Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΕΜΠΕΛΙΑ

« (…) Δουλεύετε προλετάριοι, δουλεύετε για να μεγαλώσετε τον κοινωνικό πλούτο και τις ατομικές σας δυστυχίες, δουλεύετε, δουλεύετε ώστε, όσο γίνεστε φτωχότεροι, τόσο περισσότερους λόγους θα έχετε για να δουλεύετε και να δυστυχείτε. Αυτός είναι ο αδυσώπητος νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής. 
            Πιστεύοντας στα ψεύτικα λόγια των οικονομολόγων, οι προλετάριοι παραδίδονται ψυχή τε και σώματι στη δια­στροφή της δουλειάς και βουλιάζουν την κοινωνία ο­λόκληρη στις κρίσεις υπερπαραγωγής της βιομηχανίας που κατατρώνε τον κοινωνικό οργανισμό. Τότε, αφού υπάρχει πληθώρα εμπορευμάτων και έλλειψη αγορα­στών, τα εργαστήρια κλείνουν κι η πείνα μαστιγώνει τον εργατικό πληθυσμό με το βούρδουλα με τις χίλιες ου­ρές της. Οι προλετάριοι, αποχτηνωμένοι απ' το δόγμα της δουλειάς, δεν καταλαβαίνουν ότι η υπερεργασία που προσφέρουν στη διάρκεια της δήθεν ευημερίας είναι το αίτιο της τωρινής μιζέριας, δεν τρέχουν στο χοντρέμπορα των σιτηρών για να φωνάξουν: "Πεινάμε και θέλουμε να φάμε!... Πράγματι, δεν έχουμε πεντάρα, μολονότι όμως είμαστε κουρελήδες, εμείς θερίσαμε το στάρι και τρυγήσαμε τα σταφύλια..."(...)
            Αντί να επωφεληθούν απ' τις στιγμές της κρίσης για να διανείμουν σ' όλους τα αγαθά και να κάνουν ένα παγ­κόσμιο γλέντι, οι εργάτες, πεθαμένοι απ' την πείνα, πη­γαίνουν και χτυπάνε το κεφάλι τους στις πόρτες των ερ­γαστηρίων. Με πρόσωπα χαμένα, με κορμιά σκελετωμέ­να, με λόγια παρακαλεστικά, εκλιπαρούν τους εργοστα­σιάρχες: "Καλέ μας κ.Σαγκό, γλυκιέ μας κ. Σνάϊντερ, δώστε μας δουλειά. Αυτό που μας βασανίζει δεν είναι η πείνα, μα το πάθος μας για δουλειά". Κι αυτοί οι φουκα­ράδες, που μετά βίας στέκονται στα πόδια τους, πουλάνε δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες δουλειά δυο φορές φτη­νότερα από τότε που είχανε ψωμί στο τραπέζι τους. Κι οι φιλάνθρωποι της βιομηχανίας εκμεταλλεύονται την ανα­δουλειά και παράγουν φτηνότερα εμπορεύματα. 
                Αν οι βιομηχανικές κρίσεις ακολουθούν τις περιόδους υπερεργασίας εξίσου αναπόφευκτα όπως η μέρα τη νύ­χτα, φέρνοντας μαζί τους την αναγκαστική αναδουλειά και την αναπόφευκτη μιζέρια, καταλήγουν αναπόφευκτα και στη χρεωκοπία. "Οσο ο εργοστασιάρχης έχει στη διά­θεση του πιστώσεις, καταλαμβάνεται κι εκείνος από το πάθος της εργασίας, δανείζεται από δω κι από κει για να δώσει πρώτη ύλη στους εργάτες. Τους σπρώχνει να πα­ράγουν χωρίς να σκέφτεται ότι η αγορά πλημμυρίζει από εμπορεύματα κι ότι αν αυτά μείνουν απούλητα τα γραμμάτιά του θα διαμαρτυρηθούν. Στην απελπισία του τρέ­χει και παρακαλάει τον εβραίο, πέφτει στα πόδια του, και του προσφέρει το αίμα και την υπόληψη του. "Με λίγο χρυσαφάκι θα γινόταν καλύτερα η δουλειά σας", αποκρίνεται ο Ρότσιλντ, "έχετε 20.000 ζευγάρια κάλτσες των είκοσι σου στις αποθήκες, εγώ τις παίρνω με τέσσε­ρα σου". Αφού πάρει τις κάλτσες, ο εβραίος τις πουλάει έξι και οχτώ σου και τσεπώνει τα κολαριστά χιλιάρικα που δεν του κόστισαν τίποτα: για τον εργοστασιάρχη όμως, έχει αρχίσει η κατρακύλα. Φτάνει, τέλος, η κατα­στροφή και τα μαγαζιά ξεχειλίζουν από εμπορεύματα. Και τότε, πετάνε τόσα από το παράθυρο όσα δεν ξέρουνε πώς μπήκαν από την πόρτα. Σε εκατοντάδες εκατομμύρια υπολογίζεται η αξία των εμπορευμάτων που καταστρέ­φονται. Κατά τον περασμένο αιώνα, τα καίγανε ή τα πε­τούσαν στις θάλασσες και στα ποτάμια.
              Πριν όμως καταλήξουν σ' αυτή την απόφαση, οι ερ­γοστασιάρχες τρέχουν παντού γυρεύοντας αγορές για τα εμπορεύματα που στοιβάζονται. Υποχρεώνουν την κυ­βέρνηση τους να προσαρτήσει τα Κονγκό, να καταλάβει τα Τονκίνα, να γκρεμίσει με κανόνια τα τείχη της Κίνας, για να ξεφορτωθούν εκεί τα βαμβακερά τους. Κατά τους τελευταίους αιώνες, η Αγγλία κι η Γαλλία ρίχτηκαν σε μια μονομαχία μέχρι θανάτου με έπαθλο το αποκλειστικό προνόμιο να πουλάει ο βιομήχανος τα εμπορεύματά του στην Αμερική και στις Ινδίες. Χιλιάδες νέοι και ρωμαλέοι άνθρωποι βάψανε με το αίμα τους τις θάλασσες στη διάρ­κεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα. 
              Τα κεφάλαια πλεονάζουν όπως και τα εμπορεύματα. Οι κεφαλαιούχοι δεν ξέρουν πια πού να τα επενδύσουν. 
              Πηγαίνουν τότε στα ευτυχισμένα έθνη, εκεί που οι άν­θρωποι απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στη λιακάδα το τσι­γάρο τους, στήνουνε σιδηροδρόμους, χτίζουνε φάμπρι­κες και εισάγουνε την κατάρα της δουλειάς. Κι αυτή η εξαγωγή γαλλικών κεφαλαίων σταματάει ένα ωραίο πρωί εξαιτίας διπλωματικών περιπλοκών: στην Αίγυπτο, η Γαλλία, η Αγγλία κι η Γερμανία ήταν έτοιμες να χτυπη­θούν για το ποιοι τοκογλύφοι θα πληρωνότανε πρώτοι. Στους πολέμους του Μεξικού, στείλανε τους γάλλους στρατιώτες να παίζουν το ρόλο του φοροεισπράκτορα για να εισπράξουνε τα χρωστούμενα.    
              Αυτές οι ατομικές και κοινωνικές αθλιότητες, όσο με­γάλες κι αμέτρητες κι αν είναι, όσο αιώνιες κι αν φαίνον­ται, θα σκορπίσουν όπως οι ύαινες και τα τσακάλια σαν πλησιάζει το λιοντάρι, όταν το προλεταριάτο πει "Το θέλω". Για να συνειδητοποιήσει όμως τη δύναμή του το προλεταριάτο πρέπει ν' απαλλαγεί απ' τις προκα­ταλήψεις της χριστιανικής, οικονομικής και φιλελεύθε­ρης ηθικής. Πρέπει να γυρίσει πίσω στα φυσικά του έν­στικτα και να διακηρύξει τα Δικαιώματα της Τεμπελιάς, που είναι χίλιες φορές πιο ευγενικά και πιο ιερά από τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που τα μαγείρεψαν οι μεταφυσικοί δικηγόροι της αστι­κής επανάστασης. Πρέπει να πείσει τον εαυτό του να δου­λεύει μόνο τρεις ώρες τη μέρα, και την υπόλοιπη μέρα και νύχτα να ραχατεύει και να γλεντοκοπάει. 
               Ως εδώ το έργο μου ήταν εύκολο, δεν είχα παρά να περιγράψω πραγματικά δεινά που είναι, αλίμονο, πολύ γνωστά σ' όλους μας. Το να πείσω, όμως το προλεταριά­το ότι οι ιδέες που του έχουν βάλει στο κεφάλι είναι δι­εστραμμένες, ότι η ξέφρενη δουλειά στην οποία ρίχτηκε απ' τις αρχές του αιώνα είναι η φοβερότερη πανούκλα που έπληξε ποτέ την ανθρωπότητα, ότι η δουλειά δεν πρόκειται ποτέ να νοστιμίσει την απόλαυση της τεμπε­λιάς και να γίνει ευεργετική άσκηση και πάθος ωφέλιμο για τον ανθρώπινο οργανισμό, παρά μόνο αφότου ορι­στεί, σοφά, σ' ένα μέγιστο τριών ωρών τη μέρα — αυ­τό το έργο είναι δύσκολο και πέρα απ' τις δυνάμεις μου. Θα μπορούσαν να το· αναλάβουν μόνον οι φυσιολόγοι, οι υγιεινολόγοι κι οι κομμουνιστές οικονομολόγοι. Στις επόμενες σελίδες θ' αρκεστώ ν' αποδείξω ότι, αφού είναι δεδομένα τα σύγχρονα μέσα παραγωγής με την απεριό­ριστη αναπαραγωγική τους δυνατότητα, οφείλουμε να δαμάσουμε το αρρωστημένο πάθος των εργατών για τη δουλειά και να τους υποχρεώσουμε να καταναλώνουν τα εμπορεύματα που παράγουν(…)» 
              Πώλ Λαφάργκ « Το δικαίωμα στην τεμπελιά», μετφ.Β. Τομανάς, Εκδοτική Ομάδα, 1984

Δεν υπάρχουν σχόλια: