Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΔΑΟΥΣ

            Έχει γίνει αποδεκτή εδώ και μια εικοσαετία η  συναίνεση, στις πιο βασικές πολιτικές επιλογές, που εδράζεται στον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων, με τη συγκατάθεση και της αριστεράς, και στηρίζεται στα μέσα ενημέρωσης. Τα τελευταία   αποκτούν σημαντικό  πολιτικό ρόλο, γιατί, ενώ  στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης ο ρόλος των κομμάτων βαίνει ολοένα και   πιο περιορισμένος, αυξήθηκε ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης, σε σημείο που οι απόψεις τους, σε πολλές περιπτώσεις να  αποτελούν βασικό στοιχείο καθορισμού της γραμμής των κομμάτων. Η συναίνεση δεν έχει να κάνει πια μόνο με τους θεμελιώδεις θεσμούς της αστικής δημοκρατίας αλλά έγκειται στην συκοφάντηση και απαξίωση κάθε ιδεολογικής διαπάλης  και σύγκρουσης στην κοινωνική ζωή ακόμα κι όταν φαίνεται πως αυτή η συναίνεση οδηγεί στην κατάπνιξη αντιδράσεων, ακόμα και στις περιπτώσεις  επιβολής μιας αυταρχικής τάξης που μπορεί να εκφράζεται με συγκεκριμένες  οικονομικές επιλογές. Όμως η συναίνεση  δεν επιτελείται μόνο  με ιδεολογικούς  όρους, αλλά έχει πολύ πιο υλικά χαρακτηριστικά. Οργανώνεται κυρίως από το κράτος, που πέρα από τα αποτελέσματα που παράγει στο επίπεδο της ιδεολογίας  αποτελεί  το χώρο που διαμορφώνονται  και εκφράζονται οι υλικοί  όροι υποταγής  των μικρομεσαίων, της μισθωτής εργασίας κλπ. στην κυριαρχία της οικονομικής  εξουσίας, η οποία  στις μέρες  μας ασκείται μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
      Τα τελευταία δυο χρόνια μιλάμε για μια  από τις πιο βαθιές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, που η πλειονότητα πιστεύουμε – φευ! -  πως θα ξεπεραστεί.
      Στην κοινωνία και στην πραγματική οικονομία δεν σταματά η συνεχής ροή και ανανέωση της παραγωγής,  εφόσον είναι  αδύνατο  για μια κοινωνία να μπορέσει  να πάψει να καταναλώνει,  όπως  όμοια αδύνατο είναι και να πάψει να παράγει. Η αδιάκοπη συνέχιση της διαδικασίας της παραγωγής είναι αναγκαία σε κάθε οικονομικό  σχηματισμό.     Οι κρίσεις του καπιταλισμού θεωρείται ότι   έχουν την αιτία τους στη βασική αντίφαση του καπιταλισμού,  στον ανταγωνισμό ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική μορφή της ιδιοποίησης. Η τελική αιτία των κρίσεων παραμένει  πάντοτε «η φτώχεια  και ο περιορισμός στην κατανάλωση της μάζας, απέναντι στην τάση της καπιταλιστικής παραγωγής ν’  αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, σαν  ν’  αποτελεί όριο του μονάχα η απόλυτη καταναλωτική ικανότητα της κοινωνίας». Τα τελευταία μάλιστα χρόνια ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου έχει πια μετατραπεί σε χρηματοκαπιταλιστή. Η λειτουργία του κεφαλαίου είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του. Αφού η ιδιοκτησία υπάρχει με τη μορφή μετοχών, η κίνηση και η μεταβίβαση της γίνεται καθαρά αποτέλεσμα του χρηματιστηριακού  παιχνιδιού, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και τα πρόβατα κατασπαράζονται από τους λύκους του χρηματιστηρίου. Το πρόβλημα οξύνεται όταν κανείς καπιταλιστής δεν θέλει να χάσει και γι’  αυτό  μεταφέρει τις ζημιές  στη μεγάλη μάζα των εργαζομένων. Και  τότε έρχεται το κράτος ως αρωγός  του, εφόσον είναι   κράτος των καπιταλιστών, παρόλες τις μεταλλάξεις του, όσο το λαϊκό κίνημα ήταν ισχυρό, σε κράτος πρόνοιας. Έχοντας απαξιωθεί κάθε αντίθετη άποψη, αποδεχόμαστε ως κάτι φυσικό την πίεση λίγων καπιταλιστών στον υπόλοιπο πληθυσμό, η οποία  γίνεται βαριά κι αβάσταχτη, αλλά παραμένει στα νόμιμα πλαίσια του τυπικά αναγνωρισμένου αστικού κράτους.
      Συγχρόνως,  έχει αναβαθμιστεί ο ρόλος των τραπεζών, στις οποίες έγινε μια ραγδαία συγκέντρωση  κι εξελίχθηκαν σε πανίσχυρους  μονοπωλητές. Αυτές διαθέτουν  σχεδόν όλο το χρηματικό κεφάλαιο του συνόλου των καπιταλιστών και των μικροεπιχειρηματιών καθώς κι ένα μεγάλο μέρος των μέσων παραγωγής και των πηγών των πρώτων υλών, και με τα χρηματιστηριακά παιχνίδια διαθέτουν και  άυλα κεφάλαια, που θα πρέπει να καλύψουμε οι εργαζόμενοι.   Μέσα από τις τράπεζες, μια χούφτα μονοπωλητές υποτάσσουν τις εμποροβιομηχανικές επιχειρήσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, τους μισθωτούς και κάθε είδους εργαζόμενους,  με την επέκταση ή τον περιορισμό, τη διευκόλυνση η το δυσκόλεμα της πίστωσης, με τα νέα τραπεζικά προϊόντα.  Οι τράπεζες δυνάμωσαν και επιτάχυναν αφάνταστα τη διαδικασία συγκέντρωσης του κεφαλαίου- κάθε είδους -  και συγχωνεύθηκε το τραπεζιτικό με το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η κυριαρχία του είναι απόλυτη, αλλά όχι σε πρώτο πλάνο. Σε πρώτο πλάνο συνεχίζει να βρίσκεται μια ανάπηρη πολιτική, με πολιτικούς σε ρόλο υπαλλήλων του και  μ’ ένα κράτος όργανό του.
     Ένα από τα όργανά και δημιουργήματα του κεφαλαίου είναι και οι περίφημοι οίκοι αξιολόγησης.  Διευκολύνει να φαίνονται  ότι έρχονται σε σύγκρουση με κράτη  η ότι ενεργούν αυτόνομα, χωρίς αυτό να σημαίνει  ότι δεν υπάρχει σύγκρουση και  ανάμεσα στους καπιταλιστές.  
     Παλιότερα, σε εξαιρετικές περιστάσεις και σε συνθήκες όξυνσης, όταν ήταν απαραίτητη η καθυπόταξη της δραστηριότητας όλου του πληθυσμού στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, χωρίς παραχωρήσεις, και όταν η κοινωνική βάση της άρχουσας τάξης στένευε, η δικτατορία ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος άσκησης της εξουσίας που βοηθούσε  στην απεριόριστη επιβολή της εξουσίας.
     Στις μέρες μας,  που τα  μέσα μαζικής ενημέρωσης, η  πολιτική διακηρύσσουν και υποβάλλουν δια της πειθούς,  εξυπηρετώντας την κυριαρχία του κεφαλαίου με όποια μορφή, την αναγκαιότητα της αποδοχής των πραγμάτων, την πολυπλοκότητα του κόσμου και την αδυναμία αλλαγής του, επιστρατεύονται οι οίκοι αξιολόγησης, με το μανδύα του ειδικού, για να  ενισχύουν την καπιταλιστική λογική στον τρόπο σκέψης μας, ώστε, «χωρίς να ανοίξει μύτη»,  να αποδεχτούμε την κυριαρχία του συστήματος, παραιτούμενοι από κάθε δράση  για ανατροπή του. Τα κράτη, παριστάνοντας ότι εξαναγκάζονται  σε υποταγή στους οίκους αξιολόγησης, λεηλατούν τις χώρες και τους λαούς τους, σχεδόν με τη συναίνεσή τους.
    Τι χρειάζονται πια οι «παλιομοδίτικες» δικτατορίες;
    Και ποιο είναι το κρίσιμο σημείο πέρα από το οποίο καμία πολιτική και κανένα μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να πείσει  τους λαούς για την αναγκαιότητα των οικονομικών μέτρων;
      Και μετά εξέγερση; (η λαϊκή αντίδραση)
      Και μετά πόλεμος;   ( η αντίδραση της οικονομικής ολιγαρχίας)

Δεν υπάρχουν σχόλια: