Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

       Στις τελευταίες ειδήσεις συμπεριλαμβάνονται και  η συγκέντρωση έξω από τον Αρειο Πάγο των μελών έξι δικαστικών ενώσεων και η συμμετοχή ένστολων, - αστυνομικών, πυροσβεστών, λιμενικών,  - σε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας σαν αντίδραση στις περικοπές στα ειδικά μισθολόγια στο πλαίσιο του πακέτου των 11,5 δις. ευρώ που σχεδιάζει η κυβέρνηση. 
              Δίνεται η εντύπωση ότι  διευρύνεται το πεδίο  των κοινωνικών ομάδων από τις οποίες δυσκολεύεται πια η άρχουσα τάξη να  αποσπάσει τη συναίνεση της. Κι αυτές οι κοινωνικές ομάδες είναι δικαστικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί κλπ. Φαίνεται  σαν μ’  αυτές τις αντιδράσεις  να  αναδεικνύεται μια βασική εσωτερική αντινομία στη φιλελεύθερη δημοκρατία μας.  Η λειτουργία των θεσμών της, που έχουν θεσπιστεί από την αστική τάξη, μοιάζει να στρέφεται εναντίον της και φορείς αυτών των θεσμών να αμφισβητούν βασικές επιλογές της άρχουσας τάξης, όπως εκφράζονται από τους τωρινούς διαχειριστές της κρατικής εξουσίας. Εύκολα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε  πως η οικονομική κρίση τείνει να γίνει και κρίση εξουσίας.
             Βέβαια,  η  κρατική εξουσία, για να υπάρξει σαν τέτοια,  πρέπει να έχει  ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής, δηλ. να μπορεί  να κάμψει ακόμα και με τη βία κάθε άλλη θέληση ή δύναμη που της αντιτάσσεται.  Γι’  αυτό το κράτος διαθέτει  όργανα εξοπλισμένα με ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής  και μέσα, υλικού ιδίως, καταναγκασμού ασυναγώνιστα,  ένοπλες δυνάμεις, αστυνομία, διοίκηση, δικαστήρια κλπ. που είναι ικανά να λυγίσουν  και να υποτάξουν κάθε δύναμη που αντιτίθεται στην εξουσία του, μέσα στο χώρο όπου αυτή ασκείται. 
                    Ταυτόχρονα όμως η κρατική εξουσία οργανώνει με κανόνες δικαίου, με νομικούς κανόνες τον τρόπο της άσκησής της, κι έτσι  δείχνει να αυτοπεριορίζεται,  να αυτοδεσμεύεται να μην ενεργεί αυθαίρετα, αλλά όταν και όπως ο νόμος ορίζει. Μ’  αυτόν τον τρόπο καθιδρύει μια συγκεκριμένη νομιμότητα και είναι οι δικαστές που την εκφράζουν. Στην ουσία βέβαια,   η θεωρία της κυριαρχίας των νόμων προσπαθεί να επικαλύψει το γεγονός ότι είναι  μια κυριαρχία της αστικής ελίτ μέσα στο πρίσμα των συμφερόντων της κοινωνικής της τάξης, ώστε οι πραγματικές σχέσεις εξουσίας  να βρίσκονται εκτός ορατού πεδίου.  
                      Επομένως,   τώρα που   βλέπουμε στηρίγματα  αυτής της εξουσίας, όπως αστυνομία, δικαστικό σώμα, στρατός να αισθάνονται  ότι η συγκεκριμένη κρατική εξουσία στρέφεται εναντίον τους  και  ότι των κυβερνώντων το ενδιαφέρον περιορίζεται μόνο στον επικοινωνιακό χειρισμό αυτής της αγανάκτησης, ίσως δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε πιστεύοντας ότι η οικονομική κρίση προκάλεσε ή τουλάχιστον ενδέχεται  σύντομα να προκαλέσει και κρίση εξουσίας.
                 Όταν η άρχουσα τάξη φοβάται πως   η  λειτουργία των θεσμών της αστικής δημοκρατίας θα στραφεί  εναντίον της,   σε ένα πρώτο στάδιο δρομολογεί την πορεία  αναίρεσής τους, επιλέγοντας  μηχανισμούς  αναστολής τους, με τροποποιήσεις,  παραλλαγές και αλλοιώσεις θεσμών και διαδικασιών είτε ως προς τους φορείς τους είτε ως προς το αντικείμενό τους. Επιδιώκεται  λοιπόν να ελέγχονται αποτελεσματικά βουλή, διοίκηση κράτους, δικαιοσύνη, αστυνομία κλπ. ώστε τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα που αντιδρούν στο υπάρχον καθεστώς  να μη διογκώνονται, αλλά να  διοχετεύονται αποστειρωμένα σε κανάλια που δεν ξεχειλίζουν και δεν διαρρηγνύονται.  Κι έτσι ενώ  διατηρούνται οι δημοκρατικές διαδικασίες, αρχίζουν να ανυψώνονται διαδοχικοί ανασταλτικοί φραγμοί  που να ελαχιστοποιούν η να ελέγχουν πλήρως την πολιτική και κοινωνική παρουσία των κυριαρχούμενων τάξεων.  
                   Όταν όμως διαπιστώνεται ότι οι  συγκεκριμένοι κυβερνώντες στρέφονται εναντίον των φορέων   αυτών των θεσμών  που μπορούν να λειτουργούν ως μηχανισμοί καταστολής, φυσικής ή ιδεολογικής, των κοινωνικών αντιδράσεων, αλλά μέσα σε πλαίσια, έστω και τυπικά, μιας δημοκρατικής νομιμότητας,  το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς σαν πανικός  από τη μεριά της ντόπιας άρχουσας τάξης, μήπως δεν φανεί πειθήνια   στις εντολές των κυρίαρχων κέντρων,  αλλά ίσως και σαν ένδειξη για τους απώτερους στόχους της, που μπορεί να φτάνουν και στην  ανοιχτή  κατάλυση των θεσμών.  
                    Η πρόκληση δυσαρέσκειας σ’  αυτές τις κοινωνικές ομάδες, από τη μεριά των κυβερνώντων, ίσως είναι και  υπενθύμιση για το ποιος έχει τον ηγεμονικό ρόλο και  ένδειξη ότι πλησιάζουμε στο σημείο εκείνο, όπου αναζητούνται άλλες επιτήδειες μεθοδεύσεις, όχι πια για την απόσπαση της συγκατάθεσης, έστω και εκβιαστικά, αλλά για την αυταρχική επιβολή των επιλογών των κυρίαρχων κέντρων  με  νόθευση και διαστρέβλωση της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας.  
                    Ισως πια η  εγχώρια κυρίαρχη τάξη, που στη διεθνή σκακιέρα δεν μετρά και πολύ, θεωρεί  ότι μπορεί  να παρατείνει  την επιβίωσή της  μόνο αν η  δημοκρατία ολοένα θα τείνει να παραμορφώνεται και να αναιρείται μετατρεπόμενη σε αυταρχικό καθεστώς, προετοιμάζοντας μάλιστα  αυτή τη μετεξέλιξη με την χρησιμοποίηση,  σαν το μακρύ της χέρι, της Χρυσής Αυγής.  Διαπιστώνοντας  πως οι διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας  δεν εξυπηρετούν την κοινωνική τάξη προς όφελος της οποίας έχουν εγκαθιδρυθεί δεν είναι δύσκολο να τις απαρνηθεί με τον ένα ή άλλο τρόπο. Για το αν θα τις απαρνηθεί ολότελα και αν θα καταλύσει ανοιχτά τους θεσμούς της δημοκρατίας θα εξαρτηθεί από τον συσχετισμό των  πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων. Και τότε βέβαια αυτές οι κοινωνικές ομάδες που τώρα διαμαρτύρονται προς τους συγκεκριμένους, αναλώσιμους πολιτικούς,  στην πλειοψηφία τους, θα γίνουν τα όργανα αυτής της μετεξέλιξης.   
                  Και βέβαια, μη ξεχνάμε,  ότι και ο ελάχιστος   περιορισμός των δημοκρατικών ελευθεριών  αφορά  όλους τους εξουσιαζόμενους, ακόμα κι αν φαίνεται πως σε συγκεκριμένη στιγμή αφορά και προσβάλλει  ορισμένους μόνο από αυτούς - η αρχή δεν θα είναι μόνο οι μετανάστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: