Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΝΩΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ

     

        Πριν μερικές μέρες, στο κανάλι της Βουλής, σε επανάληψη της παλιάς εκπομπής «Φώτα Πορείας» της Ε. Ακρίτα καλεσμένη ήταν η Μαρία Ρεζάν, που ανάμεσα στ΄ άλλα αναφέρθηκε στην αυτοεξορία της στο Παρίσι στα χρόνια της χούντας, τις δυσκολίες της  τον πρώτο καιρό, την εργασία της στο «Lexpress»  κλπ. Μια  αστική φιλελεύθερη ματιά στη χούντα και τις συνέπειές της μέσα από συγκεκριμένα περιστατικά, ενδεικτικά εκείνης της εποχής, που κοίταζε με  μεγεθυντικό φακό ακόμα και ασήμαντα περιστατικά εκδήλωσης αντιδικτατορικού φρονήματος.

            Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τη χούντα και την πτώση της  μπορεί κανείς ν’  αναγνωρίσει, με την εμπειρία της μετέπειτα γνώσης, ακριβώς σ’  εκείνη την εποχή τη μήτρα που μας διαμόρφωσε. Όσο κι αν επιθυμούμε να δούμε τα πράγματα με καλή προαίρεση, είμαστε  σχεδόν υποχρεωμένοι  να δυσπιστούμε πια  απέναντι στον  μύθο που  τότε δημιουργήθηκε και τώρα μοιάζει να απογυμνώνεται τόσο γρήγορα και απροσχημάτιστα. Ο μύθος της  αντιστασιακής ενότητας που έφερε πλάι πλάι τον κομμουνιστή  με τον αστό  στον αγώνα εναντίον της χούντας, υπήρξε καθοριστικός για να μπουν τα θεμέλια της συναίνεσης στο πολιτικό σύστημα και της απόρριψης της ταξικής πάλης.  Όλοι, αντιστασιακοί και καιροσκόποι,  στεγάστηκαν κάτω από το μύθο  αυτής της ενότητας, αδιαφοροποίητης ταξικά, επειδή ακριβώς τους άνοιγε πιο εύκολα το δρόμο, ενώ  επιδίωξη πια γίνεται η ωραιοποίηση της ζωής  μέσα στα πλαίσια  του αστικού καθεστώτος. 
        Την άλλη αντίσταση, τη ματωμένη και ηττημένη, ανέλαβε να τη φέρει στα μέτρα της μικροαστικής μας νοοτροπίας και των αστικών συμφερόντων το ΠΑΣΟΚ με τον Α. Παπανδρέου. O Α. Παπανδρέου είχε ξεμπερδέψει αριστοτεχνικά με όλα αυτά, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη   εθνικής αντίστασης εναντίον των δυνάμεων κατοχής, αλλά  θεωρώντας λάθος τον εμφύλιο. Πολλοί από κείνους που μάτωσαν στα βουνά στα δυο αντάρτικα πίστεψαν στην αλλαγή του Παπανδρέου και θεώρησαν ότι ο αγώνας τους δικαιώθηκε. Γι’  αυτό θα έπρεπε όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις να ενωθούν υπό τη σκέπη του ΠΑΣΟΚ  για να πολεμήσουν τη δεξιά των στρατοδικείων, του Αι Στράτη και της Γιούρας.
            Μόνο που τριάντα χρόνια μετά από κείνη την αναγνώριση καταλαβαίνουμε τώρα πως ο μόνος αγώνας που δικαιώθηκε τότε ήταν ενάντια στη σκληρότητα ενός αντικομμουνιστικού κράτους, ο αγώνας απέναντι στην εξορία, ο αγώνας για την  κατάκτηση της νομιμότητας και για ισοπολιτεία, ο αγώνας τελικά για την επιβίωση, όχι εκείνος του ΕΑΜ. Εξάλλου οι όροι του παιχνιδιού ήταν δεδομένοι. Όλοι όσοι αγωνίστηκαν στο ΕΑΜ και στο Δημοκρατικό Στρατό στα χρόνια της μεταπολίτευσης θεωρήθηκαν πια αποχρωματισμένοι και ακίνδυνοι, λόγω ιστορικών εξελίξεων, ενώ τους περισσότερους από τους αγωνιστές  το ΠΑΣΟΚ τους  χρησιμοποίησε για να τονίσει σε ένα συμβολικό επίπεδο ότι γίνεται πράξη το μήνυμα της συμφιλίωσης. Η επίκληση  επομένως στο παρελθόν δυσχέραινε αυτό το έργο. Κι έτσι δρομολογήθηκε η απογύμνωση της ζωής μας από την ιστορία  και η καταφυγή μας σε ενωτικούς μύθους, που κανείς τους δεν υπερασπιζόταν τους αγωνιστές ως αυτό που υπήρξαν, επαναστάτες. Κι όμως, αν αυτοί   είχαν επιβιώσει αυτό έγινε όχι χάρη στη μεγαθυμία των νικητών  παρά κόντρα στη θέλησή τους. Ενώ ο κόσμος των νικητών που τότε κινδύνεψε, διασώθηκε και  επιβίωσε με την τρομοκρατία, εξακολουθούσε  να μας πνίγει με το λόγο του που εσωτερικεύσαμε και αποδεχτήκαμε.
          Είναι  λοιπόν φυσικό, ανεξαρτήτως ταξικών διαχωρισμών, μια ολόκληρη γενιά, η πιο παραγωγική ηλικία της  τωρινής εποχής της κρίσης, να γαλουχηθεί με τον ενωτικό  μύθο της αντίστασης ενός γενναίου λαού, μιας αντίστασης που οι αγέννητοι στη δικτατορία ταύτισαν με γιορτή, περιπέτεια, εμπειρία, επιτυχία κλπ.  και να κάνει  κτήμα της νέες έννοιες της λέξης  «επανάσταση»  διοχετεύοντάς τη σε κάθε τομέα και χρησιμοποιώντας τη σαν σφραγίδα για κάθε εμπειρία. «Επαναστάσεις» και αμφισβητήσεις, χωρίς κόστος για κανένα, έγιναν μόδα. Όπως τη Ρεζάν,  που έφτασε στο Παρίσι κι έγινε αρχισυντάκτρια στο «Lexpress», εκατοντάδες άλλους διαφωνούντες απλώς ή  αντιστασιακούς της αλλοδαπής και ημεδαπής γνωρίσαμε σαν  πετυχημένους σε κόμματα, επιχειρήσεις κλπ. Γέμισε το πολιτικό, κοινωνικό, καλλιτεχνικό, διανοούμενο προσκήνιο από αντιστασιακούς που σχημάτισαν  τις νέες ηγετικές ομάδες. Η αντίσταση δέχτηκε τέτοια διασταλτική  ερμηνεία τότε, που περιλάμβανε απλώς και την ακρόαση του BBC, ώστε παρόλο που η πλειοψηφία του ελληνικού λαού  δεν έζησε  τη μάχιμη αντιστασιακή πραγματικότητα, να πιστέψει ότι ήταν  η αντίστασή του  ο ενεργητικός παράγοντας που έριξε τη δικτατορία και οι πραγματικές αντιστασιακές πράξεις λειτούργησαν … συμπληρωματικά. Εκτός λοιπόν  απ’ αυτούς που οργανώθηκαν, κυρίως  από τις γραμμές της αριστεράς, για τις σημαντικότερες αντιστασιακές πράξεις, λίγοι βίωσαν τον πόνο και την καταστροφή στη ζωή τους. Οι περισσότεροι απόντες στην αντίσταση δηλώσαμε παρόντες στο μεταδικτατορικό προσκλητήριο, που κάποιοι άλλοι κάλεσαν.
        Εκπαιδευτήκαμε λοιπόν τόσα χρόνια να ταυτίζουμε την πραγματικότητα  με τα ομοιώματά της, να πειθόμαστε ότι οι  συμβολικές πράξεις αρκούν για να εκφράσουν τη θέλησή μας,  ότι κοινά είναι τα συμφέροντα εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων,   εφόσον  ζούμε πια σε μια ώριμη συμφιλιωμένη κοινωνία χωρίς ταξικές διαιρέσεις και ανεξέλεγκτες συγκρούσεις, αρνούμενοι να αποδεχτούμε τη βιαιότητα του ταξικού πολέμου.
        Και καταλήξαμε στην καταδίκη  της επαναστατικής δράσης της εργατικής τάξης, ενώ πιστέψαμε ότι  επαφίεται η πραγματοποίηση του σοσιαλισμού στην καλή θέληση όλων των ανθρώπων,  εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων.
       Κι ίσως γι’  αυτό τώρα πιστεύουμε, μια μεγάλη πλειοψηφία,  πως δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε συγκεκριμένα και πρακτικά την πολιτική που μας επιβάλλει την εξαθλίωσή μας και περιμένουμε από κάποιους άλλους να αντισταθούν εναντίον των κακών καπιταλιστών, όχι του καπιταλισμού,  έτοιμοι όμως  πάντα να συμμετάσχουμε στη νίκη… αν έρθει.
   Διαφορετικά, σερνάμενοι  πλέουμε στη μιζέρια και την εξαθλίωση… περιμένοντας το θαύμα

Δεν υπάρχουν σχόλια: