Οι κυβερνήσεις μας συνεχίζουν να εμπαίζουν τους πολίτες
τους, αντιμετωπίζοντάς τους όπως οι εξερευνητές κατακτητές της Ευρώπης τους
ιθαγενείς του νέου κόσμου, που τους μοίραζαν καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια για να
τους αποσπάσουν γη και πλουτοπαραγωγικές πηγές. Έτσι και ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης για να δικαιώσει μια
συνταγματική αναθεώρηση που προσαρμόζει το Σύνταγμα ακόμα περισσότερο στις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού, καμαρώνει ότι φέρνει στο προσκήνιο θεσμικές
καινοτομίες για τις προκλήσεις της τεχνολογίας με το νέο προτεινόμενο άρθρο 5Β
του Συντάγματος, που θα ορίζει, μ’ έναν καταφανή λαϊκισμό, ότι η
τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την κοινωνική
ευημερία. Οι ηχηρές εκφράσεις ως συνήθως προτιμώνται, με την ελπίδα να πείσουν.
Κι επειδή τα μικροπολιτικά
παιχνίδια ποτέ δεν παρακάμπτονται, δεν παρέλειψε αυτάρεσκα να κατηγορήσει την
αντιπολίτευση ότι δεν εντάσσει ουσιαστικά το ζήτημα στο δημόσιο κοινοβουλευτικό
της λόγο, ότι «τη λέξη Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει ακούσει να βγαίνει από τα
χείλη κανενός κόμματος από την αντιπολίτευση». Στην απάντηση του ο γ.γ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπας, που διαψεύδει
την αυθαίρετη διαπίστωση του πρωθυπουργού, τονίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι η
Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά αν αυτή «θα υπηρετήσει τις κοινωνικές ανάγκες ή τα
κέρδη των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων».
Γιατί φυσικά, όπως διαφεύγει του
πρωθυπουργού και μας έχει εξηγήσει ο Μαρξ τον 19ο στην καρδιά της βιομηχανικής
επανάστασης, η τεχνολογία στα χέρια των καπιταλιστών δεν απελευθερώνει τον εργαζόμενο,
αλλά τον υποτάσσει στο ύψιστο συμφέρον τους, την κερδοφορία.
Κι ενώ με την παγκοσμιοποίηση του
καπιταλισμού θεωρείται σχεδόν φυσικό φαινόμενο η συνεχής επιδίωξη του κέρδους, συνεχίζεται
όμως και ο βαυκαλισμός μας για τομείς και δραστηριότητες που δεν σκοπεύουν στην
κερδοφορία. Και όταν αυτή η πεποίθησή μας διαψεύδεται, όπως, ένα μικρό
παράδειγμα, με το νόμο την υπουργού Πολιτισμού Λ.Μενδώνη που παρέδωσε την εκμετάλλευση
της ιστορικής πολιτιστικής κληρονομιάς σε ιδιώτες, με την ίδρυση ανώνυμης
εταιρείας που θα διαχειρίζεται την περιουσία του υπουργείου Πολιτισμού για 50 χρόνια,
θεωρείται ότι είναι τα συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι το ίδιο το σύστημα που επιδιώκει
την εμπορευματοποίηση των πάντων.
Γι’ αυτό
και η τεχνολογία δεν μπορεί να είναι
ουδέτερη, αλλά οι σκοποί της, η κατεύθυνση εξέλιξής της, η χρησιμοποίησή της εξαρτάται από το σύστημα
στο οποίο αναπτύσσεται. Μπορεί λοιπόν να δίνει τη
δυνατότητα απελευθέρωσης, αλλά και να γίνεται και όργανο καταπίεσης. Το ζήτημα
είναι ποιος την ελέγχει και για ποιον λειτουργεί. Στο καπιταλιστικό σύστημα, η ανάπτυξη της τεχνολογίας,
υποταγμένη στην επιδίωξη του κέρδους, αυτοματοποιεί
την παραγωγή, αλλά και επεκτείνει και εντατικοποιεί την εργάσιμη ημέρα πέρα από τα φυσικά όρια,
μετατρέποντας τον εργάτη σε εξάρτημα του παραγωγικού μηχανισμού.
Η τεχνητή νοημοσύνη αντιπροσωπεύει, από την
άποψη της αυτοματοποιημένης παραγωγής, την κορυφή αυτής της διαδικασίας,
αντικαθιστώντας όχι μόνο την χειρωνακτική εργασία, αλλά και την πνευματική.
Θεωρητικά πια η παραγωγή αγαθών και
υπηρεσιών μπορεί να συμβεί με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτό όμως θα
μπορούσε να σημάνει το τέλος της αναγκαιότητας της μισθωτής εργασίας ως μέσου
διαβίωσης και η εργασία θα μπορούσε να γίνει έκφραση του ανθρώπου, όχι πλέον αλλοτριωμένη,
αλλά ευχάριστη.
Όμως η τεχνητή νοημοσύνη στα χέρια των
καπιταλιστών δεν απελευθερώνει τους εργαζόμενους, αλλά τους καθιστά περιττούς.
Χρησιμοποιείται για να παρακολουθεί ή να απολύει εργαζόμενους, να μειώνει μισθούς,
να συγκεντρώνει ακόμη περισσότερη δύναμη
και πλούτο στα χέρια των καπιταλιστικών μονοπωλίων, να επιδεινώνει τις
μονοπωλιακές τάσεις και την αυξανόμενη ανισότητα. Αυτή η συγκέντρωση των νέων
μέσων παραγωγής δημιουργεί μια νέα τεχνολογική αριστοκρατία, η κυρίαρχη τάξη όχι
μόνο κατέχει το κεφάλαιο, αλλά ελέγχει την ίδια την παραγωγή γνώσης και
νοήματος. Τα δεδομένα και οι πληροφορίες έχουν γίνει οι νέοι συντελεστές
παραγωγής και η ιδιοκτησία πρόσβασης στο Διαδίκτυο, η πύλη προς τα δεδομένα,
έχει γίνει νέα πηγή ενέργειας με τα δεδομένα να γίνονται μια νέα μορφή κεφαλαίου, κεφάλαιο δεδομένων.
Όπως πάλι
μας εξήγησε ο Μαρξ κάθε δεδομένο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα παρέχει ένα
πλαίσιο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά σε ένα ορισμένο στάδιο
αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν αυτό το πλαίσιο, δηλαδή τις σχέσεις
παραγωγής εντός των οποίων αναπτύχθηκαν. Αυτές οι σχέσεις παραγωγής στη
συνέχεια γίνονται εμπόδιο στην περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, όπως
στις μέρες μας που με την τεχνητή νοημοσύνη περιορίζεται η ανθρώπινη εργασία.
Το καπιταλιστικό όμως σύστημα δεν μπορεί παρά να παράγει με σκοπό το κέρδος
και ο μόνος τρόπος για τους καπιταλιστές να αποκομίσουν κέρδος είναι να
εκμεταλλευτούν την εργασία των εργαζομένων και να πουλήσουν το προϊόν της
εργασίας τους. Το κέρδος όμως δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς ανθρώπινη εργασία. Και
γίνεται πρόβλημα στον καπιταλισμό όταν η ανθρώπινη εργασία εξαφανίζεται
σταδιακά από την παραγωγική διαδικασία. Γιατί εάν το μερίδιο της ζωντανής εργασίας είναι
μικρό, και ίσως μηδενικό στην περίπτωση της πλήρως αυτοματοποιημένης παραγωγής,
η υπεραξία που παράγεται από την εργασία θα είναι χαμηλή και το ποσοστό κέρδους
θα τείνει προς το μηδέν, στην περίπτωση της
σχεδόν εξ ολοκλήρου αυτοματοποιημένης παραγωγής. Όμως ο καπιταλισμός μηδενικού
κέρδους δεν μπορεί να υπάρξει και μια οικονομία
που περιορίζεται στον μοναδικό εξαιρετικά αυτοματοποιημένο τομέα της είναι
ασύμβατη με τη διατήρηση του καπιταλισμού. Η κατάσταση μπορεί να …σωθεί, κατά τους
αισιόδοξους της αιωνιότητας του καπιταλισμού, μόνο με την ταυτόχρονη άνοδο ενός τομέα
έντασης εργασίας, όπου οι άνθρωποι
διατηρούν συγκριτικό πλεονέκτημα. Κι επειδή κανείς καπιταλιστής δεν μπορεί να φανταστεί το
τέλος του καπιταλισμού, αναζητείται τρόπος για να γίνει βιώσιμος, με τον έλεγχο
της τεχνολογίας, τον πόλεμο, την καταστροφή κεφαλαίου.
Η τεχνητή νοημοσύνη στον
καπιταλισμό δεν εξαλείφει την εκμετάλλευση, την μετατοπίζει μόνο και την κάνει
λιγότερο ορατή. Δεν απελευθερώνει τους εργαζόμενους, αλλά τους καθιστά
περιττούς και δημιουργεί μάζες ανέργων που ασκούν καθοδική πίεση στους μισθούς
όσων εξακολουθούν να εργάζονται. Και οι απολυμένοι εργαζόμενοι βέβαια δεν μετατρέπονται
σε καλλιτέχνες και φιλοσόφους, αλλά συχνά πέφτουν στη φτώχεια, την επισφάλεια.
Η τεχνητή
νοημοσύνη, όπως και κάθε τεχνολογικό επίτευγμα, δεν είναι καλή ή κακή. Δεν
είναι αυτή που αποφασίζει το πεπρωμένο μας, αλλά αυτός που την ελέγχει και
λειτουργεί. Και στον καπιταλισμό αναπτύσσεται και ελέγχεται από τεράστια μονοπώλια,
όπως η Google ή η Microsoft, επειδή αυτές οι εταιρείες διαθέτουν το καλύτερο
υλικό, τους καλύτερους μηχανικούς και πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες
δεδομένων. Αυτές οι ομάδες χρησιμοποιούν τη μονοπωλιακή τους θέση για να
αποκομίσουν τεράστια κέρδη. Και μια τεχνολογία χτισμένη για το κέρδος θα
αναπαράγει τη λογική της κυριαρχίας.
Θα
μπορούσαμε λοιπόν να αφαιρέσουμε την
τεχνητή νοημοσύνη από την ιδιωτική ιδιοκτησία, αναγνωρίζοντας ότι η δύναμή της
πηγάζει από τη συλλογική γνώση, για να μειώσουμε τον απαραίτητο χρόνο εργασίας
και να επιτρέψουμε σε όλους να συμμετέχουν στα οφέλη της αυτοματοποίησης. Ο
στόχος τότε δεν θα ήταν πλέον η ανάπτυξη για την κερδοφορία αλλά το ανθρώπινο
μέτρο του ελεύθερου χρόνου, η δημιουργικότητα του ανθρώπου, το ξεπέρασμα την αποξένωσης.
Και είναι ο σοσιαλιστικός
μετασχηματισμός της κοινωνίας που προσφέρει τις προϋποθέσεις για τη διασφάλιση ότι τα οφέλη της τεχνητής
νοημοσύνης μοιράζονται σε ολόκληρη την κοινωνία αντί να αποθησαυρίζονται από
εταιρείες και γενικά την κυρίαρχη τάξη. Για να δίνεται προτεραιότητα στις ανθρώπινες
ανάγκες, γιατί η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι τόσο το κοινό αγαθό
της ανθρωπότητας όσο και το συλλογικό της δημιούργημα.