Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΦΛΥΑΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ



Στη Βραζιλία φιλοξενείται το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου ενώ χιλιάδες διαδηλωτές διαμαρτύρονται για το κόστος της διοργάνωσης. Το αθλητικό θέαμα  προσπαθεί να ξορκίσει και  να καλύψει  τον εφιάλτη μιας πραγματικότητας που περιλαμβάνει φτώχεια και αστυνόμευση και όχι μόνο στη Βραζιλία.
               Φροντίδα των καπιταλιστών  δεν είναι μόνο να εξάγουν υπεραξία από τους  εργάτες αλλά όλη τη ζωή των εργαζομένων και ανέργων να την υποτάξουν στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Και το ποδόσφαιρο δεν αποτελεί εξαίρεση.  Στον σύγχρονο καπιταλισμό χρησιμοποιείται σαν καθαρό θέαμα που παράγεται, προσφέρεται και καταναλώνεται παράγοντας κέρδη για τους καπιταλιστές σε πολλαπλά επίπεδα –οικονομικό, ιδεολογικό, κοινωνικό.
Το ποδόσφαιρο παρέχει μια απεριόριστη έκταση δυνατοτήτων εξαγωγής  οικονομικού κέρδους, σε όλους  τους επιχειρηματίες που ασχολούνται μ’  αυτό. Συγχρόνως δημιουργεί μια κάστα  επαγγελματιών, τους ποδοσφαιριστές, που σηκώνουν το βάρος της θεαματικής παραγωγής και με τις υπέρογκες αμοιβές  αυτών που έχουν καταγραφεί σαν καλοί, τροφοδοτεί τις ψευδαισθήσεις για τις δυνατότητες κι ευκαιρίες που ο καπιταλισμός προσφέρει. Η παραγωγικότητα του ποδοσφαιριστή μεταφράζεται  σε κέρδος,  εισιτήρια, διαφημίσεις κλπ και ταυτίζεται με το  θέαμα που προσφέρει.  Για να εξασφαλιστούν αυτά τα κέρδη οι ανάγκες για αρτιότερο προγραμματισμό αυξάνονται,   με τον ποδοσφαιριστή να δέχεται τον ολοένα αυξανόμενο έλεγχο συνολικά στη ζωή του. Και είναι  τα πολλά χρήματα και η δόξα  των ποδοσφαιρικών ηρώων που δεν μας αφήνουν πίσω από  την εικόνα του απόλυτα προγραμματισμένου ποδοσφαιριστή να δούμε την  εξωθημένη στις τελικές της συνέπειες αντίθεση εργασίας –ζωής,    παιχνιδιού  -θεάματος.
Και βέβαια το ποδόσφαιρο είναι η αποθέωση του ανταγωνισμού. Οι  δυνατότητες σχέσεων μεταξύ ποδοσφαιριστών εκτείνονται από την αντιπαλότητα και ανταγωνισμό ως την ομαδικότητα. Μια ομαδικότητα που λειτουργεί σε όφελος και μόνο του συμφέροντος της ομάδας, χωρίς όμως να παύει να ελλοχεύει ο ανταγωνισμός και μέσα στη εντεκάδα στις πιο ξεκάθαρες μορφές του. Γιατί πρέπει να παίζει πολύ καλά  κανείς για να παραμείνει σε μια ομάδα ή να πάει σε  μεγαλύτερο σύλλογο ή για ν’  ανέβουν οι απολαβές του, οι μετοχές  του, να πετύχει καλύτερη μεταγραφή. Είναι μέσα από τις μεταγραφές στο  ποδόσφαιρο  που αφομοιώσαμε και αποδεχτήκαμε τη μορφή αγοραπωλησίας ανθρώπων –εξαρτημάτων σ’  ένα μηχανισμό, που εξαιτίας των μεγάλων ποσών που διακινούνταν δεν το εισπράξαμε σαν αγοραπωλησία. Μόνο που στη μεγάλη πλειοψηφία  η ενοικίαση, «αγοραπωλησία» εργαζομένων γίνεται πια για την εξασφάλιση μόνο της επιβίωσης.
Συγχρόνως, η προγραμματισμένη αποσυμπίεση των απωθημένων, που το ποδοσφαιρικό θέαμα προσφέρει, φαίνεται πως λειτουργεί στο επίπεδο του γενικού και καθολικού μέσα από την αποδοχή του μερικού, της καθημερινότητας δηλ. της όποιας σκληρότητας υπάρχει  στο σύστημα κυριαρχίας.  Μ’  αυτό το συσχετισμό υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ του ποδοσφαίρου  σαν παιχνίδι και της συγκεκριμένης κοινωνικής του χρήσης από τον καπιταλισμό σαν θέαμα. Η κυριότερη συμβολή του θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν εντοπίζεται μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά στη χρήση του σαν μέσο άμβλυνσης ταξικών αντιθέσεων, γιατί προσφέρεται για εκτόνωση της επιθετικότητας, τιθάσευσης της αγωνιστικότητας. Η δικτατορία των συνταγματαρχών εκμεταλλεύτηκε αρκετά πετυχημένα αυτή τη βαλβίδα ασφαλείας του συστήματος στη μακρινή δεκαετία του ’70. Το ποδόσφαιρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το κυρίαρχο σύστημα σαν μια ευκαιρία  αποσυμπίεσης των μαζών από ασφυκτικές καταστάσεις. Ακόμα κι όταν η βία κυριεύει τις κερκίδες σίγουρα δεν είναι μόνο για την αδικία της διαιτησίας, αλλά λειτουργεί στην τελική υπέρ αυτών που δημιουργούν τις αιτίες εμφάνισής της όσο εγκλωβίζεται στη λογική του γηπέδου. Προσφέρεται λοιπόν μια δημόσια σκηνή για θεαματικά  κατορθώματα μαζών στις οποίες συσσωρεύονται συμπιεσμένες ποσότητες και ποιότητες ενέργειας που αν βρουν διέξοδο στην καθημερινή ζωή υπάρχει κίνδυνος να δημιουργήσουν εκρήξεις επικίνδυνες για το κυρίαρχο σύστημα.
Το ποδόσφαιρο είναι ο χώρος και ο χρόνος, οριοθετημένοι και προσδιορισμένοι, όπου μπορεί κανείς να εκφράσει τα πάθη του και συναισθήματά του, τα οποία όμως απευθύνονται στα ινδάλματα που αγωνίζονται ή στους αντίπαλους οπαδούς. Ο χώρος όπου βιώνοντας την ταύτιση με την εικόνα του σουπερ σταρ ποδοσφαιριστή συμμετέχει κανείς στο παιχνίδι, σκοράροντας, αποκρούοντας κλπ. Κι είναι μέσα από αυτή τη διαδικασία ταύτισης που αναδύεται και η μαγεία του ποδοσφαίρου. Νιώθει κανείς να γεύεται τη χαρά τη νίκης, της δύναμης, της σύγκρουσης ταυτιζόμενος   με την εικόνα του ποδοσφαιριστή, ενώ συγχρόνως  ο συνωστισμός στις κερκίδες επιτρέπει την καλλιέργεια  ψευδαισθήσεων ομαδικότητας και επικοινωνίας.
                  Αλλά  μένει  στην καθημερινή ζωή η   χειραγώγηση μαζών και καταστολή να είναι οι βάσεις του πραγματικού κόσμου

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΛΕΚΤΙΚΗ ΚΕΝΟΤΗΤΑ



Οι ειδήσεις, από τη μια για επεισόδια μεταξύ ΜΑΤ και καθαριστριών οι οποίες αγωνιστικά διαμαρτύρονται για την απόφαση του Αρείου Πάγου  που έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής του υπουργείου Οικονομικών για μη επαναπρόσληψή τους και από την άλλη για την αποδοχή από ΑΣΕ του αιτήματος της Ελληνικής χαλυβουργίας για απόλυση 45 εργαζομένων, συνειρμικά ανακαλούν δυο εικόνες από τις τελετές παράδοσης και παραλαβής υπουργείων. Η μια εκείνη του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης Ν. Δένδια που αστειεύτηκε με το δελτίο αιτούντος ασύλου που οι υπάλληλοι της αρμόδιας υπηρεσίας  του ετοίμασαν σαν δωράκι αποχαιρετισμού και η άλλη εκείνη του πρώην υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα που με διάθεση νοσταλγίας αναφέρθηκε στα ξενύχτια που πέρασε στο υπουργείο ομολογώντας ότι «Παρά τα βάσανα και τα ξενύχτια, περάσαμε ωραία, με καλή διάθεση… Με το σούσι εγώ, με το σουβλάκι ο Σταϊκούρας». Αστειότητες και χιούμορ  επιπέδου γυμνασιόπαιδων από τους  υπουργούς  και τους  υπαλλήλους τους.  
Αναρωτιέται κανείς αν η σημασία της λέξης κυνισμός μπορεί να περιγράψει τη συμπεριφορά των απερχόμενων υπουργών. Κυνισμός κατά τα λεξικά σημαίνει την «έλλειψη πάσης αιδούς εις την σκέψιν και την πράξιν, ασύστολος παρρησία, αυθάδης ειλικρίνεια, αισχρά συμπεριφορά» και παραπέμπει και στις λέξεις αδιαντροπιά και ξετσιπωσιά. Αυτός ο κυνισμός τους, επενδυμένος με  δήθεν αφελώς καλοπροαίρετη διάθεση τι άλλο είναι παρά έκφραση της δύναμης που αισθάνονται πως έχουν, χαρακτηριστικό  στοιχείο προσώπων και ομάδων που ασκούν εξουσία αδιαφορώντας για τις συνέπειες της άσκησής της σε άλλους ανθρώπους. Απορεί κανείς για το θράσος των κυβερνώντων, όχι τόσο όταν  υπερασπίζονται την πολιτική τους γραμμή όσο όταν εκδηλώνουν μια τέτοια συγκεκριμένη  στάση και συμπεριφορά. Γιατί  δεν πρόκειται μόνο για μια στάση εξουσίας, αλλά και για μια ηθική και ψυχολογική συμπεριφορά, που υποκρίνεται κοινωνική ευαισθησία και δεκτικότητα, ενώ αποκαλύπτει, από ενέργειες στο περιθώριο πολιτικών γεγονότων,  ένα αξιακό σύστημα κατάφωρα αντίθετο με αυτό που διακηρύττουν. Και γι’  αυτό οι   θεσμοί  της αστικής μας δημοκρατίας παραμένουν δεοντολογικές περιγραφές που δεν μετατρέπονται σε συγκεκριμένες πράξεις.   
Οι κυβερνώντες, όταν  διαφαίνεται κίνδυνος αντίδρασης στις πολιτικές τους αποφάσεις που πλήττουν το επίπεδο ζωής χιλιάδων ανθρώπων, επιχειρούν με θλιβερά επιχειρήματα να τις δικαιολογήσουν, ενώ σε άλλες, όταν νιώθουν αδιαμφισβήτητη την εξουσία τους, πετάν κάθε πρόσχημα και μιλούν ξεκάθαρα και κυνικά, αποκαλύπτοντας έτσι ότι η αυθαιρεσία αρθρώνεται και στα λόγια, δεν υπάρχει μόνο  στα έργα. Κι αν μια τέτοια συμπεριφορά έχει ένα πλεονέκτημα είναι ότι  μ’ αυτόν τον τρόπο  αποδεικνύεται ότι  φραγμός δεν υπάρχει, ότι ακόμα και το  πρόσχημα  φτάνει να καταντάει πολυτέλεια περιττή. Και έτσι  αποκαλύπτεται  και στους πιο  αφελώς  ευήκοους ακροατές τους  ότι  τίποτε δεν είναι τυχαίο, όλα είναι ενσυνείδητα και ότι κανείς τους δεν ντρέπεται για ό, τι κάνει. Η συντριπτική πλειοψηφία των λογής λογής  ηγετών μας που με τη θέλησή τους διεκδίκησαν τιμές και αξιώματα στην ουσία παραβιάζουν κάθε κανόνα ακόμα και του δικού τους κώδικα.
Κι επειδή   η  ιδεολογίζουσα πολυλογία, η υποστηρικτική των πολιτικών αποφάσεων δεν είναι τόσο αποτελεσματική στην οικοδόμηση μιας εικονικής πραγματικότητας που πρέπει να  επιβληθεί, κάθε φορά βρίσκεται ένας νέος συλλογισμός, μια νέα λέξη για να εντυπωσιάσει, ώστε τελικά με άνεση να λέγονται τα ίδια και τα ίδια παρακάμπτοντας τα δυσάρεστα. Για να μη στραφεί η προσοχή  σε υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, στις απογοητεύσεις, στις ψευτορήξεις, στα τόσα και τόσα που συνθέτουν την κυβερνητική πολιτεία της αμετροέπειας, της αλαζονείας, του αυταρχισμού. Ο άνθρωποι αυτής της χώρας αν τρώνε πικρό ψωμί, ωστόσο έχουν χορτάσει από λέξεις ηχηρές, πολιτικούς νεολογισμούς που έρχονται κάθε φορά να καλύψουν  τη νοηματική κενότητα με τον λεκτικό γδούπο. Λόγια που λέγονται για να θαμπωθούν οι ακροατές, καταστροφή του λόγου και της σημασίας του, κενότητα και αποπροσανατολισμός εν πλήρει δράσει.
Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι ακόμα καταπίνουμε όλη  αυτή την λεκτική κενότητα, ότι επιτρέπουμε να μας εμπαίζουν με συναισθηματικές κορώνες και ευφυολογήματα γεμάτα κυνισμό, με όλα αυτά τα λεκτικά παιχνίδια που έχουν γίνει  βασικό εργαλείο της δουλειάς που έχουν να διεκπεραιώσουν, δηλ. την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού μέσα από την εξαθλίωσή μας. Έχουμε χάσει τον μπούσουλα, αλλοιώθηκαν ακόμα και τα αισθητήριά μας.
Κι έτσι μέσα από αυτή τη συμπεριφορά και στάση δεν δίνεται καμιά ευκαιρία να διατυπωθούν ερωτήματα που ν’  αμφισβητούν  τα θεωρούμενα θεσμικά και ηθικά αυτονόητα. Ασκείται η πεπατημένη και αποδεδειγμένα επιτυχή πολιτική  της προσωποποίησης και  εξατομίκευσης κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων. Κάποιος πολιτικός δεν κάνει καλά τη δουλειά του, κάποιοι από τα ΜΑΤ αυθαιρετούν,  κάποιος υπάλληλος διορίστηκε εις βάρος της εθνικής οικονομίας… Γι’  αυτό και μπορεί ακόμα η εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας Α. Ασημακοπούλου  να διαβεβαιώνει ανερυθριάστως ότι έχει  ακούσει τον πόνο των καθαριστριών αλλά διαχωρίζει το πολιτικό επίπεδο και την εθνική ανάγκη από το ανθρώπινο επίπεδο, ομολογώντας ότι  ανθρώπινα αισθάνεται  απέχθεια γι’ αυτό που συνέβη, αναφερόμενη στην επίθεση των ΜΑΤ εναντίον των καθαριστριών.
Μια  κυρίαρχη τάξη που προσβάλλει  αυτά που δήθεν υπερασπίζεται, που περιτυλίγει  με τον μανδύα της ριζοσπαστικής αλλαγής  αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις διαμορφώνει  την κοινωνική συνείδηση ή έστω  τροφοδοτεί  με νέα σύμβολα την πολιτική. Ο πρωθυπουργός που αγκαλιάζει τον συνταξιούχο, το τσίπουρο που πίνει η εκπρόσωπος τύπου της Νέας Δημοκρατίας με τις απολυμένες καθαρίστριες… σωρεία αφελών συμβολισμών για να επισκιαστεί η ανελέητη σκληρότητα της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

ΑΥΘΟΡΜΗΤΟ, ΑΚΗΔΕΜΟΝΕΥΤΟ, ΑΥΤΟΝΟΜΟ


Στην ηλεκτρονική έκδοση της iefimerida της 6ης Ιουνίου ρεπορτάζ που αναφέρεται στη συγκέντρωση των καθαριστριών έξω από τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ που ζητούσαν συνάντηση με τον Β. Βενιζέλο επικεντρώνεται στην αναζήτηση και αποκάλυψη  της ταυτότητας ενός άνδρα  που συμπαρίσταται στις καθαρίστριες. Το κείμενο καταλήγει με την άποψη του ΠΑΣΟΚ, που έχει αποκαλύψει τη σχέση του άντρα με τον ΣΥΡΙΖΑ,  ότι «όπως φαίνεται ο «αυθόρμητος» αγώνας των καθαριστριών δεν είναι και τόσο αυθόρμητος, αλλά καθοδηγούμενος».
Αυτό που αιωρείται σαν  συμπέρασμα από την άποψη του ΠΑΣΟΚ είναι   κοινός τόπος για κάθε αγωνιστική κινητοποίηση.  Ο κυρίαρχος λόγος δεν προβάλλει τις αιτίες της κινητοποίησης,  αν  αντιτίθεται  σε  όρους της κυρίαρχης πολιτικής, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί,    αλλά αν είναι αυθόρμητη ή όχι. Και το παράδοξο είναι πως δεν απαξιώνεται η συνδικαλιστική ή πολιτική οργάνωση στις περιπτώσεις που  οικειοποιείται τις κινητοποιήσεις με σκοπό να τις χειραγωγήσει, αλλά οι ίδιες οι κινητοποιήσεις, λες και είναι δυνατό οι άνθρωποι να κινητοποιηθούν όταν δεν υπάρχουν προβλήματα υπαρκτά.
 Τίποτε περισσότερο δεν έχει εγκωμιαστεί τα τελευταία χρόνια από το αυθόρμητο και ακηδεμόνευτο των όποιων κινητοποιήσεων. Κληρονομιά της δεκαετίας της αμφισβήτησης,  το κίνημα ενάντια στην εκπροσώπηση εδώ και χρόνια εκθειάζεται σαν ένα κίνημα άμεσης δημοκρατίας, που οδήγησε  στην ανατροπή  των παλιών  ιδεολογικών και οργανωτικών προτύπων. Μόνο που  καταλήξαμε  οι καταγγελίες για τους γραφειοκρατικούς και αποστεωμένους μηχανισμούς στους οποίους ανέθεταν  κινήματα και εργαζόμενοι την εκπροσώπησή τους να απαξιώσουν σχεδόν ολοσχερώς κάθε οργανωμένη συλλογικότητα. Κι έτσι κάθε συγκεκριμένο  κοινωνικό κίνημα και κατηγορία διεκδικώντας την αυτονομία του απέναντι σε οργανωμένες συλλογικότητες και τα υπόλοιπα κινήματα, κατέληξε τελικά στην αυτονομία ατόμων, αυτονομία που συχνά φτάνει στο καταστροφικό όριό της, το διαχωρισμό, στην άρνηση κάθε διαμεσολάβησης και στην απομόνωση των  κινητοποιήσεων. Λες και κάθε φορέας, κάθε οργάνωση, κάθε κόμμα δεν παίζουν ρόλο καθοδηγητικό για τις  συνειδήσεις και δράσεις των ανθρώπων και οι άνθρωποι   στην κοινωνία δεν είναι προικισμένοι με  συνείδηση και βούληση και δεν πρέπει να επιδιώκουν  ορισμένους σκοπούς αλλά να  κινητοποιούνται εν κενώ.   Γι’  αυτό καθοριστικό  είναι  η ιδεολογία του φορέα και ο στρατηγικός του στόχος  για να μην αφήνονται περιθώρια για συγχύσεις, όπως επιδιώκεται όλα αυτά τα χρόνια με τα κλωνοποιημένα κόμματα και κομματίδια, τις διαφημιζόμενες αυθόρμητες κινήσεις και κινήματα, που είτε υπερασπίζονται ανοιχτά το υπάρχον σύστημα είτε μέσα από μεταρρυθμίσεις που ισχυρίζονται ότι συμφιλιώνουν τις ταξικές αντιθέσεις.
Στην πραγματικότητα, στα τέσσερα χρόνια καπιταλιστικής επίθεσης μοιάζει κάθε  αγωνιστική κινητοποίηση από μια κοινωνική ομάδα να είναι υποχρεωμένη να ξεκινά σε μια θεωρητική έρημο, περιορισμένη να μένει στο σημείο από όπου ξεκινά μη μπορώντας  να πάει παραπέρα και γι’  αυτό να μη το προσπαθεί, αποφεύγοντας να εκφέρει θέσεις για την κοινωνία ευρύτερα. Τελικά  καμιά κινητοποίηση δεν κατάφερε μέχρι τώρα να πολώσει τον κοινωνικό χώρο, να γίνει η αποδιοργανωτική αλλά και αναδιοργανωτική πηγή, η βαθμίδα από όπου  θα μπορούσε να  ξεκινήσει η συνολική αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Κι έτσι μεμονωμένες κινητοποιήσεις, αυθόρμητες αντιδράσεις που συγκροτούνται στη βάση  μερικότερων αντιθέσεων του καπιταλισμού, δεν μπορούν να συγκλίνουν στη διαδικασία πάλης ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση και γρήγορα καταστέλλονται και εξουδετερώνονται.  Το πνεύμα που επικρατεί είναι σεβασμός της κυρίαρχης ιδεολογίας, τήρηση διαδικασιών που αγγίζει τα όρια του φορμαλισμού, αγωνιώδης αναζήτηση της δημοκρατικής συναίνεσης, τονισμός του απολίτικου χαρακτήρα  και η μανιώδης κάποιες φορές καταδίωξη οποιουδήποτε στοιχείου θυμίζει κομματικό η συνδικαλιστικό  μόρφωμα. Είναι που στα πολιτικά κόμματα δεν αναγνωρίζεται ο ταξικός χαρακτήρας που αυτά εκφράζουν, πιστεύοντας ότι γενικώς τα πολιτικά κόμματα είναι εκφραστές της θέλησης του λαού. Κι απομένει μόνο το Κομμουνιστικό κόμμα να δηλώνει ξεκάθαρα ότι εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Επειδή όμως δεν είναι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης που έχει αναπτύξει ταξική συνείδηση, τα  διάφορα κόμματα που εκφράζουν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, με διαφοροποιήσεις όμως  στον τρόπο ιδεολογικής και οργανωτικής υποταγής των υποτελών τάξεων σ’  αυτή, μπορούν ακόμα να την επηρεάζουν και χειραγωγούν.
Η ταξική πάλη στις αναπτυγμένες μορφές της  είναι πάντα συνειδητή και προϋποθέτει συνειδητή καθοδήγηση και οργάνωση. Διαφορετικά, το αυθόρμητο, η αμεσότητα, η αυτονομία στους πολιτικούς αγώνες μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη απογείωση από αντικειμενικές πραγματικότητες σε μια μυθολογική διαδικασία που η άρχουσα τάξη έχει κάθε συμφέρον να ενισχύει με διάφορους τρόπους. 
Ακόμα και ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης που  ανακοινώθηκε το απόγευμα προσπαθεί να ενισχύσει μια εικονική πραγματικότητα. Είναι μια διαδικασία, αν και όχι πια αρκετά αποτελεσματική,  διαφυγής από τις πραγματικές αντιθέσεις, εντυπωσιασμού και αντιπερισπασμού απέναντι σε υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα που υποβαθμίζονται ως προκαλούμενα από προσωπικές συμπεριφορές υπουργών ή γενικών γραμματέων.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

ΣΩΟΥ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ



Η επεισοδιακή άφιξη και αποχώρηση  στη βουλή των προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής με την προσβλητική συμπεριφορά τους, τις υβριστικές φράσεις τους και η ανοχή του προεδρείου της βουλής σηματοδοτούν το επίπεδο της πολιτική ζωής,  που συρρικνώθηκε σε θέαμα για ψυχαγωγία, κερδίζοντας ένα διευρυμένο κοινό.  Η βουλή  έγινε   ο χώρος όπου συγκεκριμενοποιείται η φασιστική νοοτροπία και εξοικειώνεται το πανελλήνιο μ’  αυτήν. Μοιάζει το αίτημα για κοινωνική ανασύνταξη μέσα από μια διαφορετική πολιτική να παίρνει   τα χαρακτηριστικά του τραμπουκισμού και να γίνεται ορατή σαν χλευασμός, βιαιότητα, θρασύτητα. Σχήματα, τρόποι σκέψης ιδεολογικά κλισέ που υφείρπαν  τα προηγούμενα χρόνια σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού,αναγνωρίζουν, όπως έδειξαν οι πρόσφατες εκλογές,  τη συγγένεια τους  με τη Χρυσή Αυγή. Δεν είναι φυσικά η μοναδική τραμπούκικη εμφάνιση των βουλευτών των Χρυσής Αυγής, είναι όμως αυτή που έγινε μέσα στη βουλή σε τέτοια έκταση σε απευθείας σύνδεση. Η θλιβερή εικόνα της βουλής επιτείνει την σύγχυση κι ευνοεί αφάνταστα τα φασιστοειδή που καταφέρνουν ο απόηχος των ύβρεών τους να ακουστεί σε όλη τη χώρα. Με την ανοχή του προεδρείου η προβοκάτσια τους δεν εξουδετερώθηκε, αλλά αντίθετα  συντέλεσε στη διαστολή του ρόλου και της επιρροής των φασιστών.
               Και όλοι επαναλαμβάνουν ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί  έχουν πολύ μεγαλύτερη αντοχή, ισχύ και διάρκεια από όση φαντάζονται οι φασίστες, γιατί  η δημοκρατική  ομαλότητα  δεν κινδυνεύει  από προκλήσεις παρόμοιας έκτασης. Επειδή όμως  δεν είναι το εγκληματικό φασιστικό περιθώριο αλλά βουλευτές εκλεγμένοι που οικοδομούν την πολιτική τους φυσιογνωμία σε τραμπούκικη συμπεριφορά, η νομιμοποίησή μιας τέτοιας συμπεριφοράς  στη συνείδηση πολλών ετοιμάζει μια  φασιστική κοινωνία σε θέση μάχης, στην περίπτωση που οι κοινωνικές συγκρούσεις οξυνθούν.  Κι έτσι προληπτικά, να μπουν στο περιθώριο οι ταξικές διεκδικήσεις, να μετατοπιστεί ο όποιος αγώνας στην υπεράσπιση του αυτονόητου –των δημοκρατικών διαδικασιών.  Και τότε πράγματι δημιουργείται πρόβλημα  όταν η υπεράσπιση της  δημοκρατικής ομαλότητας μετατρέπεται σε στοιχείο κομματικών διαμαχών και  πολιτικών  υπολογισμών των  κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων, που συγκλίνουν  στην επιλογή μιας κινδυνολογικής τακτικής ως την προσφορότερη μέθοδο  χειραγώγησης των διαμαρτυριών.
                Μέσα σε ελάχιστο  χρονικό διάστημα η φασιστική και ρατσιστική δεξιά έχει περάσει στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής εκμεταλλευόμενη την κοινωνική πραγματικότητα, ανακινώντας ζητήματα που  ανησυχούν  μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ανασφάλεια, άνοδο εγκληματικότητας, μετανάστες, οικονομική κρίση, ανεργία. Ο κοινοβουλευτισμός με την κρίση φτάνει στα όρια του, αποκαλύπτοντας την μετριότητα και ανικανότητα αυτών που διαχειρίζονται τις υποθέσεις του κράτους. Και όλο αυτό το θέαμα με την προκλητική συμπεριφορά των βουλευτών της  Χρυσής Αυγής μοιάζει να είναι η εκτρωματική μορφή  ενός κοινοβουλίου που απεμπόλησε εδώ   και καιρό αρμοδιότητες και ευθύνες. Η πολιτική που εφαρμόζεται εξασθενώντας  ακόμα περισσότερο τις υποτελείς τάξεις  καλλιεργεί φυτώρια   κοινωνικού μίσους. Αυτοί που χάνουν τα πάντα, που νιώθουν ξεγελασμένοι και προδομένοι, αιώνια θύματα, στρέφονται εκεί όπου το μίσος υπόσχεται δύναμη, στη Χ.Α, με τη βία και την πρόκληση σε θεατρικά δρώμενα μέσα στη βουλή.
               Και βέβαια οι ρίζες της ανόδου του φασισμού βρίσκονται  στα  κόμματα  εξουσίας και τις πρακτικές τους ιδίως τα τελευταία χρόνια της εξαθλίωσης. Δεν είναι μόνο που υιοθετούν  σε πολλά σημεία την ίδια κατά βάση ιδεολογία με τους φασίστες ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό θέμα, τα θέματα ασφάλειας  κλπ. αλλά και πολλά πρόσωπα της πάλαι ποτέ Δεξιάς εναλλάσσονται ανάμεσα σε ακροδεξιούς, φασιστικούς  σχηματισμούς  και παραδοσιακά δεξιά κόμματα (π.χ. Βορίδης, Πλεύρης κλπ.).    
Το σώου της Χ.Α  εικονογράφησε την καταρράκωση των θεσμών της αστικής δημοκρατίας, που συστηματικά συντελείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ζωής. Είναι όμως η απροθυμία της κυβέρνησης, όπως στην περίπτωση των καθαριστριών, να εφαρμόσει απόφαση δικαστηρίου η συνειδητή πολιτική επιλογή που απαρνείται τη νομιμότητα, είναι οι συνοπτικές διαδικασίες ψήφισης νομοσχεδίων που καταρρακώνουν  το κύρος της βουλής  και  κάνουν τυπική τη λειτουργία της δημοκρατίας. Γιατί όταν οι θεσμοί και τα δικαιώματα στην αστική δημοκρατία απειλούν να θίξουν οικονομικά συμφέροντα και την εξουσία της αστικής τάξης τότε αδιαφορεί για τη νομιμότητα που η ίδια δημιούργησε και ετοιμάζεται ακόμα και για χρήση βίας.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ Ή ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ



Σε άρθρο του  ο Ν. Χατζηνικολάου υπερασπιζόμενος τους «μικρούς και μεσαίους» αφού ψέγει τα κόμματα της συγκυβέρνησης για την συνεχιζόμενη και μετά τις εκλογές  προεκλογική ρητορεία τους και για την απροθυμία τους να πατάξουν τη φοροδιαφυγή απαιτεί κάθαρση γιατί η « συμμετοχή στον δημόσιο βίο πρέπει να ξαναγίνει ελκυστική για τους έντιμους εκείνους και άξιους πολίτες» και διαπραγμάτευση για χαλάρωση των μέτρων λιτότητας, σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση. Η αναφορά  στο άρθρο αυτό γίνεται γιατί είναι ενδεικτικό των ιδεολογικών κατευθύνσεων  που  έχει ο λόγος ενός μέρους της αστικής τάξης, στον οποίο όψιμα φαίνεται να προσχώρησε και ο Ν. Χατζηνικολάου. Αυτής  της αστικής τάξης που  εμφανίζεται ότι θέλει να  μετριάσει τα δεινά των υποτελών τάξεων, πριν να αποκτήσουν ταξική συνείδηση και αφού πρώτα  όμως έχουν εξαθλιωθεί με μια πολιτική που κρίνεται λανθασμένη σε επιμέρους και επουσιώδη στοιχεία, χωρίς να αμφισβητείται η  οικονομία της αγοράς αλλά ο κυνισμός της εφαρμογής της. ¨Ολο το πρόβλημα εντοπίζεται στο έλλειμμα εντιμότητας στην πολιτική και στην απουσία ενότητας στην κοινωνία.
Ο Κ. Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο αναφέρεται στο  τμήμα της αστικής τάξης «που θέλει να απαλύνει  τα κοινωνικά δεινά, για να διασφαλίσει τη διαιώνιση της αστικής τάξης»  στην ενότητα «Ο συντηρητικός ή αστικός σοσιαλισμός».
 «Εδώ ανήκουν οικονομικοί παράγοντες, φιλάνθρωποι, ουμανιστές, ευεργέτες εργαζόμενων τάξεων, οργανωτές φιλανθρωπιών, πολέμιοι της κακομεταχείρισης των ζώων, ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας, κάθε λογής και διαλογής μεταρρυθμιστές. Κι απ’ αυτόν τον αστικό Σοσιαλισμό έχουν κατασκευάσει μάλιστα ολόκληρα συστήματα.

Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη Φιλοσοφία της Αθλιότητας του Προυντόν.

Οι σοσιαλιστές αστοί θέλουν τις συνθήκες ζωής της σύγχρονης κοινωνίας δίχως τους αγώνες και τους κινδύνους που αναγκαία εκπορεύονται από αυτή. Θέλουν την υπάρχουσα κοινωνία δίχως τα επαναστατικά  και διαβρωτικά της στοιχεία. Θέλουν την αστική τάξη δίχως  το προλεταριάτο. Η αστική τάξη θέλει, φυσικά,  να πιστεύει ότι ο κόσμος όπου κυριαρχεί είναι ο καλύτερος δυνατός.  Ο αστικός-σοσιαλισμός παίρνει τούτη την παρήγορη πίστη και κατασκευάζει κουτσά-στραβά από αυτήν  ένα σύστημα. Όταν προτρέπει  το προλεταριάτο να εφαρμόσει τα συστήματά του και να εισέλθει στη νέα Ιερουσαλήμ, στην ουσία δεν του ζητά παρά να  παραμείνει δεσμώτης των τωρινών κοινωνικών  συνθηκών, αποβάλλοντας όμως συνάμα την εχθρική  εικόνα που τρέφει γι’  αυτές.

Μια δεύτερη, λιγότερο συστηματική αλλά περισσότερο  πρακτική εκδοχή αυτού του σοσιαλισμού προσπάθησε να αποτρέψει την εργατική τάξη από κάθε  επαναστατική ενέργεια, με το επιχείρημα ότι δεν είναι η τάδε ή η δείνα πολιτική αλλαγή που θα μπορούσε να την ωφελήσει αλλά μόνο η αλλαγή των υλικών όρων διαβίωσης, των οικονομικών συνθηκών. Κάνοντας όμως λόγο για αλλαγή των  υλικών όρων διαβίωσης, ο Σοσιαλισμός αυτός δεν εννοεί κατά κανέναν τρόπο την κατάλυση των αστικών παραγωγικών σχέσεων –πράγμα εφικτό μόνο δια της επαναστατικής οδού- παρά μόνο κάποιες βελτιώσεις διοικητικού χαρακτήρα που δεν αποκλίνουν ουσιωδώς  από τις  παραγωγικές αυτές σχέσεις και συνεπώς δεν μεταβάλλουν  σε τίποτε τη σχέση  κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, αλλά στην καλύτερη περίπτωση μειώνουν προς όφελος της αστικής τάξης το κόστος της κυριαρχίας της και ελαφρύνουν τα δημοσιονομικά βάρη του κράτους της.

Την αντάξια έκφρασή του τη βρίσκει ο αστικός Σοσιαλισμός εκεί όπου καταντά κούφιο ρητορικό σχήμα.

Ελεύθερο εμπόριο! Προς το συμφέρον της εργατικής τάξης. Προστατευτικοί δασμοί! Προς το συμφέρον της εργατικής τάξης. Φυλακές, κελιά και κρατητήρια; Προς το συμφέρον της εργατικής τάξης. Αυτή είναι η τελευταία λέξη  του σοσιαλισμού των αστών, η μόνη που εννοούν  σοβαρά.