Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

        Τα τελευταία χρόνια  με το επιχείρημα της αλόγιστης δανειοδότησης της χώρας,  που χρεώνεται στους ίδιους τους εργαζόμενους,  μεταβαίνουμε από το ένα «θερμό» επεισόδιο πολιτικής κρίσης στο άλλο. Μόνο τον τελευταίο χρόνο, ηταν η ιδέα για δημοψήφισμα του Παπανδρέου, ήταν η κυβέρνηση Παπαδήμου, ήταν οι εκλογές ήταν… ήταν… που φαίνεται να  οδηγούν τη χώρα σε μια βαθιά παραλυσία σκοτεινιάζοντας τον γύρω μας ορίζοντα και μη επιτρέποντας καμιά προοπτική για έξοδό μας από τις απανωτές πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές κρίσεις. 
           Στο εσωτερικό, βασικό γνώρισμα είναι η περιθωριοποίηση και απαξίωση των κομμουνιστικών δυνάμεων και η σύγχυση των όρων δεξιά και αριστερά. Αφού το ΠΑΣΟΚ ξόδεψε τελείως όλο το κεφάλαιο του αριστερού κόμματος ή έστω κεντροαριστερού, του ριζοσπαστισμού κλπ., ισοπεδώνοντας τις έννοιες αριστερά και δεξιά, στα χρόνια του μνημονίου επάξια ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε τη θέση του και προετοιμάζεται να μετατραπεί  σε νέο διαχειριστή της κρίσης σύμφωνα με τις υποδείξεις των ισχυρών, μόλις η Ν.Δ, εφαρμόζοντας τα επιβαλλόμενα μέτρα, εκμετρήσει το βίο της. Και βέβαια συνεχίζει  ολόκληρος ο εγχώριος  αστικός πολιτικός κόσμος να ευθυγραμμίζεται απολύτως  στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές προδιαγραφές των κυρίαρχων κέντρων. Τα περιθώριο για εγχώρια παιχνίδια, λαϊκισμούς κλπ. έχουν στενέψει κι ας συνεχίζουν οι πολιτικοί μας να παριστάνουν τους  «αεί παίδας». Τα  αστικά κόμματα και κυρίως οι κυβερνήσεις που συγκροτούν τις μόνες δυνατότητες που έχουν πία είναι να συγκρατούν και να ελέγχουν έκρυθμες καταστάσεις και κυρίως να διαδραματίζουν με επιτυχία το ρόλο του εκτελεστή των αποφάσεων που παίρνονται σε Βρυξέλλες, Ουάσινγκτον και αλλαχού. Η απουσία μάλιστα σταθεροποιητικών παραγόντων για την κυρίαρχη τάξη,  που να διασφαλίζουν την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων, χωρίς επικίνδυνους κραδασμούς, σε περιόδους όξυνσης των πολιτικών κρίσεων ή και αιφνίδιων γεγονότων, όπως παλιότερα ήταν το παλάτι και μεταγενέστερα προσωπικότητες σαν τον Καραμανλή τον πρώτο η τον Α. Παπανδρέου, επιβάλλει τη δημιουργία μηχανισμών  τιθάσευσης του λαϊκού παράγοντα πιο πολύπλοκων και πιο αφανών.
            Διαμορφώνονται λοιπόν ιδιότυπες καταστάσεις που αντανακλώνται και στο εσωτερικό αυτής που θεωρούμε στην Ελλάδα μεγαλοαστική τάξη. Υπάρχει κινητικότητα, διεργασίες, τροποποιήσεις συμμαχιών και συμφωνιών και στο εσωτερικό της χώρας που αντανακλούν τον ενδοϊμπεριαλιστικό  ανταγωνισμό στην περιοχή. Παίζονται παιχνίδια με την παραμονή ή όχι στο ευρώ, με τις νέες συμμαχίες με το Ισραήλ, με στάση  της χώρας  στα εξελισσόμενα γεγονότα στον αραβικό κόσμο κλπ.
           Η παραμονή  μας βέβαια στη παρατεταμένη κρίση δεν σημαδεύεται μόνο και κυρίως από τις οικονομικές αλλαγές στη χώρα μας και διεθνώς,  αλλά και από τις αλυσιδωτές κρίσεις  σε όλο τον αραβικό κόσμο, που οδηγούν σε ανακατατάξεις στην ιμπεριαλιστική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή. Ο αμερικανοευρωπαϊκός ανταγωνισμός είναι ένας βασικός άξονας  των εξελίξεων στην περιοχή, με τη Γερμανία πια σε αναβαθμισμένο ρόλο και τη Ρωσία και Κίνα να παίζουν το δικό τους παιχνίδι. 
       Τα ορατά σημάδια των νέων ανακατατάξεων στην περιοχή μας, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  ξεκίνησαν από το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την εμφάνιση υιοθετημένων κρατών από τις νέες και παλιές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και συνεχίζονται  στις μέρες μας με την χειραγώγηση,  τιθάσευση,   ή και πρόκληση και  ενίσχυση των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο.
      Η πληροφόρηση για όλα αυτά περιορισμένη, αλλοιωμένη, ελεγχόμενη δυσκολεύει τις προσπάθειες για    αξιόπιστη  ερμηνεία  γεγονότων. Πολλές ερμηνευτικές αναλύσεις  παραγνωρίζουν τη βαθύτερη  κοινωνική πραγματικότητα ή αρκούνται  στην ανάλυση μερικών δευτερευουσών δομών της, αποδίδοντας σ’  αυτές υπερβολική σημασία. Για το  εσωτερικό επιμένουμε στις καταγγελίες  και αναλύσεις  για την παράλυτη διοίκηση, τα προνόμια, τις συντεχνίες,  λαθρομετανάστες κλπ. για το εξωτερικό οι αναλύσεις εστιάζονται στα ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατική λειτουργία  καθεστώτων κλπ.
   Μπούσουλας για να ερμηνευτούν τα γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα μας και στη γειτονιά μας : « Από τη μια μεριά, οι γιγάντιες διαστάσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δημιουργεί ένα αφάνταστα πλατύ και πυκνό δίχτυ σχέσεων και δεσμών, που υποτάσσει στο κεφάλαιο τη μάζα όχι μονάχα των μεσαίων και των μικρών, αλλά και των πάρα πολύ μικρών καπιταλιστών και νοικοκυραίων, και από την άλλη, η οξυμένη πάλη με τις άλλες εθνικοκρατικές ομάδες των χρηματιστών για το μοίρασμα του κόσμου και για την κυριαρχία πάνω στις άλλες χώρες – όλα αυτά  προκαλούν το γενικό πέρασμα  όλων των εύπορων τάξεων με το μέρος του ιμπεριαλισμού. Ο «γενικός» ενθουσιασμός για τις προοπτικές του ιμπεριαλισμού, η λυσσασμένη  υπεράσπιση του ιμπεριαλισμού και ο κάθε λογής εξωραϊσμός του-  αυτά είναι τα σημεία των καιρών. Η ιμπεριαλιστική ιδεολογία διεισδύει και στην εργατική  τάξη. Δεν τη χωρίζουν σινικά τείχη από τις άλλες τάξεις. … Οι αστοί επιστήμονες και δημοσιολόγοι εμφανίζονται σαν υπερασπιστές του ιμπεριαλισμού συνήθως με κάπως  σκεπασμένη μορφή, συγκαλύπτοντας την απόλυτη κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και τις βαθιές του ρίζες, επιδιώκοντας να προωθήσουν στην πρώτη γραμμή τα μικροπράγματα και τις δευτερεύουσες λεπτομέρειες, προσπαθώντας να αποτραβήξουν την προσοχή από την ουσία του ζητήματος με εντελώς  ασήμαντα σχέδια για «μεταρρυθμίσεις», όπως η αστυνομική  επίβλεψη των τραστ ή τραπεζών κλπ. Πιο σπάνια εμφανίζονται οι κυνικοί, ανοιχτοί ιμπεριαλιστές, που έχουν την τόλμη να αναγνωρίσουν ότι είναι ανόητη η σκέψη για μεταρρύθμιση των βασικών ιδιοτήτων του ιμπεριαλισμού…»
               ( Β.Ι Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εκδ. Σύγχρονη Εποχή)

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ

        Ημέρα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς η Κυριακή. Αρχίζει σήμερα η μεγάλη εκστρατεία του ΣΚΑΪ, των Μητροπόλεων της Ελλάδας και των συνεργαζόμενων σταθμών για τη συγκέντρωση ρούχων και κλινοσκεπασμάτων για τους συνανθρώπους μας, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας του σταθμού "Όλοι Μαζί Μπορούμε"

           Πότε είναι η εκκλησία, πότε ραδιοφωνικοί σταθμοί, πότε φασιστικά κόμματα, πότε ΜΚΟ κλπ., που αναπτύσσουν  δραστηριότητες αλληλεγγύης προς αναξιοπαθούντες, οι οποίες μοιάζουν με κινήσεις χριστιανικής έμπνευσης και ουμανιστικής έκφρασης  για υποστήριξη των αναξιοπαθούντων.
           Σαν να είμαστε στο 19ο αιώνα που πολλοί υποστήριζαν ότι το εργατικό και κοινωνικό ζήτημα  δεν θα βρεί ποτέ την αληθινή και πρακτική λύση του  με τους καθαρά πολιτικούς νόμους, αλλά η λύση θα προέλθει μόνο από τη συνείδηση. Η επιθυμία των κυρίαρχων τάξεων να  εξασθενίσουν, αφού δεν είναι δυνατό να κατασταλούν,  τα δεινά, που είναι συμφυή προς την κοινωνική θέση του προλετάριου, με μεταρρυθμίσεις, οι οποίες βέβαια  δεν θα είναι σε θέση να αμφισβητήσουν την εξουσία τους,  επιβράβευε τη φιλανθρωπία προς τους φτωχούς και ανήμπορους. Οι κυρίαρχες τάξεις έπρεπε  να  αποκτήσουν συνείδηση των καθηκόντων τους, κι ένα από αυτά ήταν και η φιλανθρωπία, αλλά και οι τάξεις των καταπιεζομένων έπρεπε να αναγνωρίσουν την ειλικρίνεια του έργου που επιτελείται υπέρ αυτών και να τους είναι ευγνώμονες, ακόμη κι αν η  έμπρακτη εκδήλωση του ενδιαφέροντός τους είχε μια δόση οίκτου.  Αυτή η φιλευσπλαχνία λοιπόν   διέπεται από την αρχή ότι η κοινωνία έχει το ηθικό χρέος να μην εγκαταλείπει τους δεινοπαθούντες χωρίς ανακούφιση, η βοήθεια όμως  δεν μπορεί  ποτέ να απαιτηθεί ως δικαίωμα από τον ενδεή, είναι απλώς προσφορά.
             Η αγάπη των βικτωριανών φιλελευθέρων για την φιλανθρωπία φαίνεται να απηχείται και από τους σημερινούς φιλελευθέρους.  Έναν αιώνα  σχεδόν μετά   ταυτίζεται η  κοινωνική αλληλεγγύη και εθελοντισμός  με τις φιλανθρωπίες που προσωρινά και παροδικά ανακουφίζουν τους αναξιοπαθούντες.  Μια ειρωνική βέβαια πλευρά της νέας φιλανθρωπίας είναι ότι την βικτωριανή εποχή ήταν τουλάχιστον τα προνομιούχα και εύπορα ιδρύματα ή μεγαλοαστοί που παρείχαν  το χρήμα για τις φιλανθρωπίες,  ενώ τώρα πέφτει στους κοινούς ανθρώπους, με εράνους και προσφορές,  να αλαφρώσουν τους πλούσιους από αυτό το βάρος.
           Με κομμένα από τον προϋπολογισμό τα χρήματα για κοινωνική στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων είναι οικονομικά απολύτως συμφέρον να αναλάβουν το κονδύλι εθελοντικές προσπάθειες. Είναι ενδιαφέρον ότι,  πόρρω απέχοντας από το να αισθάνονται ότι απειλούνται από τέτοιες πρωτοβουλίες ή να ντρέπονται  από την ανάγκη για εθελοντική δράση τέτοιας κλίμακας, οι κυρίαρχες τάξεις  έχουν  την άνεση να τις   αγκαλιάσουν  και να  αρθρώσουν  τα αισθήματα τους,  γιατί ακριβώς  πρόκειται  για μέρος της πολιτικής τους.
              Δεν μιλούμε πια για ταξική αλληλεγγύη, συσπείρωση και στράτευση στον  κοινό σκοπό,  την αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντίθετα,  διαμορφώνονται συλλογικότητες και δεσμοί αλληλεγγύης που στηρίζονται στο συναίσθημα, την καλή θέληση και  εδραιώνουν τη μοιρολατρική αποδοχή της πραγματικότητας. Οι  ταυτότητες της τάξης και της  αντίστοιχης κουλτούρας ολοένα και υποτιμούνται μέχρι εξαφανίσεως.
              Όταν οι κυρίαρχες τάξεις αναγνώριζαν τον εχθρό τους στο πρόσωπο του κομμουνισμού και τον φοβόντουσαν, επιδιώκοντας  να τον υπερφαλαγγίσουν στο ίδιο του το πεδίο, διακήρυσσαν με ζήλο τη διαπραγμάτευση της κοινωνικής πολιτικής  με τα συνδικάτα και την ταξική συμφιλίωση.  Το  μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας,  ενώ οφειλόταν στη συλλογική έκφραση και αγωνιστική  διεκδίκηση των δικαιωμάτων των μεσοστρωμάτων που συμπορεύονταν με την εργατική τάξη εξασφαλίζοντας την ευημερία τους και διασφαλίζοντας  έτσι και την κοινωνική συνοχή, συγχρόνως δημιούργησε τις προϋποθέσεις, με την καταναλωτική ιδεολογία και τον αντίστοιχο τρόπο ζωής, για τον κοινωνικό κατακερματισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός  αρχίζει να κατασυκοφαντεί   και να υποτιμά τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής οργάνωσης και διεκδίκησης και εκθειάζει την ιδιώτευση. Οι μικροαστοί νιώθουν να ασφυκτιούν μέσα στις παρωχημένες συλλογικότητες κι αρχίζουν να αναζητούν με εξατομικευμένο  και μοναχικό τρόπο την ατομική ανέλιξη αρνούμενοι να πληρώσουν για τον άνεργο και αποκλεισμένο. Στο κάτω κάτω το σκεπτικό που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται θεωρούσε  ότι το να αφήνονται τα άτομα να αδρανούν μέσα σε ένα τέλμα κρατικών ενισχύσεων ήταν πιθανό να  εντείνει τον αποκλεισμό τους από την ευρύτερη κοινωνία.  Οι νέες συλλογικότητες  λοιπόν επιδίωκαν  το σπάσιμο των παλιών δεσμών και στρατεύσεων  για αλλαγή της κοινωνίας , που ήταν  επικίνδυνες για το κυρίαρχο σύστημα.
             Με τη συνεχή εξαθλίωσή μας  όμως αρχίσαμε οδυνηρά να βιώνουμε την απόλυτη μοναξιά μας και αρχίσαμε, συνεπικουρούσης και της κυρίαρχης ιδεολογίας, να ξαναγυρνάμε στην αντίληψη ότι  η εκκλησία, η οικογένεια, οι φίλοι  αποτελούν τις βασικές εστίες κοινωνικής αλληλεγγύης. Μέσα στην κοινωνική έρημο, που κατασκευάζουν οι πολιτικές των μνημονίων που ακολουθούνται, έχουμε κατακλυσθεί από οργανώσεις φιλάνθρωπων σωματείων, μη κυβερνητικών, που  όμως χρηματοδοτούνται από την κεντρική εξουσία, εκκλησιαστικών κλπ  χωρίς εμφανή ταξική προέλευση και συλλογικές προσδοκίες.
            Κι ενώ  διευρύνεται η ανασφάλεια και  καλλιεργείται ο φόβος,  η φιλανθρωπία  επιτείνει την παθητικότητα, συντηρεί τις   αγχώδεις και φοβικές καταστάσεις  οι οποίες προκύπτουν  από την κοινωνικοοικονομική αποσταθεροποίηση, που σε συνδυασμό με την αντίληψη για την ατομική ευθύνη και ενοχή  μας στρέφουν τον ένα εναντίον του άλλου και του  εαυτού μας, ώστε το πολύ πολύ η μόνη αντίδρασή μας να περιοριστεί στο να κάνουμε κακό στον εαυτό μας.    
         Οι επιπτώσεις από τη   μαζική και μόνιμη ανεργία, η αύξουσα ανισότητα στην κατανομή των αγαθών, η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης  σε συνεχώς μειούμενο αριθμό χεριών, επιδεινώνουν τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς που δεν μπορεί να θεραπεύσει καμιά φιλανθρωπία.  Η αγωνιστική κινητοποίηση είναι ο μονόδρομος της εργατικής τάξης.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ;

             «Σήμερα είναι μια καλή μέρα για την Ελληνική Αστυνομία, και για την ελληνική κοινωνία, τόσο για την ομαλή εξέλιξη της μεγάλης επιχείρησης «Ξένιος Ζευς», όσο και για την επιτυχία την οποία είχε η Ελληνική Αστυνομία όσον αφορά το γνωστό ειδεχθές έγκλημα στην Πάρο» δήλωσε σε συνέντευξη τύπου ο υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη Ν. Δένδιας.
          Μέσα από τις δηλώσεις Δένδια  αναδεικνύονται για μια ακόμα φορά οι κυνικές μορφές αστικής διαχείρισης της εξουσίας, που αναδύονται μέσα από τα συντρίμμια των μαζικών αυταπατών, οι οποίες καλλιεργήθηκαν και με τις προεκλογικές διακηρύξεις.
         Πριν από την κρίση ίσως θα ήταν απαραίτητο  τέτοιες επιχειρήσεις να πλαισιώνονταν από διακηρύξεις  για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για τον αντιρατσισμό της πλειοψηφίας των ελλήνων.  Τώρα πια ούτε αυτό είναι απαραίτητο. Καθημερινά  τα πολλαπλά προβλήματα της καπιταλιστικής κρίσης, ανεργία, ανέχεια, μας έχουν οδηγήσει συνειδητά ή ασυνείδητα να φθάσουμε σιγά σιγά  στην  αποδοχή τέτοιων επιχειρήσεων,  παρόλο που πέρα από το επικοινωνιακό πρόβλημα δεν λύνουν κανένα άλλο, για μας, ίσως μόνο που μας εθίζουν στην αστυνομοκρατία της κοινωνίας.
          Μέσα στη γενική συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας αρχίζει να εγκαθίσταται  και ο ρατσισμός ενάντια στους ξένους.    Ενώ για χρόνια οι μετανάστες  τροφοδοτούσαν τη μαύρη αγορά εργασίας και πρόσφεραν στην οικονομία φτηνό και υπερεκμεταλλευόμενο εργατικό δυναμικό,  τώρα περισσότερο από κάθε φορά πέφτουν θύματα μιας έντεχνα καλλιεργούμενης αντίθεσης με τους έλληνες εργαζόμενους και ανέργους.
        Σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης,  που μεγάλα τμήματα του πληθυσμού καταλήγουν θύματα κοινωνικής περιθωριοποίησης και αντιμετωπίζουν  προβλήματα  ανάλογα με αυτά των μεταναστών, είναι πολύ εύκολο, με μεθοδικούς τρόπους, να λοξοδρομήσει  το μίσος και η οργή μας προς αυτούς.  Η δική μας εξαθλίωση, ο εγκλωβισμός χιλιάδων μεταναστών ιδιαίτερα στην Αθήνα, διαμορφώνουν, και  με τη βοήθεια των  κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, ένα κλίμα εχθρότητας η δυσφορίας  προς αυτούς,  που βιώνεται με διαφορετική ένταση και απόχρωση  από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Αυτό το υποπρολεταριάτο του κέντρου της Αθήνας, τελευταία κλίμακα κοινωνικής ανασφάλειας σε μια πόλη που σχεδόν εξελίσσεται σε προλεταριακή, είναι εύκολος στόχος για  όλους. Διαμορφώνονται τέτοιες συνθήκες,  που ωθούν   πολλούς από τους μετανάστες στην κλοπή, τη βιαιότητα, την επιθετικότητα, όπως και χιλιάδες έλληνες που περιθωριοποιούνται.  Οι τέτοιου είδους συμπεριφορές όμως  είναι περισσότερο προϊόντα των ιδιαίτερων συνθηκών, κοινωνικών, οικονομικών, ψυχολογικών που βιώνουν αυτά τα άτομα παρά που  αφορούν τη προϊστορία τους
        Σε τέτοιες συνθήκες  ακροδεξιά κόμματα σαν τη Χρυσή Αυγή ανακινούν πάθη και διαμορφώνουν συλλογικές μορφές ταύτισης γύρω από το λαό, σπεύδοντας να εκπροσωπήσουν  δήθεν   συμφέροντα λαϊκών στρωμάτων, υποδαυλίζοντας την οργή τους και κατευθύνοντάς τη στους μετανάστες που τους «παίρνουν τις δουλειές», εκμεταλλευόμενα, αν δεν δημιουργούν, πρόσφορες συνθήκες για την έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας με δημαγωγικούς τρόπους. Όλο και  περισσότερο λοιπόν αρθρώνονται  οι διάφορες δυσαρέσκειες μέσα σε ένα ρατσιστικό λόγο, ενώ το φασιστικό κόμμα τολμά να παρουσιάζεται ως ο υπέρμαχος των συμφερόντων του λαού τόσο απέναντι στο αδιάφορο πολιτικό κατεστημένο όσο και στους μετανάστες που απεικονίζονται ως απειλή για τις δουλειές των καλών ελλήνων και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους.  Λοξοδρομώντας την οργή σ’  ακίνδυνα μονοπάτια για το κυρίαρχο σύστημα προσφέρει  μια πίστη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς αν…. έφευγαν οι μετανάστες.    Η ρητορική στρατηγική λοιπόν  της Χρυσής Αυγής  επικεντρώνεται στην ύψωση μιας διαχωριστικής  γραμμής ανάμεσα σε εμάς τους καλούς έλληνες, τους σκληρά εργαζόμενους και δοκιμαζόμενους, υπερασπιστές των εθνικών αξιών και αυτούς τους ξένους  που διαλύουν τον τρόπο ζωής μας κι αρπάζουν τις δουλειές μας, αλλά  και  σε όλους αυτούς  που συμβάλλουν ο καθένας με τον τρόπο του στον ασφυκτικό περιορισμό της ζωής μας από τους μετανάστες.
          Την ίδια στιγμή,  με τη ρητορική του το κυρίαρχο σύστημα στοχοποιεί τη Χρυσή Αυγή για να αποτελέσει τον κακό, ώστε  να ξεχωρίσουν τα κυρίαρχα κόμματα και σχηματισμοί ως καλοί,  χωρίς αυτό να  εμποδίζει πρακτικές της και επιχειρηματολογίες της να χρησιμοποιούνται από τους κυβερνώντες, όπως με την επιχείρηση του Δένδια, που ουσιαστικά κλείνει συνωμοτικά το μάτι  προς την άκρα δεξιά.
          Και ο εκφασισμός μας συνεχίζεται και όχι πια και τόσο ανεπαισθήτως…
      Σ΄ αυτόν όμως τον  ρατσιστικό λόγο, που  υπονομεύει την συνειδητοποίηση των ταξικών συγκρούσεων εντοπίζοντας τις αιτίες της κρίσης εκεί όπου δεν απειλείται το κυρίαρχο σύστημα, αντιτάσσεται ο κομμουνιστικός
   « Οι κομμουνιστές δε διαφέρουν  από τα άλλα εργατικά κόμματα παρά σε δυο σημεία
     1.Στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων βάζουν μπροστά και δίνουν την πραγματική αξία στα συμφέροντα που είναι ανεξάρτητα από την εθνότητα και κοινά σ’  ολόκληρο το προλεταριάτο
      2. Στις διάφορες φάσεις της πάλης ανάμεσα στους προλετάριους και στους αστούς, εκπροσωπούν παντού και πάντοτε τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του»
                                                       (Κομμουνιστκό Μανιφέστο)

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Ή ΕΠΙΔΙΩΞΗ;

             Ολοσέλιδο αφιέρωμα  στο ΒΗΜΑ της Κυριακής για την απεργία της χαλυβουργίας, χαρακτηρίζει την κατάληξή της  «άτακτη υποχώρηση»,  απαριθμεί τις απώλειες   που προκάλεσε στους εργαζόμενους  και επικαλούμενο τη σκέψη του Μαρξ, όπως ερμηνεύεται βέβαια  από το συντάκτη του άρθρου Ν. Χασαπόπουλο, τη συμπεριλαμβάνει στα λάθη της εργατικής τάξης.
           Αυτή η απεργία φόβισε,  παρά τις δηλώσεις περί του αντιθέτου, γι’  αυτό ο κυρίαρχος λόγος, όσο κρατούσε, ήθελε  να την αγνοεί, ενώ τώρα να την απαξιώνει.  Γιατί από όποιο τμήμα της εργατικής τάξης δίνεται ένα αγώνας κατά του κεφαλαίου, πάντα υπάρχει η απειλή να προωθηθεί  η υπόθεση της συνολικής αντιπαράθεσης με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Σε εποχές κοινωνικής όξυνσης,  ακόμα κι αν γίνονται αγώνες που αρκούνται στα μικρά αιτήματα, μπορούν  ακόμα κι αυτοί να πάρουν ανατρεπτικό χαρακτήρα,  να λειτουργήσουν σαν δεξαμενή ενέργειας, από όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να  αντλήσουν καινούργια δύναμη. Κάθε μάχη των εργαζομένων μπορεί να οδηγεί κάθε στιγμή σε μεμονωμένες διαμάχες εδώ κι εκεί,  από τις οποίες όμως δεν είναι διασφαλισμένο ότι δεν μπορούν να εκραγούν απίστευτοι πολιτικοί αγώνες σε τεράστια κλίμακα. Και αυτό η κυρίαρχη τάξη δεν το θέλει. Πρέπει λοιπόν να πειστεί η εργατική τάξη ότι μπορεί να περιορίσει την εξαθλίωση  μόνο αν εμπλακεί σε ατέρμονους διαλόγους με την εργοδοσία και αν αποδεχτεί το μικρότερο  κακό που της προτείνεται, υπονομεύοντας την οποιαδήποτε δράση του εργατικού κινήματος.
           Σχόλια σαν  αυτά του ΒΗΜΑΤΟΣ, και όχι μόνο,  σε στιγμές που το εργατικό κίνημα φαίνεται να μην είναι σε θέση  να δώσει δυναμικά μια συνολική διέξοδο, προς όφελός του,  στην καπιταλιστική κρίση μέσα από την ανατροπή του συστήματος, θέλουν να  οδηγήσουν,  με την  πλήρη ενσωμάτωση των αγώνων του στους κανόνες του  κυρίαρχου συστήματος, στο μαρασμό και την απογοήτευση τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια του.
           Η ίδια η  απεργία,  ως μέσο πάλης, πρέπει να απαξιωθεί, για να μην συμβάλλει  στο δυνάμωμα του εργατικού κινήματος στους καθημερινούς  άμεσους ταξικούς του αγώνες και στη γενικότερη  πολιτική και κοινωνική  δράση του. Η αποτυχία  της πάλης επομένως, με όπλο την απεργία,   εναντίον των απολύσεων αντανακλά την αδυναμία του συνδικάτου στο χώρο δουλειάς και την έλλειψη δύναμης.  Έτσι,  αυτό που προβάλλεται είναι ότι  μια εργατική  τάξη που δεν έχει τη δύναμη να κερδίσει ένα αίτημα για ακύρωση των απολύσεων και της μείωσης των μισθών φαίνεται μάλλον απίθανο να προωθήσει αιτήματα  για αλλαγή πολιτικής και κοινωνικής κατεύθυνσης των κυβερνώντων, πόσο μάλλον  να τις επιβάλλει κι όλας. Αρα, η απεργία είναι ένα όπλο άσφαιρο.
          Τεχνοκρατικές αναλύσεις  λοιπόν  θέλουν να πείσουν για το άκαιρο και μάταιο της απεργίας, ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης,  με συλλογισμούς που καταλήγουν να  χαρακτηρίζουν την απεργία αναχρονιστικό ή και προβληματικό μέσο αντίδρασης. Αυτό που επιδιώκεται και θεωρείται εφικτό είναι η ενσωμάτωση  του εργατικού κινήματος στα παζάρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας με κράτος και εργοδότες,  που αντικειμενικά οδηγεί στην υποκατάσταση της ταξικής πάλης από τα τραπέζια των αέναων δήθεν συνδιαχειριστικών  συζητήσεων, μπλοκάροντας το εργατικό κίνημα στον ανταγωνισμό της καπιταλιστικής αγοράς. Τέτοιες αναλύσεις θέλουν να πείσουν τους εργαζόμενους ότι αυταπατώνται όταν με οργανωμένες αγωνιστικές κινητοποιήσεις διεκδικούν ό,τι δικαιούνται, καταλογίζοντας μάλιστα σ’  αυτούς που επιμένουν σε τέτοιους αγώνες  ότι υπερεκτιμούν τη σημασία της απεργίας και τονίζοντας ότι δεν υπάρχει ελπίδα  για αντιστροφή του κλίματος.
          Για την κατάληξη της απεργίας, όλοι όσοι κατηγορούν το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ για μικροπολιτική της εκμετάλλευση ή ανικανότητα ξεχνούν να ρίξουν μια ματιά στο περιβάλλον που διαμορφώθηκε ακριβώς απ’  αυτούς που τώρα κρίνουν επιχαίροντας σχεδόν για την κατάληξή της.  Όλα τα επιχειρήματα γι’  αυτό το θέμα έχουν ένα χαρακτήρα φιλολογικό, γραφειοκρατικό, θεωρητικό. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατική ηγεσία,  ουραγός, ακόμα και τώρα, των κυρίαρχων επιλογών, πέρα από  τους αγωνιστικούς τόνους που χρησιμοποιεί στη φρασεολογία της  δεν συμπαραστάθηκε ουσιαστικά στον αγώνα που πρωτοπόροι για εννιά μήνες οι απεργοί χαλυβουργοί κράτησαν με σταθερότητα και αξιοπρέπεια, σε πείσμα  των σκληρών στερήσεων και των τεράστιων θυσιών στις οποίες υποβλήθηκαν, ούτε  διανοήθηκε να διαμορφώσει συνθήκες συμπαράστασης στους απεργούς. Στην πραγματικότητα αφέθηκαν μόνοι από τις  γραφειοκρατικές  συνδικαλιστικές οργανώσεις, από πολλά αριστερά  κόμματα  και εναλλακτικά  κινήματα,  που πέρα από τις λεκτικές συμπαραστάσεις δεν έκαναν τίποτε για να βοηθήσουν. Ούτε καν που  προσπάθησαν  να εξηγήσουν στους άλλους εργαζόμενους  τον αγώνα των χαλυβουργών, κι ούτε βέβαια προώθησαν την πολιτικοποίηση και γενίκευση του ζητήματος  σε όλους τους εργαζομένους. Μόνο περίσσεψαν τα λόγια για κριτική στο ΚΚΕ, οι τεχνοκρατικές αναλύσεις για το άκαιρο της απεργίας και η … αγωνία τους  για τις επιπτώσεις της απεργίας στις ζωές των εργατών…
         Σ΄ αυτήν την απεργία οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές, που στηρίζουν τον κομματικό οπορτουνισμό, και πάλι συνέχισαν να παίζουν τον παλιό ρόλο του φύλακα των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων, που το μόνο που προσπαθούν είναι  η προώθηση ανώδυνων τρόπων εκτόνωσης του κινήματος.
          Το  αδιέξοδο της εργοδοσίας και της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης    κάλυψε η  επιστράτευση των ΜΑΤ, όσο κι αν  προβλήθηκε σαν επίδειξη δύναμης. Ο κύριος στόχος τους ήταν να μην έχει η απεργία  ούτε και την ελάχιστη παιδευτική επιρροή  πάνω στους εργαζόμενους, να μην γίνει οδηγός της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων,  αλλά αντίθετα να ενσταλλαχτεί η ηττοπάθεια στις τάξεις τους, να αδρανοποιηθεί  το συνδικαλισμένο προσωπικό στους διάφορους  χώρους δουλειάς, με συνέπεια την αφυδάτωση των σωματείων και της διεκδικητικής τους ικανότητας.
     Σε αρμονία μ'  αυτούς τους στόχους είναι και οι περισσότερες αναλύσεις που ακολούθησαν  με τελικό επιμύθιο το μάταιο των αγώνων και μάλιστα των απεργιακών.
      Μήπως τελικά ο φόβος κυβερνώντων,  εργοδοτών και παρατρεχάμενων είναι μεγαλύτερος από όσος εκδηλώνεται;
     Οι εργαζόμενοι όμως έχουμε συνειδητοποιήσει τη δύναμή μας;

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

ΜΙΚΡΑ ΣΧΟΛΙΑ

        Η Αγροτική Τράπεζα θα είχε οδηγηθεί σε κλείσιμο και εκκαθάριση, εάν δεν είχε υιοθετηθεί η απόφαση για τη μεταβίβασή της στην Τράπεζα Πειραιώς, δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος
         Η εργοδοσία της Ελληνικής Χαλυβουργίας προχώρησε την Τετάρτη 1 Αυγούστου, σε έξι απολύσεις, έχοντας την απαίτηση να μην καταβάλει αποζημίωση. Η εργοδοσία στράφηκε σε βάρος ενός μέλους του Σωματείου, δύο αναπληρωματικών μελών και τριών πρωτοπόρων στην απεργία εργατών.
         Τρόφιμα διένειμε η Χρυσή Αυγή στην πλατεία Συντάγματος, παρουσία βουλευτών του κόμματος, αποκλειστικά και μόνο προς Έλληνες αναξιοπαθούντες.
          Στην ιστοσελίδα του ο Θ. Πάγκαλος καλεί πολίτες να συμβάλουν στη συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο «Μαζί τα φάγαμε». Σύμφωνα με το ΒΗΜΑ ήταν τόση μεγάλη η ανταπόκριση των πολιτών που έπεσε το δίκτυο στην ηλεκτρονική σελίδα Mazi ta fagame.

             Ειδήσεις των τελευταίων ημερών  που σκιαγραφούν το ασφυκτικό πλαίσιο της  οικονομικοπολιτικής κρίσης και της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας. Καθημερινά βρισκόμαστε αντιμέτωποι  με τους πολιτικούς εκβιασμούς των κυβερνώντων, τους πειθαναγκασμούς,  τα αμείλικτα  καθημερινά προβλήματα που βιώνουμε με τη φτωχοποίηση ενός τεράστιου  αριθμού ανέργων αλλά και εργαζόμενων, την ιδεολογική μας αποσύνθεση, την εγκατάλειψη από την πλειοψηφία κάθε οράματος και δεκάδες άλλες μεταβολές που επισυνάπτει πάνω στην κοινωνία η διαχείριση από τους κυβερνώντες της καπιταλιστικής κρίσης.
           Οι κυβερνώντες επαναλαμβάνουν ακούραστα, και μείς αναμασάμε  τα λόγια τους, για την ωφέλεια που θα προκύψει   για την κοινωνία από την απαγκίστρωση των κοινωνικών οργανισμών από τον κρατικό εναγκαλισμό, αποσιωπώντας ότι έτσι  αποδεσμεύονται ολοένα και περισσότεροι μηχανισμοί  ανεξέλεγκτης παρέμβασης, μηχανισμοί που είναι στενά συνδεδεμένοι με ισχυρά συμφέροντα της αγοράς. Μέσα από απόκρυφες διοικητικές πράξεις μεταβιβάζεται ο έλεγχός τους, ξεπουλιέται έναντι πινακίου φακής,  αλλάζουν χαρακτήρα  κοινωφελείς οργανισμοί.  Αποκρατικοποίηση σημαίνει ιδιωτικοποίηση, εμπορευματοποίηση και ολιγοπώλιο απροσπέλαστο.
           Συγχρόνως  όμως χρησιμοποιείται το κράτος για τη διόγκωση των κατασταλτικών μηχανισμών,  για τη βίαιη αστυνόμευση της κοινωνικής  ζωής, τη  βάναυση επέμβαση για την καταστολή  των εργατικών αγώνων, όπως πρόσφατα στη χαλυβουργία.  Και όλα αυτά δεν είναι παθογόνα στοιχεία του συνολικού κρατικού συστήματος,  αλλά αποτελούν  δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος κυριαρχίας, που μονιμοποιούνται.
           Κι ενώ βιώνουμε καθημερινά την  άγρια επίθεση του καπιταλισμού στις ζωές μας  δεν συνειδητοποιούμε ακόμα πως αυτό που πιστεύαμε, πως ό,τι κατακτά το λαϊκό κίνημα είναι για πάντα κατακτημένο και ότι νομοτελειακά προοδεύουμε αποσπώντας τοκομερίδια από τη δύναμη του καπιταλισμού, δεν ισχύει. Ο καπιταλισμός επιδεικνύει  μια εκπληκτική δυναμική έτσι που καμιά κατάκτηση του λαϊκού κινήματος να μην είναι σίγουρη, καμιά νίκη να μην μπορεί να μεταστραφεί στο αντίθετό της. Πάντα υπενθυμίζει τη δύναμή του και ιδιαίτερα σε όσους σηκώνουν κεφάλι και αποδεικνύουν ότι η απεργία δεν είναι καθόλου ξεπερασμένο μέσο αντίδρασης των εργαζομένων, όπως πολλοί ισχυρίζονται.
            Κι όμως πολλοί εργαζόμενοι και άνεργοι βυθισμένοι στην αθλιότητα και απελπισία, κουρασμένοι από την αβίωτη καθημερινότητά τους, ναρκωμένοι από τη χρόνια χειραγώγηση αδυνατούν να αντιδράσουν κι αναζητούν σωτήρες, όποιον τους υπόσχεται τον πιο άμεσο και εύκολο τρόπο να δραπετεύσουν από τη ζωή τους. «Τα λεβεντόπαιδα» λοιπόν της Χρυσής Αυγής  είναι εύκολο να τους «εξαγοράσουν» με μια σακούλα… τρόφιμα. Κι έτσι όλοι ετούτοι που για χρόνια κινούνταν στο υπόγειο και «περιθώριο» των θαλάμων της εξουσίας, αφού για χρόνια πολλά περιφέρονταν δεξιά και κεντρικά για να αποβάλουν τα σημάδια των αμαρτιών τους από την επτάχρονη δικτατορία και να εξαγνιστούν, τώρα, εν μέσω κρίσης, προβάλλονται, χωρίς καν προσωπείο,  σαν υπέρμαχοι των δικαιωμάτων των ελλήνων με την επιδοκιμασία ή το λιγότερο την ανοχή μεγάλου τμήματος του λαού.
        Και όλα αυτά δεν προέκυψαν ξαφνικά ως κεραυνός εν αιθρία. Ο κυνισμός, που ξεχειλίζει από την ιστοσελίδα του Πάγκαλου και υποκατέστησε, αφού τα απαξίωσε,  τα  εργατικά σύμβολα και  τις ταμπέλες του μαρξισμού, που σ’ άλλους καιρούς επικαλούνταν,  προλείανε το έδαφος για το βαθμιαίο εκφασισμό μας.
           Όλα λοιπόν πάνε καλά … για την κυρίαρχη τάξη, αφού πολλοί από μας   επιμένουμε, σαν πολεμιστές,  να πεθαίνουμε στη θέση που μας καθόρισαν, σύμφωνα με τις διαταγές και χωρίς πολλά παρακάλια μάλιστα.  Η ζώνη επίθεσης σταθεροποιείται.
     Και μεις για πόσο  ακόμα θα αρνούμαστε να οργανώσουμε τη δική μας επίθεση για τη  συντριβή του μονόδρομου της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που επιβάλλεται;            

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ

          Έχοντας δεσμευτεί  σε μια στρατηγική  απόλυτης σύγκλισης με τα συμφέροντα του κεφαλαίου η παρούσα τρικομματική κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, θέλει να εμφανίζεται σαν πολιτικός εγγυητής της νομιμότητας, αφού εκπροσωπεί και το περίπου 48% του εκλογικού σώματος μετά τις πρόσφατες εκλογές, και σαν μοναδικός έγκυρος διαχειριστής της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Για να το επιβεβαιώσει, ένα μήνα μετά τις εκλογές,  οι συνεχείς  διαβουλεύσεις των τριών πολιτικών αρχηγών, οι επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις  τους για την κοινωνική ευαισθησία που θα χαρακτηρίζουν τα οικονομικά μέτρα  δεν έχουν τέλος  αλλά ούτε και αντικείμενο, αφού   όλα  είναι προαποφασισμένα. Οι κύριες κατευθύνσεις για την εξοικονόμηση των 11,5 δισεκατομμυρίων ήταν ήδη γνωστές πριν τις εκλογές, τώρα ευελπιστούν ότι  θα υλοποιηθούν και με τη δική μας  ελάχιστη αντίδραση αν όχι συναίνεση.   
         Δεν έχει  λοιπόν νόημα να εμπλεκόμαστε στη λογική  που αποδέχεται τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, για την οριακή κατάσταση στην οποία έχουν φτάσει τα πράγματα, αφού η λογική της «περικοπής δαπανών»  συνδυασμένη με το δόλωμα της συναίνεσης που θα εξασφαλίσει τη μελλοντική συμμετοχή μας στην οικονομική ανόρθωση, το μόνο που καταφέρνει είναι να αφαιρεί από τους εργαζόμενους κάθε δυνατότητα αντίστασης ενάντια  στην υποβάθμιση ζωής τους, την εντατικοποίηση, τις  απολύσεις, την  ανεργία κλπ.  Μπλέκοντας το εργατικό κίνημα στους λαβύρινθους  των νομικών διατυπώσεων και οικονομικών αναλύσεων, είναι σαν  τα πάντα να επαφίωνται στην καλή διάθεση των δανειστών, που συνεχίζουν βέβαια να είναι εταίροι μας, και στην εγχώρια κυβέρνηση  που εκτελεί τις εντολές.  
          Η κυβερνητική  προπαγάνδα και όλοι οι πολύχρωμοι  αναλυτές, που μιλούν για διαρθρωτικά μέτρα, για στρεβλή ανάπτυξη της οικονομίας μας για τα σφάλματα των εργαζομένων που κατανάλωναν περισσότερο από όσα παρήγαγαν,   που δανείζονταν, που φοροδιέφευγαν  κλπ.  κάνουν φιλότιμες προσπάθειες για να παρουσιασθούν  τα προβλήματα με τη στατική  μορφή ενός οικογενειακού  προϋπολογισμού και όχι με  βάση την αδυσώπητη δυναμική ενός διεθνούς  καπιταλιστικού  συστήματος σε συνεχή αναδιάρθρωση και σε διαρκή κρίση. Αποκρύπτουν τις μόνιμες ταξικές διακρίσεις και αντιθέσεις  και θεωρούν κάθε διεκδίκηση των λαϊκών στρωμάτων συντεχνιακή εκδήλωση. Και ενώ τα  διαδοχικά  μέτρα λιτότητας δεν καταφέρνουν παρά μόνο να μειώσουν αισθητά το βιοτικό επίπεδο,   με την πρόφαση    ότι η συνεχής υποτίμηση  της εργατικής δύναμης θα συντελέσει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και την βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος, που ποτέ δεν επιτυγχάνεται, σταθεροποιείται και η προοπτική του αδιεξόδου και στο ζήτημα  της εξυπηρέτησης του χρέους.
         Τι νόημα έχει λοιπόν  η έκφραση κατανόησης και συμπόνιας των κυβερνώντων   προς τους εργαζόμενους, (στη σημερινή σύσκεψη των κυβερνητικών εταίρων «κάμφθηκαν οι  αντιρρήσεις των κ.κ. Ευ. Βενιζέλου και Φ. Κουβέλη, οι οποίοι συμφώνησαν να παρουσιαστεί στην τρόικα το πακέτο των 11,5 δισ. ευρώ υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχουν οριζόντια και άδικα μέτρα που πλήττουν την κοινωνία»), όταν τελικά είναι δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι   θα είναι εκείνοι που θα συνεχίσουν να πληρώνουν για το Κεφάλαιο; Τι νόημα έχει  να μιλάμε για προγράμματα εξυγίανσης ή εξορθολογισμό της παραγωγής όταν πια έμπρακτα ξέρουμε ότι   ισοδυναμούν με δυνάμωμα της πιο άγριας εκμετάλλευσης, με απολύσεις και ανεργία; Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στο αν  αποδεχθούμε  σαν αντικειμενικά, δεδομένα και αναπότρεπτα τα οικονομικά μέτρα που επιβάλλονται, οπότε είμαστε αναγκασμένοι να κινηθούμε στα πλαίσια που οι κυβερνώντες έχουν ήδη χαράξει από τα πριν, η δε συναίνεσή μας δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά η νομιμοποίηση των απολύσεων και της ανεργίας από τους ίδιους εργαζομένους.
        Το επιστέγασμα της πολιτικής, που πριν δυο χρόνια επέβαλλε το ΠΑΣΟΚ, και για το οποίο  υπάρχει μια εντυπωσιακή ομοφωνία από όλα τα κόμματα, του ΚΚΕ εξαιρουμένου,   είναι η επίκληση της αναγκαιότητας  της παραμονής μας στην ευρωζώνη  για την παραδοχή των κανόνων του παιχνιδιού της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς. Η σοβαρότερη επίπτωση αυτής της επιλογής  είναι η διαμόρφωση από την κυρίαρχη τάξη μιας στρατηγικής που βασίζεται  στην άνοδο της  ανεργίας και στη συνεχή υποβάθμιση  της αξίας της εργατικής δύναμης. Η ταχύτητα μάλιστα με την οποία  σύμπασες οι πολιτικές δυνάμεις του κοινοβουλίου, της αξιωματικής αντιπολίτευσης περιλαμβανομένης και   του ΚΚΕ εξαιρουμένου,  προσαρμόστηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στη λογική της διεθνούς ανταγωνιστικότητας δε δείχνει  μόνο το μέγεθος του οπορτουνισμού, αλλά το γεγονός ότι πρόκειται  για τη μόνη στρατηγική της κυρίαρχης  τάξης.
        Η συνταγή του Δ.Ν.Τ και των υπολοίπων, μπροστά στην οποία τους πρώτους μήνες οι υπεύθυνοι  της οικονομικής πολιτικής και δημοσιογράφοι  εκστασιάζονταν, έδειξε σε σύντομο χρονικό διάστημα  την εξαθλίωση  στην  οποία οδηγεί τους εργαζομένους και το ερώτημα που τίθεται πια  είναι κατά πόσο αυτή η «θεραπεία» σοκ έχει καταβάλλει   ή όχι τις κοινωνικές δυνάμεις που αντιστέκονται.  Γι΄ αυτό και αυτή η επίδειξη δύναμης με τα ΜΑΤ στην απεργία των χαλυβουργών.  Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμιά εστία αντίστασης.
       Τα περίφημα 11,5 δις  που αναζητούνται, ξέρουμε πια ότι αφορούν στα εργαζόμενα στρώματα και θα πολλαπλασιάσουν τους ανέργους.  Η ανέχεια που θα αυξηθεί, δεν θα μας επιτρέπει πια   απλώς να περιοριζόμαστε σε  καταστροφικές προβλέψεις και εύστοχες  κριτικές ζώντας με την ψευδαίσθηση της στασιμότητας της κατάστασης.
         Επιβάλλεται  η αντίσταση με πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο, χωρίς υπαναχωρήσεις  μπροστά στην κινδυνολογία και την ιδεολογική καταστολή.