Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΞΑΝΑΕΙΠΩΜΕΝΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

 

Και διαλύονται τα γεγονότα σε ατέλειωτες λεπτομέρειες, έτσι που να χάνονται στην ασημαντότητα και να μένει η ατάκα του τάδε μεγαλόσχημου, αναλύσεις του δείνα πολιτικού,  μαθηματικά νούμερα  του άλλου επαΐοντα. Γεγονότα ανά τον κόσμο, που παρουσιάζονται ασύνδετα μεταξύ τους, αποκομμένα από την καθημερινότητά μας, αποσπασματικά στη μοναδικότητά τους. Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στο Ιράν και η αντίστασή του, οι εντολές εκκένωσης του Ισραήλ σε πόλεις του Λιβάνου για να τις βομβαρδίσει και ο ασταμάτητος κατατρεγμός του στους Παλαιστίνιους, το ατέλειωτο ποτάμι διαδηλωτών στην Αλβανία ενάντια στο ξεπούλημα περιοχών της χώρας στην οικογένεια Τραμπ, η αποδοχή από τη FIFA των απαγορεύσεων και απελάσεων των ΗΠΑ που έχει αναλάβει τη διεξαγωγή  του  παγκόσμιου κύπελλου του 2026, οι βίαιες αντιμεταναστευτικές διαδηλώσεις στο Μπέλφαστ, τα  ουκρανικά drone που εξοπλισμένα χάνουν το δρόμου τους,   αυτά και άλλα τόσα παρουσιάζονται σαν να είναι αυτοτελή, ανεξάρτητα, σχεδόν μοιραία.
         Κι όμως όλα είναι κομμάτια αυτής της ιστορίας του ιμπεριαλισμού που επεκτείνεται, του καπιταλισμού που επιβάλλεται, όλα είναι κρίκοι μιας αλυσίδας γεγονότων που κάθε άνθρωπος έχει περιπλεχθεί. Μεγάλες μάζες μοιάζει να παίζουν το παιχνίδι της ωραίας κοιμωμένης στο δάσος, έτοιμοι να μαγευτούν ξανά και ξανά από υποσχέσεις και να αρνηθούν να κοιτάξουν κατάματα την πραγματικότητα, συνεχίζοντας να αποδέχονται μια μοίρα που ήδη τις έχει καταδικάσει, βαυκαλιζόμενες ότι θα συνεχίσουν να είναι μόνο θεατές στις τραγωδίες, που η μια ακολουθεί την άλλη.
         Και μια πρωτοπορία, όπως πάντα συμβαίνει, αναγνωρίζοντας τη δύναμη ενός ιστορικού παρελθόντος που δεν επιτρέπει την εγκατάλειψη χωρίς αγώνα, συνεχίζει να οργανώνεται, να διαμαρτύρεται, να διεκδικεί τα αυτονόητα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Γιατί είναι οι άνθρωποι που  δημιουργούν την ιστορία,  αλλά δεν την δημιουργούν όπως τους υπαγορεύει η φαντασία τους, αλλά με βάση τις συνθήκες που ήδη βρίσκουν έτοιμες απ’ όταν γεννιούνται. Κι αυτοί που καλούνται πρωτοπορία δεν είναι παρά εκείνοι που πρώτοι καταφέρνουν να καταλάβουν σωστά τις συνθήκες και  να καταλάβουν πως πρέπει να τις αλλάξουν.   
Κι ενώ οι δεκαετίες του ’70 ακόμα και του ’80 έδειχναν άνοδο των λαϊκών αγώνων στις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης, για ν’ ανατρέψουν τις συνθήκες εκμετάλλευσης των ανθρώπων, όμως μισό αιώνα μετά έχει εδραιωθεί μια άγρια καπιταλιστική επίθεση.
Σ’ αυτά τα χρόνια η  μορφή του κινήματος της εργατικής τάξης και οι πολιτικές του ηγεσίες με επικεφαλής τα Κομμουνιστικά κόμματα κρίθηκαν από τον τρόπο που απάντησαν στην άνοδο των κοινωνικών αγώνων και την κρίση του καπιταλισμού. Η πεποίθηση ότι η συνεργασία σοσιαλιστικών, ρεφορμιστικών, σοσιολδημοκρατικών κλπ κομμάτων με τα κομμουνιστικά,  με την αφομοίωση των τελευταίων και εξαφάνισή τους, θα έσπαγε την απομόνωση των  πολιτικών δυνάμεων που ευαγγελίζονταν το σοσιαλισμό και τα κομμουνιστικά κόμματα θα έβγαιναν από το περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων, προσανατόλισε την πολιτική τους στη διεύρυνση της εκλογικής βάσης, για την είσοδο της Αριστεράς στην κυβέρνηση.  Μέσα σε μια τεχνητή ευφορία η σοσιαλδημοκρατία υποσχόταν συγχρόνως διαχείριση της στρατηγικής του καπιταλισμού αλλά και των οραμάτων της Αριστεράς. Προωθήθηκε λοιπόν η αντίληψη ότι κυβερνήσεις της Αριστεράς με τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία θα μετασχηματίσουν το αστικό κράτος. Οι δράσεις δρομολογήθηκαν έξω από τους χώρους δουλειάς κι επικεντρώθηκαν μέσα στο κοινοβούλιο. Η επικράτηση μάλιστα και στο εργατικό κίνημα ρεφορμιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και συναφών δυνάμεων ανέδειξε την ευθύνη τους στην αποτυχία και την ήττα των λαϊκών αγώνων.
 Κι έτσι, φτάνοντας στο απόγειο η καπιταλιστική κρίση και με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την πλήρη συκοφάντηση του σοσιαλιστικού μοντέλου έπαψε πια και το ερώτημα για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση και την ανατροπή του καπιταλισμού.  Βέβαια, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία οι ελπίδες για μεταρρύθμιση επί το ανθρωπινότερο του καπιταλισμού αποδείχτηκαν φρούδες και τις διαδέχτηκε η υποταγή στα κελεύσματα  της   πολιτικής που επιβάλλει το αστικό κράτος. Μόνο που  ο  έλεγχος του λαϊκού κινήματος για μπλοκάρισμα της  αντίδρασής του στις αντιλαϊκές πολιτικές, η είσοδος της αριστεράς στην κυβέρνηση που δεν εγκαινιάζει καμιά διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, αντίθετα νομιμοποιεί την αστική πολιτική, καθώς επιδεινώνονται οι συνθήκες δουλειάς και η ποιότητα ζωής έχουν σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς συντηρητικότερες κατευθύνσεις και την   ανάκαμψη και σταθεροποίηση ακροδεξιών και φασιστικών  κομμάτων που παρουσιάζονται σαν αντισυστημικά.
Σ΄  όλη την Ευρώπη παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Κόμματα με διαφορετικές ονομασίες και ίδια πολιτική να εναλλάσσονται στην εξουσία χωρίς να ανακτούν την εμπιστοσύνη των εκλογέων τους, ενώ έχουν συγχωνευθεί και εξαφανιστεί τα πάλαι ποτέ κραταιά κομμουνιστικά κόμματα. Στην Ελλάδα όμως, το Κομμουνιστικό Κόμμα, με βαθιές ρίζες στην κοινωνία από τη  γεμάτη θυσίες του ματωμένη δεκαετία του ’40, και  μέσα από επώδυνες διαδικασίες διατήρησε τα χαρακτηριστικά του, να είναι το πρωτοπόρο και μαχητικό τμήμα της εργατικής τάξης, να εργάζεται για υψηλό επίπεδο οργάνωσης, ώστε να επιτυγχάνεται η ιδεολογική ενότητα αλλά και η ενότητα της πρακτικής δράσης όλων των μελών.  
 Στη χώρα μας όλος ο πάλαι ποτέ χαρακτηριζόμενος, χάριν της δικτατορίας, προοδευτικός χώρος κατάφερε στη μεταπολίτευση από τη μια να λεηλατήσει ό,τι μπορούσε από τους αγώνες και θυσίες του ΚΚΕ, από την άλλη  να μεταμφιεστεί σε εργατικό κόμμα, για να υποκατασταθούν οι ταξικοί αγώνες από τη διαπραγμάτευση και να επιτευχθεί η ταξική συνεργασία με τη συναίνεση στις αποφάσεις της κυρίαρχης τάξης.   
Κι αν επαναλαμβάνονται ξαναειπωμένες πολιτικές αναλύσεις για τη σοσιαλδημοκρατία, τις υποσχέσεις του καπιταλισμού, την αλλοίωση και εξαφάνιση, σχεδόν στο σύνολο της Ευρώπης,  των κομμουνιστικών κομμάτων, τη μεθόδευση διάλυσης των ελπίδων για την κομμουνιστική εναλλακτική είναι γιατί συνεχώς η κυρίαρχη προπαγάνδα νεκρανασταίνει με διάφορες μορφές τα ίδια και τα ίδια επιχειρήματα. Είτε λοιπόν χλευάζεται το κομμουνιστικό όραμα είτε απαξιώνεται η  ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δήθεν δεν τολμά να δοκιμαστεί στη διακυβέρνηση σε κυβερνήσεις συνεργασίες του προοδευτικού χώρου.
Τον τελευταίο καιρό,  έχοντας εξαντληθεί η πειστικότητα των επιχειρημάτων για τη διατήρηση της συναίνεσης, η μεν Ν.Δ επαναλαμβάνει, εν μέσω σκανδάλων που δεν σταματούν ν’ αποκαλύπτονται, την αναγκαιότητα ύπαρξης πολιτικής σταθερότητας, προβάλλοντας ως μοναδικό επιχείρημα για την  επιλογή της στην επόμενη εκλογική διαδικασία την ακινησία, στην πραγματικότητα  την μονιμότητα των σκανδάλων, της οικονομικής αφαίμαξης του εισοδήματος των εργαζομένων, της αυταρχικοποίησης της εξουσίας. Ο δε προοδευτικός χώρος που υποκρίνεται την αντιπολίτευση, ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια, στην προσπάθειά του να απονευρώσει τους ταξικούς αγώνες στους οποίους πρωτοστατεί εμπνέοντας και οργανώνοντας το ΚΚΕ, χρησιμοποιεί τον κυβερνητισμό σαν σημαντικό θέλγητρο για τους εκλογείς. Γιατί του δίνει τη μορφή ρεαλιστικής πρότασης εξουσίας υπέρ των εργαζομένων, παρόλη την παταγώδη και συνεχή διάψευση της στην Ευρώπη κι εδώ, με αποκορύφωμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εδώ και μια δεκαετία. Κι έτσι να μονιμοποιηθεί η ανατροπή του  συσχετισμού των δυνάμεων σε βάρος της εργατικής τάξης, επικρατώντας η αμφισβήτηση και η κατάργηση όλων των κατακτήσεων της  τα πολλά προηγούμενα χρόνια.