνιστές έως και μεγαλόσχημους μεγαλοαστούς, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της μεταπολίτευσης πραγματοποίησαν τις δέουσες ανακατατάξεις και ανανεώσεις.
               Κοντά λοιπόν μισό αιώνα από την εξέγερση, οι θέσεις και στάσεις  απέναντι της τόσο της κυρίαρχης πολιτικής όσο και δημόσιων προσώπων που φιλοδοξούν με …αντικειμενικότητα να ποδηγετούν ιδεολογικά πλατιά τμήματα του πληθυσμού είναι ενδεικτικές των στόχων και σκοπιμοτήτων τους. Ιδιαίτερα αισθητό είναι  στα χρόνια της κρίσης, όταν στην αναζήτηση υπευθύνων  γι’ αυτή ενοχοποιήθηκε η περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, με επιχείρημα την ιδιοτέλεια του βίου και πολιτείας κάποιων πρωταγωνιστών της εξέγερσης, ενώ χρόνο το χρόνο πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί επιδίδονται στον αγώνα τον καλό της απαξίωσης, πλαγίως και  εμμέσως ακόμη,  της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Από τον καθηγητή  του πανεπιστημίου της Οξφόρδης Σ. Καλύβα που με …αντικειμενικότητα χρεώνει στο Πολυτεχνείο την ανάληψη της εξουσίας από «την πολύ ακραία ομάδα του Δημητρίου Ιωαννίδη» μέχρι τις παλινωδίες του Α. Γεωργιάδη σχετικά με την ύπαρξη νεκρών στο Πολυτεχνείο.
               Κι αναρωτιέται κανείς για τις σκοπιμότητες αυτής της απαξίωσης, που ακόμα δεν τολμά να εμφανίζεται χωρίς μεταμφίεση. Γιατί αν η εξέγερση του Πολυτεχνείου  αποκρυστάλλωσε την αντίθεση μεγάλων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας με τη χούντα, με τη νεολαία των πανεπιστημίων στην πρωτοπορία, που εμφορούνταν ίσως από διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες με τις περισσότερες σε αναφορά προς τον Μαρξ, και αν σ’ αυτό συμμετείχαν και επαναστάτες ή ακούστηκαν αιτήματα βαθύτερης ανατροπής, όμως το περιεχόμενο της εξέγερσης είχε στο κέντρο της την πτώση της χούντας και  την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας, διαφορετικής από εκείνη του παρελθόντος με τις φυλακές και τα ξερονήσια. Και είναι αντιφατικό, αυτοί  που φροντίζουν τις σκοτεινές εποχές να επιβιώνουν με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες  να ψέγουν όσους τολμούν να ριψοκινδυνέψουν, γιατί δεν ολοκλήρωσαν την επανάσταση, στην οποία οι ίδιοι σε κάθε περίπτωση είναι εχθρικοί.
 Δεν υπήρξε γενιά πολυτεχνείου παρά μόνο επειδή συνέπεσε ηλικιακά με την εξέγερση. Ούτε όλοι οι φοιτητές συμμετείχαν ούτε όλοι οι νέοι ήταν επαναστάτες. Κι αν στη χώρα μας προείχε η πτώση της δικτατορίας, όπου πρωτοστάτησε η νεολαία αυτό δεν είχε να κάνει απλώς με την ηλικία. Και στα κινήματα εκείνης της δεκαετίας σ’ Ευρώπη και Αμερική ήταν πρωτοπορία οι φοιτητές, δηλ.  τα παιδιά των μεγάλων και μικρών αφεντικών, των μεσαίων στρωμάτων και μερικών εργατικών στρωμάτων, που η αστική κοινωνία της ευημερίας, επειδή οι ανάγκες για εξειδικευμένο προσωπικό αυξάνονταν, δεν εμπόδισε τη δίψα τους για μόρφωση, που στην πραγματικότητα μεταφραζόταν σε ένα μεγάλο ποσοστό σε δίψα για κοινωνική θέση. Μόνο που η διάψευση των ελπίδων  για την ύπαρξη εγγύησης ίσων ευκαιριών από το αστικό κράτος και η  συνειδητοποίηση για τις άχρηστες αυταπάτες πως η μόρφωση είναι το μέσο  απελευθέρωσης από την ταξική σκλαβιά ενώ αποτελεί παγίδα για εξάρτηση και υποταγή από την αστική εξουσία, τροφοδότησαν τα κινήματα αυτά. Και έτσι δημιουργήθηκε και  ψευδαίσθηση της εισόδου των φοιτητών σαν συστατικό στοιχείο  των τάξεων που έρχονται σε ρήξη με την αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία.  
Και στη χώρα μας, της χούντας με την εθνικοφροσύνη και την άγρια καταστολή,  με τη νεολαία που αναγκάζεται σε μετανάστευση ή εξωθείται στο περιθώριο, λόγω πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, να μην βλέπει κάποια ελπίδα στο μέλλον της, η εξέγερσή της ήταν και πιο επικίνδυνη, κυριολεκτικά για τους συμμετέχοντας ζήτημα ζωής και θανάτου. Κι ήταν  οι κοινωνικοί όροι ύπαρξης των λαϊκών στρωμάτων απ’ όπου προέρχονταν η πλειοψηφία των εξεγερμένων που τροφοδοτούσαν την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια που πήρε σε συγκεκριμένες συνθήκες εκρηκτικές διαστάσεις.
Γι’ αυτό  δεν είναι συμπτωματικό που αυτή η εξέγερση συνδυάστηκε με τους αγώνες της αριστεράς από τα χρόνια του ΕΑΜ και όλη τη μεταπολεμική περίοδο τροφοδοτώντας μια πολιτική ριζοσπαστικότητα. Γι’ αυτό και η απαξίωση του Πολυτεχνείου στοχεύει, αποκόπτοντας το από την αγωνιστική παράδοση, στο ίδιο το στοιχείο της εξέγερσης, που ξεπερνάει κάθε θεσμοποίηση και υπάρχει πάντα κίνδυνος κάθε επέτειος του Πολυτεχνείου να γίνει εφαλτήριο για έκφραση όχι απλώς  νέων προβληματισμών  αλλά και νέων αγώνων.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

ΒΙΑΙΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ


Και μαζεύτηκαν στο Παρίσι 85 ηγέτες, μετά των κυριών τους και κυρίων τους,  απ’ όλο τον κόσμο για την εκατονταετή επέτειο της λήξης του Α παγκοσμίου πολέμου, που γιορτάστηκε με συμβολικές πορείες, αναγνώσεις  ημερολογίων  στρατιωτών, ομιλίες με έμφαση στον κίνδυνο του εθνικισμού και  φόρουμ περί παγκόσμιας ειρήνης και  ενωμένης Ευρώπης. Και όσο οι ηγέτες, μεταξύ δεξιώσεων και συμβολικών περιπάτων, μιλούσαν περί ειρήνης το Ισραήλ κλιμάκωνε τις αεροπορικές επιθέσεις στη Λωρίδα της Γάζας εναντίον των Παλαιστινίων, ενώ  στην Υεμένη συνεχίζονταν οι συγκρούσεις που πυροδοτούν ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία.
       Είναι λοιπόν ειρωνικό να γιορτάζεται η λήξη του Μεγάλου Πολέμου, όταν εκατό χρόνια από τον τερματισμό του οι διπλωματικές συμμαχίες και υποσχέσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του, ιδίως στη Μέση Ανατολή με την ανάπτυξη των αραβικών διεκδικήσεων, τις σιωνιστικές φιλοδοξίες στην Παλαιστίνη, την ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας,  στοιχειώνουν ακόμα τους κατοίκους της περιοχής, και όχι μόνο, έναν αιώνα αργότερα.  Η σύγχρονη πολιτική ιστορία της περιοχής έχει τις ρίζες της σ’ εκείνο τον πόλεμο. Τότε που στη Μέση Ανατολή  οι Βρετανοί και οι Γάλλοι, στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους,  επανακαθόριζαν τον χάρτη μετά τη διάλυση της  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τεχνητά σύνορα και  ελάχιστη  προσοχή στους ανθρώπους που ζουν εκεί και στις εθνοτικές, θρησκευτικές ή φυλετικές διαφορές τους.
Κι αν στην κυρίαρχη εκδοχή ο Μεγάλος πόλεμος απεικονίζεται για την Ευρώπη ως μια απροσδόκητη καταστροφή, όμως για τα εκατομμύρια που ζούσαν κάτω από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και την τρομοκρατία της δεν ήταν κάτι καινούργιο. Και με τον πόλεμο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες από τις αποικίες υποχρεώθηκαν να πολεμήσουν για τους δυνάστες τους.  Σχεδόν ενάμιση  εκατομμύριο Ινδοί είχαν ενταχτεί στις τάξεις του βρετανικού στρατού  για να πολεμήσουν και να πεθάνουν για την βρετανική αυτοκρατορία, στο στρατό των Γάλλων περιλαμβάνονται περίπου μισό εκατομμύριο στρατιώτες από τις αποικίες τους στην Αφρική και Ινδοκίνα, ενώ σχεδόν άλλοι τόσοι αφροαμερικανοί πολεμούν με τις δυνάμεις των ΗΠΑ. Κι όλοι αυτοί είναι οι πραγματικοί άγνωστοι στρατιώτες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
Γιατί το υπόβαθρο εκείνου του πολέμου, ο ιμπεριαλισμός που καλλιεργούσε το ρατσιστικό μίσος και την υποβάθμιση εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν μοιάζει να έχει αλλάξει, αντίθετα ο ρατσισμός και η ξενοφοβία επιστρέφουν στο κέντρο της δυτικής πολιτικής. Στην κυρίαρχη, εξαιρετικά ιδεολογική εκδοχή της ευρωπαϊκής ιστορίας, οι παγκόσμιοι πόλεμοι, όπως και ο φασισμός, θεωρούνται απλές εκτροπές στην καθολική πρόοδο της αστικής δημοκρατίας και ελευθερίας.  Μόνο που οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές και οι φυλετικοί ρατσισμοί  συνεχίζονται και στις μέρες μας, σύμφυτοι με τον καπιταλισμό που τους εκτρέφει. Και μας βολεύει να ξεχνάμε πως η υπόσχεση της ισότητας και της ελευθερίας στη Δύση έχει στηριχτεί στην ιμπεριαλιστική επέκτασή της, σε αναζήτηση πρώτων υλών, εργατικού δυναμικού, νέων αγορών που θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την εθνική πρόοδο και την ευημερία των μητροπόλεων του καπιταλισμού.
Κι αν στις μέρες μας μιλάμε για τη μακρά ειρήνη στην Ευρώπη είναι γιατί βγαίνει από το κάδρο ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και δεν συνδέονται άμεσα με τη Δύση οι απεριόριστοι πόλεμοι που ο ιμπεριαλισμός της πυροδότησε σε Ασία και Αφρική. Κι επειδή οι επέτειοι πολύ λιγότερο περιστρέφονται γύρω από τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα και περισσότερο γίνονται μια καλή ευκαιρία για παρέμβαση και δικαίωση  της κυρίαρχης πολιτικής, για τους εορτάζοντες στο Παρίσι ηγέτες όλη αυτή η ιστορία των πολέμων θεωρείται ότι έχει μια ευχάριστη κατάληξη, την ίδρυση της  Ευρωπαϊκής Ένωσης που λύνει  το πρόβλημα του εθνικισμού, μετατρέποντας την Ευρώπη  σ΄ένα σχετικά ήσυχο μέρος.  
Και μέσα σ’ αυτούς τους εορτασμούς ξεχνιέται το ρωσικό έτος της επανάστασης του 1917 που ανέτρεψε πολιτικούς υπολογισμούς και σκοπιμότητες, αναζωογονώντας σοσιαλιστικά κόμματα και συνδικάτα σε όλες τις πολεμοχαρείς χώρες, σπέρνοντας το φόβο στις ευρωπαϊκές  αστικές κυβερνήσεις κι ελπίδες στους λαούς.
Όλοι αυτοί λοιπόν  οι εορτασμοί ουσιαστικά  αρνούνται ν’ αναγνωρίσουν την πραγματικότητα που προηγήθηκε του πολέμου και πολύ περισσότερο τις μορφές με τις οποίες αυτή συνεχίζεται στον 21ο αιώνα. Αν όμως αυτοί οι εορτασμοί μνήμης μπορεί να έχουν κάτι θετικό, αυτό είναι όταν μας βοηθούν να προσδιορίσουμε πώς το παρελθόν μας εισδύει στο παρόν και απειλεί να διαμορφώσει το μέλλον μας.
Πού μπορεί λοιπόν να στηρίζεται η σιγουριά μας πως οι βίαιες κληρονομιές του ιμπεριαλισμού στην Ασία και την Αφρική δεν θα επιστρέψουν και στον τόπο προέλευσής τους εκτοξεύοντας σε καταστροφικές συγκρούσεις και τη Δύση;

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

ΓΙΑ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ


Η βουλή  τήρησε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του Κ. Κατσίφα, μετά από πρόταση του αντιπροέδρου της Ν. Κακλαμάνη, βουλευτή της ΝΔ, για τον οποίο επισημάνθηκε πως δεν τήρησε τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται. 
Η τήρηση ενός λεπτού σιγής δεν είναι απλώς μια απλή τελετουργία σεβασμού και μνήμης, αλλά και μια τελετουργία που προτίθεται να δημιουργήσει και μια στιγμή αλληλεγγύης ανάμεσα στους συμμετέχοντες σ’ αυτήν. Γιατί  ακόμα κι αν μια στιγμή σιωπής έχει γίνει υποκατάστατο, και όχι μόνο για το κοινοβούλιο, και δικαιολογία για δράση ή αδράνεια, όμως κάθε τελετουργία, ακόμα και αν μοιάζει παρωχημένη ή κενή περιεχομένου, όσο συνεχίζει να διατηρεί  το συμβολισμό της συνεχίζει να τιμά το γεγονός ή το πρόσωπο για το οποίο γίνεται. Γιατί η σιωπή  περιέχει δηλώσεις (του Ν. Κακλαμάνη που την πρότεινε για «τη χωρίς κανένα άλλοθι καταδίκη της δολοφονίας») και παραδοχές (για τις ενέργειες του Κ. Κατσίφα) και συνενώνει σ’ αυτό το τελετουργικό διαφορετικούς ως προς τις πεποιθήσεις ανθρώπους δίνοντας την εντύπωση της δέσμευσής τους.
Ο θάνατος του ομογενούς στην Αλβανία, που οι συγκεκριμένες  συνθήκες του δεν έχουν διευκρινιστεί, συνδέθηκε εξαρχής με αλυτρωτικές δράσεις, πατριωτικές ή φασιστικές,  στη Β. Ήπειρο ή Ν. Αλβανία, αναλόγως οπτικής.
 Κι ενώ ο θάνατος αυτός δεν δείχνει τίποτε άλλο παρά την ευκολία με την οποία μπορεί να πυροδοτηθούν επεισόδια σε μειονότητες στα Βαλκάνια ή και τον απροσχημάτιστο τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει εκμετάλλευσή τους, η επιμονή στην προσωπικότητα του θανόντα περισσότερο μεταθέτει το πρόβλημα. Το πρόβλημα δεν είναι άλλο παρά η εκτροπή της λαϊκής οργής και απελπισίας προς εθνικιστικό μίσος, που δημιουργεί δυνατότητες για πρωτοβουλίες στους φασίστες προς εξυπηρέτηση πολιτικών των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας. Κι αν ο αποθανών ήταν φασίστας, το γεγονός πως προκάλεσε, όπως φαίνεται, το θάνατό του δείχνει πόσο επικίνδυνος γίνεται ο φασισμός, όταν, για να διευρύνει το  ακροατήριό του,  μεταμφιέζεται σε πατριωτισμό.
Σ’ αυτά τα μικρά, φτωχά, βαλκανικά κράτη η ενίσχυση  της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας των παγκόσμιων καπιταλιστικών κέντρων ευνοεί την ανάπτυξη  του τοπικισμού και του εθνικισμού, που οφείλεται στην ανάγκη για ασφάλεια και σταθερότητα. Κι αυτό το καταφύγιο, ιδιαίτερα των λαϊκών τάξεων, είναι επιδεικτικό χειραγώγησης από κυβερνήσεις και …επιχειρήσεις, ώστε να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, ακόμα κι όταν δεν εμπλέκονται άμεσα σε καταστάσεις έκρυθμες ή συγκρουσιακές. Σε ένα τέτοιο λοιπόν περιβάλλον, όταν πρωτίστως έχουν εξασφαλιστεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων καπιταλιστικών κρατών, μοιάζει βολικό να μιλά κανείς για παγκοσμιοποίηση, κι αν λάχει επί το προοδευτικότερον για διεθνισμό, παραβιάζοντας ανοιχτές θύρες.
Και  όπως η ασήμαντη φράση μιας νοικοκυράς μπορεί να αποτελεί δείγμα μιας πλατιάς αγανάκτησης που μπορεί να γίνει δύναμη ανατροπής μιας υπάρχουσας πολιτικής, έτσι και ο θάνατος του Κ. Κατσίφα μπορεί να είναι μια ένδειξη για την κατεύθυνση που ίσως παίρνουν οι σχέσεις των βαλκανικών χωρών και με την οποία μοιάζει να μην αποκλίνει το ελληνικό κοινοβούλιο, έστω και μέσω παλινωδιών.
Γι’ αυτό και η συμμετοχή βουλευτών του ΚΚΕ στην τήρηση ενός λεπτού σιγής από τη Βουλή  για το θάνατο του Κ. Κατσίφα φαίνεται να χρεώνεται ως λάθος τους. Και όχι τόσο γιατί ο συγκεκριμένος αποθανών χαρακτηρίζεται φασίστας, όσο γιατί δίνεται άλλοθι πατριωτισμού σε φασιστικές επιλογές εναντίον των οποίων το ΚΚΕ, κατά τεκμήριο, αγωνίζεται και  τις συνέπειες των οποίων το ίδιο υφίσταται.
Κι έτσι βρήκαν την ευκαιρία όψιμοι, καθαρόαιμοι, ανυπόμονοι επαναστάτες, που περιμένουν στη γωνία να στηλιτεύσουν για το παραμικρό στραβοπάτημα, ή και όχι, το ΚΚΕ, να  θριαμβολογούν πως δικαιώνεται η κριτική τους για τη σωβινιστική στροφή  του κόμματος, θεωρώντας  το χλευασμό τους  ως εξ αριστερών, με διεθνιστικά γυαλιά, κριτική.
Κανείς δεν μπορεί να έχει την απαίτηση του αλάθητου από το ΚΚΕ στις εκτιμήσεις του ή αποφάσεις του ή και αιφνιδιασμούς του σε ήσσονα μάλιστα ζητήματα,  τη στιγμή που ούτε και το κόμμα ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Κι αν κατηγορείται πως η νομιμότητα των τελευταίων 44 ετών  επηρέασε ως ένα βαθμό τη φυσιογνωμία του και τη σχέση του με το αστικό κράτος, αυτό δεν θα ήταν δυνατό να μη συμβεί, αφού οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας του αλλάζουν.
Όμως αν η  σταθεροποίηση  της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από το 1974 διαμόρφωσε  προοδευτικά δυο πεδία συγκρούσεων, από τη μια  τις θεσμοθετημένες  και δημόσιες πολιτικές αντιπαραθέσεις που διεξάγονται εντός ή εκτός  του κοινοβουλίου, στο πλαίσιο του  και στη λογική του κομματικού ανταγωνισμού και από την άλλη ένα πλήθος από  επιμέρους  σημαντικές ή ασήμαντες αντιφάσεις,  αντιθέσεις και συγκρούσεις που κατά κανόνα μπορεί να παρέμεναν  πολιτικά λανθάνουσες, είναι το ΚΚΕ που όλα αυτά τα χρόνια τις ανέδυε στην πολιτική σκηνή, τις κατεύθυνε συνδέοντάς τες με ταξικές διαιρέσεις και οργάνωνε κοινωνικούς αγώνες διατηρώντας την προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού.
Ενώ οι  κοινωνικοταξικές αντιθέσεις οξύνονται και η διαρκής  μονόπλευρη λιτότητα προκαλεί κοινωνική δυσαρέσκεια και πολιτικές κινητικότητες, βλέπει κανείς στο ορίζοντα άλλη πολιτική δύναμη  από το ΚΚΕ που να μπορεί και να θέλει να  οργανώνει και να κινητοποιεί σε αγώνες που να επιτρέψουν νέες αισιόδοξες προβλέψεις για τους συσχετισμούς των ταξικών δυνάμεων;

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

ΠΕΡΙ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ, ΠΑΛΙ


Ο θάνατος του 35χρονου ομογενούς από την Αλβανία μετά από ανταλλαγή πυρών με αλβανούς αστυνομικούς έδωσε για άλλη μια φορά την ευκαιρία στον φασιστικό λόγο, που μεταμφιέζεται σε εθνικιστικό,  να κάνει επίδειξη της δύναμης και εμβέλειάς του, προσπαθώντας να νομιμοποιηθεί. Από την απαίτηση του Φ. Κρανιδιώτη να γίνουν βομβαρδισμοί στην Αλβανία μέχρι την ανακήρυξή του σε ήρωα από τον Η. Κασιδιάρη επειδή χρησιμοποίησε όπλο, οι μεγαλόστομες απειλές και καταγγελίες στο όνομα του έθνους θορυβούν για να προσελκύσουν την προσοχή, ενώ μάλλον μοιάζει να επαναφέρουν εφιάλτες από τους οποίους δεκαετίες τώρα δεν καταφέραμε να ξεφύγουμε.
               Τα Βαλκάνια, μια περιοχή με γεωστρατηγική σημασία,  αποτελούνται από μικρά κράτη που κανένα τους δεν έχει μια συνεχή ή έστω μακροχρόνια ιστορία εθνικής ανεξαρτησίας. Το εθνικό μωσαϊκό και ο τρόπος  κατανομής του στις χώρες των Βαλκανίων έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί το δίχτυ της αλληλεξάρτησης είναι σχετικά πυκνό και μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην πολιτική κατάσταση και τη σταθερότητα στην περιοχή. Καλλιεργείται σχεδόν σε όλα τα κράτη η αίσθηση πως θα πρέπει να αποτελούν μέρος ενός μεγάλου έθνους, καθώς κανένα από τα βαλκανικά κράτη δεν έχει συμπληρώσει το ιδανικό της αντιστοιχίας μεταξύ της εθνικής και κρατικής ενότητας. Και οι μειονότητες σε κάθε κράτος αναπτύσσουν ισχυρούς  εθνοτικούς δεσμούς που διασχίζουν τα σύνορα και απαιτούν το δικαίωμα της υπεράσπισής τους από τους  ομοεθνείς στο συγγενικό κράτος.  Κι έτσι συντηρείται ισχυρός ο αλυτρωτισμός, με βάση όχι μόνο την περιοχή αλλά και την εθνικότητα, απόλυτα εκμεταλλεύσιμος από την κυρίαρχη εξουσία.
               Στη χώρα μας, για δεκαετίες μετά τον πόλεμο συντηρούνταν το όνειρο για ενσωμάτωση της Βόρειας Ηπείρου, ένα όνειρο στο οποίο συρρικνώθηκε η Μεγάλη Ιδέα μεταπολεμικά και τροφοδοτούσαν εκκλησία και στρατός, χωρίς βέβαια να γίνεται αντικείμενο επίσημης κυβερνητικής πολιτικής, αλλά αναλόγως σκοπιμοτήτων εγχώριων και διεθνών τη διέτρεχε υπόγεια. Γιατί η πολιτική και η ιστορία των Βαλκανίων είναι αδύνατο να κατανοηθεί χωρίς την επισήμανση του ρόλου των διαφόρων κάθε εποχή  Μεγάλων Δυνάμεων και του  πώς έχουν χρησιμοποιήσει την περιοχή για το οικονομικό και πολιτικό τους κέρδος, χωρίς βέβαια καμία μέριμνα για το αποτέλεσμα των πολιτικών τους στους λαούς.
               Κι επειδή  οι εθνικές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα και καθορίζονται από το κοινωνικοπολιτικό καθεστώς, από το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στο διεθνές περιβάλλον, καθώς και από την ιμπεριαλιστική πολιτική των κυρίαρχων τάξεων. Κι επειδή παράλληλα και  οι σχέσεις των εθνών και των λαών ασκούν επίδραση στις κοινωνικές σχέσεις και την ταξική πάλη και μάλιστα στα διάφορα ιστορικά στάδια μπορούν  να προβληθούν σε πρώτο πλάνο διάφορες πλευρές του εθνικού ζητήματος. Γι’ αυτό μεμονωμένα περιστατικά, ιδιαίτεροι διπλωματικοί χειρισμοί, μεγαλόστομες εξαγγελίες αποκτούν σημαντική βαρύτητα με κίνδυνο πυροδότησης παντός είδους συγκρούσεων.
               Κι ενώ ο ρόλος του εθνικού κράτους μοιάζει να μειώνεται με τον ολοένα αυξανόμενο αντίκτυπο της παγκοσμιοποίησης, συγχρόνως ο πολιτικός του ρόλος διαβρώνεται από έναν περίπλοκο συνδυασμό φυγόκεντρων και κεντρομόλων δυνάμεων. Κι έτσι  η ύπαρξη της μεγαλύτερης οικονομικοπολιτικής ένωσης, της Ευρωπαϊκής, συμπίπτει σε συνδυασμό με περιπτώσεις πολιτικών κατακερματισμού εντός της Ευρώπης, που κυρίως και πρωταρχικά έχουν επηρεάσει τα Βαλκάνια, προκαλώντας και πόλεμο. Η παρακμή του έθνους κράτους, από την άποψη κυρίως του ελέγχου του επί της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, αυξάνοντας τη δυσαρέσκεια για την  ανασφάλεια, την αβεβαιότητα, τις ανισότητες, με κατάλληλους χειρισμούς από την κυρίαρχη εξουσία ενθαρρύνει την προσκόλληση, από ανάγκη για ασφάλεια,  σε εθνικιστικές κι αποσχιστικές δυνάμεις. Και ελλοχεύει  ο κίνδυνος οι μειονότητες να χρησιμοποιηθούν από κέντρα εξουσίας ως πολιορκητικός κριός διαμελισμού εθνικών κρατών κι επομένως αποδυνάμωσής τους και διάλυσης, για εφαρμογή ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών.
               Και στα Βαλκάνια με την αναδιάταξη των συμμαχιών, με τον ιδιαίτερο ρόλο που φιλοδοξεί να επωμιστεί η αστική μας τάξη ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ ακόμα και τυχαία περιστατικά δεν γίνονται μόνο αντικείμενο εκμετάλλευσης για δημιουργία του επιδιωκόμενου κλίματος, αλλά μπορούν και να δημιουργήσουν επικίνδυνες καταστάσεις.
               Η αδημονία από ΕΕ, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ για λύση του Μακεδονικού σε συνδυασμό  με δηλώσεις, από τον περασμένο Ιούλιο, τόσο του Επίτροπου της ΕΕ, αρμόδιου για τη διεύρυνση, Γιοχάνες Χαν για  «αναδιάρθρωση συνόρων Ελλάδας - Αλβανίας» όσο  και του πρωθυπουργού που συμπεριέλαβε και το ζήτημα των συνόρων με την Αλβανία στα θέματα που απομένουν προς επίλυση με τη γείτονα χώρα, παρά τις διορθωτικές εκ των υστέρων διευκρινίσεις, δεν προοιωνίζονται τίποτε θετικό για τους βαλκανικούς λαούς.