Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ;



                Γιορτές της χριστιανοσύνης αυτές τις μέρες  που γιορτάζονται …παγκοσμίως και περίσσεψαν τα λόγια και οι προτροπές για αλληλεγγύη και αγάπη που θα αλλάξουν τον κόσμο. Ο κυρίαρχος λόγος  εστιάζει  στην ευθύνη μας, του καθένα χωριστά, που ανεχόμαστε τη φτώχεια και την ανέχεια για το συνάνθρωπό μας και δεν κάνουμε τίποτε για να τις θεραπεύσουμε. Το γεγονός ότι ένα  μεγάλο  ποσοστό συνανθρώπων βυθίζεται  στην αθλιότητα, που είναι περισσότερο ζήτημα τύχης και ανικανότητας,  ενώ κάποιοι θα επιβιώσουν και θα ξεφύγουν από αυτήν θα πρέπει να αποτελεί για τους τελευταίους  μια ανεξάλειπτη ευθύνη αν δεν προσπαθήσουν  να χαρίσουν και στους αναξιοπαθούντες κάποιες στιγμές χαράς. Η αρχή της αλληλεγγύης βέβαια στηρίζεται στην πεποίθηση ότι με τους συνανθρώπους μας  δεν μας ενώνουν μόνο  ορθολογικές συνεννοήσεις και πολιτικές ή νομικές συμφωνίες, αλλά η αντίληψη ότι  ανήκουμε  γενικά στην ανθρωπότητα, δεν  μιλάμε σε καμιά περίπτωση για ταξική αλληλεγγύη,  ότι ο  άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντοτε ως σκοπός και ποτέ ως μέσο, ότι αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα στον άλλο και άλλα τέτοια ηχηρά που παρακάμπτουν ολοκληρωτικά τις αιτίες που προκαλούν την φτώχεια και την ανέχεια.
              Κι έτσι η φτώχεια και η ανέχεια γίνεται ζήτημα ηθικής ευθύνης και πεδίο όπου μετρείται η ικανότητα των ανθρώπων να δρουν ως αυτόνομα ηθικά υποκείμενα.  Και οι γιορτές της χριστιανοσύνης αντιμετωπίζονται σαν την …εξ ύψους  ευκαιρία να ανασταλεί, έστω και για κάποιες μέρες, η υπονόμευση της ηθικής μας ευθύνης  από την  πολύπλοκη και  δύσκολη καθημερινότητα που απονεκρώνει τα ηθικά συναισθήματά μας. Και έτσι δικαιώνεται  κι εξισώνεται η ενέργεια του εφοπλιστή( π.χ Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών μοιράζει πακέτα σίτισης και προσωπικής υγιεινής σε 117 άπορες οικογένειες με ανήλικα παιδιά, κατά την ειδησεογραφία) που προβάλλεται πως δεν  φέρει καμιά ευθύνη για την εξαθλίωση και του φτωχού μεροκαματιάρη που θα μοιραστεί το τραπέζι του με τον άνεργο γείτονα.  
            Οι γιορτές είναι μια ακόμα ευκαιρία για εφαρμογή της γενικευμένης τάσης ερμηνείας της πραγματικότητας με όρους ψυχολογικούς και ηθικούς που συνοψίζει στη λέξη αγάπη κάθε αιτία για μεταμόρφωση της πραγματικότητας, υποσκάπτοντας μ’ αυτόν τον τρόπο αιώνες τώρα κάθε πραγματική προσπάθεια  για ερμηνεία και μετασχηματισμό της κοινωνίας  που στηρίζεται στους υλικούς όρους παραγωγής.  
              Η ιδεολογική χρήση των εορτών για δικαίωση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων δεν αποτελεί βέβαια αποκλειστικότητα των χρόνων μας. Η δύναμη  μάλιστα του καπιταλισμού φαίνεται και από το γεγονός ότι όχι μόνο πέρασε  παντού τη δική του λογική αλλά ότι σε πολλές περιπτώσεις  προσαρμόστηκε σ’ αυτά που βρήκε.  Δεν αρνήθηκε από τη μια το φιλάνθρωπο πνεύμα των  χριστιανικών γιορτών, που   όταν το εργατικό κίνημα ήταν ισχυρό υποχρεώθηκε να το υλοποιήσει με διάφορες κοινωνικές παροχές (π.χ. δώρο Χριστουγέννων) και όχι πια με ατομικές φιλανθρωπίες και από την άλλη έδωσε νέο περιεχόμενο σ’ αυτές προσαρμοσμένο στις ανάγκες του καταναλωτισμού. Όλες οι γιορτές μεταμορφώθηκαν σε  ένα ατέλειωτο καταναλωτικό πανηγύρι («shopping»  ταξίδια κλπ.)  Στις μέρες της ευμάρειας στις συλλογικές φαντασιώσεις η κατανάλωση, ιδιαίτερα σε περιόδους εορτών,  είχε αναχθεί  σε αποδεικτικό στοιχείο επιτυχίας και ευτυχίας. Και τώρα, σε περιόδους ανέχειας, ξανάρθε στο προσκήνιο το φιλάνθρωπο πνεύμα τους, πολύ βολικό για το κυρίαρχο σύστημα, ενώ η κατανάλωση μετατρέπεται στο όνειρο που ο καπιταλισμός με τις ευκαιρίες που προσφέρει μόλις ξεπεραστεί η κρίση του θα πραγματοποιηθεί. Μέχρι τότε θα πρέπει να δουλεύουν, όσοι ακόμα εργάζονται, σε συνθήκες που όλο και θα θυμίζουν τον 19ο αιώνα.
              Η ανελέητη μάλιστα επίθεση του καπιταλισμού φαίνεται και από την προσπάθειά του όχι μόνο μείωσης των μεροκάματων αλλά και εντατικοποίησης της εργασίας, που αντανακλάται στις πιέσεις για  περιορισμό ή και κατάργηση των αργιών, ξεκινώντας από το άνοιγμα των καταστημάτων την Κυριακή. Γιατί μη ξεχνάμε, ότι αυτά που είχαμε κερδίσει  από το καπιταλιστικό σύστημα  δεν ήταν μόνο  οι εργατικές κατακτήσεις, αλλά και οι κάθε τύπου ανθρώπινες αντιστάσεις –εθνικές, θρησκευτικές κλπ. Έτσι, το κυρίαρχο σύστημα συμμαχώντας με την εκκλησία δεν μπορούσε να αρνηθεί τις πολλές γιορτές της και κατά συνέπεια τις αντίστοιχες αργίες. Δηλ. πάρα πολλές προκαπιταλιστικές συνήθειες έδωσαν, έστω κι ασυνείδητα μια αντικαπιταλιστική μάχη. Μόνο που βέβαια ο αντικαπιταλισμός  από μόνος του δεν  αρκεί για μια άλλη κοινωνία. Χρειάζεται σ’ αυτή την αντίσταση κείνη η κοινωνική τάξη που η θέση της  στην καπιταλιστική δομή εξασφαλίζει το τέλος όλων των τάξεων. Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας χρειάζεται να μπολιαστεί  με την ταξική διάσταση για να μετατραπεί από αμυντική, παθητική κι αδιέξοδη στάση σε επιθετική κι απελευθερωτική πάλη.
              Έχοντας λοιπόν ο καπιταλισμός τροποποιήσει δομές, σχέσεις που ο άνθρωπος αργά και βασανιστικά είχε οικοδομήσει  μεταμόρφωσε και τις ίδιες τις γιορτές. Έτσι, από τη μια το κεφάλαιο, έχοντας  καταλάβει και το τελευταίο διάκενο του κοινωνικού σχηματισμού, υπέσκαψε το θρησκευτικό χαρακτήρα αυτών των γιορτών διατηρώντας μόνο το φορμαλισμό τους. Από την άλλη, στις μέρες μας,  η οικονομική κρίση, που όλο και βαθαίνει, έκανε όνειρο απλησίαστο  το ιδιαίτερο γνώρισμα που έδωσε σ’ αυτές ο καπιταλισμός των τελευταίων δεκαετιών, την κατανάλωση.
             Και τελικά μένει κανείς ν’ αναρωτιέται, αυτές τις μέρες που ανταλλάσσουμε ευχές τι ακριβώς είπαμε πως  γιορτάζουμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: