Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΟΗΜΑΤΟΣ



Ελευθερία, δημοκρατία, αγορά. Λέξεις που απασφαλίζουν και  κρύβουν στην ιλύ του κυρίαρχου λόγου του καπιταλισμού τις  νάρκες που απειλούν το κυρίαρχο σύστημα και  ο ζήλος των ΜΜΕ, της διανόησης και των πολιτικών του αφαιρούν από το γύρω έδαφος. Το ναρκοπέδιο επιμελώς κρύβεται και περιχαρακώνεται. Κρύβεται πίσω από διακηρύξεις για  την ελευθερία που επικράτησε στην Ευρώπη μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, για την δημοκρατία που  θριάμβευσε μετά την πτώση των «ολοκληρωτικών καθεστώτων», για την αγορά που δίνει σε όλους ευκαιρίες να βελτιώσουν τους υλικούς όρους ζωής τους.
 Γι’ αυτό λοιπόν, για μια ακόμα επέτειο, η 25η είναι η φετινή, μόνο πανηγυρισμοί έχουν θέση για το γκρέμισμα του «τείχους  του μίσους» στο Βερολίνο. Επικό πλήγμα στην τυραννία χαρακτήρισε η Α. Μέρκελ το γκρέμισμά του, μια ανατολικογερμανή που επέστρεφε από σάουνα, όταν είδε να πέφτει το τείχος του Βερολίνου και τώρα είναι καγκελάριος της ενωμένης καπιταλιστικης Γερμανίας και Ευρώπης – έτσι απλά.
Και τα  25 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τώρα,  στις βασανιστικές απορίες και τα αναπάντητα ερωτήματα για τις υπόγειες διαδρομές ιδεολογιών,  τις σκοτεινές δράσεις πολιτικών, τις άρρητες συμφωνίες οικονομικών συμφερόντων, δεν έδωσαν απάντηση πέρα από εικασίες, περιπτωσιολογίες, απλοϊκές ερμηνείες σύνθετων καταστάσεων. Θέσεις που ελκύουν  επειδή ποντάρουν στην καταπτόησή μας και μεταμφιέζουν σε ερμηνείες τους εξορκισμούς και τους μύθους, διαμορφώνοντας ένα φαντασιακό περιβάλλον όπου έννοιες  και ανάγκες που θεωρούνταν επαναστατικές  συνδέθηκαν μόνο με κρίματα κι εγκλήματα που αποδόθηκαν στον υπαρκτό  σοσιαλισμό για να ακυρωθούν τελειωτικά.
 Κινούμαστε σε ένα διάχυτο και πλαδαρό παρόν που απαιτεί  τη δικαίωσή του στην κατασκευή και ερμηνεία του παρελθόντος.  Αφουγκραζόμαστε  το παρελθόν μέσα στο παραισθησιογόνο νεφέλωμα της καπιταλιστικής  κοινωνίας που με μαρτυρίες, μυστικά έγγραφα, προσωπικά βιώματα κατασκευάζει τα  «τέρατα» του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το σοσιαλιστικό  παρελθόν δεν καταδικάστηκε απλώς,  αλλά περιφρονήθηκε, άδειασε από την αγωνία του και τον αγώνα του για μετασχηματισμό της κοινωνίας, τραυματίστηκε η ύπαρξή του από την πλήρη απουσία νοήματος  άλλου από τη χρησιμοποίησή του ως όχημα εξουσίας και δύναμης μιας δράκας ανθρώπων.
  Και τελικά απόμειναν ένθεν κακείθεν του πάλαι ποτε τείχους  οι πολυεθνικές και ένα κενό. Ταυτίζοντας τα όνειρα των ανθρώπων με την καρικατούρα τους, που τελικά επικράτησε, εκχωρήθηκαν  τα πάντα  σ’ εκείνους που μόνο την καρικατούρα χρειάζονται και που συγχέοντας σκόπιμα την ελευθερία  με την άνεση, με υποσχέσεις για την απόλυτη  κατανάλωση και ευδαιμονισμό  σπεύδουν τώρα να καλύψουν  τη διάψευση με εκφοβισμούς και απειλές.
              Σαν η πτώση του τείχους να έρχεται από κείνο το μακρινό ’68 που εδραίωσε  στην αντίληψή μας ότι η επανάσταση είναι θέμα επιλογής μουσικής, που ενώνει όλους τους ανθρώπους –και τι άλλο θέλουμε όλοι από αγάπη;
Οι διαδικασίες που τα αποτελέσματα βιώνουμε τώρα επώδυνα ξεκίνησαν από τότε, όταν η συναινετική–παθητική δημοκρατία, η περιθωριοποίηση του κομμουνιστικού κινήματος έγινε ο κανόνας της πολιτικής ζωής. Κάθε λόγος αντίθετος διαστρεβλώνεται και χλευάζεται. Ο ορίζοντας κλειστός πια, καμιά διέξοδος. Να μην υπάρχει καμιά  αξιόπιστη, ιδεολογικά εδραιωμένη κοινωνική πρόταση, κάθε αγώνας  να είναι πολλαπλά υπονομευμένος. Γι’ αυτό και δεν έχουν τέλος ο χλευασμός, ακόμα και μέσα από απλοϊκά ανέκδοτα, και οι κατηγορίες για τη ζωή στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είναι απολύτως φυσικό να υπάρχουν χιλιάδες φτωχοί που δεν επιβιώνουν στον καπιταλισμό, αλλά είναι απολύτως απαράδεκτο να μην μπορεί ο σοσιαλισμός να εκπληρώσει όλες τις καταναλωτικές ανάγκες των ανθρώπων.
Η πτώση  του τείχους έγινε το σύμβολο  της νέας συναινετικής δημοκρατίας που έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό  να μην νομιμοποιεί όσους δεν τη νομιμοποιούν. Σ’ όλη την Ευρώπη δεν νομιμοποιείται, ούτε καν ιδεολογικά,  κανείς να διεκδικεί στο πολιτικό επίπεδο μια ριζική, ολοκληρωτική διαφορετικότητα. Δεν έχει λόγο ύπαρξης και τόπο να σταθεί κανένας σχηματισμός που να δηλώνει και πολύ περισσότερο να δρα σαν δύναμη  ανατροπής. Την ίδια στιγμή  που θριαμβικά αναγγέλλεται η  πτώση «ολοκληρωτικών καθεστώτων», επιβάλλεται  ο ολοκληρωτισμός της θεσμικής συναίνεσης. Η προσχώρηση μάλιστα των ανατολικών κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού στον καπιταλισμό παρέχει την πολιτικοϊδεολογική κάλυψη, το βεληνεκές  και την ιδεολογική νομιμοφάνεια  για αποδοχή του εγχειρήματος. Εκτός της συναινετικής νομιμότητας τίθενται όσοι θέτουν προτεραιότητα όχι στην εδραίωση και υπεράσπιση των αστικών–κοινοβουλευτικών  θεσμών, αλλά στο ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού.
Όλες οι αλλαγές σε μια δεδομένη (φτάνοντας στα όρια της μεταφυσικής) κατάσταση αναμένονται από τα πάνω: πέρασμα της πολιτικής πρωτοβουλίας στα χέρια των  επαγγελματιών πολιτικών, μιας πρωτοβουλίας που βρίσκει τη δικαίωσή της κάθε τέσσερα χρόνια μέσω της λαϊκής επιδοκιμασίας κι έτσι εκπληρώνεται και η αρχή της πλειοψηφίας, η εγκατάλειψη της ταξικής σύγκρουσης προς χάρη της …συναινετικής συνύπαρξης, η είσοδος κάθε πολιτικής δύναμης στο προσκήνιο όχι πλέον από  θέσεις αντιπαλότητας αλλά από θέσεις  συνεργασίας και διαλόγου, η έλλειψη κοινωνικού οράματος που να δίνει περιεχόμενο στη δημοκρατία στην οποία όλοι τώρα δηλώνουν πίστη, η εφαρμογή με άλλα λόγια του τριπτύχου  ιδεολογική υποταγή – συναίνεση –δημοκρατία είναι τα κύρια σημεία του νέου μοντέλου. Και ό,τι ονομάζεται αριστερά, γίνεται δεκτή στην πολιτική σκηνή  στο βαθμό που έχει εγκαταλείψει όχι μόνο το αίτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού,  αλλά ακόμα και το  αίτημα της αντίστασης στις επιλογές  του καπιταλισμού, ενώ υπάρχει μόνο το αίτημα και οι αξίες της προσαρμογής.
Μαζί με το τείχος του Βερολίνου γκρεμίστηκε και η ταξική πάλη. Στην πραγματικότητα εκείνο τα τείχος αυτή τη σύγκρουση σηματοδοτούσε. Η πτώση του τείχους  σηματοδοτεί όχι μόνο την εγκατάλειψη της ταξικής σύγκρουσης αλλά και την παραδοχή της ανυπαρξίας της. Το δέλεαρ του καταναλωτισμού που υποσχέθηκε μια ατέλειωτη διαταξική ευδαιμονία και  στους ανατολικογερμανούς ήταν το επιστέγασμα μιας διαδικασίας, όπου τα ίδια τα πράγματα γίνονται η πραγματικότητα της συνείδησης, η συνείδηση της πραγματικότητας. Κι αυτό σημαίνει ότι πια την εξέλιξη των κοινωνιών ούτε η οικονομία και η πάλη των τάξεων την καθορίζει κι επομένως το όραμα του κομμουνισμού για αταξική κοινωνία είναι το λιγότερο ανεδαφικό, αν όχι κι εγκληματικό.
Την ίδια στιγμή βέβαια τα τείχη δεν παύουν να υψώνονται, με τη δική μας συναίνεση. Από τον Εβρο μέχρι την Παλαιστίνη στα καθ’ ημάς. Για να αποκλείσουν τον άλλο που του αποδίδονται πια φυλετικά χαρακτηριστικά. Τώρα τα νέα τείχη, νομιμοποιημένα ιδεολογικά στη συνείδησή μας, είναι για ν’ αποτρέψουν άλλες φυλές να εισχωρήσουν στον καταναλωτικό μας παράδεισο που παραπαίει. Δεν υπάρχουν ταξικοί διαχωρισμοί πια αλλά μόνο φυλετικοί –πακιστανοί, αφγανοί, παλαιστίνιοι κλπ. Η σύγκρουση ταξικών συμφερόντων περιβλήθηκε  με ιδεολογικούς  και ηθικούς όρους περί ελευθερίας, όπου η ελευθερία  πολυεθνικών συμφερόντων εξισώθηκε  με την ελευθερία από κάποια κοινωνικά δεσμά. Πάντα ο καπιταλισμός τα πήγαινε καλύτερα με τις φυλετικές διακρίσεις, γιατί  ο φασισμός σε ώρα ανάγκης μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλία. Η συνειδητοποίηση της ταξικής πάλης ήταν ανέκαθεν το πρόβλημά του, γιατί τότε υπάρχει κίνδυνος της οργάνωσης και του αγώνα των υποτελών τάξεων. Γι’  αυτό και το κομμουνιστικό κόμμα που μπορεί να οργανώσει αυτόν τον αγώνα αν δεν έχει γίνει δυνατό να διαλυθεί είτε  μέσα στην πολιτική  θαλπωρή της συναίνεσης είτε μέσα στην κινητικότητα των κινημάτων πρέπει να περιθωριοποιηθεί, να χλευαστεί, να συκοφαντηθεί.
Και εις πείσμα του χλευασμού, της περιφρόνησης και της κατασυκοφάντησης συνεχίζεται να υποστηρίζεται ακόμη, έστω και από λίγους, ότι η κομμουνιστική αντίληψη των πραγμάτων είναι αυτή που έχει καταλάβει  το σωστό οχύρωμα, τη σωστή σκοπιά, εκείνη που επιτρέπει να βλέπει η εργατική τάξη πέρα από τα υψώματα που της  κρύβουν τη θέα.
Το μέλλον τρέχει κατά πάνω μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: