Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ



Από τις ειδήσεις της ημέρας δυο τουλάχιστον αποβλέπουν στην ανάδειξη της κοινωνικής ευαισθησίας  από την  κυρίαρχη εξουσία.  Η μια αφορά στην έναρξη λειτουργίας της «Κοινωνικής κατοικίας» του δήμου Αθηναίων που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με τη μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία «Ανθρώπινοι Ανθρωποι» για εγκατάσταση 17 οικογενειών, που αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο έλλειψης στέγης, η άλλη αφορά στην υπογραφή από  τους συναρμόδιους Υπουργούς της  Κοινής Υπουργικής Απόφασης για τη διανομή του κοινωνικού μερίσματος. Αυτό που ως πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν μη διαπραγματεύσιμο, το κοινωνικό κράτος, διαλύεται για να δώσει τη θέση του σε μια προγενέστερη λογική, αυτή της φιλανθρωπίας, όπου κάθε δράση ανακούφισης προς αναξιοπαθούντες έχει τον χαρακτήρα ελεημοσύνης.
 Αφού για χρόνια  το καπιταλιστικό κράτος με τις σοσιαλδημοκρατικές υποσχέσεις  ενέσπειρε την αυταπάτη ότι ο κάθε εργαζόμενος είναι όχι μόνο υπεύθυνος για την σωστή ανάπτυξη του κεφαλαίου αλλά και ο μόνος υπεύθυνος για την ίδια την αθλιότητά του, τώρα σε καιρό κρίσης η επίδειξη των φιλάνθρωπων αισθημάτων του συμβάλλει να γίνει κοινωνικά πιο ανεκτή η εξάπλωση της ανεργίας και της φτώχιας που θεωρούνται οι αναπόφευκτες συνέπειες του σεβασμού των νόμων της αγοράς. Στο κάτω κάτω ήταν το τίμημα που πλήρωσε η χώρα για τη σωτηρία της, σύμφωνα με τη λογική των κυβερνώντων.
Οι θριαμβολογίες για έξοδο από την κρίση πατάν πάνω στα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην αγορά εργασίας με την ολοκληρωτική σχεδόν κατάργηση της νομοθεσίας που προστάτευε την εργασία και την απόλυτη ευλυγισία της κοινωνικής προστασίας που περιορίζεται σε εφάπαξ κοινωνικά μερίσματα ελεημοσύνης ή κοινωνικές κατοικίες. Το ελεύθερο παιχνίδι της αγοράς εργασίας τείνει προς την  επιδιωκόμενη ισορροπία, που πάει να πει η τιμή εργασίας να σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο  όπου η προσφορά και η ζήτηση εργασίας να ισορροπούν στο σημείο εκείνο που θα πλησιάζει   να είναι  και κατώτερη από το μίνιμουμ επιβίωσης. Κι είναι το ίδιο το  καπιταλιστικό σύστημα, στην εγχώρια παραλλαγή του, που,  αφού  προσάρμοσε την ανθρώπινη δραστηριότητα στις δικές του ανάγκες για  κέρδος, επενδύσεις, κυριαρχία και πάνω σ’  αυτές δομήθηκε  και το γενικό οργανωτικό  πλαίσιό του, έρχεται να  διαφημίσει, μέσω των υπηρετούντων αυτό,  τη μεγαθυμία του κι ευαισθησία  επειδή εξασφαλίζει την απλή επιβίωση σε κάποιους από αυτούς που περιθωριοποίησε παγιώνοντας τον αποκλεισμό τους. Αφού η εργασία υποβιβάστηκε σε καταναγκασμό (ή απολύεσαι, ή δεν πληρώνεσαι, ή αυξάνεις την παραγωγικότητά σου κλπ)  αποκλείονται  …ως υπεράριθμοι όσοι δεν συμμετέχουν   στη διαδικασία παραγωγής στους οποίους προσφέρεται μια ελεημοσύνη της κοινωνικής περιθωριοποίησης για να μην διεκδικήσουν και απαιτήσουν.  Αυτού του είδους η φιλανθρωπία από φορείς της εξουσίας εδραιώνει  το διχασμό της κοινωνίας ανάμεσα στους κοινωνικά αποκλεισμένους  και τους εργαζόμενους, ακόμα και με μισθούς πείνας, και είναι ένας τρόπος  σταθεροποίησης  της άμεσης εξάρτησης  μεγάλου τμήματος των υποτελών τάξεων ακόμα και για την επιβίωσή τους από μια προνομιούχα μειοψηφία και αποδοχής των καπιταλιστικών σχέσεων για να γίνουν πιο ανεκτές.
Κι έτσι ενώ η οικονομική κρίση άγγιξε όλες τις υποτελείς τάξεις συνεχίζουμε να πέφτουμε θύματα απάτης και αυταπάτης στην πολιτική. Ακόμα κι αν με σκεπτικισμό αντιμετωπίζουμε τις όψιμες κοινωνικές ευαισθησίες της κυβέρνησης που θεωρούμε ότι εγγράφονται στο προεκλογικό προγραμματισμό της η υπόσχεση όμως   για ανάκαμψη βρίσκει ευήκοα ώτα. Είναι που δεν αναζητούμε  πίσω από τις φράσεις, δηλώσεις κι υποσχέσεις τα ταξικά συμφέροντα που κρύβονται και  αδυνατούμε  ν’ αναγνωρίσουμε τα κοινά συμφέροντα που ενώνουν άνεργους, ημιάνεργους, με ευκαιριακές δουλειές, ακανόνιστες, κακοπληρωμένες, χωρίς μέλλον κι εργαζόμενους –δυνητικά άνεργους. Αυτό που έχει καταφέρει η αστική ιδεολογία είναι η αιχμαλώτιση της ταξικής συνείδησης μέσα στους φραγμούς της αστικής τάξης. Κι ενώ κοινωνικά στρώματα και τάξεις αγνοούν το όνομα των ιδεών που κυκλοφορούν και δικαιώνουν φιλανθρωπίες κι ελεημοσύνες η παιδεία τους και οι γενικές τους ιδέες αποτελούν  μιαν αντικειμενική υποδοχή αυτών των ιδεών. Κι έτσι διαμορφώνονται συνειδήσεις, υιοθετούνται  αξιολογικά κριτήρια, αποκτούνται νοοτροπίες που εξυπηρετούν συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Γι’   αυτό και η απελευθέρωση από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας είναι αναγκαία για την απόκτηση ταξικής συνείδησης.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ;



Κυβέρνηση, ΜΜΕ πανηγυρίζουν την επιτυχημένη έξοδο της Ελλάδας στις αγορές και ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς ξαναβγάζει διάγγελμα, όπως έκανε και για τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, για να ευχαριστήσει τον ελληνικό λαό για τις «θυσίες και την ωριμότητά του», τον κάθε έλληνα βουλευτή που «με πατριωτισμό στήριξε …γενναίες μεταρρυθμίσεις»  να μας διαβεβαιώσει «ότι θα τα καταφέρουμε …αφήνοντας πίσω κάποιους στη κακομοιριά και τη μιζέρια τους» και να εκφράσει την επιθυμία του για τη διατήρηση της ενότητα όλων των ελλήνων για την περιφρούρηση των θυσιών και των αποτελεσμάτων αυτών των θυσιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζει την κριτική του στις προεκλογικές σκοπιμότητες που εξυπηρετεί ο χρόνος εξόδου στις αγορές  και στην αποδυνάμωση των διαπραγματευτικών ικανοτήτων  της χώρας για τη διευθέτηση του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο, ενώ  ο Α. Τσίπρας από το Παρίσι ζητά «να ανακόψουμε τον  νεοφιλελευθερισμός και τη γερμανική Ευρώπη …να ανακτήσουμε τη δημοκρατία. Τις εργασιακές και κοινωνικές εγγυήσεις …»
               Στο διάγγελμα του Α. Σαμαρά, τις θριαμβολογίες των ΜΜΕ οι δράσεις  της κυβέρνησης και οι κοινωνικοπολιτικές στοχεύσεις της εκλαμβάνονται ως κάτι το ταυτιζόμενο με το συνολικό συμφέρον του λαού. Η διαρκώς διακηρυσσόμενη εθνική αποστολή τους από όλους που ασκούν εξουσία μοιάζει να επιδιώκει να αποδείξει  την ύπαρξη κοινών συμφερόντων  που υπερβαίνουν τάξεις,  πολιτικές αντιπαραθέσεις και στρατηγικές. Στις θριαμβολογίες, στα πλαίσια  της κυρίαρχης ιδεολογίας, των ΜΜΕ, ηλεκτρονικών και έντυπων, οι επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας για λιτότητα και εξαθλίωση εμφανίζονται  ως το γενικό συμφέρον της κοινωνίας, ως τάξη πραγμάτων που  αντιστοιχεί στα εθνικά συμφέροντα.
               Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώνοντας   την  κριτική του στην ασκούμενη πολιτική της Α. Μέρκελ και στον νεοφιλελευθερισμό δείχνει πως οι πολιτικές στοχεύσεις του δεν είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την προσαρμογή και  συναίνεση που και  πριν από την κρίση   η σοσιαλδημοκρατική υπόσχεση μετατροπής της Ευρώπης σε καπιταλιστικό παράδεισο επεδίωκε. Ο λόγος του, αν και αντιπολιτευτικός  σε πρόσωπα της κυβέρνησης και  στο πρόγραμμά της, μη αγγίζοντας τα δομικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής παραγωγής καταλήγει να λειτουργεί  ως παράγοντας συνοχής και νομιμοποίησης της καπιταλιστικής κοινωνίας, εφόσον η όποια εναλλακτική λύση πάλι μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού πρέπει να αναζητηθεί. Ολόκληρη η κοινωνία  να συνεχίσει  με τη συναίνεσή της  να οργανώνεται  με βάση τα μακροπρόθεσμα καπιταλιστικά συμφέροντα, τα οποία είναι θέμα προσώπων και πολιτικών επιλογών τους να ταυτιστούν με τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας.
 Και κάπως  έτσι διασφαλίζεται η διατήρηση συνοχής του  καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού μέσα από την εμπέδωση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κεφαλαίου.
Και κάπως έτσι εδραιώνεται  στη συνείδησή μας η αντίληψη, που ενισχύεται από τα ΜΜΕ και πατά στην κυρίαρχη ιδεολογία, για την υπερταξική, υπερκομματική λειτουργία των κρατικών μηχανισμών προς το συμφέρον όλων των πολιτών που δεν μας επιτρέπει να  κατανοήσουμε την πολιτική πραγματικότητα και να συνειδητοποιήσουμε τη θέση μας σ’ αυτή, ακόμα και σε πείσμα της κοινής λογικής.
Και κάπως έτσι νιώθουμε παγιδευμένοι. Μικροαστοί, μεσοαστοί με τα εισοδήματά τους συρρικνωμένα, φοβισμένοι κι ανασφαλείς, οι επιλογές μας είναι ανάμεσα  στην πίστη στο success story του Α. Σαμαρά, με την ευγενική χορηγία και των Βρυξελλών, και στην ελπίδα για πραγματοποίηση των υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Και σαν εναλλακτική πάντα ελπίζουμε στο θαύμα  της εμφάνισης ενός ηγέτη που θα μας οδηγήσει στη γή της επαγγελίας –υπεράνω κομμάτων βέβαια και ιδεολογιών. Κι αν είναι φασίστας αρκεί να μην το δηλώσει.          
Και κάπως έτσι όλη αυτή η πλειοψηφία των μικρομεσαίων και μικροαστών  που χρόνια ολόκληρα  ήταν βολεμένη στις αυταπάτες των μικροεξουσιών της παγιδευμένη τώρα στην εικονική πραγματικότητα του κυρίαρχου λόγου μοιάζει παραιτημένη κι ανήμπορη. Γι’  αυτό και ο κυρίαρχος λόγος αυτούς έχει κυρίως σαν αποδέκτες.
Και κάπως έτσι η  οικονομική κρίση δεν έχει προξενήσει τις οξύτητες που θα αντιστοιχούσαν στις συνέπειες που προκάλεσε και ενώ  δημιουργεί προϋποθέσεις αντίδρασης αυτές είναι σποραδικές σχεδόν μεμονωμένες. ¨Όμως κι έτσι φαίνεται πως η κυρίαρχη εξουσία τις φοβάται. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ερμηνευτούν οι δικαστικές αποφάσεις για τους χαλυβουργούς  που κατηγορούνταν για παραβίαση δικαστικής απόφασης και παράνομης βίας στη διάρκεια της πολύμηνης απεργίας τους;
Η  εργατική τάξη δεν έχει εξαφανιστεί, είναι απέναντι από το κεφάλαιο και τη δική της δύναμη φοβάται το κεφάλαιο. Κι αν ακόμα μεγάλη της πλειοψηφία δεν έχει αποκτήσει  συνείδηση του συνολικού της συμφέροντος σαν τάξης, έχει όμως  τη δυνατότητα ν’  αποτελέσει δυναμικά την αποφασιστική δύναμη της σημερινής κοινωνία, αν ελευθερωθεί από τα ιδεολογικά δεσμά της αστικής τάξης.
Οσο βαθαίνει η οικονομική κρίση τόσο πιο ξεκάθαρα αναδύονται και μορφοποιούνται τα ταξικά συμφέροντα και τόσο πιο διαφανές θα γίνεται ότι τα   διαγγέλματα, οι εξαγγελίες και υποσχέσεις είναι κάποια από τα όπλα της κυρίαρχης τάξης στην  πάλη των τάξεων που πραγματοποιείται και σε θεωρητικό-ιδεολογικό πεδίο

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ



Στο περιθώριο  των δυο βασικών ζητημάτων της κεντρικής πολιτικής σκηνής που αλληλοτροφοδοτούνται, εκείνο της ολοκλήρωσης του success story με έξοδο στις αγορές και το άλλο των μυστικών επαφών του γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου Π. Μπαλτάκου με βουλευτές της Χρυσής Αυγής, συνεχίζονται να υλοποιούνται οι ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις στα πλαίσια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και μια απ’ αυτές είναι εκείνη  σχετικά με την  αξιολόγηση στο χώρο της εκπαίδευσης.
Εγκύκλιοι και διευκρινήσεις για τη εφαρμογή  του θεσμού της Αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού Εργου της σχολικής μονάδας προκαλούν συγκρούσεις μεταξύ διδασκόντων η αυτών και των διευθυντών και  σχολικών συμβούλων. Και ο υπουργός Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλος ικανοποιημένος δηλώνει ότι «προχωρεί κανονικά η διαδικασία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου που εφαρμόστηκε ήδη με επιτυχία στα πειραματικά σχολεία», ξεκινώντας από Σεπτέμβριο και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σε ατομικό επίπεδο.
Πριν από 32 χρόνια στην εκπαίδευση, με ένα μαζικό κίνημα που το ΠΑΣΟΚ υστεροβούλως αγκάλιασε,  καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή με την έντονη κι ασφυκτική καταπίεσή του που οδήγησε και στην πλήρη απαξίωσή του, και  καθιερώθηκε ο θεσμός του σχολικού συμβούλου που σύμφωνα με το νόμο (1304/82) θα μετείχε και  στη διαδικασία αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, που τώρα ήγγικεν η ώρα να πραγματοποιηθεί.
Μόνο που ο όρος αξιολόγηση σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους και  εξαρτάται από τα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα. Δεν είναι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού απλώς  μια διαδικασία που συμμετέχουν διάφοροι φορείς οι οποίοι χρησιμοποιούν κάποια  αντικειμενικά  κριτήρια για να μας δώσουν  κάποια ουδέτερη αξιολογική κρίση, η οποία θα είναι το εφαλτήριο για τη λήψη αντίστοιχων αποφάσεων προς το καλό, γενικά κι αόριστα, όλων. Τα κριτήρια της αξιολόγησης, οι όροι και οι σκοποί της ανάγονται σε τελευταία ανάλυση σε κοινωνικοπολιτικές επιλογές που προσδιορίζουν την πραγματική λειτουργία της σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα. Οποιαδήποτε πρόταση ή σύστημα αξιολόγησης, σε οποιοδήποτε τομέα,  συνδέεται με τις ιδεολογικές αφετηρίες του φορέα  που προτείνει και υιοθετεί το συγκεκριμένο σύστημα και εξαρτάται πλήρως από τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής.  
Στο συγκεκριμένο τομέα, την εκπαίδευση, το οποιοδήποτε σύστημα  αξιολόγησης  αναγκαστικά προσδιορίζεται από το υφιστάμενο ή το προτεινόμενο εκπαιδευτικό σύστημα και από τους κοινωνικοπολιτικούς όρους που το προσδιορίζουν. Μόνο που στο καπιταλιστικό σύστημα  η κυρίαρχη τάξη είναι ικανή όχι μόνο να εκμεταλλεύεται την εργατική τάξη(εκείνους που διαθέτουν  μόνο την εργασία τους) αλλά και να δημιουργεί ένα τρόπο ζωής που εξυπηρετεί  τα συμφέροντα των καπιταλιστών αφήνοντας τους εργαζομένους  αποξενωμένους και  καταπιεσμένους. Η καπιταλιστική λοιπόν κοινωνία οργανώνεται σύμφωνα με  τα συμφέροντα του κεφαλαίου και μέσα από την εκπαίδευση, έναν θεσμό της υπερδομής, η καπιταλιστική τάξη αναπαράγει τις δυνάμεις παραγωγής, -εργασία, καταμερισμό εργασίας, καταμερισμό γνώσης,-   και τις σχέσεις παραγωγής, με τη διαιώνιση και ανάπτυξη μιας αποδεκτής-νόμιμης, από το σύστημα,  ιδεολογίας και μιας σειράς προτύπων συμπεριφοράς. Ένα σύστημα λοιπόν αξιολόγησης έχει ως πολιτική προέκταση την ενσωμάτωση–συμμόρφωση  του εκπαιδευτικού στη λογική του υφιστάμενου εκπαιδευτικού συστήματος στα πλαίσια του καπιταλισμού. Επομένως το οποιοδήποτε σύστημα  αξιολόγησης του εκπαιδευτικού εκφράζει μια συγκεκριμένη ιδεολογία και πολιτική και  οι οποιεσδήποτε προτάσεις για την αξιολόγηση ουσιαστικά ενσωματώνουν αντίστοιχες  εκπαιδευτικές και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις που αφορούν το  εκπαιδευτικό σύστημα στο σύνολό του. Η αξιολόγηση δεν είναι  απλό εγχείρημα  διατύπωσης κρίσης σχετικά με την επάρκεια  του εκπαιδευτικού, αλλά   προϋποθέτει ένα αξιολογικό πλαίσιο με συγκεκριμένους σκοπούς και κριτήρια που όλα μαζί απαρτίζουν  το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, το αξιολογικό πλαίσιο, που αποκαλύπτει τις επιδιώξεις για επιθυμητές  αντιλήψεις, ιδέες και συμπεριφορές  του εκπαιδευτικού και τις στοχεύσεις της εκπαιδευτικής πράξης στο μεταμφυλιακό κράτος, διαγράφεται μέσα από τις εκθέσεις επιθεωρητών  εκείνης της εποχής που κρίνουν τον εκπαιδευτικό ως προς  την «πίστιν εις τα εθνικά μας ιδανικά» και  αναφέρονται στο αν είναι άριστος οικογενειάρχης και καλός χριστιανός ενώ βρίθουν από επίθετα όπως εχέμυθος, πιστός, νομιμόφρων, εθνικόφρων κλπ.
Στην εποχή της μεθοδευμένης καπιταλιστικής επίθεσης,  στην υπουργική απόφαση (30972/Γ/5-3-2013) για την αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας, όπου γίνεται η κατάταξη των σχολείων με βάση τις επιδόσεις των μαθητών,  προβλέπεται η κατάρτιση προγράμματος δράσης κάθε Σεπτέμβη και  αξιολόγηση της απόδοσής της στο τέλος της σχολικής χρονιάς, ενώ αξιολογούνται και δείκτες που αφορούν στη διαχείριση και αξιοποίηση οικονομικών πόρων, αναγνωρίζουμε το μοντέλο που εφαρμόζεται στα εκπαιδευτικά πράγματα κι αυτό δεν είναι άλλο από της επιχείρησης, η αντιστοιχία σχολικής δομής  και δομής επιχείρησης είναι έκδηλη. Μαθητές και δάσκαλοι  δεν επιτρέπεται να ακολουθούν ανεξάρτητες εκπαιδευτικές στρατηγικές απ’  αυτές  που εξυπηρετούν τα συμφέροντα του κέρδους.
Κι  αν στην πρώτη δεκαετία της μεταπολίτευσης διευρύνθηκαν τα επίπεδα  ελευθερίας στην οργάνωση και διοίκηση του σχολείου, που μεθοδευμένα μετά το ’90 ψαλιδίζονταν, αυτό οφειλόταν  στη  ανάγκη  νομιμοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής μετά τη χρεοκοπία του μετεμφυλιακού μοντέλου και στο ισχυρό λαϊκό κίνημα. Κι όσο ο καπιταλισμός εξασφάλιζε κάποια επίπεδα ευημερίας για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού γινόταν αποδεκτή η αναπαραγωγή από την εκπαίδευση του ταξικού καταμερισμού της εργασίας και ο ρόλος του σχολείου ως τμήμα μεν του ιδεολογικού μηχανισμού που ενσταλλάζει την πίστη στην τελειότητα και τη δικαιοσύνη της αστικής δημοκρατίας που επιδέχεται όμως μεταρρύθμιση.
Και τώρα που η καπιταλιστική επίθεση επεκτείνεται παντού οι αντιλήψεις για αξιοκρατία και αντικειμενικότητα που για χρόνια η κυρίαρχη ιδεολογία μας βομβάρδιζε αποδεικνύονται χρήσιμες. Η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και του εκπαιδευτικού έργου μέσα από διάφορους δείκτες διακηρύττεται ότι  καταγράφουν  τάχα ουδέτερους και αντικειμενικούς στόχους και προωθούν την αξιοκρατία, λέξεις κλειδιά για την αποδοχή τους,  όπως πριν από μισό αιώνα η αξιολόγηση χριστιανικού  ήθους και πίστης στα  εθνικά ιδανικά θεωρούνταν αυτονόητοι στόχοι ενός εκπαιδευτικού συστήματος.
Μόνο η συνειδητοποίηση ότι η αντίσταση στις επιλογές της κυρίαρχης τάξης γίνεται μέσα από τη συλλογική δράση μπορεί να τις ακυρώσει. Οι κινητοποιήσεις της 9ης Απριλίου είναι ένα βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ



     Μέσα σ’ ένα κλίμα όπου πνευματική  στάση, ατομικό ήθος, συλλογική  δράση  θεωρούνται ότι δεν μπλέκονται αξεδιάλυτα και ότι η επιλογή του δρόμου της αδιαφορίας για τα κοινά μπορεί και να είναι ένδειξη ανεξάρτητου πνεύματος φυσικό είναι να μην αντιλαμβανόμαστε την ασφυκτική ατμόσφαιρα, τον περιορισμένο χώρο όπου όλα κινούνται, την μούχλα που αναδύεται και καλύπτει την πολιτική ζωή της χώρας. Εντυπώσεις, συναισθήματα, ψυχικές καταστάσεις, ιδέες, απόψεις, κοσμοθεωρίες συνάπτονται με το πολιτικό  περιβάλλον, το οικονομικό σύστημα, τον τρόπο ζωής μας. Η βασική κοσμοθεωρητική στάση και η προοπτική έχει καθοριστική σημασία, γιατί αυτή λειτουργεί ως γενική αρχή επιλογής και καθορίζει τι είδους τάξη θα βάλουμε στο χάος των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων, εκείνη είναι που επιτρέπει ή εμποδίζει να ξεχωρίσουμε  το κύριο και ουσιαστικό, να  αναγνωρίζουμε τις κοινωνικές ιδιότητες, τους προσδιορισμούς και τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.
               Κι είναι ακριβώς  αυτή η κοσμοθεωρητική στάση της κυρίαρχης τάξης που διαμόρφωσε χρόνια τώρα τις συνειδήσεις των υποτελών τάξεων και γι’  αυτό αυτές  αδυνατούν, σε ένα μεγάλο ποσοστό, να διαχωρίσουν τα συμφέροντά τους από αυτά της κυρίαρχης τάξης. Η οποία δια στόματος πρωθυπουργού μας διαβεβαιώνει  ότι «Η χώρα κάνει τεράστιο βήμα μπροστά, βγαίνει από την κρίση»  και η πλειοψηφία των μικροαστών είναι έτοιμη  να το πιστέψει. Κι όταν βγαίνει στην επιφάνεια το  επεισόδιο με τη βιντεοσκοπημένη συνομιλία Π. Μπαλτάκου και Η. Κασιδιάρη που απειλεί να βάλει τρικλοποδιά σ’ αυτό το τεράστιο βήμα, ο πρωθυπουργός εμφανίζεται αποστασιοποιημένος και αποφασιστικός  να δηλώνει ότι δεν θα το επιτρέψει, αυτοανακηρυσσόμενος ο σφοδρότερος πολέμιος της Χρυσής Αυγής. Πολιτικάντικοι  τακτικοί ελιγμοί με αφελείς ισχυρισμούς περί άγνοιας για ευεπίφορους σε παγιδεύσεις καταναλωτές του κυρίαρχου λόγου. Η πολιτική συνεχίζει να αναπαράγεται με εκείνους τους ίδιους ιδεολογικούς όρους που περιβάλλουν με αδιαμφισβήτητο κύρος θεσμούς  που θεωρούνται υπερταξικοί,  πρόσωπα που προβάλλονται σαν υπηρέτες ενός νεφελώδους δημόσιου συμφέροντος. Κι ενώ οι συνθήκες των χρόνων αυτών των μνημονίων δημιούργησαν προϋποθέσεις ασφυξίας σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, εκτός αυτών που ανήκουν στην κυρίαρχη τάξη, μοιάζει να μην βοήθησαν στη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης σ’ αυτά στρώματα.
¨Ηδη την τελευταία εικοσιπενταετία αφού κατάφερε η Νέα Δημοκρατία να προβεί  σε πολιτική κάθαρση και ιδεολογική επανοριοθέτηση του όρου Δεξιά με τη χρήση επιθέτων φιλελεύθερη, λαϊκή, κεντρώα κλπ. ξανάγινε πόλος έλξης ευρέων λαϊκών στρωμάτων την τελευταία δεκαετία και συνεχίζει να είναι.   Γιατί στην τελική, η Δεξιά δεν θα  ήταν και ποτέ απεχθής για την ιδεολογία που ισχυριζόταν ότι πρέσβευε σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αν δεν είχε ταυτιστεί  με τις πρακτικές της επταετούς  δικτατορίας. Οι κύριοι άξονες της ιδεολογίας που διακήρυττε ήταν η εθνικιστική διάσταση, στηριγμένη σε μια επινοημένη παράδοση, και από την άλλη η κοινωνική, στηριγμένη στον φιλελευθερισμό που αποδέχεται έναν ανταγωνισμό όπου ισχύουν οι νόμοι του Δαρβίνου. Στο παιχνίδι του δικομματισμού με το ΠΑΣΟΚ  εξυπηρετούσε, συμπληρωματικά προς αυτό, τις απαιτήσεις του κεφαλαίου, με ιδεολογική επικάλυψη τις παραδοσιακές αξίες έθνους, θρησκείας, οικογένειας κλπ. Μόνο που στις μέρες μας  η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου δεν έχει ανάγκη από το έθνος για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και τα ΜΜΕ χειραγωγούν ίσως και αποτελεσματικότερα από την εκκλησία  τις μάζες. Έτσι οι συντηρητικές παρατάξεις  με την έμφαση στην εθνικιστική ή θρησκευτική διάσταση έρχονταν αρωγοί στον  εγκλωβισμό των υποτελών τάξεων μόνο όταν οι σοσιαλδημοκρατικές  παρατάξεις  εξαιτίας της κρίσης δεν μπορούν πια να εκσυγχρονίσουν η να επεκτείνουν δικαιώματα έτι περαιτέρω εξασφαλίζοντας τη συναίνεση των υποτελών τάξεων, χωρίς να συγκρουστούν με το κεφάλαιο.
Απαιτείται λοιπόν προσαρμογή της πολιτικής πρακτικής που υποβαθμίζει τη ποιότητα ζωής των εργαζομένων και γι’ αυτό απαιτείται μια πειστική ιδεολογική αιτιολογία. Με εξαντλημένη την ιδεολογική φαρέτρα της σοσιαλδημοκρατίας η παλιά επίκληση στη σωτηρία της χώρας μοιάζει για την πιο πειστική, μαζί με όλα τα  συναφή ιδεολογήματα, που ισχυρίζεται πως υπερασπίζεται η Νέα Δημοκρατία. Μόνο που  η ένδεια  του δημοκρατικού κράτους μοιάζει να ωθεί την χώρα και τους πολίτες της  στην παρακμή και την ταπείνωση. Κι έτσι ριζώνει ο φασισμός. Ξεχωρίζοντας όμως  το φασισμό μόνο από τα εξωτερικά του στοιχεία, όπως κατά κόρον γίνεται από τα ΜΜΕ,  δεν αναγνωρίζουμε το ρόλο του και ρίζωμά του  στο πολιτικό σύστημα και ναρκωνόμαστε με διαβεβαιώσεις για αντιμετώπισή του απ’  αυτούς που τον εκτρέφουν και χρησιμοποιούν.  Στον τρόπο μάλιστα  υποβάθμισης  του συγκεκριμένου επεισοδίου με τον Π. Μπαλτάκο από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και στην  υπόσχεση για  επιτυχία της χώρας στην έξοδο στις αγορές θ’ αναζητήσουμε κάποιες από τις  μεθοδεύσεις  που χρησιμοποιούνται  κι αποκαλύπτουν τη  συγγένεια με φασιστικές πρακτικές. Κι επειδή εμείς έχουμε στο μυαλό μας συνδεδεμένο το φασισμό με ωμές εικόνες, που η Χρυσή Αυγή επιβεβαίωσε, μοιάζει να μην είναι αναποτελεσματική η προσπάθεια που γίνεται να αποστασιοποιηθεί ο Α. Σαμαράς από τις πρωτοβουλίες του συνεργάτη του, που σημαίνει το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. 
Οι κρυφές συνομιλίες με τη Χρυσή Αυγή του   Π. Μπαλτάκο  έχουν  τη σημασία τους, γιατί  δείχνουν πως ο δρόμος για την κυριαρχία του φασισμού περνά μέσα από την κυρίαρχη τάξη και απλώνεται σε τομείς της κοινωνικής, οικονομικής  και πολιτικής ηγεσίας.