Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

  « … Όταν έπεσε η δικτατορία ειπώθηκαν πολλά, τα περισσότερα μυθιστορηματικού-αστυνομικού τύπου, για τις διαδικασίες και τα γεγονότα πού έδιωξαν τους συνταγματάρχες. Σε  ένα σημείο όμως συμπίπτουν όλες οι αναλύσεις και ερμηνείες: ότι  τη δικτατορία ανέτρεψε η πάλη του λαού. Οι συγκεκριμένες μορφές πάλης κατά της στρατιωτικής δικτατορίας, από τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων ως τη εξέγερση του Πολυτεχνείου, από μεμονωμένες πράξεις αντίδρασης ως την ανταρσία του «Βέλους», από ένα απλό αντιδικτατορικό φυλλάδιο ως την ακρόαση της Ντώυτσε Βέλε και του BBC, από τον μαζικό εκτοπισμό των αριστερών ως την απλή κλήση στην αστυνομία, αρθρώθηκαν σε έναν ενιαίο, πανεθνικό πολιτικό φαινόμενο μάχης που ονομάστηκε Αντίσταση. Αυτή ήταν, σύμφωνα με την γενικά αποδεκτή ερμηνεία, που  έκαμψε τη δύναμη των αντιπάλων μέχρι που την εξουδετέρωσε, την εκμηδένισε, την κατέστρεψε. Η Αντίσταση δέχτηκε μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία που περιέλαβε  το σύνολο του ελληνικού λαού και ενεργοποίησε αναδρομικά το αντιδικτατορικό του φρόνημα, διότι, όντως, αποτελεί στοιχείο  της εποχής ότι η στρατιωτική δικτατορία δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει  λαϊκό έρεισμα κι έμεινε ως το τέλος αυτό που ήταν  στην αρχή: δικτατορία.
                 Η παθητική αντίσταση του ελληνικού λαού βαπτίστηκε μεταδικτατορικά σε ενεργητική, σε αυτό δηλαδή που ήταν το ζητούμενο όσο κυβερνούσε το δικτατορικό καθεστώς και, μεταδικτατορικά πάλι, αναγορεύτηκε σε ενεργητικό παράγοντα που έριξε τη δικτατορία. Για  την Αριστερά(τόσο του ΚΚΕ όσο και την ανανεωτική), μια τέτοια ερμηνεία ταίριαζε επίσης στις παλιότερες και στις πρόσφατες αγωνιστικές της παραδόσεις δεδομένου  ότι  από τις γραμμές της κυρίως είχαν οργανωθεί η εμπνευσθεί οι περισσότερες και σημαντικότερες αντιστασιακές πράξεις. Ως προς τη μεγάλη όμως πλειοψηφία του ελληνικού λαού, εκτός από  μεμονωμένες περιπτώσει ή αντιδράσεις επιτελείων, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο κεντρώος και δεξιός κόσμος, ο πολύς  λαός δηλαδή, δεν έζησε τη μάχιμη αντιστασιακή πραγματικότητα. Δεν ήθελε μεν τη δικτατορία αλλά και δεν την πολέμησε συγκεκριμένα και πρακτικά…
                      Ωστόσο ο απών λαός βρέθηκε παρών στο μεταδικτατορικό προσκλητήριο. Από τη βραδιά του ερχομού του Καραμανλή στην Αθήνα, στα τεράστια συλλαλητήρια του πρώτου εορτασμού του Πολυτεχνείου(«Αι γενεαί αι πάσαι», έγραψε την άλλη μέρα μια δεξιά εφημερίδα), ως το παλλαϊκό ξέσπασμα το βράδυ του δημοψηφίσματος που καταργούσε με συντριπτική πλειοψηφία τη Βασιλεία και σε άπειρες άλλες εκδηλώσεις των πρώτων μεταπολιτευτικών μηνάν τιναζόταν το πώμα της φιάλης όπου μέσα της κλείνονταν τα αέρια του αντιδικτατορικού φρονήματος του κόσμου. Σε τούτο το «αντί» το έθνος ήταν σύσσωμο. Εκτός εννοείται  από τους επίορκους πρωτεργάτες που βρέθηκαν στον Κορυδαλλό, του βασανιστές που  τιμωρήθηκαν και μια δράκα ακροδεξιών που στριμώχτηκαν στα ακροδεξιά μορφώματα τύπου ΕΠΕΝ. Αυτοί ήταν χουντικοί. Αλλά ο αντιδικτατορικός λαός και οι νέες πολιτικές ηγεσίες που αναδιοργανώνονταν στο έδαφος των παραδοσιακών αστικών κομμάτων είχαν ανάγκη ετούτη την ερμηνεία της αναδρομικής «αντιστασιακότητας» που μπέρδευε την επιθυμία με την πραγματικότητα. Η συνακόλουθη «αποχουντοποίηση» του κράτους και της κοινωνίας εξάγνιζε το έθνος από το μίασμα και το στίγμα της επτάχρονης δικτατορίας που, επιπλέον οδήγησε στην εθνική καταστροφή της Κύπρου…
                          Ηταν δηλαδή η «Αντίσταση του ελληνικού λαού» ένας πολύ καλός ιδεολογικός μηχανισμός με βάση τον οποίον σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις της μεταπολίτευσης πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες ανακατατάξεις και ανανεώσεις. Ο μη αντισταθείς μηδέ  εσθιέτω. Γέμισε έτσι το πολιτικό, το κοινωνικό, το καλλιτεχνικό, το διανοούμενο προσκήνιο από αντιστασιακούς. Η «πάλη του ελληνικού λαού» κατά της δικτατορίας έπαιρνε σάρκα και οστά εκεί που φτιάχνονταν οι νέες ηγετικές ομάδες. Αυτοί που κυρίως απουσίασαν από την ενεργητική αντίσταση δηλαδή οι αστικές προδικτατορικές δυνάμεις του Κέντρου και της Δεξιάς, χρησιμοποίησαν την παθητική αντίσταση, μεταβαπτίζοντας την  σε ενεργητική, ως ιδεολογική δικαίωση των εξουσιών και του κράτους που οικοδομούνταν μεταπολιτευτικά. Ενας αντιστασιακός τίτλος πραγματικός η χορηγούμενος κατ’ οικονομίαν πουλιόταν πολύ ακριβά στο χρηματιστήριο των πολιτικών αξιών.
                  Η Ν.Δ έτσι θα απαλλαγεί από τη σαραντάχρονη σκουριά της και θα  αναπλαστεί με βάση τα πεφωτισμένα και εκσυγχρονιστικά της στοιχεία. Το Κέντρο θα μετουσιωθεί σε «σοσιαλιστικό» και με βάση αυτή τη μεταστροφή θα αναπλαστεί σε κίνημα ριζοσπαστικό που αντλούσε από τις παλιότερες αλλά και τις εντελώς πρόσφατες αγωνιστικές περγαμηνές του ελληνικού λαού. Ο καθένας έφτιαχνε τον λαό  του κατ’ εικόνα  και ομοίωση των αναγκών του,  συχνά κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την ιστορική πραγματικότητα.
           Όλα αυτά μοιάζουν σαν κάποιοι κατεργάρηδες να εξαπάτησαν τον κόσμο ή σαν ο κόσμος, για να αποενοχοποιηθεί, εξαπάτησε τον εαυτό του εξωραϊζοντάς τον. Δεν πρόκειται όμως ούτε για αυτοεξωραϊσμό ούτε για εξαπάτηση αλλά για  τις «πονηριές» της ιδεολογίας, για τις περιπέτειες των μετασχηματισμών της, αν βέβαια ως ιδεολογία δεν θεωρήσουμε κάποιους μηχανισμούς εξαπάτησης για την  εξυπηρέτηση  των πονηρών…»
             Του  Άγγελου  Ελεφάντη στον ΠΟΛΙΤΗ  πριν 20 και κάτι   χρόνια

2 σχόλια:

Γιατί Όχι; είπε...

Ευχαριστώ που το ανασύρατε και σε μιαν τόσο επίκαιρη εποχή

Προλύτης είπε...

Τα κείμενα του Ελεφάντη,ακόμα κι αν κανείς διαφωνεί με κάποιες απόψεις του,είναι κείμενα αναφοράς για την πολιτική