Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, βγήκαν στους δρόμους
ευρωπαϊκών πόλεων, με επίκεντρο τη Γαλλία, τις τελευταίες μέρες για να διαμαρτυρηθούν για
την κατάσταση των σχολείων, για το
αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, την κρίση
στέγασης, τη κλιμάκωση της διαφθοράς, την πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Αν και οι
αφορμές παραμένουν συγκεκριμένες για
κάθε χώρα και δεν μπορούν να παρουσιαστούν αυτές οι κινητοποιήσεις σαν ένα
ενιαίο ευρωπαϊκό κύμα διαμαρτυριών, όμως φαίνεται ότι υπάρχει κοινό υπόβαθρο στις
πολιτικοοικονομικές συνθήκες που τις προκαλούν. Κι αν ξεσπούν διαμαρτυρίες σε αρκετές χώρες με
διαφορά εβδομάδων δεν είναι τόσο ότι η
ροή πληροφοριών διευκολύνεται και επιταχύνεται από τα κοινωνικά δίκτυα όσο ότι
είναι ίδιες οι πιέσεις που τις παράγουν. Οι διαδηλώσεις αυτές
αναδεικνύουν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις συνθήκες διαβίωσης, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο οι
κυβερνήσεις ανταποκρίνονται στις ανησυχίες των πολιτών.
Κάποιες διαμαρτυρίες σε αρκετές
χώρες, ιδιαίτερα στη Γαλλία, κατέληξαν
σε βίαιες συγκρούσεις, λεηλασίες βανδαλισμούς καταστημάτων, ζημιές σε δημόσια
κτίρια και με καταγγελίες για εμπρηστικό
και προβοκατόρικο ρόλο της αστυνομίας. Η ακροδεξιά εκμεταλλεύεται την αναταραχή
για να παρουσιαστεί ως η εναλλακτική λύση, όσο κατηγορείται η ακροαριστερά για
πρόκληση χάους στις πόλεις και στοχοποιούνται οι μετανάστες ως υπεύθυνοι για
τις καταστροφές. Και μένει στο μέλλον να
δείξει αν τα αιτήματα σταδιακά θα μπορέσουν να διευρυνθούν και ν’ αποκτήσουν
ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα, έτσι που να μη μπορέσει η κυρίαρχη
εξουσία να εκμεταλλευτεί προς όφελός της αυτές τις κινητοποιήσεις.
Οι νέοι,
βιώνουν ένα αίσθημα αβεβαιότητας και
έλλειψης ελέγχου στη ζωή τους, που όταν οι καταστάσεις γίνονται δυσχερείς μια σπίθα είναι ικανή να
διοχετεύσει τη δυσαρέσκεια και να τους οδηγήσει στους δρόμους. Αντιμέτωποι με
μέτρα λιτότητας, την κατάργηση της δημόσιας εκπαίδευσης, επισφαλείς συνθήκες
διαβίωσης, αυταρχισμό και, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, τον ταχύ στρατιωτικό
επανεξοπλισμό, οι νέοι εξεγείρονται. Απορρίπτουν την ιδέα ότι θα πρέπει να
αποδεχτούν την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στην πατρίδα τους, ενώ
παράλληλα να πρέπει να συσπειρώνονται πίσω από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς σχεδιασμούς των
κυβερνήσεων τους.
Λόγω της
κινητοποίησης μαθητών και φοιτητών δεν
λείπουν οι αναφορές και οι συγκρίσεις με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του Μάη
του ’68, καθώς τα κοινωνικά κινήματα συχνά επικαλούνται την ιστορία. Τότε
βέβαια ο ενθουσιασμός για την εξέγερση που διεκδικεί μια καλύτερη ζωή διαπέρασε μεγάλα τμήματα της
νεολαίας, οι αντιιμπεριαλιστικοί αγώνες διεθνοποίησαν τις διαμαρτυρίες, υπήρχε
η επιθυμία για απελευθέρωση των ηθών, μια άρνηση της καθημερινότητας. Κι αν εκφράστηκε μια ευρεία απόρριψη της
καταναλωτικής κοινωνίας, δεν είχε όμως
απορριφτεί ο καπιταλισμός, αλλά η σύμφυτη σ’ αυτό αδικία του, και καθώς
η οικονομία εξακολουθούσε να αναπτύσσεται και η τριτοβάθμια εκπαίδευση
υποσχόταν πρόσβαση σε αξιοζήλευτες θέσεις οι νέοι απαιτούσαν τη συμμετοχή σ’
αυτή την ευμάρεια που απολάμβαναν οι προνομιούχοι. Εν ολίγοις υπήρχε αισιοδοξία
για τη δυνατότητα αλλαγής του κόσμου, μέσω ενός …ανθρώπινου καπιταλισμού, ενώ η
οικονομική ανάπτυξη δημιουργούσε προσδοκίες για ένα καλύτερο μέλλον.
Και
βέβαια η αποσύνδεση ουσιαστικά εκείνων των αιτημάτων από την οικονομική βάση
του καπιταλισμού άφησε κληρονομιά που, στην τελική, αποσταθεροποιώντας βαθιά
τον πολιτικό χώρο, μοιάζει να στρέφεται εναντίον των ίδιων των πιο αδύναμων
κοινωνικά. Έτσι π.χ. η απαίτηση από τους νέους για ατομική αυτονομία, μοιάζει
στις μέρες μας να γυρνά μπούμερανγκ, χρησιμεύοντας στην επιβολή νέων κοινωνικών
κανόνων στα άτομα, όπως ευελιξία, προσαρμοστικότητα, προσωπική ολοκλήρωση,
ικανότητα αυτόνομης διαχείρισης της επαγγελματικής τους πορείας. Δηλ. επιβολή
κανόνων που δεν είναι λιγότερο περιοριστικοί από αυτούς που αντικατέστησαν, και
ανανεώνουν τους μηχανισμούς παλιών διαδικασιών ταξικής κυριαρχίας.
Εν έτει όμως
2026, κυριαρχούν η ανασφάλεια και η απαισιοδοξία. Οι νέοι αντιμετωπίζουν
αβεβαιότητα για το επαγγελματικό τους μέλλον, κοινωνικές και οικονομικές
δυσκολίες, ανησυχούν για την αυταρχικότητα των κυβερνήσεων τους και την απειλή
πολέμου. Τώρα κυριαρχεί περισσότερο ο φόβος της επιστροφής σε σκοτεινές
ιστορικές περιόδους, με την ανησυχία για την άνοδο της ακροδεξιάς, που
προωθείται από την κυρίαρχη εξουσία του φιλελεύθερου λεξιλογίου, να αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής τους
συνείδησης.
Η
πολιτική αδιαφορία, η αστυνομική καταστολή, η συγκαταβατική μεταχείριση των
νέων είναι παράγοντες που τροφοδοτούν
την εξάπλωση των διαμαρτυριών. Οι εικόνες της καταστολής που κοινοποιούνται
ασταμάτητα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης σοκάρουν με την αγριότητά τους και
ενισχύουν την αλληλεγγύη μεταξύ
προνομιούχων και μη προνομιούχων νέων που παίρνουν μέρος στις διαδηλώσεις. Οι
μονάδες καταστολής σιδερόφρακτες, με τις ασπίδες, τα γκλομπ και τις
χειροβομβίδες σηματοδοτούν και σ’ αυτές τις διαμαρτυρίες τη δύναμη και
σκληρότητα του αυταρχικού κράτος, που τις τελευταίες δεκαετίες πανομοιότυπο
ολοένα και επεκτείνεται.
Είναι δύσκολο να προβλεφθεί η έκβαση των
κινητοποιήσεων. Και στο παρελθόν έχει αποδειχτεί ότι όσο οι επιμέρους
διεκδικήσεις σταδιακά δεν συνδέονται με το πολιτικοοικονομικό σύστημα, αλλά
περισσότερο με συγκεκριμένα πρόσωπα και μεμονωμένες πολιτικές ακόμα και η μερική ικανοποίησή τους παραπλανά και
εφησυχάζει.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μετατραπεί
η αποφασιστικότητα που εκφράζεται σε μια διαρκή δύναμη και να επεκταθεί αυτή στην
πλειοψηφία των εργαζομένων. Είναι και το ιδεολογικό πρότυπο, το ιστορικό
υπόβαθρο, το κοινωνικό όραμα που θα
οπλίσει αυτόν τον πολιτικό αγώνα. Έχοντας κατασυκοφαντηθεί το όραμα μιας
σοσιαλιστικής κοινωνίας, με προώθηση του αντικομμουνιστικού λόγου, στις
υπάρχουσες καταστάσεις και ιδεολογίες συσκοτίζονται τα πνευματικά και υλικά στοιχεία
υπέρβασής τους που θα συντελούσαν στην ανάδυση μιας ταξικής συνείδησης. Γι’ αυτό
είναι τα κομμουνιστικά κόμματα με τις σαφείς ταξικές και κοινωνικές αναφορές
πρωτοπόροι και καθοδηγητές στους ταξικούς αγώνες.
Σε κάθε κινητοποίηση είναι η
σύνδεσή της με εργατικές απεργίες,
κοινωνικές διαμαρτυρίες που μετατρέπουν επιμέρους διεκδικήσεις σε συνολική
αμφισβήτηση του συστήματος και μπορεί να μετατρέψει επιμέρους κρίσεις σε μια
γενικότερη κοινωνική κρίση. Για να επιτευχθεί αυτό, η κινητοποίηση πρέπει να
μπορεί να βασίζεται σε μορφές οργάνωσης που επιτρέπουν τη συλλογική λήψη
αποφάσεων για τα επόμενα βήματα, για ν’ αγκυροβολήσει ο αγώνας σε χώρους
εργασίας και γειτονιές.
Γι’ αυτό είναι καθοριστική η ύπαρξη ενός
κομμουνιστικού κόμματος που οργανώνει αγώνες, εμπνέει το όραμα μιας
σοσιαλιστικής κοινωνίας. Έτσι που οι
αγωνιστικές κινητοποιήσεις δεν ξεστρατίζουν σε ατραπούς που ευνοούν το κυρίαρχο
σύστημα και δεν διαλύονται σε ατομικές πορείες και αυτάρεσκες επιλογές, με την
ένταση και βία να γίνονται αυτοσκοπός και κριτήριο επαναστατικότητας. Είναι η οργάνωση των εργαζομένων σε ταξικά σωματεία, που ενεργοποιεί
τη δύναμη τους μέσω απεργιών και συλλογικών μορφών πάλης. Όταν υπάρχει
συνδικαλιστική αδυναμία για ευρύτερη κινητοποίηση των εργαζομένων, αυτό
αποτελεί σημαντικό περιοριστικό παράγοντα για να μετατραπεί η οργή και η
αμφισβήτηση σε ένα ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής αλλαγής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου