Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΓΩΝΙΕΣ

          Μετά το ΄89 και ιδιαίτερα μετά  την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης  και την κατασυκοφάντηση του σοσιαλιστικού παρελθόντος της,  το ΚΚΕ έμεινε μετέωρο. Προσπαθώντας να κρατηθεί, είναι αλήθεια με νύχια και με δόντια,   φάνηκε ν’ αλλάζει στρατηγική. Δεν έχουμε πια επαναστατικές ασκήσεις αναμονής της επανάστασης η της ένταξης της  χώρας στο κομμουνιστικό στρατόπεδο εξαιτίας αλλαγής των διεθνών συσχετισμών. Περιορίστηκε, ανεξάρτητα αν συνέχιζε να αναφέρεται στην κομμουνιστική κοινωνία σχεδόν σα μια ουτοπία,  σε μια προοπτική διαχείρισης του συστήματος κι αναλωνόταν περισσότερο σε μιας μορφής κοινωνικό συνδικαλισμό, αποβλέποντας περισσότερο στην αύξηση της εκλογικής του δύναμης,  χωρίς στη βάση και πρακτικά  να αμφισβητεί και το ρόλο του κεφαλαίου.
           Με το μνημόνιο  έγινε φανερό σ’   όλους ότι το ΚΚΕ έχει λόγο ύπαρξης,  γιατί στην περίπτωση της αντιπαλότητας προς το πολιτικό κατεστημένο, η αντιπαλότητα αποδείχτηκε εκ των πραγμάτων  δικαιωμένη.
          Εξάλλου, το ΚΚΕ, οργανωμένο δυναμικά, μοιάζει να είναι η μόνη  δύναμη που μπορεί  να διευκολύνει την επαφή των μαζών, των λαϊκών ανθρώπων με την πολιτική, ανοίγοντας δρόμους για μια ένταξη των καθημερινών προβλημάτων τους σε ευρύτερα πολιτικά και οικονομικά πεδία.
         Σ΄ όλους αυτούς τους μήνες της  έντονης, αν και ακόμα υποφώσκουσας αντιπαράθεσης, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της οργάνωσης μιας δομής που να αντιπαρατίθεται με την κυρίαρχη εξουσία, η οποία διαθέτει και δομές και μέσα  πανίσχυρα.
          Μ΄ όλο το ιστορικό των αντιφατικών θέσεων ή και στάσεων (όρα δημοψήφισμα), το ΚΚΕ είναι  η πιο συγκροτημένη και ενεργητική  ομάδα πρωτοβουλίας στην οργάνωση της αντίδρασης ενάντια στην κυρίαρχη εξουσία. Το πολιτικό κενό, οι καιροσκοπισμοί των διαλυμένων  παραδοσιακών κομμάτων, η  αυξανόμενη εξαθλίωση  των μεσαίων στρωμάτων δημιουργούν προϋποθέσεις για διαμόρφωση ενός μπλοκ αντίδρασης και το ΚΚΕ  με την κομματική του οργάνωση έχει τις προϋποθέσεις να απαντήσει και να αντιτεθεί στην οργανωμένη κρατική δύναμη της αστικής τάξης. Πως όμως θα γίνει αυτό;  Πως οι εργαζόμενοι θα το εμπιστευτούν για να πυκνώσουν τις τάξεις του;
        Τα χρόνια  που θα έρθουν θα είναι χρόνια υλικής εξαθλίωσης, σχεδόν του συνόλου του πληθυσμού, και θα είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί μια συλλογική, ταξική συνείδηση, ενώ η υπέρβαση του ατομισμού θα  πρέπει να καταλήξει να είναι σχεδόν γενικό αντανακλαστικό. Η πολιτική μας όμως ζωή και κουλτούρα συγκροτήθηκαν μέχρι τώρα από προσομοιώσεις παθών και απαξιωμένων θεσμών, ενώ καλλιεργήθηκε στην κοινωνία ο ατομικισμός, ο κυνισμός και  η ανευθυνότητα.  Πόσο πιο πιθανό είναι να  επιφυλαχτεί και πάλι η πιο βάναυση μοίρα στους καλύτερους και μάλιστα μέσα στις τάξεις του κινήματος;
         Σε μια ακραία αναμέτρηση, ακόμα κι όταν δεν είναι ένοπλη, η αυτόβουλη και ανεξάρτητη συμμετοχή δεν είναι εφικτή, εκ των πραγμάτων  πρέπει να ενταχθεί κανείς ή όχι σ΄ έναν σχηματισμό.  Θα πρέπει όμως το κίνημα αντίστασης να διαμορφωθεί με βάση  τη συλλογική έκφραση ενός οράματος, ακόμα κι αν αυτό φαίνεται σαν ένας όχι και τόσο ρεαλιστικός πόθος, με βάση μάλιστα το τι θέλουμε και όχι μόνο τι μπορούμε να πετύχουμε. Γενικά,  η Αριστερά μπορεί να μορφοποιήσει αυτά τα οράματα και το ΚΚΕ με την οργάνωσή του να πείσει για την δυνατότητα πραγμάτωσής τους. Κι είναι αυτή η οργάνωση δίκοπο μαχαίρι.
         Πώς θα απαντηθούν  τα διλήμματα που γεννά πάντα η στράτευση και η οργάνωση σ’ ένα σκοπό; Πώς οι συμβιβασμοί που θα απαιτηθούν δεν θα ισοπεδώνουν το άτομο, και πώς είναι δυνατό να υπάρχει θέση  γι’ αδογμάτιστο στοχασμό, αν θέλουμε να αντιταχτούμε με ελπίδες νίκης στον οργανωμένο και σίγουρο αντίπαλο; Το κόμμα, η όποια πολιτική οργάνωση είναι απαραίτητα για την οργανωμένη αντίδραση, αλλά πόση ανάσα, ανάπαυλα για σκέψη και συζήτηση μπορεί ν΄ αφήνουν, όταν αυτό που απαιτείται είναι  η ετοιμότητα για πάλη, η πειθαρχία, η ενότητα σκέψης;
         Μεγαλωμένοι σε μια κοινωνία που εκθειάζει τον ατομικισμό είμαστε έτοιμοι ώστε όλα αυτά για την προσωπικότητα και την ελευθερία της να περάσουν σε δεύτερη μοίρα; Η πίστη σε ένα όραμα μπορεί να μας δώσει τη δύναμη για ένταξη, αλλά πόσοι θα πιστέψουν πάλι σε ιδανικά που εδώ και μια εικοσαετία θεωρήθηκαν χρεωκοπημένα; Αν πάλι δεν υπάρχει ένα στήριγμα, ένα όραμα που ν’  αγκαλιάζει τον κόσμο,  η ομφαλοσκοπία μας θα συνεχίζεται. Κι αν  όμως γίνει το ίδιο λάθος με τη δεκαετία του ’40, το ασύμμετρο  της ιδέας που εμψύχωνε  με την πολιτική που ασκήθηκε; 
       Πολλές φορές βέβαια όταν σκέψη και συνείδηση πειθαρχούν ησυχάζοντας μέσα στην ναρκωτική αγκαλιά του κόμματος λυτρώνουν τον φορέα τους και ίσως και προωθούν την υπόθεση. Τι γίνεται όμως με την αφροσύνη και την πολιτική σχιζοφρένεια της ηγεσίας;
     Το κίνημα είμαστε όλοι εμείς,  όταν συνειδητοποιημένοι και αποφασισμένοι πάψουμε να ανεχόμαστε την κηδεμονία της σκέψης μας και της ζωής μας. Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: