Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

ΣΤΗΝ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Η εβδομάδα των παθών και ο εσταυρωμένος «ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις», και ο θρήνος για την «ζωή εν τάφω», και η πίστη για τη σωτηρία στο μεσσία, και η αναμονή για την ανάσταση του αγαπημένου νεκρού, και η απελπισμένη αγάπη των συνανθρώπων του, αγάπη αιώνων, εξαντλείται στο ν’ αρνιέται τον θάνατό του. Αυταπάτη γιομάτη πάθος, σπαραχτική αυταπάτη από την αδυναμία μας και την ανημποριά μας σε ό,τι ξεφεύγει, ή και νομίζουμε ότι ξεφεύγει, από τον έλεγχό μας, -μοίρα το λέμε, φύση το ονομάζουμε, θεό τον καλούμε,- αυταπάτη να αποδεχτούμε την απώλεια αυτών που αγαπάμε... 
            Κάθε φορά που βιώνεται το παρόν σαν αβάσταχτο και το μέλλον φαντάζει απειλητικό αναζητείται μια παρηγοριά κι όχι ένας τρόπος για αλλαγή του. Κι έτσι αποκτούν το νόημά τους και οι εκκλήσεις για αγάπη και ταπεινότητα, τόσο από άρχοντες όσο και από τους αρχόμενους, του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου στην τελετή περιφοράς του επιταφίου. Εκκλήσεις που συμπυκνώνουν ουσιαστικά το λόγο της χριστιανικής εκκλησίας, που αιώνες τώρα μιλά για αγάπη και ισότητα, χωρίς όμως ποτέ να τις στεριώσει σε υλικά βάθρα, καταντώντας τες αφηρημένες έννοιες, στείρες, υπερβολικά επικίνδυνες όταν γίνονται όργανο απάτης στα χέρια της εξουσίας. Για ν’ απομένουν μόνο κραυγές οι πόνοι του ανθρώπου που απελπίζεται από την δικαιοσύνη, να πιάνεται από τη γεμάτη πάθος αυταπάτη και ν’ αναζητεί τον αδέκαστο κριτή, έξω από αυτόν τον κόσμο, τον κριτή που παρηγορεί. Η απομάκρυνση από την πραγματικότητα, η φυγή από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό, η αδιαφορία για τους κοινωνικούς θεσμούς όμως δεν βοηθούν παρά στην παραμονή και τη σταθεροποίηση της αδικίας. Αυτή η ιδέα ότι πρώτα πρέπει να αλλάξει κανείς τον εαυτό του για να μπορέσει μετά να αλλάξει τον κόσμο, αυτός ο μύθος της εσωτερικής ανανέωσης, η ιδεολογία της εσωτερικότητας έχει φυσική συνέπεια την εγκαρτέρηση και την υπομονή. Κι έτσι αυτές οι αντιλήψεις όχι μονάχα επέτρεψαν τη διατήρηση αλλά αντίθετα ενίσχυσαν τους θεσμούς εκείνους που διατηρούν την ανθρώπινη καταπίεση.
               Κι αν τόσους αιώνες ο χριστιανικός λόγος επιβιώνει είναι γιατί ακουμπά στο τραγικό στοιχείο που κλείνει η ανθρώπινη ύπαρξη έξω από τις οποιεσδήποτε συμβατικότητες, γιατί δίνει παρηγοριά στους πονεμένους «μια παρηγοριά στη συνείδησή τους, για να σωθούν από την έσχατη απελπισία τους» Ο Φρ. Ενγκελς στο « Ο Μπρούνο Μπάουερ και ο πρώτος χριστιανισμός» σημειώνει πως ο χριστιανισμός «εμφανίστηκε στην ένταση της γενικής οικονομικής, πολιτικής διανοητικής και ηθικής παρακμής (…) Ο χριστιανισμός χτύπησε μια χορδή που αντήχησε σε αναρίθμητες καρδιές. Σ’ όλα τα παράπονα για την κακοήθεια των καιρών και τη γενική υλική και ηθική απελπισία, η χριστιανική συνείδηση της αμαρτίας απαντούσε: Έτσι είναι και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Εσύ έχεις την ευθύνη, όλοι έχετε την ευθύνη της διαφθοράς του κόσμου, εσένα και η δική σου η εσωτερική διαφθορά! Και πού βρισκόταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να το αρνηθεί; MEA CULPA! Η αποδοχή της συμμετοχής όλων στην ευθύνη για τη γενική δυστυχία ήταν αναντίρρητη και έγινε η προϋπόθεση για την πνευματική σωτηρία που ευαγγελιζόταν ο χριστιανισμός. Και αυτή η πνευματική σωτηρία θεμελιώθηκε έτσι ώστε μπορούσε εύκολα να κατανοηθεί από τα μέλη κάθε παλιάς θρησκευτικής κοινότητας. Η ιδέα της εξιλέωσης για τον εξευμενισμό της προσβεβλημένης θεότητας ήταν κοινή σ’ όλες τις παλιές θρησκείες. Πώς μπορούσε η ιδέα της αυτοθυσίας του μεσάζοντος που θα εξιλέωνε μια για πάντα τις αμαρτίες της ανθρωπότητας να μη βρει εύκολα έδαφος εδώ; Ο χριστιανισμός, συνεπώς, έκφρασε καθαρά το καθολικό αίτημα ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι είναι ένοχοι της γενικής διαφθοράς όπως η αμαρτωλή συνείδηση του καθενός τους. Ταυτόχρονα πρόσφερε στη θυσία του θανάτου του κριτή του, μια ποθητή εσωτερική σωτηρία από το διεφθαρμένο κόσμο, την παρηγοριά της συνείδησης. Έτσι απέδειξε πάλι την ικανότητά του να γίνει μια παγκόσμια θρησκεία και πραγματικά μια θρησκεία κατάλληλη για τον κόσμο όπως ήταν τότε».
             ¨Όμως η πηγή της δυστυχίας μας δεν βρίσκεται στο φαινόμενο της ζωής καθαυτό, αλλά στο γεγονός ότι δεν έχουμε όλοι τη δυνατότητα να τη ζήσουμε σ’ όλο της το πλάτος, όσο δεν δίνονται οι προϋποθέσεις γι’ αυτό, με κυριότερη την ισότητα των υλικών αγαθών. Ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο και το κριτήριο κάθε κοινωνικής μορφής. Και η ανωτερότητα της σοσιαλιστικής κοινωνίας καθορίζεται ακριβώς από τις συνθήκες που αυτή δημιουργεί για την ύπαρξη του ατόμου, που βέβαια απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας αυτών των συνθηκών είναι η ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών του ανθρώπινου πληθυσμού. Και το ν’ αγωνίζεται κανείς σ’ αυτή την κατεύθυνση δεν σημαίνει καθόλου ότι παραβλέπει ή αγνοεί τις υπόλοιπες πλευρές. 
             Κι αν προσδοκίες για καλύτερο κόσμο πολλές θρησκείες και φιλοσοφίες καλλιεργούν όμως το ζητούμενο είναι πώς αυτές θα πραγματοποιηθούν. Κι είναι αυτό που κατάφερε ο Μαρξ με το έργο του. Δίνει πειστικότητα στο όραμα του σοσιαλισμού, συμβάλλει στη δημιουργία συνείδησης ταξικής που αντικαθιστά τον αστικό εγωκεντρισμό, επιχειρεί να λύσει εκείνο το τμήμα το ανθρώπινου προβλήματος που είναι στα χέρια μας να λυθεί, το κοινωνικό σκέλος. Η συμβολή του μαρξισμού είναι ότι μας έδειξε, μ’ επιστημονικό τρόπο, πως η αλλαγή του κόσμου είναι πραγματοποιήσιμη. Αυτή είναι η διαφορά και η μεγάλη προσφορά. Πέτυχε να μετατοπίσει την αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο από τον χώρο του πνεύματος στο χώρο της καθημερινής δράσης. Κι αν η εργατική τάξη είναι ο φορέας αυτής της αλλαγής δεν σημαίνει καθόλου πως τα αποτελέσματά της κοινωνικής αλλαγής μονάχα γι’ αυτήν θα είναι ωφέλιμα, αφού οι καταστρεπτικές συνέπειες της καπιταλιστικής αποσύνθεσης αγκαλιάζουνε το σύνολο, κι όλες οι τάξεις, μήτε κι αυτής της κυρίαρχης εξαιρουμένης, τις υφίστανται.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετικό άρθρο όπως πάντα.
Σε διαβάζω εδώ και λίγο καιρό και θέλω να σ'ευχαριστήσω γιατί μου δίνεις δύναμη να συνεχίσω..
Να είσαι καλά
Ένας φοιτητής

Προλύτης είπε...

Σ’ ευχαριστώ για το σχόλιο. Κι ελπίζω η συνέχεια να είναι από την κριτική των λόγων στην αγωνιστική δράση.