Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ


Αντιδράσεις ξεσήκωσε η ενέργεια περιφερειακής διευθύντριας της αλυσίδας σούπερμαρκετ  my market που με  εσωτερικό σημείωμα απαιτεί από τους εργαζόμενους υποχρεωτικό χαμόγελο κατά την ώρα εργασίας. Οι καταγραφέντες στο σημείωμα λόγοι που επιβάλλουν για να το κάνουν παίρνουν την μορφή απειλής με την τελευταία φράση του σημειώματος, όπου εκφράζεται η ανυπομονησία της διευθύντριας για την «ανταπόκριση στα αποτελέσματα της έρευνας του μυστικού επισκέπτη που θα γίνει μέσα στο μήνα».
               Μέσα στο λίγο παραπάνω από δέκα σειρές κείμενο περιγράφεται η θέση του εργαζομένου στον καπιταλισμό: αμοιβή ελάχιστη, θέση εργασίας επισφαλής, συρρίκνωση των εργοδοτικών υποχρεώσεων στη μορφή φιλανθρωπικών προσφορών. Κι αν ο  γενικός γραμματέας του υπουργείου εργασίας Α. Νεφελούδης χαρακτήρισε «απίστευτη βλακεία και κοινωνική αναλγησία» το σημείωμα και αν η συγκεκριμένη επιχείρηση κράτησε αποστάσεις από τις ενέργειες της διευθύντριας χρεώνοντάς τες ως προσωπική πρωτοβουλία, είναι στην πραγματικότητα μόνο γιατί κοινοποιήθηκε ευρέως. Γιατί αυτό το σημείωμα δεν περιγράφει τίποτε άλλο από  την στάση της κάθε εργοδοσίας στα εργασιακά θέματα με την εκτελεστική εξουσία να διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο που θα την  ευνοεί. Εξάλλου οι καταγγελίες του ΠΑΜΕ για επεμβάσεις της εργοδοσίας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είτε με απειλές και κυρώσεις στους εργαζομένους είτε με μηχανισμούς της που εμφανίζονται να εκπροσωπούν εργαζομένους για να το αλώσουν, επιβεβαιώνουν πως ενέργειες όπως της συγκεκριμένης διευθύντριας είναι λογική συνέπεια των σκληρών συνθηκών εργασίας για τους εργαζομένους που  έχουν διαμορφωθεί με τις πολιτικές τις οποίες οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν, ιδιαίτερα στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης.
               Αυτό λοιπόν το εσωτερικό σημείωμα, όπου απαιτείται από τους εργαζόμενους υποχρεωτικό χαμόγελο στην ώρα εργασίας τους, είναι ενδεικτικό του μηχανισμού της οικονομίας της αγοράς, που απαιτεί ακόμα και οι εκδηλώσεις συναισθημάτων να αξιοποιηθούν στο έπακρο ως ένα είδος κεφαλαίου. Τα συναισθήματα δηλ.  παράγονται και καταναλώνονται ως αγαθό, ρυθμίζονται από την οικονομία της αγοράς, γίνονται μέρος των συναλλαγών. Γιατί η παραγωγή πλούτου  δεν βασίζεται αποκλειστικά στην παραγωγή υλικών αγαθών, αλλά και σε άυλα στοιχεία που προκύπτουν από τη χρήση συναισθηματικών αλλά και γνωστικών ικανοτήτων των ανθρώπων.
             Ο τομέας των υπηρεσιών είναι βασικός τομέας της  οικονομίας της αγοράς που εξαρτάται περισσότερο από τις διαπροσωπικές δεξιότητες. Απαιτείται από τον εργαζόμενο χειραγώγηση και διαχείριση των συναισθημάτων, ώστε να δημιουργηθεί μια θετική παρατηρήσιμη εμφάνιση προσώπου και σώματος που πωλείται κι αυτή για να εξασφαλιστεί  ο μισθός του. Ο εργαζόμενος απαιτείται να προκαλέσει ή και να καταστείλει συναισθήματα διατηρώντας αυτήν τη εξωτερική όψη που παράγει την ευνοϊκή για την εμπορευματική συναλλαγή κατάσταση στο νου των άλλων. Σερβιτόροι, πωλητές, αεροσυνοδοί κλπ. αναλαμβάνουν  να ελέγχουν τη συναισθηματική κατάσταση με τα άτομα που συναλλάσσονται στην εργασία και βρίσκονται σε αλληλεπίδραση, ενώ παράλληλα πρέπει να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους.
               Η κατάλληλη έκφραση λοιπόν συναισθήματος έχει γίνει εμπορεύσιμο προϊόν, έχοντας υψηλή αξία ανταλλαγής στην οικονομία της αγοράς. Κι αυτό σημαίνει πως από τη στιγμή που το συναίσθημα έχει γίνει  κάτι σαν εμπόρευμα, στερείται της αξίας της ζωής κι αυτό που απομένει απ’ αυτό είναι μόνο η αξία χρήσης ή ακόμα περισσότερο η αξία ανταλλαγής. Το προσωπικό χαμόγελο λοιπόν που χαρακτηρίζει κάθε άτομο καλλωπίζεται και μετασχηματίζεται σε επαγγελματικό χαμόγελο, αποξενώνοντας έτσι τους εργαζομένους από το δικό τους χαμόγελο, για να πείθονται οι πελάτες ότι υπολογίζεται η συμπεριφορά προς αυτούς στην εργασία.  Επομένως, η ορθολογικότητα της αγοράς που επιδιώκει την αύξηση του κέρδους αναλαμβάνει όλο και περισσότερο να συρρικνώνει τα περιθώρια για εκτέλεση μιας εργασίας με αγάπη, εξαφανίζοντας την προσωπική πινελιά του κάθε εργαζόμενου κι αντικαθιστώντας την με την απρόσωπη, επιτηδευμένη επίδειξη συναισθημάτων.
               Σε τέτοιες εργασίες παροχής υπηρεσιών εμπορευματοποιούνται τα συναισθήματα των εργαζομένων μέσω μιας μεταστοιχείωσης των συναισθημάτων ιδιωτικής σφαίρας σε ένα πακέτο συναισθημάτων που καταναλώνεται από τον πελάτη ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης των παρεχομένων υπηρεσιών. Επομένως, τα συναισθήματα των εργαζομένων  δεν είναι δικά τους, αλλά ανήκουν στη διοίκηση, διότι ο έλεγχος της μορφής, της διάρκειας, της διέγερσης και κατάπαυσης των συναισθημάτων και διαθέσεων μετατοπίζονται από τον εργαζόμενο στους διευθυντές. Ο εργαζόμενος πια αναρωτιέται αν το χαμόγελό του είναι δικό του.
               Ο εργαζόμενος δεν γίνεται τίποτα άλλο παρά ένα  μηχάνημα στα χέρια των εργοδοτών που παράγει αυτόματα ορισμένα συναισθήματα όπως απαιτεί η επιχείρηση. Ο εργαζόμενος γίνεται δια των συναισθημάτων του το μέσο κερδοφορίας και ως εκ τούτου αντικειμενοποιείται. Όλο  αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που μαθαίνουμε από τον Μαρξ ως  διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι εργαζόμενοι αποξενώνονται όχι μόνο από το συναισθηματικό προϊόν τους, αλλά και από τη διαδικασία παραγωγής συναισθημάτων.
               Στην τελική, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος όχι μόνο  μηχανικά εργάζεται αλλά και εκφράζει τα συναισθήματά του είναι η ίδια η ένδειξη της αποσύνδεσης του από τη ζωή και τους συνανθρώπους του. Επιπλέον, επειδή  συχνά συμβαίνει ο εργαζόμενος να  εσωτερικοποιεί την υποταγή και την αντικειμενικότητα, που, ακόμη και αν επιδιώκει να το ξεπεράσει, επηρεάζουν αρνητικά την εικόνα του στα δικά του μάτια, η εμπορευματοποίηση του συναισθήματος οδηγεί στην αντικειμενοποίηση και αποξένωση ολόκληρου του ατόμου.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ


Στα πλαίσια της κρίσης του καπιταλισμού με τα εγγενή προβλήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματός του και τη διάσωση των τραπεζιτών που οδηγούν τους εργαζόμενους σε εξαθλίωση, ενώ επιβάλλουν τη λιτότητα στο δημόσιο εκπαιδευτικό και υγειονομικό  σύστημα, οι ειδήσεις όλα αυτά τα χρόνια μοιάζει να επαναλαμβάνονται.
               Στο απυρόβλητο η κυρίαρχη τάξη που εμφανίζεται και μεγάθυμη με τις προσφορές της στο φτωχό λαό. Ίσως γι’ αυτό ο πρωθυπουργός ευχαριστεί τους εκπροσώπους της ένωσης ελλήνων εφοπλιστών για την ανταπόκρισή τους στο αίτημα της κυβέρνησης να θεσπιστεί συμφωνία εθελοντικού χαρακτήρα για συνεισφορά τους 10% επί των ετησίων κερδών τους από τα μερίσματα τους σε ελληνόκτητα πλοία. Από την άλλη η  εκτελεστική εξουσία στην προσπάθειά της να δείξει ότι εκπροσωπεί τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού δείχνει πως παλεύει για τα συμφέροντά του. Όπως κάνουν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης που καταλήγουν σε συμφωνία με τους εκπροσώπους της Ένωσης ελληνικών Τραπεζών για το πλαίσιο της νέας ρύθμισης  για την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Κι επειδή δεν υπάρχει αυτόματη μηχανιστική και ντετερμινιστική σχέση ανάμεσα σε μια οικονομική δομή, όπως η καπιταλιστική, και στις προκύπτουσες κοινωνικές σχέσεις, παρόλο που  υπάρχει αναμφισβήτητη σχέση, η κυρίαρχη υπεράσπιση του διαχωρισμού των θεσμών και ιδεολογιών του αστικού κράτους από τις οικονομικές δομές  γίνεται αποδεκτή προωθώντας και αυξάνοντας το κύρος τους.  Και γι’ αυτό όποτε  καταπατείται κάθε έννοια δικαίου, όπως στην καταδίκη της καθαρίστριας για την πλαστογράφηση απολυτήριου δημοτικού ή στην ελαφρά ποινή του Ν. Γεωργιάδη για ασέλγεια σε ανηλίκους,  νιώθουμε προδομένοι για τις αποφάσεις της δικαιοσύνης, εφόσον επιμένουμε να αποσυνδέουμε τους νόμους από τα ταξικά συμφέροντα.
Όλα αυτά τα χρόνια, οι  πολιτικές λιτότητας με μεγαλύτερη ένταση συνεχίζουν να εγείρουν ερωτήματα τόσο σχετικά με τη φύση της αστικής καπιταλιστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όσο και σχετικά με τη φύση και τις σκληρές επιπτώσεις της καπιταλιστικής οικονομίας στη ζωή των εργαζομένων, με τον προβληματισμό σχετικά με την κοινωνική και οικονομική ανισότητα να επεκτείνεται σε κάθε πεδίο της κοινωνικοοικονομικής ζωής.
Μπορεί λοιπόν η  πολυδιαφημιζόμενη δημοκρατία να είναι δυνατή σε μια καπιταλιστική χώρα, ελεγχόμενη από ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και τραπεζών, που είναι καταπιεστικοί για τους εργαζόμενους, που επιβάλλουν περικοπές σε μισθούς, σε συνταξιοδοτικά και  συνδικαλιστικά δικαιώματα, σε κοινωνικές παροχές και παροχές κοινωνικής πρόνοιας; Μπορεί ο καπιταλισμός και η δημοκρατία να συνυπάρχουν, με το βασικό βέβαια ερώτημα να παραμένει, ποια η σημασία του όρου δημοκρατία; Είναι η ικανότητα να ψηφίζει κανείς κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια για υποψηφίους που πρέπει  να περάσουν από πολιτικούς μηχανισμούς για να επιλεγούν;  Γι’ αυτό και δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συμπτώσεων  όλος αυτός ο συρφετός των πολιτικών που εκδηλώνεται με όλες τις αποχρώσεις του γελοίου κι εκφράζεται με όλα τα γλωσσικά σχήματα που παραπλανούν, από τη Θ. Μεγαλοοικονόμου και τον  Π. Καμμένο μέχρι τη Μ. Σπυράκη και τον Ε. Τσακαλώτο.
Εξάλλου, ο καπιταλισμός όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται πόσο αντιδημοκρατικές επιλογές μπορεί να προκρίνει για τα συμφέροντά του. Ουσιαστικά περισσότερο πρόκειται για την παραπλάνηση, την εξαπάτηση των λαϊκών στρωμάτων,  ώστε να διασφαλιστεί ότι η πλουτοκρατία, η καπιταλιστική τάξη, διατηρεί και αυξάνει τον πλούτο της, τη δύναμη της και τον έλεγχό των λαϊκών μαζών με τη συναίνεσή τους.  Και κάνει καλή δουλειά με αυτό το σύστημα της «αστικής δημοκρατίας» και το ιδεολογικό οπλοστάσιο της.
Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα αυτοχαρακτηρίζεται,   με τους απλούστερους όρους που  μπορεί να οριστεί, ως το σύστημα όπου  οι άνθρωποι που θέλουν να  προοδεύουν και να ξεχωρίζουν, υπερβαίνοντας καταγωγή και οικονομική θέση, θα υπερέχουν και θα προοδεύουν,  και μόνο όσοι δεν το  επιθυμούν δεν το  πετυχαίνουν. Και είναι  το όνειρο της ελευθερίας, της  ευτυχίας και των ευκαιριών που δελεάζει ακόμα και  τους κατατρεγμένους στον κύκλο του καπιταλισμού. Μόνο που  η κοινωνική κινητικότητα σε μια καπιταλιστική κοινωνία περιορίζεται σ’ ένα ελάχιστο ποσοστό της εργατικής τάξης, αρκετό βέβαια για να χρησιμοποιείται ως απόδειξη του εξισωτικού, ως προς τις ευκαιρίες, χαρακτήρα του καπιταλισμού.
Συγχρόνως, δεν παραλείπεται να προωθείται ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης με δυο βασικούς τρόπους. Από τη μια εμφανίζεται στρωματοποιημένη κάθετα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπως ανειδίκευτοι εργάτες κι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, που χαρακτηρίζονται από διαφορετικά επίπεδα ανταμοιβής, αυτονομίας, οικονομικής δύναμης κλπ. Από την άλλη είναι στρωματοποιημένη και οριζοντίως, π.χ διαχωρίζεται ανάλογα με το φύλο ή την φυλή. Και όλο και περισσότερο αναγνωρίζεται η ύπαρξη διαφορετικών στρωμάτων μέσα στην εργατική τάξη για να πάψει να αναγνωρίζει το σύνολο της  εργατικής τάξης την ταυτότητα των συμφερόντων της, στην βάση των οποίων να οργανωθεί και παλέψει. Για ν’ απομένει ο θαυμασμός για κινήσεις θεάματος, όπου το μόνο αποτέλεσμα που επιδιώκεται είναι η ενίσχυση της εικόνας κάποιων ομάδων ως δίκαιων τιμωρών. Στην παρούσα συγκυρία σ’ αυτόν τον ρόλο  φιλοδοξούν να εμφανίζονται τα μέλη της ομάδας Ρουβίκωνα. Αυτά  αναλαμβάνουν με τρικάκια κι απειλές σε γραφεία να εκδικηθούν, ως αυτόκλητοι πληρεξούσιοι, για τις αδικίες που υφίστανται οι …ανίκανοι, και κυρίως το κόμμα της εργατικής τάξης,  ν’ αντιδράσουν εργαζόμενοι.
Κι επειδή λοιπόν οι πολιτικές των αστικών κυβερνήσεων άλλη προτεραιότητα δεν έχουν παρά την εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων, γι’ αυτό και στο σχεδιασμό προγραμμάτων, στα σχέδια  δράσης, στην κυβερνητική νομοθεσία, τις εκπαιδευτικές πολιτικές, τις φορολογικές, οικονομικές και πολιτικές απασχόλησης θα πρέπει ν’ αναζητείται η ταξική προοπτική τους, ο προβληματισμός για ωφέλειες και απώλειες των εργαζομένων για να υπάρξει αντίσταση σ’ αυτές τις πολιτικές και τα σχέδια.  
     

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Μ’ αφορμή τις διαδικασίες για αναθεώρηση άρθρων του συντάγματος ξανάλθαν στο προσκήνιο ζητήματα όπως της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, πέρα από εκείνο των σχέσεων εκκλησίας και κράτους, ενώ η νομοθέτηση από την κυβέρνηση του τρόπου μοριοδότησης των υποψηφίων για το διορισμό τους στην δημόσια εκπαίδευση προκάλεσε αντιδράσεις από τους ενδιαφερόμενους κι έφερε στο προσκήνιο πάλι τη συζήτηση περί αξιοκρατίας. 
         Η εκπαίδευση έχει διαμορφωθεί κατά το παρελθόν από τις οικονομικές συνθήκες και τις ανάγκες της κοινωνίας, αντανακλώντας την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται.  Η ιστορία της εκπαίδευσης είναι μακρά και βασανιστική, αφού κάθε φορά διαφορετικές κοινωνικές τάξεις επιχειρούν  να ορίσουν τα αγαθά του πνευματικού πλούτου της κοινωνίας και να ελέγξουν ποιοι πρέπει να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά. Κι αν στα χρόνια της φεουδαρχίας η εκκλησία κατείχε το προνόμιο της εκπαίδευσης, στα χρόνια της ανόδου του καπιταλισμού επικράτησε η δημόσια εκπαίδευση, όπου η σχολική διαδικασία κοινωνικοποίησης γίνεται επωφελής για το καπιταλιστικό σύστημα.  Γίνεται  ένας μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να εκπαιδεύσει τους μαθητές να εσωτερικεύσουν τις αξίες, τις ιδέες και τις στάσεις της κυρίαρχης τάξης.
    Τα σχολεία λοιπόν όπως τα ξέρουμε είναι κεντρικά όργανα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας και δεν είναι αιώνια και αμετάβλητα. Εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή  και επομένως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του σήμερα τείνουν να εξαφανιστούν ή να αλλάξουν μαζί με την κοινωνία που οδήγησε σ’ αυτά.
       Στην Ευρώπη, η ανερχόμενη  αστική τάξη, που αμφισβήτησε την φεουδαρχική, δεν βρήκε ανοικτά γι’ αυτήν τα παλιά σχολεία της καθολικής εκκλησίας για τους φεουδάρχες κυβερνώντες. Καθώς όμως οι παλιές σταθεροποιητικές επιρροές της εκκλησίας και της οικογένειας μειώνονταν, η αυξανόμενη εκβιομηχάνιση δημιούργησε μια νέα, ασταθή κατάσταση. Εργάτες σε άθλιες συνθήκες ρίχνονται όλοι  μαζί σε καταπιεστικά εργοστάσια και ορυχεία, και παλεύουν για βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους και γενικά για τα συμφέροντά τους, σχηματίζοντας συνδικάτα. Οι συνθήκες αυτές δημιούργησαν μια σοβαρή κρίση. Η εργατική τάξη ήταν απαιτητική και αγωνιζόταν για τα δικαιώματά της  απειλώντας τη δύναμη της αυξανόμενης καπιταλιστικής τάξης. Μια απάντηση σε αυτήν την απειλή, σε όλες σχεδόν τις καπιταλιστικές χώρες ήταν ένα σύστημα μαζικής εκπαίδευσης. Οι ανερχόμενοι καπιταλιστές δημιουργούν τα δικά τους σχολεία  και η  δημόσια εκπαίδευση εμφανίζεται σαν συνέπεια των συνθηκών που δημιουργούνται από την άνοδο του καπιταλισμού. Τα σχολεία παίζουν ρόλο όχι μόνο στην εκπαίδευση των εργαζομένων με την αυστηρή έννοια του όρου, δίνοντάς τους δηλ.  δεξιότητες για να είναι μέρος του παραγωγικού εργατικού δυναμικού, αλλά και στην αποδοχή  των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής ακόμα και με τον τρόπο οργάνωσης ολόκληρου του σχολικού συστήματος. 
      Συγχρόνως, αν και αντανακλώνται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης στο εκπαιδευτικό σύστημα, όμως η πορεία προς τη δημόσια εκπαίδευση δεν υπαγορεύτηκε απλώς από την αστική τάξη που επέτρεψε στους εργαζόμενους να αφιερώσουν χρόνο για μόρφωση και πολιτισμό. Στην πραγματικότητα είναι οι πλούσιοι που λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση, ενώ για τους φτωχούς αρκεί η εκπαίδευση για ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εργασίας. Άλλωστε, αυτά που μοιάζουν ως παραχωρήσεις προέκυπταν από τους αγώνες της εργατικής τάξης και επιβλήθηκαν παρά την αντίσταση των καπιταλιστών που έψαχναν κάθε δυνατό τρόπο για να τις εξουδετερώσουν. 
         Η δημόσια εκπαίδευση γίνεται μέρος μιας σύνθετης σχέσης μεταξύ των συμφερόντων της αστικής τάξης και της αντίστασης των εργαζομένων σ’ αυτή. Η σύγχρονη λοιπόν εκπαίδευση είναι προϊόν των αναγκών της αστικής τάξης,  αλλά είναι επίσης προϊόν ενός τεράστιου αγώνα για να διευρυνθεί και απελευθερωθεί από αυτήν. Η δημόσια  εκπαίδευση γίνεται, συν τοις άλλοις, ένας σημαντικός μηχανισμός για τη δημιουργία κοινωνικής συναίνεσης, διότι βασίζεται στην ιδέα ότι το σχολείο προσφέρει «ίσες ευκαιρίες» για όλους τους πολίτες. Κι αυτή η ιδέα της εκπαίδευσης είναι πολύ  ισχυρή για τη νομιμοποίηση του καπιταλισμού στους εργαζόμενους. Σύμφωνα με την καπιταλιστική ιδεολογία των ίσων ευκαιριών, όλα τα παιδιά ξεκινώντας  στο ίδιο σχολικό σύστημα, αν παρουσιάζουν διαφορές στα επιτεύγματά τους αυτές θα εξαρτώνται μόνο από τις ιδιαίτερες ικανότητες, τα κίνητρα και τις επιλογές τους, μένοντας έτσι εκτός κάδρου και …σχολικού συστήματος θέματα κοινωνικών τάξεων και οικονομικών προβλημάτων. Κι εδώ επαναλαμβάνεται η τυπική αστική θεωρία  που όπως βλέπει τη αγορά ως πανάκεια της ισότητας, έτσι βλέπει και το σχολείο ως ένα μηχανισμό αξιοκρατίας. Μόνο που η ιδέα των ίσων ευκαιριών στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος είναι, από μόνη της, μια πλάνη. Γιατί  κάθε  μορφή εκπαίδευσης είναι πολύ μακριά από το να είναι πολιτικά ουδέτερη, διότι δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα ταξικά συμφέροντα. Η εκπαίδευση δεν είναι για μια υπερταξική κοινωνία και δεν διαμορφώνεται στο περιθώριο της πολιτικής ή της ταξικής πάλης, αντίθετα  είναι μια κεντρική περιοχή αυτού του αγώνα.
          Κι επειδή, κατά τη μαρξιστική ανάλυση, από τη μια  για να δημιουργηθεί ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απαραίτητο ν’ αλλάξουν οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την άλλη συντελεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα για ν’ αλλάξουν οι υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, γι’ αυτό απαιτείται η κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης που οδηγεί στην απαίτηση και προάσπιση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης.



Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

ΑΕΝΑΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ


Στη Βουλή ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της  αξιωματικής αντιπολίτευσης εξαντλούν το χρόνο των  ομιλιών τους κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για σκοπιμότητες στην προτεινόμενη αναθεώρηση του συντάγματος σχετικά με την εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας αναβαθμίζοντάς το σε μείζον πρόβλημα της πολιτικής ζωής. Παραπλεύρως διεξάγονται και οι συζητήσεις της κυβέρνησης με τους τραπεζίτες αναζητώντας έναν συμβιβασμό που να ικανοποιεί τις Βρυξέλλες, αλλά και να μην εκθέτει την κυβέρνηση αφήνοντας τελείως απροστάτευτη την πρώτη κατοικία για τους δανειολήπτες με κόκκινα δάνεια.
         Σ΄ ένα σύστημα που βασίζεται στην προσωρινότητα των εργασιακών σχέσεων και στη μονιμότητα των χαμηλών μισθών,  οι δανειολήπτες που με την ανεργία και ύφεση δεν μπορούν να αποπληρώσουν δάνεια, τα οποία αφειδώς έδιναν οι τράπεζες πριν τη κρίση, στοχοποιούνται ως αίτιοι για τον κίνδυνο να χρειαστούν οι τράπεζες μια νέα ανακεφαλαιοποίηση. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης, συνδέοντας κόκκινα δάνεια και ανακεφαλαιοποίηση,  άφησε να αιωρείται  η απειλή για νέα κεφάλαια που θα χρειαστούν οι τράπεζες, τα οποία «ενδεχομένως να κληθεί να τα βάλει πάλι ο Έλληνας φορολογούμενος».
          Η πάλαι ποτέ αριστερή συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ έχοντας υποκύψει στον καπιταλιστικό ρεαλισμό και έχοντας προσαρμόσει την πολιτική της στις επιταγές της άρχουσας τάξης θέλει να πείσει για την ανάγκη αποδοχής της καπιταλιστικής λογικής ως αναπότρεπτης.
            Μόνο που ο λόγος για το παρόν αδιέξοδο είναι πως στις δεκαετίες πριν από το 2008, ο καπιταλισμός έφτασε όχι μόνο στα όρια του, αλλά προχώρησε πέρα από αυτά. Η άνευ προηγουμένου επέκταση της πίστωσης και του χρέους δεν ήταν  εν μέρει παρά αυτό που ενεργοποίησε τον καπιταλισμό να ξεπεράσει τους περιορισμούς της αγοράς και την υπερπαραγωγή. Η μαζική πιστωτική επέκταση και η αύξηση του εμπορίου με την παγκοσμιοποίηση ήταν λύσεις για τα προβλήματα του καπιταλισμού, μόνο που είχαν περιορισμένα αποτελέσματα και μετατράπηκαν στο αντίθετό τους.
           Οι καπιταλιστικές λύσεις λοιπόν που δίνονται ανοίγουν το δρόμο για μεγαλύτερες μελλοντικές κρίσεις. Παρόλο που οι εργαζόμενοι εξαθλιώθηκαν με στόχο να μειωθεί το έλλειμμα και το τεράστιο χρέος, το μόνο που κατορθώθηκε ήταν να μετατραπεί αυτό που ήταν μια γιγάντια μαύρη τρύπα των ιδιωτικών τραπεζών σε μια τεράστια μαύρη τρύπα στα δημόσια οικονομικά. Οι τράπεζες σώθηκαν με τη παρέμβαση του κράτους που αποσπά χρήμα από τους φορολογούμενους, δηλ. τους εργαζόμενους. Γιατί ως γνωστόν βέβαια, οι πλούσιοι δεν πληρώνουν πολλά σε φόρους. Το ίδιο το σύστημα τους εξασφαλίζει χίλιους τρόπους αποφυγής της φορολογίας. Η εργατική τάξη όμως πρέπει να πληρώσει, σε κρίσεις μεγάλες η μεσαία τάξη πρέπει να πληρώσει,  και οι ημιαπασχολούμενοι πρέπει να πληρώσουν αλλά και οι άνεργοι.  Όλοι  πρέπει να πληρώσουν εκτός από τους πλούσιους που έχουν γίνει ακόμα πιο πλούσιοι, ακόμα και σε αυτήν την περίοδο της λιτότητας.
            Και παρόλα  αυτά  τίποτε δεν έχει λυθεί.
         Περισσότερο από δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση του 2008 και λίγο λιγότερα από την υπαγωγή της χώρας μας σε μηχανισμό στήριξης και εποπτεία, η αστική τάξη  ακόμα εξακολουθεί να προσπαθεί για να βγει από την κρίση που κατέστρεψε την όποια ισορροπία του καπιταλιστικού συστήματος, επιτυγχάνοντας, εις βάρος των εργαζομένων,  μια αδύναμη οικονομική ανάκαμψη σε περιορισμένο βαθμό. Έκτοτε κάθε μέρα κυβέρνηση και ΜΜΕ διακηρύσσουν την ανάκαμψη. Μόνο που κι αυτή, στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει μέσα σε ένα γενικευμένο πλαίσιο μακροχρόνιας στασιμότητας.
Κι αν, σε τελευταία ανάλυση, όλες αυτές οι κρίσεις δεν είναι παρά μια έκφραση του αδιεξόδου του καπιταλισμού που δεν είναι πλέον σε θέση να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, όπως έκανε στο παρελθόν, αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καμία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
           Στη χώρα μας λοιπόν κυβέρνηση και αντιπολίτευση προσβλέπουν στην ανάπτυξη κατηγορώντας η μια την άλλη για ανικανότητα να την πετύχει, ενώ και οι δυο δεν διαφωνούν ότι στην πραγματικότητα αυτή η ανάπτυξη δεν σημαίνει παρά ανάπτυξη της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
            Η πηγή του προβλήματος θεωρείται πως  έγκειται στα χαμηλά επίπεδα των επενδύσεων στην παραγωγή, που δεν είναι όμως αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων. Το σύστημα πνίγεται από τον υπερβολικό πλούτο των λίγων. Είναι ανίκανο όμως  για να γίνει παραγωγική χρήση των τεράστιων ποσών υπεραξίας που αποσπάστηκαν από τον ιδρώτα των εργαζομένων, γιατί  απλούστατα, στην παρούσα κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας,  οι καπιταλιστές δεν θεωρούν πως έχουν επικερδή πεδία επενδύσεων. Η άρχουσα τάξη προσπαθεί να αποκατασταθεί η οικονομική ισορροπία χωρίς ζημιές για την ίδια.
         Η φλέγουσα όμως  οργή που έρπει μέσα στις εξαθλιωμένες μάζες για τα όλο και πιο διευρυμένα επίπεδα ανισότητας προκαλεί ανησυχίες για τις πολιτικές και κοινωνικές της συνέπειες. Και όλες οι αποχρώσεις της πάλαι ποτέ αριστεράς, που ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί, προσπαθούν να διαχειριστούν την οργή προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, με παραπλανητικές υποσχέσεις και  συμβολικές χειρονομίες προοδευτικού χαρακτήρα. Και  τέτοιες ενέργειες είναι  η  με τυμπανοκρουσίες αύξηση του κατώτατου μισθού σε αναμονή της μείωσης του αφορολόγητου, όπως και η με κοκορομαχίες στη βουλή διαδικασίες για αναθεώρηση άρθρων του συντάγματος με το ενδιαφέρον εστιασμένο στην εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας.
                

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ


Τις τελευταίες μέρες, για άλλη μια φορά, με τη διαφήμιση  της  σοκολάτας Lacta, φάνηκε αρκετά κραυγαλέα, πως η διαφήμιση πέρα από τον ρόλο της στην οικονομία ως διαχειριστή των αναγκών των καταναλωτών έχει το δικό της μερίδιο και ως ιδεολογική δύναμη στην κοινωνική αναπαραγωγή.
Στη συγκεκριμένη διαφήμιση φωτογραφίζονται ζευγάρια από ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους –ζευγάρια ομόφυλα, έγχρωμα, ετερόφυλα κλπ.- με την εταιρεία να προσκαλεί για γνωριμία με «όλες τις διαφορετικές γεύσεις της αγάπης» σε έκθεση φωτογραφίας και να ισχυρίζεται πως περνά το  μήνυμα για αποδοχή της αγάπης χωρίς διακρίσεις. Οι αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και όχι μόνο, φαίνεται να δικαιώνουν την επιλογή αυτής της διαφημιστικής καμπάνιας, αφού προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, επειδή μοιάζει να ξεφεύγει από την απεικόνιση  χαρούμενων οικογενειών ή όμορφων ανθρώπων. Αλλά ακόμα κι αν στις διαφημίσεις, όπως όχι μόνο στη συγκεκριμένη αλλά και σε παλιότερες που προκάλεσαν έντονο ενδιαφέρον σαν της Benetton, μοιάζει να  κυριαρχούν εικόνες περιθωριακών κοινοτήτων, ευτυχισμένων ζευγαριών που ξεφεύγουν από βασικά στερεότυπα, πετυχημένων ανθρώπων με αναπηρία, αναμφισβήτητα όμως δεν απεικονίζουν τι είναι καπιταλισμός, αλλά μάλλον τι είναι αυτό που χρειάζεται να χρησιμοποιήσει για να πωλούνται τα προϊόντα του.  
Οι  πολύπλευρες κοινωνικές λειτουργίες της διαφήμισης κυμαίνονται από μικρής εμβέλειας προσπάθειες για να ωθηθούν τα άτομα να αγοράσουν συγκεκριμένα προϊόντα, μέχρι μεγαλύτερης εμβέλειας προσπάθειες για να πουληθεί ο  καταναλωτικός καπιταλισμός ως τρόπος ζωής. Η διαφήμιση λοιπόν δεν επιχειρεί  λογικές εξηγήσεις σχετικά με τη χρησιμότητα ενός προϊόντος, όσο  ασχολείται εξ ολοκλήρου με το επίπεδο των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, αλώνοντας τον ψυχισμό μας. Είναι στην πραγματικότητα η ανεπίσημη καπιταλιστική προπαγάνδα, ακόμα κι όταν δίνει την εντύπωση πως μπορεί να επιβεβαιώνει αλλά και να επικρίνει το ιδεολογικό του σύστημα ή να αποσυνδέεται από εμπορικά σήματα ή πράξεις κατανάλωσης.
Καμιά διαφήμιση εμπορικού προϊόντος δεν είναι επαναστατική, αφού η διαφήμιση ως εργαλείο καπιταλισμού  νομιμοποιεί και ενισχύει τις κοινωνικοπολιτικές του ρυθμίσεις, παρουσιάζοντας την κατανάλωση ως απάντηση σε όλες τις υλικές και κοινωνικές ανάγκες. Κάθε διαφήμιση υπονοεί πως τα διαφημιζόμενα προϊόντα μπορούν να αποδείξουν την κοινωνική θέση των καταναλωτών, που μπορεί να ανέλθουν την κοινωνική κλίμακα αγοράζοντάς τα.  Η διαφήμιση, λειτουργώντας ως οδηγός για την κοινωνική συμπεριφορά, βοηθά την κυρίαρχη τάξη να κρατήσει τον έλεγχο των ανθρώπων, όχι τόσο με την  προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων, αλλά απεικονίζοντας  τους ανθρώπους ως καταναλωτές και όχι ως παραγωγούς, παρουσιάζοντας αυτή την κατάσταση ύπαρξης  ως φυσική και επιθυμητή. Αντίθετα, το προϊόν αποξενώνεται από την παραγωγική εργασία, δημιουργείται μόνο η εικόνα του τι φαίνεται καλό, ποτέ δεν υπάρχει προβληματισμός ποιος και πώς το έκανε.
 Η διαφήμιση επενδύει αγαθά, υπηρεσίες και άτομα κ.λπ. με συμβολικές ιδιότητες, συνδυάζοντας τα προϊόντα με κοινωνικά επιθυμητά χαρακτηριστικά. Διαφημίζει ένα προϊόν συνδέοντας μια πεποίθηση, μια δράση, ένα συναίσθημα στο προϊόν. Κι έτσι όλα γίνονται αντικείμενο αγοροπωλησίας. Η ειρήνη, η επανάσταση, η ιδέα να κάνουμε πράγματα με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιούνται, με αποκενωμένο περιεχόμενο,  για να πουληθούν προϊόντα.
 Στη συγκεκριμένη διαφήμιση προωθείται η ταύτιση της σοκολάτας με τα θετικά συναισθήματα της αγάπης. Το εμπόρευμα, η σοκολάτα, φαίνεται να κατέχει μαγικές ιδιότητες, συνδέεται με έννοιες κοινωνικές, απογυμνωμένο τελείως από τους υλικούς όρους παραγωγής του. Είναι ένα εμπόρευμα που έρχεται να μεσολαβήσει  στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό που διαφημίζεται είναι πως δεν αρκεί να εκφράσουμε συναισθήματα όπως η αγάπη μέσα από λέξεις ή ενέργειες πρέπει να το δείξουμε και μέσω αγορών, έστω κι αν αυτή είναι μια ταπεινή σοκολάτα.  Όμως οι εικόνες που χρησιμοποιεί, αντικατοπτρίζουν τις αξίες στις οποίες προσβλέπουμε και η χρησιμοποίησή τους για διεύρυνση του αγοραστικού κοινού σημαίνει πως παραμένουν θετικές και αποδεκτές. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί εικόνες αξιών στις οποίες δεν πιστεύει για να μας κρατήσει ως καταναλωτές. Εκπαιδευόμαστε έτσι να επιθυμούμε και να θέλουμε νέα πράγματα,  με τα συναισθήματα και τις ιδέες μας να χειραγωγούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.
               Κι αν η διαφήμιση αποδεσμεύτηκε από την υπερβολή και την έμφαση στην υπογράμμιση του πανταχού παρόντος προϊόντος που έπρεπε να αγοραστεί και πέρασε στις συμβολικές αναφορές, με γλώσσα και εικόνες που αναφέρονταν σε έννοιες –περιπέτεια, θηλυκότητα, συναίσθημα- παρέχοντας υλικό  για ερμηνείες ακόμα και καταγγελίες, συνεχίζεται όμως η λειτουργία της να συνίσταται στο να κάνει τον καθένα να ενστερνιστεί τα κυρίαρχα κοινωνικά μοντέλα –το ομόφυλο ή το έγχρωμο ζευγάρι στη διαφήμιση μοιάζει να γίνεται αποδεκτό σ’ ένα πλαίσιο επιδιωκόμενης ελεύθερης και ισότιμης κατανάλωσης.
               Το διαφημιζόμενο εμπόρευμα γίνεται σύμβολο το οποίο αντιπροσωπεύει την ταυτότητα ή τη μοναδικότητα μας, που στη συνέχεια μετατρέπει την επιθυμία σε μια συναισθηματική ανάγκη, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνο με την υποβολή σε μια νέα αγορά προϊόντος. Και στεριώνεται  η ιδέα πως ο καπιταλισμός μπορεί να ικανοποιήσει τις καθημερινές ανάγκες μας, απλά αγοράζοντας πράγματα επειδή πιστεύουμε ότι ο καταναλωτισμός ισοδυναμεί με την προσωπική ευτυχία. Και στην τελική, αποτρέπεται ο σχηματισμός πιο θεμελιωδών επιθυμιών, τα καταναλωτικά προϊόντα  μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα με την εμπλοκή τους με τα κρυμμένα συναισθήματά μας, χειραγωγώντας μας, κάνοντάς μας  παθητικούς καταναλωτές, υπάκουους κι ευχαριστημένους. Κι αυτού του είδους η  χειραγώγησή μας χρησιμοποιείται και αυτή για να ξεπεραστούν οι συγκρούσεις στην κοινωνία.