Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝΤΑΣ



              Μοιάζει τα τελευταία χρόνια σαν το παράλογο να αποκτά το υλικό βάρος κυρίαρχης λογικής. Και δεν είναι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας που η σωτηρία μας προϋποθέτει τον αφανισμό μας, αλλά και  στο επίπεδο της κοινωνίας που ένα μεγάλο τμήμα της αποδέχεται την εξαθλίωσή της σαν τιμωρία για την αδικαιολόγητη ευμάρεια των προηγούμενων χρόνων. Ανίκανοι να αναγνωρίσουμε τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, τις κοινωνικές διεργασίες που προετοιμάζουν, προωθούν, επικυρώνουν και κάνουν αποδεκτές τις καταστροφές που κλιμακωτά συντελούνται, αποφεύγεται έτσι και  η αναγνώριση, ερμηνεία των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών  και η γνώση μας γι’ αυτές  μένει στην καλύτερη περίπτωση επιφανειακή. Κι έτσι εκόντες άκοντες αποδεχόμαστε την επίκληση στην εθνική ενότητα, τον εκφοβισμό για τον κίνδυνο πολιτικής αποσταθεροποίησης,  διατάραξης της ασφάλειας και κοινωνικής ειρήνης, σε συνθήκες  που σημαδεύονται από γεγονότα όπως της διπλής εκτέλεσης των δυο νέων, μελών της Χρυσής Αυγής, κι επομένως τον «συναγερμό για να αποτραπούν συγκρούσεις από τη συνάντηση των δυο άκρων».
               Κι ενώ μέχρι πριν λίγες ακόμα μέρες  ο κυρίαρχος λόγος  αγωνιζόταν να ιδιοποιηθεί τον αντιφασιστικό λόγο, μετά τη διπλή δολοφονία επανέκαμψε στα γνωστά πεδία της τρομοκρατικής απειλής, που  γνωρίζει πολύ καλά να χειρίζεται ο κυρίαρχος ιδεολογικός μηχανισμός. Η καλλιέργεια ενός κλίματος απειλής,  πολιορκίας  της δημοκρατίας  από επίβουλους εχθρούς που δεν φαίνονται παρά μόνο από τη δολοφονική τους δράση, δεν στοχεύει παρά να προτάξει το αυτονόητο καθήκον όλων των πολιτών  να αντιτάξουν με κάθε τρόπο την άμυνά τους, χωρίς διστακτικότητα ή καθυστερήσεις. Εμποτισμένοι με  το φόβο της ανεξέλεγκτης βίας που απειλεί την κοινωνική ειρήνη δεν μπορεί παρά να επιλεγεί  αναγκαστικά η συσπείρωση μας  προ της απειλής, η αναστολή των  όποιων  διαθέσεων για αμφισβήτηση της δράσης της  πολιτικής εξουσίας   και εναπόθεση  αδιαμαρτύρητα της αντιμετώπισης του κινδύνου από την τρομοκρατία  στην κυβέρνηση που εγγυάται την ασφάλεια. Η διαδικασία αυτή είναι συνηθισμένο και προσφιλές καταφύγιο ηγεσιών ιδιαίτερα όταν  αισθάνονται  επισφαλή τη θέση τους, αλλά ακόμα κι όταν ανησυχούν για τη διατήρηση των δομών που εξασφαλίζουν και αναπαράγουν την  επιβολή τους. Η μέθοδος αυτή δεν είναι καινούργια, μόνο που στα τωρινά  σκληρά χρόνια η κυρίαρχη εξουσία  ετοιμάζεται να ακολουθήσει και καθ’ υπερβολή, χωρίς να ορρωδήσει μπροστά σε οποιοδήποτε φραγμό  πολιτικής  και ηθικής δεοντολογίας, χωρίς να  ενδιαφέρεται να επενδύσει έστω και με επίφαση αλήθειας τους μύθους που στήνει  για να επεκτείνει τον τρομοκρατικό κίνδυνο σε όποια κατεύθυνση θα είναι πρόσφορη για  να εγκλωβίσει κάθε μορφής αγώνα και αντίστασης.
                Και γι’ αυτό η θεωρία των δυο άκρων  στον κυρίαρχο λόγο είναι  πάντα παρούσα.  Έμμεσα ισχυρίζεται ότι ο αντιφασιστικός λόγος δεν αρκεί, γιατί  και το άλλο άκρο, η αριστερά που πιστεύει στον ένοπλο αγώνα είναι το ίδιο επικίνδυνη. Κι έτσι παρουσιάζεται  και η Χ.Α, σε ρόλο θύματος τώρα κι αυτή, να αναβαπτίζεται στη δημοκρατική κολυμβήθρα (οι βουλευτές της μάλιστα παραδίνουν όπλα και άδειες συμμορφούμενοι με εντολές του υπουργείου Δ. Τάξης), κρατώντας μάλιστα χαμηλούς σχετικά τόνους και μιλώντας για εθνική ενότητα.
               Είναι ενδεικτικός και ο ρόλος των ΜΜΕ που θεωρώντας ότι είναι αποδεσμευμένα από κάθε υποχρέωση να αποδείξουν  αυτά που λένε ή να κατονομάσουν τις πηγές των πληροφοριών περιγράφουν με άνεση φανταστικά σενάρια που πάνω τους  στηρίζουν  την καλλιέργεια  του φόβου  της σύγκρουσης και της απειλής για κοινωνική αναταραχή. Κι έτσι υψώνεται ένα τείχος από απειλές και φόβους  που τέτοιες ενέργειες θα πρέπει να το  κάνουν ακόμα πιο  αρραγές ώστε το δίλημμα που θα τίθεται να είναι αμείλικτο και ανελαστικό: ή με την έννομη τάξη της δημοκρατικής διακυβέρνησης που εκφράζεται από την κυβέρνηση ή με την τρομοκρατία (του ενός ή άλλου άκρου). Αυτή η διαδικασία μοιάζει να είναι αποτελεσματική, καθώς μάλιστα διαθέτει για την εφαρμογή της  την ισχύ της εξουσίας και υπονομεύει με διαστρεβλώσεις κάθε ιδέα αντίστασης,  ανεξάρτητα αν αποκαλύπτει  στην πραγματικότητα την αδυναμία που υπάρχει στην κυρίαρχη εξουσία για την αντιμετώπιση των αντιδράσεων με βάση δημοκρατικές αρχές, που η ίδια η εξουσία θέλει να προβάλλει ότι υπερασπίζει.
                    Κι επειδή από διαφορετικές σκοπιές, καθένας μπορεί να είναι τρομοκράτης, εφόσον  κάθε τρομοκράτης είναι τρομοκράτης κάποιου, το νόημα της λέξης τρομοκρατία εξαρτάται άμεσα από αυτόν που τη χρησιμοποιεί. Χρησιμοποιώντας τη η κυρίαρχη εξουσία, καθώς υποστηρίζει  ότι ακολουθεί δημοκρατικές αρχές και ταυτίζεται  με τη δημοκρατία, την  όποια αντίσταση κι αντίδραση  σε αποφάσεις της εύκολα μπορεί να τη  χαρακτηρίσει τρομοκρατική, εχθρική  προς τη δημοκρατία κι επικαλούμενη αυτήν την απειλή να θωρακιστεί για να ενισχύσει τη δύναμή της. Κι έτσι να αφοπλιστεί κάθε προσπάθεια των υποτελών τάξεων   για ανατρεπτική παρέμβαση στους όρους που θέτει  η καπιταλιστική εξουσία, για να ξεπεράσουν την αθλιότητα και τη μιζέρια.
              Μόνο που η εργατική τάξη έχει ακόμα δύναμη, εφόσον έχει τη δυνατότητα να σταματά άμεσα την παραγωγή όταν το θελήσει. Γι’  αυτό και κάθε απεργία είναι μια απειλή για την κυρίαρχη τάξη, είναι η πραγματική «τρομοκρατία» που φοβάται. Γι’ αυτό όμως η κυρίαρχη εξουσία με τον  εκφοβισμό, τα  εκβιαστικά διλήμματα θέλει να υπονομεύσει τη δυναμική τέτοιων μαζικών αγώνων. Η απεργία της 6ης Νοεμβρίου είναι η ευκαιρία για τις  υποτελείς τάξεις να δείξουν  στην κυρίαρχη τάξη τη χρεωκοπία και ανεπάρκεια των ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών της  με τη μαζική συμμετοχή  σ’ αυτήν.         

Δεν υπάρχουν σχόλια: