Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Στην εσωτερική ειδησεογραφία, ο χαρακτηρισμός  «θρασίμια» που χρησιμοποίησε  ο  πρωθυπουργός Α. Σαμαράς μιλώντας στην  εκδήλωση για τα 40 χρόνια της ΟΝΝΕΔ  για τους φοιτητές  που πρωταγωνίστησαν στα επεισόδια στο πανεπιστήμιο Αθηνών εναντίον του πρύτανη Φορτσάκη «που δεν έχουν αγωγή από την οικογένειά τους και δεν έχουν μάθει το πρώτο μάθημα δημοκρατίας να σέβονται την γνώμη των άλλων» δεν ήταν κάτι συμπτωματικό. Όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται η ποιότητα της φύσης της πολιτικής που ασκείται και αποκαλύπτεται ο σκοπός της από την χυδαιότητα της  γλώσσας της και ιδιαίτερα της ιδεολογίας της.
Ένας πρωθυπουργός  που χρησιμοποιεί αγοραία  γλώσσα για να χαρακτηρίσει κομμάτι της νεολαίας σηματοδοτεί τη συνειδητή  και συστηματική ναρκοθέτηση  κάθε συμβόλου, κάθε ιδεολογίας από τον κυρίαρχο λόγο,  σε μια  εποχή που πια κόβει ο κυρίαρχος λόγος τις  γέφυρες  με όλες τις προφάσεις και  τα προσχήματα του  πολιτικού βίου. Δεν κολακεύουν πια,  αδιαφορούν ακόμα και για την επίδειξη ψυχραιμίας στην αντιμετώπιση κοινωνικών καταστάσεων και γεμάτοι χολή, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί, φτύνουν την περιφρόνησή τους για το πλήθος που πιστεύουν πως πρέπει να τιθασεύσουν. ¨Όλες αυτές οι πρακτικές δεν κατανοούνται πολιτικά με αναφορές περί ήθους, μα μ’  εκείνες της κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης, της ταξικής πάλης δηλαδή. Μόνο εθελοτυφλούντες μπορούν  να ζητούν από την ταξική πάλη, στις διάφορες εκφράσεις της, να περιστρέφεται γύρω από τους γενικούς και συγκεχυμένους κώδικες του ήθους, ανεξάρτητα από τις κυρίαρχες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Η κυρίαρχη τάξη ζώντας  τις αυταπάτες της πιστεύει πως δεν απειλείται επικίνδυνα η ηγεμονία της και πολλοί πολιτικοί της ταυτισμένοι μαζί της επιδεικνύουν τη δύναμή τους  ακόμα και με τις γλωσσικές εκφράσεις τους. Οι οποίες έχει κανείς την εντύπωση ότι είναι μέρος του πολιτικού παιχνιδιού που περιλαμβάνει την υποδαύλιση ενός πολιτικού φανατισμού ελεγχόμενου, ανάμεσα στη συγκυβέρνηση και το ΣΥΡΙΖΑ μεταφέροντας την αντίθεση στο κοινοβούλιο και μόνο σ’  αυτό.
Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση ακινητοποιημένη, όχι όμως παγιδευμένη,  αποκλειστικά στη λογική της εκλογικής αναμέτρησης με λεκτικές ακροβασίες προσπαθεί να αποδείξει την αναγκαιότητα της προκήρυξης εκλογών σε συνδυασμό με μια στοιχειώδη συνεννόηση.  Κι αν  εσκεμμένα στην αξιωματική αντιπολίτευση παραμένει θολή η σφαιρική  πολιτική σκέψη όμως  η πρακτική που αυτή συνεπάγεται αποκαλύπτεται στον λόγο και στη δράση της. Με έναν περίτεχνο λόγο που κάνει πολλές ψευδείς της  αναλύσεις να φαίνονται σωστές χτίζεται η διαδικασία με την οποία μέσω των μειωμένων αντιπολιτευτικών  αντιστάσεων δρομολογούνται οι νέες αναζητήσεις για συναίνεση. Αποφεύγοντας να τοποθετηθεί στο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο της πολιτικής αλλαγής που επαγγέλλεται, χωρίς να έχει αποσαφηνισμένη  διαφορετική στρατηγική διεξόδου από την κρίση, ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει συνειδητά να κινείται στα  πλαίσια  που διαρθρώνουν την αστική  πολιτική σχέση σαν σχέση κατ’  εξοχήν κοινοβουλευτική. Γι’ αυτό και η πολιτική του δράση φτάνει μέχρι το αίτημα για εκλογές και την πρόσκληση για δυνατότητα συμμετοχής όλων των αριστερών δυνάμεων, και πρωτίστως του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου,  με άμεσο τρόπο στην άσκηση και διαχείριση της εξουσίας. Κι έτσι όπως στη δεκαετία του ’80 το Κομμουνιστικό Κόμμα πλαγιοκοπημένο  από το ΠΑΣΟΚ στα στερεότυπα  του παραδοσιακού του λόγου, οπισθοχώρησε στο πεδίο του γενικού πολιτικού λόγου, το ίδιο προσπαθεί να κάνει τώρα και ο ΣΥΡΙΖΑ, ίσως ελπίζοντας πως θα  είναι πιο ικανός από το ΠΑΣΟΚ για να εξαφανίσει το ΚΚΕ.
Κι αν ο θρασύς λόγος των κυβερνώντων  θέλει να εκφοβίσει και να επιδείξει μια δύναμη που δεν κάμπτουν οι λαϊκές αντιστάσεις, η αξιωματική αντιπολίτευση εκμεταλλευόμενη σύμβολα και λόγους του κομμουνιστικού κινήματος αποπροσανατολίζει τα λαϊκά στρώματα εξατομικεύοντας κάθε αντίδραση  μέχρι της τελικής άλωσής της από την κυρίαρχη ιδεολογία. Γιατί στην πραγματικότητα  δεν υπάρχει παρά μια  εφιαλτική συνδιαλλαγή και εξίσωση αντιφάσεων πίσω από το προκάλυμμα  της αριστερής πολιτικής σκέψης που αναζητά εναγωνίως τρόπους για να πείσει για τη διαφορετικότητά της από την κυρίαρχη πολιτική. Το μοντέλο αντιπαράθεσης που υιοθετεί είναι αυτό από όπου οι μάζες απουσιάζουν εμπεδώνοντας  την πεποίθηση της αχρηστίας τους στο πολιτικό προσκήνιο, υποτασσόμενες οριστικά στην εξίσωση ένα άτομο ίσον μια ψήφος.
Και οι δυο κυρίαρχοι της πολιτικής σκηνής συμβάλλουν στην αύξηση της δυσπιστίας  στην πολιτική, ταυτίζοντάς τη με το πολιτικάντικο πυροτέχνημα και το ψέμα. Η  αντιπαλότητα αμβλύνεται  μέχρι ισοπέδωσης, την ίδια στιγμή που  διατηρείται σε λεκτικό επίπεδο, καθιστώντας  αποδεκτό ακόμα και το απαράδεκτο, που κοντεύει να  μετατρέψει σε διαπραγματεύσιμο αντικείμενο όχι μόνο τις καπιταλιστικές λιτότητες αλλά και τις …μάγκικες συμπεριφορές  τύπου ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
Εδραιώνεται η εκλογικευμένη και γενικευμένη ασάφεια, εκτοπίζεται κάθε αναφορά σε κοινωνικές αντιθέσεις και ο πολιτικός λόγος  παραχωρώντας τον σε χιλιάδες άλλες αποσπασματικές πληροφορίες ή συμβολισμούς κενού περιεχομένου καταντά παράθεση ασύνδετων προτάσεων που δεν αναλύει την πραγματικότητα. Και η σκέψη αφήνεται άοπλη, ανίκανη να συσχετίσει τα επιμέρους φαινόμενα και φτάνει στην απλοποίηση των πάντων,  η λατρεία της οποίας  δεν είναι δύσκολο να οδηγήσει ως το φασισμό.  Σ’ αυτό το μοντέλο αποσυνθετικής πολιτικής σκέψης η αριστερά αξιωματική αντιπολίτευση προσθέτει τον ανθρωπισμό της, ασκόπως και ακόπως ηθικολογούσα. Κι όλα αυτά  για να  νεκρώνει κάθε προσπάθεια λαϊκής αντίδρασης,  γιατί αυτό που φοβίζει είναι ένα ενεργοποιημένο λαϊκό κίνημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: