Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΕΜΟ;


      Μπορούσαμε ποτέ μέχρι τώρα να φανταστούμε  πόσες προσπάθειες αντιπροσωπεύει το να κρατηθούμε στο ίδιο σημείο;  Ένας ολόκληρος λαός, εμείς,  εδώ και είκοσι μήνες  μόνο αυτό προσπαθούμε απελπισμένα. Μη χάσουμε ό,τι πετύχαμε την τελευταία τριακονταπενταετία.
          Την ίδια στιγμή, μια αδράνεια για αντίδραση στα τεκταινόμενα  συναντάμε στους περισσότερους από μας, μια αδράνεια που κατά περίεργο τρόπο συνδυάζεται  με μια κοπιαστική δραστηριότητα, συχνά μάλιστα πυρετική -  να κατοχυρώσουμε το μέλλον μας, να διασώσουμε ό,τι  μπορούμε  από το παρόν μας. Μετατρέπουμε έτσι έναν ταξικό αγώνα σε σύγκρουση γενεών η κλάδων εργαζομένων. Γι’ αυτό  καταδεχόμαστε να συζητάμε αν θα εφαρμοστεί το ενιαίο μισθολόγιο στους νεοεισερχόμενους ή  σε όλους, αν θα  δίνονται τα  επιδόματα ως «προσωπική διαφορά» για να γίνει ομαλά, σε ορίζοντα επταετίας, η προσαρμογή των μισθών κλπ.αποδεχόμενοι την αναγκαιότητα αυτών των αλλαγών.
          Όλοι μας σχεδόν στους διάφορους  κύκλους, είμαστε  δυσαρεστημένοι. Πολλοί  αισθανόμαστε την ίδια αηδία για τους κυρίαρχους της ημέρας, για το διεφθαρμένο πνεύμα τους. Όλοι σχεδόν έχουμε  την ίδια θλιμμένη συνείδηση των προδομένων προσδοκιών μας.  Κι αυτό δεν οφείλεται πια μόνο  σε προσωπικές μνησικακίες, μοιάζει να  είναι η πίκρα των νικημένων ανθρώπων και των νικημένων τάξεων,  των διωγμένων από την εξουσία και από τον κύκλο της δραστήριας  ζωής. Είναι  ένα αίσθημα βουβό, γενικό,  βαθύ:  προϊόντος του χρόνου θα  το συναντούμε  παντού, ακόμα και  στους ίδιους τους  τροχούς της κυβερνητικής μηχανής. Ήδη υπουργοί της κυβέρνησης,  κάποιοι εξαντλημένοι, κάποιοι  περιφρονημένοι, κάποιοι υπερφίαλοι  αλλά αποφασισμένοι,  προσπαθούν να διασωθούν, γι’  αυτό και οι  συγκρούσεις υπουργών μεταξύ τους (βλ. Ρέππας- Ραγκούσης ), οι αντιφάσεις στις ενέργειες του ίδιου υπουργού ( βλ. Βενιζέλος με τρόικα) κλπ
     Η εμπιστοσύνη μας έχει δηλητηριαστεί. Κι ωστόσο δεν δείχνουμε καμιά διάθεση να αντιδράσουμε.  Έχουμε  από τα πριν αποθαρρυνθεί. Επαναλαμβάνουμε: Δεν γίνεται τίποτε. Και αποστρέφοντας δειλιασμένα τη σκέψη μας  και τα λόγια μας  από τα θλιβερά πράγματα, πασχίζουμε να βρούμε καταφύγιο στην οικογενειακή ζωή.
       Και δεν έχουμε αρκεστεί να απαξιώνουμε μονάχα κάθε πολιτική δράση! Ακόμα και σ’  αυτόν τον κύκλο της καθημερινής μας  δραστηριότητας, ακόμα και πολλοί από τους πιο ευσυνείδητους  ανθρώπους, αποστρεφόμαστε  να πάρουμε θέση. Συνεχίζουμε  τις εξευτελιστικές επαφές με ανθρώπους   που περιφρονούμε,  στην προσπάθεια που καταβάλλουμε  να διατηρήσουμε  την κοινωνική μας  θέση,  αποφεύγοντας  όμως ν’     αρχίσουμε τον αγώνα ενάντιά τους, γιατί τον κρίνουμε από τα πριν σαν ανώφελο.    
       Φτάνουμε σιγά - σιγά     στο σημείο, κανένας να μην κάνει ούτε τις υποτυπώδεις απαραίτητες ενέργειες για να κινηθεί η κρατική μηχανή:  ούτε το κράτος ούτε οι πολίτες. Και οι δυο βρίσκουμε  πως ξοφλάμε με το να κατηγοράει  ό ένας  τον άλλο, περιμένοντας κανένα θαύμα.
        Ίσως μοχθήσαμε πολύ για να φτάσουμε ο καθένας μας να ανέβει κοινωνική τάξη και δεν είχαμε καιρό να σκεφτούμε. Καταλήξαμε ένας λαός που θεωρεί πως το να σκέφτεται μόνος του δεν είναι  δική του υπόθεση. Μια που εκείνοι  στους οποίους είχε αναθέσει να σκέφτονται για λογαριασμό του, οι ηγέτες του, τον οδηγούν στην οικονομική εξαθλίωση, πρέπει να το αποδεχτεί, φροντίζοντας ατομικά ο καθένα να γλιτώσει όπως μπορεί.
       Η κριτική μας έχει διαστραφεί από ιδέες που εκ των προτέρων έχουν σχηματιστεί, που δεν τις κατανοούμε αλλά τις ενστερνιζόμαστε. Ζούμε περιβεβλημένοι από μια ιδεολογία, - για την ελεύθερη οικονομία, δημοκρατία και ατομικά δικαιώματα, - που λειτουργεί σαν αξίωμα στην πολιτική ζωή, και  κάθε τι που την επικαλείται έχει το αυτοπόδειχτο ενός θεωρήματος. Και η οικονομική καταστροφή που αρχίζει θεωρείται συνέχεια της απόδειξης. Άρα και αναπότρεπτη.
      Ίσως πια δεν πιστεύουμε σε τίποτε,  γι’  αυτό δεν ξέρουμε τι να υπερασπιστούμε. Ασχολούμαστε με λεπτομέρειες για τα ασήμαντα και αδιαφορούμε για τις ελλείψεις στα σημαντικά. Αναλύουμε τους δεκατέσσερις, η μήπως δεκαεπτά, μισθούς των υπαλλήλων της βουλής, τα εισοδήματα των  πενηντέξι, ή μήπως ογδόντα χιλιάδων ευρώ,  κάποιων εργαζομένων, με την ιδιότητα του εργάτη, στην τοπική αυτοδιοίκηση, προσπαθώντας να κάνουμε πιο οικείο και κοντινό το πρόβλημά μας, για να έχουμε εμείς την ψευδαίσθηση  ότι μπορούμε να το υπερβούμε και οι κυβερνώντες  το επιχείρημα για την δική μας ενοχή. Ότι όλα αυτά ανήκουν σε ένα οικονομικοπολιτικό σύστημα που θα μπορούσε να αλλάξει ή τουλάχιστον να πιέσουμε για μια αλλαγή κατεύθυνσής του μας φαίνεται εξωπραγματικό.
      Φυγομαχούμε, επικαλούμενοι την αδυναμία μας, κι ας ξέρουμε ότι  όλοι, και ο μικρότερος και ο μεγαλύτερος έχει πάντα μια δύναμη. Μια συνείδηση ισχυρή που τολμάει να προβάλλει την παρουσία της είναι πάντα μια δύναμη.
     Η κοινωνία μας έχει μπει σε φάση αρρυθμίας και ιδεολογικής χρεοκοπίας;  
  Το πρόβλημα πάντως  είναι πως η μεγάλη μάζα των εργαζομένων δεν φαίνεται να αναζητεί μια πολιτική που οργανώνει και συσπειρώνει, μοιάζει σαν  η  μεγάλη μάζα των εργαζομένων να παραμένει στη γωνία, νικημένη χωρίς να έχει  πολεμήσει.
      Και το πιο φοβερό θα είναι  αυτή η γενίκευση της σύγχυσης και η  επέκταση της κοινωνικής αμηχανίας να  οδηγήσει τους εργαζόμενους  στην ολοκληρωτική παραίτηση από κάθε αγώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: