Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ

Ιστορικοί και πανεπιστημιακοί τάχτηκαν προ μηνός  κατά του άρθρου 2  του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που προβλέπει  την ποινικοποίηση των αρνητών γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας ότι πλήττει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. 
        Ο Πρύτανης  του πανεπιστημίου Αθηνών   Θ. Φορτσάκης την Παρασκευή έκλεισε το κτίριο της πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών στη λογική της προληπτικής αντιμετώπισης κινητοποιήσεων, απαγορεύοντας την είσοδο σε εκπρόσωπο των εργαζομένων του Πανεπιστημίου, αλλά και σε αντιπροσωπεία της ΑΔΕΔΥ, με τους εργαζόμενους να  υποχρεώνονται να δουλεύουν κλειδωμένοι στα γραφεία τους.
        Αφού προέτρεψαν  με υπογραφές την ταχύτερη και προθυμότερη εφαρμογή των αποφάσεων της ΕΕ, αφού σιώπησαν σε κάθε αυθαιρεσία των κυβερνώντων,   διακηρύσσοντας συγχρόνως  την αυτονομία τους απέναντι στην εξουσία   κι επομένως την αντικειμενικότητά τους σχετικά με τα πολιτικά δρώμενα, θυμήθηκαν να υπερασπιστούν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και την υπεράσπιση του νόμου από «μειοψηφίες» που τον αμφισβητούν.
      Σκέφτεται κανείς πόσο ριζοσπαστική στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια φαινόταν η ακαδημαϊκή διανόηση, που προγραμμάτιζε, οραματιζόταν, υποσχόταν αγώνες  για την κατάλυση των καταπιεστικών  μηχανισμών, που φαινόταν πως πειραματιζόταν και αμφισβητούσε, που κατήγγειλε ιμπεριαλισμούς και οικονομικά και πολιτιστικά  μονοπώλια, την εμπορευματοποίηση του πνεύματος, σχεδιάζοντας νέους τρόπους  εκπαίδευσης και διάδοσης της γνώσης για να διαφωτίσει συνειδήσεις. Ήταν τότε που προσανατολιζόταν  στον εκσυγχρονισμό  και στην ενίσχυση ουσιαστικά του καπιταλιστικού συστήματος.  Και γι’  αυτό  κατέληξε η μεγαλύτερη πλειοψηφία να επιδίδεται σε ένα τρελό κυνήγι θέσεων και αξιωμάτων, κατά τη διάρκεια των οποίων ξεχάστηκαν όχι μόνο η αλλαγή της κοινωνίας, αλλά ακόμα και περιορισμένες μεταρρυθμίσεις που δεν την  ευνοούσαν. Στυγνός καριερισμός, αριβισμός, τεχνοκρατισμός κυριάρχησαν σε όλα τα επίπεδα. Και δεν άργησε το πρόσωπό της ακαδημαϊκής διανόησης να φθαρθεί ανεπανόρθωτα και να αποκαλυφθεί πια στα χρόνια του μνημονίου χωρίς φκιασίδια να βυθίζεται σε ένα ιδεολογικό κενό.  Ένα κοινωνικό στρώμα που ζεί την ψευδαίσθηση ότι είναι άρχουσα τάξη ή τουλάχιστον ότι μοιράζεται μ’  αυτήν τα ίδια συμφέροντα, που μόνη της έγνοια μοιάζει όχι πια η ελάττωση των ταξικών διαφορών ή της κοινωνικής αδικίας και  η απελευθέρωση των συνειδήσεων όπως διακήρυσσε, αλλά η διατήρηση των ταξικών του προνομίων, η παγίωση των θέσεων που έχει καταλάβει. Κι αν κάποιοι πανεπιστημιακοί κάτω από την πίεση  άμεσων οικονομικών συμφερόντων ή υπεράσπισης του χαρακτήρα της εργασίας τους ή του κοινωνικού ρόλου που πιστεύουν πως έχουν με πύρινους λόγους, θεαματικές διαμαρτυρίες κατήγγειλαν μνημόνια και πολιτικές συμπεριφορές κυβερνώντων και ομοτέχνών τους, στην τελική, και ιδιαίτερα με τις ευρωεκλογές και τις υποψηφιότητές τους, έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρξε μετακίνηση θέσεων αλλά απλώς αλλαγή φοράς. Για μια μεγάλη πλειοψηφία η εκλογική  άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε νέες προοπτικές για παιχνίδια ρόλων με άρωμα επαναστατικότητας, με την ελπίδα ότι θα ανταλλαγούν με κάποια ψιχία εξουσίας με την επικείμενη πολιτική αλλαγή.
       Και αν και οξύνεται η καπιταλιστική  κρίση  οι περισσότεροι διανοούμενοι, και όχι μόνο οι ακαδημαϊκοί, στην πλειοψηφία τους διατηρούν την σχεδόν  καθαρά υπαλληλική σχέση  με την κυρίαρχη τάξη, και, αν και το ισχυρίζονται, δεν καταφέρνουν να  λειτουργήσουν ούτε με μια σχετική έστω αυτονομία απέναντί της. Γι’  αυτό και έχουν καταστήσει τους εαυτούς τους  συνυπεύθυνους  των επιλογών της κυρίαρχης εξουσίας.  Η σχέση τους με την πολιτική χαρακτηρίζεται από μια δουλοπρεπή  καθυπόταξη στην κυρίαρχη εξουσία,  και το πιο επαναστατικό που υποστηρίζουν είναι ότι η επιστήμη, η τέχνη, η εκπαίδευση δεν μπορούν παρά να είναι  μακριά κι ανώτερα  από την πολιτική.  Μόνο που όλες οι εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής  στην καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας εμπλέκονται στην αναπαραγωγή της ταξικής δομής και είναι ακριβώς η εκπαίδευση που  σαν τμήμα του ιδεολογικού μηχανισμού αναπαράγει τις σχέσεις παραγωγής, εδραιώνει πρότυπα συμπεριφοράς. Παράγει διανοούμενους,  για να δικαιώνουν το καπιταλιστικό σύστημα.
    Σ’ αυτόν το ρόλο του σχολείου στο καπιταλιστικό σύστημα αναφέρεται στο λόγο του ο Β. Λένιν στο 3οΠανρωσικό Συνέδριο της Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας Ρωσίας, στις 2 Οκτωβρίου 1920   
        "Το παλιό σχολείο  διεκήρυσσε ότι θέλει να δημιουργήσει έναν άνθρωπο ολόπλευρα μορφωμένο, ότι διδάσκει γενικά τις επιστήμες. Ξέρουμε ότι  αυτό  ήταν πέρα  για πέρα ψέμα,  γιατί όλη η κοινωνία στηριζόταν και κρατιόταν στο χωρισμό των ανθρώπων σε τάξεις, σε εκμεταλλευτές και καταπιεζομένους. Είναι φυσικό ότι όλο το παλιό σχολείο, που ήταν ολοκληρωτικά διαποτισμένο από  ταξικό πνεύμα, έδινε  γνώσεις μόνο στα παιδιά της αστικής τάξης. Κάθε λέξη του ήταν προσαρμοσμένη στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Σ’  αυτά τα σχολειά, περισσότερο ντρεσάρανε τη νέα γενιά των εργατών και αγροτών προς το συμφέρον αυτής της ίδιας αστικής τάξης παρά την διαπαιδαγωγούσαν. Τους διαπαιδαγωγούσαν έτσι, ώστε να δημιουργούν γι’ αυτή την αστική  τάξη κατάλληλους υπηρέτες, που να είναι ικανοί να της αποδίνουν κέρδος και ταυτόχρονα να μην ενοχλούν την ησυχία της και την τεμπελιά (...)
 Το παλιό σχολείο έπλαθε τους υπηρέτες που χρειάζονταν οι καπιταλιστές, το παλιό σχολείο έκανε τους ανθρώπους της επιστήμης  ανθρώπους που πρέπει να γράφουν και να μιλούν όπως  αρέσει στους καπιταλιστές (… )"

(Από την ομιλία του Β. Λένιν «Τα καθήκοντα των ενώσεων νεολαίας» από το Σοσιαλισμός και Κουλτούρα 1917-23, του Αντώνη Βογιάζου (εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση, σημειώσεις), εκδ. Θεμέλιο, 1979)
 



Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

ΒΕΡΜΠΑΛΙΣΜΟΙ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑΣ



Στη βουλή, στα ΜΜΕ, στην καθημερινότητά μας, πνιγήκαμε στα  λόγια. Η ίδια η εξουσία μονολογεί συνεχώς επί σκηνής προσπαθώντας παράλληλα να μας πείσει ότι συμμετέχουμε σε κάποιο φανταστικό διάλογο μαζί της.  Βέβαια κι έτσι,  αφήνεται να διαφαίνεται το σώμα των συλλογισμών που τροφοδοτούν την πολυλογία.  Τόσο η ρητορική της κυβέρνησης που αν και  χάνει τις αποχρώσεις της  αυξάνει την ένταση, όσο και η  ασάφεια των λόγων της αντιπολίτευσης είναι αποκαλυπτικές  προθέσεων, ιδεολογιών και σκοπιμοτήτων. Έξοδος από τα μνημόνιο, βιώσιμο χρέος, αισιοδοξία για ανάκαμψη και πτώση της ανεργίας, πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος κάποιες από τις  εξαγγελίες και διαπιστώσεις κυβερνητικών, κατάργηση ΕΝΦΙΑ, μισθός 751 ευρώ, αφορολόγητο 12.000 ευρώ κάποιες από τις εξαγγελίες της αντιπολίτευσης. Μέσα από παρέλαση αποσπασμάτων από έρευνες ή  τσιτάτα αριστερού προσανατολισμού αποκαλύπτεται ότι στόχος είναι η εκπόρθηση της εξουσίας  ή και διατήρησή της. Πάντα με δημοκρατικές διαδικασίες.
           Πλέον, μετά από σχεδόν πέντε χρόνια παλινδρομήσεων, διαδοχικών αναιρέσεων, ματαιωμένων υποσχέσεων τη θέση της άσκοπης ταραχής που προκαλούσαν τέτοιου τύπου  στομφώδεις διακηρύξεις, οι οποίες όμως συνεχίζουν να δίνουν ογκώδεις  τίτλους της πρώτης σελίδας και των τρέιλερ των δελτίων  ειδήσεων, την καταλαμβάνει σήμερα η σχετική αδιαφορία της  απραξίας –των λαϊκών μαζών. Αφού διαπιστώθηκε η ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική πενία του λαϊκού κινήματος βγήκε το συμπέρασμα ότι είναι δυνατόν ακόμα εξωραΐζοντας την πολιτική πραμάτεια να ενισχυθεί αυτή η  αδράνεια. Αναζητείται λοιπόν θεωρητική θωράκιση σ’ αυτόν το στόχο που όταν δεν εξασφαλίζεται με επιτυχία  αποφασίζεται η εμφάνιση μαγικών εικόνων.  Δημιουργείται  πρώτα η  άποψη και ελπίζεται  να αποκτήσει και κοινωνικοπολιτικό αντίκρισμα. Πότε είναι η διαφθορά των πολιτών ή μόνο των πολιτικών,  πότε η ανεπάρκεια των  διοικητικών στελεχών, πότε οι λανθασμένοι στόχοι, πότε η αλαζονεία της εξουσίας, πότε η έλλειψη ρεαλισμού κλπ. που ερμηνεύουν κάθε φορά διαφορετικά την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και δικαιολογούν πολιτικές αποφάσεις και ενέργειες. Και τελικά τέτοιες μαγικές εικόνες της πραγματικότητας διακηρύσσουν ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι ισόπεδος, ότι μπορούμε να είμαστε μια χαρούμενη οικογένεια όλοι, ένα πράγμα οι βιομήχανοι, εργάτες, εφοπλιστές, τοκογλύφοι, υπάλληλοι κλπ. αρκεί να θαυμάζουμε την αρετή και γενναιότητα, τους επαναστάτες και αγωνιστές στα ιστορικά κείμενα, στο παρελθόν ή στα όνειρά μας. Και δεν είναι μόνο τα κόμματα της συγκυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης, του ΚΚΕ εξαιρουμένου,  που αποφεύγουν ακόμα και  την οποιαδήποτε δέσμευση αρχών είτε στο πεδίο της ιδεολογίας είτε στο πεδίο της θεωρίας είτε στο πεδίο της πολιτικής.
               Μια κυβέρνηση που μοιάζει με χώρο ρευστό, ο οποίος υπό την ενοποιητική  δύναμη της εξουσίας φαίνεται να στεγάζει μια τεράστια γκάμα απόψεων και προσώπων, που όμως ενώ μοιάζουν να δρουν και να σκέφτονται αντιθετικά τελικά συμβαδίζουν στον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Όλοι συναγελάζονται στα πλαίσια  των κυβερνητικών ευθυνών και κρατικών προνομίων, πολιτικοί μαζί με τους τεχνοκράτες, νέοι επιβάτες της εξουσίας που ήδη πάλιωσαν,  κάθε λογής και προέλευσης που είδαν το φως το αληθινό και προσέτρεξαν για τη σωτηρία της προσφιλούς πατρίδας. Όλο αυτό το συνονθύλευμα θα είχε καταρρεύσει αν ο φόβος απώλειας της εξουσίας  δεν το συγκρατούσε ενωμένο. Η  συνύπαρξη  όλων αυτών  δεν εξασφαλίζεται  από κάποια κοινή  αναφορά σε αρχές ή από συμμερισμό μιας κομματικής νομιμότητας ή έστω μιας στρατηγικής και τακτικής, αλλά από την κοινή υπακοή στα κελεύσματα της ΕΕ, πάει να πει στην εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων.
               Μια αντιπολίτευση που η πορεία της προς την εξουσία μονιμοποιεί την ασάφεια, τις δισήμαντες διακηρύξεις, την ιδεολογική πολυσημία, τη θεωρητική  σύγχυση, όμως τελικά οι ίδιες οι απαιτήσεις  της εξουσίας θα επιβάλλουν αποσαφηνίσεις ή μάλλον αποκαλύψεις σε όλα τα επίπεδα. Μέσα από ένα λεξιλόγιο που ισχυρίζεται πολλές φορές ότι στηρίζεται στο μαρξισμό και υποσχέσεις για σοσιαλισμό  προχωρά στην καπιταλιστική νομιμοποίηση. Δηλ. το φιλόδοξο σχέδιο περιλαμβάνει τη νομιμοποίηση στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων των οικονομικών και κοινωνικών  εκείνων διεργασιών που θα επιτρέψουν στον καπιταλισμό να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς σοβαρή αμφισβήτηση παρόλη την εξαθλίωση.
               Κι όλη αυτή η πολυλογία είναι μέρος αυτής της γιγάντιας επιχείρησης της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης  που αντικαθρεφτίζεται και στην κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία δεν έχει πρόβλημα και το μαρξισμό να επικαλείται  για να γίνεται πειστική σε ευρύτερο ακροατήριο και να συγκαλύπτονται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης που εξυπηρετούνται.  Οι ψευδεπίγραφες διαιρέσεις μνημονιακοί –αντιμνημονιακοί  και οι συγκρούσεις πάνω σ’ αυτή τη διαίρεση που κληροδότησε η βίαιη καπιταλιστική ανασυγκρότηση με τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους, εκ των πραγμάτων χάνουν με τη μονιμοποίηση της εξαθλίωσης  τη δυναμική τους και εκλείπουν αποκαλύπτοντας την πραγματική ταξική  αντίθεση που τις πυροδότησε. Το  πολιτικό σύστημα όμως έχοντας  δείξει μέχρι τώρα εξαιρετικά σημεία αντοχής  στη μεταρρυθμιστική του διαχείριση, ακόμα κι όταν ανατρέπονται μακροχρόνια  δεδομένα συμπεριφοράς σε μεγάλα κομματικά ακροατήρια, δημιουργεί ένα νέο δυαδικό  σχήμα, με παρακλάδια όλων των αποχρώσεων,  που περιλαμβάνει μια δεξιά και μια αριστερά, για να διατηρείται η παραδοσιακή διαίρεση δύο κόσμων που διαφέρουν αν και είναι όμοιοι.  Μόνο που πια η δεξιά αγκαλιάζει την «πιο σοβαρή Χρυσή Αυγή» και η αριστερά παλαντζάροντας όλο και πιο δεξιά  εφάπτεται με ένα τμήμα της. Να είμαστε λοιπόν ικανοποιημένοι αν δεν γίνουν άλλες απολύσεις, αν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα βρεθεί εργοδότης να πληρώσει τα 751 ευρώ κατώτερο μισθό, αν επιμηκυνθεί η περίοδος πληρωμής του δανείου μας κλπ. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Και τελικά κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι το να μιλάς παράλογα   χωρίς μέτρο και χωρίς αιδώ είναι  πολιτική αρετή
Γι’  αυτό και το ΚΚΕ  δέχεται κατηγορίες αναχωρητισμού  για την άρνησή του για πολιτικές συμμαχίες, αναχρονισμού για την επιμονή του να εντοπίζει την αιτία των δεινών μας στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωση της παραγωγής. Ο ορίζοντας πρέπει να μείνει κλειστός με την απαξίωση κάθε λόγου που παραπέμπει στον επάρατο Λένιν, στην ουτοπική  έννοια της επανάστασης, στην αναχρονιστική πάλη των τάξεων. 
Κι έτσι περισσεύουν τα λόγια που δεν λένε τίποτε.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

ΟΜΟΙΩΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Και τρεις μέρες τώρα στη Βουλή κυβέρνηση και αντιπολίτευση, με ευκαιρία της ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση,  επιδίδονται σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι  λειτουργίας της δημοκρατίας με σφήνες κάποιους βουλευτές που επαναλαμβάνουν το αίτημα για εθνική πολιτική, με κυβερνήσεις εθνικής ενότητας και άλλα συναφή, καλλιεργώντας το έδαφος για ενοποίηση του συνασπισμού εξουσίας της κυρίαρχης τάξης  που θα εξασφαλίσει την ηγεμονία της αποδιοργανώνοντας έτι περαιτέρω τις καταδυναστευόμενες τάξεις.
Ο εκπροσωπών τον πρωθυπουργό Μάκης Βορίδης διαβεβαιώνει ότι δεν «χρειαζόμαστε τον μηχανισμό στήριξης πλέον» κι αναρωτιέται, έχοντας κατά νου την αντιπολίτευση «Και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους, τι θα έχουμε να λέμε;». Ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ Γ. Δραγασάκης θεωρεί παγιδευμένη την κυβέρνηση και την κατηγορεί  για παραπλάνηση του κόσμου, ενώ οι υπαινιγμοί για τη δύναμη επιχειρηματιών και μεγαλοεκδοτών στην πολιτική ζωή της χώρας πυροδοτεί  σύγκρουση με τον υπουργό επικρατείας Δ. Σταμάτη.
               Μέσα σ’  ένα σκηνικό πολιτικής ζωής όπου μοιάζουν όλα ρευστά, κάποιοι προσπαθούν να δικαιώσουν τις επιλογές τους, άλλοι να  συσπειρώσουν δυνάμεις για άνοδο στην εξουσία  με υποσχέσεις για σοσιαλισμό που «είναι σαν την άχνη στον κουραμπιέ: αν την τινάξεις δεν μένει τίποτα», άλλοι να δημιουργήσουν συνασπισμούς προοδευτικότητας, άλλοι αυτοαναιρούνται και αναιρούν αλλήλους, προσβλέποντας  σε θαυματουργικές ανακατατάξεις μετά τις εκλογές που αναμένονται σύντομα.
               Κι έχει κανείς την εντύπωση ότι ένα ομοίωμα πολιτικής αντικαθιστά την ίδια την πολιτική που διεξάγεται πέρα από την εικόνα της που μεταδίδεται από την τηλεόραση. Η απατηλή διάσταση που έχουμε για την πολιτική που ασκείται από την κυρίαρχη εξουσία  σχετίζεται με τη δική μας εθελοτυφλία και αυταπάτη σχετικά με τους αληθινούς σκοπούς της δράσης της.
               Παλιότερα, χωρίς τηλεόραση, διαδίκτυο κλπ η όποια εξουσία είχε μεγάλα περιθώρια να ασκηθεί  ανεξάρτητα από τη φυσιογνωμική ταυτότητα του κάθε ηγέτη ή την επικοινωνιακή του ικανότητα. Αρκούσε η πειστικότητα του μύθου που τον συνόδευε, ακόμα κι όταν η δράση του δεν ήταν πειστική. Τώρα, επειδή οι ρυτίδες  και το χαμόγελο των πολιτικών αρχηγών  φτάνουν στο οπτικό  μας πεδίο αυτό  μας κάνει να πιστεύουμε ότι η δομή της εξουσίας άλλαξε δραματικά. Εγκαθίσταται μια σχέση ταύτισης με τον πολιτικό, αφού αναγνωρίζουμε σ’  αυτόν στοιχεία του εαυτού μας, την ίδια στιγμή όμως  υπογραμμίζεται και η εξαιρετικότητα του με τις δραστηριότητές του που επηρεάζουν την πραγματικότητα και τις ζωές μας. Κι έτσι από τη μια η πολιτική εξουσία μας φαίνεται οικεία και φιλική προς εμάς και από την άλλη επικυρώνεται η ηγετική υπεροχή αυτών που αποδεχόμαστε να κατευθύνουν τις ζωές μας. Και πάνω και σ’  αυτές  τις αυταπάτες θεμελιώνονται και οι πολιτικές μας φαντασιώσεις για τις δημοκρατικές διαδικασίες.  
             Μόνο που τελικά ίσως αυτό που μόνο άλλαξε να  είναι ο τρόπος επικοινωνίας    των πολιτικών με τους εκλογείς τους,  που έχει σαν συνέπεια να επηρεαστεί το ύφος του πολιτικού λόγου και ο τρόπος  άσκησης της πολιτικής. Επειδή πια η βασική οδός  επικοινωνίας έχει γίνει η τηλεοπτική οθόνη ο πολιτικός δεν αναμένει το κοινό του, αλλά εισβάλλει μέσω τηλεόρασης στον οίκο του. Μοιάζει λοιπόν στερημένος από όλα τα πλεονεκτήματα που του εξασφάλιζε η δεδομένη εύνοια του κοινού όταν  πήγαινε να τον ακούσει  σε συγκεντρώσεις, γιατί τώρα  θα πρέπει να προκαλέσει το ενδιαφέρον του και να αποδείξει την οικειότητά του με τους εκλογείς του. Γι’ αυτό  απαιτείται κυριαρχία των οπτικών εντυπώσεων, γι’  αυτό σημασία έχουν τα οπτικά σήματα που εκπέμπονται. Συνεπώς πολύ λίγη σημασία έχει η πολιτική ανάλυση, γιατί λίγο ενδιαφέρον έχει αυτό που λέγεται, περισσότερο έχει αυτό που εμφανίζεται. Κι έτσι τη στιγμή που πιστέψαμε ότι η πολιτική εισβάλλει στο σύμπαν μας αυτή στην πραγματικότητα εξαερώθηκε.
Τις ημέρες αυτές με τη διαδικασία της ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή με την τριήμερη  άσκηση του δημόσιου λόγου έχει κανείς την εντύπωση μάλλον μιας αναπαράστασης μιας πολιτικής δραστηριότητας παρά μιας πραγματικής πολιτικής πράξης.  Μέσα από αυτή τη μίμηση η βουλή γίνεται θέατρο που δίνει την ευκαιρία  για φιλοτέχνηση και συμπλήρωση των  εικόνων των πολιτικών. Η συζήτηση στη Βουλή αυτών των ημερών, που μεταδίδεται μέσα από το κανάλι της βουλής, αντικατοπτρίζει την πολιτική όπως ασκείται στις μέρες μας, ένα ομοίωμα του πραγματικού μοντέλου.
   Το ομοίωμα πολιτικής που  βλέπουμε μέσα από την οθόνη να μεταδίδεται σαν σήριαλ σε συνέχειες έχει επεισόδια και κορύφωση με την ψηφοφορία της Παρασκευής. Υπάρχουν πάντα οι ήρωες, στη συγκεκριμένη περίπτωση πρωθυπουργός και αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι οι  πρωταγωνιστές. Παρουσιάζονται σαν πρωταγωνιστές ακόμα κι όταν η πολιτική  πραγματικότητα εκτείνεται  πέρα από τους ορίζοντες που  οι ίδιοι θέλουν και μπορούν να κινούνται  και ο πολιτικός τους λόγος περιορίζεται στις απαιτήσεις των εφέ και των σποτ. Τα πραγματικά γεγονότα στο λόγο τους δεν φανερώνουν  το πραγματικό τους μέγεθος ούτε καν τη σημασία τους για να μπορέσουν να κατανοηθούν σε ένα όλο. Μοιάζουν να είναι απλώς ο διάκοσμος μιας έτσι κι αλλιώς υπερχρονικά και βέβαια υπερταξικά δοσμένης πραγματικότητας διαιρεμένης από τους ίδιιους σε ζώνες μανιχαϊστικής αντίθεσης: από τη μια μεριά ο χώρος που ελέγχεται από τον ένα πρωταγωνιστή,  όπου κυριαρχεί το καλό  και το αδιάφθορο. Και από την άλλη ο χώρος του αντιπάλου όπου βασιλεύει  αμετάκλητα το ολέθριο κακό. Μόνο που και τα δυο είναι οι όψεις του ίδιου νομίσματος. Κι ενώ γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστούν σαν υπερήρωες, όμως οι παρεμβάσεις τους στην  υπαρκτή πραγματικότητα μοιάζει να είναι μικρής πνοής, πολύ κατώτερες από τις διατυμπανιζόμενες υποσχέσεις ή και ικανότητές τους. Αποσκοπούν  στο ίδιο στόχο που δεν είναι άλλος από τον ιδεολογικό πειθαναγκασμό.
Η συζήτηση στη Βουλή είναι μέρος του σκηνικού που στήνεται για ανακατατάξεις, συναινέσεις, συνεργασίες,  στο όνομα μιας κομματικής πολυφωνίας που επιδιώκει την αφωνία όσων δεν εντάσσονται σ’  αυτό.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ



Κι επειδή το ήθος της αριστεράς χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως και ερμηνεύεται κατά το δοκούν από κάθε πικραμένο, από τον  Σπ. Λυκούδη που ανακοινώνοντας την αποχώρησή του από τη  ΔΗΜΑΡ ελπίζει κάθε πλευρά «να επιδείξει την ευπρέπεια και το ήθος που ταιριάζει στην Αριστερά», τον Α.Τσίπρα που στην ομιλία του στο φεστιβάλ νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ διαβεβαίωσε ότι σαν παράταξη είναι «καλά εξοπλισμένοι σε ήθος, σε ιδέες, σε αποφασιστικότητα, σε πείρα, σε μόρφωση» μέχρι και τον Β. Μιχαλολιάκο που στην προεκλογική του ομιλία στις δημοτικές εκλογές επικαλέστηκε «το ιστορικό ήθος της αριστεράς» φαίνεται αναγκαίο να οριστεί, με τα λόγια του Λένιν, η κομμουνιστική ηθική, που ευσχήμως συγχέεται με την όλο και πιο νεφελώδη αριστερή ηθική.
«(…)Υπάρχει όμως μια κομμουνιστική ηθική; Και βέβαια υπάρχει. Συχνά το ζήτημα αυτό το παρουσιάζουν έτσι, σάμπως εμείς να μην έχουμε την ηθική μας, και πολύ συχνά η αστική τάξη μας κατηγορεί ότι εμείς οι κομμουνιστές αρνιόμαστε κάθε ηθική. Αυτό είναι ένας τρόπος να νοθεύει τις έννοιες, να ρίχνει  στάχτη στα μάτια των εργατών και των αγροτών (…)
Εμείς λέμε ότι η δική μας ηθική υποτάσσεται ολοκληρωτικά στα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Η δική μας ηθική  βγαίνει από τα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.
Η παλιά κοινωνία στηριζόταν στην καταπίεση όλων των εργατών και των αγροτών από τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές. Έπρεπε να την γκρεμίσουμε, έπρεπε να τους πετάξουμε, αλλά για το σκοπό αυτό έπρεπε να δημιουργήσουμε μα συσπείρωση. Ο θεούλης δεν μπορεί να δημιουργήσει τέτοια συσπείρωση.
Μια τέτοια συσπείρωση μπορούσαν να την δώσουν μόνο οι φάμπρικες, τα εργοστάσια, μόνο το προλεταριάτο που εκπαιδεύτηκε και ξύπνησε από τον παλιό λήθαργο. Μόνο όταν η τάξη αυτή διαμορφώθηκε, μόνο τότε άρχισε τα μαζικό κίνημα που οδήγησε σ’  αυτό που βλέπουμε τώρα  -στη νίκη της προλεταριακής επανάστασης σε μια από τις πιο αδύνατες χώρες, που τρία χρόνια τώρα υπερασπίζεται τον εαυτό της από την επίθεση της αστικής τάξης όλου του κόσμου(…)
Να γιατί εμείς λέμε: για μας δεν υπάρχει ηθική παρμένη έξω από την ανθρώπινη κοινωνία, είναι απάτη. Για μας η ηθική υποτάσσεται στα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.    
Και ποια είναι αυτή  η ταξική πάλη; Είναι να γκρεμίσουμε τον τσάρο, να γκρεμίσουμε τους καπιταλιστές, να εξαλείψουμε την τάξη των καπιταλιστών.
Και τι είναι οι τάξεις γενικά; Είναι αυτό που επιτρέπει σε μια μερίδα της κοινωνίας να ιδιοποιείται  την εργασία μιας άλλης. Αν μια μερίδα της κοινωνίας ιδιοποιείται όλη τη γη, τότε έχουμε τις τάξεις των τσιφλικάδων και των αγροτών. Αν μια μερίδα της κοινωνίας έχει φάμπρικες και εργοστάσια, έχει μετοχές και κεφάλαιο, ενώ μια άλλη μερίδα δουλεύει σ’  αυτές τις φάμπρικες, τότε έχουμε τις τάξεις των καπιταλιστών και των προλετάριων.
 Δεν ήταν δύσκολο να διώξουμε τον τσάρο –γι’  αυτό το πράγμα χρειάστηκαν μόνο μερικές μέρες. Δεν ήταν πολύ δύσκολο να διώξουμε τους τσιφλικάδες –αυτό μπορέσαμε να το κάνουμε  μέσα σε μερικούς μήνες. Δεν είναι πολύ δύσκολο  να διώξουμε  και τους καπιταλιστές. Αλλά είναι ασύγκριτα  πιο δύσκολο να εξαλείψουμε τις τάξεις –παραμένει ακόμα η διαίρεση σε εργάτες και αγρότες. Αν ο αγρότης κάθεται σε ένα χωριστό κομμάτι γης και ιδιοποιείται το περίσσιο στάρι,  δηλαδή το στάρι που δεν του χρειάζεται ούτε για τον εαυτό τους ούτε για τα ζώα του, ενώ όλοι οι άλλοι μένουν χωρίς στάρι, τότε ο αγρότης μετατρέπεται πια σε εκμεταλλευτή. Όσο περισσότερο στάρι κρατάει, τόσο  περισσότερο τον συμφέρει, κι οι άλλοι ας πεινάνε: «όσο πιο πολύ  πεινάνε, τόσο πιο ακριβά θα πουλήσω αυτό το στάρι». Πρέπει όλοι να δουλεύουν με βάση ένα κοινό σχέδιο στην κοινή γη, στα κοινά εργοστάσια και με κοινό σύστημα. Είναι εύκολο να γίνει αυτό; Βλέπετε εδώ δεν μπορούμε να πετύχουμε τη λύση τόσο εύκολα όπως στα διώξιμο του τσάρου, των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών. Εδώ χρειάζεται  το προλεταριάτο να αναδιαπαιδαγωγήσει, να αναμορφώσει ένα μέρος των αγροτών, να τραβήξει μαζί τους εκείνους που είναι αγρότες εργαζόμενοι, για να εξουδετερώσει την αντίσταση εκείνων των αγροτών που είναι πλούσιοι και  θησαυρίζουν από την ανέχεια των άλλων. Συνεπώς, το καθήκον της πάλης του προλεταριάτου δεν τελειώνει με την ανατροπή του τσάρου, με το διώξιμο των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, και σ’  αυτό  ακριβώς συνίσταται ένα καθήκον της κατηγορίας που ονομάζουμε δικτατορία του προλεταριάτου.
 Η ταξική πάλη  συνεχίζεται, άλλαξε  μονάχα τις μορφές της. Είναι η ταξική πάλη του προλεταριάτου για να μη μπορέσουν να ξαναγυρίσουν οι παλιοί εκμεταλλευτές, για να ενωθεί σε μια ενιαία συσπείρωση η κατακερματισμένη μάζα της καθυστερημένης αγροτιάς. Η ταξική πάλη συνεχίζεται, και το καθήκον μας είναι να υποτάξουμε  όλα τα συμφέροντα σ’  αυτήν την πάλη. Και μεις υποτάσσουμε  την κομμουνιστική  μας ηθική  σ’  αυτό το καθήκον. Εμείς λέμε: ηθική είναι ό,τι εξυπηρετεί το γκρέμισμα της παλιάς εκμεταλλευτικής κοινωνίας και τη συνένωση  όλων των εργαζομένων γύρω από το προλεταριάτο, που δημιουργεί την καινούργια  κοινωνία των κομμουνιστών.
 Κομμουνιστική είναι η ηθική που εξυπηρετεί αυτόν τον αγώνα, που ενώνει τους εργαζόμενους ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, ενάντια σε κάθε μικρή ιδιοκτησία, γιατί η μικρή ιδιοκτησία δίνει στα χέρια  ενός ατόμου αυτό  που δημιουργήθηκε με την εργασία όλης της κοινωνίας. (…)
(Β. Λένιν: «Τα καθήκοντα των ενώσεων νεολαίας, (λόγος στο 3ο Πανρωσικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας Ρωσίας)», από το Σοσιαλισμός και Κουλτούρα 1917-23, του Αντώνη Βογιάζου (εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση, σημειώσεις), εκδ. Θεμέλιο, 1979)