Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


“Συνεχίζεται για δεύτερη ημέρα η αντιπαράθεση μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με ντιμπέιτ που επρόκειτο να διεξαχθεί μεταξύ των Αντώνη Σαμαρά και Αλέξη Τσίπρα. Τόσο ο Π.Σκουρλέτης εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και ο Γ.Μουρούτης εκ μέρους της ΝΔ εξακολουθούν να ανταλλάσσουν βολές για το ναυάγιο στις συνεννοήσεις, ενώ παράλληλα καλούν αλλήλους να ξεκαθαρίσουν τη στάση τους για το εάν τελικά επιθυμούν ή όχι να πραγματοποιηθεί η τηλεμαχία” δημοσιεύεται στα ΝΕΑ on line της 6ης Ιουνίου
          Στην προσπάθεια του κυρίαρχου  συστήματος δευτερεύοντα ζητήματα να κυριαρχούν αποπροσανατολίζοντάς μας εντάσσεται και η συζήτηση για το περίφημο ντιμπέϊτ. Συγχρόνως βέβαια φαίνεται  και η προσπάθεια του κυρίαρχου λόγου να μετατοπίζει το πρόβλημα στο πεδίο που ξέρει καλά να διαχειρίζεται, στην προκειμένη περίπτωση την τηλεόραση.
           Κοινός τόπος  έχει γίνει η  μέγιστη συνεισφορά της  τηλεόρασης στην πολιτιστική υποδούλωση  και μαζοποίηση των κοινωνιών. Βιώσαμε  όλη την προηγούμενη εικοσαετία τα αποτελέσματα που επέφερε η τηλεόραση στη διάδοση  και εμπέδωση του καταναλωτικού  παθητικού μοντέλου, με την θεαματοποίηση κάθε δράσης, ακόμα και της αγωνιστικής, με την αποχαύνωση των αισθήσεων και την οργάνωση του χρόνου μας σύμφωνα με το  κυρίαρχο μοντέλο. Η σπουδαιότερη όμως συμβολή της στο σύστημα είναι η απολιτικότητα των μαζών και η καλλιέργεια συνείδησης που δεν είναι ταξική, χάνοντας έτσι μια στέρεη  βάση για την πολιτική αυτογνωσία. Ο έλεγχος των ραδιοτηλεοπτικών μέσων  από κυρίαρχα οικονομικοπολιτικά κέντρα  βοήθησε και βοηθά την απρόσκοπτη  και βιώσιμη άσκησή της πολιτικής εξουσίας, συμβάλλοντας αποφασιστικά στον απόσκοπτο έλεγχο  των μέσων παραγωγής. Και βέβαια αυτός ο έλεγχος δεν ταυτίζεται με άμεση  προπαγάνδα που θα ήταν πολύ εύκολο να πολεμηθεί. Αυτό που γίνεται μέσω της τηλεόρασης είναι η αναπαράσταση της πραγματικότητας. Είτε σκηνοθετεί είτε μεταδίδει ζωντανά την εικόνα  της πραγματικότητας, προβάλλοντάς τη μέσα από αλληλουχίες φευγαλέων εικόνων,  που αυτή επιλέγει και συνοδεύει με διφορούμενα  συμφραζόμενα, καταλήγει να δημιουργεί το δικό της κόσμο στην θέση της ίδιας της πραγματικότητας.  Τελικά, κατασκευάζει ένα δικό της σύμπαν, αποσπασματικό και επιλεκτικά συγκροτημένο,  με την πειστικότητα όμως του αληθινού. Κι αυτό το τεχνητό σύμπαν βέβαια συναρμολογείται με βάση τις αξίες, τα μέσα και τις ιδεολογίες εκείνων που ελέγχουν τα μέσα επικοινωνίας. Αν δυο χρόνια τώρα δεν μπορούμε να ξεφύγουμε  από τη λογική της κυρίαρχης πολιτικής εξουσίας  είναι γιατί βιώνουμε την πραγματικότητα  και μέσα από αυτό το σύστημα ιδεών των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, εσωτερικεύοντάς το.
         Ακόμα και η εστίαση τον τελευταίο καιρό σε διαφορετικά κάθε φορά αναξιοπαθούντα στρώματα της κοινωνίας,  (οι χρόνια άρρωστοι  που αδυνατούν να προμηθευτούν τα φάρμακά τους, τις τελευταίες ημέρες) που ελάχιστα τα συνδέουν με τις κοινωνικές και οικονομικές δομές που τα δημιούργησαν,  περισσότερο αποβλέπει  στην αναπαράσταση ενός κόσμου εν αταξία που θα επιτρέψει δυνάμεις που προκρίνονται από το κυρίαρχο σύστημα να εμφανιστούν σε ρόλο σωτήρα (Η απροθυμία για δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας και η αναλγησία ενός υπουργού προβάλλονται σαν βασική αιτία  δημιουργίας αυτών των καταστάσεων  ). Σε ένα ανάλγητο  οικονομικοπολιτικό σύστημα, που κριτήριο καταξίωσης αν όχι και ύπαρξης των πάντων είναι το κέρδος,  οι αναξιοπαθούντες  παρουσιάζονται σαν κάτι ανέλπιστο, κάτι «αφύσικο», που φυσιολογικά δεν θα έπρεπε να συμβούν. Αυτά τα γεγονότα  όμως εξαθλίωσης της κοινωνίας είναι τελείως φυσιολογικά μέσα στη συγκεκριμένη  κοινωνική οργάνωση κι αν θέλουμε να περιοριστούν η να εκλείψουν η δράση μας πρέπει να στοχεύσει στην αλλαγή  της δομής της κοινωνίας και των παραγωγικών σχέσεων.
           Όλο αυτό το χρονικό διάστημα των εκλογών  περίσσεψαν οι  πολιτικές εκπομπές σε όλα τα τηλεοπτικά  κανάλια με  σχεδόν  τους ίδιους σταθερούς προσκεκλημένους και σταθερά επαναλαμβανόμενα θέματα συζήτησης – κυρίαρχα η δημιουργία «αριστερής» κυβέρνησης συνεργασίας, αναδιαπραγμάτευση μνημονίου, αποδοχή διαρθρωτικών αλλαγών που θα αποτρέψουν την πραγματοποίηση των εφιαλτικών σεναρίων. Αποκρύπτεται επιμελώς η ερμηνεία των γεγονότων με συνέπεια ο θεατής να αποκτά την εσφαλμένη εντύπωση ενός κόσμου παράλογου, αποτέλεσμα κακών χειρισμών ή κακών κυβερνητών, όπου τα γενεσιουργά αίτιά του δεν παίζουν κανένα ρόλο. Κάθε θέμα συζήτησης επικαλύπτει και ρίχνει στη λήθη το προηγούμενο. Τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα  παρουσιάζονται διαφορετικά και ξεκομμένα μεταξύ τους, αποκτούν νόημα ανάλογα με την ένταση της φωνής των προσκεκλημένων ή  την επιμονή  σ’ αυτά του παρουσιαστή. Η σημασία τους δεν προκύπτει από την επάρκεια των  προσκεκλημένων και του παρουσιαστή να τα ερμηνεύσουν αλλά από την ικανότητά τους να τα εμφανίζουν, να τα εξαφανίζουν ή να   αλλοιώνουν την ουσία τους κατά βούληση, μέσα από τη μαγεία του λόγου, της τεχνολογίας ή της έντασης της συζήτησης. Η πλειοψηφία των προσκεκλημένων δεν κρίνει το καπιταλιστικό σύστημα,  αποσιωπά την ύπαρξη τάξεων στην κοινωνία μας και προσπαθεί να επιβάλλει  μια ψευδή θεώρηση της πραγματικότητας, παίζοντας  με τις επιθυμίες και τα ένστικτά μας.
           Και τα περίφημα ντιμπέιτ σ’ αυτή τη λογική εντάσσονται. Ουσιαστικά δεν συντελούν καθόλου στην εμβάθυνση της πολιτικής αλλά ταυτίζονται με την εμβάθυνση της επικοινωνίας και μόνο. Φαινομενικά  επιβεβαιώνουν την ελευθερία έκφρασης και τη δημοκρατικότητα της πληροφόρησης, ενώ στην πραγματικότητα  ακολουθούν τους κανόνες τηλεοπτικών παιχνιδιών όπου επιβραβεύεται η ταχύτητα αντίδρασης και τα ευφυολογήματα.  Καλύτερος πολιτικός θα αναδειχτεί αυτός που χειρίζεται καλύτερα τον τηλεοπτικό κώδικα επικοινωνίας, που θα μπορεί να ανταποκριθεί στη μονομερή γλώσσα των παρουσιαστών ή δημοσιογράφων,  οι οποίοι σχεδόν ορίζουν και όχι μόνο αναπαράγουν την πραγματικότητα ή να απαντά πειστικά σε ερωτήματα που επιβάλλονται από περιστασιακές ανάγκες ξεκομμένα από τα υπόλοιπα συμφραζόμενα.
        Οσο βαθαίνει η κρίση τόσο όλα αυτά τα παιχνίδια επικοινωνίας θα αποδεικνύονται ανεπαρκή  στην προσπάθεια για ενίσχυση των κυρίαρχων  κοινωνικών και πολιτικών αξιών και των καθιερωμένων πρακτικών. Το ότι ορισμένοι επικεντρώνουν σ' αυτά την προσοχή τους  δεν σημαίνει ότι τα πράγματα έχουν όντως έτσι. 

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

ΕΥΧΟΛΟΓΙΟ


           Ισως μετά από χρόνια θα μιλούν για τα παθήματα της εποχής μας, όπου το φαινομενικά  παράλογο απέκτησε το υλικό βάρος κυρίαρχης ευρωπαϊκής λογικής που την υπερασπίστηκαν οι πολιτικοί και οι διαμορφωτές της τρέχουσας ιδεολογίας.  Αυτήν την πολιτική, που υποταγμένη στις αγορές έχει κυριαρχήσει παντού, θα ήταν ανακριβές να την παρουσιάζουμε μόνο σαν αναγκαίο επακόλουθο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που φτάνει στα άκρα,  και τους πολιτικούς σαν  όργανά της.
          Όλη αυτή η πολιτική εφαρμόζεται σε εργαζόμενους που εκόντες άκοντες την  αποδέχονται. Άρα το κλειδί για το ξεπέρασμά της πια  είμαστε εμείς, κι αυτό πρέπει να   το ξέρουμε, ακόμα κι αν είναι να καταστρέψουμε την εικόνα  του εαυτού μας,  φτιαγμένη με ψέματα και αυταπάτες. Θα πρέπει λοιπόν  η όποια κριτική μας  για τα τεκταινόμενα  να μετατοπιστεί και προς το επίπεδο των ιδεολογικών μηχανισμών και κοινωνικών διεργασιών που προετοιμάζουν, προωθούν και επικυρώνουν πολιτικές αποφάσεις, ενέργειες και συμπεριφορές που εμείς εσωτερικεύουμε. Κι αυτές οι  αποφάσεις και συμπεριφορές, στην προσπάθεια αναζήτησης θύρας εξόδου, μπορούν να υποθάλψουν τάσεις που καραδοκούν σε κάθε λαό και μπορεί  να οδηγήσουν σε ρατσισμό, αυταρχισμό κλπ. η σε εφησυχασμό και αυταπάτες.
           Ίσως η πιο βασική μας αυταπάτη –των υποτελών τάξεων - να είναι πως μέσα από συναινετικές διεργασίες μπορεί να βγούμε από την κρίση με τις λιγότερες απώλειες.
          Φαίνεται όμως αρκετά ξεκάθαρα πια πως  η όποια διέξοδος μηδαμινές πιθανότητες έχει να είναι καρπός διαλόγου. Μάλιστα, τα τελευταία δυο χρόνια  κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να  οργανωθεί  αυτή η διαδικασία, αλλά απλώς  μόνο χρησιμοποιήθηκε η υπόσχεσή της για να επιβληθούν εκφοβιστικά, μέσω συναίνεσης,  τα αποτελέσματα μελετών, προς όφελος των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων,  που έχουν γίνει στους τέσσερις τοίχους ενός γραφείου –εγχώριου ή ευρωπαϊκού. Ίσως αυτή η αδιαφορία για τέτοιου είδους διεργασίες να οφείλεται περισσότερο στην περιφρόνηση για τη δυναμική  των αντιδράσεων που μπορεί οι υποτελείς τάξεις να αναπτύξουν και λιγότερο στην ανικανότητα των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας. 
       Η διέξοδος από την κρίση θα είναι πια καρπός συγκρούσεων πραγματικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων και θα βρεθεί μαζί με τους εργαζόμενους, μαζί με τις οργανώσεις τους, που πραγματικά θα τους αντιπροσωπεύουν, μαζί με ολόκληρη διαδικασία που θα πρέπει πια να έχει ξεκινήσει. Θα πρέπει όμως να έχουμε αποσαφηνίσει τις πεποιθήσεις μας για τις κατευθυντήριες γραμμές  που θα έχει η αναζήτηση, για το δρόμο που θα ακολουθήσουμε για να βγούμε από την κρίση.  Και ποιος άλλος είναι αυτός ο δρόμος  από την ταξική σύγκρουση και τον μετασχηματισμό της κοινωνίας;
            Όσοι  προτείνουν ανώδυνες λύσεις θα πρέπει να έχουν μια στοιχειώδη σεμνότητα απέναντι στα τεράστια προβλήματα των υποτελών τάξεων, να ξέρουν ποιες είναι οι δυνάμεις μας και κυρίως να ξέρουν πως όποιες πολιτικές δυνάμεις  δεν είναι σε θέση να στηρίξουν τους αγώνες  των εργαζομένων, δεν δείξουν εμπιστοσύνη  σ’ αυτούς και μαζί τους, όχι απλώς εξ ονόματός τους, να προχωρήσουν στη λύση των προβλημάτων,  στο τέλος θα γίνουν κι αυτές  όχι απλώς μέρος του προβλήματος αλλά και τροχοπέδη για τη λύση του.
         Η υπερβολική επένδυση ελπίδων  σε εξαγγελίες που υπόσχονται αυτόματη και ταυτόχρονη απελευθέρωση από μνημόνια, δανεισμούς, ειδικές  επιβαρύνσεις, εργασιακές αυθαιρεσίες  κλπ. που θα πραγματοποιηθούν  χωρίς συγκρούσεις,  οι οποίες  ενέχουν όχι μόνο συλλογικούς αλλά και προσωπικούς κινδύνους,  μόνο ως ταινία φυγής από την πραγματικότητα μπορεί να λειτουργήσει. Όμως ο αληθινός κόσμος  αρχίζει όταν βγαίνουμε από τον κινηματογράφο.
          Και στην πραγματικότητα φαίνεται  πια  πως τα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα δεν έχουν ανάγκη    από  μικρομεσαία  στρώματα και τους μέχρι τώρα πολιτικούς εκφραστές τους παρά μόνο στο βαθμό που βοηθούν   στην επιβολή των αποφάσεων  τους  ή σε μια περίτεχνη ιδεολογική παραπλάνηση και ίσως γι’ αυτό δεν ενδιαφέρονται για την τελική  διάσωσή τους. (Eπιστολές δέσμευσης προς εταίρους Παπανδρέου –Σαμαρά για εφαρμογή μνημονίου,  επιμονή για ανάδειξη αριστερής διαχείρισης). Βεβαίως,  κάποιες εγχώριες ελίτ συνεχίζουν να ερίζουν για δύναμη και επιρροή στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας, αλλά φαίνεται πως αυτό αφορά πια μόνο το μικρόκοσμό μας. Εξ ολοκλήρου το  πολιτικοοικονομικό παιχνίδι  κορυφής έχει μετατοπιστεί πέρα από το δικό μας χώρο, αφού βέβαια έχει δρομολογηθεί η πορεία μας, με το μνημόνιο σαν αυτόματο πιλότο, προς την εξαθλίωσή μας και τη λεηλάτηση  της χώρας.
           Όσο περνά ο καιρός αποδεικνύεται ότι  ο  μοναδικός τρόπος για αλλαγή πορείας είναι μόνο αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Μόνο αν η εργατική τάξη και μεγάλες μερίδες μικρομεσαίων στρωμάτων, που  κάποια ακόμα αισιοδοξούν ότι  δεν θα προλεταριοποιηθούν, κινητοποιηθούν, αμφισβητώντας και τη νομιμότητα του συστήματος,  υπάρχει ελπίδα διεξόδου.
          Μακάρι να ήταν δυνατό μόνο μέσα από τις εκλογές και με την ανάθεση  της κυβέρνησης σε ένα κόμμα, στην προκειμένη στο ΣΥΡΙΖΑ, να σταματούσε η άδικη και ληστρική κατανομή του παραγομένου από την εργασία μας πλούτου, χωρίς καταστροφικές ανατροπές της ζωής μας.    
        Μακάρι οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ να ταυτίζονταν με τελεστικό λόγο, και μόνο με την εκφώνησή τους  να πραγματοποιούνταν ταυτόχρονα και οι αντίστοιχες πράξεις (ακύρωση του Μνημονίου και των εφαρμοστικών νόμων του και η αντικατάστασή του με το Εθνικό Σχέδιο Ανόρθωσης για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη δίκαιη δημοσιονομική εξυγίανση)
        Δυο χρόνια η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων αποδυναμώνει τις αντιδράσεις μας και την αγωνιστική μας διεκδίκηση. Πιθανόν τώρα κουρασμένοι, απελπισμένοι  πανικόβλητοι καταφεύγουμε στις παραισθήσεις. Επειδή το ευχηθήκαμε θα πραγματοποιηθεί.
    Για πόσο καιρό θα κάνουμε ευχές;    

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

ΑΣΤΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ


        To 80,9% των πολιτών επιθυμεί την πάση θυσία παραμονή της χώρας στο ευρώ, το 77,8% % τάσσεται υπέρ της τροποποίησης του Μνημονίου και το 66,4% θα προτιμούσε τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα δημοσκόπησης της εταιρείας GPO, η οποία παρουσιάστηκε χθες βράδυ στην εκπομπή Ανατροπή του δημοσιογράφου Γιάννη Πρετεντέρη στον τηλεοπτικό σταθμό Mega
Στο ερώτημα «αν γίνεται δεκτή ως προϋπόθεση για την πάση θυσία παραμονή στο ευρώ η εφαρμογή του Μνημονίου» το 52,4% απάντησε «ναι», το 44,5% απάντησε «όχι», ενώ το 3,1% δεν απάντησε.
Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει με το Μνημόνιο», το 20,4% τάχθηκε υπέρ της καταγγελίας του, το 77,8% τάχθηκε υπέρ της τροποποίησής του, ενώ δεν απάντησε το 1,2%.
               O   Γ. Δραγασάκης τόνισε ότι στη θέση του μνημονίου  πρέπει να μπει ένα πρόγραμμα ανόρθωσης, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι θα υπάρξει αντικειμενικά μια περίοδος μετάβασης στην οποία κάποια από τα μέτρα, όπως τα εργασιακά, θα ακυρωθούν άμεσα και κάποια άλλα θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα πλήρες σχέδιο ώστε να γίνουν διαχειρίσιμες οι συνέπειές τους στην κατεύθυνση διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος σταθερότητας.
             “Ουσιαστικά όλη η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους ρεαλιστικούς στόχους που θέσαμε προεκλογικά και το δίπολο που με συνέπεια υποστηρίξαμε: δηλαδή παραμονή της χώρας στο ευρώ και σταδιακή απαγκίστρωση από τις δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου”, δήλωσε ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Φώτης Κουβέλης, μιλώντας στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματός του
       Με τα αποτελέσματα των   δημοσκοπήσεων, τις  δηλώσεις  πολιτικών αρχηγών κλπ. δίνεται η εντύπωση ότι  αναζητείται απεγνωσμένα ένας δρόμος, μια πολιτική   που θα μας  κάνει να πιστέψουμε ότι όλοι μπορεί να είμαστε ευχαριστημένοι σε μια κοινωνία που σπαράσσεται από ανομολόγητες ταξικές συγκρούσεις. Μόνο που όλα αυτά δεν είναι   τωρινά…

            «Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ Ή ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
            Ένα μέρος της αστικής τάξης ζητάει να γιάνει την κοινωνική αρρώστεια με σκοπό  να σταθεροποιήσει την αστική κοινωνία.
           Σαυτή την κατηγορία ανήκουν οι οικονομιστές, οι φιλάνθρωποι, οι ανθρωπιστές, οι άνθρωποι που απασχολούνται να καλυτερέψουν τη μοίρα της εργατικής τάξης, οι οργανωτές της αγαθοεργίας, οι προστάτες των ζώων, αυτοί που ιδρύουν εταιρίες για την εγκράτεια, με μια λέξη οι κάθε λογής μεταρρυθμιστές σαλονιού. Και φτάσαν  να επεξεργαστούν πλέρια συτήματα αυτού του αστικού σοσιαλισμού.
          Ας αναφέρουμε για παράδειγμα  τη «φιλοσοφία της αθλιότητας» του Προυντόν
          Οι αστοί σοσιαλιστές θέλουν τις συνθήκες ζωής στη σύγχρονη κοινωνία χωρίς τους αγώνες και τους κινδύνους που μοιραία βγαίνουν απαυτή. Θέλουν τη σημερινή κοινωνία, αλλά καθαρισμένη από τα στοιχεία που την επαναστατούν και τη διαλύουν. Θέλουν την αστική τάξη χωρίς το προλεταριάτο.  Η αστική τάξη, με το δίκηο της, παρουσιάζει τον κόσμο όπου κυριαρχεί, σαν το καλύτερο κόσμο.  Ο αστικός σοσιαλισμός επεξεργάζεται αυτήν την παρηγορητική εικόνα σένα μισό η ολοκληρωμένο σύστημα. Όταν παροτρύνει το προλεταριάτο να πραγματοποιήσει  τα συστήματά του και να μπει στη νέα Ιερουσαλήμ, δεν κάνει άλλο τίποτα στο βάθος παρά να το προσκαλεί, να διατηρήσει τη σημερινή κοινωνία, αλλά να απαλλαχτεί από τις εχθρικές αντιλήψεις που έχει γιαυτή την κοινωνία.
        Μια άλλη μορφή σοσιαλισμού, λιγότερο  συστηματική, αλλά πιο πραχτική, δοκίμασε να αποτρέψει τους εργάτες από κάθε επαναστατικό κίνημα, δείχνοντας τους πως δεν ήταν  τούτη ή εκείνη  η πολιτική μεταβολή που θα τους ωφελούσε, αλλά μόνο μια μεταβολή  στις σχέσεις  της υλικής ζωής, στις οικονομικές σχέσεις. Σημειώστε πως με την μεταβολή  της υλικής ζωής ο σοσιαλισμός αυτός δεν εννοεί καθόλου την κατάργηση του αστικού καθεστώτος παραγωγής,  που μόνο με επανάσταση είναι δυνατή, αλλά μονάχα την πραγματοποίηση διοικητικών μεταρρυθμίσεων πάνω στην ίδια τη βάση αυτού του αστικού καθεστώτος παραγωγής.
           Οι μεταρυθμίσεις αυτές, συνεπούμενα, δε θίγουν τις σχέσεις του κεφαλαίου και της μισθωτής δουλειάς αλλά μονάχα, το πολύ πολύ, ελαττώνουν για την αστική τάξη τα έξοδα της κυβέρνησής της και της απλοποιούν  την κρατική διαχείριση.
          Ο αστικός σοσιαλισμός  τότε μόνο παίρνει την άξιά του έκφραση όταν καταντάει μια απλή μορφή ρητορισμού.
         Ελεύθερο εμπόριο σε όφελος της εργατικής τάξης! Προστατευτικοί δασμοί σε όφελος της εργατικής τάξης! Φυλακές με κελιά  σε όφελος της εργατικής τάξης! Να τι είναι η τελευταία λέξη του αστικού σοσιαλισμού, η μόνη που την έχει πει στα σοβαρά. Γιατί ο αστικός σοσιαλισμός επιμένει απόλυτα σε τούτη δα   τη διαβεβαίωση πως οι αστοί  είναι αστοί για το χατήρι της εργατικής τάξης.»
                                 Κ. Μάρξ-Φ. Ενγκελς :   «Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος»
                                                                                 (Μετάφραση Μ.Π, Ιούνης 1948)

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

             Αυτή η ενότητα της αριστεράς… Μήνες  τώρα   έχει ανακηρυχθεί ως ο μονόδρομος εξόδου από την κρίση. Σχεδόν η αδυναμία ενοποίησης όλων των δυνάμεων που αυτοαποκαλούνται αριστερά καταλήγει να θεωρείται η  μοναδική αιτία της συνεχιζόμενης  κακοδαιμονίας μας… πρώην κομμουνιστές, νυν αναθεωρητές, τέως ριζοσπάστες, χθεσινοί αντίπαλοι συνεισφέρουν τα φώτα τους και τη διάθεσή τους για ενότητα, πρόθυμοι να μοιραστούν την εξουσία… Αναλύσεις θέσεων, κριτικές αποφάσεων … λόγια, λόγια, τόσο λίγα  αυτά που δεν είναι απλώς αντίλαλοι εξουσίας
(«Ο δικομματισμός πέθανε! Τώρα αναβιώνει το δίπολο Αριστερά – Δεξιά. Εμείς θα επιδιώξουμε την ενδυνάμωση της Αριστεράς, γιατί η ενότητα είναι μονόδρομος για να μπορέσουμε να βγούμε από την κρίση», είπε  σε δηλώσεις του  ο Τ. Κουράκης. Ο Τσίπρας μιλώντας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσε ότι «θα είμαστε στην πρώτη γραμμή και επιμένουμε στην ανάγκη ενότητας και κοινής δράσης των αριστερών δυνάμεων» «Είναι δική μας υποχρέωση να πούμε την πρότασή μας. Προτείνουμε κυβέρνηση υπεύθυνης κεντρο-Αριστεράς», σημείωσε και ο Βενιζέλος μιλώντας στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος κλπ.)
            Πλήθος  βουλευτών ή υποψηφίων βουλευτών  που κρατούν μια θέση ανάμεσα σε δυο κόμματα, κι αν λάχει και τρία… φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές, εθνικιστές… προσεχτικοί όταν το ένα καράβι κάνει νερά  να είναι έτοιμοι να περάσουν στο άλλο. Είναι πάντα έτοιμοι. Η αρμοδιότητά τους αγκαλιάζει όλα τα θέματα.  Μπορούν άνετα να καταλάβουν δημόσιες θέσεις και να αισθάνονται άνετα σε όλες. Όλα τα καθίσματα είναι καμωμένα στα μέτρα ολονών … όταν ξέρει κανείς τους μηχανισμούς λειτουργίας   της εξουσίας, τα υπόλοιπα είναι εύκολα. Έχοντας καταπιαστεί με τόσα θέματα έχουν πλουτίσει το υλικό των ιδεών τους ή ακριβέστερα το ρεπερτόριο των λέξεων τους,  χωρίς  στην πραγματικότητα να έχουν μάθει και πολλά πράγματα, γιατί απασχολημένοι πολύ να μιλούν δεν έχουν καιρό να ακούσουν ούτε τον εαυτό τους. Στο μόνο τομέα όμως που οι γνώσεις τους έχουν επεκταθεί σημαντικά είναι  πάνω σε ό,τι αφορά  τη νομή του εκλογικού κοπαδιού και την εκμετάλλευσή του.
(Για να επιτευχθούν οι στόχοι χρειάζεται σύγκλιση πολιτικών δυνάμεων. Είναι χρέος όλων ένα ισχυρό πολιτικό μέτωπο με την ευρύτερη δυνατή απήχηση. Οφείλουμε όλοι να αντιταχθούμε μαζικά στις δυνάμεις του λαϊκισμού είτε είναι αριστερόστροφες είτε δεξιόστροφες» δήλωσε η κυρία Μπακογιάννη κατά την επιστροφή της στη Ν.Δ, ενώ οΤζήμερος   δηλώνει «απευθυνθήκαμε σε όσους δεν θέλουν το παλιό πολιτικό σύστημα και υπάρχουν αντιδράσεις και για τον κ. Μάνο, όμως πρέπει να διαμορφώσουμε κουλτούρα συνεργασιών, με μία κοινή πλατφόρμα να ξεκινήσει η δουλειά»).
          Ο ζήλος και η φωνή αυτών που θεωρούν ότι ελέγχουν,  μέσω θεσμών,  λαούς και χώρες  επιστρατεύονται για εδραίωση  της  απρόσωπης εξουσίας. Επιφορτίζονται όλοι αυτοί να πείσουν  ή να απειλήσουν τον κόσμο, το λαό με τις κορυφαίες αλήθειες, που οφείλει  αυτός ο λαός να ακολουθεί ακόμα και αν είναι να καταστραφεί γι’ αυτές. Στο τέλος δεν είναι πια ικανοί, ακόμα κι αν το ήθελαν, να ξαναβρούν την επαφή τους με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό των λέξεων, των δικών τους λέξεων,  που την έχει σκεπάσει. Αδύναμοι χωρίς τις εξουσίες τους, παρουσιάζουν ζήλο που φτάνει στην υπερβολή, με ρητορικά ξεσπάσματα  κηλιδωμένα από  κυνισμό, γίνονται επικίνδυνοι  όχι μόνο απέναντι σ’ εκείνους που τους αντιστέκονται αλλά και στους εντολοδόχους τους. Πιστεύουν πως ξεγελούν μ΄ αυτά τα κούφια λόγια, τα χυδαία μέσα, τα άτιμα ψέματα
(Η κυρία Λαγκάρντ τόνισε ότι οι Ελληνες πρέπει να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους και να σταματήσουν να προσπαθούν να «δραπετεύουν» από τις υποχρεώσεις τους και κυρίως να φοροδιαφεύγουν. «Καμια συμπόνια», είπε χαρακτηριστικά. Απαντώντας σε ερωτήματα αν μπορεί να βγάλει από το μυαλό της τους γονείς και τις μητέρες που δεν έχουν πρόσβαση σε φαρμακευτική περίθαλψη, η γαλλίδα αξιωματούχος δηλώνει: «Σκέφτομαι πολύ περισσότερο τα παιδιά σε ένα σχολείο σε μικρό χωριό στο Νίγηρα, που πηγαίνουν στο μάθημα μόνο για δύο ώρες την ημέρα και αναγκάζονται να μοιραστούν στα τρία ακόμα και την καρέκλα του θρανίου και προσδοκούν τη μόρφωση. Τα έχω μονίμως στο μυαλό μου. Γιατί πιστεύω ότι χρειάζονται πολύ περισσότερη βοήθεια από ό,τι οι άνθρωποι στην Αθήνα»)
              Γύρω μας νιώθουμε ένα πνεύμα τερατώδες να κυριαρχεί πάνω σε όλα, όλα γίνονται αφύσικα, οι κακίες και οι αρετές. Φόβος, υποσχέσεις, απειλές … δίνουν την εντύπωση της αρρώστιας. Και νιώθεις πως η αρρώστια  εξαπλώνεται  και δεν μένει κανείς αμπόλιαστος. Όλη αυτή η πολιτική με τα μνημόνια, τους δανειστές κλπ. αποπνέει κάτι το παθολογικό.  Καταλήγουμε να φοβόμαστε μήπως ούτε μια σκέψη μας να μην είναι απαλλαγμένη από το ψέμα και δουλικότητα προς μια εξουσία που δεν κατανοούμε ούτε ελέγχουμε, αλλά νιώθουμε τη λέπρα της να μας τρώει σιγά –σιγά. Χάνουν τη σημασία τους λέξεις που κάποτε πιστεύαμε μεστές νοήματος, συγκινητικές λέξεις που ξεστομίζουν τα μεγάλα στόματα, οι ξεθωριασμένες γλώσσες των κυβερνώντων, τις λέξεις δικαιοσύνη, νομιμμότητα, δημοκρατία…
         Το παρόν έχει ανοίξει μια μεγάλη καταπαχτή. Τα παίρνει όλα, τα θέλει όλα. Είναι το βάραθρο. Όλοι κυλιόμαστε μέσα του. Οποιος ανησυχεί για το μέλλον γίνεται τρελός. Μπορεί να μην υπάρξει μέλλον;
     Κι ακριβώς γι’ αυτό πρέπει ν’ αντιδράσουμε. Τόσο έχουν ζορίσει τα πράγματα, που δεν μπορεί κανείς πια άνθρωπος να υποστηρίζει  σοβαρά πως μένει στις όχτες της ιστορίας και τη βλέπει να κυλά ενώ αυτός μένει ακίνητος.  Η συνείδηση του χρέους είναι  η συνειδητή πολιτική και ο οργανωμένος αγώνας.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΣΥΝΘΛΙΨΗ;


           Στη χθεσινή εκπομπή «Ανιχνεύσεις» της ΕΤ3 ο Γ. Γλυνός, σύμβουλος των Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου,  συνόψισε το μεταμνημονιακό  πολιτικό σκηνικό  με τρεις κουβέντες, λέγοντας πως το πρώτο μνημόνιο το υπέγραψε το ΠΑΣΟΚ, το δεύτερο το υπέγραψε  και η Ν. Δ και το τρίτο, πρόσθεσε με σιγουριά, θα το  υπογράψει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η βεβαιότητα της εγχώριας και ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας για τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων αποτυπώνεται  στα λεγόμενα του πρωθυπουργικού συμβούλου.
          Η βεβαιότητα αυτή εδράζεται ίσως στην εικόνα που δίνει το λαϊκό κίνημα αυτά τα δυο χρόνια. Το λαϊκό κίνημα φαίνεται εν πολλοίς  ανοργάνωτο και κατά ένα μεγάλο μέρος  ακαθοδήγητο. Η δράση ομάδων που αντιδρούν, π.χ κίνημα δεν πληρώνω,  ακόμα κι αν σε κάποιους  τομείς προκαλεί χάος, ανησυχία, οργή στις αρχές, δεν έχει μπλοκάρει τη ζωή του κράτους. Δίνεται η εντύπωση ότι η λαϊκή αντίδραση είναι απομονωμένη σε τομείς ανώδυνους και ότι περιορίζεται σε αυτούς. Όλες αυτές οι αντιδράσεις φαίνεται σαν ένα μάγμα από πολιτικές κατευθύνσεις, διαφορετικές και αντιφατικές τακτικές, άλυτες εντάσεις  ή λυμένες με τρόπο επιφανειακό, κάτι που καθρεφτίζεται στη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και στην τακτική που ακολουθεί.
  Υπάρχει βέβαια μια  ζύμωση, που όμως  περιμένει μια κοινή και σαφή κατευθυντήρια γραμμή και μια ιδιαίτερη κατάσταση που θα ευνοήσει τη διοχέτευση των αντίθετων τάσεων προς το βασικό στόχο και το καθάρισμά τους  από τον ρεφορμισμό η τον ατομικισμό που χαρακτηρίζει αυτές τις αντιδράσεις. Οι αντιφάσεις  ολόκληρης της κοινωνίας υπάρχουν σε όλες αυτές τις δράσεις, αλλά  συγχρόνως ανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο  ταξικής αφύπνισης και οργανωτικής  δουλειάς στα καταπιεσμένα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού. Προς αυτή την κατεύθυνση δραστηριοποιείται, με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα είναι αλήθεια, το ΚΚΕ.
           Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, με  τη μετακίνηση του εκλογικού σώματος προς το ΣΥΡΙΖΑ, το πολιτικό σύστημα φάνηκε έτοιμο να αποδεχτεί αυτήν την διεύρυνση. Δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη υπόσχεται επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών συμφώνων, που να μη κάνει κριτική στο πρόγραμμα λιτότητας και να μην υπόσχεται ανάπτυξη σαν πανάκεια για όλα τα προβλήματά μας. Την ίδια στιγμή και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από κάποιες φραστικές αμφιταλαντεύσεις και βερμπαλιστικά πυροτεχνήματα, με την περιοδεία του προέδρου της επέδωσε στα ευρωπαϊκά κέντρα τα διαπιστευτήρια του και μπήκε στο μπλοκ εξουσίας.
           Φυσικά, αυτό δεν θα ήταν  κατ’ ανάγκη κάτι καθοριστικό   για τις πολιτικές εξελίξεις  σε εποχές ευμάρειας, ακόμα κι αν εφαρμόζονταν μέτρα που το κοινωνικό τους νόημα θα ήταν ανόρθωση της οικονομίας σε βάρος των εργαζομένων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση έχουμε ένα εγχώριο και ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα που κινείται αταλάντευτα προς τα εκεί όπου το κατευθύνουν οι ταξικές  και ιδεολογικές επιλογές του, δηλ. τον   ταξικό πόλεμο, που οδηγεί στον αφανισμό πολυάριθμα κοινωνικά στρώματα. Συγχρόνως,  η πλειοψηφία των εργαζομένων συνεχίζει να  πιστεύει πως με κάποιες αναδιατάξεις  στο πολιτικό σύστημα θα επέλθουν και διορθώσεις στις οικονομικοπολιτικές αποφάσεις και επιλογές του κυρίαρχου συστήματος. Συνεχίζουμε λοιπόν  να πιστεύουμε πως μέσα από πολιτικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις  θα υπάρξει βελτίωση. Και  αυτός είναι ο κίνδυνος,  η καλλιέργεια των ψευδαισθήσεων  να ανοίγει το  δρόμο προς την ήττα από έναν αγώνα που ποτέ δεν δώσαμε.
        Είναι  βέβαια απόλυτα λογικό να αναζητούμε δρόμους εξόδου με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και γι’ αυτό να στρέφεται μεγάλο τμήμα των εργαζομένων προς ΣΥΡΙΖΑ που στη ρητορική του το υπόσχεται. Μόνο που φαίνεται πολύ αμφίβολο αν όλες αυτές οι υποσχέσεις έχουν μια προοπτική δραστηριότητας σε σχέση με την εργατική τάξη, αφού παρακάμπτεται  το  έντονο ταξικό πρόβλημα, που δεν ομολογείται.
              Ισως γι’ αυτό στη  ραγδαία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ,   με την ελπίδα για βελτίωση της οικονομικής προοπτικής, υπάρχουν θετικές αντιδράσεις από ένα εκπληκτικά υψηλό αριθμό  ανθρώπων,  από κείνους που δε διακινδυνεύουν ούτε κατ' ελάχιστο  τη συμβατική  ζωή τους.
          Μόνο που υπάρχει ο κίνδυνος,  σε μια  τέτοια περίοδο ραγδαίας επιδείνωσης της πολιτικοοικονομικής  πραγματικότητας,  η έλλειψη μιας συγκεκριμένης στρατηγικής, ενός ώριμου και πραγματικά ριζοσπαστικού πολιτικού προγράμματος για μετασχηματισμό της κοινωνίας να  πάρει τραγικές διαστάσεις.
             Δυο χρόνια τώρα αυτές οι διάφορες μορφές αντίδρασης, τα διάφορα  «κινήματα», επέτειναν την ιδεολογική σύγχυση, γιατί όλα αυτά σχεδόν πάντα αφορούσαν ειδικές τακτικές χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, με στόχο την κινητοποίηση κάποιων τμημάτων των εργαζομένων που θίγονταν από τα οικονομικά μέτρα, που περιστρέφονταν γύρω από ιδιαίτερα προβλήματα, παραλείποντας  το πολιτικό άλμα από το ειδικό στο γενικό. Οι αντιδράσεις όμως φέρνουν αποτέλεσμα μόνο όταν υπάρχει ένα ώριμο και ευρύ κίνημα αντίστασης. Όταν υπάρχει ένα ανώριμο και πολιτικά αβέβαιο κίνημα αναζητεί μάλλον ρομαντικούς παρά πραγματικούς και  υπολογίσιμους δρόμους  για αντίδραση.  Κι ενώ στην  Ελλάδα του μνημονίου το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων βιώνουν τις επιπτώσεις των οικονομικών μέτρων,  η αγωνία μπρος στο άγνωστο, μαζί με το φόβο που καλλιεργήθηκε σκόπιμα για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, έχουν σαν αποτέλεσμα το γεγονός ότι πολλοί αρπάζονται από τις ελπίδες που σκορπίζουν οι δημοκρατικοί αριστεροί, ανανεωτές,  ριζοσπάστες κλπ., που υπόσχονται βελτίωση τη όλης κατάστασης χωρίς  καμιά κατ’ ουσίαν ρήξη.   
           Με τις νέες εκλογές και την  αναμενόμενη ανάδειξη μιας νέας αριστερόστροφης κυβέρνησης   είναι πολύ πιθανόν να δοθεί     παράταση του μεσοδιαστήματος μέχρι την πλήρη εξαθλίωσή μας και αυτό να εγγραφεί σαν νίκη της αντίδρασης του λαού  και των εκλογικών επιλογών του. Και εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος όχι  απλώς μιας διάψευσης, αλλά μιας μοιρολατρικής εγκατάλειψης των πραγμάτων όπως έχουν, αρκεί να μη χειροτερέψουν,  και τελικά να αργοπεθάνουμε συντεθλιμμένοι  από ένα σύστημα που απεγνωσμένα δραστηριοποιείται για να γίνει ικανό να μεταλλάξει και χωνέψει όλες τις αντιδράσεις.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

ΠΕΡΙ ΕΚΛΟΓΩΝ ο λόγος


           Κάθε συζήτηση για το  εκάστοτε διακύβευμα των  εκλογών οφείλει να βασίζεται στη μελέτη των δεσμών τους με το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα, του οποίου είναι το ιδεολογικό στήριγμα,  και τη συγκεκριμένη συγκυρία διεξαγωγής τους. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στη σύγχρονη δημοκρατία  η ψηφοφορία και η κατά κανονικά διαστήματα έκφραση της «λαϊκής κυριαρχίας» εξαναγκάζουν κάθε φορά το κυρίαρχο σύστημα να δείχνει ιδιαίτερο  ενδιαφέρον στα όργανα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, εφόσον η ιδεολογική χειραγώγηση της κοινής γνώμης περιορίζει  πολύ τις δυσάρεστες εκπλήξεις  ενός εκλογικού αποτελέσματος.
         Τελικά,  αυτό που επιδιώκεται είναι ό,τι  θεωρείται   κοινή γνώμη, κατά το δυνατό, να συμπλέει με την  πολιτική βούληση που η κυρίαρχη τάξη προληπτικά υποβάλλει, για να επιβάλλει,  ιδιαίτερα όταν επιδιώκει να προαγάγει μια αντιλαϊκή ενέργεια ή όταν  είναι υποχρεωμένη να υπαχθεί στον εκλογικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση χρησιμοποιείται κατά προτίμηση η συναίνεση παρά η ισχύς, επιτρέποντας να φαίνεται ότι  η δύναμη  της άρχουσας τάξης στηρίζεται στη συναίνεση της πλειοψηφίας, εκφραζόμενης από όργανα δημόσιας κοινής γνώμης, επικυρωμένης από την ψηφοφορία.
         Στη συγκεκριμένη συγκυρία οι απτές συνέπειες της εφαρμογής των μνημονίων δείχνουν να ανατρέπουν τον συσχετισμό  των πολιτικών δυνάμεων, σαρώνοντας την παραδοσιακή διαχείριση της δημόσιας γνώμης που γίνονταν κυρίως με τα οργανωμένα κόμματα  εξουσίας, στο πλαίσιο καθορισμένων, αν και αόριστων  προγραμμάτων, ανεξαρτήτως της μετεκλογικής εφαρμογής τους, και με τα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον,  η  ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης χρησιμοποιεί ευρύτατα τα θεσμικά μέσα που της παρέχει το κοινοβουλευτικό καθεστώς, για να διατηρηθεί.  Οι δεσμεύσεις όμως  των δυο πρώην  κομμάτων εξουσίας με τα διεθνή και ευρωπαϊκά κέντρα τους αφαίρεσε τη δυνατότητα υποσχέσεων και  ελιγμών  στον τομέα αυτό. Έτσι περιορίζεται η επιχειρηματολογία τους στην κλίση του ουσιαστικού «ευθύνη» και «συγκυβέρνηση», ενώ το σύστημα αναζητεί νέες ισορροπίες με μετασχηματισμούς  κομμάτων ή προγραμμάτων. Οι εκ των άνω μετασχηματισμοί των πολιτικών φορέων συνήθως συμπίπτουν με εσωτερικές ανακατατάξεις ή κρίσεις ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης. Ο μετασχηματισμός στις ισορροπίες μεταξύ των πολιτικών φορέων, οι αλλαγές στους ρόλους τους καταγράφουν τον τρόπο άσκησης της ηγεμονίας  σε μια συγκεκριμένη συγκυρία και στον ίδιο βαθμό ασκούν, με σχετικά σταθερό τρόπο,  την ηγεμονία και οι ποικίλες παραλλαγές του εκλογικού συστήματος, οι διάφορες μορφές ψήφου.      Στην παρούσα συγκυρία διαμορφώνεται ένα νέο δίπολο, Ν.Δ –ΣΥΡΙΖΑ,  ενώ  στην ψηφοφορία τείνουν να δώσουν μορφή δημοψηφίσματος, προβάλλοντας ως διακύβευμα των εκλογών την παραμονή ή όχι στο Ευρώ.  
          Η συμβολή βεβαίως  των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην ανάδειξη αυτών των  διλημμάτων  συνεχίζει να είναι  καθοριστική. Επειδή μάλιστα ευρύτατοι τομείς της κοινής γνώμης είναι ανοργάνωτοι και δεν τους έχουν επηρεάσει αντιλήψεις  που μπορούν να αντισταθούν στις επιθέσεις των μέσων  μαζικής επικοινωνίας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην επιρροή των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ακόμα κι αν γενικά γίνεται λόγος για απαξίωσή τους, και στον εγκλωβισμό τους στον  προβληματισμό  που προβάλλεται.  
     Όλες  οι εφημερίδες, ηλεκτρονικά μέσα, πολιτικοί,  κλπ. επαναλαμβάνουν με μονοτονία τα εφιαλτικά σενάρια που θα γίνουν πραγματικότητα   αν αθετήσουμε τις συμφωνίες που οι προηγούμενες κυβερνήσεις συνήψαν.   Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις γίνεται λοιπόν      ξεκάθαρος και  ο περιορισμένος ρόλος των εκλογών. Εκλέγονται βέβαια  τα μέλη του κοινοβουλίου, αλλά η πραγματική εξουσία παραμένει ανεξέλεγκτη, εφόσον διακηρύττεται σε όλους τους τόνους  ότι δεν επιτρέπεται να αλλάξει τίποτε από τις συμφωνίες που η προηγούμενη πολιτική ηγεσία είχε συνάψει, ενώ οι αρμοδιότητες οργάνων που δεν είναι εκλεγμένα πολλαπλασιάζονται με ενίσχυση των προνομίων τους.
     Επιπλέον, το εκλογικό σύστημα δεκαετίες τώρα αποδείχθηκε ένα ιδεολογικό μέσο ιδιαίτερα αποτελεσματικό ως προς την εγκαθίδρυση και τη διατήρηση της ηγεμονίας της αστικής τάξης.  Ως εκ τούτου  στους κόλπους  των λαϊκών τάξεων ο εκλογικός μύθος σπανιότατα αμφισβητείται, ίσως γιατί μερικές φορές φαίνεται να προσφέρεται ως πεδίο πάλης για τις κατώτερες τάξεις. Κι όμως οι εκλογές δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικυρώνουν έναν συσχετισμό δυνάμεων που έχει  προηγουμένως επικρατήσει.
     Τα εκβιαστικά διλήμματα, οι απειλές που εκτοξεύονται ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού δεν αποβλέπουν παρά μέσα από τις εκλογές να εξασφαλιστεί  από τη μια  το μεθοδικό κλείσιμο διεξόδων  (ΚΚΕ) που δεν ελέγχονται από τα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα και από την άλλη η εδραίωση  των ορίων μέσα στα οποία επιτρέπεται οι  καινούργιες πολιτικές δυνάμεις που  μπαίνουν στο μπλοκ εξουσίας  να κινηθούν (ΣΥΡΙΖΑ), με απώτερο στόχο την υποταγή, την άνευ όρων παράδοση μιας ολόκληρης κοινωνίας.